23.6.2007
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 140/30
Προσφυγή της 18ης Απριλίου 2007 — Alstom κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-121/07)
(2007/C 140/51)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Alstom (Levallois Perret, Γαλλία) (εκπρόσωποι: J. Derenne, δικηγόρος, W. Broere, Solicitor, καθώς και A. Müller-Rappard και C. Guirado, δικηγόροι)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
την ακύρωση των άρθρων 1(b), 2(b) και 2(c) της προσβαλλομένης αποφάσεως·
—
επικουρικώς, την ουσιώδη μείωση των επιβληθέντων σ' αυτή προστίμων·
—
την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα·
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Με την υπό κρίση προσφυγή, η προσφεύγουσα ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως C(2006) 6762 τελική της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 2007, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 EΟΧ (υπόθεση COMP/F/38.899 — Εξοπλισμοί μεταγωγής με μόνωση αερίου όσον αφορά σύμπραξη στον τομέα των προγραμμάτων σχετικά με εξοπλισμούς μεταγωγής με μόνωση αερίου που αφορά τη διαχείριση των προσκλήσεων υποβολής προσφορών σχετικά με αυτά τα προγράμματα, τον καθορισμό ελαχίστων τιμών για προσφορές, τη χορήγηση ποσοστώσεων και την ανάθεση προγραμμάτων καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών. Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση.
Προς στήριξη των αιτημάτων της, η προσφεύγουσα προβάλλει οκτώ λόγους ακυρώσεως.
Ο πρώτος αντλείται από παράβαση τω κανόνων σχετικά με την ένδικη προστασία και από παραβίαση της γενικής αρχής του «δικαιώματος για αποτελεσματική προσφυγή», στο μέτρο που η Επιτροπή, επιβάλλοντας αλληλεγγύως πρόστιμο σε βάρος δύο επιχειρήσεων που ήσαν μεταξύ τους ανεξάρτητες τόσο νομικώς όσο και οικονομικώς, δημιούργησε μια κατάσταση όπου το τυχόν για την προσφεύγουσα πλεονέκτημα προσφυγής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως εξαρτάται αποκλειστικώς από την τύχη που θα είχε η προσφυγή ανεξάρτητου τρίτου.
Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παράβαση των κανόνων δικαίου που ισχύουν επί της ευθύνης εις ολόκληρον, στο μέτρο που η Επιτροπή κατέστησε αλληλεγγύως υπεύθυνους για μια και την αυτή παράβαση δύο επιχειρήσεις που δεν συνδέονται νομικώς μεταξύ τους, και τούτο κατά παραβίαση των αρχών της ασφάλειας του δικαίου και του ατομικού χαρακτήρα των ποινών.
Με τον τρίτο λόγο της, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή το γεγονός ότι έχει παραβιάσει το άρθρο 253 ΕΚ, στο μέτρο που η τελευταία δεν εξήγησε ως προς τί τα στοιχεία που είχε προβάλει η προσφεύγουσα προκειμένου να καταδείξει την ανυπαρξία καθοριστικής εκ μέρους της επιρροής επί των υπ' αυτής κατεχομένων κατά 100 % θυγατρικών της δεν αρκούσαν για την ανατροπή αμάχητου εν προκειμένου κριτηρίου.
Ο τέταρτος λόγος της προσφεύγουσας αντλείται από την παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και, ειδικότερα, των κανόνων σχετικά με τον καταλογισμό στις μητρικές εταιρίες των διαπραττομένων από τις θυγατρικές τους παραβάσεων καθώς και των κανόνων σχετικά με την μεταβίβαση της ευθύνης για παραβάσεις.
Με τον πέμπτο λόγο της, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τους κανόνες που ισχύουν όσον αφορά την αναγνώριση επιβαρυντικών περιστάσεων για δραστηριότητες «καθοδηγητή συμπράξεως», σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι κακώς η Επιτροπή απέδωσε σ' αυτήν το ρόλο του καθοδηγητή και ότι ο ρόλος της ως «ευρωπαίου γραμματέα» της συμπράξεως είναι καθαρώς διοικητικός και δεν μπορεί να της παράσχει ρόλο σημαντικότερο απ' ό,τι αυτός των άλλων συμμετεχόντων στη σύμπραξη. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως, ότι παραβίασε τους ισχύοντες κανόνες και ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς επί του σημείου αυτού την απόφαση.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή παραβίασε τους κανόνες δικαίου όσον αφορά την απόδειξη της συνεχίσεως της παραβάσεως, στο μέτρο που δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα γεγονότα που έντονα είχαν επικριθεί στο παρελθόν προκειμένου να καταδείξει τη συνέχιση της παραβάσεως.
Ο έβδομος προβαλλόμενος από την προσφεύγουσα λόγος αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας στο μέτρο που, κατ' αυτήν, η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται επί ορισμένων στοιχείων μη περιλαμβανομένων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων της Επιτροπής και σχετικά με τα οποία το εν λόγω κοινοτικό όργανο δεν την είχε ενημερώσει για τις συνέπειες που επρόκειτο να έχει εν προκειμένω η απόφασή της.
Τέλος, με τον όγδοο λόγο της, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Επιτροπή έχει παραβιάσει τους κανόνες σχετικά με τον υπολογισμό του βασικού ποσού των προστίμων, στο μέτρο που η προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζει, για ολόκληρη την περίοδο της σχετικής παραβάσεως, το ποσό του προστίμου με βάση τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, και τούτο μολονότι η Συμφωνία ΕΟΧ άρχισε να ισχύει μόλις από την 1η Ιανουαρίου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy