Υπόθεση T-376/07
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κρατικές ενισχύσεις – Ενισχύσεις υπέρ μικρομεσαίων επιχειρήσεων – Απόφαση με την οποία διατάσσεται η παροχή πληροφοριών σχετικά με δύο συστήματα κρατικών ενισχύσεων – Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ) 70/2001»
Περίληψη της αποφάσεως
Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Απαγόρευση – Παρεκκλίσεις – Κατηγορίες ενισχύσεων οριζόμενες με κανονισμό και δυνάμενες να θεωρηθούν συμβατές με την κοινή αγορά – Κανονισμός 70/2001 σχετικά με τις ενισχύσεις υπέρ μικρομεσαίων επιχειρήσεων
(Κανονισμός 70/2001 της Επιτροπής, άρθρο 9 § 2, τέταρτη περίοδος)
Η νομολογία ότι ένας εκτελεστικός κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις του βασικού κανονισμού δεν έχει εφαρμογή όταν πρόκειται για διάταξη εκτελεστικού κανονισμού της οποίας η έννοια είναι σαφής και όχι διφορούμενη, οπότε δεν χρήζει ερμηνείας.
Από το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού 70/2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, προκύπτει ότι η Επιτροπή δικαιούται να ζητήσει από τα κράτη μέλη την παροχή όλων των πληροφοριών που θεωρεί αναγκαίες για να μπορέσει να καθορίσει αν τηρούνται οι προϋποθέσεις του κανονισμού που εισάγει εξαίρεση. Κατά συνέπεια, από το σαφές και μη διφορούμενο γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει αναγκαστικά ότι η Επιτροπή δικαιούται υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να ζητήσει την παροχή πληροφοριών από κράτος μέλος.
Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του σαφούς γράμματος της διατάξεως αυτής δεν μπορούσε να υπάρξει αβεβαιότητα ως προς την ακριβή έκταση των εξουσιών της Επιτροπής. Επομένως, το σχετικό κράτος μέλος δεν δύναται να προβάλει παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για να περιορίσει την έκταση των εξουσιών που η Επιτροπή αντλεί από τη διάταξη αυτή.
Εν προκειμένω, αν υποτεθεί ότι μεταξύ της ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω κανονισμού και των αιτήσεων παροχής πληροφοριών που αποτέλεσαν το υπόβαθρο της επίμαχης αποφάσεως η Επιτροπή προέβαινε σε ελέγχους μόνον όταν υπήρχε αμφιβολία ως προς το αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού, δεν μπορούσε να υπάρξει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ότι θα διατηρηθεί μια υπάρχουσα κατάσταση που η Επιτροπή δύναται να τροποποιήσει στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας.
(βλ. σκέψεις 22-24, 40, 42)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 25ης Νοεμβρίου 2009 (*)
«Κρατικές ενισχύσεις – Ενισχύσεις υπέρ μικρομεσαίων επιχειρήσεων – Απόφαση με την οποία διατάσσεται η παροχή πληροφοριών σχετικά με δύο συστήματα κρατικών ενισχύσεων – Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ) 70/2001»
Στην υπόθεση T‑376/07,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma, J. Möller και B. Klein,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους K. Gross και B. Martenczuk,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως C(2007) 3226 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2007, με την οποία διατάχθηκε η παροχή πληροφοριών όσον αφορά δύο συστήματα κρατικών ενισχύσεων που εμπίπτουν στον κανονισμό (ΕΚ) 70/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων [87 ΕΚ] και [88 ΕΚ] στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ L 10, σ. 33),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Βηλαρά, πρόεδρο, M. Prek (εισηγητή) και V. M. Ciucă, δικαστές,
γραμματέας: T. Weiler, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Ιουνίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων [87 ΕΚ] και [88 ΕΚ] σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ L 142, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), το οποίο επιγράφεται «Διαφάνεια και έλεγχος», έχει ως εξής:
«1. Όταν εκδίδει κανονισμούς σύμφωνα με το άρθρο 1, η Επιτροπή θέτει επακριβείς κανόνες στα κράτη μέλη για να εξασφαλίσει τη διαφάνεια και τον έλεγχο των ενισχύσεων που εξαιρούνται της υποχρέωσης κοινοποίησης βάσει των εν λόγω κανονισμών. Οι κανόνες αυτοί έγκεινται, ειδικότερα, στις υποχρεώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4.
2. Μόλις θεσπιστούν καθεστώτα ενίσχυσης ή μεμονωμένες ενισχύσεις οι οποίες χορηγούνται εκτός καθεστώτος, που εξαιρούνται, κατ’ εφαρμογή των εν λόγω κανονισμών, τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή, προκειμένου να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, περίληψη των πληροφοριών σχετικά με αυτά τα καθεστώτα ενίσχυσης ή περιπτώσεις μεμονωμένων ενισχύσεων που δεν υπάγονται σε καθεστώς ενίσχυσης που εξαιρείται.
3. Τα κράτη μέλη καταγράφουν και συγκεφαλαιώνουν όλες τις πληροφορίες που αφορούν την εφαρμογή των εξαιρέσεων κατά κατηγορία. Αν η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την ορθή εφαρμογή ενός κανονισμού για την εξαίρεση, τα κράτη μέλη της γνωστοποιούν κάθε πληροφορία που εκείνη κρίνει αναγκαία για να εκτιμήσει τη συμβατότητα μιας δεδομένης ενίσχυσης με τον εν λόγω κανονισμό.
4. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή τουλάχιστον μία φορά το χρόνο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των εξαιρέσεων κατά κατηγορία, σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις της Επιτροπής, κατά προτίμηση σε ηλεκτρονική μορφή. Η Επιτροπή μεριμνά ώστε όλα τα κράτη μέλη να έχουν πρόσβαση στις εκθέσεις αυτές. Μία φορά το χρόνο οι εκθέσεις αυτές εξετάζονται και αξιολογούνται στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 7.»
2 Η αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού (ΕΚ) 70/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων [87 ΕΚ] και [88 ΕΚ] στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ L 10, σ. 33), όπως ήταν τότε σε ισχύ (στο εξής: κανονισμός για εξαίρεση των ΜΜΕ), ο οποίος εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 1 του βασικού κανονισμού, έχει ως εξής:
«Για λόγους διαφάνειας και αποτελεσματικής εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 3 του [βασικού] κανονισμού […] ενδείκνυται η καθιέρωση τυποποιημένου εντύπου με το οποίο τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή συνοπτικά πληροφοριακά στοιχεία κάθε φορά που, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζουν ένα καθεστώς ενισχύσεων ή χορηγούν μεμονωμένη ενίσχυση που δεν εντάσσεται σε τέτοιο καθεστώς, με σκοπό τη δημοσίευση των εν λόγω στοιχείων στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Για τους ίδιους λόγους ενδείκνυται να θεσπισθούν κανόνες για τα αρχεία που τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν σε σχέση με τις απαλλασσόμενες βάσει του παρόντος κανονισμού ενισχύσεις. Για τους σκοπούς των ετήσιων εκθέσεων που τα κράτη μέλη πρέπει να υποβάλλουν στην Επιτροπή, η Επιτροπή ενδείκνυται να καθορίσει τους ειδικούς όρους που θα πρέπει να πληρούν οι εν λόγω εκθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής πληροφοριών υπό ηλεκτρονική μορφή, λαμβάνοντας υπόψη την ευρεία διαθεσιμότητα της αναγκαίας προς τούτο τεχνολογίας.»
3 Το άρθρο 9 του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ, το οποίο επιγράφεται «Διαφάνεια και έλεγχος», ορίζει στην παράγραφό του 2:
«Τα κράτη μέλη τηρούν αναλυτικά αρχεία σχετικά με τα καθεστώτα ενισχύσεων που απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού, σχετικά με τις μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγούνται κατ’ εφαρμογή τέτοιων καθεστώτων και σχετικά με μεμονωμένες περιπτώσεις ενισχύσεων που απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού και δεν χορηγούνται δυνάμει κάποιου υφιστάμενου καθεστώτος ενισχύσεων. Τα αρχεία αυτά περιέχουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για απαλλαγή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, περιλαμβανομένων πληροφοριακών στοιχείων για τον μικρομεσαίο χαρακτήρα της εκάστοτε επιχείρησης. Προκειμένου για τις μεμονωμένες ενισχύσεις, τα κράτη μέλη διατηρούν αρχεία επί μία δεκαετία από την ημερομηνία καταβολής της ενίσχυσης, για δε τα καθεστώτα ενισχύσεων, επί μία δεκαετία από την ημερομηνία καταβολής της τελευταίας μεμονωμένης ενίσχυσης κατ’ εφαρμογή του οικείου καθεστώτος. Αν τους ζητηθεί γραπτώς, τα οικεία κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή, εντός 20 εργάσιμων ημερών ή εντός της τυχόν μακρύτερης προθεσμίας που καθορίζεται στην αίτηση, όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που η Επιτροπή θεωρεί αναγκαία για την εξέταση της τήρησης των όρων του παρόντος κανονισμού.»
Ιστορικό της διαφοράς
4 Με δύο επιστολές της 26ης Ιουλίου 2006, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να της παράσχει πληροφορίες σχετικά, αντιστοίχως, με τα συστήματα ενισχύσεων XS 24/2002 και XS 29/2002 προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα συστήματα αυτά είναι σύμφωνα με τον κανονισμό για εξαίρεση των ΜΜΕ. Ειδικότερα, ζητήθηκε να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατάλογος όσων έλαβαν, το 2005, βάσει των συστημάτων αυτών ενίσχυση ανώτερη των 200 000 ευρώ και να παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με αυτούς. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συμμορφώθηκε με τις αιτήσεις αυτές στις 24 Αυγούστου 2006, όσον αφορά το σύστημα ενισχύσεων XS 24/2002, και την 1η Σεπτεμβρίου 2006 και στις 25 Οκτωβρίου 2006, όσον αφορά το σύστημα ενισχύσεων XS 29/2002.
5 Σε δύο επιστολές της 30ής Οκτωβρίου 2006 σχετικά, αντιστοίχως, με τα συστήματα ενισχύσεων XS 24/2002 και XS 29/2002, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι με τα συστήματα αυτά φαίνεται να τηρήθηκαν οι διατάξεις του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ. Αφού υπενθύμισε την πρόθεσή της που είχε εκφράσει με τις από 26 Ιουλίου 2006 επιστολές της να εξακριβωθεί αν ο κανονισμός αυτός τηρήθηκε όσον αφορά έναν περιορισμένο αριθμό ενισχύσεων, η Επιτροπή ζήτησε για τα συστήματα ενισχύσεων XS 24/2002 και XS 29/2002 να παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με τους πέντε αποδέκτες των μεγαλύτερων ενισχύσεων το 2005.
6 Όσον αφορά το σύστημα ενισχύσεων XS 24/2002, με επιστολή που η Επιτροπή παρέλαβε στις 10 Νοεμβρίου 2006, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αρνήθηκε να παράσχει νέες πληροφορίες για τα επίμαχα σχέδια. Η Επιτροπή, στις 21 Δεκεμβρίου 2006, απηύθυνε εκ νέου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αίτηση παροχής πληροφοριών και ακολούθως, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, της απηύθυνε έγγραφη υπόμνηση. Στις 18 Απριλίου 2007, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας βεβαίωσε την άρνησή της να παράσχει τις ζητηθείσες πληροφορίες.
7 Όσον αφορά το σύστημα ενισχύσεων XS 29/2002, ελλείψει γραπτής απαντήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην από 30 Οκτωβρίου 2006 επιστολή της, η Επιτροπή της απηύθυνε έγγραφη υπόμνηση στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Στις 29 Ιανουαρίου 2007, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αρνήθηκε να παράσχει τις ζητηθείσες πληροφορίες. Η άρνηση αυτή βεβαιώθηκε στις 18 Απριλίου 2007.
