8.9.2007
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 211/43
Προσφυγή της 4ης Ιουλίου 2007 — Heineken Nederland και Heineken κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-240/07)
(2007/C 211/81)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Heineken Nederland BV και Heineken NV (εκπρόσωποι: T. Ottervanger, advocaat, και M.A. de Jong, advocaat)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των προσφευγουσών
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει εν όλω ή τουλάχιστον εν μέρει την απόφαση που απευθύνθηκε και στις προσφεύγουσες·
—
να ακυρώσει ή τουλάχιστον να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Οι προσφεύγουσες βάλλουν κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 18ης Απριλίου 2007 σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 ΕΚ (Υπόθεση COMP/B-2/37.766 — Ολλανδική αγορά ζύθου), με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο στις προσφεύγουσες.
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες διατυπώνουν κατ' αρχάς ορισμένες αιτιάσεις σχετικά με τη διαδικασία. Πρώτον, προβάλλουν παράβαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως κατά την έρευνα και του άρθρου 27 του κανονισμού 1/2003, καθόσον η Επιτροπή δεν επέτρεψε πρόσβαση στα αμυντικά έγγραφα των άλλων επιχειρήσεων. Δεύτερον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή δεν διεξήγαγε επιμελή και αμερόληπτη έρευνα. Τρίτον, προβάλλουν παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας λόγω της συμπεριφοράς του αρμοδίου επιτρόπου για τον ανταγωνισμό. Τέταρτον, η Επιτροπή υπερέβη μια εύλογη προθεσμία, οπότε προσβλήθηκαν τα δικαιώματα άμυνας των προσφευγουσών.
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν επίσης παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ. Συναφώς, προβάλλουν, πρώτον, ελλιπή αναζήτηση αποδείξεων καθώς και παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Δεύτερον, αμφισβητούν ότι πρόκειται για συμφωνίες και/ή εναρμονισμένες πρακτικές. Τρίτον, ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή καθόρισε εσφαλμένως τη διάρκεια της φερόμενης παραβάσεως.
Επιπρόσθετα, οι προσφεύγουσες διατυπώνουν ορισμένες αιτιάσεις σχετικά με τον καθορισμό του ύψους του προστίμου. Πρώτον, προβάλλουν παράβαση του άρθρου 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, εσφαλμένη εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, παραβίαση της αρχής της ισότητας, παραβίαση της αρχής της βεβαιότητας δικαίου, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή εσφαλμένως καθόρισε τη σοβαρότητα της παραβάσεως, ιδίως λόγω εσφαλμένου καθορισμού της φύσεως της παραβάσεως, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τον αμελητέο αντίκτυπο στην αγορά και εσφαλμένως καθόρισε τη σχετική γεωγραφική αγορά. Επί πλέον, η Επιτροπή εσφαλμένως καθόρισε το σημείο αφετηρίας του προστίμου, τον αποτρεπτικό συντελεστή και τη διάρκεια. Περαιτέρω, η Επιτροπή έλαβε ανεπαρκώς υπόψη τις ελαφρυντικές περιστάσεις, ενώ η υπέρ το δέον μακρά διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας οδήγησε σε δυσανάλογα υψηλό πρόστιμο καθόσον εν τω μεταξύ έγινε πιο σκληρή η πολιτική της Επιτροπής σχετικά με το ύψος των προστίμων.
Τέλος, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι είναι δυσανάλογα χαμηλή η μείωση του προστίμου στην οποία η Επιτροπή προέβη λόγω της υπέρ το δέον μακράς διοικητικής διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy