Υπόθεση T-369/07
Δημοκρατία της Λετονίας
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Περιβάλλον – Οδηγία 2003/87/ΕΚ – Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Εθνικό σχέδιο της Λετονίας για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για την περίοδο 2008-2012 – Τρίμηνη προθεσμία – Άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως – Προσφυγές των κρατών μελών
(Άρθρο 263 ΣΛΕΕ)
2. Περιβάλλον – Ατμοσφαιρική ρύπανση – Οδηγία 2003/87 – Εθνικό σχέδιο για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (ΕΣΚ) – Κοινοποίηση από κράτος μέλος – Εξουσία ελέγχου της Επιτροπής – Περιεχόμενο – Νομική φύση της απόφασης της Επιτροπής
(Οδηγία 2003/87 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 9 § 3)
3. Περιβάλλον – Ατμοσφαιρική ρύπανση – Οδηγία 2003/87 – Εθνικό σχέδιο για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (ΕΣΚ) – Κοινοποίηση από κράτος μέλος – Έννοια
(Οδηγία 2003/87 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 9 § 3)
4. Πράξεις των οργάνων – Τεκμήριο νομιμότητας – Ανυπόστατη πράξη – Έννοια
(Άρθρο 288 ΣΛΕΕ)
1. Κάθε κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να αμφισβητεί, ασκώντας προσφυγή ακύρωσης, τη νομιμότητα των αποφάσεων της Επιτροπής, χωρίς η άσκηση του δικαιώματος αυτού να εξαρτάται από την απόδειξη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος. Κατά συνέπεια, ένα κράτος μέλος δεν χρειάζεται να αποδεικνύει ότι η πράξη της Επιτροπής την οποία προσβάλλει παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι αυτού για να είναι παραδεκτή η προσφυγή του. Το έννομο συμφέρον αφορά μόνο τις ασκούμενες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα προσφυγές και όχι τις προσφυγές που ασκούν τα θεσμικά όργανα ή τα κράτη μέλη.
Επιπλέον, η έννοια του εννόμου συμφέροντος δεν πρέπει να συγχέεται με την έννοια της πράξης που είναι δεκτική προσβολής, κατά την οποία μια πράξη, για να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακύρωσης, πρέπει να παράγει έννομα αποτελέσματα ικανά να προξενήσουν βλάβη ή ζημία, πράγμα που μπορεί να εξακριβωθεί κατόπιν εξέτασης της ουσίας της πράξης αυτής.
Η απόφαση της Επιτροπής που τροποποιεί το εθνικό σχέδιο για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (ΕΣΚ), το οποίο έχει κοινοποιήσει ένα κράτος μέλος, παράγει, ως εκ του ουσιαστικού περιεχομένου της, τέτοια έννομα αποτελέσματα.
(βλ. σκέψεις 33-34)
2. Ο εκ των προτέρων έλεγχος που διενεργεί η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61, δεν καταλήγει οπωσδήποτε στην έκδοση απόφασης από την Επιτροπή. Η Επιτροπή έχει βέβαια την υποχρέωση, όταν της κοινοποιηθεί ένα εθνικό σχέδιο για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (ΕΣΚ), να εξακριβώσει με επιμέλεια και αμεροληψία το συμβατό αυτού του ΕΣΚ με τα κριτήρια του παραρτήματος III και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας 2003/87, αλλά από τη φράση «μπορεί να απορρίψει» συνάγεται ότι η Επιτροπή έχει συναφώς ορισμένη διακριτική εξουσία ως προς την εκτίμησή της. Από τη φράση αυτή συνάγεται επίσης ότι, αν η Επιτροπή δεν κάνει χρήση της εξουσίας της αυτής εντός τριμήνου από την κοινοποίηση του ΕΣΚ από το κράτος μέλος, το κράτος μέλος μπορεί καταρχήν να εφαρμόσει το εν λόγω ΕΣΚ υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 11 επ. της οδηγίας 2003/87, χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάθεση της Επιτροπής. Επομένως, η διαδικασία εξέτασης του ΕΣΚ δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να περατώνεται με επίσημη απόφαση, ιδίως όταν το κράτος μέλος επιφέρει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής όλες τις τροποποιήσεις που του έχουν ζητηθεί.
Αντίθετα, η Επιτροπή ενδέχεται να αναγκαστεί να κάνει χρήση της εξουσίας της να λάβει απόφαση κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, εφόσον το κράτος μέλος παραλείπει ή αρνείται να τροποποιήσει το ΕΣΚ του πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, παρά τις αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί. Πράγματι, αν δεν εκδοθεί τέτοια απορριπτική απόφαση της Επιτροπής, το κοινοποιηθέν ΕΣΚ καθίσταται οριστικό και καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, οπότε το κράτος μέλος μπορεί να το εφαρμόσει.
Οι τροποποιήσεις που επέρχονται κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης φάσης της διαδικασίας ελέγχου, και συγκεκριμένα κατόπιν της διατύπωσης αντιρρήσεων από την Επιτροπή σχετικά με το κοινοποιηθέν ΕΣΚ ή με ορισμένες πτυχές του, έχουν ακριβώς ως σκοπό την άρση των αντιρρήσεων που εξέφρασε αρχικά η Επιτροπή σχετικά με το συμβατό τους με τα κριτήρια του παραρτήματος III και τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας 2003/87. Κατά συνέπεια, η αποδοχή των τροποποιήσεων αυτών από την Επιτροπή αντιστοιχεί απλώς στις αντιρρήσεις που διατύπωσε αρχικά η Επιτροπή κατά την άσκηση της περιορισμένης εξουσίας ελέγχου και απόρριψης την οποία της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 και δεν αποτελεί έκφραση μιας γενικής εξουσίας έγκρισης. Εξάλλου, για την αποδοχή από την Επιτροπή των τροποποιήσεων που έχουν επέλθει στο ΕΣΚ δεν χρειάζεται να εκδοθεί επίσημη απόφαση του εν λόγω θεσμικού οργάνου. Αντίθετα, η ερμηνεία αυτή, πρώτον, θα αντέβαινε στην αρχή ότι η Επιτροπή δεν έχει γενική εξουσία έγκρισης του ΕΣΚ. Δεύτερον, δεν θα ήταν σύμφωνη με την όλη οικονομία του άρθρου 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, που αναφέρεται σε απορριπτική απόφαση και όχι σε απόφαση έγκρισης.
(βλ. σκέψεις 47-48)
3. Η διαδικασία που κινείται δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61, αποσκοπεί όχι μόνο στο να παρέχει τη δυνατότητα προκαταρκτικού ελέγχου της Επιτροπής, αλλά και στο να παρέχει στα κράτη μέλη ασφάλεια δικαίου και, ειδικότερα, να τους παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίζουν με βεβαιότητα ταχέως, εντός σύντομης προθεσμίας, τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να κατανέμουν τις ποσοστώσεις εκπομπής και να διαχειρίζονται το κοινοτικό σύστημα εμπορίας ποσοστώσεων βάσει του εθνικού τους σχεδίου για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (ΕΣΚ) κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου κατανομής των δικαιωμάτων. Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης διάρκειας της σχετικής περιόδου, που είναι τρία ή πέντε έτη (άρθρο 11 της οδηγίας 2003/87), τόσο η Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη έχουν έννομο συμφέρον να επιλύεται ταχέως κάθε διαφορά σχετικά με το περιεχόμενο του ΕΣΚ και να μην είναι το ΕΣΚ εκτεθειμένο, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του, στον κίνδυνο αμφισβήτησής του από την Επιτροπή.
Οι παραπάνω σκέψεις ισχύουν για όλα τα ΕΣΚ, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για το ΕΣΚ που κοινοποιήθηκε αρχικά ή για το αναθεωρημένο ΕΣΚ που κοινοποιήθηκε μεταγενέστερα. Επιπλέον, η υποχρέωση της Επιτροπής να διενεργήσει, κατόπιν της κοινοποίησης αναθεωρημένου ΕΣΚ, ταχύ και αποτελεσματικό έλεγχο αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν πριν από τον έλεγχο αυτό έχει υπάρξει μια πρώτη φάση ελέγχου του αρχικού ΕΣΚ, η οποία ενδεχομένως κατέληξε σε απορριπτική απόφαση και, στη συνέχεια, σε τροποποιήσεις του εν λόγω ΕΣΚ. Η άποψη της Επιτροπής όμως ότι έχει το δικαίωμα να εξετάζει τις προτεινόμενες τροποποιήσεις ενός ΕΣΚ ή ενός αναθεωρημένου ΕΣΚ χωρίς να τηρεί την τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 ενδέχεται να αποτελεί εμπόδιο για την επίτευξη του σκοπού ενός ταχέος και αποτελεσματικού ελέγχου και να θίγει την ασφάλεια δικαίου που πρέπει να παρέχεται στο κράτος μέλος που προβαίνει στην κοινοποίηση, ώστε να κατανέμει τα δικαιώματα εκπομπών στις διάφορες εγκαταστάσεις εντός του εδάφους του πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας κατά το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας.
Κατά συνέπεια, ο όρος «κοινοποίηση», κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, καλύπτει τόσο την αρχική όσο και τη μεταγενέστερη κοινοποίηση των διαφόρων κειμένων ενός ΕΣΚ, με αποτέλεσμα να αρχίζει να τρέχει για καθεμία από τις κοινοποιήσεις αυτές νέα τρίμηνη προθεσμία.
(βλ. σκέψεις 54, 55, 57)
4. Η διαδικαστική πλημμέλεια που οφείλεται στη μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61, δεν είναι τόσο σοβαρή και πρόδηλη, ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση να πρέπει να χαρακτηριστεί ανυπόστατη πράξη. Πράγματι, για τις πράξεις των θεσμικών οργάνων, ακόμη και αν είναι παράτυπες, ισχύει καταρχήν το τεκμήριο νομιμότητας, οι πράξεις δε αυτές παράγουν έννομα αποτελέσματα ενόσω δεν έχουν ανακληθεί, ακυρωθεί κατόπιν προσφυγής ή κριθεί ανίσχυρες κατόπιν προδικαστικής παραπομπής ή κατόπιν ένστασης έλλειψης νομιμότητας.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 και αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της διαδικασίας αυτής, το παράνομο στοιχείο που συνίσταται στο εκπρόθεσμο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επισύρει το ανυπόστατο της απόφασης αυτής, καθόσον ο χαρακτηρισμός αυτός πρέπει να πραγματοποιείται, αν ληφθεί υπόψη η θεμελιώδης αρχή της ασφάλειας δικαίου, μόνο σε τελείως ακραίες περιπτώσεις.
(βλ. σκέψη 61)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 22ας Μαρτίου 2011 (*)
«Περιβάλλον – Οδηγία 2003/87/ΕΚ – Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Εθνικό σχέδιο της Λετονίας για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για την περίοδο 2008‑2012 – Τρίμηνη προθεσμία – Άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87»
Στην υπόθεση T‑369/07,
Δημοκρατία της Λετονίας, εκπροσωπούμενη αρχικά από τις E. Balode-Buraka και K. Bārdiņa, στη συνέχεια από την L. Ostrovska και τέλος από τις Ostrovska και K. Drēviņa,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από
τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, εκπροσωπούμενη από τον D. Kriaučiūnas,
και
τη Σλοβακική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη αρχικά από τον J. Čorba και στη συνέχεια από την B. Ricziová,
παρεμβαίνουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους U. Wölker, E. Kalnins και I. Rubene,
καθής,
υποστηριζόμενης από
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο αρχικά από την Z. Bryanston-Cross, στη συνέχεια από την S. Behzadi-Spencer και τους I. Rao και F. Penlington, επικουρούμενους από τον J. Maurici, barrister,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακύρωσης της απόφασης C(2007) 3409 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την τροποποίηση του εθνικού σχεδίου της Δημοκρατίας της Λετονίας για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου για την περίοδο 2008‑2012, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275, σ. 32),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi (εισηγητή), πρόεδρο, E. Cremona και S. Frimodt Nielsen, δικαστές,
γραμματέας: K. Pocheć, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Σεπτεμβρίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
Διεθνείς και κοινοτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές και το Πρωτόκολλο του Κιότο
1 Η σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές, η οποία υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 9 Μαΐου 1992 (στο εξής: σύμβαση-πλαίσιο), η οποία εγκρίθηκε στο όνομα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 94/69/EK του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης-πλαισίου (ΕΕ 1994, L 33, σ. 11), έχει ως απώτερο σκοπό τη σταθεροποίηση των ατμοσφαιρικών συγκεντρώσεων των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου σε επίπεδο που να αποτρέπει την επικίνδυνη ανθρωπογενή παρεμβολή στο κλιματικό σύστημα. Το παράρτημα 1 της σύμβασης-πλαισίου περιλαμβάνει κατάλογο των συμβαλλόμενων κρατών, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η Δημοκρατία της Λετονίας, η οποία επιπλέον κατατάσσεται στην κατηγορία των χωρών που βρίσκονται υπό μετάβαση στην οικονομία της αγοράς. Η σύμβαση-πλαίσιο τέθηκε σε ισχύ εντός της Κοινότητας στις 21 Μαρτίου 1994.
2 Προκειμένου να επιτευχθεί ο απώτερος σκοπός της σύμβασης-πλαισίου, υπογράφηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1997 το Πρωτόκολλο του Κιότο στη σύμβαση-πλαίσιο (απόφαση 1/CP.3 «Έγκριση του Πρωτοκόλλου του Κιότο [στη σύμβαση-πλαίσιο]»). Το παράρτημα A του Πρωτοκόλλου του Κιότο περιλαμβάνει κατάλογο των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, καθώς και κατάλογο των τομέων και των κατηγοριών των πηγών εκπομπών που καλύπτονται από το Πρωτόκολλο του Κιότο. Το παράρτημα Β του Πρωτοκόλλου του Κιότο περιλαμβάνει κατάλογο των συμβαλλόμενων μερών με τις αντίστοιχες ποσοτικοποιημένες υποχρεώσεις τους για περιορισμό ή μείωση των εκπομπών, μεταξύ των οποίων αναφέρεται και η Δημοκρατία της Λετονίας, της οποίας ο στόχος μείωσης των εκπομπών καθορίζεται σε 8 %.
3 Στις 25 Απριλίου 2002 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την απόφαση 2002/358/ΕΚ, για την έγκριση, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του Πρωτοκόλλου του Κιότο στη [σύμβαση-πλαίσιο] και την από κοινού τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων (ΕΕ L 130, σ. 1). Το Πρωτόκολλο του Κιότο, καθώς και τα παραρτήματά του Α και Β, περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της απόφασης 2002/358. Ο πίνακας των ποσοτικοποιημένων υποχρεώσεων περιορισμού ή μείωσης των εκπομπών, που αποβλέπει στον καθορισμό των επιπέδων εκπομπών για την Κοινότητα και τα κράτη μέλη της σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου του Κιότο, περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ της απόφασης 2002/358.
Ρύθμιση που διέπει το κοινοτικό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2004/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ L 338, σ. 18), προβλέπει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία καθιερώνει ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας […] προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό.»
5 Το άρθρο 9 της οδηγίας 2003/87 έχει ως εξής:
«1. Για κάθε περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, κάθε κράτος μέλος καταρτίζει εθνικό σχέδιο με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και τον τρόπο κατανομής. Το σχέδιο βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των τυχόν παρατηρήσεων του κοινού. Με την επιφύλαξη της Συνθήκης, η Επιτροπή διατυπώνει, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2003, κατευθύνσεις για την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ.
Για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη μέχρι τις 31 Μαρτίου 2004 το αργότερο. Για τις μετέπειτα περιόδους, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου.
2. Τα εθνικά σχέδια κατανομής εξετάζονται στα πλαίσια της επιτροπής του άρθρου 23, παράγραφος 1[, της οδηγίας 2003/87].