8 Στις 18 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2007) 3226 με την οποία διέταξε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να παράσχει ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τα συστήματα ενισχύσεων XS 24/2002 και XS 29/2002 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
9 Με έγγραφο της 30ής Αυγούστου 2007, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέσχε στην Επιτροπή τις ζητηθείσες πληροφορίες, εμμένοντας στη θέση της σχετικά με την έλλειψη εξουσίας της Επιτροπής να τη διατάξει να παράσχει τις πληροφορίες αυτές ελλείψει αμφιβολίας, από μέρους της Επιτροπής, όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που διευκρινίζει ο κανονισμός για εξαίρεση των ΜΜΕ.
Προσβαλλόμενη απόφαση
10 Στα υπό την επικεφαλίδα «Παρατηρήσεις γενικής φύσεως» σημεία 14 έως 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως, διευκρινίζεται:
«14 Οι πληροφορίες που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διαβίβασε σε απάντηση της [από 26 Ιουλίου 2006] αιτήσεως παροχής πληροφοριών είναι ελλιπείς και δεν παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αξιολογήσει αν τα προαναφερθέντα συστήματα ενισχύσεων είναι συμβατά με τον [κανονισμό για εξαίρεση των ΜΜΕ].
15 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αρνείται να διαβιβάσει πληροφορίες σχετικά με τις επί μέρους περιπτώσεις εφαρμογής των επίμαχων συστημάτων ενισχύσεως, με την αιτιολογία ότι, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 3, του [βασικού] κανονισμού, η Επιτροπή πρέπει να έχει συγκεκριμένες αμφιβολίες ως προς την ορθή εφαρμογή του κανονισμού για εξαίρεση [των ΜΜΕ] προκειμένου να μπορέσει να απευθύνει σε κράτος μέλος αίτηση παροχής πληροφοριών.
16 Οι γερμανικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο και τη διαφάνεια που περιλαμβάνονται στο άρθρο 9 του κανονισμού για εξαίρεση [των ΜΜΕ], οι οποίες επιτρέπουν στην Επιτροπή να απαιτεί όλες τις πληροφορίες που κρίνει αναγκαίες για να αξιολογήσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της εξαιρέσεως, δεν παρέχουν στην Επιτροπή γενικό δικαίωμα ελέγχου, αλλά περιορίζουν το δικαίωμα αυτό στις περιπτώσεις που υπάρχουν αμφιβολίες.
17 Οι γερμανικές αρχές είναι της γνώμης ότι το άρθρο 9 του κανονισμού για εξαίρεση [των ΜΜΕ] δεν παρέχει στην Επιτροπή άλλη αρμοδιότητα εκτός από εκείνες που απορρέουν από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του [βασικού] κανονισμού. Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να θεωρηθεί ότι το στοιχείο της αμφιβολίας περιορίζει τις ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής.
18 Η Επιτροπή απάντησε εν προκειμένω ότι θα μπορέσει να θεωρηθεί ότι ο έλεγχος έφθασε στο τέλος του μόνον όταν θα έχουν εξεταστεί διάφορες μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του επιλεγέντος συστήματος ενισχύσεων.
19 Η Επιτροπή προσθέτει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του [βασικού] κανονισμού απλώς ορίζει τις ελάχιστες γενικές απαιτήσεις σχετικά με τη διαφάνεια και τον έλεγχο και δεν έχει ως αποτέλεσμα να περιορίσει μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει υποψία τις ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής.
20 Η υποχρέωση της Επιτροπής να θεσπίζει κανόνες για να διασφαλίζει τον έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του [βασικού] κανονισμού πρέπει να νοηθεί υπό το φως της αιτιολογικής σκέψεως 10 του κανονισμού αυτού, βάσει της οποίας “η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να εξετάζει διαρκώς, μαζί με τα κράτη μέλη, όλα τα καθεστώτα υφιστάμενων ενισχύσεων”, όπως απαιτεί το άρθρο 88, παράγραφος 1, ΕΚ.
21 Αυτός είναι ο λόγος που το άρθρο 9 του κανονισμού για εξαίρεση [των ΜΜΕ] δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετο προς τον [βασικό] κανονισμό.
22 Επομένως, αρνούμενη να παράσχει τις πληροφορίες που απαιτήθηκαν, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν τήρησε την υποχρέωση που έχει από το άρθρο 9 του κανονισμού [για εξαίρεση των ΜΜΕ], το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 3 του [βασικού] κανονισμού και στο άρθρο 88, παράγραφος 1, ΕΚ.
23 Σημειωτέον ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Επιτροπή δικαιούται να λαμβάνει συντηρητικά μέτρα για να διατηρηθεί το status quo όταν η πρακτική ορισμένων κρατών μελών καταλήγει στο να νοθευτεί ή καταστρατηγηθεί το σύστημα που προβλέπουν τα άρθρα [87 ΕΚ] και [88 ΕΚ].
24 Η τήρηση των σχετικών με τη διαφάνεια και τον έλεγχο διατάξεων του κανονισμού για εξαίρεση [των ΜΜΕ] αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να εξαιρεθεί η ενίσχυση από την υποχρέωση ανακοινώσεως σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Αυτός είναι ο λόγος που, υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν είναι πάντοτε σε θέση να αποφασίσει αν κάθε ενίσχυση που μπορεί να χορηγηθεί βάσει αυτού του συστήματος ενισχύσεων πληροί στο ακέραιο τις προϋποθέσεις του κανονισμού για εξαίρεση [των ΜΜΕ], όπως απαιτεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού.
25 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε να απευθύνει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διαταγή για να λάβει τις πληροφορίες που έχει ήδη ζητήσει βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού για εξαίρεση [των ΜΜΕ]. Οι πληροφορίες που απαιτεί η Επιτροπή θα πρέπει να της διαβιβαστούν εντός προθεσμίας 20 ημερών.»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
11 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 26 Σεπτεμβρίου 2007, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
12 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
13 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Ανάλυση
14 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διατυπώνει δύο λόγους ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλει, αντιστοίχως, αναρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και παραβίαση της «αρχής “non venire contra factum proprium”».
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται αναρμοδιότητα της Επιτροπής
Επιχειρήματα των διαδίκων
15 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ήταν αναρμόδια να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή το άρθρο 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού, δεν της δίνει την εξουσία να ζητήσει την παροχή πληροφοριών σχετικά με συστήματα ενισχύσεων που εμπίπτουν στον κανονισμό για εξαίρεση των ΜΜΕ, ελλείψει στοιχείων που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς το αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού.
16 Το άρθρο 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού, λόγω της ανακρίβειας της διατάξεως αυτής. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί ότι στο άρθρο 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ απλώς διευκρινίζεται ότι η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από το σχετικό κράτος μέλος πληροφορίες για να ελέγξει αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της εξαιρέσεως. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν δίνει από μόνη της απάντηση στο αν αίτηση παροχής πληροφοριών είναι δυνατή μόνον όταν συντρέχει λόγος που τη δικαιολογεί ή είναι δυνατή ανεξαρτήτως παντός λόγου.
17 Πάντως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού δίνει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ζητήσει από κράτος μέλος την παροχή πληροφοριών μόνο στην περίπτωση που η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία που της επιτρέπουν να αμφιβάλει ως προς το αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις ενός κανονισμού ο οποίος προβλέπει εξαίρεση.
18 Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού, η διακριτική ευχέρεια την οποία το άρθρο 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, αναγνωρίζει στην Επιτροπή ισχύει μόνον όσον αφορά τον όγκο των πληροφοριών που πρέπει να παρασχεθούν και όχι όσον αφορά τους λόγους που δικαιολογούν αυτή την αίτηση παροχής πληροφοριών.
19 Επιπλέον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, επικαλούμενη ειδικά την αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ, ότι ο σκοπός του άρθρου 9 του εν λόγω κανονισμού δεν είναι να διευκολύνει, εν γένει, τη διενέργεια αποτελεσματικού ελέγχου, αλλά αντιθέτως να διενεργείται αποτελεσματικός έλεγχος υπό την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού. Εντεύθεν συνάγει ότι η έκταση των ελεγκτικών εξουσιών της Επιτροπής πρέπει να αξιολογηθεί με γνώμονα το μοναδικό πραγματικό κριτήριο που είναι το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού.
20 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
21 Διαπιστώνεται κατ’ αρχάς ότι στα όσα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ανέπτυξε σχετικά με τη φερόμενη αναρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχεται, ρητώς ή σιωπηρώς, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ, ως αντιθέτου προς το άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού, πράγμα που αναγνωρίστηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και σημειώθηκε από το Πρωτοδικείο. Έτσι, η επιχειρηματολογία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στηρίζεται μόνο στον φερόμενο διφορούμενο χαρακτήρα του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ και στην εντεύθεν ανάγκη να ερμηνευθεί η διάταξη αυτή υπό το φως του βασικού κανονισμού.
22 Ασφαλώς, κατά πάγια νομολογία, όταν ένα νομοθέτημα του παραγώγου κοινοτικού δικαίου χρήζει ερμηνείας, πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο που να είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της Συνθήκης. Επίσης, ένας εκτελεστικός κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις του βασικού κανονισμού (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1996, σ. I‑3989, σκέψη 52, και της 24ης Ιουνίου 1993, C‑90/92, Dr. Tretter, Συλλογή 1993, σ. I‑3569, σκέψη 11). Εντούτοις, η νομολογία αυτή δεν έχει εφαρμογή όταν πρόκειται για διάταξη εκτελεστικού κανονισμού της οποίας η έννοια είναι σαφής και όχι διφορούμενη, οπότε δεν χρήζει ερμηνείας.
23 Πάντως, διαπιστώνεται ότι το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ δεν είναι καθόλου διφορούμενο. Εντεύθεν προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή δικαιούται να ζητήσει από τα κράτη μέλη την παροχή όλων των πληροφοριών που θεωρεί αναγκαίες για να μπορέσει να καθορίσει αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ.
24 Κατά συνέπεια, από το σαφές και μη διφορούμενο γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ προκύπτει αναγκαστικά ότι, βάσει της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή δικαιούται υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να ζητήσει την παροχή πληροφοριών από κράτος μέλος.
25 Όσο για την επίκληση, από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, της αιτιολογικής σκέψεως 20 του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ, η αιτιολογική αυτή σκέψη δεν δύναται να αναιρέσει το συμπέρασμα αυτό. Συγκεκριμένα. από την ανάγνωσή της δεν προκύπτει αντίθεση με το άρθρο 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ, αντίθεση που να μπορεί να δημιουργήσει αμφισημία σχετικά με το νόημα της διατάξεως αυτής. Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω αιτιολογική σκέψη ουδόλως αναφέρει τις περιστάσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή δικαιούται να ζητήσει από κράτος μέλος την παροχή πληροφοριών σχετικά με συστήματα ενισχύσεων που καλύπτονται από εξαίρεση.
26 Κατά συνέπεια, από τους σαφείς όρους του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ προκύπτει, αφενός, ότι η διάταξη αυτή δεν χρειάζεται να ερμηνευθεί υπό το φως του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού και, αφετέρου, ότι με το να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή δεν υπερέβη τις εξουσίες που της παρέχει η διάταξη αυτή.
27 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναλυθεί η έκταση των εξουσιών που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της «αρχής “non venire contra factum proprium”»
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο της αναμορφώσεως του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει διάφορες προτάσεις τροποποιήσεως από τις οποίες δύναται να συναχθεί ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να προβεί σε ελέγχους όταν δεν υπήρχε δικαιολογητικός λόγος.
29 Πρώτον, από τα σημεία 52 και 54 του πλαισίου δράσεως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, το οποίο η Επιτροπή επικαλέστηκε στις από 26 Ιουλίου 2006 επιστολές της, προκύπτει ότι σκοπός του είναι να παράσχει στην «Επιτροπή τη δυνατότητα να εξακριβώνει τη συμβατότητα των ενισχύσεων σε περίπτωση αμφιβολιών ή καταγγελίας».
30 Δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται μια πρόταση τροποποιήσεως του βασικού κανονισμού, της οποίας σκοπός είναι να αναγνωριστεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να διενεργεί ευκαιριακώς ελέγχους, χωρίς να διαθέτει στοιχεία που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την ορθή εφαρμογή ενός κανονισμού. Εντεύθεν προκύπτει αναγκαστικά ότι τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται από το θετικό δίκαιο.
31 Τρίτον, το ίδιο συμπέρασμα πρέπει να συναχθεί από το σχέδιο γενικού κανονισμού εξαιρέσεως ανά κατηγορία στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων το οποίο η Επιτροπή παρουσίασε το 2007 (ΕΕ C 210, σ. 14). Συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί ότι η Επιτροπή προτίθεται να εισαγάγει μια νέα παράγραφο 7 στο άρθρο 9 που να διευκρινίζει ότι η Επιτροπή θα «ελέγχει τακτικά τα μέτρα ενίσχυσης των οποίων λαμβάνει γνώση σύμφωνα με την παράγραφο 1».
32 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνάγει εκ των ανωτέρω ότι η Επιτροπή παραβίασε την «αρχή “non venire contra factum proprium”». Στο υπόμνημα απαντήσεως, προσθέτει ότι η Επιτροπή, αφιστάμενη από την προηγούμενη αυτή θέση, έθιξε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επίσης, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αναφέρθηκε σε μια πρακτική της Επιτροπής συνιστάμενη στο να προβαίνει η Επιτροπή σε ελέγχους μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ.
33 Σε απάντηση του ισχυρισμού της Επιτροπής ότι η αρχή «non venire contra factum proprium» δεν αποτελεί αρχή του κοινοτικού δικαίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι τα κοινοτικά δικαστήρια έχουν κατ’ επανάληψη αναφερθεί στην «αρχή» αυτή. Υπενθυμίζει επίσης ότι από ουσιαστικής απόψεως η αρχή αυτή είναι παραπλήσια όχι μόνον της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αλλά και της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
34 Επιπλέον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διαφωνεί με την ανάλυση της Επιτροπής ότι ο υπό εξέταση λόγος ακυρώσεως δεν στηρίζεται σε επιχειρηματολογία επιτρέπουσα να αποδειχθεί η ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
35 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν μπορεί να υπάρξει παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επειδή το άρθρο 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ επιτρέπει ελέγχους σε περίπτωση αμφιβολίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπενθυμίζει την επιχειρηματολογία της, που ανέπτυξε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με την έννοια που πρέπει να δοθεί στη διάταξη αυτή. Εντεύθεν συνάγει ότι η τροποποίηση της πρακτικής της Επιτροπής κάλλιστα συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
36 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι σκοπός του σχεδίου της για τροποποίηση του βασικού κανονισμού ήταν μόνο να διευκρινίσει ότι η Επιτροπή δικαιούται να προβαίνει σε ελέγχους ανεξαρτήτως πάσης αμφιβολίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διατείνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός. Στην ουσία, υποστηρίζει ότι η ανάγκη μιας τέτοιας διευκρινίσεως συνεπάγεται ότι η Επιτροπή δεν θεωρούσε ότι το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού της παρέχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε τέτοιους ελέγχους.
37 Τέλος, όσον αφορά τις συνέπειες που η Επιτροπή συνάγει από το γεγονός ότι το σχέδιό της γενικού κανονισμού εξαιρέσεως στηρίζεται στον βασικό κανονισμό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί, στην ουσία, ότι οι συνέπειες αυτές βασίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του κανονισμού αυτού.
38 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
39 Στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακυρώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, στην ουσία, ότι η ίδια η Επιτροπή έχει ερμηνεύσει το άρθρο 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ υπό την έννοια ότι δεν της επιτρέπει να προβαίνει σε ελέγχους ελλείψει αμφιβολίας ως προς το αν τηρήθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στην πρακτική της κατά τη λήψη αποφάσεων. Επομένως, η Επιτροπή δεν δικαιούται να αποστεί από την ερμηνεία αυτή. Συγκεκριμένα, αυτό δύναται να συναχθεί από τους ισχυρισμούς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί παραβάσεως του ρητού «non venire contra factum proprium» και ακολούθως, στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
40 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν είναι πειστική. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του σαφούς γράμματος του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορούσε να έχει καμία αβεβαιότητα ως προς την ακριβή έκταση των εξουσιών της Επιτροπής βάσει της διατάξεως αυτής. Επομένως, δεν δύναται να προβάλει παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για να περιορίσει την έκταση των εξουσιών που η Επιτροπή αντλεί από τη διάταξη αυτή.
41 Ούτως ή άλλως, τα διάφορα στοιχεία που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο η Επιτροπή σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τις εξουσίες της βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ.
42 Πρώτον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ανέπτυξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και που ανάγεται στην ύπαρξη, μεταξύ της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ και των αιτήσεων παροχής πληροφοριών που αποτέλεσαν το υπόβαθρο της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρακτικής της Επιτροπής που συνίστατο στο να προβαίνει η Επιτροπή σε ελέγχους μόνον όταν υπήρχε αμφιβολία ως προς το αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν δύναται να υπάρξει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ότι θα διατηρηθεί μια υπάρχουσα κατάσταση που η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας (βλ., στο ίδιο πνεύμα και κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 171 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43 Δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται το γεγονός ότι η Επιτροπή υπογράμμισε, στο σημείο 52 του σχεδίου της για δράση στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, ότι «[τ]α κράτη μέλη θα πρέπει να φροντίζουν με πιο δραστικό τρόπο να τηρούνται πλήρως οι προϋποθέσεις της εξαιρέσεως και να συλλέγονται οι αναγκαίες πληροφορίες […], έτσι ώστε να έχει η Επιτροπή τη δυνατότητα να εξακριβώνει τη συμβατότητα των ενισχύσεων σε περίπτωση αμφιβολιών ή καταγγελίας». Ωστόσο, όπως αναγνωρίζει η ίδια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το χωρίο αυτό πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό με το σημείο 54 του ίδιου σχεδίου, όπου η Επιτροπή υπογραμμίζει την ενίσχυση του ελέγχου της. Κατά συνέπεια, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των δύο αυτών σημείων δεν προκύπτει συγκεκριμένη έκφραση της βουλήσεως της Επιτροπής να ασκεί μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχουν αμφιβολίες την εξουσία της να ελέγχει αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ.
44 Τρίτον, το γεγονός ότι η Επιτροπή, στο σχέδιό της για την έκδοση γενικού κανονισμού εξαιρέσεως ανά κατηγορία, αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο να διευκρινίσει με διαφορετικό τρόπο τις εξουσίες που διαθέτει όσον αφορά τον έλεγχο των εξαιρουμένων ενισχύσεων, δεν επηρεάζει το σαφές νόημα του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ, που είναι το μόνο που έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
45 Τέταρτον, όσον αφορά το γεγονός ότι η από την Επιτροπή πρόταση τροποποιήσεως του βασικού κανονισμού σκοπό έχει να της αναγνωριστεί η εξουσία, βάσει του κανονισμού αυτού, να προβαίνει σε ευκαιριακούς ελέγχους, πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός αυτό αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Συγκεκριμένα, εφόσον δεν προβλήθηκε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του κανονισμού για εξαίρεση των ΜΜΕ, και λαμβανομένου υπόψη του σαφούς γράμματος της διατάξεως αυτής, το νόημα του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, δεν έχει συνέπειες για την τύχη της υπό κρίση προσφυγής.
46 Επομένως ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος, οπότε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Βηλαράς
Prek
Ciucă
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Νοεμβρίου 2009.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy