ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 21ης Ιανουαρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑12/08
Mono Car Styling SA
κατά
Dervis Odemis κ.λπ.
[αίτηση του Cour du travail de Liège (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 98/59/ΕΚ – Προστασία των εργαζομένων – Ομαδικές απολύσεις – Νομότυπο της διαδικασίας απολύσεως – Μη προβολή ενστάσεων από τους εκπροσώπους των εργαζομένων»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία δίνει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει ορισμένες πτυχές της κοινοτικής ρυθμίσεως για θέματα ομαδικών απολύσεων. Ειδικότερα, το κύριο ζήτημα που πρέπει να διευκρινιστεί είναι το κατά πόσον η οδηγία 98/59/ΕΚ παρέχει απευθείας δικαιώματα στους εργαζομένους και, αν ναι, κατά πόσον τα δικαιώματα αυτά είναι ατομικά ή συλλογικά. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί αν η προαναφερθείσα οδηγία επιτρέπει τον περιορισμό δυνάμει εθνικού κανόνα των περιπτώσεων ασκήσεως προσφυγής κατά ομαδικής απολύσεως σε περίπτωση παραβάσεως μιας από τις διατάξεις της οδηγίας. Τέλος, θα χρειαστεί να εξεταστούν οι ενδεχόμενοι περιορισμοί οι οποίοι, στο εξεταζόμενο ζήτημα, μπορούν να απορρέουν απευθείας από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, και ιδίως από το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
2. Η ευκαιρία για την παροχή των διευκρινίσεων αυτών δόθηκε από το Cour du travail de Liège, το οποίο, στο πλαίσιο της εκδικάσεως μιας σειράς προσφυγών ορισμένων εργαζομένων οι οποίοι θίγονται από ομαδική απόλυση, υπέβαλε στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτική νομοθεσία
3. Η κοινοτική ρύθμιση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης περιέχεται στην οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (στο εξής: οδηγία) (2).
4. Η πρώτη και η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας έχουν ως εξής:
«1) ότι, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού είναι σκόπιμη η κωδικοποίηση της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις·
2) ότι επιβάλλεται η ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως εντός της Κοινότητας».
5. Το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει:
«1. Όταν ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις, υποχρεούται να πραγματοποιεί, εγκαίρως, διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας.
2. Οι διαβουλεύσεις αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μείωσης των ομαδικών απολύσεων, καθώς και τις δυνατότητες άμβλυνσης των συνεπειών, διά της προσφυγής σε συνοδευτικά κοινωνικά μέτρα με σκοπό τη βοήθεια για την επαναπασχόληση ή τον αναπροσανατολισμό των απολυομένων εργαζομένων.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων μπορούν να προσφεύγουν σε εμπειρογνώμονες, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.
3. Για να μπορέσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις, ο εργοδότης οφείλει, εγκαίρως, κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων:
α) να τους παρέχει όλες τις χρήσιμες πληροφορίες και
β) εν πάση περιπτώσει, να τους ανακοινώνει εγγράφως:
i) τους λόγους του σχεδίου απολύσεων,
ii) τον αριθμό και τις κατηγορίες των υπό απόλυση εργαζομένων,
iii) τον αριθμό και τις κατηγορίες των συνήθως απασχολούμενων εργαζομένων,
iv) την περίοδο κατά την οποία πρόκειται να γίνουν οι απολύσεις,
v) τα προβλεπόμενα κριτήρια για την επιλογή των εργαζομένων που θα απολυθούν, εφόσον οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές αποδίδουν τη σχετική αρμοδιότητα στον εργοδότη,
vi) την προβλεπόμενη μέθοδο υπολογισμού οιασδήποτε ενδεχόμενης αποζημίωσης απολύσεως, εκτός εκείνης που απορρέει από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.
Ο εργοδότης οφείλει να διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή αντίγραφο τουλάχιστον των στοιχείων της γραπτής ανακοίνωσης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, σημεία i έως v.
[...]»
6. Τα άρθρα 3 έως 6 της οδηγίας προβλέπουν:
«Άρθρο 3
1. Ο εργοδότης υποχρεούται να κοινοποιεί εγγράφως στην αρμόδια δημόσια αρχή κάθε σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση.
[...]
2. Ο εργοδότης υποχρεούται να διαβιβάσει στους εκπροσώπους των εργαζομένων αντίγραφο της κοινοποιήσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1.
Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δύνανται να υποβάλλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους στην αρμόδια δημόσια αρχή.
Άρθρο 4
1. Οι ομαδικές απολύσεις το σχέδιο των οποίων έχει κοινοποιηθεί στην αρμόδια δημόσια αρχή ισχύουν το ενωρίτερο τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, με την επιφύλαξη των διατάξεων που διέπουν τα κατά περίπτωση δικαιώματα ως προς την προθεσμία προειδοποιήσεως.
Τα κράτη μέλη δύνανται να παρέχουν στην αρμόδια αρχή την ευχέρεια συντομεύσεως της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο προθεσμίας.
[...]
Άρθρο 5
Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να εκδίδουν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους ή να προωθούν ή να επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων συμβατικών διατάξεων για τους εργαζομένους.
Άρθρο 6
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ή/και οι εργαζόμενοι να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής σε διοικητικές ή/και δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.»
Β – Εθνική νομοθεσία
7. Οι διατάξεις της οδηγίας 75/129 (και, κατά συνέπεια, της οδηγίας 98/59) μεταφέρθηκαν στο Βέλγιο με τη συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 24, της 2ας Οκτωβρίου 1975, η οποία κατέστη υποχρεωτική με βασιλικό διάταγμα της 21ης Ιανουαρίου 1976 (στο εξής: συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 24). Το άρθρο 6 της συλλογικής συμβάσεως εργασίας αριθ. 24 ορίζει:
«Όταν ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδική απόλυση, υποχρεούται να ενημερώσει προηγουμένως τους εκπροσώπους των εργαζομένων και να πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις με αυτούς· η ενημέρωση πραγματοποιείται στα πλαίσια του συμβουλίου της επιχειρήσεως ή, ελλείψει αυτού, με τη συνδικαλιστική αντιπροσωπία […].
Η ενημέρωση και οι διαβουλεύσεις πρέπει να λαμβάνουν χώρα με το προσωπικό ή τους εκπροσώπους του σε περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται συμβούλιο της επιχειρήσεως ή συνδικαλιστική αντιπροσωπία.
Οι διαβουλεύσεις αφορούν τις δυνατότητες αποφυγής ή μειώσεως της ομαδικής απολύσεως, καθώς και της αμβλύνσεως των συνεπειών της, με την προσφυγή σε συνοδευτικά κοινωνικά μέτρα με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη βοήθεια για την επαναπασχόληση ή τον αναπροσανατολισμό των απολυθέντων εργαζομένων.
Προς τούτο, ο εργοδότης οφείλει να παρέχει στους εκπροσώπους των εργαζομένων οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία, εν πάση δε περιπτώσει να τους ανακοινώνει εγγράφως τους λόγους του σχεδίου απολύσεων, τα προβλεπόμενα κριτήρια για την επιλογή των προς απόλυση εργαζομένων, τον αριθμό και τις κατηγορίες των προς απόλυση εργαζομένων, τον αριθμό και τις κατηγορίες των συνήθως απασχολουμένων εργαζομένων, καθώς και την προβλεπόμενη μέθοδο υπολογισμού οιασδήποτε ενδεχόμενης αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, εκτός εκείνης που απορρέει από την εθνική νομοθεσία ή από συλλογική σύμβαση εργασίας, την περίοδο κατά την οποία πρόκειται να γίνει η απόλυση, για να μπορέσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις και προτάσεις τους προκειμένου να ληφθούν υπόψη.»
8. Περαιτέρω ρυθμίσεις για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων περιλαμβάνει ο βελγικός νόμος της 13ης Φεβρουαρίου 1998 περί διατάξεων υπέρ της απασχολήσεως, τα άρθρα 66 έως 69 του οποίου προβλέπουν τα εξής:
«Άρθρο 66
1. Ο εργοδότης ο οποίος προτίθεται να προβεί σε ομαδική απόλυση οφείλει να τηρήσει τη διαδικασία ενημερώσεως και διαβουλεύσεων που προβλέπεται σε περίπτωση ομαδικής απολύσεως, όπως απαιτεί συλλογική σύμβαση εργασίας συναπτόμενη στα πλαίσια του Εθνικού Συμβουλίου Εργασίας.
Συναφώς, ο εργοδότης υποχρεούται να εκπληρώσει τους ακόλουθους όρους:
1° οφείλει να υποβάλει στο συμβούλιο της επιχειρήσεως ή, ελλείψει αυτού, στη συνδικαλιστική αντιπροσωπία ή, ελλείψει αυτής, στους εργαζομένους γραπτή έκθεση γνωστοποιώντας την πρόθεσή του να προβεί σε ομαδική απόλυση·
2° οφείλει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι, στα πλαίσια της προθέσεώς του να προβεί σε ομαδική απόλυση, συγκάλεσε το συμβούλιο της επιχειρήσεως ή, ελλείψει αυτού, συσκέφθηκε με τη συνδικαλιστική αντιπροσωπία ή, ελλείψει αυτής, με τους εργαζομένους·
3° οφείλει να παράσχει στους εκπροσώπους του προσωπικού που συμμετέχουν στο συμβούλιο της επιχειρήσεως ή, ελλείψει αυτού, στα μέλη της συνδικαλιστικής αντιπροσωπίας ή, ελλείψει αυτής, στους εργαζομένους, τη δυνατότητα να υποβάλουν ερωτήσεις ως προς τη σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση και να αναπτύξουν την επιχειρηματολογία τους ή να προβούν σε αντιπροτάσεις επί του θέματος·
4° οφείλει να εξετάσει τις ερωτήσεις, τα επιχειρήματα και τις αντιπροτάσεις που προβλέπονται υπό 3, και να δώσει επ’ αυτών απαντήσεις.
Ο εργοδότης οφείλει να παράσχει την απόδειξη ότι εκπλήρωσε όλες τις προβλεπόμενες στο προηγούμενο εδάφιο προϋποθέσεις.
2. Ο εργοδότης οφείλει να κοινοποιήσει την πρόθεσή του να προβεί σε ομαδική απόλυση στον διορισθέντα από τον Βασιλέα υπάλληλο. Με την ίδια κοινοποίηση πρέπει να επιβεβαιώνεται ότι εκπληρώθηκαν οι κατά την παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, προϋποθέσεις. Αντίγραφο της κοινοποιήσεως γνωστοποιείται την ημέρα της αποστολής της στον κατά το πρώτο εδάφιο υπάλληλο, στο συμβούλιο της επιχειρήσεως ή, ελλείψει αυτού, στη συνδικαλιστική αντιπροσωπία, και τοιχοκολλάται εντός της επιχειρήσεως. Περαιτέρω, αντίγραφο αποστέλλεται, την ημέρα της τοιχοκολλήσεως, με συστημένη επιστολή, στους εργαζομένους οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο της ομαδικής απολύσεως και η σύμβαση των οποίων έληξε ήδη την ημέρα της τοιχοκολλήσεως.
Άρθρο 67
Ο απολυόμενος εργαζόμενος μπορεί να αμφισβητήσει την τήρηση της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων μόνο για τον λόγο ότι ο εργοδότης δεν τήρησε τις κατά το άρθρο 66, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, προϋποθέσεις.
Ο απολυόμενος εργαζόμενος δεν μπορεί να αμφισβητήσει την τήρηση της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων εφόσον οι εκπρόσωποι του προσωπικού εντός του συμβουλίου της επιχειρήσεως ή, ελλείψει αυτού, τα μέλη της συνδικαλιστικής αντιπροσωπίας ή, ελλείψει αυτής, οι εργαζόμενοι οι οποίοι έπρεπε να ενημερωθούν και με τους οποίους έπρεπε να χωρήσει διαβούλευση δεν γνωστοποίησαν τυχόν ενστάσεις στον εργοδότη όσον αφορά την τήρηση μιας ή περισσοτέρων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 66, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 66 προϋποθέσεις εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία της προβλεπόμενης στο άρθρο 66, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, τοιχοκολλήσεως.
Εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία απολύσεώς του ή από την ημερομηνία κατά την οποία οι απολύσεις κατέστησαν ομαδικές, ο απολυόμενος εργαζόμενος οφείλει να ενημερώσει τον εργοδότη, με συστημένη επιστολή, ότι αμφισβητεί την τήρηση της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων».
Άρθρο 68
1. Αν, για τον απολυόμενο εργαζόμενο ο οποίος αμφισβητεί την τήρηση της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων δεν έχει εκπνεύσει ή δεν έχει αρχίσει να τρέχει κάποια προθεσμία προειδοποιήσεως, η εν λόγω προθεσμία αναστέλλεται, εφόσον η αμφισβήτηση είναι βάσιμη, από την τρίτη εργάσιμη ημέρα μετά την αποστολή της συστημένης επιστολής την οποία προβλέπει το άρθρο 67, τρίτο εδάφιο.
[...]
Άρθρο 69
1. Αν η σύμβαση εργασίας του απολυομένου εργαζομένου ο οποίος αμφισβητεί την τήρηση της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων έχει ήδη λήξει, ο εργαζόμενος θα πρέπει επίσης να ζητήσει, με τη συστημένη επιστολή του άρθρου 67, τρίτο εδάφιο, την επανένταξή του σε απασχόληση.
[...]»
III – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία της κύριας δίκης και προδικαστικά ερωτήματα
9. Τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το αντικείμενο της κρινόμενης διαφοράς εκτίθενται λεπτομερέστατα στην μακροσκελή απόφαση περί παραπομπής και μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
10. Το 2004 η εταιρία Mono Car Styling (στο εξής: Mono Car), η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής εξαρτημάτων αυτοκινήτων, διήλθε μια εξαιρετικά δύσκολη φάση, λόγω της σημαντικής μειώσεως των παραγγελιών της. Για τον λόγο αυτό, η εταιρία αποφάσισε να μειώσει το προσωπικό της προβαίνοντας σε ομαδική απόλυση.
11. Η εταιρία κατέληξε σε συμφωνία με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, στο πλαίσιο της οποίας ο αριθμός των προς απόλυση εργαζομένων ορίστηκε σε 30, ενώ καθορίστηκαν και συγκεκριμένα μέτρα αποζημιώσεως και στηρίξεως του απολυόμενου προσωπικού. Τόσο οι εκπρόσωποι των εργαζομένων όσο και οι τοπικές υπηρεσίες απασχολήσεως αναγνώρισαν ότι η επιχείρηση τήρησε τις διαδικασίες ενημερώσεως και διαβουλεύσεων τις οποίες προβλέπει η νομοθεσία περί ομαδικών απολύσεων.
12. Αντικείμενο της κύριας δίκης είναι οι ατομικές προσφυγές που άσκησαν 21 εργαζόμενοι οι οποίοι θίγονται από τη διαδικασία ομαδικής απολύσεως, ισχυριζόμενοι ότι η εταιρία Mono Car παρέβη ορισμένες διαδικαστικές υποχρεώσεις τις οποίες προβλέπει η νομοθεσία περί ομαδικών απολύσεων. Φρονώ ότι οι λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβλήθηκαν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου μπορούν να παραλειφθούν, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν επηρεάζουν άμεσα τα ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο.
13. Εν πάση περιπτώσει, το αιτούν δικαστήριο καλείται να κρίνει ένδικο μέσο που άσκησε η εταιρία Mono Car, αφού οι εργαζόμενοι πέτυχαν, στον προηγούμενο βαθμό δικαιοδοσίας, να τους επιδικαστεί (χρηματική) αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω των παρατυπιών της διαδικασίας απολύσεως.
14. Κρίνοντας ότι για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης απαιτείται προηγουμένως να δοθούν απαντήσεις σε ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 6 της οδηγίας 98/59 [...] την έννοια ότι προσκρούει σ’ αυτό η εθνική διάταξη που προβλέπει, όπως το άρθρο 67 του νόμου [του 1998], ότι ο εργαζόμενος μπορεί να αμφισβητήσει την τήρηση της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης μόνο για τον λόγο ότι ο εργοδότης δεν τήρησε τις προϋποθέσεις του άρθρου 66, [παράγραφος] 1, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου νόμου, και μάλιστα υπό τον όρο ότι οι εκπρόσωποι του προσωπικού εντός του συμβουλίου της επιχείρησης ή, ελλείψει αυτού, τα μέλη της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης ή, ελλείψει αυτής, οι εργαζόμενοι οι οποίοι έπρεπε να ενημερωθούν και με τους οποίους έπρεπε να γίνει η διαβούλευση έχουν γνωστοποιήσει στον εργοδότη ενστάσεις σχετικά με την τήρηση μιας ή περισσότερων από τις προβλεπόμενες στο [εν λόγω] άρθρο 66, [παράγραφος] 1, δεύτερο εδάφιο, προϋποθέσεις εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία της κατά το άρθρο 66, [παράγραφος] 2, δεύτερο εδάφιο, τοιχοκόλλησης και ότι ο απολυόμενος εργαζόμενος έχει ενημερώσει τον εργοδότη, με συστημένη επιστολή, ότι αμφισβητεί την τήρηση της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης και ζητεί την επαναπρόσληψή του [εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία της απόλυσής του] ή από την ημερομηνία κατά την οποία η απόλυση κατέστη συλλογική;
2) Αν υποτεθεί ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 98/59 [...] μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να θεσπίσει εθνική διάταξη, όπως αυτή του 67 του νόμου [του 1998], […], συμβιβάζεται το σύστημα αυτό με τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου των οποίων ο κοινοτικός δικαστής διασφαλίζει την τήρηση, ειδικότερα δε με το άρθρο 6 της [ΕΣΔΑ];
3) Μπορεί το εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί διαφοράς μεταξύ δύο ιδιωτών, εν προκειμένω ενός εργαζομένου και του πρώην εργοδότη του, να μη λάβει υπόψη διάταξη του εσωτερικού δικαίου αντικείμενη προς τις διατάξεις κοινοτικής οδηγίας, όπως είναι το άρθρο 67 του νόμου [του 1998], προκειμένου να τύχουν εφαρμογής άλλες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου με τις οποίες μεταφέρεται, καθ’ υπόθεση ορθώς, κοινοτική οδηγία, όπως εν προκειμένω οι διατάξεις της συλλογικής σύμβασης [αριθ. 24], […] των οποίων όμως η αποτελεσματική εφαρμογή κατέστη ανέφικτη λόγω της διάταξης του εσωτερικού δικαίου που αντιβαίνει στις διατάξεις κοινοτικής οδηγίας, ήτοι εν προκειμένω του άρθρου 67 του νόμου [του 1998];
4)α) Έχει το άρθρο 2 της οδηγίας 98/59 […], ειδικότερα δε οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, την έννοια ότι προσκρούει σ’ αυτό η εθνική διάταξη που, [όπως] το άρθρο 66, [παράγραφος] 1, του νόμου [του 1998], ορίζει ότι ο προτιθέμενος να τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπέχει ως προς τις ομαδικές απολύσεις εργοδότης οφείλει απλώς και μόνο να προσκομίσει την απόδειξη ότι τήρησε τις ακόλουθες προϋποθέσεις, ήτοι ότι:
1 υπέβαλε στο συμβούλιο της επιχείρησης ή, ελλείψει αυτού, στη συνδικαλιστική εκπροσώπηση ή, ελλείψει αυτής, στους εργαζομένους γραπτή έκθεση με την οποία γνωστοποιεί την πρόθεσή του να προβεί σε ομαδική απόλυση,
2 […] συγκάλεσε, σε σχέση με την πρόθεσή του να προβεί σε ομαδική απόλυση, το συμβούλιο της επιχείρησης ή, ελλείψει αυτού, συσκέφθηκε με τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση ή, ελλείψει αυτής, με τους εργαζομένους,
3 […] παρέσχε στα εκπροσωπούντα το προσωπικό μέλη του συμβουλίου της επιχείρησης ή, ελλείψει αυτού, στα μέλη της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης ή, ελλείψει αυτής, στους εργαζομένους τη δυνατότητα να υποβάλουν ερωτήσεις ως προς τη σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση και να αναπτύξουν την επιχειρηματολογία τους ή να προβούν σε αντιπροτάσεις επί του θέματος,
4 […] εξέτασε τις ερωτήσεις, τα επιχειρήματα και τις αντιπροτάσεις που αναφέρονται στο αμέσως παραπάνω σημείο 3 και έχει απαντήσει;
β) Μπορεί η ίδια διάταξη [της οδηγίας 98/59] να εκληφθεί υπό την έννοια ότι προσκρούει σ’ αυτήν η εθνική διάταξη που, [όπως] εν προκειμένω το άρθρο 67, δεύτερο εδάφιο, του νόμου [του 1998], ορίζει ότι ο απολυόμενος εργαζόμενος μπορεί να αμφισβητήσει την τήρηση της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης μόνο για τον λόγο ότι ο εργοδότης δεν εκπλήρωσε τις κατά το άρθρο 66, [παράγραφος] 1, δεύτερο εδάφιο, προϋποθέσεις, για τις οποίες γίνεται λόγος ανωτέρω [στο στοιχείο α΄];»
IV – Η ερμηνεία του εθνικού δικαίου και το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων
15. Φρονώ ότι, πριν εξεταστούν τα προδικαστικά ερωτήματα, είναι απαραίτητο να ερμηνευθεί το εθνικό δίκαιο και να εξεταστούν τα συναφή προβλήματα παραδεκτού της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
16. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής και από τις παρατηρήσεις των μερών, το άρθρο 67 του νόμου του 1998, το οποίο προβλέπει μια σειρά περιορισμών του δικαιώματος του μεμονωμένου εργαζομένου να προσβάλει ομαδική απόλυση, μπορεί να ερμηνευθεί με δύο ριζικά διαφορετικούς τρόπους.
