23.6.2007
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 140/39
Προσφυγή της 4ης Μαΐου 2007 — General Technic-Otis κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-141/07)
(2007/C 140/65)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: General Technic-Otis Sàrl (Howald, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου) (εκπρόσωπος: M. Nosbusch, δικηγόρος)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει, βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, την απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή στις 21 Φεβρουαρίου 2007, περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου53 ΕΟΧ στην υπόθεση COMP/E-1/38.823 — Elevators and Escalators, κατά το μέτρο που αυτή αφορά την General Technic-Otis (GTO),
—
επικουρικώς, να ακυρώσει ή να μειώσει, βάσει του άρθρου 229 ΕΚ, το πρόστιμο που της επιβλήθηκε με την απόφαση αυτή,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Με την υπό κρίση προσφυγή, η προσφεύγουσα ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως C(2007) 512 τελικό της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 2007, περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου53 ΕΟΧ (υπόθεση COMP/E-1/38.823 — PO/Elevators and Escalators), αφορώσας σύμπραξη στην αγορά της εγκαταστάσεως και της συντηρήσεως ανελκυστήρων και μηχανικών κλιμάκων στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στο Λουξεμβούργο και στις Κάτω Χώρες, σκοπούσα στην καταστρατήγηση των διαγωνισμών, στην κατανομή των αγορών, στον καθορισμό τιμών, στην ανάθεση σχεδίων και συμβάσεων πωλήσεως, εγκαταστάσεως, συντηρήσεως και εκσυγχρονισμού των συσκευών και στην ανταλλαγή πληροφοριών, κατά το μέτρο που η απόφαση αυτή την αφορά. Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση.
Προς στήριξη των ισχυρισμών της, η προσφεύγουσα προβάλλει επτά λόγους ακυρώσεως.
Με τον πρώτο λόγο, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομικά σφάλματα και σε πλάνη περί τα πράγματα κατά την εφαρμογή των κανόνων περί υπολογισμού των προστίμων, καθόσον θεώρησε ότι οι προσαπτόμενες πρακτικές συνιστούσαν «πολύ σοβαρή» παράβαση. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το βασικό ποσό του προστίμου έπρεπε, κατά συνέπεια, να μειωθεί, λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης γεωγραφικής εκτάσεως της σχετικής αγοράς καθώς και του περιορισμένου αντικτύπου των προσαπτομένων πρακτικών στη σχετική αγορά.
Με τον δεύτερο λόγο, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομικά σφάλματα και σε πλάνη περί τα πράγματα, καθόσον δεν έλαβε υπόψη της την πραγματική οικονομική δυνατότητα της προσφεύγουσας να προξενήσει ζημία. Υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη της, κατά την επιμέτρηση του προστίμου, το ότι η προσφεύγουσα αποτελεί μικρομεσαία επιχείρηση της οποίας η διαχείριση είναι απολύτως αυτοτελής και ότι, κατά συνέπεια, δεν είναι σε θέση να προξενήσει σοβαρή ζημία στην αγορά.
Με τον τρίτο λόγο, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομικά σφάλματα και σε πλάνη περί τα πράγματα, καθόσον δεν περιόρισε το ποσό του προστίμου στο 10 % του κύκλου της εργασιών, και ότι δεν μπορούσε βασίμως να λάβει υπόψη της τον κύκλο εργασιών των μητρικών εταιριών για να υπολογίσει το μέγιστο ποσό προστίμου που έπρεπε να επιβληθεί στην προσφεύγουσα.
Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από εκ μέρους της Επιτροπής παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, κατά το μέτρο που δεν εφάρμοσε με συνέπεια τις αρχές περί ευθύνης ως προς όλα τα μέλη της επίμαχης συμπράξεως. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή καταλόγισε τις προσαπτόμενες πρακτικές στις μητρικές εταιρίες της, ενώ δεν το έπραξε ως προς άλλη εταιρία στην οποία επιβλήθηκε πρόστιμο με την ίδια απόφαση, μολονότι εκείνη βρισκόταν σε συγκρίσιμη κατάσταση προς αυτή της προσφεύγουσας όσον αφορά την άσκηση ελέγχου εκ μέρους των μητρικών εταιριών.
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα, καθόσον δεν της χορήγησε μείωση κατά 50 % του ποσού του προστίμου, δυνάμει της ανακοινώσεως περί επιεικείας (1). Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η συνεργασία της με τις υπηρεσίες της Επιτροπής ήταν στενή, συνεχής και ιδιαίτερα εκτεταμένη και ότι δικαιολογεί τη μέγιστη μείωση προστίμου που προβλέπει η ανακοίνωση περί επιεικείας, ήτοι 50 %.
Ο έκτος λόγος τον οποίο προβάλλει η προσφεύγουσα αντλείται από την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον η Επιτροπή δεν της χορήγησε πρόσθετη μείωση του ποσού του προστίμου κατά 10 %, λόγω μη αμφισβητήσεως των πραγματικών περιστατικών. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων καθώς και η πρακτική της Επιτροπής ως προς τη λήψη αποφάσεων της δημιούργησαν τη βάσιμη ελπίδα να επιτύχει επ' αυτής της βάσεως μείωση κατά 10 % και όχι μόνον κατά 1 %, όπως η χορηγηθείσα με την προσβαλλομένη απόφαση.
Ο έβδομος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας των ποινών, κατά το μέτρο που το επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο δεν ήταν δικαιολογημένο από πλευράς της επίμαχης παραβάσεως και, προπάντων, λαμβανομένου υπόψη του κατά την προσφεύγουσα περιορισμένου αντικτύπου της παραβάσεως στην αγορά και του ότι στην παράβαση αυτή υπέπεσε εταιρία μικρού μεγέθους.
(1) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2002, C 45, σ.3).
Full & Egal Universal Law Academy