4.8.2007
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 183/36
Προσφυγή της 7ης Ιουνίου 2007 — Eurallumina κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-207/07)
(2007/C 183/71)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Eurallumina SpA (Portoscuso, Ιταλία) (εκπρόσωποι: L. Martin Alegi, R. Denton και E. Cormack, δικηγόροι)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
είτε:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ή
—
να αποφανθεί ότι η υπό κρίση απαλλαγή, που εγκρίθηκε με την απόφαση 2001/224/ΕΚ του Συμβουλίου, ισχύει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006 και ότι τα ποσά τα οποία η Ιταλική Δημοκρατία δεν απαίτησε να καταβληθούν δεν πρέπει να θεωρηθούν ως παράνομη κρατική ενίσχυση ή, τουλάχιστον, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής τους, ή
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να αποφανθεί ότι η υπό κρίση απαλλαγή, που εγκρίθηκε με την απόφαση 2001/224/ΕΚ του Συμβουλίου, ισχύει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006 και ότι τα ποσά τα οποία η Ιταλική Δημοκρατία δεν απαίτησε να καταβληθούν δεν πρέπει να θεωρηθούν ως παράνομη κρατική ενίσχυση ή, τουλάχιστον, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής τους ή
—
ότι, σε αντίθετη περίπτωση, το καταβλητέο ποσό ανά τόνο δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 3 ευρώ·
—
είτε:
—
να ακυρώσει τα άρθρα 1, 4, 5 και 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέτρο που αφορούν την Eurallumina ή
—
να αποφανθεί ότι η υπό κρίση απαλλαγή, που εγκρίθηκε με την απόφαση 2001/224/ΕΚ του Συμβουλίου, ισχύει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006 και ότι τα ποσά τα οποία η Ιταλική Δημοκρατία δεν απαίτησε να καταβληθούν δεν πρέπει να θεωρηθούν ως παράνομη κρατική ενίσχυση ή, τουλάχιστον, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής τους ή
—
να ακυρώσει τα άρθρα 1, 4, 5 και 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέτρο που αφορούν την Eurallumina και να αποφανθεί ότι η υπό κρίση απαλλαγή, που εγκρίθηκε με την απόφαση 2001/224/ΕΚ του Συμβουλίου, ισχύει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006 και ότι τα ποσά τα οποία η Ιταλική Δημοκρατία δεν απαίτησε να καταβληθούν δεν πρέπει να θεωρηθούν ως παράνομη κρατική ενίσχυση ή, τουλάχιστον, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής τους ή
—
ότι, σε αντίθετη περίπτωση, το καταβλητέο ποσό ανά τόνο δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 3 ευρώ.
—
Επικουρικώς, να μεταρρυθμίσει τα άρθρα 5 και 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέτρο που αφορούν την Eurallumina, με συνέπεια, λόγω της ισχύουσας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006 υπό κρίση απαλλαγής, να μην υπάρχει υποχρέωση καταβολής των ποσών που δεν εισέπραξε η Ιταλική Δημοκρατία, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως C(2007) 286 τελικό της Επιτροπής, της 7ης Φεβρουαρίου 2007, με την οποία η Επιτροπή έκρινε ότι οι χορηγηθείσες από τη Γαλλία, την Ιρλανδία και την Ιταλία απαλλαγές από τον φόρο καταναλώσεως σε σχέση με τα πετρελαιοειδή που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα για την παραγωγή αλουμίνας συνιστούν, από 1ης Ιανουαρίου 2004, κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και ότι η ενίσχυση αυτή είναι, εν μέρει, ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
Προς στήριξη των αιτημάτων της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η συνέχιση της χορηγήσεως απαλλαγής από τον φόρο καταναλώσεως σε σχέση με τα πετρελαιοειδή που χρησιμοποιούνται ως καύσιμο για την παραγωγή αλουμίνας στη Σαρδηνία και μετά την έναρξη της ισχύος της οδηγίας 2003/96/ΕΚ (1), ήτοι την 1η Ιανουαρίου 2004, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, καθόσον τόσο το άρθρο 18, παράγραφος 1, όσο και το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας αυτής ορίζουν ρητώς ότι η εν λόγω απαλλαγή, η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 2001/224/ΕΚ του Συμβουλίου (2), εξακολουθεί να ισχύει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006. Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, η οδηγία 2003/96/ΕΚ ανανέωσε ρητώς την ισχύ της ειδικής απαλλαγής που είχε χορηγηθεί στην προσφεύγουσα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006.
Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η εγκριθείσα με την απόφαση 2001/224/ΕΚ του Συμβουλίου απαλλαγή αποτελεί μεν, εκ πρώτης όψεως, μέτρο επιλεκτικού χαρακτήρα, πλην όμως δικαιολογείται από τη γενική φύση και την οικονομία τόσο του κοινοτικού δικαίου όσο και του ιταλικού φορολογικού συστήματος και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η εγκριθείσα με την προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου απαλλαγή, ακόμη και αν θεωρηθεί ως κρατική ενίσχυση, πρέπει να εξαιρεθεί από την απαγόρευση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ δυνάμει των κανόνων του κοινοτικού πλαισίου σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (3).
Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας δικαίου και του τεκμηρίου της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων, την αρχή lex specialis, effet utile και την αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθόσον έκρινε ότι η απαλλαγή από τον φόρο καταναλώσεως των πετρελαιοειδών που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα για την παραγωγή αλουμίνας στη Σαρδηνία, μεταξύ άλλων περιοχών, συνιστά κρατική ενίσχυση και ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2004, μπορεί να ζητηθεί η καταβολή των αντίστοιχων ποσών, ενώ η προσφεύγουσα είχε τη νόμιμη προσδοκία ότι η απαλλαγή αυτή, καθόσον είχε εγκριθεί εγκύρως από το Συμβούλιο με την απόφαση 2001/224/ΕΚ, θα ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006 και ότι οποιοδήποτε μέτρο θα ελάμβανε η Ιταλική Δημοκρατία ή ίδια προς εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως δεν θα οδηγούσε σε παράνομο αποτέλεσμα, εφόσον στηριζόταν σε αυτήν.
(1) Οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 283, σ. 51).
(2) Απόφαση 2001/224/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, σχετικά με τους μειωμένους συντελεστές ειδικών φόρων κατανάλωσης και τις απαλλαγές από τους φόρους αυτούς, όσον αφορά ορισμένα πετρελαιοειδή που χρησιμοποιούνται για ειδικούς σκοπούς (ΕΕ L 84, σ. 23).
(3) Ανακοίνωση της Επιτροπής — Κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (ΕΕ 2001 C 37, σ. 3), ιδίως παράγραφος 51, στοιχεία α' και β'.
Full & Egal Universal Law Academy