Υπόθεση T-456/07
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Μεταφραστικού Κέντρου των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CdT)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Κοινοτικό σύστημα συντάξεων – Υποχρέωση βαρύνουσα το Μεταφραστικό Κέντρο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταβάλει εισφορά για τα δημοσιονομικά έτη 1998 έως 2005 – Πράξη δυνάμενη να προσβληθεί με την άσκηση προσφυγής – Πράξη μη παράγουσα έναντι τρίτων έννομα αποτελέσματα – Προδήλως απαράδεκτο»
Περίληψη της διατάξεως
Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα
(Άρθρο 230 ΕΚ· κανονισμός 2965/94 του Συμβουλίου)
Μόνον τα επαγόμενα υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα των τρίτων μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική κατάστασή τους, μέτρα συνιστούν πράξεις δυνάμεις να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Είναι αναγκαία η εξέταση της ουσίας του μέτρου του οποίου ζητείται η ακύρωση προκειμένου να καθοριστεί αν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, η δε μορφή υπό την οποία ελήφθη κατ’ αρχήν δεν ασκεί συναφώς επιρροή. Υπό την έννοια αυτή, μόνη η πράξη διά της οποίας ο συντάκτης της καθορίζει τη θέση του κατά τρόπο οριστικό και μη αμφιλεγόμενο, υπό μορφή επιτρέπουσα την εξακρίβωση της φύσεώς της, συνιστά απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι η εν λόγω απόφαση δεν συνιστά την επιβεβαίωση προηγούμενης πράξεως. Αντιθέτως, γραπτή εκδήλωση γνώμης ή απλή δήλωση προθέσεως δεν συνιστούν απόφαση ικανή να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, καθόσον δεν δύναται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα ή δεν σκοπεί στην παραγωγή τέτοιων αποτελεσμάτων.
Το Μεταφραστικό Κέντρο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (CdT) αποτελεί όργανο ιδρυθέν με τον κανονισμό 2965/94. Όπως προκύπτει από την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του διευθυντή του CdT και του διοικητικού συμβουλίου του εν λόγω οργανισμού, όπως αυτή προκύπτει από τα άρθρα 9 και 13 έως 15 του κανονισμού 2965/94, η επί της αρχής απόφαση αφορώσα την καταβολή της εισφοράς του CdT στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων εμπίπτει στην αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου του. Τούτο ήταν επομένως σε θέση να εκδώσει απόφαση ικανή να θίξει την έννομη κατάσταση τρίτων, ήτοι τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Κοινότητας.
Πάντως, λήψη θέσεως υπό μορφή γνώμης του εν λόγω διοικητικού συμβουλίου, με την οποία αυτό περιορίζεται στο να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ότι, κατά την εκτίμησή του, η τελευταία δεν παρέσχε ικανοποιητική απάντηση στα επανειλημμένα αιτήματά του να του διευκρινίσει τη νομική βάση επί της οποίας στηριζόταν ο ισχυρισμός της περί καταβολής εκ μέρους του εργοδότη των συντάξεων στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων και καταλήγει στο να της απευθύνει πρόσκληση να συνεχιστεί η συζήτηση και σε πρόταση διαδικασίας προς διακανονισμό της διαφοράς δεν συνιστά λήψη οριστικής θέσεως και δεν μπορεί επομένως να συνεπάγεται υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα τρίτων, ήτοι, εν προκειμένω, τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Κοινότητας.
(βλ. σκέψεις 52-55, 60, 62-63, 66)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 12ης Φεβρουαρίου 2010 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Κοινοτικό σύστημα συντάξεων – Υποχρέωση βαρύνουσα το Μεταφραστικό Κέντρο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταβάλει εισφορά για τα δημοσιονομικά έτη 1998 έως 2005 – Πράξη δυνάμενη να προσβληθεί με την άσκηση προσφυγής – Πράξη μη παράγουσα έναντι τρίτων έννομα αποτελέσματα – Προδήλως απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑456/07,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Pasquier και D. Martin,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεταφραστικού Κέντρου των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CdT), εκπροσωπούμενου αρχικώς από τον G. Vandersanden, ακολούθως δε από τον L. Levi, δικηγόρους,
καθού,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία το CdT φέρεται ότι αρνήθηκε να καταβάλει στον γενικό προϋπολογισμό και για τα δημοσιονομικά έτη 1998 έως 2005 εισφορά αντιστοιχούσα στο τμήμα της χρηματοδοτήσεως του κοινοτικού συστήματος συντάξεων το οποίο αναλογεί στον εργοδότη,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi, πρόεδρο, E. Cremona και S. Frimodt Nielsen (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Το νομικό πλαίσιο
Κοινοτικό σύστημα συντάξεων
1 Το άρθρο 83 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τόσον όπως ίσχυε πριν από την 1η Μαΐου 2004 (στο εξής: προϊσχύσας ΚΥΚ), όσο και μετά την ως άνω ημερομηνία (στο εξής: ισχύων ΚΥΚ), έχει ως εξής:
«1. Η καταβολή των παροχών που προβλέπονται στο παρόν σύστημα συνταξιοδοτήσεως βαρύνει τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων. Τα κράτη μέλη εγγυώνται συλλογικά την καταβολή αυτών των παροχών σύμφωνα με την κλίμακα κατανομής που καθορίζεται για τη χρηματοδότηση των δαπανών αυτών.
[...]
2. Οι υπάλληλοι συμβάλλουν κατά το ένα τρίτο στη χρηματοδότηση του εν λόγω συστήματος συνταξιοδοτήσεως [...]».
2 Το άρθρο 83α, παράγραφος 2, το οποίο προστέθηκε στον ισχύοντα ΚΥΚ, ορίζει τα ακόλουθα :
«Οι Υπηρεσίες οι οποίες δεν επιδοτούνται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταβάλλουν, στον εν λόγω προϋπολογισμό, το πλήρες ποσό των εισφορών που είναι αναγκαίες για τη χρηματοδότηση του συστήματος.»
Δημοσιονομική κανονιστική ρύθμιση
3 Το άρθρο 72, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1, διορθωτικό ΕΕ 2003, L 25, σ. 43, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1ης Μαΐου 2003, προβλέπει τη δυνατότητα των θεσμικών οργάνων να βεβαιώνουν με απόφαση τις απαιτήσεις τους έναντι τρίτων. Η εν λόγω διάταξη έχει ως εξής:
«Το οικείο όργανο μπορεί να διατυπώσει επίσημα τη βεβαίωση απαιτήσεως εις βάρος προσώπων, εκτός των κρατών, με απόφαση που αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά την έννοια του άρθρου 256 […] ΕΚ.»
Εφαρμοστέες επί του CdT διατάξεις
Εφαρμοστέες καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσιμης για τη διαφορά χρονικής περιόδου διατάξεις
4 Το Μεταφραστικό Κέντρο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CdT) αποτελεί όργανο ιδρυθέν με τον κανονισμό (ΕΚ) 2965/94 του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 1994, για τη δημιουργία Μεταφραστικού Κέντρου των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 314, σ. 1). Το CdT έχει νομική προσωπικότητα (άρθρο 3 του κανονισμού 2965/94) και διαθέτει ίδιον προϋπολογισμό. Αποστολή του είναι να παρέχει μεταφραστικές υπηρεσίες στους κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 2965/94 οργανισμούς καθώς και, ενδεχομένως, στα θεσμικά όργανα. Συμμετέχει επίσης στη διοργανική επιτροπή μεταφράσεως. Έδρα του είναι το Λουξεμβούργο (Λουξεμβούργο).
5 Το άρθρο 9 του κανονισμού 2965/94 έχει ως εξής:
1. Το [CdT] τίθεται υπό την εποπτεία διευθυντή ο οποίος διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής. Η διάρκεια της θητείας του διευθυντή είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί.
2. Ο διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του [CdT]. Είναι υπεύθυνος για τα εξής:
– κατάλληλη εκπόνηση και εφαρμογή του προγράμματος εργασίας και των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου,
– τρέχοντα διοικητικά θέματα,
– εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στο [CdT],
– εκτέλεση του προϋπολογισμού,
– θέματα προσωπικού,
– προετοιμασία των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου.
Β. Ο διευθυντής λογοδοτεί [για τις δραστηριότητές του] στο διοικητικό συμβούλιο.»
6 Το άρθρο 17 του κανονισμού 2965/94 ορίζει ότι το προσωπικό του CdT υπόκειται στους κανονισμούς και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται επί των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
7 Ο Κανονισμός (ΕΚ) 2610/95 τροποποιήθηκε δις. Η πρώτη από τις εν λόγω τροποποιήσεις, η οποία άρχισε να ισχύει από τις 17 Νοεμβρίου 1995, εισήχθη με τον κανονισμό (ΕΚ) 2610/95 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1995 (ΕΕ L 268, σ. 1). Η δεύτερη, η οποία άρχισε να ισχύει από 1ης Οκτωβρίου 2003, είναι απόρροια του κανονισμού (ΕΚ) 1645/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 245, σ. 13).
Ισχύουσες για τα έτη 1998 έως 2002 διατάξεις
8 Το άρθρο 10 του κανονισμού 2965/94, όπως αυτό ίσχυε για τα δημοσιονομικά έτη 1998 έως 2002, σύμφωνα με τον κανονισμό 2610/95, έχει ως εξής:
«1. Τα έσοδα και οι δαπάνες του [CdT] αποτελούν αντικείμενο προβλέψεων για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του [CdT].
2. α) Ο προϋπολογισμός του [CdT] πρέπει να είναι ισοσκελισμένος ως προς τα [έσοδα] και τις δαπάνες.
β) Υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του στοιχείου γ) σχετικά με την αρχική περίοδο, τα έσοδα προέρχονται από τις πληρωμές που καταβάλλουν τα όργανα που εξυπηρετούνται από το [CdT], […] έναντι των εργασιών του.
γ) Κατά την αρχική περίοδο, που δεν θα υπερβεί τρία δημοσιονομικά έτη:
– τα όργανα που εξυπηρετούνται από το [CdT] εισφέρουν ένα εφ' άπαξ ποσό που αντιπροσωπεύει ποσοστό του δικού τους προϋπολογισμού, το οποίο υπολογίζεται βάσει των καλύτερων δυνατών πληροφοριών και θα προσαρμοστεί βάσει των πραγματικών εργασιών που θα εκτελεσθούν,
– ενδεχομένως να υπάρξει εισφορά από τον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς το [CdT] προκειμένου να εξασφαλισθεί η λειτουργία του.
3. Οι δαπάνες του [CdT] περιλαμβάνουν τις αμοιβές του προσωπικού, τις δαπάνες διοικητικής φύσεως και υποδομής, καθώς και τα έξοδα λειτουργίας.»
9 Οι αφορώντες την έγκριση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού του CdT κανόνες, όπως ίσχυαν για την περίοδο των ετών 1998 έως 2002, καθορίζονται στα άρθρα 13 έως 15 του κανονισμού 2965/94, όπως αυτά ισχύουν μετά την έκδοση του κανονισμού 2610/95. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, ο διευθυντής του CdT είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού, ενώ η έγκριση και η απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού εμπίπτουν στα καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου.
Ισχύουσες για τα έτη 2003 έως 2005 διατάξεις
10 Το άρθρο 10 του κανονισμού 2965/94, όπως αυτό ίσχυε για τα δημοσιονομικά έτη 2003 έως 2005, προϊόν της εκδόσεως του κανονισμού 1645/2003, έχει ως εξής:
«1. Τα έσοδα και οι δαπάνες του [CdT] αποτελούν αντικείμενο προβλέψεων για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του [CdT].
2. α) Ο προϋπολογισμός του [CdT] πρέπει να είναι ισοσκελισμένος ως προς τα [έσοδα] και τις δαπάνες.
β) Τα έσοδα του [CdT] περιλαμβάνουν τις πληρωμές που πραγματοποιούν οι Οργανισμοί που εξυπηρετούνται από το [CdT] καθώς και τα θεσμικά όργανα και οι Οργανισμοί με τους οποίους συμφωνήθηκε συνεργασία έναντι των παρεχόμενων υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων διαθεσμικού χαρακτήρα, καθώς και κοινοτική επιδότηση.
3. Οι δαπάνες του [CdT] περιλαμβάνουν τις αμοιβές του προσωπικού, τις δαπάνες διοικητικής φύσεως και υποδομής, καθώς και τα έξοδα λειτουργίας.»
11 Οι αφορώντες την έγκριση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού του CdT κανόνες, όπως ίσχυαν για την περίοδο των ετών 2003 έως 2005, καθορίζονται στα άρθρα 13 έως 15 του κανονισμού 2965/94, όπως αυτά ισχύουν μετά την έκδοση του κανονισμού 1645/2003. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν τροποποιούν τις αρμοδιότητες του διευθυντή. Αντιθέτως, προβλέπουν την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για τον καθορισμό του ύψους της προβλεπόμενης στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2965/94, όπως αυτός τροποποιήθηκε, κοινοτικής επιδοτήσεως, καθώς και για την απαλλαγή του διευθυντή στο πλαίσιο της εκτελέσεως του προϋπολογισμού του CdT. Υπό την ανωτέρω επιφύλαξη, παραμένουν αμετάβλητες οι αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου.
Ιστορικό της διαφοράς
Αιτήσεις για την καταβολή εισφοράς στον γενικό προϋπολογισμό για το κοινοτικό σύστημα συντάξεων κατά τα δημοσιονομικά έτη 1998 έως 2005
12 Με σημείωμα του γενικού διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) «Προσωπικό και Διοίκηση» της 1ης Ιουλίου 1998 (στο εξής: σημείωμα της 1ης Ιουλίου 1998), η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κάλεσε τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Αξιολογήσεως των Φαρμακευτικών Προϊόντων (ΕΜΕΑ), το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (OHMI), καθώς και το Κοινοτικό Γραφείο φυτικών ποικιλιών (OCVV) να καταβάλλουν στον κοινοτικό προϋπολογισμό αναλογούσα στον εργοδότη εισφορά αντίστοιχη προς το μέρος της χρηματοδοτήσεως του κοινοτικού συστήματος συντάξεων.
13 Στο σημείωμα της 1ης Ιουλίου 1998 αναφερόταν τα εξής:
«Οι αποκεντρωμένοι οργανισμοί καταβάλλουν μηνιαίως στην Επιτροπή τα ποσά των εισφορών του προσωπικού τους στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων. Ορισμένοι από τους ως άνω οργανισμούς, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και ο δικός σας, τείνουν προς τη μερική ή πλήρη αυτοχρηματοδότηση. Προκειμένου να διαφυλαχθεί η δημοσιονομική ισορροπία και να γίνει σεβαστή η λογική του συνταξιοδοτικού συστήματος [...], επιβάλλεται συνεπώς οι εν λόγω οργανισμοί να καταβάλλουν στο σύστημα εισφορά εργοδότη, αντίστοιχη προς το διπλό της σταθμισμένης εισφοράς του προσωπικού με γνώμονα τον συντελεστή αυτοχρηματοδοτήσεως κάθε οργανισμού.
Η ανωτέρω πρακτική εδράζεται εμμέσως στους κανονισμούς για την ίδρυση των Οργανισμών [...]
Κατόπιν αυτού, θα εκτιμούσα ιδιαιτέρως αν προβαίνατε στην καταβολή προς την Επιτροπή, σύμφωνα με την προβλεπόμενη για την πληρωμή των εισφορών του προσωπικού διαδικασία, του αντιστοιχούντος στην εισφορά “εργοδότης” του οργανισμού σας για τη χρηματοδοτήσεως του συστήματος των συντάξεων ποσού, το οποίο η Επιτροπή θα διαθέσει σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις.
Οι ανωτέρω πληρωμές θα έπρεπε να λάβουν χώρα αναδρομικώς, αρχής γενομένης από το έτος κατά το οποίο ο οργανισμός σας διαθέτει ιδίους πόρους, εντόκως με το ενδεδειγμένο επιτόκιο.»
14 Το σημείωμα της 1ης Ιουλίου 1998 διαβιβάστηκε στον διευθυντή του CdT στις 6 Αυγούστου 1998 με τηλεομοιοτυπία αποσταλείσα από τον προϊστάμενο της διοικητικής μονάδας «Συντάξεις και σχέσεις με τους συνταξιούχους» της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της Επιτροπής. Στην ίδια τηλεομοιοτυπία, διευκρινίστηκε ότι το σημείωμα της 1ης Ιουλίου 1998 απευθυνόταν και προς το CdT με την παράκληση «να προβεί στα δέοντα».
15 Ο διευθυντής του CdT απάντησε στις 19 Αυγούστου 1998, στον προϊστάμενο της διοικητικής μονάδας «Συντάξεις και σχέσεις με τους συνταξιούχους» της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της Επιτροπής ότι ήταν έτοιμος να εξετάσει την ανωτέρω αίτηση, καλούσε δε την Επιτροπή να διευκρινίσει «τη νομική βάση, όσον αφορά το [CdT] της προτεινόμενης πρακτικής».
16 Το CdT ζήτησε στις Φεβρουαρίου 2000 τη γνώμη της Επιτροπής επί της απόψεώς της ότι η εισφορά στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων με την οποία βαρύνεται ο εργοδότης έπρεπε να καταλογίζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Κοινοτήτων.
17 Με σημείωμα της 16ης Μαρτίου 2000, ο προϊστάμενος της διοικητικής μονάδας «Συντάξεις και σχέσεις με τους συνταξιούχους» της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της Επιτροπής διευκρίνισε ότι το CdT έπρεπε να θεωρηθεί ως αυτοχρηματοδοτούμενος οργανισμός ήδη από την ίδρυσή του και ότι ως εκ τούτου όφειλε έκτοτε να καταβάλλει στον γενικό προϋπολογισμό την βαρύνουσα τον εργοδότη εισφορά στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων.
18 Με σημείωμα της 11ης Απριλίου 2000, ο αρμόδιος του τμήματος «Γενική Διοίκηση, Οικονομικά και Προσωπικό» του CdT γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι, σύμφωνα με το διοικητικό συμβούλιο του CdT, η εκφρασθείσα με το σημείωμα της 16ης Μαρτίου 2000 θέση εδραζόταν σε ελλιπή επιχειρηματολογία και στερούμενη συνοχής, χωρίς δε νομική βάση. Η Επιτροπή κλήθηκε εκ νέου να διευκρινίσει τη νομική βάση επί της οποίας στηριζόταν το αίτημά της, προκειμένου το διοικητικό συμβούλιο να καταστεί εφικτό να δώσει επ’ αυτής ευνοϊκή συνέχεια.
19 Με σημείωμα της 16ης Μαΐου 2000, ο προϊστάμενος της διοικητικής μονάδας «Συντάξεις και σχέσεις με τους συνταξιούχους» της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της Επιτροπής επιβεβαίωσε την εκφρασθείσα προηγουμένως άποψη ότι το CdT όφειλε εισφορά ίση με τα δύο τρίτα της χρηματοδοτήσεως του κοινοτικού συστήματος συντάξεων. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, το CdT ήταν «σαφώς αυτοχρηματοδοτούμενο», δεδομένου ότι αμειβόταν έναντι των παρεχομένων υπηρεσιών, αλλά μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως το ερώτημα αν η υποχρέωση της καταβολής του «τμήματος της εργοδοσίας» βάρυνε το CdT κατά την αρχική περίοδο, όπως προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2965/94, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (βλ. ανωτέρω σκέψη 8).
20 Με έγγραφο της 21ης Ιουνίου 2000, ο υπεύθυνος του τμήματος «Γενική Διοίκηση, Οικονομικά και Προσωπικό» του CdT διευκρίνισε εκ νέου ότι αδυνατούσε να προβεί στην καταβολή ενός «ποσοστού της εργοδοσίας» ενόσω η Επιτροπή δεν παρέθετε τη νομική βάση του αιτήματός της. Με το ίδιο σημείωμα, διευκρινίστηκε επίσης ότι το αίτημα της Επιτροπής αντέκειτο προφανώς στο άρθρο 83, παράγραφος 1, του προϊσχύσαντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, σύμφώνα με το οποίο «[η] καταβολή των παροχών που προβλέπονται στο παρόν σύστημα συνταξιοδοτήσεως βαρύνει τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων». Επομένως, καθίστατο προφανώς αναγκαίος ο καθορισμός σαφούς νομικής βάσεως «προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση εκ μέρους του δημοσιονομικού ελέγχου [του CdT] και του Ελεγκτικού Συνεδρίου [των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων]».
21 Το διοικητικό συμβούλιο του CdT αποφάσισε στις 27 Οκτωβρίου 2000 να εγγράψει στους λογαριασμούς του Οργανισμού αποθεματικό αντιστοιχούν στο ύψος της αιτηθείσας από την Επιτροπή από το 1998 εισφοράς. Εντούτοις, προτού προβεί στην καταβολή του αντίστοιχου ποσού, κάλεσε εκ νέου την Επιτροπή να διευκρινίσει επί ποίας νομικής βάσεως στηριζόταν ο ισχυρισμός της περί καταβολής.
22 Σε έγγραφο της 24ης Οκτωβρίου 2000, σκοπός του οποίου ήταν η προετοιμασία συσκέψεως σε ενδοϋπηρεσιακό επίπεδο και το οποίο κοινοποιήθηκε προς ενημέρωση στο CdT, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της Επιτροπής ανέφερε τα ακόλουθα:
«[Ο προϊσχύσας] Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων (ΚΥΚ) προέβλεψε αρχικώς τη λειτουργία ενός συστήματος συντάξεων για το διεπόμενο από τον ΚΥΚ προσωπικό, ο εργοδότης του οποίου διέθετε τους πόρους του αποκλειστικά από τον προϋπολογισμό των [Κοινοτήτων].
Ο [προϊσχύσας] (ΚΥΚ) [...] δεν προέβλεψε ρητώς τη χρηματοδότηση του συστήματος συντάξεων από εργοδότη μη χρηματοδοτούμενο από τον προϋπολογισμό [των Κοινοτήτων]. Μπορεί να τεθεί ευλόγως το ερώτημα αν ο προϋπολογισμός [των Κοινοτήτων] χρηματοδοτεί κατ’ ανάγκη ένα μέρος των εξόδων του προσωπικού –εν προκειμένω των συντάξεων– ενός τέτοιου οργανισμού.
Εξάλλου, ο κανονισμός περί ιδρύσεως του CdT δεν προέβλεψε ρητώς την καταβολή της εν λόγω εισφοράς στο σύστημα, προέβλεψε όμως ότι το CdT μπορούσε να λάβει επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό [των Κοινοτήτων] μόνον κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ετών της λειτουργίας του, εννοώντας επομένως εμμέσως επακόλουθη αυτοχρηματοδότηση.
Άρα, θα στερούνταν λογικής ένας αυτοχρηματοδοτούμενος οργανισμός να χρειάζεται τη επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό [των Κοινοτήτων] ενός μέρους των δαπανών του για το προσωπικό, δαπανών αντιστοιχουσών συγκεκριμένα στις συντάξεις, ενώ το υπόλοιπο των δαπανών του για το προσωπικό να εγγράφεται στον προϋπολογισμό του.
Επομένως, και μολονότι ουδεμία μνεία γίνεται ούτε στον [προϊσχύσαντα] ΚΥΚ ούτε στον κανονισμό [2965/94], παρίσταται εύλογο το CdT να καταβάλει, υπό την ιδιότητά του ως εργοδότη, εισφορά στον προϋπολογισμό [των Κοινοτήτων] ώστε να απαλλαγεί των δεσμεύσεών του σε θέματα συντάξεων και να τις μεταφέρει στον προϋπολογισμό [των Κοινοτήτων].
Πρόκειται ασφαλώς για περιστάσεις πανομοιότυπες με εκείνες δύο αυτοχρηματοδοτούμενων οργανισμών (OHMI και OCVV), περιστάσεις οι οποίες τους ώθησαν να καταβάλλουν στον προϋπολογισμό [των Κοινοτήτων] το μέρος του εργοδότη στο σύστημα συντάξεων (διπλάσιο εκείνου των εργαζομένων), προκειμένου τούτο να αναλάβει –υπό προθεσμία– τις αντιστοιχούσες στις συντάξεις δαπάνες.
Το πρόβλημα οφείλεται στο γεγονός ότι το CdT εκτιμά ότι η παρούσα νομική βάση δεν είναι δεσμευτική. Η νομική υπηρεσία της Επιτροπής επιβεβαίωσε ότι, σε αυστηρώς νομικό επίπεδο, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι ουδεμία υφίσταται διάταξη δυνάμενη να υποχρεώσει ρητώς τους οργανισμούς να καταβάλλουν στον γενικό προϋπολογισμό την εισφορά τους ως “εργοδότες”, ενώ τυχόν απλή μνεία στη γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού παρίσταται ανεπαρκής.
Επομένως, η συζήτηση θα έπρεπε να στραφεί προς την εγκαθίδρυση της κατάλληλης νομικής βάσεως, ικανής να επιβάλει παρόμοια υποχρέωση, συναφώς δε δεν μπορεί να γίνει αναφορά παρά στον ίδιο τον ΚΥΚ και/ή στον ιδρυτικό του CdT κανονισμό.
Ασφαλώς, τυχόν τροποποίηση του [προϊσχύσαντος] ΚΥΚ είναι προβλέψιμη και μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της σειράς των προπαρασκευαστικών μέτρων [...]. Εντούτοις, η τροποποίηση του κανονισμού [2965/94] είναι εξόχως ευκταία και θα μπορούσε να είναι επαρκής ώστε να επιβεβαιωθεί ότι ο ως άνω οργανισμός είναι απόλυτα αυτοχρηματοδοτούμενος, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών του για το προσωπικό, στοιχείο το οποίο θα παρείχε ρητή νομική βάση για την καταβολή της εισφοράς του CdT στον προϋπολογισμό [των Κοινοτήτων].»
23 Με σημείωμα της 16ης Μαρτίου 2001, ο διευθυντής του CdT ενημέρωσε τον γενικό διευθυντή της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της Επιτροπής ότι συμμεριζόταν τις διατυπούμενες στο σημείωμα της 24ης Οκτωβρίου 2000 επιφυλάξεις ως προς την ύπαρξη νομικής βάσεως ικανής να θεμελιώσει το αίτημα της Επιτροπής και πρότεινε την εκ μέρους της Επιτροπής επεξεργασία ενός σχεδίου συμφωνίας.
24 Με σημείωμα της 11ης Οκτωβρίου 2001, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της Επιτροπής διαβίβασε στο CdT σχέδιο συμφωνίας. Το άρθρο 1 του εν λόγω σχεδίου συμφωνίας προέβλεπε ότι η Επιτροπή διασφαλίζει την καταβολή των οφειλομένων στους μονίμους υπαλλήλους και στο λοιπό προσωπικό του CdT συντάξεων. Το άρθρο 2 προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι το CdT υποχρεούνταν να καταβάλλει μηνιαίως στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εισφορά αντιστοιχούσα στο σύνολο του ποσού που προοριζόταν για την κάλυψη του στατιστικού ισοδυνάμου των κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του προσωπικού, και τούτο από 1ης Ιανουαρίου 1998.
25 Το διοικητικό συμβούλιο του CdT αποφάσισε στις 26 Οκτωβρίου 2001 να μην δώσει συνέχεια στο εν λόγω σχέδιο συμφωνίας.
26 Με σημείωμα της 17ης Μαΐου 2005, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της Επιτροπής κάλεσε το CdT να καταβάλει, δυνάμει του άρθρου 83α, παράγραφος 2, του ισχύοντος ΚΥΚ (βλ. ανωτέρω σκέψη 2), τα αντιστοιχούντα στη βαρύνουσα τους εργοδότες εισφορά στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων ποσά για το έτος 2005, ήτοι συνολικό ποσόν ύψους 1,52 εκατομμυρίου ευρώ. Εξάλλου, για τα έτη 1998 έως 2004, το CdT κλήθηκε να καταβάλει τα ήδη διατεθέντα ποσά, ήτοι 6 εκατομμύρια ευρώ πριν την κεφαλαιοποίηση. Επομένως, το CdT είχε ενημερωθεί ότι οι επιφορτισμένες με τη διαχείριση και την εκκαθάριση των ατομικών δικαιωμάτων υπηρεσίες της Επιτροπής επρόκειτο να εκδώσουν διαταγές πληρωμής.
27 Με σημείωμα της 26ης Αυγούστου 2005, ο προσωρινός διευθυντής του CdT αμφισβήτησε ότι πρόκειται για αυτοχρηματοδοτούμενο οργανισμό. Συναφώς, το CdT ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2965/94, όπως αυτό ίσχυε από το 2003, προέβλεπε ότι το CdT λαμβάνει κοινοτική επιδότηση (βλ. ανωτέρω σκέψη 10) και υπόκειται στις διατάξεις της δημοσιονομικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία εφαρμόζεται επί των χρηματοδοτουμένων από τον γενικό προϋπολογισμό οργανισμών. Εξάλλου, το CdT υπενθύμισε ότι αδυνατούσε να ικανοποιήσει το αίτημα που υπέβαλε η Επιτροπή για τα έτη 1998 έως 2004, αφ ης στιγμής η ίδια η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει ότι ουδεμία νομική βάση το δικαιολογούσε. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή κλήθηκε να αναστείλει κάθε διαδικασία εισπράξεως των αμφισβητουμένων πιστώσεων.
28 Με σημείωμα της 7ης Μαρτίου 2006, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Μετάφραση», υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του CdT, γνωμοδότησε επί προτάσεως του CdT για την υποβολή της διαφοράς σε ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Όπως προκύπτει από το ανωτέρω σημείωμα, το οποίο διαβιβάστηκε στον προσωρινό διευθυντή του CdT, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν είχαν αντίρρηση το CdT να λάβει ανεξάρτητη νομική γνωμοδότηση, εκτιμούσαν όμως ότι η εν λόγω γνωμοδότηση δεν μπορούσε να δεσμεύει την Επιτροπή, καθόσον η διαφορά, αν εξακολουθούσε να υφίσταται, δεν μπορούσε να αχθεί παρά μόνον ενώπιον των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων.
Προσβαλλόμενη πράξη
29 Ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» απέστειλε στις 21 Μαρτίου 2006, σημείωμα στον προσωρινό διευθυντή του CdT. Με το σημείωμα αυτό, η Επιτροπή επιβεβαίωσε το αίτημά της περί καταβολής στον γενικό προϋπολογισμό της βαρύνουσας τους εργοδότες εισφοράς στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων για τα έτη 1998 έως 2005 και κάλεσε το CdT να της γνωστοποιήσει την αιτιολογημένη θέση της επί του συγκεκριμένου ζητήματος εντός προθεσμίας μηνός.
30 Με σημείωμα της 7ης Απριλίου 2006 (στο εξής: προσβαλλόμενη πράξη), ο προσωρινός διευθυντή του CdT διαβίβασε στον γενικό διευθυντή της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» γνώμη της 22ας Μαρτίου 2006 του διοικητικού συμβουλίου του CdT (στο εξής: γνώμη της 22ας Μαρτίου 2006).
31 Με την ανωτέρω γνώμη, το διοικητικό συμβούλιο του CdT διευκρίνισε ότι, αφού έλαβε υπόψη του αναλυτικό έγγραφο του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Μετάφραση» της Επιτροπής, με ημερομηνία 10 Ιανουαρίου 2006, τη γνώμη της 7ης Μαρτίου 2006 του αρμόδιου για το τμήμα «Νομικές υποθέσεις» του CdT, καθώς και σημείωμα το οποίο συνέταξε καθηγητής νομικής, έκρινε ότι δεν υπείχε την υποχρέωση να καταβάλλει στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων «εισφορές εργοδότη». Εντούτοις, κάλεσε την Επιτροπή, προκειμένου να δοθεί οριστική λύση στο ζήτημα, να δεχθεί την υποβολή του σε διαιτητική διαδικασία.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
32 Με δικόγραφο το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Ιουνίου 2006, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
33 Με διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 2007, το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο.
34 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη,
– να καταδικάσει το CdT στα δικαστικά έξοδα.
35 Το CdT ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή, κατά κύριο λόγο ως απαράδεκτη και επικουρικώς ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
36 Δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
37 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι έχει ενημερωθεί αρκούντως από τα έγγραφα της δικογραφίας, ώστε να είναι σε θέση να αποφανθεί χωρίς διαδικασία.
38 Το CdT προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση προσφυγής για δύο λόγους. Ο πρώτος αντλείται από το ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αποτελεί μέτρο επαγόμενο υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της Επιτροπής μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική κατάστασή της. Ο δεύτερος λόγος απαραδέκτου τον οποίο προέβαλε το CdT αντλείται από το ότι ο συγκεκριμένος οργανισμός δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των απαριθμούμενων στο άρθρο 230 ΕΚ θεσμικών οργάνων, τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των οποίων ασκεί το Γενικό Δικαστήριο.
39 Επιβάλλεται, πρώτον, η εξέταση του πρώτου λόγου απαραδέκτου.
Επιχειρήματα των διαδίκων
40 Το CdT ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία συνίσταται στη διαβίβαση της γνώμης της 22ας Μαρτίου 2006, αδυνατεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, καθόσον το άρθρο 230 ΕΚ αποκλείει ρητώς τις γνώμες από το πεδίο του προβλεπόμενου ελέγχου νομιμότητας.
41 Επιπλέον, το CdT επικαλείται τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία, πρώτον, δεν συνιστούν πράξεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, παρά μόνον τα επαγόμενα υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα μέτρα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα των προσφευγόντων, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική κατάστασή τους και, δεύτερον, προκειμένου να προσδιοριστεί αν πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα, σημασία έχει η ουσία της.