3. Εντός τριμήνου από την κοινοποίηση εθνικού σχεδίου κατανομής από κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει το σχέδιο αυτό ή οποιαδήποτε πτυχή του, για λόγους μη συμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με το άρθρο 10. Το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, μόνον εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Κάθε απορριπτική απόφαση της Επιτροπής αιτιολογείται.»
6 Το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87 προβλέπει τα εξής:
«Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, και για κάθε μετέπειτα πενταετή περίοδο, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για την εν λόγω περίοδο και αρχίζει τη διαδικασία κατανομής των δικαιωμάτων στον φορέα εκμετάλλευσης κάθε εγκατάστασης. Η απόφαση λαμβάνεται δώδεκα τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου και βασίζεται στο εθνικό του σχέδιο κατανομής που έχει καταρτισθεί βάσει του άρθρου 9 και σύμφωνα με το άρθρο 10, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του κοινού.»
7 Στο παράρτημα III της οδηγίας 2003/87 απαριθμούνται δώδεκα κριτήρια που εφαρμόζονται στα εθνικά σχέδια κατανομής. Τα κριτήρια 1 έως 3 του παραρτήματος III προβλέπουν τα ακόλουθα:
«1. Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων για τη σχετική περίοδο πρέπει να αντιστοιχεί προς την υποχρέωση του κράτους μέλους να περιορίσει τις εκπομπές του βάσει της απόφασης 2002/358 και του Πρωτοκόλλου του Κιότο, [λαμβανομένων] υπόψη, αφενός, της αναλογίας συνολικών εκπομπών που τα δικαιώματα αυτά αντιπροσωπεύουν σε σύγκριση με τις εκπομπές από πηγές που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και, αφετέρου, των εθνικών πολιτικών ενέργειας, και θα πρέπει να συμφωνεί με το εθνικό πρόγραμμα για τις κλιματικές μεταβολές. Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων δεν πρέπει να υπερβαίνει την ενδεχομένως απαιτούμενη για την αυστηρή εφαρμογή των κριτηρίων του παρόντος παραρτήματος. Πριν από το 2008, η ποσότητα πρέπει να συμβαδίζει με την κατεύθυνση της επίτευξης ή της υπέρ-επίτευξης του στόχου κάθε κράτους μέλους σύμφωνα με την απόφαση 2002/358 και το Πρωτόκολλο του Κιότο.
2. Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων πρέπει να αντιστοιχεί προς τις εκτιμήσεις της πραγματικής και της προβλεπόμενης προόδου προς εκπλήρωση των συνεισφορών των κρατών μελών στις δεσμεύσεις της Κοινότητας βάσει της αποφάσεως 93/389/ΕΟΚ.
3. Οι ποσότητες των κατανεμητέων δικαιωμάτων πρέπει να αντιστοιχούν προς [τις δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένων των τεχνολογικών δυνατοτήτων, μείωσης των εκπομπών των] δραστηριοτήτων που καλύπτονται από αυτό το σύστημα. Τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζουν την κατανομή δικαιωμάτων στις μέσες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ανά προϊόν σε κάθε τομέα δραστηριοτήτων και στην πρόοδο που είναι δυνατόν να επιτευχθεί σε κάθε δραστηριότητα.
[…]»
Ιστορικό της διαφοράς
8 Με έγγραφο της 16ης Αυγούστου 2006, η Δημοκρατία της Λετονίας κοινοποίησε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, το εθνικό σχέδιο κατανομής για την περίοδο 2008‑2012 (στο εξής: ΕΣΚ). Κατά το ΕΣΚ, η Δημοκρατία της Λετονίας σκόπευε να κατανείμει στην εθνική της βιομηχανία, την οποία αφορούσε το παράρτημα Ι της οδηγίας 2003/87, συνολική ετήσια μέση ποσότητα 7,763883 εκατομμυρίων τόνων ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα (στο εξής: MteCO2).
9 Στις 29 Νοεμβρίου 2006 η Επιτροπή εξέδωσε μια πρώτη απορριπτική απόφαση, της οποίας οι διατάξεις έχουν ως εξής:
«Άρθρο 1
Η ακόλουθη πτυχή του [ΕΣΚ] για την πρώτη πενταετή περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας είναι ασυμβίβαστη με τα κριτήρια [αριθ.] 1 [έως] 3 του παραρτήματος III της οδηγίας [2003/87]: το μέρος της συνολικής ποσότητας των κατανεμητέων δικαιωμάτων –που είναι ίση με 4,480580 [MteCO2]– δεν είναι σύμφωνο με τις αξιολογήσεις που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την απόφαση 280/2004/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για μηχανισμό παρακολούθησης των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στην Κοινότητα και εφαρμογής του Πρωτοκόλλου του Κιότο (ΕΕ L 49, σ. 1),] και δεν είναι συμβατό με τις δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένων των τεχνολογικών δυνατοτήτων, μείωσης των εκπομπών που οφείλονται στις [σχετικές] δραστηριότητες.
Άρθρο 2
Δεν θα προβληθούν αντιρρήσεις ως προς το [ΕΣΚ], υπό την προϋπόθεση ότι οι ακόλουθες τροποποιήσεις θα γίνουν χωρίς να δημιουργούνται διακρίσεις και θα κοινοποιηθούν στην Επιτροπή το συντομότερο δυνατόν, λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις: η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος μειώνεται κατά 4,480580 [MteCO2].
Άρθρο 3
1. Δεν επιτρέπεται υπέρβαση της μέσης ετήσιας συνολικής ποσότητας των 3,283303 MteCO2 που πρόκειται να κατανείμει η [Δημοκρατία της Λετονίας], σύμφωνα με το [ΕΣΚ] της, στις εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο εν λόγω σχέδιο και στους νεοεισερχόμενους στην αγορά επιχειρηματίες.
2. Το [ΕΣΚ] μπορεί να τροποποιηθεί χωρίς προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, αν η τροποποίηση αφορά τα κατανεμηθέντα σε ορισμένες εγκαταστάσεις δικαιώματα, εντός των ορίων της συνολικής ποσότητας των δικαιωμάτων προς κατανομή στις εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο σχέδιο, κατόπιν βελτιώσεων της ποιότητας των δεδομένων, ή αν αφορά στη μείωση του ποσοστού των δωρεάν κατανεμητέων δικαιωμάτων εντός των ορίων του άρθρου 10 της οδηγίας [2003/87].
3. Κάθε τροποποίηση του [ΕΣΚ], εκτός από όσες αποσκοπούν στην εφαρμογή του άρθρου 2, πρέπει να κοινοποιηθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2006, δηλαδή τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/87], και απαιτεί την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας [2003/87].
Άρθρο 4
Αποδέκτης της παρούσας απόφασης είναι η Δημοκρατία της Λετονίας.»
10 Με έγγραφο της 29ης Δεκεμβρίου 2006 η Δημοκρατία της Λετονίας κοινοποίησε στην Επιτροπή ένα αναθεωρημένο ΕΣΚ, το οποίο πρόβλεπε την κατανομή μιας μέσης ετήσιας συνολικής ποσότητας 6,253146 MteCO2.
11 Με έγγραφο της 30ής Μαρτίου 2007, το οποίο είχε συνταχθεί στα αγγλικά, η Επιτροπή διαπίστωνε ότι τα στοιχεία που περιέχονταν στο αναθεωρημένο ΕΣΚ δεν ήσαν πλήρη και ζήτησε από τη Δημοκρατία της Λετονίας να απαντήσει σε ορισμένα ερωτήματα και να της παράσχει συμπληρωματικά στοιχεία.
12 Με έγγραφο της 25ης Απριλίου 2007 η Δημοκρατία της Λετονίας απάντησε στο αίτημα παροχής στοιχείων.
13 Στις 13 Ιουλίου 2007 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2007) 3409, σχετικά με την τροποποίηση του εθνικού σχεδίου της Δημοκρατίας της Λετονίας για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου για την περίοδο 2008-2012, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), οι διατάξεις της οποίας έχουν ως εξής:
«Άρθρο 1
Οι ακόλουθες πτυχές του προτεινόμενου τροποποιημένου [ΕΣΚ] της Λετονίας για την πενταετή περίοδο που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/87] είναι σύμφωνες ειδικότερα με τα παρακάτω κριτήρια και επομένως εγκρίνονται:
1. Κριτήρια [αριθ.] 1 [έως] 3 του παραρτήματος III της οδηγίας [2003/87]: αύξηση της ετήσιας συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων κατά 0,144813 [MteCO2], πράγμα σύμφωνο με τις εκτιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την απόφαση 280/2004/ΕΚ και με τις δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένων των τεχνολογικών δυνατοτήτων, μείωσης των εκπομπών που οφείλονται στις [σχετικές] δραστηριότητες.
[…]
Άρθρο 2
Η παρακάτω πτυχή του προτεινόμενου τροποποιημένου [ΕΣΚ] της Λετονίας για την πενταετή περίοδο που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/87] είναι ασύμβατη με τα παρακάτω κριτήρια και επομένως απορρίπτεται: κριτήρια [αριθ.] 1 [έως] 3 του παραρτήματος III της οδηγίας [2003/87]: αύξηση της ετήσιας συνολικής ποσότητας δικαιωμάτων κατά 2,825030 [MteCO2], πράγμα ασύμβατο με τις εκτιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την απόφαση [280/2004] και με τις δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένων των τεχνολογικών δυνατοτήτων, μείωσης των εκπομπών που οφείλονται στις [σχετικές] δραστηριότητες.
Άρθρο 3
Αποδέκτης της παρούσας απόφασης είναι η Δημοκρατία της Λετονίας.»
14 Στο σημείο 1 της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, της πρώτης απορριπτικής απόφασης, με την οποία επιτράπηκε στη Δημοκρατία της Λετονίας να κοινοποιήσει τροποποιήσεις στο ΕΣΚ της για την περίοδο 2008-2012 πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2006, δηλαδή πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87.
15 Στο σημείο 3 της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η Επιτροπή διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, ότι, αφού τα στοιχεία που υπέβαλε η Δημοκρατία της Λετονίας συνεπάγονται ουσιαστικές τροποποιήσεις του ΕΣΚ, οι τροποποιήσεις αυτές πρέπει να γίνουν προηγουμένως αποδεκτές από την Επιτροπή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μόνο αυτές τις πτυχές των υποβληθέντων στοιχείων. Για την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ελήφθησαν υπόψη άλλες πτυχές των στοιχείων αυτών, και ειδικότερα οι πτυχές σχετικά με την εκτέλεση της πρώτης απορριπτικής απόφασης ή με τις οποίες διατυπώνεται άποψη που διαφέρει από την εκτίμηση που εξέφρασε η Επιτροπή με την απορριπτική αυτή απόφαση.
16 Με το σημείο 6 της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης διαπιστώνεται ότι η Δημοκρατία της Λετονίας δεν υπέβαλε στοιχεία που να δικαιολογούν την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της ανώτατης ποσότητας δικαιωμάτων, ο οποίος είχε καθοριστεί με την πρώτη απορριπτική απόφαση.
17 Τέλος, η Επιτροπή, με το σημείο 8 της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη τα ακριβέστερα στοιχεία που είχε παράσχει η Δημοκρατία της Λετονίας σχετικά με μια ιδιαίτερα μεγάλη επένδυση στη βιομηχανία τσιμέντου, εγκρίνει, βάσει αυτού του τρόπου υπολογισμού, την αύξηση της μέγιστης διαθέσιμης ποσόστωσης δικαιωμάτων κατά τα εκτιθέμενα στο άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
18 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 26 Σεπτεμβρίου 2007, η Δημοκρατία της Λετονίας άσκησε την παρούσα προσφυγή.
19 Η Δημοκρατία της Λετονίας, με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την ίδια ημέρα, ζήτησε την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την ταχεία διαδικασία του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Με απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2007, το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) απέρριψε το εν λόγω αίτημα.
20 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Νοεμβρίου 2007, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας υπέβαλε αίτηση παρέμβασης στην παρούσα διαδικασία υπέρ της Επιτροπής. Με διάταξη της 12ης Ιουνίου 2008, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Πρωτοδικείου έκανε δεκτή την αίτηση αυτή. Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας κατέθεσε το υπόμνημα παρέμβασης στις 28 Αυγούστου 2008.
21 Η Δημοκρατία της Λετονίας, με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 14 Δεκεμβρίου 2007 και επιβεβαίωσε με έγγραφο της 26ης Μαΐου 2008, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αντιμετωπιστούν ως απόρρητα έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ορισμένα τμήματα του παραρτήματος 7 του δικογράφου της προσφυγής.
22 Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Δεκεμβρίου 2007, η Δημοκρατία της Λιθουανίας υπέβαλε αίτηση παρέμβασης στην παρούσα διαδικασία υπέρ της Δημοκρατίας της Λετονίας. Με διάταξη της 12ης Ιουνίου 2008, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Πρωτοδικείου έκανε δεκτή την αίτηση αυτή. Η Δημοκρατία της Λιθουανίας κατέθεσε το υπόμνημα παρέμβασης στις 29 Αυγούστου 2008.
23 Η Επιτροπή, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Ιανουαρίου 2009, υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των υπομνημάτων παρέμβασης του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Λιθουανίας. Η Δημοκρατία της Λετονίας δεν υπέβαλε παρατηρήσεις επί των υπομνημάτων αυτών εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί προς τούτο.
24 Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Φεβρουαρίου 2008, η Σλοβακική Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση παρέμβασης υπέρ της Δημοκρατίας της Λετονίας. Με διάταξη της 12ης Ιουνίου 2008, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Πρωτοδικείου έκρινε ότι η εν λόγω αίτηση είχε υποβληθεί μεν σύμφωνα με το άρθρο 115 του Κανονισμού Διαδικασίας, αλλά μετά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων του άρθρου 115, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. Κατά συνέπεια, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Πρωτοδικείου δέχθηκε την εν λόγω αίτηση, περιορίζοντας όμως τα δικαιώματα της Σλοβακικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού.
25 Η Δημοκρατία της Λετονίας, υποστηριζόμενη από τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
26 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή,
– να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Λετονίας στα δικαστικά έξοδα.
27 Το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα), κατόπιν έκθεσης του εισηγητή δικαστή, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
28 Με έγγραφο της 12ης Ιουλίου 2010, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή, στο πλαίσιο μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας κατά το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, να καταθέσει ορισμένα έγγραφα. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε εμπρόθεσμα στο αίτημα αυτό.
29 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010.
Σκεπτικό
30 Η Δημοκρατία της Λετονίας στηρίζει την προσφυγή της σε τέσσερις λόγους ακύρωσης: πρώτον, παραβίαση των κανόνων της Συνθήκης ΕΚ για την κατανομή αρμοδιοτήτων στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής· δεύτερον, παραβίαση της «αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων»· τρίτον, παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το Πρωτόκολλο του Κιότο και, τέταρτον, μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87.
Επί της ένστασης απαραδέκτου που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι το αίτημα ακύρωσης του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απαράδεκτο
Επιχειρήματα των διαδίκων
31 Κατά την Επιτροπή, η οποία υποστηρίζεται από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, ενώ η Δημοκρατία της Λετονίας ζητεί την ακύρωση ολόκληρης της προσβαλλόμενης απόφασης, με το αίτημα αυτό ζητείται στην πραγματικότητα η ακύρωση του άρθρου 2 και όχι του άρθρου 1, με το οποίο διαπιστώνεται ότι συμβιβάζονται με τα κριτήρια του παραρτήματος III της οδηγίας 2003/87 ορισμένες από τις τροποποιήσεις που προτείνονται με το αναθεωρημένο ΕΣΚ. Προσφυγή ακύρωσης όμως δεν μπορεί να ασκηθεί κατά μιας πράξης παρά μόνο αν η πράξη αυτή παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος. Αφού το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης δεν θίγει τα συμφέροντα της Δημοκρατίας της Λετονίας, το κράτος μέλος αυτό δεν έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση αυτού του άρθρου και η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη σε σχέση με το αίτημα αυτό.
32 Η Δημοκρατία της Λετονίας αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
33 Όσον αφορά την έννοια του όρου «έννομο συμφέρον» τον οποίο επικαλείται η Επιτροπή, υπενθυμίζεται ότι η Συνθήκη κάνει σαφή διάκριση μεταξύ του δικαιώματος άσκησης προσφυγής ακύρωσης που έχουν αφενός τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη και αφετέρου τα φυσικά και νομικά πρόσωπα. Κάθε κράτος μέλος δηλαδή έχει το δικαίωμα να αμφισβητεί, ασκώντας προσφυγή ακύρωσης, τη νομιμότητα των αποφάσεων της Επιτροπής, χωρίς η άσκηση του δικαιώματος αυτού να εξαρτάται από την απόδειξη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν χρειάζεται να αποδεικνύουν ότι η πράξη της Επιτροπής την οποία προσβάλλουν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι αυτών για να είναι παραδεκτή η προσφυγή τους (διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 2001, C‑208/99, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑9183, σκέψεις 22 και 23, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 2008, T‑309/04, T‑317/04, T‑329/04 και T‑336/04, TV 2/Danmark κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑2935, σκέψη 63). Η διαπίστωση αυτή προκύπτει επίσης από τον ορισμό που έχει δοθεί με τη νομολογία στο «έννομο συμφέρον», για το οποίο έχει γίνει δεκτό ότι αφορά μόνο τις ασκούμενες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα προσφυγές και όχι τις προσφυγές που ασκούν τα θεσμικά όργανα ή τα κράτη μέλη (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 21ης Μαΐου 2010, T‑425/04, T‑444/04, T‑450/04 και T‑456/04, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 118 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34 Επιπλέον, η έννοια του εννόμου συμφέροντος δεν πρέπει να συγχέεται με την έννοια της πράξης που είναι δεκτική προσβολής, κατά την οποία μια πράξη, για να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακύρωσης, πρέπει να παράγει έννομα αποτελέσματα ικανά να προξενήσουν βλάβη ή ζημία, πράγμα που μπορεί να εξακριβωθεί κατόπιν εξέτασης της ουσίας της πράξης αυτής (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 2000, C‑147/96, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑4723, σκέψεις 25 και 27, διατάξεις του Δικαστηρίου Πορτογαλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 33, σκέψη 24, της 28ης Ιανουαρίου 2004, C‑164/02, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑1177, σκέψεις 18 και 19, καθώς και προπαρατεθείσα στη σκέψη 33 απόφαση Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 119). Δεν μπορεί πάντως να μη γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει, ως εκ του ουσιαστικού περιεχομένου της, τέτοια έννομα αποτελέσματα.
35 Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου που προτάθηκε κατά του αιτήματος ακύρωσης του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθεί.
36 Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει καταρχάς το βάσιμο του τέταρτου λόγου ακύρωσης.
Επί του τέταρτου λόγου ακύρωσης: μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87
Προκαταρκτική παρατήρηση
37 Πρέπει να διευκρινιστεί ευθύς εξαρχής ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας υποστηρίζουν ότι η Δημοκρατία της Λετονίας δεν μπορεί, με την υπό κρίση προσφυγή, να θέσει ζήτημα κύρους της πρώτης απορριπτικής απόφασης, της 29ης Νοεμβρίου 2006, την οποία δεν πρόσβαλε εμπροθέσμως, δεν ασκεί καμία επιρροή, έστω και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, επί του παραδεκτού του τέταρτου λόγου ακύρωσης, ο οποίος στηρίζεται σε πλημμέλεια της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Κατά τη Δημοκρατία της Λετονίας, η οποία υποστηρίζεται από τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να θεωρηθεί «ανυπόστατη», διότι εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει ένα ΕΣΚ εντός τριών μηνών από την κοινοποίησή του από το κράτος μέλος. Το αναθεωρημένο ΕΣΚ κοινοποιήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2006. Συνεπώς, η προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή έπρεπε να αντιδράσει, αν είχε την πρόθεση να απορρίψει πλήρως ή εν μέρει αυτό το ΕΣΚ, έληξε στις 29 Μαρτίου 2007. Η Επιτροπή όμως απέστειλε στη Δημοκρατία της Λετονίας μόλις στις 30 Μαρτίου 2007 ένα έγγραφο –στα αγγλικά μάλιστα, κατά παράβαση του άρθρου 3 του κανονισμού αριθ. 1 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 14)– με το οποίο αφενός ανέφερε ότι το αναθεωρημένο ΕΣΚ δεν ήταν πλήρες και αφετέρου ζητούσε συμπληρωματικές εξηγήσεις. Τέλος, η Δημοκρατία της Λετονίας διευκρινίζει ότι η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 άρχισε να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία η Επιτροπή παρέλαβε πράγματι το έγγραφό της της 29ης Δεκεμβρίου 2006, με το οποίο της κοινοποίησε το αναθεωρημένο ΕΣΚ, και όχι από την πρωτοκόλληση του εγγράφου αυτού στις 5 Ιανουαρίου 2007.
39 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, θεωρεί ότι συμμορφώθηκε με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, καθόσον η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή τρίμηνη προθεσμία ισχύει για το κοινοποιηθέν ΕΣΚ και όχι για τις τροποποιήσεις του. Πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ αφενός της κοινοποίησης του ΕΣΚ, από την οποία αρχίζει να τρέχει η προθεσμία αυτή, και αφετέρου των προτεινόμενων τροποποιήσεων, για τις οποίες δεν προβλέπεται καμία προθεσμία. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, όταν δεν αποφαίνεται πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, λογίζεται ότι το ΕΣΚ έχει γίνει αποδεκτό. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην περίπτωση που το κράτος μέλος προτείνει τροποποιήσεις του εν λόγω ΕΣΚ. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87 επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν αποφάσεις κατανομής δικαιωμάτων κατά το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας μόνο εφόσον οι τροποποιήσεις που έχουν προτείνει έχουν γίνει δεκτές από την Επιτροπή, πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται η ρητή αποδοχή τους από την Επιτροπή.
40 Κατά την Επιτροπή, μολονότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2003/87 δεν της τάσσει καμία προθεσμία για την αποδοχή των προτεινόμενων από το κράτος μέλος τροποποιήσεων του ΕΣΚ, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει στη διάθεσή της απεριόριστο χρόνο για να τις εξετάσει. Η Επιτροπή οφείλει να αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν, εν πάση δε περιπτώσει πριν από την έναρξη της οικείας περιόδου εμπορίας. Επιπλέον, η Επιτροπή, ανακοινώνοντας στις λετονικές αρχές, με το έγγραφο της 30ής Μαρτίου 2007, τα σημεία στα οποία επέκρινε τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, συμμορφώθηκε με τη σκέψη 55 της απόφασης του Πρωτοδικείου της 23ης Νοεμβρίου 2005 στην υπόθεση T‑178/05, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑4807). Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης, διαφωνώντας με Δημοκρατία της Λιθουανίας, ότι η σκέψη 73 της εν λόγω απόφασης περιέχει απλώς μια παρεμπίπτουσα κρίση, καθόσον με τη σκέψη αυτή γίνεται δεκτό ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποτεθεί ότι, σε περίπτωση κοινοποίησης ελλιπούς ΕΣΚ, δεν αρχίζει να τρέχει η τρίμηνη προθεσμία που διαθέτει η Επιτροπή κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 για την απόρριψη του ΕΣΚ. Πρώτον, το επίμαχο χωρίο της απόφασης πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Δεύτερον, με την ίδια σκέψη το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι, αν το ΕΣΚ είναι ελλιπές ή «προσωρινό», η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να το απορρίψει είτε επειδή δεν είναι σύμφωνο προς τα κριτήρια της οδηγίας είτε καθόσον την εμποδίζει να εκτιμήσει τη συμφωνία του προς τα εν λόγω κριτήρια. Η Επιτροπή θεωρεί ότι στις περιπτώσεις αυτές έχει, κατά το Πρωτοδικείο, το δικαίωμα να υποχρεώσει το κράτος μέλος, απορρίπτοντας το ΕΣΚ, να κοινοποιήσει νέο πλήρες ΕΣΚ, πριν να έχει τη δυνατότητα να λάβει την απόφασή του κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87.
41 Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας προσθέτει ότι η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογεί το ΕΣΚ, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα αυτή παρά μόνο όταν διαθέτει πλήρη στοιχεία. Κατά συνέπεια, η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 δεν αρχίζει να τρέχει πριν από το χρονικό σημείο κατά το οποίο είναι διαθέσιμα τα στοιχεία αυτά, ειδάλλως η διαδικασία ελέγχου θα ήταν αναποτελεσματική. Αν δηλαδή δεν ίσχυε αυτό, η Επιτροπή θα έπρεπε να απορρίπτει το ΕΣΚ για τον λόγο και μόνο ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία, με συνέπεια το κράτος μέλος να πρέπει να προβεί σε νέα κοινοποίηση του ΕΣΚ του, οπότε θα άρχιζε να τρέχει νέα τρίμηνη προθεσμία.
42 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, διευκρινίζει ότι η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας, την οποία προβλέπει το άρθρο 10 ΕΚ, απαγορεύει στο θεσμικό αυτό όργανο, εφόσον δεν έχει λάβει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για να εκτιμήσει τις τροποποιήσεις ενός ΕΣΚ με βάση τα κριτήρια του παραρτήματος III της οδηγίας 2003/87, να απορρίψει αυτόματα τις τροποποιήσεις αυτές χωρίς να παράσχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τη δυνατότητα να της προσκομίσει, εντός ορισμένης προθεσμίας, τα στοιχεία που λείπουν. Αν δεν ίσχυε αυτό, η Επιτροπή, για να τηρεί την τρίμηνη προθεσμία, θα έπρεπε να απορρίπτει τις τροποποιήσεις του ΕΣΚ ενόσω το κράτος μέλος θα προσπαθούσε, εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή επειδή θα του το είχε ζητήσει η Επιτροπή, να συλλέξει και να διαβιβάσει τα στοιχεία που θα έλειπαν. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, η στάση της Δημοκρατίας της Λετονίας είναι αντίθετη προς την αρχή της καλής πίστης, διότι, ενώ αρχικά αναγνώρισε ότι το ΕΣΚ δεν ήταν πλήρες και παρέσχε τα συμπληρωματικά στοιχεία που της είχε ζητήσει η Επιτροπή, στη συνέχεια διατύπωσε την αιτίαση σχετικά με τη μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας.
43 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, παραιτήθηκε από τον επικουρικό ισχυρισμό της ότι, εν πάση περιπτώσει, η τρίμηνη προθεσμία δεν άρχισε να ισχύει παρά μόνο κατά την ημερομηνία της πρωτοκόλλησης του αναθεωρημένου ΕΣΚ στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής στις 5 Ιανουαρίου 2007 και η παραίτηση αυτή καταχωρίστηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζήτησης.
44 Τέλος, η Επιτροπή εκτιμά ότι το γεγονός ότι το έγγραφο της 30ής Μαρτίου 2007 είχε συνταχθεί στα αγγλικά και όχι στα λετονικά δεν επηρεάζει το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης. Η Επιτροπή τονίζει ότι ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει τα 27 ΕΣΚ εντός πολύ σύντομης προθεσμίας και ότι τα περισσότερα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και η Δημοκρατία της Λετονίας, της απέστειλαν, από λόγους αβροφροσύνης, τα ΕΣΚ τους σε αγγλική μετάφραση. Εξάλλου, η αλληλογραφία που επακολούθησε έγινε επίσης κυρίως στα αγγλικά. Επομένως, η Επιτροπή θεώρησε ότι η Δημοκρατία της Λετονίας, όσον αφορά την εξέταση του ΕΣΚ, είχε αποδεχτεί την αγγλική ως γλώσσα αλληλογραφίας, αφού με το έγγραφο της 25ης Απριλίου 2007 είχε απαντήσει στο από 30 Μαρτίου 2007 έγγραφο χωρίς να διατυπώσει αντιρρήσεις για τη χρήση της αγγλικής. Εν πάση περιπτώσει, η παράβαση του κανονισμού 1 συνιστά διαδικαστική πλημμέλεια που δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της πράξης που εκδίδεται τελικά παρά μόνο στην περίπτωση που, αν δεν υπήρχε η πλημμέλεια αυτή, η διαδικασία θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Στην προκείμενη όμως περίπτωση, η προσκόμιση λετονικών μεταφράσεων για όλη την αλληλογραφία μεταξύ Επιτροπής και Δημοκρατίας της Λετονίας απλώς θα είχε επιβραδύνει τη διαδικασία, αλλά δεν θα είχε μεταβάλει το αποτέλεσμά της.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
– Επί της εξουσίας ελέγχου που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87
45 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, εντός τριμήνου από την κοινοποίηση ενός ΕΣΚ από κράτος μέλος η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει το ΕΣΚ αυτό ή οποιαδήποτε πτυχή του, για λόγους μη συμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας. Κατά την δεύτερη περίοδο της διάταξης αυτής, το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, της ίδιας οδηγίας μόνον εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Τέλος, η τρίτη περίοδος της εν λόγω διάταξης προβλέπει ότι κάθε απορριπτική απόφαση της Επιτροπής αιτιολογείται.
46 Όπως έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία, η κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 εξουσία ελέγχου και απόρριψης των ΕΣΚ από την Επιτροπή είναι σαφώς οριοθετημένη, περιοριζόμενη τόσο από ουσιαστικά όσο και από χρονικά όρια. Ο έλεγχος αυτός αφενός περιορίζεται στην εξέταση από την Επιτροπή της συμβατότητας του ΕΣΚ με τα κριτήρια του παραρτήματος III και τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας 2003/87 και αφετέρου πρέπει να ασκείται εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση του εν λόγω ΕΣΚ από το κράτος μέλος (διάταξη του Πρωτοδικείου της 30ής Απριλίου 2007, T‑387/04, EnBW Energie Baden-Württemberg κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II‑1195, σκέψη 104· βλ. επίσης, επ’ αυτού, απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 2007, T‑374/04, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II‑4431, σκέψη 116).
47 Εξάλλου, ο εκ των προτέρων έλεγχος που διενεργείται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 δεν καταλήγει οπωσδήποτε στην έκδοση απόφασης από την Επιτροπή. Η Επιτροπή έχει βέβαια την υποχρέωση, όταν της κοινοποιηθεί ένα ΕΣΚ, να εξακριβώσει με επιμέλεια και αμεροληψία το συμβατό αυτού του ΕΣΚ με τα κριτήρια του παραρτήματος III και τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας 2003/87. Από τη φράση «μπορεί να απορρίψει» συνάγεται πάντως ότι η Επιτροπή έχει συναφώς ορισμένη διακριτική εξουσία ως προς την εκτίμησή της. Από τη φράση αυτή συνάγεται επίσης ότι, αν η Επιτροπή δεν κάνει χρήση της εξουσίας της αυτής εντός της τριμήνου από την κοινοποίηση του ΕΣΚ από το κράτος μέλος, το κράτος μέλος μπορεί καταρχήν να εφαρμόσει το εν λόγω ΕΣΚ υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 11 επ. της οδηγίας 2003/87, χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάθεση της Επιτροπής. Επομένως, η διαδικασία εξέτασης του ΕΣΚ δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να περατώνεται με επίσημη απόφαση, ιδίως όταν το κράτος μέλος επιφέρει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής όλες τις τροποποιήσεις που του έχουν ζητηθεί. Αντίθετα, η Επιτροπή ενδέχεται να αναγκαστεί να κάνει χρήση της εξουσίας της να λάβει απόφαση κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, εφόσον το κράτος μέλος παραλείπει ή αρνείται να τροποποιήσει το ΕΣΚ του πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, παρά τις αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί. Πράγματι, αν δεν εκδοθεί τέτοια απορριπτική απόφαση της Επιτροπής, το κοινοποιηθέν ΕΣΚ καθίσταται οριστικό και καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, οπότε το κράτος μέλος μπορεί να το εφαρμόσει (βλ., επ’ αυτού, διάταξη EnBW Energie Baden-Württemberg κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 46, σκέψεις 106, 107, 111, 115 και 120).
48 Επ’ αυτού η Επιτροπή κακώς ισχυρίζεται ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, το οποίο κάνει λόγο για «προτεινόμενες τροποποιήσεις» που πρέπει να «γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή», απαιτεί την έκδοση επίσημης απόφασης για την αποδοχή των τροποποιήσεων αυτών. Όπως έχει ήδη δεχτεί το Γενικό Δικαστήριο, οι επίμαχες τροποποιήσεις επέρχονται κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης φάσης της διαδικασίας ελέγχου, και συγκεκριμένα κατόπιν της διατύπωσης αντιρρήσεων από την Επιτροπή σχετικά με το κοινοποιηθέν ΕΣΚ ή με ορισμένες πτυχές του, και έχουν ακριβώς ως σκοπό την άρση των αντιρρήσεων που εξέφρασε αρχικά η Επιτροπή σχετικά με το συμβατό τους με τα κριτήρια του παραρτήματος III και τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας 2003/87. Κατά συνέπεια, η αποδοχή των τροποποιήσεων αυτών από την Επιτροπή αντιστοιχεί απλώς στις αντιρρήσεις που διατύπωσε αρχικά η Επιτροπή κατά την άσκηση της περιορισμένης εξουσίας ελέγχου και απόρριψης την οποία της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 και δεν αποτελεί έκφραση μιας γενικής εξουσίας έγκρισης (διάταξη EnBW Energie Baden-Württemberg κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 46, σκέψη 104). Εξάλλου, από τη νομολογία αυτή δεν προκύπτει ότι για την αποδοχή από την Επιτροπή των τροποποιήσεων που έχουν επέλθει στο ΕΣΚ πρέπει να εκδοθεί επίσημη απόφαση του εν λόγω θεσμικού οργάνου. Αντίθετα, η ερμηνεία αυτή, πρώτον, θα αντέβαινε στην αρχή ότι η Επιτροπή δεν έχει γενική εξουσία έγκρισης του ΕΣΚ. Δεύτερον, δεν θα ήταν σύμφωνη με την όλη οικονομία του άρθρου 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας 2003/87, που αναφέρεται σε απορριπτική απόφαση και όχι σε απόφαση έγκρισης.
49 Με βάση τις αρχές αυτές πρέπει να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή τήρησε εν προκειμένω τις επιτακτικές διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87.
– Επί της έννοιας του όρου «κοινοποίηση», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87
50 Υπενθυμίζεται ότι η Δημοκρατία της Λετονίας ισχυρίζεται κατ’ ουσία ότι η Επιτροπή, όσον αφορά τη διαδικασία ελέγχου του αναθεωρημένου ΕΣΚ, δεν τήρησε την τρίμηνη προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87. Συγκεκριμένα, κατά τη Δημοκρατία της Λετονίας, αφού το εν λόγω αναθεωρημένο ΕΣΚ κοινοποιήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2006, η προθεσμία αυτή έληξε στις 29 Μαρτίου 2007. Η Επιτροπή όμως της απέστειλε μόλις στις 30 Μαρτίου 2007 ένα έγγραφο –στα αγγλικά μάλιστα, κατά παράβαση του άρθρου 3 του κανονισμού 1– με το οποίο ανέφερε ότι το εν λόγω ΕΣΚ δεν ήταν πλήρες και ζητούσε συμπληρωματικά στοιχεία.
51 Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκδόθηκε εντός τριμήνου από την κοινοποίηση του αναθεωρημένου ΕΣΚ στις 29 Δεκεμβρίου 2006, αλλά μόλις στις 13 Ιουλίου 2007. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον άρχισε να τρέχει νέα τρίμηνη προθεσμία κατόπιν της κοινοποίησης του αναθεωρημένου ΕΣΚ, αφού η διαδικασία ελέγχου είχε προσωρινά περατωθεί με την πρώτη απορριπτική απόφαση. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξακριβωθεί αν ο όρος «κοινοποίηση» ενός ΕΣΚ, υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, αφορά τόσο την αρχική κοινοποίηση του ΕΣΚ όσο και την κοινοποίηση του αναθεωρημένου ΕΣΚ, π.χ. κατόπιν απορριπτικής απόφασης της Επιτροπής.
52 Το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 δεν κάνει διάκριση, σύμφωνα με το γράμμα του, ανάλογα με το αν η «κοινοποίηση ενός [ΕΣΚ]», από την οποία αρχίζει να τρέχει η τρίμηνη προθεσμία, είναι η αρχική κοινοποίηση του ΕΣΚ ή η μεταγενέστερη κοινοποίηση ενός αναθεωρημένου ΕΣΚ, ειδικότερα κατόπιν έκδοσης απορριπτικής απόφασης της Επιτροπής. Επιπλέον, η διευκρίνιση ότι η κοινοποίηση αυτή πραγματοποιείται «βάσει της παραγράφου 1» του άρθρου αυτού, κατά την οποία «για κάθε περίοδο [εμπορίας] κάθε κράτος μέλος καταρτίζει [ΕΣΚ] με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και τον τρόπο κατανομής», δεν διασαφηνίζει περισσότερο το σημείο αυτό, αφού σκοπός τόσο της αρχικής κοινοποίησης του ΕΣΚ όσο και της κοινοποίησης του αναθεωρημένου ΕΣΚ είναι ο ποσοτικός καθορισμός των δικαιωμάτων που σχεδιάζει να κατανείμει το κράτος μέλος.
53 Εξάλλου, η διατύπωση «προτεινόμενες τροποποιήσεις» δεν αποκλείει τη δυνατότητα, αν όχι την υποχρέωση, του κράτους μέλους να προτείνει τροποποιήσεις υπό μορφή επίσημης «κοινοποίησης» αναθεωρημένου ΕΣΚ, ειδικότερα όταν πρόκειται για τροποποιήσεις με ουσιαστικό περιεχόμενο. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει δεχτεί αφενός ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/87 δεν επιβάλλει κανένα όριο ως προς τις δυνατές τροποποιήσεις και αφετέρου ότι κάθε τροποποίηση πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή και να εγκρίνεται από αυτήν προτού το ΕΣΚ, όπως έχει τροποποιηθεί, μπορέσει να χρησιμοποιηθεί ως έρεισμα για να λάβει το κράτος μέλος απόφαση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 της οδηγίας 2003/87 (απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 40, σκέψη 56). Με το ίδιο πνεύμα το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα, απορρίπτοντας το ΕΣΚ, να υποχρεώσει το κράτος μέλος να κοινοποιήσει νέο πλήρες ΕΣΚ, προτού μπορέσει να λάβει την απόφασή του (απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 40, σκέψη 73). Εξάλλου, από τις ουσιαστικές διατάξεις της πρώτης απορριπτικής απόφασης (τα άρθρα 2 και 3, παράγραφος 3) προκύπτει, σύμφωνα με τις αρχές αυτές, ότι η ίδια η Επιτροπή έκρινε ότι στην περίπτωση εκείνη έπρεπε να της «κοινοποιηθούν» όλες οι τροποποιήσεις του ΕΣΚ και ότι οι τροποποιήσεις αυτές υπέκειντο στον προκαταρκτικό έλεγχό της κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87.