17. Σύμφωνα με μια πρώτη ερμηνεία, οι περιορισμοί των δυνατοτήτων ασκήσεως ατομικής προσφυγής, τους οποίους προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 67, είναι εφαρμοστέοι μόνο στις προσφυγές που ασκούνται με αίτημα την παροχή των συγκεκριμένων βοηθημάτων τα οποία προβλέπει για την παράνομη ομαδική απόλυση ο νόμος του 1998· με άλλα λόγια, οι περιορισμοί αυτοί ισχύουν μόνο για τις προσφυγές με τις οποίες ζητείται η επανένταξη του απολυθέντος εργαζομένου ή η αναστολή της προθεσμίας προειδοποιήσεως, και αυτό διότι τα βοηθήματα αυτά προβλέπονται ειδικά από τον νόμο του 1998 (3).
18. Σύμφωνα με μια δεύτερη ερμηνεία, αντιθέτως, οι περιορισμοί των δυνατοτήτων ασκήσεως ατομικής προσφυγής τους οποίους προβλέπει το άρθρο 67 του νόμου του 1998 δεν εφαρμόζονται μόνο στα ειδικά βοηθήματα που προβλέπει ο εν λόγω νόμος, αλλά, γενικότερα, σε όλες τις ατομικές προσφυγές που ασκούνται από εργαζομένους κατά ομαδικής απολύσεως και στρέφονται κατά της μη τηρήσεως της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, οι περιορισμοί τους οποίους προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 67 ισχύουν και για αγωγές που ασκούν μεμονωμένοι εργαζόμενοι ζητώντας, για παράδειγμα, αποζημίωση. Το αιτούν δικαστήριο, μολονότι δεν λαμβάνει σαφή θέση, φαίνεται να προσανατολίζεται προς τη δεύτερη αυτή ερμηνεία.
19. Είναι σαφές ότι, αν ακολουθηθεί η πρώτη ερμηνεία, η κρινόμενη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παύει να έχει οποιαδήποτε έννοια. Πράγματι, αν ακολουθηθεί η ερμηνεία αυτή, οι περιορισμοί τους οποίους προβλέπει το άρθρο 67 του νόμου του 1998 θα μπορούσαν, στην καλύτερη περίπτωση, να αποκλείσουν την επιδίκαση σε εργαζόμενο ορισμένων συγκεκριμένων βοηθημάτων, αλλά ουδέποτε θα τον εμπόδιζαν να ασκήσει αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων στρεφόμενη κατά ομαδικής πωλήσεως βάσει ρυθμίσεως διαφορετικής από τον νόμο του 1998 και να επιτύχει ενδεχομένως την ικανοποίηση του αιτήματός του, για παράδειγμα μέσω της επιδικάσεως αποζημιώσεως. Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει καμία αντίθεση ούτε με το άρθρο 6 της οδηγίας 98/59, ούτε με την αρχή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Πράγματι, αυτά που επιβάλλουν οι εν λόγω διατάξεις είναι να εξασφαλίζονται πρόσφορα μέσα προστασίας, και όχι ένα συγκεκριμένο βοήθημα.
20. Την πρώτη ερμηνεία ακολουθεί μερίδα τουλάχιστον της βελγικής νομολογίας, όπως, για παράδειγμα, το δικαστήριο που έκρινε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό, κατά της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε ένδικο μέσο ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το ίδιο το Cour du travail de Liège, με διαφορετική σύνθεση, εξέδωσε στις 30 Απριλίου 2007 απόφαση με αυτό το πνεύμα, στην οποία παρατηρούσε, ιδίως, ότι η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία οι προϋποθέσεις που θεσπίζει το άρθρο 67 του νόμου του 1998 εφαρμόζονται σε όλες τις προσφυγές, και όχι μόνο στις προσφυγές με τις οποίες ζητείται να επιδικαστούν τα συγκεκριμένα πρόσθετα βοηθήματα τα οποία θέσπισε ο εν λόγω νόμος, «θα συνιστούσε [...] δραματική οπισθοδρόμηση των δικαιωμάτων και των αγωγών που μπορούν να ασκήσουν οι εργαζόμενοι δυνάμει της συλλογικής συμβάσεως εργασίας αριθ. 24» (4).
21. Μεταξύ άλλων, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει και επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το ζήτημα της πιθανής επανεντάξεως των εργαζομένων στην εταιρία Mono Car δεν τέθηκε καν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό θα στερούσε εντελώς αντικειμένου ολόκληρη την προβληματική που εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο, αν ακολουθηθεί η πρώτη ερμηνεία.
22. Με την επιφύλαξη ότι δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο, οφείλω να ομολογήσω ότι δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί το εθνικό δικαστήριο προκρίνει την αυστηρότερη ερμηνεία του άρθρου 67, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι, όπως υπενθυμίστηκε και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο νόμος του 1998, ο οποίος περιέχει το εν λόγω άρθρο, θεσπίστηκε μετά από μια δραματική ομαδική απόλυση σε εργοστάσιο της εταιρίας Renault, προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων. Έστω και για αυτόν και μόνον τον λόγο, φαίνεται δύσκολο να γίνει δεκτό ότι ένας νόμος που προήλθε από μια τέτοια συγκυρία κατέληξε τελικά να περιστείλει, in concreto, τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους απολυόμενους εργαζομένους.
23. Επισημαίνω επίσης ότι τα άρθρα 68 και 69 του νόμου του 1998 απλώς διέπουν, αντιστοίχως, την αναστολή της προθεσμίας προειδοποιήσεως (άρθρο 68) και την αίτηση επανεντάξεως του εργαζόμενου (άρθρο 69). Σύμφωνα με την οικονομία του νόμου του 1998, οι δύο αυτές περιπτώσεις φαίνεται να εξαντλούν τα βοηθήματα τα οποία προβλέπει ο εν λόγω νόμος. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι το πεδίο εφαρμογής του νόμου του 1998 περιορίζεται σε αυτά τα συγκεκριμένα και εξαιρετικά βοηθήματα (αναστολή της προθεσμίας προειδοποιήσεως και επανένταξη). Παρατηρείται επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 68, η προθεσμία προειδοποιήσεως αναστέλλεται αυτομάτως ενώ, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, έχει εφαρμογή το άρθρο 69, το οποίο υποχρεώνει τον εργαζόμενο να ζητήσει την επανένταξη του: «ο εργαζόμενος θα πρέπει επίσης να ζητήσει [...] την επανένταξή του σε απασχόληση».
24. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα, εφόσον το άρθρο 67 του νόμου του 1998 δεν είναι εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση.
25. Πράγματι, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συλλογιστική την οποία ακολουθεί το αιτούν δικαστήριο για την υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων δεν στερείται ελαττωμάτων. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο, αφού εξέθεσε τις δύο πιθανές ερμηνείες του εθνικού δικαίου και χωρίς να λάβει σαφή θέση υπέρ της μιας ή της άλλης, απηύθυνε στο Δικαστήριο μια σειρά ερωτημάτων που έχουν κάποια έννοια μόνον εφόσον προκριθεί μία από τις δύο ερμηνείες. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καλείται εν προκειμένω να αποφανθεί σχετικά με ένα πρόβλημα που μπορεί να καταστεί απολύτως αλυσιτελές αν το εθνικό δικαστήριο αποφασίσει τελικά να προκρίνει μια διαφορετική ερμηνεία του εσωτερικού του δικαίου.
26. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η κρινόμενη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν πληροί τις –αληθινά αρκετά αυστηρές– προϋποθέσεις τις οποίες απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου προκειμένου να μη δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που απευθύνει το εθνικό δικαστήριο.
27. Πράγματι, αφενός, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει το πλαίσιο του εσωτερικού δικαίου και τη χρησιμότητα αποφάσεως του Δικαστηρίου για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης (5).
28. Αφετέρου, φρονώ ότι τα ερωτήματα τα οποία υποβάλλει το Cour du travail de Liège μπορούν να ερμηνευθούν ως γενικό αίτημα προς το Δικαστήριο να διευκρινίσει ορισμένες πτυχές της οδηγίας 98/59, προκειμένου να μπορέσει το εθνικό δικαστήριο να ερμηνεύσει το εσωτερικό του δίκαιο κατά τρόπο που να μην έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
29. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι οι ενστάσεις απαράδεκτου τις οποίες προβάλλει το Βασίλειο του Βελγίου δεν μπορούν να γίνουν δεκτές.
V – Επί της οδηγίας 98/59
30. Πριν εξετάσω τα κατ’ ιδίαν προδικαστικά ερωτήματα, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω μερικές γενικές σκέψεις σχετικά με την οδηγία 98/59. Ειδικότερα, αφής στιγμής διευκρινιστούν ορισμένες χαρακτηριστικές πτυχές της, θα είναι πιο εύκολο να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα.
Α – Προέλευση, σκοπός και χαρακτηριστικά της οδηγίας
31. Η πρώτη κοινοτική πράξη η οποία αφορούσε τις ομαδικές απολύσεις ήταν οδηγία 75/129/ΕΟΚ (6). Ειδικότερα, η αποφασιστική ώθηση για την έκδοση της οδηγίας αυτής ήταν η επισήμανση ότι οι μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι, όταν πραγματοποιούσαν ομαδικές απολύσεις, προσπαθούσαν να απολύσουν τους εργαζομένους που είχαν προσληφθεί στα κράτη μέλη της Κοινότητας στα οποία η προστασία κατά της απολύσεως ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη.