42 Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά απόφαση και ουδέν παράγει υποχρεωτικό έννομο αποτέλεσμα. Η γνώμη της 22ας Μαρτίου 2006 εμπεριέχει αξιολόγηση αφορώσα το ερώτημα αν το CdT συνιστά ή όχι επιχορηγούμενο οργανισμό και απευθύνει στην Επιτροπή πρόσκληση να αναστείλει τις αμφισβητούμενες διαδικασίες εισπράξεως πιστώσεων και να δεχτεί διαδικασία διαιτησίας, όπερ η Επιτροπή ουδέποτε απέρριψε επισήμως κατά την αλληλογραφία της με αποδέκτη το CdT. Επομένως, πρόκειται για απλή λήψη θέσεως, όχι για μορφή αποφάσεως, συνοδευόμενη από πρόσκληση για μεταγενέστερη διαπραγμάτευση προκειμένου να εξευρεθεί αποδεκτή για τα δύο μέρη λύση. Εξάλλου, το CdT ουδέποτε αντιτάχθηκε επισήμως στο αίτημα της Επιτροπής, αλλ’ απλώς περιορίστηκε στο να διατυπώσει την ευχή να λάβει διευκρινίσεις εκ μέρους του συγκεκριμένα θεσμικού οργάνου.
43 Ως προς την προσβαλλόμενη πράξη, πρόκειται απλώς για πράξη διαβιβάσεως της γνώμης της 22ας Μαρτίου 2006 ουδαμώς εμπεριέχουσα εκτίμηση επί του περιεχομένου της.
44 Το γεγονός απλώς και μόνον ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά απάντηση επί αιτήματος, το οποίο διατυπώνεται με το σημείωμα του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» της 21ης Μαρτίου 2006 το οποίο απευθύνεται στον προσωρινό διευθυντή του CdT, δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό της ως αποφάσεως δεκτικής προσφυγής δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ.
45 Πέραν τούτου, αφ ης στιγμής η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι αδυνατεί να επικαλεστεί δεσμευτική νομική βάση ικανή να θεμελιώσει την υποχρέωση του CdT να καταβάλλει τη βαρύνουσα τον εργοδότη εισφορά στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων, το CdT εκτιμά ότι η απάντηση επί απλής προσκλήσεως της Επιτροπής αφορώσα την πληρωμή, δεν συνιστά περαιτέρω απόφαση. Συγκεκριμένα, το ερώτημα αν εκδήλωση γνώμης εκ μέρους θεσμικού οργάνου συνιστά ή όχι απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί εξαρτάται από το αν ο συντάκτης της αμφισβητούμενης πράξεως ενήργησε με βάση νομική διάταξη παρέχουσα στον ίδιο εξουσία εκδόσεως αποφάσεως και αν η επίδικη πράξη δύναται να παράγει έννομα αποτελέσματα.
46 Επίσης, το υπογραμμιζόμενο γεγονός και μόνον ότι το CdT είναι μερικώς επιδοτούμενος οργανισμός δεν θίγει αφ εαυτού συμφέροντα της Επιτροπής μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική κατάστασή της.
47 Τέλος, το CdT εκτιμά ότι οι κινήσεις της Επιτροπής, ήτοι η είσπραξη των αμφισβητουμένων πιστώσεων διά συμψηφισμού και η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, είναι ικανές να θίξουν τα συμφέροντά της μεταβάλλοντας τη νομική κατάστασή της. Κατ’ αυτό, η Επιτροπή όφειλε, αντί να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της στερούμενης νομικής αξίας πράξεως, να εκδώσει απόφαση παράγουσα υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα, της οποίας θα είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα.
48 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί αν πράξεις δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, έχουν σημασία η ουσία των πράξεων αυτών καθώς και η πρόθεση του συντάκτη τους. Συγκεκριμένα, δυνάμει πάγιας νομολογίας, η μορφή υπό την οποία λαμβάνεται πράξη ή απόφαση είναι κατ’ αρχήν αδιάφορη όσον αφορά τη δυνατότητα προσβολής της μέσω προσφυγής ακυρώσεως.
49 Η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί απάντηση σε αίτημα του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» προκειμένου να «ληφθεί εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου του [CdT] επίσημη και αιτιολογημένη θέση επί της καταβολής του τμήματος του εργοδότη της συνταξιοδοτικής εισφοράς του [CdT] στον γενικό προϋπολογισμό από το έτος 1998». Επομένως, θα έπρεπε να θεωρηθεί, τόσον επί της ουσίας όσον και επί της προθέσεως, ως εκφράζουσα τη θέση του CdT επί της καταβολής στον γενικό προϋπολογισμό της βαρύνουσας τον εργοδότη εισφοράς στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων.
50 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρόκειται για σαφή λήψη θέσεως και ότι, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, το σημείωμα του προσωρινού γενικού διευθυντή του CdT, με το οποίο διαβιβάστηκε η ανωτέρω γνώμη, αποτελεί πράξη δυνάμενη να προσβληθεί.
51 Κατά την Επιτροπή, η φύση της προσβαλλόμενης πράξεως ως αποφάσεως προκύπτει επίσης από τη συγκυρία στο πλαίσιο της οποίας έλαβε αυτή χώρα. Από το 2000, το CdT αρνούνταν όντως συστηματικά, σε αντίθεση προς το OHMI και τον OCVV, να καταβάλλει την βαρύνουσα τον εργοδότη εισφορά στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων. Εξάλλου, η Επιτροπή αρνήθηκε οποιαδήποτε διαδικασία διαιτησίας με το σημείωμα της 7ης Μαρτίου 2006 (βλ. ανωτέρω σκέψη 28). Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι ισχυρισμοί του CdT ότι η προσβαλλόμενη πράξη εμπεριείχε πρόσκληση για περαιτέρω συζήτηση και πρόταση περί διαιτησίας εμφανίζονται ως κατασκευασμένοι.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
52 Κατά πάγια νομολογία, μόνον τα επαγόμενα υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα των τρίτων μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική κατάστασή τους, μέτρα συνιστούν πράξεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Απριλίου 2008, T‑260/04, Cestas κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑701, σκέψη 67, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
53 Επιπλέον, είναι αναγκαία η εξέταση της ουσίας του μέτρου του οποίου ζητείται η ακύρωση προκειμένου να καθοριστεί αν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, η δε μορφή υπό την οποία ελήφθη κατ’ αρχήν δεν ασκεί συναφώς επιρροή (βλ. προπαρατεθείσα στη σκέψη 52 απόφαση Cestas κατά Επιτροπής, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54 Μόνη η πράξη διά της οποίας ο συντάκτης της καθορίζει τη θέση του κατά τρόπο οριστικό και μη αμφιλεγόμενο, υπό μορφή επιτρέπουσα την εξακρίβωση της φύσεώς της, συνιστά απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι η εν λόγω απόφαση δεν συνιστά την επιβεβαίωση προηγούμενης πράξεως (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Μαΐου 1982, 44/81, Γερμανία και Bundesanstalt für Arbeit κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1855, σκέψη 12). Σε περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη πράξη είναι αμιγώς επιβεβαιωτική, η προσφυγή είναι παραδεκτή μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η επιβεβαιούμενη πράξη προσβλήθηκε εμπροθέσμως (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1997, T‑227/95, AssiDomän Kraft Products κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑1185, σκέψη 29, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Έτσι, οσάκις ο προσφεύγων αφήνει να παρέλθει η προθεσμία για να στραφεί κατ’ αποφάσεως, η οποία προβλέπει με σαφήνεια τη λήψη μέτρου έχοντος έννομα αποτελέσματα θίγοντα τα συμφέροντά του και η οποία έχει δεσμευτική ισχύ έναντι του ιδίου, δεν μπορεί να προκαλέσει την εκ νέου έναρξη της εν λόγω προθεσμίας ζητώντας από τον συντάκτη της επίδικης πράξεως να επανεξετάσει την απόφασή του και ασκώντας προσφυγή κατά της απορριπτικής αποφάσεως με την οποία επιβεβαιώνεται η προηγούμενη (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 1995, T‑514/93, Cobrecaf κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑621, σκέψη 44, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
55 Αντιθέτως, γραπτή εκδήλωση γνώμης ή απλή δήλωση προθέσεως δεν συνιστούν απόφαση ικανή να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, καθόσον δεν δύναται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα ή δεν σκοπεί στην παραγωγή τέτοιων αποτελεσμάτων (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex και Westzucker κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 659, σκέψεις 15 έως 19, και της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 114/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 5289, σκέψεις 12 έως 15).
