23.2.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 51/49
Προσφυγή της 19ης Δεκεμβρίου 2007 — Visa Europe και Visa International Service Association κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-461/07)
(2008/C 51/91)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Visa Europe Ltd (Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο) και Visa International Service Association (Wilmington, Ηνωμένες Πολιτείες) (εκπρόσωποι: S. Morris, QC, H. Davies, Barrister, A. Howard, Barrister, V. Davies, Solicitor και H. Masters, Solicitor)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των προσφευγουσών
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει την απόφαση στο σύνολό της· επικουρικώς
—
να ακυρώσει το άρθρο 2 της απόφασης στο σύνολό του ή, επικουρικώς, να μειώσει προσηκόντως το πρόστιμο που επιβάλλεται με το άρθρο αυτό· και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Οι εταιρίες Visa Europe και Visa International Service Αssociation ( «Visa» ), με την προσφυγή τους, ζητούν την ακύρωση, βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, της απόφασης C(2007) 4471, τελικό κείμενο, της Επιτροπής, της 3ης Οκτωβρίου 2007, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ (υπόθεση COMP/D1/37860 — Morgan Stanley/Visa International και Visa Europe) και αφορά, αφενός, το γεγονός ότι η Visa, αρνούμενη να δεχθεί τη Morgan Stanley Bank International Limited («Morgan Stanley») ως μέλος της Visa Europe πριν τις 22 Σεπτεμβρίου 2006, επειδή η Morgan Stanley διέθετε και εκμεταλλευόταν ένα ανταγωνιστικό σύστημα καρτών, παρέβη τα άρθρα 81 ΕΚ και 53 ΕΟΧ και, αφετέρου, την επιβολή προστίμου 10,2 εκατομμυρίων ευρώ σε βάρος των προσφευγουσών.
Η Visa προβάλλει τρεις λόγους σχετικά με την παράβαση της Επιτροπής. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο η μη αποδοχή της Μorgan Stanley ως μέλους της Visa συνιστά σημαντικό περιορισμό του ανταγωνισμού βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, βαρύνεται με πρόδηλα νομικά ελαττώματα και ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν συγκέντρωσε τα απαραίτητα στοιχεία προς στήριξη του συμπεράσματος αυτού.
(α)
Πρώτον, η Visa υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ακολούθησε εσφαλμένο νομικά και οικονομικά έλεγχο για την εφαρμογή του προμνησθέντος άρθρου, ήτοι ότι υπήρχε «περιθώριο περαιτέρω ανταγωνισμού» και κατέληξε έτσι σε εσφαλμένη πραγματική και οικονομική εκτίμηση σχετικά με τις συνέπειες της μη αποδοχής της Morgan Stanley. Πράγματι, κατά τη Visa, η Morgan Stanley δεν παρεμποδίστηκε να εισέλθει στην οικεία αγορά («απόκτηση πελατείας στο Ηνωμένο Βασίλειο»).
(β)
Δεύτερον, η Visa υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, μεταβάλλοντας τα στοιχεία της υπόθεσης περί περιοριστικού του ανταγωνισμού αποτελέσματος κατά τη λήψη της απόφασης χωρίς να παράσχει στη Visa τη δυνατότητα να απαντήσει βάσει της νέας διαμόρφωσης της υπόθεσης, παρέβη ουσιώδη τύπο της διαδικασίας.
(γ)
Τρίτον, η Visa υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η Morgan Stanley εμποδίστηκε να εισέλθει στην αγορά απόκτησης πελατείας στο Ηνωμένο Βασίλειο, τούτο δεν προκάλεσε σημαντικά επιζήμια του ανταγωνισμού αποτελέσματα.
Όσον αφορά το πρόστιμο που επιβλήθηκε, η Visa προβάλλει τους ακόλουθους λόγους σύμφωνα με το άρθρο 229 ΕΚ:
(α)
H Επιτροπή, εφαρμόζοντας τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου στις ειδικές συνθήκες της υπόθεσης και κατόπιν της έντονης αβεβαιότητας που υπήρχε ως προς τη παρανομία της μη αποδοχής της Morgan Stanley, δεν έπρεπε να επιβάλει πρόστιμο στη Visa. Πράγματι, η Visa θεωρεί ότι το επιβληθέν πρόστιμο δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι η εν λόγω συμφωνία κοινοποιήθηκε νομοτύπως στην Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 17/62 (1) και η αρμοδιότητα επιβολής προστίμου δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (2) προέκυψε εξαιτίας της σοβαρής καθυστέρησης της Επιτροπής κατά τη διοικητική διαδικασία.
(β)
Επικουρικώς, η Επιτροπή εκτίμησε, κατά τη Visa, νομικώς εσφαλμένως το ύψος του προστίμου που νομίμως μπορούσε να επιβάλει στις προσφεύγουσες. Η Visa ισχυρίζεται προεχόντως ότι το πρόστιμο των 10,2 εκατομμυρίων ευρώ είναι προδήλως υπερβολικό και δυσανάλογο και δεν λαμβάνει υπόψη τη λογική αμφιβολία ως προς την παρανομία της συμπεριφοράς της Visa.
Τέλος, η Visa ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή είχε την αρμοδιότητα να επιβάλει πρόστιμο στη Visa μόνο για την περίοδο για την οποία αποδείχθηκε ότι η Morgan Stanley εμποδίστηκε να εισέλθει στην αγορά απόκτησης πελατείας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ακόμη και αν η προηγούμενη άρνηση της Visa να δεχθεί ως μέλος της την Stanley Morgan μπορούσε να επηρεάσει τις συνθήκες ανταγωνισμού στην οικεία αγορά, τούτο δεν μπορούσε να συμβεί πέρα από την περίοδο αυτή και επομένως η Επιτροπή, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998 για τον υπολογισμό των προστίμων, δεν θα έπρεπε να αυξήσει το πρόστιμο ανάλογα με τη διάρκεια της παράνομης συμπεριφοράς.
(1) ΕΟΚ Συμβούλιο: Κανονισμός αριθ. 17: Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης (ειδ. έκδ. κεφάλαιο 08, τόμος 1, σ. 25).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy