Υπόθεση T-215/07 R
Beniamino Donnici
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
«Ασφαλιστικά μέτρα – Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως των εκλεγέντων – Ακύρωση της ανάδειξης σε βουλευτή συνεπεία της εφαρμογής του εθνικού εκλογικού δικαίου – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Παραδεκτό – Fumus boni juris – Επείγον – Στάθμιση των συμφερόντων»
Περίληψη της διατάξεως
1. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Συμφέρον του αιτούντος προς χορήγηση της αναστολής
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
2. Κοινοβούλιο – Εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως των μελών – Όρια
(Πράξη εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία, άρθρο 12)
3. Κοινοβούλιο – Μέλη – Έννοια
(Πράξη εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία, άρθρο 6)
4. Κοινοβούλιο – Νομιμότητα αποφάσεως του Κοινοβουλίου για την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως των εκλεγέντων
(Άρθρο 234 ΕΚ· Πράξη εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία)
5. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Αναστολή εκτελέσεως πράξεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την οποία ακυρώνεται η εκλογή βουλευτή του λόγω ελλείψεως νομιμοποιήσεως
(Άρθρο 242 ΕΚ· Πράξη εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία, άρθρο 8· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
1. Αίτηση αναστολής εκτελέσεως δεν νοείται, καταρχήν, κατά αρνητικής διοικητικής πράξεως, δεδομένου ότι η αναστολή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της καταστάσεως του αιτούντος.
Δεν μπορεί πάντως να χαρακτηριστεί ως αρνητική πράξη η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την οποία ελέγχονται τα έγγραφα νομιμοποιήσεως του αιτούντος ως μέλους του κοινοτικού αυτού οργάνου και με την οποία κηρύσσεται άκυρη, κατόπιν αυτού του ελέγχου, η ανάδειξή του σε βουλευτή. Η χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της νομικής θέσεως του αιτούντος, εφόσον θα είχε ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της προσωρινής και ευνοϊκής καταστάσεώς του, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενδιαφερόμενος θα συνέχιζε να κατέχει έδρα στο Κοινοβούλιο και να συμμετέχει στα όργανά του με πλήρη δικαιώματα.
(βλ. σκέψεις 33, 35-36)
2. Από το κείμενο του άρθρου 12 της Πράξεως του 1976 περί της εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει καταρχήν καμία αρμοδιότητα να επαγρυπνεί για την τήρηση του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, είτε γενικώς είτε ειδικότερα στον εκλογικό τομέα. Αντιθέτως, το γράμμα αυτής της διατάξεως δείχνει ότι η εξουσία εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως, την οποία διαθέτει το Κοινοβούλιο, είναι, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, περιορισμένη, καθόσον έχει προστεθεί ένα διπλό όριο.
Πρώτον, το ότι το Κοινοβούλιο «λαμβάνει υπόψη» τα αποτελέσματα που δηλώνονται επισήμως από τα κράτη μέλη σημαίνει προφανώς ότι ο ρόλος του Κοινοβουλίου περιορίζεται στο να λαμβάνει υπόψη τη διαπίστωση, στην οποία έχουν προβεί οι εθνικές αρχές, της εκλογής ορισμένων προσώπων, ήτοι μια προϋφιστάμενη νομική κατάσταση που οφείλεται αποκλειστικά στην απόφαση αυτών των αρχών, πράγμα που καθιστά εναργή την παντελή έλλειψη περιθωρίου εκτιμήσεως του Κοινοβουλίου εν προκειμένω. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα, φαίνεται να αποκλείεται ότι το Κοινοβούλιο μπορεί να θέτει εν αμφιβόλω αυτό καθεαυτό το νομότυπο της οικείας εθνικής πράξεως και να αρνείται να τη λάβει υπόψη, όταν θεωρεί ότι υφίσταται παρατυπία.
Δεύτερον, η ιδιαίτερη αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου να αποφασίζει επί των διαφορών που μπορεί να προκύψουν από την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως περιορίζεται ομοίως ratione materiae μόνο στις διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να ανακύψουν από την εφαρμογή των διατάξεων της Πράξεως του 1976, εξαιρουμένων των εθνικών διατάξεων στις οποίες παραπέμπει η πράξη αυτή.
(βλ. σκέψεις 71-73, 75-76)
3. Το άρθρο 6 της Πράξεως του 1976 περί της εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία αφορά μόνο τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα οποία πρέπει να μπορούν να ασκούν ανεξάρτητα τις προνομίες τους, και όχι τους εκλεγμένους υποψηφίους των οποίων τα έγγραφα νομιμοποιήσεως δεν έχουν ακόμη εξελεγχθεί από το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 12 της Πράξεως του 1976. Η επικύρωση από το Κοινοβούλιο της ανάδειξης ενός τέτοιου προσώπου στο βουλευτικό αξίωμα, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξελέγξεως των εγγράφων του νομιμοποιήσεως, είναι προαπαιτούμενος όρος για να έχει εφαρμογή σ’ αυτό το πρόσωπο το άρθρο 6 της Πράξεως του 1976. Η κατάσταση του εκλεγμένου υποψηφίου βουλευτή δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την κατάσταση του μέλους του Κοινοβουλίου προς τον σκοπό της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 6.
(βλ. σκέψεις 77, 79, 81)
4. Οι πλημμέλειες που πάσχει ενδεχομένως η επίσημη ανακήρυξη των εκλογικών αποτελεσμάτων από την οικεία αρμόδια εθνική αρχή ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως των εκλεγέντων. Οσάκις δηλαδή μια εθνική πράξη εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως κοινοτικής αποφάσεως και, ως εκ της κατανομής των αρμοδιοτήτων στον συγκεκριμένο τομέα, δεσμεύει τη λαμβάνουσα την απόφαση κοινοτική αρχή και, συνακόλουθα, καθορίζει τους όρους της εκδοθησομένης κοινοτικής αποφάσεως, οι πλημμέλειες που πάσχει ενδεχομένως η εθνική αυτή πράξη δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να θίξουν το κύρος της αποφάσεως της κοινοτικής αρχής.
Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να αποφασίζουν, ενδεχομένως κατόπιν υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ, επί της νομιμότητας των εθνικών εκλογικών διατάξεων και διαδικασιών.
(βλ. σκέψεις 91-93)
5. Η σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, κριτήριο του επείγοντος της υποθέσεως, συνιστά τον πρώτο όρο της συγκρίσεως που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της σταθμίσεως των συμφερόντων. Ειδικότερα, η σύγκριση αυτή πρέπει να οδηγεί τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να εξετάσει αν, σε περίπτωση ακυρώσεως της επίδικης πράξεως από τον δικαστή της ουσίας, θα είναι δυνατή η ανατροπή της καταστάσεως που θα έχει δημιουργηθεί από την άμεση εκτέλεση της πράξεως αυτής και, αντιστρόφως, αν η αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω πράξεως μπορεί να παρεμποδίσει την παραγωγή όλων των αποτελεσμάτων της σε περίπτωση που απορριφθεί επί της ουσίας η προσφυγή.
Σε περίπτωση ισότητας μεταξύ των εμπλεκόμενων ιδιαίτερων συμφερόντων, τα γενικότερα συμφέροντα που συνηγορούν είτε υπέρ της χορηγήσεως της ζητούμενης αναστολής εκτελέσεως είτε υπέρ της μη χορηγήσεώς της αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Συναφώς είναι αναμφισβήτητο ότι το κράτος μέλος το οποίο αφορά η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την οποία ακυρώνεται η ανάδειξη ενός μέλους του ως βουλευτή λόγω ελλείψεως νομιμοποιήσεως έχει συμφέρον να γίνει σεβαστή από το Κοινοβούλιο η εκλογική νομοθεσία του, διότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 της Πράξεως του 1976 περί της εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία, η εκλογική διαδικασία διέπεται, σε κάθε κράτος μέλος, από τις εθνικές διατάξεις. Βεβαίως, στο συμφέρον αυτό θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί το γενικό συμφέρον του Κοινοβουλίου στη διατήρηση της ισχύος των αποφάσεών του. Πάντως, το δεύτερο αυτό συμφέρον δεν μπορεί να υπερτερεί κατά τη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων. Ακόμη δηλαδή και αν υποτεθεί ότι το Κοινοβούλιο μπορεί να ασκεί την εξουσία να αγνοεί τα εκλογικά αποτελέσματα που ανακοινώνει το οικείο κράτος μέλος, όταν τα αποτελέσματα αυτά του φαίνονται αντίθετα προς τις διατάξεις της Πράξεως του 1976, γεγονός παραμένει ότι η εξουσία αυτή μπορεί να ασκείται μόνο σε σπάνιες και, επομένως, εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι τα κράτη μέλη συμμορφώνονται προς την υποχρέωσή τους, που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ, να προσαρμόζουν το εκλογικό τους δίκαιο προς τις απαιτήσεις της Πράξεως του 1976.
(βλ. σκέψεις 106, 109-110, 113)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
της 15ης Νοεμβρίου 2007 (*)
«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως των εκλεγέντων – Ακύρωση της ανάδειξης σε βουλευτή συνεπεία της εφαρμογής του εθνικού εκλογικού δικαίου – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Παραδεκτό – Fumus boni juris – Επείγον – Στάθμιση των συμφερόντων»
Στην υπόθεση T‑215/07 R,
Beniamino Donnici, κάτοικος Castrolibero (Ιταλία), εκπροσωπούμενος από τους M. Sanino, G. M. Roberti, I. Perego και P. Salvatore, δικηγόρους,
αιτών,
υποστηριζόμενος από
την Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον I. Μ. Braguglia, επικουρούμενο από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους H. Krück, N. Lorenz και A. Caiola,
καθού,
υποστηριζόμενου από
τον Achille Occhetto, κάτοικο Ρώμης (Ιταλία), εκπροσωπούμενο από τους P. De Caterini και F. Paola, δικηγόρους,
παρεμβαίνοντα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Μαΐου 2007, περί εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως του Beniamino Donnici [2007/2121(REG)], έως ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της προσφυγής της κύριας δίκης,
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ,
που αντικαθιστά τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με το άρθρο 106 του Κανονισμού Διαδικασίας και τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου της 5ης Ιουλίου 2006, της 6ης Ιουνίου 2007 και της 19ης Σεπτεμβρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Το νομικό πλαίσιο
1 Τα άρθρα 6 έως 8, το άρθρο 12 και το άρθρο 13, παράγραφος 3, της Πράξεως εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση καθολική ψηφοφορία (GU 1976, L 278, σ. 5), όπως έχει τροποποιηθεί και αναριθμηθεί εσχάτως με την απόφαση 2002/772/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002 και της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 283, σ. 1, στο εξής: Πράξη του 1976), προβλέπουν τα εξής:
«Άρθρο 6
1. Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ψηφίζουν ατομικώς και προσωπικώς. Δεν δεσμεύονται από οδηγίες ούτε δέχονται επιτακτική εντολή.
2. Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν των προνομίων και ασυλιών που ισχύουν γι αυτά δυνάμει του Πρωτοκόλλου της 8ης Απριλίου 1965 περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 7
1. Η ιδιότητα του μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν συμβιβάζεται προς την ιδιότητα του:
– μέλους της κυβερνήσεως ενός κράτους μέλους,
– μέλους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
– δικαστού, γενικού εισαγγελέως ή γραμματέως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή του Πρωτοδικείου,
– μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,
– μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
– Διαμεσολαβητή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
– μέλους της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας,
– μέλους των επιτροπών ή οργανισμών, που συνεστήθησαν δυνάμει ή κατ’ εφαρμογή των Συνθηκών περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας για τη διοίκηση κοινοτικών ταμείων ή για συνεχή και άμεση άσκηση καθηκόντων διαχειρίσεως,
– μέλους του διοικητικού συμβουλίου, της διευθυνούσης επιτροπής ή υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων,
– εν ενεργεία υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού των θεσμικών οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των οργάνων ή οργανισμών που συνδέονται μ’ αυτά ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
2. Από την εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2004, η ιδιότητα του μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν είναι συμβατή με την ιδιότητα του μέλους εθνικού κοινοβουλίου.
Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό και με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3:
– τα μέλη του εθνικού κοινοβουλίου της Ιρλανδίας τα οποία εκλέγονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε μεταγενέστερες εκλογές μπορούν να ασκούν ταυτόχρονα τα δύο καθήκοντα έως τις επόμενες εκλογές του εθνικού κοινοβουλίου της Ιρλανδίας, οπότε τίθεται σε εφαρμογή το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου,
– τα μέλη του εθνικού κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου που είναι συγχρόνως μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά την πενταετή περίοδο προ της εκλογής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2004 μπορούν να ασκούν ταυτόχρονα τα δύο καθήκοντα έως τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2009, οπότε τίθεται σε εφαρμογή το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
[…]
Άρθρο 8
Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας πράξης, η εκλογική διαδικασία διέπεται, σε κάθε κράτος μέλος, από τις εθνικές διατάξεις.
Οι εθνικές αυτές διατάξεις, που ενδεχομένως λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των κρατών μελών, δεν πρέπει συνολικά να θίγουν την αναλογικότητα του εκλογικού συστήματος.