32. Πράγματι, οι κοινοτικές ρυθμίσεις για θέματα απολύσεων είχαν εξαρχής διφυή χαρακτήρα. Αφενός, ο νομοθέτης επισήμανε εξαρχής την ύπαρξη κοινωνικών στόχων στη βάση του κοινοτικού συστήματος, επισημαίνοντας ότι επιβάλλεται «η ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων» που αποτέλεσε την αποφασιστική ώθηση για την έκδοση της οδηγίας 75/129 (7). Από την άλλη πλευρά όμως, η οδηγία εκδόθηκε με νομική βάση το νυν άρθρο 94 (πρώην άρθρο 100) της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει την έκδοση οδηγιών για την προσέγγιση των εθνικών διατάξεων «οι οποίες έχουν άμεση επίπτωση στην εγκαθίδρυση ή τη λειτουργία της κοινής αγοράς».
33. Αυτός ο διφυής χαρακτήρας μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 75/129. Όπως προανέφερα, με την πρώτη αιτιολογική σκέψη επιβεβαιώνεται η ανάγκη να ενισχυθεί η προστασία των εργαζομένων, ενώ με τη δεύτερη επισημαίνονται οι διαφορές που συνεχίζουν να υπάρχουν στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τις ομαδικές απολύσεις και με την τρίτη ότι «οι διαφορές αυτές δύνανται να έχουν άμεση επίπτωση στη λειτουργία της κοινής αγοράς».
34. Η οδηγία 75/129 τροποποιήθηκε για πρώτη φορά με την οδηγία 92/56 (8). Μετά την τροποποίηση αυτή, η ρύθμιση, μολονότι δεν μεταβλήθηκε ριζικά, απέκτησε (θεωρητικά τουλάχιστον) περισσότερο «κοινωνικό» χαρακτήρα, όπως επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας του 1992, στην οποία μνημονεύεται ο κοινοτικός Χάρτης των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, ο οποίος εγκρίθηκε το 1989.
35. Η οδηγία 98/59 αποτελεί, όπως διευκρινίζεται με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, κωδικοποίηση της οδηγίας 75/129 και συνεπώς περιλαμβάνει ουσιαστικά το κωδικοποιημένο κείμενο της τελευταίας αυτής οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/56.
36. Συνεπώς, η οδηγία 98/59 μπορεί από κάθε άποψη να θεωρηθεί το ισχύον σήμερα κείμενο της οδηγίας 75/129. Αυτό επιτρέπει, ιδίως, την παραπομπή και στη νομολογία που αφορά την οδηγία 75/129, την οποία θα αναφέρω, όπου αυτό απαιτείται, χωρίς να διευκρινίζω ότι, τυπικά, αφορά την οδηγία 75/129.
37. Κύριος σκοπός της οδηγίας 98/59 είναι η θέσπιση μιας σειράς δεσμεύσεων διαδικαστικού τύπου σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων. Με άλλα λόγια, σκοπός της οδηγίας δεν είναι να δυσχεράνει, από ουσιαστική άποψη, τις επιλογές που μπορεί να κάνει ο επιχειρηματίας για τη διαχείριση της επιχειρήσεως. Ειδικότερα, όπως έχει υπογραμμίσει η νομολογία του Δικαστηρίου, η οδηγία δεν θίγει την ελευθερία του επιχειρηματία να προβεί ή να μην προβεί σε απολύσεις (9) ή, γενικότερα, να οργανώνει την οικονομική δραστηριότητά του κατά τον τρόπο που θεωρεί σκοπιμότερο (10).
38. Επίσης, είναι σαφές, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 5 της οδηγίας, ότι η οδηγία παρουσιάζεται ως κανόνας εναρμονίσεως που θεσπίζει στοιχειώδεις προδιαγραφές, αφήνοντας τα κράτη μέλη ελεύθερα να θεσπίσουν κανονιστικές διατάξεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους (11). Για τον λόγο αυτό, η εναρμόνιση των κανόνων προστασίας των εργαζομένων σε περιπτώσεις ομαδικών απολύσεων, η οποία επιχειρήθηκε με την οδηγία, είναι μερική και περιορισμένη (12).
39. Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον εν λόγω κανόνα έχει επικεντρωθεί, ιδίως, στο πεδίο εφαρμογής του. Ειδικότερα, αντικείμενο ελέγχου έχει αποτελέσει η έννοια της επιχειρήσεως (13) και της απολύσεως (14), η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας σε περίπτωση πλήρους διακοπής της δραστηριότητας της επιχειρήσεως (15) ή έναντι εργοδοτών οι οποίοι ασκούν μη κερδοσκοπική δραστηριότητα (16). Στο ίδιο πνεύμα, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την ερμηνεία των εξαιρέσεων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (17), με τον υπολογισμό των ορίων ηλικίας για την εφαρμογή της (18) και με το χρονικό σημείο κατά το οποίο πραγματοποιείται η απόλυση (19).
Β – Χορηγεί η οδηγία δικαιώματα;
40. Ένα ειδικό πρόβλημα που πρέπει να εξεταστεί αρχικά είναι κατά πόσον η οδηγία 98/59 χορηγεί δικαιώματα και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν τα δικαιώματα αυτά είναι ατομικής ή συλλογικής φύσεως (δηλαδή αν αναγνωρίζονται σε κάθε μεμονωμένο εργαζόμενο ή στους εκπροσώπους των εργαζομένων).
41. Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι που θίγονται από την απόλυση υποστηρίζουν, για λόγους που είναι εύκολο να γίνουν κατανοητοί, ότι η οδηγία αναγνωρίζει δικαιώματα σε κάθε μεμονωμένο εργαζόμενο που θίγεται από ομαδική απόλυση. Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η οδηγία 98/59 αναγνωρίζει δικαιώματα συλλογικής φύσεως.
42. Φρονώ ότι το πρόβλημα, όπως παρουσιάζεται στο πλαίσιο των προαναφερθεισών παρατηρήσεων των διαδίκων, τίθεται σε εσφαλμένη βάση.
43. Συγκεκριμένα, η οδηγία δεν προβλέπει και δεν αναγνωρίζει δικαιώματα ατομικής ή συλλογικής φύσεως. Προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αναγνωρίζουν, σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, ορισμένες εγγυήσεις διαδικαστικής φύσεως. Προβλέπει επίσης, ιδίως στο άρθρο 6, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν τις κατάλληλες ρυθμίσεις ώστε να εξασφαλίζεται «η τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία» (η υπογράμμιση δική μου).
44. Είναι σαφές ότι στο μοναδικό άρθρο που αφορά τον τρόπο εξασφαλίσεως της απτής αποτελεσματικότητας των διατάξεων της οδηγίας, ο κοινοτικός νομοθέτης απέφυγε να χρησιμοποιήσει τον όρο «δικαιώματα», αλλά προτίμησε να μιλήσει για «υποχρεώσεις». Δηλαδή η ρύθμιση εντάσσεται μάλλον στην προοπτική μιας σειράς υποχρεώσεων εις βάρος των εργοδοτών που αποφασίζουν να προβούν σε ομαδική απόλυση και όχι στην προοπτική μιας σειράς δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα πρόσωπα τα οποία θίγονται από αυτήν.
45. Μολονότι η προεκτεθείσα παρατήρηση είναι ενδεικτική της στάσεως του νομοθέτη ο οποίος, σε ένα πλαίσιο όπως αυτό των ομαδικών απολύσεων, δηλαδή σε θέμα εξ ορισμού αρκετά ευαίσθητο, το οποίο χαρακτηρίζεται από εθνικές παραδόσεις που απέχουν πολύ μεταξύ τους, προσπάθησε να συμφιλιώσει εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, δεν παύει να είναι αλήθεια ότι σε κάθε υποχρέωση αντιστοιχεί ένα δικαίωμα. Τίθεται κατά συνέπεια το ερώτημα ποιος είναι ο δικαιούχος, δηλαδή ο κάτοχος του δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας.
46. Κατά την άποψή μου, ο δικαιούχος δεν προσδιορίζεται από την οδηγία, η οποία αφήνει τα κράτη μέλη ελεύθερα να τον επιλέξουν. Υπενθυμίζεται ειδικότερα η γραμματική διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 6, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνήσουν ώστε «οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ή/και οι εργαζόμενοι να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής σε διοικητικές ή/και δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία» (η υπογράμμιση δική μου).
47. Το γράμμα του άρθρου 6 είναι σαφές. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν, τηρώντας απολύτως το άρθρο 6, να θεσπίσουν ένα δικαίωμα αιτήσεως προστασίας, σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, α) υπέρ μόνων των εκπροσώπων των εργαζομένων· β) υπέρ κάθε μεμονωμένου εργαζομένου· γ) υπέρ τόσο των εκπροσώπων των εργαζομένων όσο και των μεμονωμένων εργαζομένων (20).
48. Φρονώ ότι οι παρατηρήσεις που διατύπωσα σχετικά με την προέλευση και τα χαρακτηριστικά της οδηγίας 98/59 δικαιολογούν πλήρως τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 6 της οδηγίας. Ειδικότερα, θεωρώ εντελώς αδικαιολόγητο, αλλά και εντελώς άσκοπο, να χρησιμοποιηθούν άλλα ερμηνευτικά κριτήρια ώστε η διάταξη να προβλέπει περισσότερα από όσα θέλησε ο νομοθέτης. Είναι σαφές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να αφήσει στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για το θέμα: αυτό το οποίο τον ενδιέφερε κυρίως ήταν να εξασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, τα κράτη μέλη εγγυώνται πραγματικά βοηθήματα, ανεξαρτήτως του αν τα βοηθήματα αυτά είναι σε τελική ανάλυση αποτέλεσμα της χορηγήσεως από τα κράτη μέλη ατομικού, συλλογικού ή μικτού δικαιώματος αιτήσεως προστασίας.
49. Εξάλλου και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο οποίος διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (21), προβλέπει στο άρθρο 27 ότι, «Εξασφαλίζεται στους εργαζομένους ή τους εκπροσώπους τους, στα ενδεδειγμένα επίπεδα, εγκαίρως ενημέρωση και διαβούλευση, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές» (η υπογράμμιση δική μου). Συνεπώς, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, ο νομοθέτης επιβεβαίωσε, χρησιμοποιώντας το διαζευκτικό «ή» ότι το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως αναγνωρίζεται τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο.
50. Αλλά και σύμφωνα με την οδηγία 2002/14 (22), με την οποία θεσπίστηκε το γενικό πλαίσιο στον τομέα της ενημερώσεως και της διαβουλεύσεως των εργαζομένων, χωρίς όμως να θίγονται, σύμφωνα με το άρθρο 9, οι διατάξεις της οδηγίας 98/59, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων θεωρούνται τα μόνα πρόσωπα που συμμετέχουν πράγματι στη διαδικασία ενημερώσεως και διαβουλεύσεων, διευκρινίζεται όμως, με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη, ότι «[η] παρούσα οδηγία δεν θίγει τα εθνικά συστήματα στο πλαίσιο των οποίων η άσκηση αυτού του δικαιώματος προϋποθέτει την εκδήλωση συλλογικής βούλησης των δικαιούχων».
51. Διευκρινίζεται, τέλος, ότι ολόκληρη η ανάλυση που εκτίθεται στις παρούσες προτάσεις αφορά αποκλειστικά τις πιθανές προσβολές του μοναδικού δικαιώματος που μπορεί να θεωρηθεί ότι απορρέει από την οδηγία 98/59, δηλαδή του δικαιώματος ενημερώσεως και διαβουλεύσεως. Κάθε άλλο δικαίωμα που αναγνωρίζεται ενδεχομένως από τις εθνικές έννομες τάξεις στους εργαζομένους ή/και στους εκπροσώπους τους δεν σχετίζεται με τα κρινόμενα πραγματικά περιστατικά.
52. Μετά τη διευκρίνιση αυτών των προκαταρκτικών πτυχών, θα εξετάσω στη συνέχεια τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου.
VI – Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Επί του πρώτου και του τέταρτου ερωτήματος
1. Επί της ατομικής ή συλλογικής φύσεως του δικαιώματος (πρώτο μέρος του πρώτου ερωτήματος)
53. Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν συνάδει με το άρθρο 6 της οδηγίας 98/59 εθνική διάταξη που θέτει ως προϋπόθεση του δικαιώματος μεμονωμένου εργαζόμενου να προσβάλει ομαδική απόλυση:
α) την προβολή συγκεκριμένων παραβάσεων (μη τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπει το άρθρο 66 του βελγικού νόμου το 1998)·
β) και ιδίως το να έχουν προβληθεί τυπικά οι εικαζόμενες παραβάσεις στον εργοδότη από τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
54. Κατά τη συζήτηση του πρώτου ερωτήματος, οι αγορεύσεις των διαδίκων επικεντρώθηκαν κυρίως στο πρόβλημα που εκτίθεται στο στοιχείο β΄ του προηγούμενου σημείου, με άλλα λόγια στην ατομική ή συλλογική φύση του δικαιώματος προσβολής μιας ομαδικής απολύσεως. Κατά συνέπεια, θα ασχοληθώ κυρίως με την πρώτη αυτή πτυχή, ενώ θα εξετάσω τους περιορισμούς της δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής που συνδέονται με την προϋπόθεση προβολής συγκεκριμένων μόνον παραβάσεων (στοιχείο α΄ του προηγούμενου σημείου) στο πλαίσιο της αναλύσεως του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος.
α) Οι θέσεις των μερών
55. Οι Odemis κ.λπ., με άλλα λόγια οι εργαζόμενοι που θίγονται από την ομαδική απόλυση, επισημαίνουν κυρίως ότι η ερμηνεία της βελγικής ρυθμίσεως σχετικά με τις ομαδικές απολύσεις την οποία ακολούθησε το αιτούν δικαστήριο για να διατυπώσει το πρώτο προδικαστικό ερώτημα πόρρω απέχει του να συγκεντρώνει ομοφωνία. Ειδικότερα, όπως επισήμανα ανωτέρω, υποστηρίζεται και μια άλλη ερμηνεία, φαινομενικά περισσότερο πιστή στο πνεύμα του νόμου του 1998, σύμφωνα με την οποία η μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 67 του νόμου εμποδίζει τους μεμονωμένους εργαζομένους απλώς και μόνο να ζητήσουν την επανένταξή τους στην θέση εργασίας ή την αναστολή της προθεσμίας προειδοποιήσεως, αλλά ουδαμώς εμποδίζει τη δυνατότητα των εργαζομένων να επιδιώξουν ειδική προστασία, για παράδειγμα, για να επιτύχουν την αποκατάσταση της ζημίας που οφείλεται στη μη τήρηση της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων (23).
56. Κατά συνέπεια, η απάντηση που προτείνουν οι διάδικοι αυτοί να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα φαίνεται, υπό μία έννοια, να διατυπώνεται επικουρικώς, αφής στιγμής η πρώτη γραμμή άμυνας των εργαζομένων, έστω και αν δεν μπορεί να προβληθεί αμέσως ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να είναι η ερμηνεία της βελγικής ρυθμίσεως που προεκτέθηκε. Εν πάση περιπτώσει, οι διάδικοι αυτοί υποστηρίζουν ότι η οδηγία προβλέπει δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως και των μεμονωμένων εργαζομένων, και όχι μόνον των εκπροσώπων τους· κατά συνέπεια, το άρθρο 6 της οδηγίας επιβάλλει να αναγνωριστεί το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής και σε μεμονωμένους εργαζομένους.
57. Το Βασίλειο του Βελγίου, το οποίο σχολίασε την ουσία των προδικαστικών ερωτημάτων επικουρικώς και μόνο, αφού υποστήριξε ότι είναι απαράδεκτα (24), φρονεί ότι η επιλογή των μέσων που εξασφαλίζουν τα δικαιώματα τα οποία απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη εναπόκειται, ελλείψει ειδικότερων ενδείξεων στην οδηγία, στη διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται σε κάθε κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, εφόσον τα προβλεπόμενα βοηθήματα επιτρέπουν την αποτελεσματική εξασφάλιση των δικαιωμάτων, η επιλογή των βοηθημάτων στην οποία προβαίνει κράτος μέλος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής. Για τον λόγο αυτόν, αφής στιγμής το βελγικό δίκαιο προβλέπει ένα σύνολο βοηθημάτων που μπορούν να εξασφαλίσουν την πρόσφορη τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 98/59, δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ της οδηγίας και των κανόνων της βελγικής έννομης τάξεως.
58. Η Επιτροπή φρονεί ότι η οδηγία 98/59 αναγνωρίζει δικαιώματα συλλογικής και όχι ατομικής φύσεως· κατά συνέπεια, θεωρεί ότι δεν υπάρχουν προβλήματα συμβατότητας με την οδηγία.
59. Τέλος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επαναλαμβάνει ότι ο διαζευκτικός χαρακτήρας του συνδέσμου «ή/και» στο άρθρο 6 της οδηγίας 98/59 δεν μπορεί να αγνοηθεί ερμηνευτικώς, μεταξύ άλλων διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα παρεμποδιζόταν σημαντικά η λειτουργία του συστήματος που σκιαγραφείται στην οδηγία.
β) Εκτίμηση
60. Λογική συνέπεια των παρατηρήσεων που προανέφερα σχετικά με τη γενική φύση της οδηγίας 98/59 (25) αποτελεί η διαπίστωση ότι η οδηγία δεν επιβάλλει από μόνη της τη χορήγηση σε μεμονωμένους εργαζομένους αυτοτελούς δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής κατά ομαδικής απολύσεως σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος ενημερώσεως και διαβουλεύσεως.
61. Αυτό καθίσταται σαφές ιδίως από το γράμμα του άρθρου 6 της οδηγίας, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε «οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ή/και οι εργαζόμενοι» να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής σε πρόσφορες διοικητικές ή/και δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την οδηγία.
62. Από την άλλη πλευρά, ο βελγικός νόμος του 1998 εισάγει, εφόσον ερμηνευθεί όπως φαίνεται να προτείνει το αιτούν δικαστήριο, ένα ιδιόμορφο μοντέλο, στο οποίο διατηρείται το δικαίωμα ατομικής προσφυγής του μεμονωμένου εργαζομένου, υπό την προϋπόθεση όμως προηγουμένης γνωστοποιήσεως «ενστάσεων» κατά της ομαδικής απολύσεως από τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Πρακτικά, ο Βέλγος νομοθέτης φαίνεται να έχει προβλέψει ένα δικαίωμα συλλογικής και όχι ατομικής φύσεως. Πράγματι, το γεγονός ότι η προσφυγή ασκείται ατομικώς δεν επιτρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων είναι εκείνοι που μπορούν να λάβουν τη θεμελιώδους σημασίας απόφαση να προβάλουν ενστάσεις κατά της απολύσεως ή όχι. Αυτό δεν προσκρούει στην οδηγία 98/59, η οποία υποδεικνύει μάλλον τους εκπροσώπους των εργαζομένων και όχι τους μεμονωμένους εργαζομένους ως συνομιλητές του εργοδότη που προτίθεται να προβεί σε ομαδική απόλυση (βλ., για παράδειγμα, άρθρο 2 της οδηγίας).
63. Κατά συνέπεια, ο νόμος αυτός δεν φαίνεται να προσκρούει στο άρθρο 6 της οδηγίας, το οποίο δίνει τη δυνατότητα σε κράτος μέλος να θεσπίσει το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως, σε περίπτωση ομαδικής απολύσεως, ως συλλογικό δικαίωμα.
64. Σε μια άλλη περίπτωση, η οποία βέβαια αφορούσε διαφορετικό ζήτημα, το Δικαστήριο απέρριψε την τελεολογική ερμηνεία της οδηγίας περί ομαδικών απολύσεων και ακολούθησε αυστηρά γραμματική ερμηνεία των διατάξεών της (26).
65. Μεταξύ άλλων, φρονώ ότι η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 6 της οδηγίας 98/59 συνάδει απολύτως με τα χαρακτηριστικά της, τα οποία είναι να θεσπίσει μια συμβιβαστική ρύθμιση και να βρει το σημείο ισορροπίας τόσο μεταξύ των αντιτιθεμένων συμφερόντων των εργοδοτών και των εργαζομένων όσο και μεταξύ των διαφορετικών παραδόσεων σχετικά με τις συνδικαλιστικές σχέσεις, τις οποίες ακολουθούν τα διάφορα κράτη μέλη της Κοινότητας.
2. Επί της συμβατότητας με την οδηγία του περιορισμού της δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής για συγκεκριμένες μόνον παραβάσεις (δεύτερο μέρος του πρώτου ερωτήματος και τέταρτο ερώτημα )
66. Η δεύτερη πτυχή του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, δηλαδή η συμβατότητα με το άρθρο 6 της οδηγίας 98/59 εθνικής ρυθμίσεως που περιορίζει σε συγκεκριμένες μόνο παραβάσεις τις περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατόν να προσβληθεί μια ομαδική απόλυση, συνδέεται με το πρόβλημα που θέτει το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με τη συμβατότητα των άρθρων 66 και 67 του βελγικού νόμου του 1998 με το άρθρο 2 της οδηγίας 98/59.
67. Ειδικότερα, πρέπει να διαπιστωθεί αν ένα σύστημα το οποίο, σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, περιορίζει de facto τις υποχρεώσεις του εργοδότη στην τήρηση ορισμένων συγκεκριμένων προϋποθέσεων οι οποίες, εντούτοις, δεν εξαντλούν το πλαίσιο υποχρεώσεων που προβλέπει η οδηγία 98/59, συνάδει με το άρθρο 2 ή με το άρθρο 6 της οδηγίας. Επίσης, θα πρέπει να διαπιστωθεί αν το γεγονός ότι προσφυγή κατά ομαδικής απολύσεως επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση μη τηρήσεως των προαναφερθεισών προϋποθέσεων προκαλεί προβλήματα συμβατότητας με την οδηγία 98/59.
68. In concreto, το πρόβλημα δημιουργείται λόγω του ότι, όπως προαναφέρθηκε, τα άρθρα 66 και 67 του βελγικού νόμου του 1998 θεσπίζουν ένα σύστημα στο πλαίσιο του οποίου ο εργοδότης υποχρεούται απλώς να αποδείξει ότι τήρησε τις τέσσερις προϋποθέσεις τις οποίες απαριθμεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 66· ότι έχει υποβάλει γραπτή έκθεση στους εκπροσώπους των εργαζομένων, έχει συγκαλέσει τους εκπροσώπους, τους έχει επιτρέψει να υποβάλουν ερωτήσεις και προτάσεις, έχει απαντήσει σε ενδεχόμενες ερωτήσεις και προτάσεις. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 67 του εν λόγω νόμου, προσφυγή κατά της ομαδικής απολύσεως επιτρέπεται μόνον αν προβάλλεται παράβαση των τεσσάρων αυτών προϋποθέσεων.
69. Όπως και σε σχέση με το πρώτο ερώτημα, θα επαναλάβω εδώ ότι η ερμηνεία του εθνικού δικαίου, την οποία φαίνεται να προκρίνει το αιτούν δικαστήριο, φαίνεται εξαιρετικά συζητήσιμη. Πράγματι, όπως ορθώς επισημαίνει η Βελγική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της και σε σχέση με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, αν ακολουθηθεί η νομολογιακή ερμηνεία σύμφωνα με την οποία οι κανόνες του νόμου του 1998, οι οποίοι περιορίζουν τις δυνατότητες ασκήσεως προσφυγής κατά των ομαδικών απολύσεων, αναφέρονται μόνο στα βοηθήματα σχετικά με την επανένταξη στην θέση εργασίας και την αναστολή της προθεσμίας προειδοποιήσεως, δεν θα υπάρχει πλέον πρόβλημα συμβατότητας του βελγικού δικαίου με την οδηγία 98/59, διότι δεν θίγεται η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως όλων των λοιπών βοηθημάτων που προβλέπει το βελγικό εργατικό δίκαιο, και ιδίως η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως (27).
70. Δεν αμφισβητείται ότι το σύνολο των υποχρεώσεων που προβλέπει η οδηγία 98/59 εις βάρος του εργοδότη έχει μεταφερθεί ορθώς στο βελγικό δίκαιο με τη συλλογική σύμβαση αριθ. 24. Αν συνεπώς ο νόμος του 1998 ερμηνευθεί απλώς ως μέσο με το οποίο έγινε προσπάθεια να ενισχυθεί η θέση των εργαζομένων, είναι προφανές ότι οι κανόνες της συλλογικής συμβάσεως αριθ. 24, οι οποίοι διατηρούνται σε ισχύ, αποτελούν ορθή μεταφορά της οδηγίας.
71. Θεωρώντας, εντούτοις, και εν προκειμένω ότι η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου του κράτους μέλους εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, πρέπει να ακολουθήσουμε την οπτική μιας ερμηνευτικής θέσεως την οποία φαίνεται να προκρίνει το αιτούν δικαστήριο και σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί των δυνατοτήτων ασκήσεως προσφυγής τους οποίους προβλέπει ο νόμος του 1998, ισχύουν για όλες τις προσφυγές εργαζομένων που θίγονται από ομαδική απόλυση, οι οποίες στρέφονται κατά παραβάσεων της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων.
72. Αν όμως θεωρηθεί ότι ο νόμος του 1998 περιόρισε ουσιαστικά τις υποχρεώσεις του εργοδότη, και συνεπώς και τις δυνατότητες προσφυγής των εργαζομένων, μόνο στις υποχρεώσεις που προβλέπει το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 66 του νόμου, είναι νομίζω προφανές ότι υπάρχει ασυμβατότητα με το κοινοτικό δίκαιο.
73. Πράγματι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι υποχρεώσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 66, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του νόμου του 1998 δεν καλύπτουν το σύνολο των υποχρεώσεων που επιβάλλει η οδηγία 98/59. Για παράδειγμα, όπως ορθώς επισημαίνουν οι παρεμβαίνοντες εργαζόμενοι, στην εν λόγω διάταξη δεν αναφέρεται ρητώς ότι οι επαφές μεταξύ εργοδότη και εκπροσώπων των εργαζομένων έχουν, γενικά, τουλάχιστον τον στόχο επιτεύξεως συμφωνίας. Ακριβώς σε αυτή την απουσία ρητής μνείας του στόχου αυτού θεμελιώθηκε το 1994 καταδίκη του Ηνωμένου Βασιλείου λόγω παραβάσεως (28). Επίσης, για παράδειγμα το άρθρο 66 του νόμου του 1998 δεν προβλέπει ότι η γραπτή έκθεση του εργοδότη πρέπει να αναφέρει λεπτομερώς τους λόγους του σχεδίου απολύσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας.
74. Κατά τα λοιπά, η ίδια η Βελγική Κυβέρνηση αναγνωρίζει σιωπηρώς ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες επιβάλλει στον εργοδότη το άρθρο 66 του νόμου του 1998 δεν καλύπτουν το σύνολο των υποχρεώσεων που επιβάλλει η οδηγία 98/59. Εντούτοις, η Βελγική Κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι ο νόμος του 1998 απλώς προέβλεψε ένα ακόμα επίπεδο προστασίας των εργαζομένων οι οποίοι θίγονται από ομαδικές απολύσεις, χωρίς να επηρεάζει κατ’ ουδένα τρόπο το σύστημα που θεσπίστηκε με τη συλλογική σύμβαση αριθ. 24. Την ίδια άποψη προβάλλει και η Επιτροπή.
3. Συμπεράσματα όσον αφορά το πρώτο και το τέταρτο ερώτημα
75. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι στο πρώτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 98/59 δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση παραβάσεως της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων, προβλέπει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά ομαδικής απολύσεως μόνον υπέρ των εκπροσώπων των εργαζομένων, ή θέτει ως προϋπόθεση του ατομικού δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής κατά ομαδικής απολύσεως την προβολή ενστάσεων κατά της ομαδικής απολύσεως από τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Αντιθέτως, η ίδια οδηγία απαγορεύει εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την προσφυγή κατά ομαδικής απολύσεως μόνο για ορισμένες παραβάσεις των υποχρεώσεων που προβλέπει η οδηγία, και όχι για όλες τις παραβάσεις των υποχρεώσεων αυτών.
Β – Επί του δευτέρου ερωτήματος
1. Εισαγωγή
76. Με το δεύτερο ερώτημα, το οποίο υποβάλλεται επικουρικώς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν, στην περίπτωση κατά την οποία οι εθνικές ρυθμίσεις τις οποίες αφορά το πρώτο ερώτημα κριθεί ότι συνάδουν με την οδηγία 98/59, οι ρυθμίσεις αυτές είναι αντίθετες προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και, ειδικότερα, προς το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
77. Εφόσον, όπως προανέφερα, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι δεν συνάδει με την οδηγία 98/59 μια από τις δύο πτυχές τις οποίες αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα, και συγκεκριμένα ο περιορισμός των παραδεκτών λόγων προσφυγής, το πρόβλημα της συμβατότητας με τα θεμελιώδη δικαιώματα τίθεται, κατά την άποψή μου, ιδίως σε σχέση με την ανάγκη της προηγούμενης προβολής ενστάσεων από τους εκπροσώπους των εργαζομένων ως προϋπόθεση για το παραδεκτό μιας ατομικής προσφυγής.
78. Παρατηρώ επίσης ότι ενδεχόμενη έλλειψη νομιμότητας της προστασίας των συλλογικών δικαιωμάτων θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις και στη νομιμότητα της οδηγίας 98/59, αφής στιγμής το άρθρο 6 της οδηγίας επιτρέπει γενικά, όπως προαναφέρθηκε, τη δυνατότητα αιτήσεως προστασίας, σε περίπτωση παραβάσεων της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων, μόνον υπό συλλογική μορφή.
2. Επιχειρήματα των μερών
79. Οι Odemis κ.λπ. υποστηρίζουν συναφώς ότι εθνική ρύθμιση που περιορίζει αποκλειστικά στους εκπροσώπους των εργαζομένων το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά ομαδικής απολύσεως, αποκλείοντας κατά συνέπεια τη δυνατότητα ατομικής προσφυγής των εργαζομένων, και αν ακόμα είναι συμβατή με την οδηγία 98/59, προσβάλλει σε κάθε περίπτωση την αρχή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
80. Η Επιτροπή εμμένει στην ερμηνεία ότι η οδηγία 98/59 θεσπίζει ένα δικαίωμα συλλογικού και όχι ατομικού τύπου και απορρίπτει την ύπαρξη οποιασδήποτε αντιθέσεως προς το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ουσιαστικά παρόμοια είναι και η άποψη που υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο.
81. Το Βασίλειο του Βελγίου θεμελιώνει την άποψή του στο επιχείρημα ότι ο βελγικός νόμος του 1998 ουδαμώς περιόρισε τα δικαιώματα των εργαζομένων τα οποία αναγνώριζε ήδη η συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 24. Κατά συνέπεια, η Βελγική Κυβέρνηση περιορίζεται να επισημάνει ότι το γεγονός ότι οι μεμονωμένοι εργαζόμενοι δεν έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν το συγκεκριμένο βοήθημα της επανεντάξεως στη θέση εργασίας τους αν οι εκπρόσωποί τους δεν έχουν προηγουμένως προβάλει ενστάσεις κατά της απολύσεως δεν αποτελεί προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αφής στιγμής οι μεμονωμένοι εργαζόμενοι διατηρούν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν πολλά άλλα βοηθήματα.
3. Εκτίμηση
82. Και στην περίπτωση αυτή, φυσικά, το ερώτημα έχει νόημα μόνο στην οπτική μιας ερμηνείας του βελγικού νόμου του 1998 σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του νόμου αποτελούν, σε τελική ανάλυση, περιορισμό των δικαιωμάτων που αναγνώριζε στους εργαζομένους η προϊσχύσασα νομοθεσία, και ιδίως η συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 24.
83. Ως γνωστόν, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου (29), απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, πράγμα που έχει καθιερωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ και με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
84. Το δικαίωμα αυτό σημαίνει, πρώτον, ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προβάλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, κατά τον τρόπο που καθορίζουν ενδεχομένως τα κράτη μέλη, τα δικαιώματα που αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο (30).
