ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 18ης Δεκεμβρίου 2008
Υπόθεση T-293/07 P
Alessandro Lofaro
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτοι υπάλληλοι – Προθεσμία διοικητικής ενστάσεως – Ημερομηνία υποβολής της διοικητικής ενστάσεως – Παραλαβή από τη διοίκηση – Αρχή της ασφάλειας δικαίου»
Αντικείμενο: Αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (τρίτο τμήμα) της 24ης Μαΐου 2007, F-27/06 και F-75/06, Lofaro κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
Απόφαση: Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται. Ο Alessandro Lofaro φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.
Περίληψη
1. Αναίρεση – Αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη κατά της απορρίψεως αιτήματος ακυρώσεως και κατά της συνακόλουθης απορρίψεως αιτήματος αποζημιώσεως που συνδέεται με το αίτημα ακυρώσεως – Λόγοι αναιρέσεως αφορώντες αποκλειστικά την απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως – Παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 138 § 1)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Ημερομηνία υποβολής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)
3. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη ο προβλεπόμενος χρόνος διαβιβάσεως της ενστάσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)
4. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Ημερομηνία υποβολής – Παραλαβή από τη Διοίκηση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)
1. Το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως με την οποία ζητεί την πλήρη εξαφάνιση διατάξεως περί απαραδέκτου η οποία απέρριψε τόσο τα ακυρωτικά αιτήματά του όσο και τα αιτήματα αποζημιώσεως, προβάλλει μόνο λόγους και επιχειρήματα κατά των αιτιολογιών βάσει των οποίων απορρίφθηκε το ακυρωτικό αίτημά του δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως, καθόσον, στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το απαράδεκτο του αιτήματος αποζημιώσεως στηρίζεται μόνο στη στενή και μη αμφισβητηθείσα στο στάδιο της αιτήσεως αναιρέσεως σχέση του με το αίτημα ακυρώσεως, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτο.
(βλ. σκέψεις 17, 18 και 20)
2. Η ημερομηνία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προς εκτίμηση του αν μια ένσταση υποβλήθηκε εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) είναι εκείνη της παραλαβής της ενστάσεως από το οικείο θεσμικό όργανο. Η ερμηνεία αυτή απορρέει από το γράμμα του εν λόγω άρθρου και είναι σύμφωνη προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου. Πράγματι, ορίζοντας, στο πρώτο εδάφιο, ότι «το αίτημα πρέπει να διατυπωθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών» και, στο δεύτερο εδάφιο, ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή «κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την αιτιολογημένη απόφασή της εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα της υποβολής της ενστάσεως», το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προβλέπει ρητώς ότι η ημερομηνία υποβολής της ενστάσεως είναι επίσης το σημείο αφετηρίας της τετράμηνης προθεσμίας προς απάντηση του οικείου θεσμικού οργάνου στην ένσταση αυτή.
Στο νομικό αυτό πλαίσιο, η αρχή της ασφαλείας δικαίου, που επιτάσσει ότι τα χρονικά σημεία ενάρξεως και λήξεως των προβλεπομένων προθεσμιών πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια και να τηρούνται αυστηρώς, εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη δύο διαφορετικές ημερομηνίες όσον αφορά την υποβολή της ενστάσεως, ήτοι, αφενός, η ημερομηνία αποστολής της ενστάσεως προκειμένου να προσδιορίζεται αν αυτή υποβλήθηκε εμπροθέσμως και, αφετέρου, η ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω ενστάσεως από το οικείο θεσμικό όργανο προκειμένου να καθορίζεται το χρονικό σημείο αφετηρίας της προθεσμίας προς απάντηση στην ένσταση.
Επιπλέον, μόνον αν λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία παραλαβής της ενστάσεως καθίσταται δυνατή η ικανοποίηση της επιταγής της ασφαλείας δικαίου, η οποία επιβάλλει ότι κάθε πράξη της διοικήσεως παράγουσα έννομα αποτελέσματα πρέπει να είναι σαφής, συγκεκριμένη και να περιέρχεται σε γνώση του ενδιαφερομένου, κατά τρόπον ώστε αυτός να μπορεί να αντιληφθεί με βεβαιότητα το χρονικό σημείο από το οποίο η εν λόγω πράξη υφίσταται και αρχίζει να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα προσφυγής στα μέσα παροχής ενδίκου προστασίας που προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, εν προκειμένω ο ΚΥΚ.
(βλ. σκέψεις 29 έως 33)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 26 Νοεμβρίου 1981, 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 2861, σκέψη 13· ΠΕΚ, 25 Σεπτεμβρίου 1991, T‑54/90, Lacroix κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II‑749, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και σκέψη 29· ΔΔΔ, 15 Μαΐου 2006, F‑3/05, Schmit κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑9 και II‑A‑1‑33, σκέψη 28
3. Όσον αφορά την τήρηση των προθεσμιών υποβολής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής, εναπόκειται στον ενδιαφερόμενο να επιδείξει την επιμέλεια που απαιτείται από ένα συνήθως ενημερωμένο άτομο. Ειδικότερα, εναπόκειται στον ενδιαφερόμενο να φροντίσει να υποβάλει την ένστασή του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, λαμβάνοντας υπόψη τον προβλεπόμενο χρόνο διαβιβάσεως της ενστάσεως αυτής ταχυδρομικώς, αν επιλέξει αυτόν τον τρόπο για την αποστολή της. Η υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη ο προβλεπόμενος χρόνος διαβιβάσεως της ενστάσεως δεν αποκλείει τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου, όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ενστάσεως αποδεικνύοντας, ενδεχομένως, την ύπαρξη περιπτώσεως τυχηρού ή ανωτέρας βίας ή συγγνωστού σφάλματος.
(βλ. σκέψεις 37 και 38)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 15 Δεκεμβρίου 1994, C‑195/91 P, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I‑5619, σκέψη 32· ΔΕΚ, 15 Μαΐου 2003, C‑193/01 P, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και ΕΚΤ, Συλλογή 2003, σ. I‑4837, σκέψη 24· ΔΕΚ, 8 Νοεμβρίου 2007, C‑242/07 P, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑9757, σκέψη 29· ΠΕΚ, 16 Μαρτίου 1993, T‑33/89 και T‑74/89, Blackman κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II‑249, σκέψη 34· ΠΕΚ, 15 Μαρτίου 2007, T‑5/07, Βέλγιο κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 15
4. Απλώς και μόνον το γεγονός ότι ο χρόνος διαβιβάσεως εγγράφου ταχυδρομικώς ποικίλλει ανάλογα με τη χώρα αποστολής δεν σημαίνει ότι το να λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία παραλαβής της ενστάσεως συνεπάγεται δυσμενή διάκριση μεταξύ των ενδιαφερομένων υπαλλήλων, αναλόγως της χώρας στην οποία βρίσκονται κατά την υποβολή των ενστάσεών τους. Πράγματι, για την υποβολή διοικητικών ενστάσεων από τους υπαλλήλους δεν προβλέπεται καμία τυπική προϋπόθεση. Όμως, καθόσον ορισμένοι τρόποι διαβιβάσεως (ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τηλεομοιοτυπία) είναι άμεσοι, το να λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία παραλαβής της ενστάσεως δεν περιάγει σε δυσμενή θέση τους υπαλλήλους σε συνάρτηση με τη χώρα στην οποία βρίσκονται κατά την αποστολή της ενστάσεώς τους.
(βλ. σκέψεις 49 και 50)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 18 Ιουνίου 1996, T‑150/94, Vela Palacios κατά ΟΚΕ, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I‑A‑297 και II‑877, σκέψη 23
Full & Egal Universal Law Academy