[...]
Άρθρο 12
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβαίνει στην εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για τον σκοπό αυτό το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα που δηλώνονται επισήμως από τα κράτη μέλη και αποφασίζει επί των διαφορών οι οποίες θα ηδύναντο ενδεχομένως να ανακύψουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας πράξεως, εξαιρουμένων των εθνικών διατάξεων στις οποίες παραπέμπει η πράξη αυτή.
Άρθρο 13
[…]
3. Όταν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει ρητώς την έκπτωση μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από το αξίωμά του, η θητεία του λήγει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτής της νομοθεσίας. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές ενημερώνουν σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο».
2 Το άρθρο 3 και το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, του εσωτερικού κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχουν ως ακολούθως:
«Άρθρο 3
Έλεγχος της εντολής
1. Μετά τις εκλογές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο [Π]ρόεδρος καλεί τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να ανακοινώσουν στο Κοινοβούλιο αμελλητί τα ονόματα των εκλεγέντων βουλευτών, προκειμένου όλοι οι βουλευτές να είναι σε θέση να καταλάβουν τις έδρες τους στο Κοινοβούλιο με την έναρξη της πρώτης συνεδρίασης μετά τις εκλογές.
Συγχρόνως, ο [Π]ρόεδρος εφιστά την προσοχή των αρχών αυτών στις σχετικές διατάξεις της [Πράξεως του 1976] και τις καλεί να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψουν κάθε ασυμβίβαστο με το αξίωμα του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
2. Κάθε βουλευτής, η εκλογή του οποίου έχει ανακοινωθεί στο Κοινοβούλιο, προβαίνει σε γραπτή δήλωση, προτού καταλάβει την έδρα του στο Κοινοβούλιο, ότι δεν κατέχει οποιοδήποτε αξίωμα ασυμβίβαστο με την ιδιότητά του ως βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, της [Πράξεως του 1976]. Κατόπιν γενικών εκλογών, η δήλωση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί, εφόσον είναι δυνατόν, το αργότερο έξι ημέρες πριν από τη σύνοδο για τη συγκρότηση του Κοινοβουλίου σε Σώμα. Έως ότου ελεγχθεί η εντολή του βουλευτή ή εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση διαφοράς, και υπό τον όρο ότι έχει προηγουμένως υπογράψει την προαναφερθείσα έγγραφη δήλωση, ο βουλευτής καταλαμβάνει την έδρα του στο Κοινοβούλιο και συμμετέχει στα όργανά του με πλήρη δικαιώματα.
Εφόσον έχει διαπιστωθεί με στοιχεία επαληθεύσιμα από πηγές στις οποίες έχει πρόσβαση το κοινό ότι βουλευτής κατέχει αξίωμα ασυμβίβαστο προς την ιδιότητα του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, της [Πράξεως του 1976], το Κοινοβούλιο, με βάση τις πληροφορίες που προσκομίζει ο [Π]ρόεδρός του, διαπιστώνει τη χηρεία της έδρας.
3. Το Κοινοβούλιο προβαίνει αμέσως, με βάση την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του, στον έλεγχο της εντολής και αποφασίζει για το κύρος της εντολής εκάστου των νεοεκλεγέντων βουλευτών του, καθώς και επί των ενδεχομένων αμφισβητήσεων, οι οποίες προβάλλονται βάσει των διατάξεων της [Πράξεως του 1976], εξαιρουμένων των αμφισβητήσεων που απορρέουν από εθνικούς εκλογικούς νόμους.
4. Η έκθεση της αρμόδιας επιτροπής βασίζεται στην επίσημη ανακοίνωση από κάθε κράτος μέλος του συνόλου των εκλογικών αποτελεσμάτων, στην οποία αναγράφονται τα ονόματα των εκλεγέντων υποψηφίων, καθώς και των ενδεχομένων αντικαταστατών, με τη σειρά που προκύπτει από το αποτέλεσμα των εκλογών.
Ο έλεγχος της εντολής βουλευτή μπορεί να γίνει μόνον εφόσον ο τελευταίος έχει προβεί στις γραπτές δηλώσεις που απαιτούνται κατά το παρόν άρθρο, καθώς και κατά το παράρτημα Ι του παρόντος Κανονισμού.
Το Κοινοβούλιο, στηριζόμενο σε έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποφαίνεται επί ενδεχομένων ενστάσεων σχετικά με το κύρος της εντολής οιουδήποτε βουλευτή του.
5. Εφόσον ο διορισμός βουλευτή είναι συνέπεια της παραίτησης υποψηφίων του ίδιου ψηφοδελτίου, η αρμόδια για τον έλεγχο της εντολής επιτροπή μεριμνά ώστε η παραίτηση αυτή να υποβάλλεται σύμφωνα με το πνεύμα και το γράμμα της [Πράξεως του 1976], καθώς και του άρθρου 4, παράγραφος 3, του παρόντος Κανονισμού.
6. Η αρμόδια επιτροπή μεριμνά ώστε κάθε πληροφορία που θα μπορούσε να επηρεάσει την άσκηση της εντολής βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή τη σειρά κατάταξης των αντικαταστατών να γνωστοποιείται αμέσως στο Κοινοβούλιο από τις αρχές των κρατών μελών ή της Ένωσης· στη γνωστοποίηση αναφέρεται η ημερομηνία έναρξης ισχύος, εφόσον πρόκειται περί διορισμού.
Στην περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κινούν κατά βουλευτή διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει στην κήρυξη της έκπτωσής του, ο Πρόεδρος ζητεί από τις εθνικές αρχές να τον ενημερώνουν τακτικά για την πορεία της διαδικασίας. Παραπέμπει το ζήτημα στην αρμόδια επιτροπή, ύστερα από πρόταση της οποίας το Κοινοβούλιο μπορεί να αποφανθεί.
Άρθρο 4
Διάρκεια της εντολής
[…]
3. Κάθε βουλευτής που υποβάλλει παραίτηση κοινοποιεί την παραίτησή του στον Πρόεδρο, καθώς και την ημερομηνία κατά την οποία αυτή αρχίζει να ισχύει, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες μετά την κοινοποίηση. Η κοινοποίηση αυτή λαμβάνει τη μορφή πρακτικού που συντάσσεται παρόντος του Γενικού Γραμματέα ή του εκπροσώπου του, υπογράφεται από αυτόν, καθώς και τον ενδιαφερόμενο βουλευτή, και υποβάλλεται αμέσως στην αρμόδια επιτροπή, η οποία την εγγράφει στην ημερήσια διάταξη της πρώτης συνεδρίασης μετά τη λήψη του εν λόγω εγγράφου.
Εάν η αρμόδια επιτροπή κρίνει ότι η παραίτηση δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα ή το γράμμα της [Πράξεως του 1976], ενημερώνει το Κοινοβούλιο προκειμένου αυτό να αποφασίσει εάν θα διαπιστώσει ή όχι τη χηρεία.
Σε αντίθετη περίπτωση, η διαπίστωση της χηρείας πραγματοποιείται από την ημερομηνία που αναφέρεται από τον παραιτούμενο βουλευτή στο πρακτικό παραίτησης. Το Κοινοβούλιο δεν προβαίνει σε ψηφοφορία επί του θέματος.
[...]
4. Όταν η αρμόδια αρχή κράτους μέλους ανακοινώνει στον Πρόεδρο τη λήξη της θητείας βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους, είτε λόγω ασυμβιβάστων κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, της [Πράξεως του 1976], είτε λόγω στέρησης της εντολής κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 3, της εν λόγω Πράξεως, ο Πρόεδρος ενημερώνει το Κοινοβούλιο ότι η εντολή έληξε κατά την ημερομηνία που ανακοίνωσε το κράτος μέλος και καλεί το κράτος μέλος να πληρώσει την κενή έδρα αμελλητί.
Εφόσον οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ή της Ένωσης ή ο ενδιαφερόμενος βουλευτής γνωστοποιήσουν στον Πρόεδρο διορισμό ή εκλογή σε θέσεις ασυμβίβαστες με την εντολή του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατά το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της [Πράξεως του 1976], ο Πρόεδρος ενημερώνει το Κοινοβούλιο, το οποίο διαπιστώνει τη χηρεία της έδρας».
3 Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 9 του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου και του παραρτήματός του I, κάθε βουλευτής δηλώνει με ακρίβεια τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, καθώς και οιαδήποτε άλλα αμειβόμενα καθήκοντα ή δραστηριότητές του.
4 Τα άρθρα 2 και 30 της αποφάσεως 2005/684/EK, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, για τη θέσπιση του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ L 262, σ. 1, στο εξής: καθεστώς των βουλευτών), ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 2
1. Οι βουλευτές είναι ελεύθεροι και ανεξάρτητοι.
2. Συμφωνίες σχετικά με την παραίτηση από την εντολή πριν από τη λήξη ή κατά το τέλος κοινοβουλευτικής περιόδου είναι άκυρες.
[...]
Άρθρο 30
Το παρόν καθεστώς τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα της κοινοβουλευτικής περιόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που αρχίζει το έτος 2009.»
5 Εξάλλου, η αιτιολογική σκέψη 4 του καθεστώτος των βουλευτών έχει την ακόλουθη διατύπωση:
«Η ελευθερία και ανεξαρτησία του βουλευτή, την οποία προστατεύει το άρθρο 2, χρήζει ρυθμίσεως και δεν μνημονεύεται στα κείμενα του πρωτογενούς δικαίου. Δηλώσεις, με τις οποίες βουλευτές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να παραιτηθούν της εντολής τους σε καθορισμένη χρονική στιγμή, ή εν λευκώ δηλώσεις για την παραίτηση από την εντολή, τις οποίες ένα κόμμα μπορεί να χρησιμοποιήσει κατά βούληση, δεν συμβιβάζονται με την ελευθερία και ανεξαρτησία του βουλευτή και δεν είναι, συνεπώς, δυνατόν να έχουν νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα».
Ιστορικό της διαφοράς
6 Στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που διεξήχθησαν στις 12 και 13 Ιουνίου 2004, ο Beniamino Donnici, ο αιτών, ήταν υποψήφιος στο κοινό ψηφοδέλτιο «Società Civile – Di Pietro Occhetto», στην εκλογική περιφέρεια της Μεσημβρινής Ιταλίας. Το ψηφοδέλτιο αυτό έλαβε δύο έδρες, την πρώτη σ’ αυτή την εκλογική περιφέρεια και τη δεύτερη στη Βορειοδυτική Ιταλία. Ο A. Di Pietro, ο οποίος είχε έρθει πρώτος στις δύο εκλογικές περιφέρειες, επέλεξε την εκλογική περιφέρεια της Μεσημβρινής Ιταλίας.
7 Ο A. Occhetto εμφανιζόταν στη δεύτερη θέση στα ψηφοδέλτια, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των ψήφων που ελήφθησαν στις δύο εκλογικές περιφέρειες, προηγούμενος του αιτούντος στην εκλογική περιφέρεια της Μεσημβρινής Ιταλίας, ο δε G. Chiesa σ’ αυτή της Βορειοδυτικής Ιταλίας. Δεδομένου ότι ο Α. Di Pietro επέλεξε την έδρα της Μεσημβρινής Ιταλίας, ο Α. Occhetto θα έπρεπε να ανακηρυχθεί εκλεγείς στην εκλογική περιφέρεια της Βορειοδυτικής Ιταλίας. Πάντως, με γραπτή δήλωση, η οποία υπογράφηκε ενώπιον συμβολαιογράφου στις 6 Ιουλίου 2004 και περιήλθε στις 7 Ιουλίου 2004 στο Ufficio elettorale nazionale per il Parlamento europeo presso la Corte di cassazione (εθνική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ιταλικό αναιρετικό δικαστήριο, στο εξής: ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών), ο Α. Occhetto, ο οποίος κατείχε τότε έδρα στην ιταλική Γερουσία, παραιτήθηκε «αμετακλήτως» από την ανάδειξή του στο αξίωμα του ευρωβουλευτή και στις δύο εκλογικές περιφέρειες.
8 Κατόπιν αυτής της παραιτήσεως, η ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών ανακοίνωσε στο Κοινοβούλιο, στις 12 Νοεμβρίου 2004, τα επίσημα αποτελέσματα των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μαζί με τον κατάλογο των εκλεγομένων υποψηφίων και των αντικαταστατών τους. Η ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών ανακήρυξε ως εκλεγέντες τον G. Chiesa στην εκλογική περιφέρεια της Βορειοδυτικής Ιταλίας και τον A. Di Pietro σ’ αυτή της Μεσημβρινής Ιταλίας, οπότε ο αιτών κατέστη ο πρώτος από τους επιλαχόντες στη δεύτερη αυτή εκλογική περιφέρεια.
9 Κατά τις βουλευτικές εκλογές της 9ης και 10ης Απριλίου 2006 στην Ιταλία, ο A. Di Pietro εξελέγη βουλευτής στο ιταλικό Κοινοβούλιο και επέλεξε να έχει την εθνική βουλευτική ιδιότητα από τις 28 Απριλίου 2006. Δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της Πράξεως του 1976, το αξίωμα αυτό ήταν ασυμβίβαστο προς την ιδιότητα του μέλους του Κοινοβουλίου, το Κοινοβούλιο διαπίστωσε, στις 27 Απριλίου 2006, ότι η εν λόγω έδρα χηρεύει από της επομένης και πληροφόρησε σχετικώς την Ιταλική Δημοκρατία.
10 Με δήλωση της 27ης Απριλίου 2006 προς την ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών, ο A. Occhetto ανακάλεσε την παραίτησή του της 7ης Ιουλίου 2004, εκφράζοντας «τη βούλησή του να διαδεχθεί, ως πρώτος από τους επιλαχόντες στην εκλογική περιφέρεια [της Μεσημβρινής Ιταλίας], τον [Di] Pietro, οπότε έπρεπε να θεωρηθεί άνευ αποτελεσμάτων και εν πάση περιπτώσει ανακληθείσα οποιαδήποτε προηγουμένως εξωτερίκευση διαφορετικής βουλήσεως […] και εν πάση περιπτώσει έπρεπε να ληφθεί συναφώς υπόψη η εκφρασθείσα κατά την ημερομηνία ανακηρύξεως των εκλεγέντων βούληση».
11 Κατόπιν αυτής της δηλώσεως, η ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών ανακήρυξε, στις 8 Μαΐου 2006, τον A. Occhetto ως εκλεγέν μέλος του Κοινοβουλίου.
12 Με την απόφασή του της 21ης Ιουλίου 2006, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio (Περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο του Λατίου, Ιταλία) απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε ο αιτών κατά αυτής της ανακηρύξεως. Ουσιαστικώς, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio έκρινε ότι η παραίτηση του A. Occhetto, της 7ης Ιουλίου 2004, σε σχέση με την ανακήρυξη των εκλεγέντων, δεν σήμαινε παραίτηση από τη θέση του στη μετεκλογική σειρά κατατάξεως. Το διοικητικό δικαστήριο αιτιολόγησε την απόφασή του, υπογραμμίζοντας ότι ο σεβασμός της λαϊκής βούλησης επιβάλλει τα εκλογικά αποτελέσματα να θεωρούνται εκτός συναλλαγής και μη δυνάμενα να τροποποιηθούν και ότι μια τέτοια παραίτηση δεν παράγει αποτελέσματα όσον αφορά την έγκριση τυχόν πράξεων υποκαταστάσεως σε περίπτωση ασυμβίβαστου, εκπτώσεως, μη εκλογιμότητας ή αποποιήσεως της ανακηρύξεως ή του αξιώματος εκ μέρους των δικαιούχων και ότι, επομένως, ο υποψήφιος που έχει παραιτηθεί από την εκλογή έχει το δικαίωμα, σε περίπτωση κατά την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις υποκαταστάσεως, να ανακαλέσει την απόφασή του περί παραιτήσεως προκειμένου να καταλάβει την έδρα που πρέπει να πληρωθεί με υποκατάσταση.
13 Ο αιτών αμφισβήτησε επίσης ενώπιον του Κοινοβουλίου την ανακήρυξη του A. Occhetto ως ευρωβουλευτή στη θέση του A. Di Pietro. Η αμφισβήτηση αυτή εξετάσθηκε από την επιτροπή νομικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου κατά τη συνεδρίασή της της 21ης Ιουνίου 2006. Αφού διαπίστωσε ότι, κατά το άρθρο 12 της Πράξεως του 1976, η εν λόγω αμφισβήτηση δεν ήταν παραδεκτή, λόγω του ότι στηριζόταν στον ιταλικό εκλογικό νόμο, η επιτροπή νομικών υποθέσεων πρότεινε, ομοφώνως, στο Κοινοβούλιο να δεχθεί ως έγκυρη την εκλογή του A. Occhetto, αναδρομικώς από τις 8 Μαΐου 2006. Στις 3 Ιουλίου 2006, το Κοινοβούλιο επικύρωσε την εκλογή του A. Occhetto.
14 Με οριστική απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2006, η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας), δέχτηκε την έφεση του αιτούντος κατά της προπαρατεθείσας αποφάσεως του Tribunale amministrativo regionale del Lazio, τη μεταρρύθμισε και ακύρωσε την ανακήρυξη του A. Occhetto ως μέλους του Κοινοβουλίου, στην οποία είχε προβεί η ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών στις 8 Μαΐου 2006. Το Consiglio di Stato έκρινε, πρώτον, ότι η διάκριση μεταξύ της παραιτήσεως από την εκλογή και της παραιτήσεως από τη θέση στη σειρά κατατάξεως είναι παράλογη, διότι η εκλογή αποτελεί συνέπεια της σειράς κατατάξεως και η παραίτηση από την εκλογή έχει ως αποτέλεσμα ότι ο ενδιαφερόμενος δεν περιλαμβάνεται πλέον σ’ αυτή τη σειρά κατατάξεως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δεύτερον, το Consiglio di Stato έκρινε ότι είναι αντιφατικός ο ισχυρισμός ότι η παραίτηση από την εκλογή δεν παράγει αποτελέσματα για τους σκοπούς της υποκαταστάσεως και ότι ο υποψήφιος που παραιτείται από το αξίωμα του ευρωβουλευτή έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την παραίτησή του, όταν πρόκειται να γίνει υποκατάσταση. Τρίτον, τέλος, το Consiglio di Stato έκρινε ότι η παραίτηση από την εκλογή συνιστά αμετάκλητη δήλωση, όταν το αρμόδιο όργανο ή η αρμόδια υπηρεσία, αποδέκτης της παραιτήσεως, έχει λάβει γνώση αυτής, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα τροποποίηση της αρχικής σειράς κατατάξεως που κατάρτισε η επιτροπή εκλογικών διαδικασιών.
15 Στις 29 Μαρτίου 2007, η ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών έλαβε υπόψη την προπαρατεθείσα ανωτέρω απόφαση του Consiglio di Stato και προέβη στην ανακήρυξη του αιτούντος ως μέλους του Κοινοβουλίου για την εκλογική περιφέρεια της Μεσημβρινής Ιταλίας, ανακαλώντας έτσι την εντολή του A. Occhetto.
16 Το Κοινοβούλιο έλαβε υπόψη αυτή την ανακήρυξη, κατόπιν της σχετικής προς αυτό ανακοινώσεως, στα πρακτικά της συνόδου της ολομέλειας της 23ης Απριλίου 2007, όπου εκτίθενται τα εξής:
«Οι αρμόδιες ιταλικές αρχές ανακοίνωσαν ότι η εκλογή [του A. Occhetto] ακυρώθηκε και ότι η ως εκ τούτου χηρεύουσα έδρα καταλαμβάνεται [από τον αιτούντα]. Το Κοινοβούλιο λαμβάνει υπόψη αυτές τις αποφάσεις αυτές αναδρομικά από τις 29 Μαρτίου 2007.
[…]
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του [εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου], έως ότου ελεγχθεί η εντολή [του] ή εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση διαφοράς, και υπό τον όρο ότι έχει προηγουμένως υπογράψει τη δήλωση ότι δεν κατέχει οποιοδήποτε αξίωμα ασυμβίβαστο με την ιδιότητά του ως βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, [ο αιτών] καταλαμβάνει την έδρα του στο Κοινοβούλιο και συμμετέχει στα όργανά του με πλήρη δικαιώματα.»
17 Εν τω μεταξύ, ο A. Occhetto, με έγγραφο της 5ης Απριλίου 2007, το οποίο συμπληρώθηκε με σημείωμα της 14ης Απριλίου 2007, προέβαλε ένσταση και ζήτησε από το Κοινοβούλιο να επιβεβαιώσει την ανακήρυξή του, καθώς και να μην επικυρώσει αυτή του αιτούντος. Με απόφαση της 24ης Μαΐου 2007 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), που εκδόθηκε βάσει εκθέσεως της επιτροπής νομικών υποθέσεων της 22ας Μαΐου 2007 (A6‑0198/2007), το Κοινοβούλιο κήρυξε άκυρη την ανακήρυξη του αιτούντος ως βουλευτή του Κοινοβουλίου, η εκλογή του οποίου ανακοινώθηκε από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, και επιβεβαίωσε την ανακήρυξη του A. Occhetto. Το Κοινοβούλιο επιφόρτισε επίσης τον Πρόεδρό του να διαβιβάσει αυτή την απόφαση στην αρμόδια εθνική αρχή, καθώς και στον αιτούντα και τον A. Occhetto.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
18 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Ιουνίου 2007, ο αιτών άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
19 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αυθημερόν, ο αιτών υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και του άρθρου 242 ΕΚ, την υπό κρίση αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας από το Πρωτοδικείο να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα αυτής της διαδικασίας ή να επιφυλαχθεί ως προ αυτό το σημείο.
20 Με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Ιουλίου 2007, το Κοινοβούλιο ζητεί, κυρίως, να απορριφθεί η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ως απαράδεκτη, άλλως ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
21 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Ιουλίου 2007, ο A. Occhetto υπέβαλε αίτημα παρεμβάσεως στην προκείμενη διαδικασία υπέρ του Κοινοβουλίου.
22 Οι κύριοι διάδικοι κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί αυτού του αιτήματος εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
23 Με διάταξη της 13ης Ιουλίου 2007, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δέχτηκε το αίτημα παρεμβάσεως του A. Occhetto και τον κάλεσε να καταθέσει υπόμνημα παρεμβάσεως.
24 Με το υπόμνημά του παρεμβάσεως, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 29 Ιουλίου 2007, ο A. Occhetto ζήτησε είτε να απορριφθεί η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα είτε να επιφυλαχθεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων ως προς αυτό το σημείο.
25 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Αυγούστου 2007, η Ιταλική Δημοκρατία υπέβαλε αίτημα παρεμβάσεως στην προκείμενη διαδικασία υπέρ του αιτούντος. Η Ιταλική Δημοκρατία κλήθηκε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της κατά την ακρόαση των διαδίκων, δεδομένου ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων επιφυλάχθηκε ως προς την παρέμβασή της.
26 Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις διευκρινίσεις τους κατά την ακρόασή τους που πραγματοποιήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2007.
27 Στο πλαίσιο της ακροάσεως, οι διάδικοι κλήθηκαν να αναπτύξουν προφορικώς της παρατηρήσεις τους επί του αιτήματος παρεμβάσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας. Οι διάδικοι δεν προέβαλαν αντιρρήσεις ως προς αυτό το αίτημα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες και λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 40, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο έχει εφαρμογή στο Πρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου του 53, πρώτο εδάφιο, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων επέτρεψε την παρέμβαση της Ιταλικής Δημοκρατίας, πράγμα που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά ακροάσεως.
28 Η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε με τις παρατηρήσεις της που ανέπτυξε προφορικά στο πλαίσιο της ακροάσεως να γίνει δεκτή η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
29 Κατά τη διεξαγωγή της ακροάσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων αποφάσισε να περιλάβει στη δικογραφία, αφενός, ένα απόσπασμα των πρακτικών της συνεδριάσεως της Ολομέλειας του Κοινοβουλίου της 23ης Απριλίου 2007, στο οποίο περιέχεται το σημείο 10 αυτών, και, αφετέρου, ένα αντίγραφο της δεύτερης εκθέσεως της επιτροπής εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως του Κοινοβουλίου, της 7ης Ιανουαρίου 1983. Οι διάδικοι δεν προέβαλαν αντιρρήσεις ως προς τούτο.
Σκεπτικό
30 Δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Πρωτοδικείο δύναται, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως μιας προσβαλλομένης ενώπιόν του πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα. Προς τούτο, λαμβάνει υπόψη τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως έχουν διευκρινισθεί από τη νομολογία.
31 Συγκεκριμένα, η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα προσωρινά μέτρα μπορούν να διαταχθούν από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων αν έχει αποδειχθεί ότι η λήψη τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) βάσει των προβαλλομένων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών και ότι τα μέτρα αυτά είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κυρίας δίκης. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει, επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2000, C‑377/98 R, Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. I‑6229, σκέψη 41, και της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C‑445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I‑1461, σκέψη 73, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 16ης Φεβρουαρίου 2007, T‑310/06 R, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 19).
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
32 Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη. Κατά το Κοινοβούλιο, η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς ένα σημείο είναι εκτελεστή, ήτοι ως προς την οδηγία που δόθηκε στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου να διαβιβάσει αυτή την απόφαση στα οικεία όργανα και πρόσωπα. Όσον αφορά τον αιτούντα, το κατ’ ουσίαν μέρος της αποφάσεως έχει μη εκτελεστό αρνητικό περιεχόμενο, εφόσον περιορίζεται απλώς να κηρύξει άκυρη την ανακήρυξή του. Η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί επομένως να μετατραπεί σε θετική απόφαση, ήτοι σε απόφαση επικυρώνουσα την ανακήρυξη του αιτούντος. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, αίτηση αναστολής εκτελέσεως δεν είναι, κατ’ αρχήν, νοητή κατά αρνητικής διοικητικής πράξεως, δεδομένου ότι η αναστολή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της καταστάσεως του αιτούντος (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 2002, C‑486/01 P‑R και C‑488/01 P‑R, Front national και Martinez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑1843, σκέψη 73, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 12ης Μαΐου 2006, T‑42/06 R, Gollnisch κατά Κοινοβουλίου, δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 30), και δεν θα είχε ως εκ τούτου πρακτική χρησιμότητα γι’ αυτόν (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 2ας Ιουλίου 2004, T‑76/04 R, Bactria κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑2025, σκέψη 52, και Gollnisch κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψεις 36 και 37).
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
33 Έχει κριθεί κατ’ επανάληψη ότι αίτηση αναστολής εκτελέσεως δεν νοείται, κατ’ αρχήν, κατά αρνητικής διοικητικής πράξεως, δεδομένου ότι η αναστολή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της καταστάσεως του αιτούντος [διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1997, C‑89/97 P(R), Moccia Irme κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I‑2327, σκέψη 45, και Front national και Martinez κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα ανωτέρω στη σκέψη 32, σκέψη 73, και διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2002, T‑107/01 R και T‑175/01 R, Lormines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑3193, σκέψη 48, της 16ης Ιανουαρίου 2004, T‑369/03 R, Arizona Chemical κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑205, σκέψη 62, και Gollnisch κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 32, σκέψη 30].
34 Σ’ αυτή την αλληλουχία, αρνητική απόφαση συνιστά η απόφαση περί μη λήψεως του ζητούμενου μέτρου (βλ., σχετικώς, διάταξη Lormines κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα ανωτέρω στη σκέψη 33, σκέψη 48).
35 Εν προκειμένω, ο χαρακτηρισμός από το Κοινοβούλιο της προσβαλλομένης πράξεως ως αρνητικής αποφάσεως δεν φαίνεται να είναι ορθός. Πράγματι, με αυτή την απόφαση ελέγχονται τα έγγραφα νομιμοποιήσεως του αιτούντος ως μέλους του Κοινοβουλίου και, κατόπιν αυτού του ελέγχου, η ανακήρυξή του κηρύσσεται άκυρη. Συγχρόνως, η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνει την ανακήρυξη του A. Occhetto, θέτοντας έτσι τέλος στην ευνοϊκή θέση της οποίας ετύγχανε προσωρινώς ο αιτών, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, από τις 29 Μαρτίου 2007.
36 Η χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως θα έχει όμως ως συνέπεια, όπως παραδέχεται το ίδιο το Κοινοβούλιο (βλ. κατωτέρω σκέψη 99), μεταβολή της νομικής θέσεως του αιτούντος, εφόσον θα έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της κατά τα ανωτέρω προσωρινής και ευνοϊκής καταστάσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας θα συνεχίσει αυτός να κατέχει έδρα στο Κοινοβούλιο και να συμμετέχει στα όργανά του με πλήρη δικαιώματα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, και σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί, όσον αφορά τον αιτούντα, αρνητική πράξη κατά την έννοια της προπαρατεθείσας στη σκέψη 33 νομολογίας.
37 Κατά συνέπεια, ο αιτών δικαιολογεί επαρκώς την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για τη ζητούμενη αναστολή εκτελέσεως και, επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να κριθεί ως παραδεκτώς υποβαλλόμενη.
Επί του fumus boni juris
38 Ο αιτών διευκρινίζει ότι προβάλλει, με την προσφυγή του, δύο λόγους ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με τον πρώτο λόγο, προβάλλει, ουσιαστικώς, ότι το Κοινοβούλιο, λαμβάνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν τήρησε τους κανόνες και τις αρχές που καθορίζουν την αρμοδιότητά του ως προς την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως των μελών του. Με τον δεύτερο λόγο, ο αιτών αμφισβητεί την καταλληλότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
39 Προκειμένου να εξακριβωθεί αν πληρούται εν προκειμένω ο σχετικός με το fumus boni juris όρος, πρέπει να πραγματοποιηθεί μια prima facie εξέταση του βασίμου των νομικών ισχυρισμών που επικαλείται ο αιτών για να στηρίξει την κύρια προσφυγή και επομένως να εξακριβωθεί εάν ένας τουλάχιστον από αυτούς έχει τέτοια σπουδαιότητα ώστε δεν θα μπορούσε να απορριφθεί στο πλαίσιο της προκείμενης διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων [βλ., σχετικώς, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C‑149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. I‑2165, σκέψη 26, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1999, T‑13/99 R, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. II‑1961, σκέψη 132, και διάταξη του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων του Πρωτοδικείου της 28ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑257/07 R, Γαλλία κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 59].
40 Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι πρέπει κατ’ αρχάς να προβεί στην prima facie εξέταση του βασίμου της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξε ο αιτών στο πλαίσιο του πρώτου λόγου.
Επιχειρήματα των διαδίκων
41 Ο αιτών, υποστηριζόμενος, από την Ιταλική Δημοκρατία, προβάλλει ότι, κατά το άρθρο 190, παράγραφος 4, ΕΚ και το άρθρο 8 της Πράξεως του 1976, οι εθνικές πράξεις που αφορούν την ανάδειξη μελών του Κοινοβουλίου είναι της αρμοδιότητας των κρατών μελών, οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τους κανόνες, τις διαδικασίες και τις εγγυήσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως των εν λόγω κρατών. Όσον αφορά την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως, το Κοινοβούλιο πρέπει, κατά το άρθρο 12 της Πράξεως του 1976, να περιορίζεται στο να λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο και δεν είναι δυνατό να θέτει υπό αμφισβήτηση τα δηλωθέντα αποτελέσματα των εκλογών και την ανακήρυξη ενός υποψηφίου ως εκλεγέντος, καθόσον αυτά συνιστούν έκφραση των προνομιών των εθνικών αρχών, προνομιών που αναγνωρίζονται σ’ αυτές από τις κοινοτικές διατάξεις. Αρμόδια για τον έλεγχο της τηρήσεως της διαδικασίας που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, για το κύρος των εθνικών κανόνων, ιδίως αυτών που διέπουν τις παραιτήσεις από την εκλογή, καθώς και για τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων είναι αποκλειστικώς τα αρμόδια εθνικά δικαιοδοτικά όργανα ή, αν επιληφθεί μιας υποθέσεως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και όχι το Κοινοβούλιο.
42 Κατά τον αιτούντα, οι ανωτέρω εκτιμήσεις επιρρωννύονται από τη νομολογία (απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Απριλίου 2003, T‑353/00, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II‑1729, σκέψεις 92 και 93, και απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 2005, C‑208/03 P, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2005, σ. I‑6051, σκέψη 51), με την οποία επιβεβαιώθηκε ότι «το Κοινοβούλιο δεν έχει καμία απολύτως αρμοδιότητα σε σχέση με την κένωση βουλευτικής έδρας που οφείλεται στην εφαρμογή εθνικών διατάξεων» και από την πρακτική του ίδιου του Κοινοβουλίου, όπως αυτή προκύπτει τόσο από την απόφαση του Κοινοβουλίου της 3ης Ιουλίου 2006, με την οποία απορρίφθηκαν οι αμφισβητήσεις του αιτούντος ως απαράδεκτες, όσο και από την έκθεση της επιτροπής νομικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2004 (A6-0043/2004) περί της εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως. Πράγματι, στην έκθεση αυτή γίνεται διάκριση μεταξύ των αμφισβητήσεων που αφορούν ειδικές διατάξεις της Πράξεως του 1976 και αυτών που αφορούν την εθνική νομοθεσία, οι οποίες απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες.
43 Επιπλέον, ο αιτών θεωρεί ότι στερούνται σημασίας οι άλλες διατάξεις στις οποίες αναφέρεται η επιτροπή νομικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου με την έκθεσή της της 22ας Μαΐου 2007 (A6-0198/2007), περί της εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως του αιτούντος και, ειδικότερα, αυτή του άρθρου 3, παράγραφος 5, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο του 4, παράγραφος 3.
44 Αφενός, εν προκειμένω, πρόκειται για το ζήτημα της εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 12 της Πράξεως του 1976, ενός νεοεκλεγέντος και όχι για χηρεύουσα έδρα, ως προς την οποία εφαρμογή θα είχε το άρθρο 4, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου. Εν πάση περιπτώσει, η Πράξη του 1976 κάνει σαφώς διάκριση μεταξύ των χηρευουσών εδρών συνεπεία παραιτήσεως, τις οποίες αφορά αποκλειστικώς η δεύτερη αυτή διάταξη, και των λόγων εκπτώσεως που διέπονται από την εθνική έννομη τάξη, των οποίων το Κοινοβούλιο περιορίζεται να λάβει γνώση, σύμφωνα με το άρθρο 13 της εν λόγω Πράξεως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η χηρεία της καταληφθείσας από τον A. Occhetto έδρας και η αντικατάστασή του από τον αιτούντα αποτελούν την άμεση συνέπεια της ανακοινώσεως της ιταλικής επιτροπής εκλογικών διαδικασιών, της 29ης Μαρτίου 2007, με την οποία αυτή πληροφόρησε το Κοινοβούλιο για την ακύρωση, η οποία κατέστη οριστική, της ανακηρύξεως του A. Occhetto ως αντικαταστάτη του A. Di Pietro, καθώς και για την ανακήρυξη του αιτούντος ως βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας της Μεσημβρινής Ιταλίας. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, το Κοινοβούλιο θα έπρεπε να λάβει ως δεδομένο τις ληφθείσες σε εθνικό επίπεδο αποφάσεις, χωρίς να ελέγξει αν η παραίτηση του A. Occhetto ήταν σύμφωνη με την Πράξη του 1976 ή με τις προϋποθέσεις που θέτει ρητώς το άρθρο 4, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου.
45 Αφετέρου, η αναφορά στο «πνεύμα και το γράμμα» της Πράξεως του 1976, που περιέχεται στο άρθρο 3, παράγραφος 5, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι παρέχει στο Κοινοβούλιο τη δυνατότητα να προβαίνει στην επανεξέταση των αποφάσεων που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές, εφόσον στο άρθρο 12 της Πράξεως του 1976 ορίζεται ρητώς ότι το Κοινοβούλιο «λαμβάνει υπόψη» τα δηλωθέντα επισήμως από τις εθνικές αρχές αποτελέσματα των εκλογών. Αντίθετη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 5, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου θα είχε αναποφεύκτως ως συνέπεια την ακυρότητά του, εφόσον θα θέσπιζε ασυμβίβαστη με την Πράξη του 1976 παρέκκλιση.
46 Εξάλλου, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί, ακόμη και σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της Πράξεως του 1976, να επικαλεσθεί το άρθρο 3, παράγραφος 5, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου για να θέσει υπό αμφισβήτηση την ανακήρυξη στην οποία προέβη η αρμόδια εθνική αρχή. Πρώτον, το άρθρο 6 της Πράξεως του 1976 αφορά μόνο την άσκηση των καθηκόντων τους από τα κανονικώς εκλεγέντα μέλη του Κοινοβουλίου και δεν έχει εφαρμογή στην εκλογή ενός μέλους του Κοινοβουλίου, η οποία αποτελεί ζήτημα που αφορά προηγούμενο στάδιο. Δεύτερον, και εν πάση περιπτώσει, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει να θεωρούνται άκυρες πράξεις ή αποφάσεις στις οποίες προβαίνουν οι υποψήφιοι, στο πλαίσιο επίσης συμφωνιών πολιτικής φύσεως, όπως είναι η αμετάκλητη παραίτηση ενός υποψηφίου, που συνεπάγονται αποποίηση του κοινοβουλευτικού αξιώματος. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γράμμα του ψηφίσματος του Κοινοβουλίου για τις αμφισβητήσεις του κύρους των κοινοβουλευτικών εντολών σε σχέση με το «σύστημα tourniquet» [σύστημα διαδοχικής καταλήψεως του βουλευτικού αξιώματος] (ΕΕ 1983, C 68, σ. 31) και της δεύτερης εκθέσεως της επιτροπής εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως, της 7ης Ιανουαρίου 1983, που μνημονεύεται σ’ αυτό το ψήφισμα. Ως προς το άρθρο 2 του καθεστώτος των βουλευτών, σε αντίθεση προς αυτό που τονίζει η προσβαλλόμενη απόφαση, πρόκειται για μια τελείως νέα διάταξη, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 4 του εν λόγω καθεστώτος, και, εν πάση περιπτώσει, ανεφάρμοστη εν προκειμένω.
47 Τέλος, ο αιτών εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά παραβίαση της αρχής της ισχύος του δεδικασμένου, καθόσον στερεί των αποτελεσμάτων της την απόφαση του Consiglio di Stato, η οποία έχει περιβληθεί αυτή την ισχύ. Ο αιτών επικαλείται συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 2003, C‑224/01, Köbler (Συλλογή 2003, σ. I‑10239, σκέψεις 38 και 39), η οποία, κατ’ αυτόν, αποκλείει οποιαδήποτε δυνατότητα κάμψεως της ισχύος του δεδικασμένου, ακόμη και όταν παραβιάζεται το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι αυτό αφήνει ανοικτή μόνο τη δυνατότητα διεκδικήσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αποζημιώσεως από το κράτος για τη ζημία που ενδεχομένως προκλήθηκε.