54 Επιπλέον, από τελολογική άποψη, η διαδικασία που κινείται δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, εκτός από τη δυνατότητα προκαταρκτικού ελέγχου της Επιτροπής, αποσκοπεί στο να παρέχει στα κράτη μέλη ασφάλεια δικαίου και, ειδικότερα, να τους παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίζουν με βεβαιότητα ταχέως, εντός σύντομης προθεσμίας, τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να κατανέμουν τις ποσοστώσεις εκπομπής και να διαχειρίζονται το κοινοτικό σύστημα εμπορίας ποσοστώσεων βάσει του εθνικού τους ΕΣΚ κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου κατανομής των δικαιωμάτων. Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης διάρκειας της σχετικής περιόδου, που είναι τρία ή πέντε έτη (άρθρο 11 της οδηγίας 2003/87), τόσο η Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη έχουν έννομο συμφέρον να επιλύεται ταχέως κάθε διαφορά σχετικά με το περιεχόμενο του ΕΣΚ και να μην είναι το ΕΣΚ εκτεθειμένο, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του, στον κίνδυνο αμφισβήτησής του από την Επιτροπή (διάταξη EnBW Energie Baden-Württemberg κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 46, σκέψη 117).
55 Οι παραπάνω σκέψεις ισχύουν για όλα τα ΕΣΚ, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για το ΕΣΚ που κοινοποιήθηκε αρχικά ή για το αναθεωρημένο ΕΣΚ που κοινοποιήθηκε μεταγενέστερα. Επιπλέον, η υποχρέωση της Επιτροπής να διενεργήσει, κατόπιν της κοινοποίησης αναθεωρημένου ΕΣΚ, ταχύ και αποτελεσματικό έλεγχο αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν πριν από τον έλεγχο αυτό έχει υπάρξει μια πρώτη φάση ελέγχου του αρχικού ΕΣΚ, η οποία ενδεχομένως κατέληξε σε απορριπτική απόφαση και, στη συνέχεια, σε τροποποιήσεις του εν λόγω ΕΣΚ. Η άποψη της Επιτροπής όμως ότι έχει το δικαίωμα να εξετάζει τις προτεινόμενες τροποποιήσεις ενός ΕΣΚ ή ενός αναθεωρημένου ΕΣΚ χωρίς να τηρεί την τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 ενδέχεται να αποτελεί εμπόδιο για την επίτευξη του σκοπού ενός ταχέος και αποτελεσματικού ελέγχου και να θίγει την ασφάλεια δικαίου που πρέπει να παρέχεται στο κράτος μέλος που προβαίνει στην κοινοποίηση, ώστε να κατανέμει τα δικαιώματα εκπομπών στις διάφορες εγκαταστάσεις εντός του εδάφους του πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας κατά το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας.
56 Τέλος, η Επιτροπή κακώς υποστηρίζει ότι έπρεπε, κατά τη λήξη της δεύτερης φάσης της διαδικασίας ελέγχου για την εκτίμηση των προτεινόμενων τροποποιήσεων του ΕΣΚ, να εκδώσει επίσημη απόφαση έγκρισης των τροποποιήσεων αυτών, πράγμα που συνιστά, κατά την Επιτροπή, την ειδοποιό διαφορά μεταξύ της φάσης αυτής και της φάσης που αφορούσε το αρχικώς κοινοποιηθέν ΕΣΚ, αφού η έκδοση τέτοιας απόφασης ούτε προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 ούτε είναι αναγκαία (βλ. ανωτέρω σκέψη 48).
57 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι ο όρος «κοινοποίηση», κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, καλύπτει τόσο την αρχική όσο και τη μεταγενέστερη κοινοποίηση των διαφόρων κειμένων ενός ΕΣΚ, με αποτέλεσμα να αρχίζει να τρέχει για καθεμία από τις κοινοποιήσεις αυτές νέα τρίμηνη προθεσμία.
– Επί της παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87
58 Από τις παραπάνω σκέψεις προκύπτει ότι εν προκειμένω με την κοινοποίηση του αναθεωρημένου ΕΣΚ στις 29 Δεκεμβρίου 2006 άρχισε να τρέχει νέα τρίμηνη προθεσμία κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87.
59 Αν ληφθεί υπόψη ότι η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 έληξε στις 29 Μαρτίου 2007, η αίτηση παροχής στοιχείων που υπέβαλε η Επιτροπή στη Δημοκρατία της Λετονίας στις 30 Μαρτίου 2007 ήταν εκπρόθεσμη. Επομένως, δεν χρειάζεται να εξακριβωθεί ούτε αν μια τέτοια αίτηση, ακόμη και αν είχε υποβληθεί εμπρόθεσμα, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή ή την αναστολή της προθεσμίας ούτε αν η διακοπή ή η αναστολή αυτή ήταν δυνατή παρά το γεγονός ότι το σχετικό έγγραφο είχε συνταχθεί στα αγγλικά και όχι στα λετονικά.
60 Κατά συνέπεια, το αναθεωρημένο ΕΣΚ κατέστη οριστικό στις 30 Μαρτίου 2007.
61 Εντούτοις, παρά τους ισχυρισμούς της Δημοκρατίας της Λετονίας, η διαδικαστική πλημμέλεια που οφείλεται στη μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, δεν είναι τόσο σοβαρή και πρόδηλη, ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση να πρέπει να χαρακτηριστεί ανυπόστατη πράξη (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 2008, C‑196/07, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πράγματι, για τις πράξεις των θεσμικών οργάνων, ακόμη και αν είναι παράτυπες, ισχύει καταρχήν το τεκμήριο νομιμότητας, οι πράξεις δε αυτές παράγουν έννομα αποτελέσματα ενόσω δεν έχουν ανακληθεί, ακυρωθεί κατόπιν προσφυγής ή κριθεί ανίσχυρες κατόπιν προδικαστικής παραπομπής ή κατόπιν ένστασης έλλειψης νομιμότητας (απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2008, T‑256/07, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2008, σ. II‑3019, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Όπως διαπιστώθηκε παραπάνω με τη σκέψη 47, αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της διαδικασίας ελέγχου του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, μετά την περάτωση της διαδικασίας αυτής, αν δεν έχει εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής εντός της τρίμηνης προθεσμίας, το ΕΣΚ καθίσταται οριστικό και καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας. Το παράνομο στοιχείο πάντως που διαπιστώθηκε εν προκειμένω, δηλαδή το εκπρόθεσμο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο σοβαρό και πρόδηλο, ώστε να επισύρει το ανυπόστατο της απόφασης αυτής. Συγκεκριμένα, αν ληφθεί υπόψη η θεμελιώδης αρχή της ασφάλειας δικαίου, το συμπέρασμα ότι μια πράξη είναι ανυπόστατη πρέπει να συνάγεται μόνο σε τελείως ακραίες περιπτώσεις (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 1994, C‑137/92 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I‑2555, σκέψεις 48 και 50, της 8ης Ιουλίου 1999, C‑245/92 P, Chemie Linz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-4643, σκέψεις 93 και 95, και της 5ης Οκτωβρίου 2004, C‑475/01, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2004, σ. I‑8923, σκέψεις 18 και 20).
62 Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω παράβασης του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί απόφαση επί του παραδεκτού ή της ουσίας των λοιπών λόγων ακύρωσης που πρόβαλε η Δημοκρατία της Λετονίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
63 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, το θεσμικό αυτό όργανο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Δημοκρατίας της Λετονίας.
64 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στη διαφορά φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Επομένως, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και η Σλοβακική Δημοκρατία θα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση C(2007) 3409 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την τροποποίηση του εθνικού σχεδίου της Δημοκρατίας της Λετονίας για την κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου για την περίοδο 2008-2012, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου.
2) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Δημοκρατία της Λετονίας.
3) Η Δημοκρατία της Λιθουανίας, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Azizi
Cremona
Frimodt Nielsen
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Μαρτίου 2011.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η λετονική.
Full & Egal Universal Law Academy