85. Εντούτοις, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, νοούμενο όσο το δυνατόν ευρύτερα, δεν ισχύει μόνο σε σχέση με τα δικαιώματα που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο, αλλά μπορεί να ενταχθεί και σε μια γενικότερη προοπτική, με αναφορά σε όλα τα δικαιώματα που εγγυάται το εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους. Αυτή η συγκεκριμένη πτυχή της αρχής μπορεί να εξεταστεί ειδικότερα σε σχέση με την ΕΣΔΑ.
86. Όσον αφορά τις ειδικές διατάξεις της ΕΣΔΑ που πρέπει να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, ορθώς κατά τη γνώμη μου, μόνο στο άρθρο 6 της Συμβάσεως, το οποίο θεσπίζει το δικαίωμα της ευθυδικίας και, κατά συνέπεια, το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, τόσο στο πλαίσιο της αστικής όσο και στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.
87. Εν προκειμένω, δεν φαίνεται να μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 13, το οποίο διέπει ειδικά το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και το οποίο προϋποθέτει να προβάλλεται προσβολή δικαιώματος το οποίο εγγυάται η Συνθήκη, ενώ στην κρινόμενη υπόθεση κανένας διάδικος δεν υποστηρίζει ότι θίγεται θεμελιώδες δικαίωμα προβλεπόμενο από την ΕΣΔΑ.
88. Το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ προβλέπει, ως γνωστόν, ότι «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει ιδρυθεί από τον νόμο, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας».
89. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμηνεύει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ υπό την έννοια ότι εξασφαλίζει, κυρίως, το «δικαίωμα στην απονομή δικαιοσύνης», δηλαδή το δικαίωμα του ατόμου να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον δικαστή (31). Εντούτοις, το δικαστήριο του Στρασβούργου έχει επιβεβαιώσει ότι, για να μπορεί να εφαρμοστεί η εν λόγω διάταξη, είναι απαραίτητο να υπάρχει αμφισβήτηση σχετικά με «δικαίωμα» που να μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί ότι αναγνωρίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους (32).
90. Όπως προαναφέρθηκε, η βελγική έννομη τάξη φαίνεται να αναγνωρίζει το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως υπό συλλογική, αλλά όχι ατομική, μορφή (33). Παράλληλα, το δικαίωμα αυτό συνοδεύεται, στο νόμο του 1998, από συγκεκριμένα μέσα προστασίας τα οποία, κατ’ ουσίαν, αναγνωρίζονται στους εκπροσώπους των εργαζομένων.
91. Το γεγονός ότι το βελγικό δίκαιο αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό έως συλλογικό δικαίωμα δεν θέτει από μόνο του προβλήματα αντιθέσεως προς την ΕΣΔΑ, αφής στιγμής η Σύμβαση δεν προβλέπει το δικαίωμα αυτό.
92. Εφόσον το δικαίωμα αυτό μπορεί νομίμως, βάσει της ΕΣΔΑ και των θεμελιωδών δικαιωμάτων γενικά, να συνιστά συλλογικό δικαίωμα, φαίνεται απολύτως παραδεκτό να έχει συλλογική φύση και η προστασία του, και κατά συνέπεια να νομιμοποιούνται να το προβάλουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων. Πράγματι, φρονώ ότι έχει ουσιώδη σημασία εν προκειμένω μια αρχή συμμετρίας μεταξύ του κατόχου του δικαιώματος και της δυνατότητας αναλήψεως δράσεως για να εξασφαλιστεί η προστασία του. Βάσει της αρχής αυτής, αν ένα δικαίωμα έχει συλλογικό χαρακτήρα, και η προστασία του μπορεί να έχει τον χαρακτήρα αυτόν.
93. Σε σχέση με ένα συλλογικό δικαίωμα δεν είναι λυσιτελής η επίκληση, εκ μέρους των Odemis κ.λπ., της αποφάσεως που έχει εκδώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Φίλης, με την οποία κρίθηκε αντίθετη προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ελληνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία αγωγή για την είσπραξη αμοιβών οφειλομένων σε ελεύθερο επαγγελματία μπορούσε να ασκηθεί μόνον από επαγγελματική ένωση (34). Πράγματι, στην περίπτωση εκείνη, δεν υπήρχαν αμφιβολίες ότι ο ελεύθερος επαγγελματίας είχε ατομικό δικαίωμα να ζητήσει την πληρωμή. Συνεπώς, υπήρχε αδικαιολόγητη ασυμμετρία μεταξύ του κατόχου του δικαιώματος και της δυνατότητας προβολής του ενώπιον δικαστηρίου. Στην κρινόμενη υπόθεση, αντιθέτως, στον συλλογικό χαρακτήρα του δικαιώματος αντιστοιχεί ο συλλογικός χαρακτήρας του ενδίκου βοηθήματος.
94. Αν, εντούτοις, αντιθέτως απ’ ό,τι φαίνεται να προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, κριθεί ότι το βελγικό δίκαιο αναγνωρίζει ατομικό δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως επί τη βάσει, για παράδειγμα, του άρθρου 23 του βελγικού συντάγματος (35), η κατάσταση αλλάζει ριζικά και γίνεται ανάλογη της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Φίλης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σε μια τέτοια περίπτωση είναι βέβαιο, κατά τη γνώμη μου, ότι υπάρχει αντίθεση προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον είναι προδήλως αντίθετο προς τη διάταξη αυτή να αναγνωριστεί συλλογική μόνο προστασία ενός ατομικού δικαιώματος. Συνεπώς, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι μόνο αρμόδιο, να ερμηνεύσει το εσωτερικό δίκαιο, να επαληθεύσει αν το βελγικό δίκαιο αναγνωρίζει ατομικό δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως.
95. Μια τελευταία ειδική πτυχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη αφορά την ενδεχόμενη λυσιτέλεια εν προκειμένω του άρθρου 30 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο «[κ]άθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα προστασίας έναντι κάθε αδικαιολόγητης απόλυσης, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές».
96. Θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν η διάταξη αυτή μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στην κρινόμενη υπόθεση, επιβάλλοντας ιδίως να αναγνωριστεί δικαίωμα ασκήσεως ατομικής προσφυγής στην περίπτωση παραβάσεων της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων από τον εργοδότη. Φρονώ, εντούτοις, ότι η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική.
97. Συναφώς, δεν μπορεί να αγνοηθεί η επιλογή που έγινε όταν διακηρύχθηκε, με το εν λόγω άρθρο, ότι εξασφαλίζεται σε κάθε εργαζόμενο προστασία από κάθε «αδικαιολόγητη» απόλυση. Από τη διευκρίνιση αυτή προκύπτει ότι η προστασία δεν αναγνωρίζεται, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, για κάθε είδος παρατυπίας που μπορεί να χαρακτηρίζει μια απόλυση (36), αλλά υποδηλώνεται σαφώς ότι η παρατυπία πρέπει να είναι σοβαρή, για παράδειγμα να αφορά την ίδια την ουσία της επιλογής του εργοδότη να προβεί στην απόλυση. Οι παραβάσεις της οδηγίας 98/59, αντιθέτως, δεν φαίνεται να είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογούν την επίκληση του άρθρου 30 του Χάρτη, δεδομένου ότι προκαλούν, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της οδηγίας, τυπικής/διαδικαστικής φύσεως αντίθεση προς τον νόμο.
98. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν να κριθεί ότι η οδηγία 98/59 κατά κάποιον τρόπο ξεπεράστηκε από τη μετέπειτα εξέλιξη του κοινοτικού δικαίου, ούτε ότι είναι αντίθετη προς τον νόμο, υπό το πρίσμα των γενικών αρχών, στο μέτρο που επιτρέπει να προβλεφθεί το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως ως συλλογικό δικαίωμα. Κατά τη μεταφορά των υποχρεώσεων προστασίας που προβλέπει η οδηγία 98/59, εντούτοις, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, να προβλέψουν προστασία που να αντιστοιχεί στο είδος του δικαιώματος που αναγνωρίζουν, δηλαδή ατομικό ή συλλογικό.
99. Κατόπιν τούτων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ότι η αρχή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν απαγορεύει ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, αναγνωρίζει το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως ως συλλογικό δικαίωμα και κατά συνέπεια επιτρέπει να ενεργήσουν, σε περίπτωση παραβάσεώς του, μόνον οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και όχι μεμονωμένοι εργαζόμενοι. Αν, εντούτοις, η εθνική έννομη τάξη προβλέπει το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως ως ατομικό δικαίωμα, η αρχή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας απαγορεύει ρύθμιση που επιτρέπει μόνο στους εκπροσώπους των εργαζομένων να προβάλουν το δικαίωμα αυτό ή θέτει ως προϋπόθεση για την άσκηση ατομικής προσφυγής προηγούμενη υποβολή ενστάσεων από τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
Γ – Επί του τρίτου ερωτήματος
100. Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να μην εφαρμόσει εσωτερική ρύθμιση (εν προκειμένω το άρθρο 67 του νόμου του 1998) αντίθετη προς κοινοτική οδηγία, προκειμένου, όπως στην κρινόμενη υπόθεση, να εφαρμόσει άλλον εθνικό κανόνα συμβατό με την προαναφερθείσα οδηγία (εν προκειμένω τη συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 24 του 1975).
101. Φυσικά, το ερώτημα είναι λυσιτελές μόνον αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει πρόβλημα συμβατότητας μεταξύ της βελγικής ρυθμίσεως και της οδηγίας 98/59.
102. Φρονώ, εντούτοις, ότι το να τεθεί το ερώτημα σε σχέση με τη δυνατότητα μη εφαρμογής, και συνεπώς σε σχέση με το άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα οδηγίας, περιπλέκει άσκοπα ένα πρόβλημα που μπορεί να επιλυθεί με πολύ απλούστερο τρόπο.
103. Πράγματι, όπως προεξέθεσα λεπτομερώς, δεν υπάρχουν αμφιβολίες για το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο μπορεί, στην προκειμένη περίπτωση, να ερμηνευθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με μια πρώτη ερμηνεία, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να παρουσιάσει προβλήματα συμβατότητας με το κοινοτικό δίκαιο, ο νόμος του 1998 περιέστειλε σημαντικά την προστασία των μεμονωμένων εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικής απολύσεως. Αντιστρόφως, σύμφωνα με μια δεύτερη ερμηνεία, ο νόμος του 1998 ουδαμώς περιόρισε τα δικαιώματα που αναγνωρίζονταν στους εργαζομένους βάσει των προϊσχυουσών ρυθμίσεων, και ιδίως βάσει της συλλογικής συμβάσεως εργασίας αριθ. 24. Η δεύτερη αυτή ερμηνεία δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα συμβατότητας με το κοινοτικό δίκαιο.
104. Κατά συνέπεια, εφόσον οι πιθανοί λόγοι ασυμβατότητας της βελγικής ρυθμίσεως με το κοινοτικό δίκαιο συνδέονται με μία μόνον από τις δύο δυνατές ερμηνείες του εθνικού δικαίου, είναι προφανές ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η βελγική ρύθμιση δεν είναι συμβατή, το αποτέλεσμα θα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, να αναγκαστεί το εθνικό δικαστήριο να ακολουθήσει τη δεύτερη ερμηνεία. Με άλλα λόγια, δεν θα πρόκειται για μη εφαρμογή εθνικού κανόνα, αλλ’ απλώς για ερμηνεία του εθνικού δικαίου σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, ακολουθώντας την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου για το θέμα (37).
105. Πράγματι, επισημαίνω ότι οι διάδικοι της παρούσας δίκης, περιλαμβανομένων και των θιγομένων εργαζομένων, πρότειναν στο Δικαστήριο λύση ανάλογη με αυτή που προτείνω με τις παρούσες (38).
106. Για τον λόγο αυτό, εφόσον, όπως προανέφερα, θεωρώ ότι η ερμηνεία του νόμου του 1998 σύμφωνα με την οποία ο νόμος θέτει περιορισμούς και προϋποθέσεις για όλες τις ατομικές προσφυγές κατά ομαδικών απολύσεων (και όχι μόνο για τις προσφυγές με τις οποίες ζητείται η επανένταξη η αναστολή της προθεσμίας προειδοποιήσεως) είναι αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο, φρονώ ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να ακολουθήσει εν προκειμένω την άλλη ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία οι προϋποθέσεις τις οποίες θεσπίζει το άρθρο 67 του νόμου του 1998 εφαρμόζονται μόνο στις προσφυγές που έχουν ως αντικείμενο την αναγνώριση των ειδικών βοηθημάτων που θεσπίζει ο εν λόγω νόμος.
107. Έτσι όπως έχει τεθεί το προδικαστικό ερώτημα, με όρους δυνατότητας μη εφαρμογής εσωτερικού κανόνα, δεν θα πρέπει καν να τύχει απαντήσεως. Εντούτοις, αναδιατυπώνοντάς το προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο εθνικό δικαστήριο, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι, μεταξύ δύο πιθανών ερμηνειών εσωτερικού κανόνα, εν προκειμένω του νόμου της 13ης Φεβρουαρίου 1998, περί διατάξεων υπέρ της απασχολήσεως, μία εκ των οποίων είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να ακολουθήσει την ερμηνεία που δεν παρουσιάζει προβλήματα συμβατότητας με το κοινοτικό δίκαιο.
VII – Πρόταση
108. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει το Cour du travail de Liège ως εξής.
«Η οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις, δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση παραβάσεως της διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων, προβλέπει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά ομαδικής απολύσεως μόνον υπέρ των εκπροσώπων των εργαζομένων, ή θέτει ως προϋπόθεση του ατομικού δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής κατά της ομαδικής απολύσεως την υποβολή ενστάσεων κατά της ομαδικής απολύσεως από τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Αντιθέτως, η ίδια οδηγία απαγορεύει εθνική ρύθμιση που επιτρέπει προσφυγή κατά ομαδικής απολύσεως μόνο για ορισμένες παραβάσεις των υποχρεώσεων που προβλέπει η οδηγία, και όχι για όλες τις παραβάσεις των υποχρεώσεων αυτών.
Η αρχή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν απαγορεύει ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, αναγνωρίζει το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως ως συλλογικό δικαίωμα και κατά συνέπεια επιτρέπει να ενεργήσουν, σε περίπτωση προσβολής του, μόνον οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και όχι μεμονωμένοι εργαζόμενοι. Αν, εντούτοις, η εθνική έννομη τάξη προβλέπει το δικαίωμα ενημερώσεως και διαβουλεύσεως ως ατομικό δικαίωμα, η αρχή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας απαγορεύει ρύθμιση που επιτρέπει μόνο στους εκπροσώπους των εργαζομένων να προβάλουν το δικαίωμα αυτό ή θέτει ως προϋπόθεση για την άσκηση ατομικής προσφυγής την προηγούμενη υποβολή ενστάσεων από τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
Μεταξύ δύο πιθανών ερμηνειών ενός εσωτερικού κανόνα, εν προκειμένω του νόμου της 13ης Φεβρουαρίου 1998, περί διατάξεων υπέρ της απασχολήσεως, μία εκ των οποίων είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να ακολουθήσει την ερμηνεία που δεν παρουσιάζει προβλήματα συμβατότητας με το κοινοτικό δίκαιο.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ L 255, σ. 16.
3 – Επισημαίνω, εξάλλου, ότι, τόσο η αναστολή της προθεσμίας προειδοποιήσεως όσο και η επανένταξη, οι οποίες συνιστούν προφανώς μάλλον δραστικά μέτρα, έχουν στην πραγματικότητα ως μόνο σκοπό τη διατήρηση (ή την αναβίωση) της σχέσεως εργασίας μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι ορθές διαδικασίες για την ομαδική απόλυση. Βλ. απόφαση περί παραπομπής, σ. 22.
4 – «constituerait […] un vertigineux recul des droits et actions que les travailleurs puisent dans la C.C.T. n° 24»: Cour du travail de Liège, απόφαση της 30ής Απριλίου 2007, R.G. 32.872/04, σ. 34.
5 – Βλ., π.χ., απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C-500/06, Corporación Dermoestética (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 23 και παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
6 – Οδηγία 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 44).
7 – Πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 75/129.
8 – Οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992, η οποία τροποποιεί την οδηγία 75/129/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ L 245, σ. 3).
9 – Αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 1985, 284/83, Nielsen & Søn (Συλλογή 1985, σ. 553, σκέψη 10), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑187/05 έως C‑190/05, Αγοραστούδης κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑7775, σκέψη 35).
10 – Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C‑449/93, Rockfon (Συλλογή 1995, σ. I‑4291, σκέψη 21).
11 – Βλ., επίσης, απόφαση της 8ης Ιουνίου 1982, 91/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1982, σ. 2133, σκέψη 11).
12 – Βλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 1994, C‑383/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1994, σ. I‑2479, σκέψη 25).
13 – Αποφάσεις Rockfon, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, και της 15ης Φεβρουαρίου 2007, C‑270/05, Αθηναϊκή Χαρτοποιΐα (Συλλογή 2007, σ. I‑1499).
14 – Αποφάσεις Nielsen & Søn, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, και της 12ης Οκτωβρίου 2004, C‑55/02, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑9387).
15 – Αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1985, 215/83, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1985, σ. 1039), και Αγοραστούδης κ.λπ., προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9.
16 – Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-32/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑12063).
17 – Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑250/97, Lauge κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑8737), και Αγοραστούδης κ.λπ., προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 (σκέψη 29).
18 – Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑385/05, Confédération générale du travail κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑611).
19 – Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2005, C‑188/03, Junk (Συλλογή 2005, σ. I‑885).
20 – Δεν φαίνεται να προκύπτουν συναφώς διαφορές από την αντιπαράθεση μεταξύ των κειμένων στις διάφορες γλώσσες Ειδικότερα, όσον αφορά το πρώτο τμήμα της φράσεως, το οποίο είναι και το σημαντικότερο για την κρινόμενη υπόθεση, βλ., για παράδειγμα, το γαλλικό «les représentants des travailleurs et/ou les travailleurs» το αγγλικό «the workers’ representatives and/or workers», το γερμανικό «Arbeitnehmervertreter(…) und/oder (…) Arbeitnehmer (…)», το ολλανδικό «de vertegenwoordigers van de werknemers en/of de werknemers» κείμενο. Εξαίρεση αποτελεί το ισπανικό κείμενο, το οποίο χρησιμοποιεί μόνο το διαζευκτικό «o», και προβλέπει ότι το δικαίωμα αναγνωρίζεται στους «representantes de los trabajadores o los trabajadores». Φρονώ, εντούτοις, ότι έστω και μόνο επί τη βάσει του ισπανικού κειμένου η αναγνώριση του δικαιώματος αιτήσεως προστασίας τόσο στους μεμονωμένους εργαζόμενους όσο και στους εκπροσώπους τους δεν πρέπει να δημιουργεί πρόβλημα: βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, C‑304/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑6263, σκέψη 83).
21 – ΕΕ C 364, σ. 1.
22 – Οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΕ L 80, σ. 29).
23 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 17.
24 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 24.
25 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 30 επ.
26 – Απόφαση Nielsen & Søn, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψεις 8 έως 10.
27 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 19 επ.
28 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψεις 34 επ.
29 – Βλ., π.χ. αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 18), της 13ης Μαρτίου 2007, C‑432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I‑2271, σκέψη 37), και της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 43).
30 – Απόφαση Unibet, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψεις 38 έως 40.
31 – Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1975, Golder κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σειρά Α αριθ. 18 (σκέψη 35).
32 – Βλ., π.χ., ΕΔΔΑ, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1993, Zander κατά Σουηδίας, σειρά Α αριθ. 279 B (σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 62.
34 – Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 27ης Αυγούστου 1991, Φίλης κατά Ελλάδας, σειρά A αριθ. 209.
35 – Το οποίο υπενθυμίζει συναφώς το αιτούν δικαστήριο στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφασή του, σ. 19. Το εν λόγω άρθρο 23 αναφέρει, μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται σε όλους, το «δικαίωμα ενημερώσεως, διαβουλεύσεως και συλλογικών διαπραγματεύσεων».
36 – Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει και το κείμενο του Χάρτη στις διάφορες γλώσσες. Βλ., π.χ. γαλλικό, «licenciement injustifié», αγγλικό, «unjustified dismissal», γερμανικό, «ungerechtfertigte Entlassung», ισπανικό, «despido injustificado», ολλανδικό, «kennelijk onredelijk ontslag» και πορτογαλικό, «despedimentos sem justa causa», κείμενο.
37 – Βλ., π.χ., απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007, C‑208/05, ITC (Συλλογή 2007, σ. I‑181, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38 – Από την πλευρά του, το Βασίλειο του Βελγίου, ακολουθώντας τη θέση σύμφωνα με την οποία η ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους ερμηνεία του βελγικού δικαίου είναι η μόνη δυνατή, φρονεί άσκοπο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, εφόσον δεν υπάρχει περίπτωση αντιθέσεως μεταξύ του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου.
Full & Egal Universal Law Academy