48 Το Κοινοβούλιο τονίζει, πρώτον, ότι η αρμοδιότητα που του παρέχει η πρώτη φράση του άρθρου 12 της Πράξεως του 1976 συνιστά το βασικό στοιχείο αυτής της διατάξεως. Η ικανότητα του Κοινοβουλίου να εξελέγχει τα έγγραφα νομιμοποιήσεως των μελών του συνίσταται στο να ελέγχει αν η πράξη ανακηρύξεως που διαβίβασαν οι εθνικές αρχές κατ’ εφαρμογήν του εθνικού εκλογικού δικαίου τηρεί τις αρχές της Πράξεως του 1976. Αυτή είναι η έννοια της εν λόγω διαδικασίας, όπως συνάγεται από την έκθεση της επιτροπής κανονισμού, εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως και ασυλιών του Κοινοβουλίου για την τροποποίηση των άρθρων 7 και 8 του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, όσον αφορά την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως και τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής θητείας (A3-0166/94), τα οποία αντιστοιχούν στα άρθρα 3 και 4 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου.
49 Κατά συνέπεια, όταν, όπως εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο διαπιστώνει ότι η ανακήρυξη ενός προσώπου από την εθνική αρχή ως μέλους του Κοινοβουλίου είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορεί να επικυρώσει αυτή την ανακήρυξη, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω εθνική πράξη έχει εκδοθεί οριστικώς από ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο του οικείου κράτους μέλους. Τελικώς, σε μια τέτοια περίπτωση, το Κοινοβούλιο διαθέτει την αρμοδιότητα ελέγχου της τηρήσεως των κοινοτικών αρχών και κανόνων που μνημονεύθηκαν ανωτέρω, προκειμένου να διασφαλίσει την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου, καθιστώντας ανεφάρμοστες τις βάσει του εθνικού δικαίου πράξεις που είναι αντίθετες προς αυτό. Το Κοινοβούλιο δεν είναι δυνατό, σε μια τέτοια περίπτωση, να περιορίζεται στο να επισημαίνει στην Επιτροπή ενδεχομένως παράβαση της Πράξεως του 1976, διότι αυτό θα συνεπήγετο για το Κοινοβούλιο την υποχρέωση να εκδώσει απόφαση περί της εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως που θα ήταν αντίθετη προς την Πράξη του 1976, ήτοι, εν προκειμένω, την επικύρωση της βουλευτικής ιδιότητας του αιτούντος, κατά παράβαση του άρθρου 6 της εν λόγω Πράξεως.
50 Δεύτερον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι σύμφωνη προς το άρθρο 6 της Πράξεως του 1976. Κατά το Κοινοβούλιο, το ιταλικό σύστημα για την εκλογή των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επιτρέπει την υποβολή υποψηφιοτήτων σε περισσότερες εκλογικές περιφέρειες. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να παρακινεί τους υποψηφίους να συνάπτουν συμφωνίες για το μελλοντικό κοινοβουλευτικό αξίωμα που ενδεχομένως θα αποκτηθεί μετά τις εκλογές. Τέτοιες όμως συμφωνίες όχι μόνον αγνοούν τη λαϊκή θέληση, όπως αυτή εκφράζεται κατά τις εκλογές, αλλά και περιορίζει την άσκηση από τους εκλεγέντες υποψηφίους των βουλευτικών τους καθηκόντων. Εναπόκειται επομένως στο Κοινοβούλιο να επαγρυπνεί για την τήρηση του κοινοτικού δικαίου και να αποτρέπει το ενδεχόμενο πιθανές παρανομίες να έχουν αντίκτυπο στις πράξεις στις οποίες προβαίνει.
51 Εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 6 της Πράξεως του 1976 από τις ιταλικές αρχές. Συγκεκριμένα, η αρχή της ανεξαρτησίας του βουλευτή, που καθιερώνει αυτή η διάταξη, δεν συμβιβάζεται με την αναγνώριση οποιασδήποτε νομικής ισχύος στις συμφωνίες για την άσκηση του έργου του βουλευτή. Επομένως, ορθώς κρίθηκε με την απόφαση του Tribunale amministrativio regionale del Lazio ότι η παραίτηση του A. Occhetto σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να αφορά την υποψηφιότητά του. Αντιστρόφως, η απόφαση με την οποία το Consiglio di Stato έκρινε διαφορετικά δεν λαμβάνει υπόψη την αρχή της ανεξαρτησίας του βουλευτή.
52 Τρίτον, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 5, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου είναι μια ουσιώδης διάταξη για την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως του αιτούντος, διότι η ανακήρυξή του ως μέλους του Κοινοβουλίου απορρέει από το ότι οι ιταλικές αρχές θεώρησαν έγκυρη τη δήλωση παραιτήσεως του A. Occhetto της 7ης Ιουλίου 2004. Από τη στιγμή όμως κατά την οποία το Κοινοβούλιο επικύρωσε μια ανακήρυξη βουλευτή, όπως αυτή του A. Occhetto, τον Ιούλιο του 2006, σ’ αυτό εναπόκειται να ελέγξει, στην περίπτωση κατά την οποία η ανακήρυξη αυτού του βουλευτή ανακαλείται από τις εθνικές αρχές, αν η εν λόγω ανάκληση τηρεί τις αρχές που εξαγγέλλει η Πράξη του 1976. Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς του αιτούντος, δεν πρόκειται για περίπτωση εκπτώσεως από τη βουλευτική ιδιότητα που επήλθε κατ’ εφαρμογήν του εθνικού δικαίου, της οποίας, επομένως, το Κοινοβούλιο οφείλει απλώς να λάβει γνώση. Αν συνέβαινε αυτό, η απόφαση του Κοινοβουλίου της 3ης Ιουλίου 2006, περί του κύρους της ανακηρύξεως του A. Occhetto ως βουλευτή, δεν θα είχε νομική ισχύ. Συγκεκριμένα, ένας τέτοιος περιορισμός της εξουσίας του Κοινοβουλίου, σε μια τέτοια κατάσταση, θα στερούσε κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας την εξουσία ελέγχου που του παρέχει ρητώς το άρθρο 12 της Πράξεως του 1976 και θα ήταν προδήλως ασυμβίβαστος προς τους ερμηνευτικούς κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Γι’ αυτόν τον λόγο, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλει ο αιτών κατά του άρθρου 3, παράγραφος 5, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό συνάδει προς τα άρθρα 6 και 12 της Πράξεως του 1976.
53 Το ψήφισμα του Κοινοβουλίου επί των αμφισβητήσεων του κύρους των ανακηρύξεων βουλευτών σε σχέση με το «σύστημα tourniquet» (βλ. ανωτέρω σκέψη 46) δεν μπορεί να αποδυναμώσει τις ανωτέρω εκτιμήσεις, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο υιοθέτησε επίσης, με αυτό το ψήφισμα, μια στάση που επιβεβαιώνει την τήρηση της αρχής της ανεξαρτησίας του βουλευτή, την οποία καθιερώνει το άρθρο 6 της Πράξεως του 1976. Ούτε το Κοινοβούλιο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφαση την αρχή της ισχύος του δεδικασμένου, εφόσον στο σημείο O των αιτιολογικών της σκέψεων διαπίστωσε ότι η απόφαση του Consiglio di Stato είχε αυτή την ισχύ.
54 Τέλος, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι δικαιολογημένα χρησιμοποίησε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως πηγή εμπνεύσεως το καθεστώς των βουλευτών. Το καθεστώς αυτό είναι πράξη που έχει θεσπίσει ο κοινοτικός νομοθέτης από το 2005, έστω κι αν αρχίζει να ισχύει μόλις το 2009. Η ερμηνεία του άρθρου 6 της Πράξεως του 1976 πρέπει επομένως να λαμβάνει υπόψη την άποψη που έχει εκφράσει ο κοινοτικός νομοθέτης. Επιπλέον, υφίσταται υποχρέωση των κρατών μελών να μη θεσπίζουν εθνικές διατάξεις αντίθετες προς υφιστάμενη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, έστω κι αν αυτή δεν έχει ακόμη αρχίσει να ισχύει.
55 Ο A. Occhetto ισχυρίζεται ότι η παραίτησή του από την εκλογή, η οποία κατατέθηκε στην ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών στις 7 Ιουλίου 2004 (βλ. ανωτέρω σκέψη 7), επήλθε συνεπεία μιας συμφωνίας εκλογικής φύσεως που αφορούσε την κατανομή των εδρών που θα ελάμβανε στις ευρωεκλογές το κοινό ψηφοδέλτιο «Società Civile – Di Pietro Occhetto» και η οποία συνήφθη μεταξύ των επικεφαλής των δύο συνιστωσών αυτού του ψηφοδελτίου, ήτοι μεταξύ αυτού και του A. Di Pietro. Αυτό, εξάλλου, προκύπτει από τους ισχυρισμούς που προέβαλαν ο αιτών και ο A. Di Pietro στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Tribunale civile di Roma (πολιτικού δικαστηρίου της Ρώμης) κατά του A. Occhetto για την αποκατάσταση της ζημίας που υποστήριζαν ότι υπέστησαν συνεπεία του γεγονότος της ανακλήσεως από τον A. Occhetto της παραιτήσεώς του από την ανακήρυξή του ως μέλους του Κοινοβουλίου. Ο A. Occhetto άσκησε ανταγωγή, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, προβάλλοντας την απόλυτη ακυρότητα αυτής της παραιτήσεως, η οποία αποτελεί συνέπεια μιας κατ’ αυτόν αθέμιτης και, επομένως, άκυρης συμφωνίας.
56 Ο A. Occhetto διευκρινίζει ότι, κατ’ εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, υπέγραψε ενώπιον συμβολαιογράφου, στις 6 Ιουλίου 2004, τέσσερις παραιτήσεις από την ανακήρυξή του ως βουλευτή, μεταξύ των οποίων αυτή που κατέθεσε την επομένη στις αρμόδιες ιταλικές αρχές. Τα έγγραφα αυτά επέτρεψαν στον A. Di Pietro, εκλεγέντα στις δύο εν λόγω εκλογικές περιφέρειες, να γίνει «κύριος» και «διαιτητής» σε σχέση με τα αποτελέσματα των δυνατοτήτων του επιλογής, δεδομένου ότι έλεγχε την κατανομή της δεύτερης έδρας που δόθηκε στο επίμαχο κοινό ψηφοδέλτιο.
57 Κατά τον A. Occhetto, όμως, η εν λόγω συμφωνία, που σκοπό είχε να μεταβάλει τη σειρά κατατάξεως των υποψηφίων στο σχετικό ψηφοδέλτιο, όπως αυτή θα προέκυπτε από τις ψήφους των εκλογέων, ήταν αθέμιτη και άκυρη. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε παραίτηση, κατ’ εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας, είναι επίσης άκυρη. Επιπλέον, μια τέτοια παραίτηση αντιβαίνει προς το άρθρο 3 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, κατά το οποίο τα συμβαλλόμενα κράτη υποχρεούνται να διενεργούν ελεύθερες εκλογές «υπό συνθήκες επιτρέπουσες την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής [βουλήσεως] ως προς την εκλογή του νομοθετικού σώματος», καθώς και προς το άρθρο 4 της Πράξεως του 1976. Εξάλλου, μια τέτοια παραίτηση συνιστά προσβολή όχι μόνο των «παθητικών εκλογικών δικαιωμάτων» του A. Occhetto, αλλά και των «ενεργητικών εκλογικών δικαιωμάτων» των εκλογέων που ψήφισαν υπέρ αυτού.
58 Ο A. Occhetto εκθέτει ότι ο ισχυρισμός που αντλείται από την απόλυτη ακυρότητα της παραιτήσεώς του, ως αποτέλεσμα μιας αθέμιτης συμφωνίας, δεν προβλήθηκε ενώπιον των ιταλικών διοικητικών δικαστηρίων, διότι δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως από αυτά. Το ιταλικό δικαιοδοτικό σύστημα προβλέπει κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διοικητικών δικαστηρίων και των τακτικών δικαστηρίων, το δε Consiglio di Stato, δεδομένου ότι είναι διοικητικό δικαστήριο, δεν μπορούσε να αποφανθεί επί του ζητήματος της ακυρότητας της παραιτήσεως από την εκλογή του A. Occhetto, το οποίο υπάγεται στην αρμοδιότητα των ιταλικών πολιτικών δικαστηρίων.
59 Επομένως, καλώς το Κοινοβούλιο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στο πλαίσιο της ασκήσεως των προνομιών του, που αναγνωρίζονται από την Πράξη του 1976 και από τον εσωτερικό κανονισμό του Κοινοβουλίου. Συγκεκριμένα, εναπόκειται στο Κοινοβούλιο, σε τελευταία ανάλυση, να βεβαιώνεται ότι οι εθνικές διαδικασίες είναι σύμφωνες προς τις θεμελιώδεις αρχές μιας συνταγματικής δημοκρατίας.