56 Εξάλλου, όσον αφορά προσφυγές ακυρώσεως ασκούμενες από ιδιώτες, έχει ήδη κριθεί ότι παν έγγραφο αποστελλόμενο σε απάντηση αιτήματος διατυπωθέντος από τον αποδέκτη του δεν συνιστά κατ’ ανάγκη απόφαση παρέχουσα στον αποδέκτη το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως (βλ., συναφώς, διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1993, C‑25/92, Miethke κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. I‑473, σκέψη 10).
57 Υπό το φως των εν λόγω αρχών πρέπει να προσδιοριστεί αν η προσβαλλόμενη πράξη δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, όπερ αμφισβητεί το CdT με το αιτιολογικό ότι η εν λόγω πράξη δεν αποτελεί απόφαση ούτε παράγει οποιοδήποτε υποχρεωτικό έννομο αποτέλεσμα.
58 Πρώτον, όπως προκύπτει από τη νομολογία (βλ. ανωτέρω σκέψη 53), εκείνο που προέχει αποκλειστικά είναι η ουσία της προσβαλλόμενης πράξεως και όχι, κατ’ αρχήν, ο τύπος της. Πράγματι, ο τύπος υπό τον οποίο εκδίδεται πράξη δεν δύναται να αλλοιώσει τη φύση της (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 24ης Μαρτίου 1994, T‑3/93, Air France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II‑121, σκέψη 57, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και ως εκ τούτου ουδεμία έχει αποφασιστική σημασία. Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλείεται ότι το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον τύπο υπό τον οποίο εκδίδονται οι πράξεις των οποίων ζητείται η ακύρωση, καθό μέτρο παρέχει ενδεχομένως τη δυνατότητα αναγνωρίσεως της φύσεως της πράξεως (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα στη σκέψη 54απόφαση Γερμανία και Bundesanstalt für Arbeit κατά Επιτροπής, σκέψη 12).
59 Επομένως, πρέπει να επαληθευτεί κατ’ αρχάς αν η προσβαλλόμενη πράξη, πρώτον, ως εκ της ουσίας της, δύναται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα λόγω της αρμοδιότητας του συντάκτη της (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα στη σκέψη 56 διάταξη Miethke κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 15 και 16) και αν, δεύτερον, επάγεται όντως παρόμοια αποτελέσματα.
60 Πρώτον, όπως προκύπτει από την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του διευθυντή του CdT και του διοικητικού συμβουλίου του εν λόγω οργανισμού, όπως αυτή προκύπτει από τα άρθρα 9 και 13 έως 15 του κανονισμού 2965/94 (βλ. ανωτέρω σκέψεις 5, 9 και 11), η επί της αρχής απόφαση αφορώσα την καταβολή της εισφοράς του CdT στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων εμπίπτει στην αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου του. Τούτο, όπως υποστήριξε ορθώς η Επιτροπή, ήταν επομένως σε θέση να εκδώσει απόφαση ικανή να θίξει την έννομη κατάσταση τρίτων, ήτοι τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Κοινότητας.
61 Δεύτερον, η προσβαλλόμενη πράξη έγκειται σε διαβιβαστικό της γνώμης της 22ας Μαρτίου 2006 απλό σημείωμα. Μολονότι συνιστά απάντηση σε πρόσκληση της Επιτροπής να λάβει θέση επί της αρχής της καταβολής εισφοράς στη χρηματοδότηση εκ μέρους του CdT του κοινοτικού συστήματος συντάξεων, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το εν λόγω σημείωμα στερείται αφ εαυτού νομικής αξίας. Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η διαβιβασθείσα πράξη θίγει η ίδια τα συμφέροντα της Επιτροπής μεταβάλλοντας τη νομική κατάστασή της. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί η ουσία της γνώμης της 22ας Μαρτίου 2006.
62 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το εν λόγω έγγραφο τιτλοφορείται «γνώμη», γεγονός το οποίο επάγεται, όπως υπογραμμίζει το CdT, κατ’ αρχήν ότι παρόμοια πράξη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου νομιμότητας. Πάντως, αφ ης στιγμής επιβάλλεται η εξέταση της ουσίας της πράξεως και όχι του τύπου της (βλ. ανωτέρω σκέψεις 53 και 58), το γεγονός απλώς και μόνον ότι η πράξη τιτλοφορείται «γνώμη» δεν επιτρέπει να συναχθεί, για τον λόγο αποκλειστικά και μόνον αυτόν, ότι συντρέχει απαράδεκτο της προσφυγής. Αντιθέτως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο τίτλος της πράξεως, χωρίς να προσδίδεται στη συγκεκριμένη διαπίστωση αποφασιστική σημασία, προκειμένου να εκτιμηθεί, στο πλαίσιο της ερμηνείας του περιεχομένου της πράξεως, αν εμφανίζει χαρακτηριστικά αποφάσεως.
63 Με την ανωτέρω γνώμη, το διοικητικό συμβούλιο του CdT διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Το διοικητικό συμβούλιο του [CdT] έλαβε υπό σημείωση με ενδιαφέρον διάφορα έγγραφα τα οποία του διαβιβάστηκαν σε σχέση με τους κανόνες οι οποίοι τυγχάνουν εφαρμογής στην καταβολή των εισφορών του εργοδότη στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων για το προσωπικό του [CdT] [...].