60 Συναφώς, από τις διατάξεις της Πράξεως του 1976 και της ΕΣΔΑ προκύπτει ότι η σειρά κατατάξεως των υποψηφίων στις εκλογές ανάλογα με τον αριθμό ψήφων είναι απαραβίαστη και δεν μπορεί να μεταβάλλεται με πράξεις βουλήσεως ιδιωτικής φύσεως. Κατά συνέπεια, το μόνο χρονικό σημείο κατά το οποίο οι αρμόδιες σε εκλογικά ζητήματα αρχές μπορούν να λάβουν υπόψη ενδεχόμενη παραίτηση του καταταγέντος στην πρώτη θέση υποψηφίου είναι αυτό της ενάρξεως της διαδικασίας ανακηρύξεως των εκλεγέντων, ενώ ο οικείος υποψήφιος έχει την ευχέρεια να ανακαλέσει μια παραίτηση που έγινε ίσως προηγουμένως ή, ενδεχομένως, να την επιβεβαιώσει, έστω και σιωπηρώς. Η άρνηση αυτής της ευχέρειας στον υποψήφιο, όπως έπραξε το Consiglio di Stato με την απόφασή του (βλ. ανωτέρω σκέψη 14), θα είχε ως συνέπεια ότι η παραίτηση δεν μπορεί να ανακληθεί, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία θα οφειλόταν σε ελαττώματα της συναινέσεως ή σε παζαρέματα ή πράξεις εξαπατήσεως πολιτικής ή εκλογικής φύσεως.
61 Επομένως, η ανωτέρω απόφαση του Consiglio di Stato συνιστά παράβαση της ΕΣΔΑ και ο A. Occhetto άσκησε προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατόπιν αυτής της αποφάσεως.
62 Τέλος, ο A. Occhetto θεωρεί ότι το ψήφισμα του Κοινοβουλίου επί των αμφισβητήσεων του κύρους των ανακηρύξεων των βουλευτών σε σχέση με το «σύστημα tourniquet», που επικαλείται ο αιτών (βλ. ανωτέρω σκέψη 46), είναι αλυσιτελές, διότι, σ’ αυτή την περίπτωση, πρόκειται για περιστατικά που συμβαίνουν στο εσωτερικό ενός και μόνο πολιτικού κόμματος και όχι, όπως εν προκειμένω, στο πλαίσιο ψηφοδελτίου που συγκεντρώνει διαφορετικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Εξάλλου, δεν επρόκειτο ούτε για συμφωνία συμβατικού χαρακτήρα ούτε για οποιαδήποτε άσκηση πιέσεως σε υποψήφιο, αλλά για μια απλή επιλογή που σκοπό είχε τη διασφάλιση της διάχυτης και ίσης αντιπροσωπευτικότητας των συστατικών στοιχείων του οικείου κόμματος, χωρίς να αποκλείονται τα δικαιώματα εκπροσωπήσεως κανενός υποψηφίου, με βάση την αρχή ότι εκφραζόταν το ίδιο πολιτικό πρόγραμμα.
63 Γι αυτούς τους λόγους, ο A. Occhetto θεωρεί ότι ο όρος που αφορά την ύπαρξη fumus boni juris δεν πληρούται εν προκειμένω.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
64 Εκ προοιμίου, πρέπει να τονισθεί ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και το άρθρο 189, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, το Κοινοβούλιο ασκεί τις εξουσίες και ενεργεί εντός των ορίων των προνομιών που του παρέχονται από τις Συνθήκες.
65 Το άρθρο 190, παράγραφος 4, ΕΚ προβλέπει ότι το Κοινοβούλιο καταρτίζει σχέδιο για τη διεξαγωγή εκλογών με άμεση και καθολική ψηφοφορία κατά ενιαία διαδικασία σε όλα τα κράτη μέλη ή σύμφωνα με κοινές αρχές όλων των κρατών μελών και ότι το Συμβούλιο, μετά από σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο αποφασίζει με την πλειοψηφία των μελών από τα οποία απαρτίζεται, θεσπίζει ομόφωνα τις διατάξεις που συνιστά στα κράτη μέλη να αποδεχθούν σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες.
66 Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν με την Πράξη του 1976, το άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, της οποίας ορίζει ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων αυτής της πράξεως, η εκλογική διαδικασία διέπεται σε κάθε κράτος μέλος από τις εθνικές διατάξεις. Επομένως, σύμφωνα με αυτό το άρθρο, η εκλογική διαδικασία για την εκλογή των μελών του Κοινοβουλίου, που διεξήχθη στις 12 και 13 Ιουνίου 2004, εξακολουθούσε να διέπεται σε κάθε κράτος μέλος από τις σχετικές εθνικές διατάξεις, ήτοι εν προκειμένω από τον ιταλικό νόμο 18, της 24ης Ιανουαρίου 1979, περί εκλογής των Ιταλών αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (GURI αριθ. 29, της 30ής Ιανουαρίου 1979, σ. 947).
67 Προκειμένου να διευκρινισθεί το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η υπό κρίση διαφορά, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι ο ιταλικός νόμος 18 παρέχει τη δυνατότητα υποβολής υποψηφιότητας συγχρόνως σε περισσότερες εκλογικές περιφέρειες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο A. Di Pietro μπόρεσε να είναι υποψήφιος στο κοινό ψηφοδέλτιο «Società Civile – Di Pietro Occhetto», συγχρόνως στην Περιφέρεια της Μεσημβρινής Ιταλίας και σ’ αυτή της Βορειοδυτικής Ιταλίας. Όπως τονίσθηκε προηγουμένως, το εν λόγω ψηφοδέλτιο έλαβε δύο έδρες, ήτοι από μία έδρα στις δύο αυτές περιφέρειες. Ο A. Di Pietro, που πρώτευσε στις δύο περιφέρειες, επέλεξε, στις 6 Ιουλίου 2004, την έδρα της Περιφέρειας της Μεσημβρινής Ιταλίας, ο δε A. Occhetto –ο οποίος τότε είχε επίσης την ιδιότητα μέλους του εθνικού κοινοβουλίου– παραιτήθηκε, «αμετακλήτως» και ενώπιον συμβολαιογράφου, αυθημερόν από τη θητεία του ως μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στις δύο περιφέρειες.
68 Κατόπιν αυτής της εξελίξεως, η ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών διαβίβασε στο Κοινοβούλιο, στις 12 Νοεμβρίου 2004, τα επίσημα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εκλογών με τον κατάλογο των εκλεγέντων υποψηφίων και των αντικαταστατών τους. Η ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών ανακήρυξε ως εκλεγέντες τον G. Chiesa στην περιφέρεια της Βορειοδυτικής Ιταλίας και τον A. Di Pietro στην Περιφέρεια της Μεσημβρινής Ιταλίας, οπότε ο αιτών κατέστη ο πρώτος από τους επιλαχόντες στη δεύτερη αυτή περιφέρεια. Ο A. Occhetto δεν περιελαμβάνετο στον εν λόγω κατάλογο.
69 Ο A. Di Pietro, όμως, μετά την εκλογή του στο ιταλικό κοινοβούλιο κατά τις εκλογές της 9ης και 10ης Απριλίου 2006 και την επιλογή του υπέρ της εθνικής βουλευτικής θητείας, άφησε χηρεύουσα την έδρα του στο Κοινοβούλιο. Η ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών ανακήρυξε, κατόπιν της ανακλήσεως της παραιτήσεώς του, τον A. Occhetto ως εκλεγέντα βάσει των αποτελεσμάτων στην Περιφέρεια της Μεσημβρινής Ιταλίας. Η ανακήρυξη αυτή αποτέλεσε αντικείμενο αντιδικίας ενώπιον των αρμόδιων ιταλικών δικαστηρίων, κατά την οποία αναφέρθηκε και συζητήθηκε η παραίτηση του A. Occhetto και η οποία περατώθηκε με την επίσημη ανακήρυξη του αιτούντος ως εκλεγέντος, ανακοινωθείσα στο Κοινοβούλιο από την ιταλική επιτροπή εκλογικών διαδικασιών στις 29 Μαρτίου 2007.
70 Η υπό κρίση διαφορά εντάσσεται επομένως στο πλαίσιο της εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως του αιτούντος από το Κοινοβούλιο, η οποία πραγματοποιήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 της Πράξεως του 1976 και κατόπιν της αμφισβητήσεως εκ μέρους του A. Occhetto, βάσει του ίδιου άρθρου, το οποίο αποτελεί το νομικό έρεισμα της εν προκειμένω αρμοδιότητας του Κοινοβουλίου.
71 Από το κείμενο του άρθρου 12 της Πράξεως του 1976 προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει κατ’ αρχήν καμία αρμοδιότητα να επαγρυπνεί για την τήρηση του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, είτε γενικώς είτε ειδικότερα στον εκλογικό τομέα. Αντιθέτως, το γράμμα αυτής της διατάξεως δείχνει ότι η εξουσία εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως, την οποία διαθέτει το Κοινοβούλιο, είναι, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, περιορισμένη.
72 Μολονότι το Κοινοβούλιο ορθώς εκθέτει, στο σημείο P των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι σ’ αυτό, και μόνο σ’ αυτό, εναπόκειται να εξελέγχει τα έγγραφα νομιμοποιήσεως των μελών του, παραλείπει να μνημονεύσει τη δεύτερη φράση του άρθρου 12 της Πράξεως του 1976, η οποία συνδέεται άμεσα με την πρώτη, δεδομένου ότι τη διασαφηνίζει, μέσω της προσθήκης ενός διπλού ορίου στην εξουσία εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως την οποία διαθέτει το Κοινοβούλιο.
73 Αφενός, το Κοινοβούλιο, προς τον σκοπό αυτόν, «λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα που δηλώνονται επισήμως από τα κράτη μέλη».
74 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 8 της Πράξεως του 1976, «η εκλογική διαδικασία διέπεται, σε κάθε κράτος μέλος, από τις εθνικές διατάξεις», με την επιφύλαξη των διατάξεων της Πράξεως του 1976. Επομένως, μολονότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις της Πράξεως του 1976, καθόσον αυτές προβλέπουν ορισμένες εκλογικές λεπτομέρειες, γεγονός παραμένει ότι αυτά, σε τελευταία ανάλυση, έχουν το καθήκον της διοργανώσεως, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζουν οι εθνικές τους διατάξεις, των εκλογών και, σ’ αυτό το πλαίσιο, της καταμετρήσεως επίσης των ψήφων και της επίσημης ανακηρύξεως των εκλογικών αποτελεσμάτων.
75 Δεδομένου ότι το έργο του συνίσταται στο να «λαμβάνει υπόψη» αυτά τα αποτελέσματα, ο ρόλος του Κοινοβουλίου φαίνεται να περιορίζεται στο να λαμβάνει υπόψη την εξακρίβωση, στην οποία έχουν προβεί οι εθνικές αρχές, των εκλεγομένων προσώπων, ήτοι μια προϋφιστάμενη νομική κατάσταση που οφείλεται αποκλειστικά στην απόφαση αυτών των αρχών, πράγμα που καθιστά εναργή την παντελή έλλειψη περιθωρίου εκτιμήσεως του Κοινοβουλίου εν προκειμένω. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα, φαίνεται να αποκλείεται ότι το Κοινοβούλιο μπορεί να θέτει εν αμφιβόλω αυτό καθεαυτό το νομότυπο της οικείας εθνικής πράξεως και να αρνείται να τη λάβει υπόψη, όταν θεωρεί ότι υφίσταται παρατυπία (βλ., σε σχέση με μια περίπτωση όπου το Κοινοβούλιο έλαβε υπόψη την έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα, η οποία απαγγέλθηκε από την αρμόδια εθνική αρχή, προπαρατεθείσα στη σκέψη 42 απόφαση της 7ης Ιουλίου 2005, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 49 και 56, και προπαρατεθείσα στη σκέψη 42 απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 90 έως 92).
76 Αφετέρου, η ιδιαίτερη αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου να αποφασίζει επί των διαφορών που μπορεί να προκύψουν από την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως περιορίζεται ομοίως ratione materiae μόνο στις διαφορές «οι οποίες θα ηδύναντο ενδεχομένως να ανακύψουν από την εφαρμογή των διατάξεων [της Πράξεως του 1976], εξαιρουμένων των εθνικών διατάξεων στις οποίες παραπέμπει η πράξη αυτή».
77 Όπως προκύπτει, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, το Κοινοβούλιο εκτίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο του άρθρου 6 της Πράξεως του 1976, εφόσον το εφάρμοσε σε μια κατάσταση που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του. Πράγματι, το άρθρο αυτό αφορά μόνο τα μέλη του Κοινοβουλίου που πρέπει να μπορούν να ασκούν ανεξάρτητα τις προνομίες τους και όχι τους εκλεγμένους υποψηφίους, των οποίων τα έγγραφα νομιμοποιήσεως δεν έχουν ακόμη εξελεγχθεί από το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 12 της Πράξεως του 1976. Η επικύρωση από το Κοινοβούλιο της ανάδειξης ενός τέτοιου προσώπου στο βουλευτικό αξίωμα, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξελέγξεως των εγγράφων του νομιμοποιήσεως, είναι προαπαιτούμενος όρος για να έχει εφαρμογή σ’ αυτό το πρόσωπο το άρθρο 6 της Πράξεως του 1976.
78 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου δεν φαίνεται ικανό να θέσει εν αμφιβόλω αυτό το συμπέρασμα. Η εν λόγω διάταξη επιτρέπει στον εκλεγέντα υποψήφιο, του οποίου όμως τα έγγραφα νομιμοποιήσεως δεν έχουν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο εξελέγξεως, να κατέχει έδρα στο Κοινοβούλιο ως βουλευτής απολαύων πλήρως των δικαιωμάτων του, περιλαμβανομένων αυτών που απορρέουν από το άρθρο 6 της Πράξεως του 1976, αλλά μόνο προσωρινώς και με την επιφύλαξη της μετέπειτα αποφάσεως του Κοινοβουλίου για την εξέλεγξη των εγγράφων του νομιμοποιήσεως.
79 Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως εκδηλώνει τη βούληση του Κοινοβουλίου να εξομοιώσει την κατάσταση ενός εκλεγμένου υποψηφίου προς την κατάσταση του μέλους του Κοινοβουλίου, βάσει ερμηνείας του άρθρου 6 της Πράξεως του 1976 σε συνάρτηση με το γράμμα του άρθρου 2 του καθεστώτος των βουλευτών, το οποίο δεν θα αρχίσει να ισχύει πριν το 2009 και προβλέπει ότι οι βουλευτές είναι ελεύθεροι και ανεξάρτητοι (παράγραφος 1) και ότι οι συμφωνίες σχετικά με την παραίτηση από την εντολή πριν τη λήξη ή την περάτωση της κοινοβουλευτικής περιόδου είναι άκυρες (παράγραφος 2) (βλ. σημείο F των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως).
80 Το Κοινοβούλιο εκτιμά επομένως, στο σημείο K των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «το νομικό περιεχόμενο του άρθρου 6 της Πράξεως [του 1976] έχει ως συνέπεια να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται επισήμως στη μετεκλογική σειρά κατατάξεως, και τούτο προς το συμφέρον του Κοινοβουλίου […], καθόσον οι υποψήφιοι αυτοί είναι δυνάμει μέλη [του] Κοινοβουλίου».
81 Εκτός του γεγονότος ότι ο A. Occhetto δεν περιελαμβάνετο στη μετεκλογική σειρά κατατάξεως των υποψηφίων που κατάρτισαν οι ιταλικές αρχές μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2004, μπορεί να θεωρηθεί, prima facie, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του Κοινοβουλίου οφείλεται σε contra legem ερμηνεία του άρθρου 6 της Πράξεως του 1976, η οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
82 Τα προβλήματα που ανακύπτουν από την αμφισβήτηση του A. Occhetto ουδόλως αφορούν, a priori, την ουσιαστική άσκηση των καθηκόντων ενός μέλους του Κοινοβουλίου, αλλά έχουν σχέση με μια προγενέστερη κατάσταση, η οποία ανέκυψε λόγω του ζητήματος του νομοτύπου της επίσημης ανακηρύξεως της εκλογής ενός υποψηφίου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Αυτή η κατάσταση και οι σχετικές με αυτή διαφορές υπάγονται στις διατάξεις της εθνικής εκλογικής νομοθεσίας, καθώς και στην αρμοδιότητα των αρμόδιων εθνικών διοικητικών και δικαιοδοτικών οργάνων.
83 Έχει σημασία να υπογραμμισθεί ότι με αυτό ακριβώς το πνεύμα εξέδωσε το Κοινοβούλιο την απόφασή του της 3ης Ιουλίου 2006, την οποία δεν μνημόνευσε στην προσβαλλόμενη απόφαση και με την οποία θεώρησε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 της Πράξεως του 1976, ότι η εκ μέρους του αιτούντος αμφισβήτηση, κατόπιν της επίσημης ανακηρύξεως της εκλογής του A. Occhetto που είχε ανακαταταγεί προηγουμένως στη θέση του πρώτου επιλαχόντος στην Περιφέρεια της Μεσημβρινής Ιταλίας, ήταν απαράδεκτη λόγω του ότι στηριζόταν στον ιταλικό εκλογικό νόμο.
84 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι το Κοινοβούλιο, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέβη το άρθρο 12 της Πράξεως του 1976 δεν φαίνεται να στερείται παντελώς ερείσματος.
85 Το συμπέρασμα αυτό δεν φαίνεται να μπορεί να αποδυναμωθεί από τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 5, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, στο οποίο κάνει ρητώς αναφορά το σημείο C των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η αναφορά σ’ αυτή τη διάταξη δεν μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να παρέχει στο Κοινοβούλιο τη δυνατότητα να τροποποιεί το πεδίο της αρμοδιότητας που του αναγνωρίζει το άρθρο 12 της Πράξεως του 1976.
86 Πράγματι, σύμφωνα με την αρχή περί ιεραρχήσεως της τυπικής ισχύος των κανόνων δικαίου, οι διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου δεν μπορούν να επιτρέπουν την παρέκκλιση από τις διατάξεις της Πράξεως του 1976 και να απονέμουν στο Κοινοβούλιο ευρύτερες αρμοδιότητες από αυτές που του έχουν απονεμηθεί με την εν λόγω Πράξη (απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 42, σκέψη 93). Αν, επομένως, στο άρθρο 3, παράγραφος 5, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου έπρεπε να προσδοθεί αυτό το νόημα, η διάταξη αυτή, όπως ορθώς τονίζει ο αιτών, δεν θα ήταν σύννομη.
87 Το Κοινοβούλιο προτείνει διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 5, του εσωτερικού του κανονισμού, σύμφωνα με την οποία «από τη στιγμή κατά την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επικυρώσει μια ανακήρυξη βουλευτή, όπως του A. Occhetto τον Ιούλιο του 2006, σ’ αυτό εναπόκειται να ελέγξει –στην περίπτωση κατά την οποία η ανακήρυξή του ανακαλείται βάσει παραιτήσεως δηλωθείσας από τον εν λόγω ευρωβουλευτή, όπως συνέβη στην περίπτωση της ανακοινώσεως [της ιταλικής επιτροπής εκλογικών διαδικασιών] της 29ης Μαρτίου 2007– αν η ανάκληση τηρεί τις αρχές που εξαγγέλλονται στην Πράξη του 1976».
88 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι ο αιτών δεν ανακηρύχθηκε βουλευτής κατόπιν της παραιτήσεως του «βουλευτή» A. Occhetto.
89 Ο ισχυρισμός του Κοινοβουλίου ότι ερμηνεία της προβλεπόμενης στο άρθρο 12 της Πράξεως του 1976 εξουσίας ελέγχου διαφορετική από αυτή που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει αυτή τη διάταξη από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα δεν φαίνεται βάσιμος. Πράγματι, είναι βέβαιο ότι το Κοινοβούλιο είναι απολύτως αρμόδιο να αποφασίζει, στο πλαίσιο του άρθρου 12 της Πράξεως του 1976, για την κατάσταση ενός εκλεγέντος υποψηφίου που έχει μια από τις ιδιότητες που είναι ασυμβίβαστες προς αυτή του μέλους του Κοινοβουλίου, όπως αυτές απαριθμούνται στο άρθρο 7 της Πράξεως του 1976.
90 Ούτε ο ισχυρισμός του Κοινοβουλίου, που αντλείται από το ότι η απόφασή του για την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως θα ήταν ελαττωματική λόγω ελλείψεως νομιμότητας αν στηριζόταν σε μη σύννομη εθνική πράξη, εν προκειμένω στην εθνική πράξη με την οποία έγινε η επίσημη ανακήρυξη των εκλογικών αποτελεσμάτων, φαίνεται να είναι βάσιμο.
91 Πράγματι, κατά τη νομολογία, οσάκις, όπως εν προκειμένω, μια εθνική πράξη εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως κοινοτικής αποφάσεως και ως εκ της κατανομής των αρμοδιοτήτων στον συγκεκριμένο τομέα δεσμεύει τη λαμβάνουσα την απόφαση κοινοτική αρχή και, συνακόλουθα, καθορίζει τους όρους της εκδοθησομένης κοινοτικής αποφάσεως, οι πλημμέλειες που πάσχει ενδεχομένως η εθνική αυτή πράξη δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να θίξουν το κύρος της αποφάσεως της κοινοτικής αρχής (βλ., σχετικώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C‑97/91, Oleificio Borelli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. I‑6313, σκέψεις 10 έως 12, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Μαΐου 2007, T‑18/07 R, Kronberger κατά Κοινοβουλίου, δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 38 έως 40).
92 Επομένως, οι πλημμέλειες που πάσχει ενδεχομένως η επίσημη ανακήρυξη των εκλογικών αποτελεσμάτων από την εν προκειμένω αρμόδια εθνική αρχή ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα της αποφάσεως του Κοινοβουλίου για την εξέλεγξη των εγγράφων νομιμοποιήσεως των εκλεγέντων.
93 Συναφώς, έχει σημασία να υπενθυμισθεί ότι εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αποφασίζουν, ενδεχομένως κατόπιν υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ, επί της νομιμότητας των εθνικών εκλογικών διατάξεων και διαδικασιών (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα στη σκέψη 91 διάταξη Kronberger κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 41).
94 Τέτοιος δικαστικός έλεγχος διενεργήθηκε όντως, εν προκειμένω, ενώπιον των αρμόδιων ιταλικών δικαστηρίων, δυνάμει του ιταλικού νόμου 18. Πράγματι, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio, αρχικώς, και, στη συνέχεια, το Consiglio di Stato αποφάνθηκαν επί της νομιμότητας της ιταλικής εκλογικής διαδικασίας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ανακήρυξη του αιτούντος ως βουλευτή του Κοινοβουλίου. Το ότι τα ιταλικά αυτά δικαστήρια δεν προέβησαν στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, φαίνεται να οφείλεται στο γεγονός ότι τα ανακύπτοντα ενώπιόν τους ζητήματα αφορούσαν την ερμηνεία όχι του κοινοτικού δικαίου, αλλά του εθνικού δικαίου και, ειδικότερα, το κύρος της αρχικής παραιτήσεως του A. Occhetto από την εκλογή του, καθώς και τη μεταγενέστερη ανάκληση αυτής της παραιτήσεως.
95 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία του αιτούντος σε σχέση με την αναρμοδιότητα του Κοινοβουλίου να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση φαίνεται να έχει σοβαρά ερείσματα και δεν μπορεί να απορριφθεί χωρίς μια πλέον ενδελεχή εξέταση, στην οποία οφείλει να προβεί αποκλειστικώς ο δικαστής της ουσίας. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πληρούται εν προκειμένω ο όρος του fumus boni juris, χωρίς δε να είναι αναγκαίο να εξετασθούν οι άλλοι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αιτών.
Επί του επείγοντος και της σταθμίσεως των συμφερόντων
Επιχειρήματα των διαδίκων
96 Ο αιτών προβάλλει ότι η απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως θα του προξενήσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του στέρησε το αξίωμα του ευρωβουλευτή και, κατά συνέπεια, τον εμπόδισε να εκτελέσει τα καθήκοντα που του ανέθεσαν οι εκλογείς. Η ζημία έχει ήδη επέλθει, δεδομένου ότι το όνομα και η παρουσίαση του αιτούντος έχουν εξαφανισθεί από την ιστοσελίδα του Κοινοβουλίου στο Διαδίκτυο. Το Πρωτοδικείο έχει δεχτεί ότι μια τέτοια ζημία είναι ανεπανόρθωτη και ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, πληρούται ο όρος του επείγοντος (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 26ης Ιανουαρίου 2001, T‑353/00 R, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2001, σ. II‑125, σκέψεις 96 έως 98).
97 Ως προς τη στάθμιση των συμφερόντων για τα οποία πρόκειται, ο αιτών υποστηρίζει ότι ο δικάζων κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής οφείλει, ακολουθώντας την ίδια προσέγγιση με αυτή των διατάξεων του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 25ης Νοεμβρίου 1999, T‑222/99 R, Martinez και de Gaulle κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1999, σ. II‑3397, σκέψη 80), και της 26ης Ιανουαρίου 2001, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 96 (σκέψεις 101 και 103), να δώσει προτεραιότητα στο ειδικό συμφέρον του αιτούντος, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στέρησε της δυνατότητας ασκήσεως των καθηκόντων που του είχαν συννόμως ανατεθεί. Το συμφέρον αυτό συμπίπτει εξάλλου τόσο με το γενικό συμφέρον του Κοινοβουλίου, όσον αφορά την τήρηση της σύννομης και σύμφωνης με τους κανόνες και τις διαδικασίες του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου συνθέσεώς του, όσο και με τα συμφέροντα του οικείου κράτους μέλους, όσον αφορά την τήρηση των αρμοδιοτήτων του στον εκλογικό τομέα και των αποφάσεων που απαγγέλλουν οριστικώς τα δικαιοδοτικά του όργανα (βλ., ως προς το δεύτερο αυτό συμφέρον, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 31ης Ιουλίου 2003, C‑208/03 P‑R, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I‑7939, σκέψη 108).
98 Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι ο αιτών δεν απέδειξε την ύπαρξη επείγοντος. Ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στέρησε τον αιτούντα του αξιώματος με το οποίο περιεβλήθη από τους εκλογείς του δεν μπορεί να γίνει δεκτός, εφόσον ο A. Occhetto είχε προηγηθεί του αιτούντος στον κατάλογο εκλογικών αποτελεσμάτων. Κατά το Κοινοβούλιο, το επείγον, στην περίπτωση εκλογής βουλευτή, δεν μπορεί να εκτιμάται αποκλειστικώς σε σχέση με τα δικαιώματα των εκλεγομένων, αλλά πρέπει να εκτιμάται επίσης σε σχέση με τα δικαιώματα των εκλογέων. Εξάλλου, ο A. Occhetto ασκεί πλέον του έτους τα καθήκοντα που συνεπάγεται το βουλευτικό του αξίωμα.
99 Το Κοινοβούλιο θεωρεί επίσης ότι η στάθμιση των συμφερόντων των διαδίκων δεν θα είχε ευνοϊκό αποτέλεσμα για τον αιτούντα. Συγκεκριμένα, δεν πρόκειται για την προσωρινή συνέχιση της θητείας ενός μέλους του Κοινοβουλίου, όπως στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 2001, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 96. Ο αιτών μάλλον επιδιώκει να διατηρηθεί η προσωρινή κατάσταση στην οποία τελούσε δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου από τις 29 Μαρτίου 2007 και στην οποία έθεσε τέλος η προσβαλλόμενη απόφαση. Η κατάσταση αυτή του αιτούντος είναι όμως επισφαλέστερη από αυτή του αιτούντος στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 2001, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 96, ο οποίος επιδίωκε να διατηρήσει το βουλευτικό αξίωμα που είχε επικυρώσει οριστικά το Κοινοβούλιο.
100 Επιπλέον, η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως θα έχει έννομες συνέπειες όχι μόνο για το Κοινοβούλιο, αλλά και για τον A. Occhetto, διότι θα επιδράσει στην άσκηση των καθηκόντων που συνεπάγεται το βουλευτικό του αξίωμα, το οποίο επικυρώθηκε οριστικά από το Κοινοβούλιο με την απόφασή του της 3ης Ιουλίου 2006. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η χορήγηση της ζητούμενης αναστολής εκτελέσεως θα έχει ως συνέπεια την πρόκληση βαρύτατης βλάβης για το δημόσιο συμφέρον. Δεδομένου ότι πρόκειται για ζήτημα που έχει σχέση με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν το αξίωμα του μέλους του Κοινοβουλίου, μόνον η απόφαση επί της ουσίας θα μπορούσε να επιφέρει μεταβολή της υφιστάμενης καταστάσεως και δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι τα συμφέροντα του αιτούντος μπορούν να υπερισχύσουν, διότι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μόνο fumus boni juris υφίσταται υπέρ αυτού.
101 Ο A. Occhetto προβάλλει ότι μόνον η εκτίμηση της διαφοράς κατ’ ουσίαν μπορεί να έχει ως συνέπεια μια νέα εναλλαγή στην άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων, δεδομένου ότι μια πρώτη μεταβολή πραγματοποιήθηκε συνεπεία του γεγονότος της ανακηρύξεως του αιτούντος στις 29 Μαρτίου 2007. Εφόσον ο A. Occhetto ασκούσε τα κοινοβουλευτικά του καθήκοντα από της ανακηρύξεώς του στις 8 Μαΐου 2006 και ήταν επίσης πρόεδρος της αντιπροσωπείας του Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με τον Οργανισμό του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), μια νέα διακοπή στην άσκηση των κοινοβουλευτικών του καθηκόντων θα του προξενούσε ανεπανόρθωτη ζημία και θα έθιγε την ίδια τη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί επείγοντος στερούνται ερείσματος.
102 Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο A. Occhetto έλαβε μεγαλύτερο αριθμό ψήφων από τον αιτούντα, θα ήταν όλως απρόσφορο, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των εν προκειμένω συμφερόντων, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων βάσει μιας εκτιμήσεως που, εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί παρά να είναι συνοπτική.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
103 Κατά πάγια νομολογία, σκοπός της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων είναι να κατοχυρωθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της αποφάσεως επί της ουσίας. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, πρέπει τα ζητούμενα μέτρα να είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, είναι αναγκαίο να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 1999, C‑65/99 P(R), Willeme κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑1857, σκέψη 62, διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1999, T‑167/99 R, Giulietti κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑139 και II‑751, σκέψη 29, και Martinez και de Gaulle κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 97, σκέψη 79].
104 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η διάρκεια της θητείας ενός βουλευτή περιορίζεται στα πέντε έτη και ότι η δήλωση περί ακυρότητας της ανακηρύξεως του αιτούντος ως βουλευτή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη, καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της ασκήσεως των καθηκόντων του ως ευρωβουλευτή, είναι σαφές ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής της ουσίας ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη, η ζημία που θα υποστεί ο αιτών, εφόσον δεν ανασταλεί η εκτέλεση της πράξεως αυτής, θα είναι ανεπανόρθωτη (βλ., σχετικώς, διατάξεις της 31ης Ιουλίου 2003, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 97, σκέψη 102, και της 26ης Ιανουαρίου 2001, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 96, σκέψη 96).
105 Η επέλευση της ζημίας αυτής έχει ήδη αρχίσει, δεδομένου ότι από τη δικογραφία και από τα υπομνήματα του Κοινοβουλίου προκύπτει σαφώς ότι το όργανο αυτό, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, θεωρεί τον A. Occhetto ως τον βουλευτή που κατέχει την εν λόγω έδρα βάσει των αποτελεσμάτων στη Μεσημβρινή Ιταλία και όχι τον αιτούντα.
106 Σ’ αυτό το στάδιο εκτιμήσεως, εναπόκειται και πάλι στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να σταθμίσει τα εμπλεκόμενα εν προκειμένω συμφέροντα. Δεν αμφισβητείται ότι η σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, κριτήριο του επείγοντος της υποθέσεως, συνιστά άλλωστε τον πρώτο όρο της συγκρίσεως που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της σταθμίσεως των συμφερόντων. Ειδικότερα, η σύγκριση αυτή πρέπει να οδηγεί τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να εξετάσει αν, σε περίπτωση ακυρώσεως της επίδικης πράξεως από τον δικαστή της ουσίας, θα είναι δυνατή η ανατροπή της καταστάσεως που θα έχει δημιουργηθεί από την άμεση εκτέλεση της πράξεως αυτής και, αντιστρόφως, αν η αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω πράξεως μπορεί να παρεμποδίσει την παραγωγή όλων των αποτελεσμάτων της σε περίπτωση που απορριφθεί επί της ουσίας η προσφυγή (βλ. διάταξη της 31ης Ιουλίου 2003, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 97, σκέψη 106, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
107 Εν προκειμένω, η δήλωση περί ακυρότητας της ανακηρύξεως του αιτούντος ως βουλευτή ισχύει από τις 24 Μαΐου 2007, με όλες τις επακόλουθες δυσμενείς για αυτόν συνέπειες. Εξάλλου, όσο περισσότερο χρόνο θα βρίσκεται ο αιτών σε αδυναμία να ασκεί τα καθήκοντα του βουλευτή, από τη διάρκεια της θητείας του οποίου απομένουν λιγότερο από δύο έτη, τόσο μεγαλύτερη θα αποβαίνει η ζημία που υφίσταται και η οποία είναι εκ φύσεως μη αναστρέψιμη (βλ., σχετικώς, διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 2001, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 96, σκέψη 102). Δεν μπορεί πράγματι να αποκλεισθεί ότι ενδεχόμενη απόφαση επί της ουσίας, ευνοϊκή για τον αιτούντα, θα εκδοθεί σε ημερομηνία μεταγενέστερη της λήξεως της βουλευτικής περιόδου, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η ζημία που ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ο αιτών –ήτοι ο αποκλεισμός του από την ιδιότητα του μέλους του Κοινοβουλίου– θα είναι μη αναστρέψιμη (βλ., σχετικώς, διάταξη της 31ης Ιουλίου 2003, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 97, σκέψη 107).
108 Πάντως, σε αντίθεση προς την περίπτωση που αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 2001, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 96 (σκέψη 105), πρέπει εν προκειμένω να ληφθεί επίσης υπόψη το συμφέρον του A. Occhetto για την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα που συνεπάγεται τη διατήρηση του A. Occhetto στο βουλευτικό αξίωμα. Πράγματι, αν η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως εγκυμονεί τον κίνδυνο προκλήσεως μη αναστρέψιμης ζημίας στον αιτούντα, ο ίδιος κίνδυνος, αντιστρόφως, υφίσταται για τον A. Occhetto σε περίπτωση κατά την οποία η υπό κρίση αίτηση γίνει δεκτή, λαμβανομένου υπόψη του ενδεχομένου να εκδοθεί απόφαση πιθανώς απορριπτική της προσφυγής μετά την πάροδο του μεγαλύτερου μέρους, αν όχι ολόκληρης της εναπομένουσας θητείας του. Εξάλλου, δεδομένου ότι ο A. Occhetto, πριν από την παραίτησή του της 7ης Ιουλίου 2004, προηγείτο του αιτούντος στον κατάλογο των εκλεγέντων, το συμφέρον του αιτούντος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηρισθεί προγενέστερο ή υπέρτερο.
109 Σε μια τέτοια περίπτωση ισότητας μεταξύ των ειδικών και άμεσων συμφερόντων του αιτούντος και του A. Occhetto αντιστοίχως, τα γενικότερα συμφέροντα που συνηγορούν είτε υπέρ της χορηγήσεως της ζητούμενης αναστολής εκτελέσεως είτε υπέρ της μη χορηγήσεώς της αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
110 Δεν αμφισβητείται ότι το οικείο κράτος μέλος, εν προκειμένω η Ιταλία, έχει συμφέρον να γίνει σεβαστή από το Κοινοβούλιο η εκλογική νομοθεσία του (βλ., σχετικώς, διατάξεις της 31ης Ιουλίου 2003, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 97, σκέψη 108, και της 26ης Ιανουαρίου 2001, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 96, σκέψη 104). Βεβαίως, στο συμφέρον αυτό θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί το γενικό συμφέρον του Κοινοβουλίου στη διατήρηση της ισχύος των αποφάσεών του (βλ., σχετικώς, διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 2001, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 96, σκέψη 99). Πάντως, το δεύτερο αυτό συμφέρον δεν μπορεί να υπερτερεί κατά τη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων.
111 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, κατ’ αρχάς, ότι η κατά το μάλλον ή ήττον σοβαρότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται για να καταδειχθεί το εκ πρώτης όψεως βάσιμο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων κατά την εκ μέρους του εκτίμηση του επείγοντος και, ενδεχομένως, κατά τη στάθμιση των συμφερόντων (βλ. διάταξη της 31ης Ιουλίου 2003, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 97, σκέψη 110, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
112 Εν προκειμένω, από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται ανωτέρω στις σκέψεις 64 έως 95 προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αιτών για να στηρίξει το εκ πρώτης όψεως βάσιμο είναι, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, βάσιμοι και σοβαροί.
113 Στη συνέχεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Κοινοβούλιο μπορεί να ασκεί την εξουσία να αγνοεί τα εκλογικά αποτελέσματα που ανακοινώνει το οικείο κράτος μέλος, όταν τα αποτελέσματα αυτά του φαίνονται αντίθετα προς τις διατάξεις της Πράξεως του 1976, γεγονός παραμένει ότι η εξουσία αυτή μπορεί να ασκείται μόνο σε σπάνιες και, επομένως, εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι τα κράτη μέλη συμμορφώνονται προς την υποχρέωσή τους, που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ, να προσαρμόζουν το εκλογικό τους δίκαιο προς τις απαιτήσεις της Πράξεως του 1976.
114 Κατά συνέπεια, θα ήταν δυσανάλογο να επιτραπεί να παράγει η προσβαλλόμενη απόφαση μη αναστρέψιμα αποτελέσματα, μολονότι η ύπαρξη μια τέτοιας εξαιρετικής περιπτώσεως, που δικαιολογεί τη λήψη της, αμφισβητείται σοβαρά ενώπιον του κοινοτικού δικαστή.
115 Τέλος, το γεγονός ότι ο A. Occhetto μπόρεσε να ασκήσει τα βουλευτικά του καθήκοντα από τις 28 Απριλίου 2006 έως την ανακήρυξη των αποτελεσμάτων εκ μέρους της ιταλικής επιτροπής εκλογικών διαδικασιών στις 29 Μαρτίου 2007 και, εκ νέου, από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή από τις 24 Μαΐου 2007, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον του έτους, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη για τη στάθμιση των συμφερόντων (βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη της 31ης Ιουλίου 2003, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 97, σκέψη 109).
116 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, δεδομένου ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση του αιτούντος.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
διατάσσει:
1) Αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Μαΐου 2007, περί εξελέγξεως των εγγράφων νομιμοποιήσεως του Beniamino Donnici [2007/2121(REG)].
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 15 Νοεμβρίου 2007.
Ο Γραμματέας
Ο Δικαστής
E. Coulon
M. Βηλαράς
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Full & Egal Universal Law Academy