Σύμφωνα με [δύο] γνώμες, συνάγεται ότι το [CdT], μία από τις αποστολές του οποίου έγκειται στη συμμετοχή του στη διοργανική επιτροπή μεταφράσεως και διερμηνείας και το οποίο λαμβάνει για τον λόγον αυτόν επιδότηση από τον γενικό προϋπολογισμό της [Ενώσεως], εμφανίζει ασφαλώς τον χαρακτήρα επιδοτούμενου οργανισμού, ενώ η Επιτροπή δεν συμμερίζεται τη γνώμη αυτή. Επομένως, το διοικητικό συμβούλιο του [CdT] εκτιμά ότι το [CdT] δεν υπέχει υποχρέωση να καταβάλλει ως εργοδότης συντάξεις για το κοινοτικό σύστημα συντάξεων».
64 Υπό τις περιστάσεις που ισχύουν εν προκειμένω, η τελευταία φράση του προπαρατιθέμενου στη σκέψη 63 χωρίου δεν συνιστά λήψη οριστικής θέσεως εμφανίζουσα χαρακτηριστικά αποφάσεως κατά την έννοια της προπαρατεθείσας στη σκέψη 54 νομολογίας.
65 Πράγματι, μολονότι η Επιτροπή θα μπορούσε, με βάση το άρθρο 72, παράγραφος 2, του κανονισμού 1605/2002, να εκδώσει δεσμευτική για το CdT απόφαση περί καταβολής των ποσών τα οποία η ίδια θεωρούσε ότι ο εν λόγω οργανισμός υπείχε την υποχρέωση να καταβάλλει, οι υπηρεσίες του εν λόγω θεσμικού οργάνου περιορίστηκαν στο να καλέσουν επανειλημμένα το CdT να καταβάλει αυθορμήτως εισφορά στη χρηματοδότηση του κοινοτικού συστήματος συντάξεων για τα δημοσιονομικά έτη 1998 έως 2005. Σε απάντηση των κλήσεων αυτών, το CdT ερώτησε επανειλημμένα τις υπηρεσίες της Επιτροπής επί της υπάρξεως νομικής βάσεως δυναμένης να δικαιολογήσει την καταβολή της επίδικης εισφοράς (βλ. ανωτέρω σκέψεις 15, 18, 20, 23 και 27).
66 Υπό το πρίσμα αυτό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με τη γνώμη της 22ας Μαρτίου 2006, το διοικητικό συμβούλιο του CdT περιορίστηκε στο να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ότι, κατά την εκτίμησή του, η τελευταία δεν είχε δώσει ικανοποιητική απάντηση στις επανειλημμένες αιτήσεις του να διευκρινίσει η ίδια τη νομική βάση επί της οποίας στήριζε τον ισχυρισμό της περί καταβολής. Επιπλέον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η γνώμη της 22ας Μαρτίου 2006 καταλήγει στην πρόσκληση για τη συνέχιση του διαλόγου και σε πρόταση ως προς τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η λήψη θέσεως του διοικητικού συμβουλίου του CdT δεν είναι οριστική και ως εκ τούτου δεν κατέστη εφικτό να επαχθεί υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα τρίτων μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική κατάστασή τους.
67 Εξάλλου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η περιλαμβανόμενη στη γνώμη της 22ας Μαρτίου 2006 λήψη θέσεως μπορεί να θεωρηθεί, αντιθέτως, ως επαγόμενη τέτοια έννομα αποτελέσματα, ήδη από τις 11 Απριλίου 2000 (βλ. ανωτέρω σκέψη 18), ακολούθως στις 27 Οκτωβρίου 2000 (βλ. ανωτέρω σκέψη 21), και στις 26 Οκτωβρίου 2001 (βλ. ανωτέρω σκέψη 25), το διοικητικό συμβούλιο του CdT είχε ήδη αμφισβητήσει, υπό παρεμφερείς και μη επιδεχόμενους αμφισβήτηση όρους, ότι υπέχει την υποχρέωση καταβολής οποιασδήποτε εισφοράς, βαρύνουσας τον εργοδότη, στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η γνώμη της 22ας Μαρτίου 2006 είχε αμιγώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα έναντι των προγενέστερων λήψεων θέσεως του διοικητικού συμβουλίου του CdT. Δεδομένου ότι οι ανωτέρω λήψεις θέσεως δεν αμφισβητήθηκαν εντός της προβλεπόμενης για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως προθεσμίας, η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη βάσει της προπαρατεθείσας στη σκέψη 54 νομολογίας.
68 Δεύτερον, κανένα από τα προβληθέντα από την Επιτροπή επιχειρήματα δεν είναι ικανά να στοιχειοθετήσει το παραδεκτό της προσφυγής.
69 Αφενός, γεγονός είναι ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά απάντηση σε πρόσκληση, την οποία απηύθυνε ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Προσωπικό και Διοίκηση» (βλ. ανωτέρω σκέψη 29), προκειμένου να διατυπωθεί εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου του CdT «τυπική και αιτιολογημένη θέση» επί της καταβολής της βαρύνουσας τον εργοδότη εισφοράς στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων για τα δημοσιονομικά έτη 1998 έως 2005. Εντούτοις, οποιαδήποτε ανακοίνωση προερχόμενη από κοινοτικό οργανισμό σε απάντηση αιτήσεως που διατυπώνει ο αποδέκτης της δεν συνιστά κατ’ ανάγκη απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα στη σκέψη 56 διάταξη Miethke κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 10).
70 Αφετέρου, το γεγονός ότι, υπό τη συγκυρία κατά την οποία έλαβε αυτή χώρα, η εμπεριεχόμενη στη γνώμη της 22ας Μαρτίου 2006 πρόσκληση για συνέχιση των διαπραγματεύσεων με την Επιτροπή και για την από κοινού υποβολή της διαφοράς σε διαιτησία, εμφανίζεται, κατά την Επιτροπή, ως κατασκευασμένη δεν επιτρέπει να εκληφθεί η πρόταση αυτή ως αμιγώς παρελκυστική. Πράγματι, όπως παρατηρήθηκε ανωτέρω στη σκέψη 65, ήταν θεμιτό η Επιτροπή να λάβει δεσμευτική απόφαση υποχρεώνουσα το CdT να καταβάλλει τις εισφορές που η ίδια έκρινε ότι όφειλε ο εν λόγω οργανισμός. Σε παρόμοια περίπτωση, ο οργανισμός θα ήταν αποδέκτης αποφάσεως μεταβάλλουσας τη νομική κατάστασή της, κατά της οποίας θα είχε την ευχέρεια, εάν φρονούσε ότι ήταν βάσιμη, να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως.
71 Όπως προκύπτει από τις προηγηθείσες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος που προέβαλε το CdT στο πλαίσιο της ενστάσεως του απαραδέκτου. Κατόπιν αυτού, χωρίς να απαιτείται η εξέταση του δεύτερου λόγου ο οποίος ανάγεται στην ένσταση απαραδέκτου του CdT, η παρούσα προσφυγή είναι απορριπτέα ως προδήλως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
72 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα του CdT.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη
2) Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 12 Φεβρουαρίου 2010.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
J. Azizi
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy