ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 31ης Μαρτίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑63/08
Virginie Pontin
κατά
T-COMALUX S.A.
[αίτηση του Tribunal du Travail de et à Esch-sur-Alzette (Λουξεμβούργο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 92/85/ΕΟΚ – Μέτρα που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων – Απαγόρευση απολύσεως εγκύων εργαζομένων – Οδηγία 76/207/ΕΟΚ – Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών εργαζομένων – Προθεσμίες κατά το εθνικό δίκαιο για την προστασία από την απόλυση – Βραχύτερες προθεσμίες κατά τη νομοθεσία περί προστασίας από την απόλυση για εργαζόμενες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης από τις προθεσμίες των γενικών εθνικών διατάξεων περί προστασίας από την απόλυση – Ένδικο βοήθημα αγωγής αναγνωρίσεως ακυρότητας παράλληλα προς την αγωγή αποζημιώσεως»
Πίνακας περιεχομένων
I – Εισαγωγή
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Η οδηγία 76/207/ΕΟΚ
2. Η οδηγία 92/85/ΕΟΚ
Β – Το εθνικό δίκαιο
III – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
V – Τα κυριότερα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
Α – Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
Β – Επί του τρίτου ερωτήματος
VI – Η νομική εκτίμηση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις για τη σχέση των δύο οδηγιών των οποίων γίνεται μνεία στα προδικαστικά ερωτήματα
Β – Σύνοψη των διαρθρωτικών στοιχείων του λουξεμβουργιανού δικαίου περί προστασίας από την απόλυση που προκύπτουν από τον φάκελου
Γ – Επί της σημασίας των κατ’ ιδίαν προδικαστικών ερωτημάτων για την έκδοση αποφάσεως και επί της σειράς που προκύπτει από αυτήν όσον αφορά τις απαντήσεις
Δ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος – Απαράδεκτο της αγωγής αποζημιώσεως
1. Αντικείμενο και σημασία
2. Αποτελεσματική δικαστική προστασία
3. Τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται εντός των κρατών μελών και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως
α) Επί του καθορισμού του οικείου κριτηρίου δυσμενούς διακρίσεως
β) Άμεση διάκριση
γ) Λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση
δ) Συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης
Ε – Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος – Προθεσμία για την ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με την εγκυμοσύνη
ΣΤ – Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος – Πρόβλεψη προθεσμίας για την άσκηση αγωγής
1. Επί του θεμιτού γενικώς χαρακτήρα των αποκλειστικών προθεσμιών για τη δικαστική επιδίωξη δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο
2. Σκέψεις επί των παραγόντων που μπορούν να ασκήσουν επιρροή κατά τον υπολογισμό των προθεσμιών ασκήσεως αγωγής σε περίπτωση απολύσεως
3. Η προθεσμία των δεκαπέντε ημερών για την άσκηση αγωγής κατά το εθνικό δίκαιο
4. Συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης
VII – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Στη διαφορά της κύριας δίκης, έγκυος εργαζομένη προβάλλει τον παράνομο χαρακτήρα της τακτικής και έκτακτης καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως εκ μέρους του εργοδότη. Η εργαζομένη φρονεί ότι διαθέτει, για την έννομη προστασία της κατά της καταγγελίας αυτής, δύο ένδικα βοηθήματα: αφενός μπορεί να ασκήσει αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας, αφετέρου μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως όπως και σε άλλους τομείς της εθνικής νομοθεσίας για την προστασία της απασχολήσεως. Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει δύο ερωτήματα σχετικά με τη συμβατότητα προς τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου προθεσμιών που τάσσει το εθνικό δίκαιο για την ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με την εγκυμοσύνη καθώς και για την άσκηση αγωγής σε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη της εργασιακής σχέσεως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
2. Στο πλαίσιο αυτό, η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 10 και 12 της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (2) καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (3), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (4) (στο εξής: οδηγία 76/207).
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Η οδηγία 76/207/ΕΟΚ (5)
3. Το άρθρο 2 της οδηγίας 76/207 προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση.
2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί
– “άμεση διάκριση”: όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση,
– “έμμεση διάκριση”: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους εκπροσώπους του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία.
[…]
7. Η οδηγία αυτή δεν θίγει τις διατάξεις περί προστασίας των γυναικών ιδίως για την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
[…]
Τυχόν λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή αδείας μητρότητας κατά την έννοια της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ συνιστά διάκριση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.
[…]»
4. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 ορίζει τα εξής:
«Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σημαίνει ότι δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όσον αφορά:
[…]
γ) τις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας, περιλαμβανομένων των απολύσεων, καθώς και θέματα αμοιβής σύμφωνα με την οδηγία 75/117/ΕΟΚ.
[…]»
5. Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 76/207 προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπου που θεωρεί εαυτό ζημιωθέν από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ακόμη και εάν η σχέση στο πλαίσιο της οποίας εικάζεται ότι σημειώθηκε η διάκριση έχει λήξει, έχει πρόσβαση σε δικαστικές ή/και διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν διαδικασιών συνδιαλλαγής για την πραγμάτωση των εκ της παρούσας οδηγίας υποχρεώσεων.
2. Τα κράτη μέλη εισάγουν στην εθνική έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αντιστάθμιση, όπως καθορίζεται από τα κράτη μέλη, για την απώλεια και τη ζημία που υφίσταται κάποιο άτομο ως αποτέλεσμα διάκρισης αντιβαίνουσας στο άρθρο 3, κατά τρόπο αποτρεπτικό και ανάλογο προς τη ζημία που υπέστη […]».
6. Το άρθρο 8δ της οδηγίας 76/207 προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες για τις επιβλητέες κυρώσεις, σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα επιβολής τους.
Οι κυρώσεις οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημίωσης στο θύμα, πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές […]».
7. Στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/73 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται παγίως ότι πάσα δυσμενής μεταχείριση των γυναικών συνδεομένη με την εγκυμοσύνη ή τη μητρότητα συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου.
8. Στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/73 ορίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εθνικοί κανόνες περί προθεσμιών προσφυγής είναι αποδεκτοί εφόσον οι προθεσμίες δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις προβλεπόμενες για ανάλογες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και εφόσον δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο.
9. Με την οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση) (6), η οποία, για λόγους που ανάγονται στον χρόνο επελεύσεως των πραγματικών περιστατικών, δεν εφαρμόζεται στην υπόθεση της κύριας δίκης, επιχειρείται, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη, για λόγους σαφήνειας, αναδιατύπωση και συγκέντρωση σε ενιαίο κείμενο των σημαντικότερων διατάξεων στον τομέα αυτόν. Με το άρθρο 34, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 καταργείται η οδηγία 76/207 (όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με την οδηγία 2002/73) με ισχύ από 15 Αυγούστου 2009, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά την ενσωμάτωση των σχετικών οδηγιών.
2. Η οδηγία 92/85/ΕΟΚ (7)
10. Στην ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85 αναφέρεται ότι η προστασία των εγκύων, των λεχώνων και των γαλουχουσών εργαζομένων δεν πρέπει να καθιστά μειονεκτική τη θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας και δεν πρέπει να θίγει τις οδηγίες περί ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών.
11. Από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85 προκύπτει ότι ο κίνδυνος απόλυσης για λόγους που σχετίζονται με την κατάστασή τους μπορεί να έχει ζημιογόνες επιπτώσεις στην ψυχική και φυσική κατάσταση των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων και ότι πρέπει να προβλεφθεί η απαγόρευση απόλυσης.
12. Ως έγκυος εργαζομένη για τους σκοπούς της οδηγίας 92/85 νοείται, κατά τον ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο α΄, «κάθε εργαζόμενη γυναίκα που είναι έγκυος και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική».
13. Το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απαγόρευση απόλυσης», ορίζει τα εξής:
«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι:
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να απαγορευθεί η απόλυση των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, επί διάστημα εκτεινόμενο από την αρχή της εγκυμοσύνης τους ως το τέλος της άδειας μητρότητας που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές, και, ενδεχομένως, εφόσον το εγκρίνει η αρμόδια αρχή.
2. Σε περίπτωση που απολυθεί εργαζόμενη γυναίκα, κατά την έννοια του άρθρου 2, κατά το διάστημα που προβλέπεται στο σημείο 1, ο εργοδότης πρέπει να δικαιολογήσει δεόντως την απόλυση γραπτώς.
3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται για να προστατευθούν οι εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2, από τις επιπτώσεις απόλυσης, η οποία είναι παράνομη δυνάμει του σημείου 1».
14. Το άρθρο 12 της οδηγίας 92/85, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υπεράσπιση των δικαιωμάτων», ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταστεί δυνατό σε κάθε εργαζόμενη που θεωρεί ότι θίγεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παρούσα οδηγία να διεκδικεί τα δικαιώματά της για της δικαστικής οδού ή/και, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές, δια της προσφυγής σε άλλες αρμόδιες αρχές.»
Β – Το εθνικό δίκαιο
15. Το κεφάλαιο IV του πρώτου Βιβλίου του λουξεμβουργιανού Code du Travail (Κώδικας εργασίας), που φέρει τον τίτλο «Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας», περιέχει στο τμήμα 1 διατάξεις για την τακτική καταγγελία με τον τίτλο «Καταγγελία με προθεσμία» καθώς και στο τμήμα 2 διατάξεις για την έκτακτη καταγγελία με τον τίτλο «Καταγγελία για σπουδαίο λόγο». Το τμήμα 3 του κεφαλαίου αυτού, στο οποίο περιλαμβάνονται τα άρθρα L. 124-11 και L. 124-12, φέρει τον τίτλο «Καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη».
16. Το άρθρο L. 124-11 του λουξεμβουργιανού Code du travail (Κώδικας Εργασίας) ορίζει τα εξής:
«(1) Είναι καταχρηστική και συνιστά κοινωνικώς και οικονομικώς αθέμιτη ενέργεια η απόλυση που αντιβαίνει στον νόμο ή δεν στηρίζεται σε πραγματικούς και σοβαρούς λόγους απτόμενους της ικανότητας ή της συμπεριφοράς του μισθωτού ή στις λειτουργικές ανάγκες της επιχειρήσεως, του καταστήματος ή της υπηρεσίας [(8)].
Το ίδιο ισχύει όταν η απόλυση δεν είναι σύμφωνη προς τα γενικά κριτήρια της παραγράφου 3 του άρθρου L.423-1 [(9)].
(2) Η αγωγή αποζημιώσεως λόγω καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ασκείται ενώπιον αρμόδιου για την επίλυση των εργατικών διαφορών δικαστηρίου (εργατοδικείου) εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών από της κοινοποιήσεως της απολύσεως ή της αιτιολογήσεώς της. Αν η απόλυση δεν αιτιολογηθεί, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου L.124-5, παράγραφος 2 [(10)].
Η προθεσμία αυτή διακόπτεται σε περίπτωση υποβολής γραπτής ενστάσεως στον εργοδότη από τον μισθωτό [...]. Από την ένσταση αυτή αρχίζει να τρέχει νέα αποκλειστική προθεσμία ενός έτους.»
17. Το άρθρο L. 124-12 του Code du travail προβλέπει τα εξής:
«(1) Εάν το εργατοδικείο κρίνει ότι το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ασκήθηκε καταχρηστικά, υποχρεώνει τον εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο για τις ζημίες που υπέστη από την απόλυσή του.
(2) Με την ευκαιρία της αποφάσεως που θα εκδώσει σχετικά με την αποζημίωση που θα πρέπει να καταβληθεί στον καταχρηστικώς απολυθέντα εργαζόμενο, το εργατοδικείο μπορεί, κατόπιν υποβληθείσας κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας αιτήσεως του εργαζομένου και εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για συνέχιση ή επαναλειτουργία της εργασιακής σχέσεως, να συστήσει στον εργοδότη να συναινέσει σε επαναπρόσληψη του εργαζομένου ως αποκατάστασή του για την καταχρηστική απόλυση.
Η πραγματική επαναπρόσληψη του εργαζομένου και η διατήρηση των δικαιωμάτων που αυτός αντλεί από το γεγονός ότι ανήκει στην επιχείρηση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως, η οποία του είχε επιβληθεί προς τον σκοπό επανορθώσεως των ζημιών που προκάλεσε η καταχρηστική απόλυση.
Εργοδότης ο οποίος δεν επιθυμεί να συμμορφωθεί προς τη σύσταση του εργατοδικείου περί επαναπροσλήψεως του καταχρηστικώς απολυθέντος εργαζομένου, μπορεί, κατόπιν αιτήσεως του εργαζομένου, παράλληλα προς την προβλεπόμενη κατά την παράγραφο 1 αποζημίωση, να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση ύψους ενός μηνιαίου μισθού.
[…]
(4) Στις περιπτώσεις της εκ του νόμου προβλεπόμενης ακυρότητας της απολύσεως, το εργατοδικείο, πρέπει να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργαζομένου, εφόσον αυτός υπέβαλε σχετική αίτηση. […]
Για την αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου L-124-11.»
18. Το άρθρο L. 337-1 του Code du travail ορίζει τα εξής:
«(1) Απαγορεύεται στον εργοδότη να κοινοποιήσει τη λύση της σχέσεως εργασίας, ή, κατά περίπτωση, την πρόσκληση στη συνέντευξη που πρέπει να προηγηθεί της απολύσεως, σε μισθωτή κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης ιατρικώς διαπιστωμένης και επί περίοδο δώδεκα εβδομάδων μετά τον τοκετό.
Σε περίπτωση κοινοποιήσεως της λύσεως της σχέσεως εργασίας πριν από την ιατρική διαπίστωση της εγκυμοσύνης, η μισθωτή μπορεί, εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από της κοινοποιήσεως της απολύσεως, να δικαιολογήσει την κατάστασή της αποστέλλοντας πιστοποιητικό με συστημένη επιστολή.
Κάθε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας κοινοποιηθείσα κατά παράβαση της κατά τα δύο προηγούμενα εδάφια απαγορεύσεως της απολύσεως και, κατά περίπτωση, η πρόσκληση στην προηγούμενη συνέντευξη είναι άκυρες και ανενεργοί.
Εντός δεκαπέντε ημερών από την καταγγελία της συμβάσεως, η μισθωτή μπορεί να ζητήσει, με απλή αίτηση, από τον πρόεδρο του εργατοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται με επείγουσα διαδικασία και αφού ακούσει τους διαδίκους ή τους καλέσει προς τούτο δεόντως, να διαπιστώσει την ακυρότητα της απολύσεως και να διατάξει τη διατήρηση της ισχύος της συμβάσεως ή, ενδεχομένως, την επαναπρόσληψη της μισθωτής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου L. 124-12, παράγραφος 4.
Η διάταξη του προέδρου του εργατοδικείου είναι προσωρινώς εκτελεστή. Εντός 40 ημερών από την επίδοσή της από τη γραμματεία, μπορεί να ασκηθεί έφεση, με απλή αίτηση, ενώπιον του δικαστή ο οποίος προεδρεύει του τμήματος του εφετείου το οποίο είναι αρμόδιο για τις εφέσεις στον τομέα του εργατικού δικαίου. [ …]»
III – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19. Η Virginie Pontin, ενάγουσα της κύριας δίκης, εργάζεται από τον Νοέμβριο του 2005 στην εταιρία T‑COMALUX S.A. (στο εξής: T‑COMALUX), βάσει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, με πλήρες ωράριο εργασίας ως βοηθός/γραμματέας.
20. Με συστημένη επιστολή της 18ης Ιανουαρίου 2007, η οποία κοινοποιήθηκε στη V. Pontin στις 22 Ιανουαρίου 2007, η T‑COMALUX κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας χωρίς να αναφέρει τους λόγους της καταγγελίας, με τη νόμιμη δίμηνη προθεσμία προειδοποιήσεως, την οποία η εργοδότρια εταιρία καθόρισε ως το χρονικό διάστημα από 31 Ιανουαρίου έως 30 Μαρτίου 2007.
21. Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης αμφισβητείται αν η V. Pontin απέστειλε, με έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 2007, πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία στην T‑COMALUX.
22. Στις 24 Ιανουαρίου 2007, η V. Pontin απέστειλε στην T‑COMALUX ηλεκτρονικό μήνυμα με τον τίτλο «Θέμα: Παράταση αναρρωτικής άδειας», με το οποίο ανακοίνωσε ότι η κατάσταση της υγείας της δεν βελτιώθηκε. Για τον λόγο αυτόν δεν θα μπορούσε να βρίσκεται στο γραφείο την επόμενη ημέρα όπως είχε προβλέψει. Επρόκειτο να αποστείλει το πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία στην T-COMALUX το συντομότερο δυνατόν.
23. Με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 2007, το οποίο απεστάλη με συστημένη επιστολή και με απόδειξη παραλαβής, η T-COMALUX κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας χωρίς προειδοποίηση. Ως αιτιολογία προβλήθηκε η αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία επί περισσότερες από τρεις ημέρες. Η V. Pontin απουσίασε από την εργασία της από την Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2007, πλην όμως η T‑COMALUX μέχρι την ημερομηνία του εγγράφου της άνευ προειδοποιήσεως καταγγελίας δεν είχε λάβει κανένα πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία από αυτήν. Από το ηλεκτρονικό μήνυμα που εστάλη το βράδυ της 24ης Ιανουαρίου 2007 δεν μπορεί επιπλέον να συναχθεί η προβλεπόμενη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία. Η καταγγελία πραγματοποιήθηκε λόγω σοβαρού πταίσματος, διότι, σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, ο εργαζόμενος, που αδυνατεί να εργαστεί λόγω ασθενείας ή ατυχήματος υποχρεούται να ενημερώσει αυθημερόν, αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου προσώπου, τον εργοδότη ή τον εκπρόσωπό του. Το αργότερο την τρίτη ημέρα της απουσίας του, ο μισθωτός υποχρεούται να υποβάλει στον εργοδότη ιατρικό πιστοποιητικό που να βεβαιώνει την ανικανότητά του προς εργασία και να αναφέρει την προβλέψιμη διάρκειά της.
24. Με έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 2007, το οποίο περιήλθε στην T-COMALUX με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής στις 30 Ιανουαρίου 2007, η V. Pontin, επισυνάπτοντας αντίστοιχο πιστοποιητικό, ενημέρωσε τον εργοδότη της για την εγκυμοσύνη της και την προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού. Επιπλέον, ενημέρωσε την επιχείρηση ότι απήλαυε προστασίας κατά της απολύσεως και ότι η κοινοποιηθείσα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη. Περαιτέρω, ζήτησε να της κοινοποιηθούν εγγράφως οι ακριβείς λόγοι της αποφάσεως περί καταγγελίας. Στην επιστολή της επισύναψε το πιστοποιητικό ασθενείας για το χρονικό διάστημα από 25 Ιανουαρίου 2007 έως 4 Φεβρουαρίου 2007.
25. Μην έχοντας λάβει καμία απάντηση στην επιστολή αυτή, η V. Pontin κατέθεσε, στις 5 Φεβρουαρίου 2007, στο Tribunal du Travail de et à Esch‑sur‑Alzette αγωγή, με αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απολύσεώς της σύμφωνα με τον νόμο περί προστασίας των εγκύων εργαζομένων (Loi concernant la protection de la maternité de la femme au travail).
26. Με απόφαση της 30ής Μαρτίου 2007, το παρόν Tribunal du Travail, με διαφορετική σύνθεση, έκρινε εαυτό αναρμόδιο να επιληφθεί της αγωγής της V. Pontin περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 18 Ιανουαρίου 2007 απολύσεώς της, με το αιτιολογικό ότι η V. Pontin έπρεπε να απευθύνει το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της απολύσεώς της στον πρόεδρο του Tribunal du Travail (11), επειδή μόνον αυτός, κατά το άρθρο L. 337-1 του λουξεμβουργιανού Code du Travail, έχει την ειδική καθ’ ύλην αρμοδιότητα, όσον αφορά την προστασία από την απόλυση σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, να αναγνωρίσει την ακυρότητα της καταγγελίας (12). Η V. Pontin δεν άσκησε ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως αυτής.
27. Με νέα αγωγή, η V. Pontin ζητεί να της καταβληθεί αποζημίωση λόγω καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Πραγματοποιήθηκαν συναφώς δύο δημόσιες συνεδριάσεις ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στις 11 Δεκεμβρίου 2007 και στις 12 Φεβρουαρίου 2008.
28. Στο πλαίσιο αυτό, το Tribunal du Travail de et à Esch-sur-Alzette, με απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
1) Έχουν τα άρθρα 10 και 12 της οδηγίας 92/85 την έννοια ότι δεν απαγορεύουν στον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την αγωγή της εγκύου μισθωτής που απολύεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, προκαθορισμένες προθεσμίες, όπως η οκταήμερη προθεσμία την οποία επιβάλλει το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 337 του Code du Travail ή η δεκαπενθήμερη προθεσμία την οποία επιβάλλει το τέταρτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου 1;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα: Μήπως η οκταήμερη προθεσμία ή η δεκαπενθήμερη προθεσμία των δεκαπέντε ημερών πρέπει να θεωρηθούν υπερβολικά βραχείες για να διεκδικήσει η έγκυος μισθωτή που απολύεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τα δικαιώματά της διά της δικαστικής οδού;
3) Έχει το άρθρο 2 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ την έννοια ότι δεν απαγορεύει στον εθνικό νομοθέτη να στερήσει την έγκυο μισθωτή που απολύεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της από τη δυνατότητα άσκησης αγωγής αποζημίωσης λόγω καταχρηστικής απόλυσης την οποία παρέχουν τα άρθρα L. 124-11, παράγραφοι 1 και 2, του Code du Travail στους λοιπούς απολυόμενους μισθωτούς;
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
29. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 2008.
30. Οι διάδικοι της κυρίας δίκης, οι Κυβερνήσεις της Ιταλίας και του Λουξεμβούργου καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 123 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προθεσμίας.
31. Μετά την ολοκλήρωση της έγγραφης διαδικασίας, διεξήχθη η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις 14 Ιανουαρίου 2009, στην οποία έλαβαν μέρος οι διάδικοι της κύριας δίκης και η Επιτροπή με τη διατύπωση παρατηρήσεων.
V – Τα κυριότερα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
Α – Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
32. Η V. Pontin εκθέτει ότι η οδηγία 92/85 σκοπεί, στο πεδίο εφαρμογής της, στην παροχή αποτελεσματικής προστασίας, μεταξύ άλλων, με την απαγόρευση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Το άρθρο 12 της οδηγίας αυτής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να εξασφαλίσουν στην έγκυο εργαζομένη αποτελεσματική προστασία κατά της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, πράγμα το οποίο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει αντίστοιχη διάταξη σχετικά με το ένδικο βοήθημα και την ένδικη διαδικασία. Η αποτελεσματικότητα της έννομης προστασίας αξιολογείται, μεταξύ άλλων, βάσει της προθεσμίας που διαθέτουν οι ενδιαφερόμενοι για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους και του ενδίκου βοηθήματος που προβλέπεται συναφώς.
33. Κατά την ενάγουσα, το λουξεμβουργιανό δίκαιο δεν συνάδει συναφώς προς τις επιταγές της οδηγίας 92/85. Η τυπική προθεσμία των οκτώ ημερών από την κοινοποίηση της καταγγελίας, εντός της οποίας η εργαζόμενη μπορεί, στην περίπτωση κοινοποιήσεως της λήξεως της εργασιακής σχέσεως πριν από την ιατρική διαπίστωση της εγκυμοσύνης, να αποδείξει την κατάστασή της δια της προσκομίσεως πιστοποιητικού που αποστέλλεται με συστημένη επιστολή, είναι λίαν περιοριστική και δεν συνάδει προς μια αποτελεσματική προστασία. Επιπλέον, το λουξεμβουργιανό δίκαιο απαιτεί να απευθύνει η έγκυος εργαζομένη την αγωγή της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας στον πρόεδρο του εργατοδικείου, επομένως σε ειδικό δικαστικό όργανο, ενώ διαφορετικά οι εργατικές διαφορές πρέπει να υποβάλλονται στο εργατοδικείο, που συνεδριάζει ως τμήμα, επομένως ως δικαστικός σχηματισμός συγκροτούμενος από τον πρόεδρο και δύο παρέδρους. Ο κανόνας αυτός έχει ως συνέπεια ότι η έγκυος εργαζομένη πρέπει να διαθέτει διεξοδικές δικονομικές γνώσεις, πράγμα το οποίο αντιβαίνει προς την επιδιωκόμενη με την οδηγία 92/85 αποτελεσματική έννομη προστασία. Επιπλέον, η προθεσμία ασκήσεως της αγωγής περιορίζεται σε 15 μόνον ημέρες, ενώ διαφορετικά, στο πλαίσιο του εθνικού εργατικού δικαίου, η προθεσμία ασκήσεως της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ανέρχεται σε τρεις μήνες.
34. Η T‑COMALUX αναφέρει, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, ότι το λουξεμβουργιανό δίκαιο δεν παραβιάζει τις διατάξεις της οδηγίας 92/85 ούτε με την προθεσμία των οκτώ ημερών για την ανακοίνωση της εγκυμοσύνης ούτε με την προθεσμία των δεκαπέντε ημερών για την άσκηση αγωγής. Η προθεσμία των οκτώ ημερών για την ανακοίνωση της εγκυμοσύνης έχει την έννοια ότι ο εργοδότης πρέπει να λάβει γνώση υφισταμένης εγκυμοσύνης το ταχύτερο δυνατόν, ώστε η προστασία της οδηγίας 92/85 να μπορεί να εφαρμοστεί πλήρως. Η προθεσμία των δέκα πέντε ημερών για την άσκηση αγωγής, αφενός, σκοπεί στην προστασία της εγκύου εργαζομένης και, αφετέρου, εξυπηρετεί την ασφάλεια του δικαίου. Χωρίς τις δύο προθεσμίες, δεν μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή η προστασία της οδηγίας.
35. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η T‑COMALUX προβάλλει ότι θα πρέπει να δοθεί απάντηση μόνο σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα. Οι δύο προαναφερθείσες προθεσμίες δεν είναι υπερβολικά βραχείες. Για να τύχει η έγκυος εργαζομένη της προστασίας της οδηγίας, είναι αναγκαίο η υφιστάμενη εγκυμοσύνη να γνωστοποιηθεί στον εργοδότη εντός σύντομης προθεσμίας. Εάν η εν λόγω ενημέρωση του εργοδότη δεν προηγηθεί της αναγγελίας της απολύσεως, πρέπει να πραγματοποιηθεί το ταχύτερο δυνατόν. Η προθεσμία ασκήσεως αγωγής εξασφαλίζει την ταχύτερη δυνατή αντίδραση στην περίπτωση απολύσεως εργαζομένης χωρίς ο εργοδότης να είναι εν γνώσει της εγκυμοσύνης της.
36. Η Ιταλική Κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι το γεγονός ότι ο εθνικός νομοθέτης προβλέπει προθεσμίες ασκήσεως αγωγής για την προβολή της ακυρότητας καταγγελίας συμβάσεως εργασίας που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης συνάδει προς τα άρθρα 10 και 12 της οδηγίας 92/85. Πάντως, προθεσμίες όπως οι δύο εν προκειμένω προβλεπόμενες στο εθνικό δίκαιο είναι πολύ βραχείες, ενόψει του επιδιωκομένου με την οδηγία σκοπού αποτελεσματικής έννομης προστασίας, όπως προκύπτει ιδίως από την απόφαση Marshall (13). Λαμβανομένης υπόψη της φυσικής και ψυχικής καταστάσεως της γυναίκας κατά την εγκυμοσύνη, είναι δύσκολο να τηρηθούν τόσο βραχείες προθεσμίες.
37. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση εκθέτει ότι οι προβλεπόμενες στο εθνικό δίκαιο προθεσμίες δεν είναι υπερβολικά βραχείες. Όσον αφορά την αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, ενόψει ενδεχόμενης επαναπροσλήψεως από την επιχείρηση, η αρχή της ασφάλειας δικαίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον εργοδότη. Από τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων προκύπτει, επιπλέον, ότι η εργαζομένη η οποία δεν ήταν πράγματι σε θέση να προβάλει τα δικαιώματά της, ιδίως επειδή δεν είχε η ίδια αντιληφθεί την εγκυμοσύνη της, δεν δεσμεύεται από τις προθεσμίες.
38. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η προθεσμία των οκτώ ημερών για την ανακοίνωση της εγκυμοσύνης πρέπει να θεωρηθεί ως εθνικό μέτρο μεταφοράς της οδηγίας 92/35 στην εσωτερική έννομη τάξη. Για να μπορεί η εργαζομένη να τύχει της προστασίας από την απόλυση κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας, δεν αρκεί μόνον να είναι έγκυος, αλλά πρέπει η εγκυμοσύνη της να ανακοινωθεί στον εργοδότη σύμφωνα με την εθνική πρακτική.
39. Ως προς την προθεσμία των δέκα πέντε ημερών για την άσκηση αγωγής κατά το εθνικό δίκαιο, πρέπει να αναφερθούν, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις Preston κ.λπ. (14) και Levez (15), από τις οποίες προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν καταρχήν να προβλέπουν αποκλειστικές προθεσμίες για την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, μια προθεσμία ασκήσεως αγωγής όπως η παρούσα, η οποία είναι συντομότερη από την προθεσμία ασκήσεως αγωγής στο πλαίσιο της γενικής προστασίας της απασχολήσεως κατά το εθνικό δίκαιο, δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, επειδή υπάρχει στο σημείο αυτό παραβίαση των αρχών της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας. Η άσκηση των δικαιωμάτων της εγκύου εργαζομένης καθίσταται αδύνατη ή λίαν δυσχερής. Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι στην παρούσα υπόθεση η προθεσμία ασκήσεως της αγωγής αρχίζει να τρέχει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο εργοδότης παραδίδει το έγγραφο περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας στο ταχυδρομείο. Ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την παραλαβή της επιστολής μπορεί, επομένως, κατ’ αποτέλεσμα να μειώσει περαιτέρω την προθεσμία ασκήσεως αγωγής. Επιπλέον, είναι συχνά δυσχερές να βρεθεί σε σύντομο χρόνο δικηγόρος για την παροχή νομικών συμβουλών και για την εκπροσώπηση. Δεν φαίνεται να υπάρχει εύλογος δικαιολογητικός λόγος για τη σχετικά βραχύτερη αυτή προθεσμία.
Β – Επί του τρίτου ερωτήματος
40. Η V. Pontin εκθέτει συναφώς ότι αντιβαίνει προς την οδηγία 76/207 το γεγονός ότι, όσον αφορά τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως στην περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, οι έγκυοι εργαζόμενες υφίστανται διαφορετική μεταχείριση από όλους τους άλλους εργαζομένους, τους οποίους αφορά η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Δεν υφίσταται αντικειμενική δικαιολογία για τη διαφορετική αυτή μεταχείριση. Συντρέχει αντίθετη προς την οδηγία δυσμενής διάκριση λόγω φύλου.
41. Πρέπει να υπογραμμιστεί, επιπλέον, ότι το προϊσχύσαν λουξεμβουργιανό δίκαιο περί προστασίας των εγκύων εργαζομένων στον εργασιακό βίο προέβλεπε ρητώς ότι η έγκυος εργαζομένη διαθέτει και το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως. Κατά το λουξεμβουργιανό δίκαιο, οι εργαζόμενες των οποίων η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε λόγω γάμου είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν μεταξύ της επαναπροσλήψεως και της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως.
42. Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, η T‑COMALUX αναφέρει ότι δεν αντιβαίνει προς την οδηγία 76/207 το γεγονός ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν παρέχει στην εργαζομένη που απολύεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η εργαζομένη απολαύει ειδικής προστασίας, η οποία έγκειται στο δικαίωμα ασκήσεως αγωγής αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Επομένως δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση.
43. Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι κάθε δυσμενής μεταχείριση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συνιστά διάκριση λόγω φύλου. Η στέρηση από την εργαζομένη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της δυνατότητας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως, ενώ έχει στη διάθεσή της τη δυνατότητα αυτή σε άλλες περιπτώσεις καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, περιλαμβανομένης και της καταγγελίας λόγω γάμου, δεν συνάδει προς την αποτελεσματική προστασία και αντιβαίνει προς την οδηγία. Προσήκει να συναχθεί συναφώς από την απόφαση Paquay (16) ότι τα κράτη μέλη, ενόψει του σκοπού της οδηγίας 76/207, πρέπει να μεριμνούν ώστε για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου να επιβάλλονται κυρώσεις υπό προϋποθέσεις διαδικαστικές και ουσιαστικές ανάλογες με τις ισχύουσες για τις παρομοίας φύσεως και σημασίας παραβιάσεις του εθνικού δικαίου. Ένας κανόνας όπως ο προμνησθείς λουξεμβουργιανός κανόνας δεν επαρκεί συναφώς. Το γεγονός ότι υφίσταται το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής αναγνωρίσεως της ακυρότητας δεν αλλάζει τίποτε στην υπόθεση.
44. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση αναφέρει ότι δεν είναι ακριβές ότι η έγκυος εργαζομένη, η οποία άφησε να παρέλθουν άπρακτες η προθεσμία των οκτώ ημερών και η προθεσμία των δεκαπέντε ημερών για την άσκηση αγωγής, δεν μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Ακόμη και αν το άρθρο L‑337‑1 του Code du travail προβλέπει ειδικούς κανόνες για την προστασία της εγκύου εργαζομένης, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν ισχύει το γενικό δίκαιο περί προστασίας από την απόλυση. Κατά συνέπεια, το λουξεμβουργιανό δίκαιο συνάδει προς την οδηγία.
45. Η Επιτροπή εκθέτει ότι ένα εθνικό δίκαιο το οποίο στερεί τις εγκύους εργαζόμενες από την αγωγή αποζημιώσεως, η οποία, άλλως, μπορεί να ασκηθεί γενικώς στην περίπτωση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εισάγει δυσμενείς διακρίσεις.
VI – Η νομική εκτίμηση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις για τη σχέση των δύο οδηγιών των οποίων γίνεται μνεία στα προδικαστικά ερωτήματα
46. Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν τόσο την οδηγία 92/85 όσο και την οδηγία 76/207. Κατά συνέπεια, θα ήθελα προηγουμένως να επισημάνω ότι αμφότερες οι οδηγίες όχι μόνο βαίνουν παράλληλα, αλλά συμπλέκονται κατά ορισμένο τρόπο μεταξύ τους (17).
47. Ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας 92/85, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι, δυνάμει της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, ειδικότερα, των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με την οδηγία 2002/73), πρέπει να αναγνωριστεί στις γυναίκες προστασία έναντι της απολύσεως καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (18). Μετά από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας 92/85, το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής θα έχει προφανώς σε πολλές περιπτώσεις, ως lex specialis, το προβάδισμα έναντι των γενικών διατάξεων της οδηγίας 76/207 (19)· πάντως οι διατάξεις της οδηγίας αυτής διατηρούν τη σημασία τους για διάφορες προβληματικές περιπτώσεις (20), όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια.
48. Την προαναφερθείσα σχέση εκφράζει ήδη και η ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85, κατά την οποία η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (21), την οποία κωδικοποιεί ιδίως η οδηγία 92/85, δεν πρέπει να θίγει τις οδηγίες περί ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, μεταξύ των οποίων και την οδηγία 76/207.
49. Το αντίστοιχο της ανωτέρω αιτιολογικής σκέψεως απαντά στην οδηγία 76/207, μετά την τροποποίησή της με την οδηγία 2002/73, ιδίως στο άρθρο 2, παράγραφος 7, κατά το οποίο η εν λόγω οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις περί προστασίας των γυναικών ιδίως για την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα και η λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή αδείας μητρότητας κατά την έννοια της οδηγίας 92/85 συνιστά διάκριση κατά την έννοια της οδηγίας 76/207.
50. Καθίσταται σαφές ότι η οδηγία 92/85 δεν αφορά μόνον την προστασία της (μέλλουσας) μητέρας και του παιδιού ή της μεταξύ τους σχέσεως (22), αλλά και ότι ο βασικός αυτός σκοπός πρέπει να εξετασθεί σε συνδυασμό με την πραγματοποίηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (23).
Β – Σύνοψη των διαρθρωτικών στοιχείων του λουξεμβουργιανού δικαίου περί προστασίας από την απόλυση που προκύπτουν από τον φάκελο
51. Για την πληρέστερη κατανόηση της παρούσας προβληματικής θα ήθελα να συνοψίσω ορισμένα διαρθρωτικά στοιχεία του λουξεμβουργιανού δικαίου περί προστασίας από την απόλυση, όπως αυτά προκύπτουν από τον φάκελο (24), συμπληρωμένα με ορισμένες πληροφορίες από τη θεωρία (25). Κατά το δίκαιο αυτό, πρέπει προδήλως να γίνει διάκριση μεταξύ καταχρηστικής και άκυρης απολύσεως. Ως έννομες συνέπειες στην περίπτωση των αγωγών για την προστασία από την απόλυση προβλέπονται, κατ’ αρχήν, ως φαίνεται, αποζημίωση για την απώλεια της θέσεως εργασίας ή ακυρότητα της απολύσεως με διατήρηση της θέσεως εργασίας, πλην όμως οι δυνατότητες αυτές δεν υφίστανται στον ίδιο βαθμό σε όλες τις περιπτώσεις.
52. Η δικαστική διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα απολύσεως φαίνεται ότι έχει, κατά κανόνα, ως έννομη συνέπεια την αναγνώριση της εγκυρότητας της απολύσεως και τη λύση της εργασιακής σχέσεως με ταυτόχρονη υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει αποζημίωση (26). Ο νόμος προβλέπει μεν, όπως συνάγεται από τη θεωρία, στο άρθρο L. 124-12, παράγραφος 2, του λουξεμβουργιανού Code du travail, ως εξαίρεση από την υποχρέωση αποζημιώσεως, τη δυνατότητα επαναπροσλήψεως, η οποία όμως στην πράξη θεωρείται ότι δεν ασκεί επιρροή (27). Πρόκειται συναφώς μόνο για πρόταση του δικαστηρίου, η οποία χρήζει της συναινέσεως του εργοδότη. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι εμφανές ότι δεν μπορεί να επιβληθεί η επαναπρόσληψη ενάντια στη βούληση του εργοδότη. Καταδικαστική για τον εργοδότη απόφαση στην περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως μπορεί να αφορά προδήλως μόνο την επανόρθωση της ζημίας και ενδεχομένως συμπληρωτική αποζημίωση, εάν δεν γίνει δεκτή η σύσταση για επαναπρόσληψη.
53. Αντιθέτως, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις προβλέπεται ότι ο εργοδότης δεν έχει κανένα δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας. Αυτό αφορά, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση της τακτικής καταγγελίας κατά τη διάρκεια του χρόνου προστασίας της μητρότητας ή της γονικής άδειας και την απαγόρευση καταγγελίας συμβάσεων εργασίας των εκπροσώπων του προσωπικού. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί προδήλως να αναγνωριστεί δικαστικώς η ακυρότητα της καταγγελίας και να διαταχθεί η διατήρηση της εργασιακής σχέσεως χωρίς τη συναίνεση του εργοδότη (28).
Γ – Επί της σημασίας των κατ’ ιδίαν προδικαστικών ερωτημάτων για την έκδοση αποφάσεως και επί της σειράς που προκύπτει από αυτήν όσον αφορά τις απαντήσεις
54. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αγωγή της V. Pontin περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της απολύσεως έχει ήδη απορριφθεί (29) με απόφαση που απέκτησε προδήλως ισχύ δεδικασμένου (30), το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα μπορούν να έχουν σημασία για την έκδοση αποφάσεως στη διαφορά της κύριας δίκης και, κατά συνέπεια, είναι παραδεκτά, μόνον εάν συνδέονται με την εκκρεμή στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης αγωγή αποζημιώσεως της V. Pontin. Πάντως, δεν είναι σαφές κατά πόσον το εν λόγω ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημιώσεως, σε μία περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, υφίσταται γενικώς ή σωρευτικά με την αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει το εν λόγω ένδικο βοήθημα υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης (31). Στο πλαίσιο αυτό, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα επιδιώκεται να διευκρινιστεί αν το ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημιώσεως υφίσταται, υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, σε μία περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης. Επειδή το ζήτημα του παραδεκτού και της εύλογης διάρκειας των προθεσμιών μπορεί να έχει σημασία μόνον εάν η ενάγουσα της κύριας δίκης διαθέτει κάποιο ένδικο βοήθημα, θα αρχίσω τη νομική ανάλυση με την απάντηση στο τρίτο ερώτημα, για να εξετάσω, ενδεχομένως, στη συνέχεια το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα.
Δ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος – Απαράδεκτο της αγωγής αποζημιώσεως
1. Αντικείμενο και σημασία
55. Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 2 της οδηγίας 76/207 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει τη θέσπιση εθνικού κανόνα όπως το άρθρο L. 124‑11, παράγραφοι 1 και 2, του λουξεμβουργιανού Code du travail, κατά τον οποίο, η έγκυος εργαζομένη της οποίας η εργασιακή σχέση καταγγέλθηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έχει τη δυνατότητα που διαθέτουν όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω καταχρηστικής καταγγελίας.
56. Όσον αφορά το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση διευκρίνισε μεν ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Δεν είναι ακριβές ότι η έγκυος εργαζομένη, η οποία άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των οκτώ ημερών και η προθεσμία των δεκαπέντε ημερών για την άσκηση αγωγής, δεν μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς αγωγή αποζημιώσεως.
57. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό δεν έχει αποφασιστική σημασία. Στο πνεύμα της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, που χαρακτηρίζει την προβλεπόμενη στο άρθρο 234 ΕΚ διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, πρέπει εν προκειμένω να ληφθούν ως αφετηρία της συλλογιστικής τα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο της ευθύνης του ως αρμοδίου για την επίλυση της διαφοράς δικαστηρίου.
2. Αποτελεσματική δικαστική προστασία
58. Διατάξεις για την έννομη προστασία περιέχουν και οι δύο οδηγίες των οποίων γίνεται μνεία στην υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
59. Κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπου που θεωρεί εαυτό ζημιωθέν από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση των αξιώσεων που απορρέουν από την οδηγία αυτή, μεταξύ άλλων, δικαστικώς. Όσον αφορά το προηγούμενο κείμενο της διατάξεως αυτής, που αποτύπωνε την ίδια σκέψη με κάπως διαφορετική διατύπωση (32), από τη νομολογία συνάγεται ότι η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται ότι τα επίδικα μέτρα πρέπει να είναι αρκούντως αποτελεσματικά για την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας 76/207, και οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν πράγματι να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (33). Κατά τη διάταξη αυτή, πρέπει να διασφαλίζεται πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία (34), η οποία είναι στοιχείο της κατά το κοινοτικό δίκαιο προστασίας κατά των δυσμενών διακρίσεων (35). Αυτή η υποχρέωση των κρατών μελών, να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας σύμφωνα προς τον σκοπό της, δεν θίγει την ελευθερία επιλογής των μέσων και των μεθόδων εφαρμογής της οδηγίας (36).
60. Από το άρθρο 12 της οδηγίας 92/85 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταστεί δυνατό σε κάθε εργαζόμενη που θεωρεί ότι θίγεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παρούσα οδηγία να διεκδικεί τα δικαιώματά της δια της δικαστικής οδού ή/και, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές, δια της προσφυγής σε άλλες αρμόδιες αρχές. Το άρθρο 10, σημείο 3, της οδηγίας 92/85 προβλέπει ιδίως ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται για να προστατευθούν οι έγκυοι, λεχώνες και γαλουχούσες εργαζόμενες από τις επιπτώσεις απόλυσης, η οποία είναι παράνομη δυνάμει του σημείου 1 (37).
61. Κατά τη νομολογία, το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται μεν να προβούν στη λήψη συγκεκριμένου μέτρου, πλην όμως το μέτρο που επιλέγουν πρέπει να είναι ικανό να διασφαλίσει πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία (38) ισχύει και για το άρθρο 12 της οδηγίας 92/85, όπως συνέβαινε ήδη σε σχέση με το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207.
62. Τα κράτη μέλη φέρουν την ευθύνη της διασφαλίσεως αποτελεσματικής προστασίας των επίμαχων δικαιωμάτων σε κάθε περίπτωση (39). Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η απορρέουσα από οδηγία υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν τον επιδιωκόμενο με την οδηγία αυτή σκοπό, και το καθήκον τους, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να λαμβάνουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που μπορούν να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής ισχύουν για όλους τους φορείς δημόσιας εξουσίας εντός των κρατών μελών, περιλαμβανομένων, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, και των δικαστικών αρχών (40). Πράγματι, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται ειδικότερα να διασφαλίζουν τη νομική προστασία που παρέχουν στους ιδιώτες οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, και να κατοχυρώνουν το πλήρες αποτέλεσμα αυτών (41). Επιπλέον, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι απαιτήσεις της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, οι οποίες εκφράζουν τη γενική υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που οι πολίτες έλκουν από το κοινοτικό δίκαιο, ισχύουν και όσον αφορά τον καθορισμό των δικαιοδοτικών οργάνων που είναι αρμόδια να επιλαμβάνονται ενδίκων προσφυγών στηριζομένων στα δικαιώματα αυτά (42). Η μη τήρηση των εν λόγω απαιτήσεων ως προς αυτή την πτυχή, όπως και η μη τήρησή τους όσον αφορά τον καθορισμό των δικονομικών λεπτομερειών, θα αντέβαινε προς την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (43).
63. Όσον αφορά τις σαφείς αυτές επιταγές, σοβαρές αμφιβολίες δημιουργούνται οπωσδήποτε όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της δικαστικής οδού η οποία, κατά το εν προκειμένω ισχύον εθνικό δίκαιο, συνίσταται στην άσκηση αγωγής αναγνωρίσεως της ακυρότητας απολύσεως η οποία αντιβαίνει προς την οδηγία 92/85. Φαίνεται ότι (44) στην περίπτωση αυτή υφίσταται μόνον η ειδική δικαστική οδός της επείγουσας διαδικασίας ενώπιον του προέδρου του εργατοδικείου ως μονομελούς δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας διεξάγεται, κατ’ αρχήν, μια συνοπτική μόνον και όχι σε βάθος εξέταση (45), όχι όμως και κύρια διαδικασία ενώπιον τμήματος (46). Επιπλέον, από την έκβαση της πρώτης αγωγής της V. Pontin (47) συνάγεται ότι ισχύουν λίαν αυστηρές δικονομικές προϋποθέσεις η μη τήρηση των οποίων μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, η πρώτη αγωγή της V. Pontin, η οποία προδήλως δεν απευθύνθηκε στο επακριβώς προβλεπόμενο αρμόδιο δικαστικό όργανο, απορρίφθηκε λόγω αναρμοδιότητας, επειδή δεν υπήρχε προφανώς δυνατότητα παραπομπής της στον αρμόδιο δικαστή εντός ενός και του αυτού δικαστηρίου (48). Αμφότερες οι ως άνω πτυχές, δηλαδή το ειδικό ένδικο βοήθημα και η απαίτηση άκρως ακριβούς αναφοράς του αρμοδίου οργάνου, απαιτούν ειδικές γνώσεις όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα, οι οποίες συνιστούν σημαντικό εμπόδιο για την ενδεχόμενη άσκηση αγωγών. Αντιθέτως, η προστασία από την αθέμιτη καταγγελία συμβάσεως εργασίας μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματική μόνον εάν η έγκυος εργαζομένη διαθέτει ένδικα βοηθήματα, χαρακτηριστικό των οποίων να μην είναι η αποτρεπτική διαδικασία ή η δυσμενής κατανομή του βάρους αποδείξεως (49). Οι δυσχέρειες που εντοπίζονται εν προκειμένω για την άσκηση του δικαιώματος έχουν ακόμη πιο αποτρεπτικές συνέπειες, όταν οι ενάγοντες και οι ενάγουσες μπορούν, όπως για παράδειγμα στο Λουξεμβούργο (50), να παραστούν στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας στις εργατικές διαφορές χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο και, επομένως, μπορούν κατά κανόνα να θεωρήσουν ότι δεν θα αντιμετωπίσουν υπερβολικά αυστηρές απαιτήσεις. Πάντως, το ζήτημα αυτό δεν χρειάζεται εν προκειμένω να εξετασθεί διεξοδικότερα, εφόσον δεν αποτελεί ρητώς το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος.
64. Σε αντιδιαστολή προς τους ισχυρισμούς της Virginie Pontin κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, νομίζω ότι μια έγκυος εργαζομένη που ασκεί αγωγή για την προστασία από την απόλυση δεν μπορεί να αντλήσει από την οδηγία 92/85 και μόνο τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας και αγωγής αποζημιώσεως, ώστε να ληφθεί υπόψη (51) η προβλεπόμενη με τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας αυτής πτυχή της προστασίας της υγείας (52).
65. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε (53), τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα ούτε κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207 ούτε κατά το άρθρο 12 της οδηγίας 92/85 να θεσπίσουν συγκεκριμένα μέτρα. Οι δύο αυτές οδηγίες δεν περιέχουν ρητές υποχρεώσεις όσον αφορά τον καθορισμό των αρμοδίων δικαστηρίων και τις δικονομικές λεπτομέρειες όσον αφορά τις αγωγές. Κατά παγία νομολογία, ελλείψει σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, στην εσωτερική έννομη τάξη εκάστου κράτους μέλους εναπόκειται ο καθορισμός των αρμοδίων δικαστηρίων και η ρύθμιση των δικονομικών λεπτομερειών των ενδίκων βοηθημάτων που σκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο (54).
66. Άλλωστε στη νομολογία αυτή δεν μπορεί να αντιταχθεί ούτε το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207, επειδή από το άρθρο αυτό δεν μπορεί να συναχθεί κανένα στοιχείο για τα ένδικα βοηθήματα.
67. Επομένως, όσον αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, αντίθετα προς την άποψη της V. Pontin, από τις διατάξεις της οδηγίας 92/85 και μόνο δεν μπορεί να συναχθεί συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα, εν προκειμένω το ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημιώσεως.
3. Τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται εντός των κρατών μελών και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως
68. Το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά ειδικά το άρθρο 2 της οδηγίας 76/207 και, επομένως, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Το αιτούν δικαστήριο συγκρίνει τις δυνατότητες ασκήσεως αγωγής της εγκύου εργαζομένης σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας από τον εργοδότη με τις γενικές δυνατότητες ασκήσεως αγωγής κατά το εθνικό δίκαιο σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας από τον εργοδότη.
69. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί αν η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο αναγνωρίζει γενικώς τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως εκ μέρους του εργοδότη, επιβάλλει να διαθέτει και η έγκυος εργαζομένη αυτό το ένδικο βοήθημα σε περίπτωση καταγγελίας.
α) Επί του καθορισμού του οικείου κριτηρίου δυσμενούς διακρίσεως
70. Πρέπει, κατ’ αρχάς, να διευκρινιστεί ποιο κριτήριο πρέπει να εφαρμοστεί προκειμένου να εξετασθεί η διάκριση, δηλαδή προκειμένου να αναλυθεί αν σε μία περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης μπορεί να υφίσταται ενδεχομένως άμεση ή έμμεση διάκριση.
71. Το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου έχει από πλείονες απόψεις ιδιαίτερη σημασία. Όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 76/207, η έννοια της έμμεσης διακρίσεως στηρίζεται σε προσέγγιση κατά κατηγορίες προσώπων, όπως εκφράζεται ήδη με τον πληθυντικό «εκπροσώπους». Η εξέταση του ζητήματος κατά πόσον υφίσταται έμμεση διάκριση πραγματοποιείται, επιπλέον, σε δύο στάδια: στο πρώτο στάδιο εξετάζεται το θέμα της δυσμενούς μεταχειρίσεως, στο δεύτερο στάδιο ανακύπτει το ζήτημα της δικαιολογίας που προβάλλει ενδεχομένως ο εναγόμενος (55).
72. Αντιθέτως, η άμεση διάκριση πρέπει, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207, να αναλυθεί κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η διάκριση ενός μόνο προσώπου έναντι άλλου –εν προκειμένω, στο πλαίσιο της οδηγίας 76/207, ενός εκπροσώπου του άλλου φύλου– έχει σημασία, εφόσον στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται (56) η σύγκριση προς άλλο πρόσωπο που «υφίσταται πράγματι» στο παρόν ή στο μέλλον (57) ή προς ένα «υποθετικό» πρόσωπο (58). Μια άλλη σημαντική διαφορά από την ανάλυση της έμμεσης διακρίσεως έγκειται στο ότι, όσον αφορά την άμεση διάκριση, δεν προβλέπεται εξέταση ενδεχόμενης δικαιολογίας, επομένως, η ανάλυση πρέπει να πραγματοποιηθεί σε ένα μόνο στάδιο (59). Τούτο προκύπτει σαφώς από το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 76/207, που προβλέπει εξέταση της προβαλλόμενης δικαιολογίας, ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας αυτής δεν προβλέπει τέτοια εξέταση. Όσον αφορά την άμεση διάκριση λόγω φύλου, δεν μπορεί, κατά τα ανωτέρω, να υπάρχει δικαιολογία. Συναφώς μπορεί το πολύ να υπάρχει μια εξαίρεση από την οδηγία, στο μέτρο που η οδηγία προβλέπει ρητώς τέτοια εξαίρεση, όπως για παράδειγμα το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 76/207 (60).
β) Άμεση διάκριση
73. Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατά παγία νομολογία ότι η απόλυση εργαζομένης λόγω (61) της εγκυμοσύνης της συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου (62), επειδή μια απόλυση κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων χρονικών περιόδων μπορεί να αφορά μόνο γυναίκες (63).
74. Επιβάλλεται επίσης η διαπίστωση ότι, σε μία περίπτωση όπως η υπό κρίση, διάταξη περί προστασίας από την απόλυση, η οποία αναφέρεται στην προστασία από την απόλυση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μπορεί να αφορά μόνο γυναίκες και, κατά συνέπεια, πρέπει να αξιολογηθεί με το κριτήριο της άμεσης διακρίσεως.
γ) Λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση
75. Κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207 να τεθεί το ερώτημα αν ένα πρόσωπο όπως η ενάγουσα της διαφοράς της κύριας δίκης υφίσταται, λόγω του φύλου της, λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση από αυτήν που υφίσταται, υπέστη ή θα υποστεί άλλο πρόσωπο.
76. Στη μέχρι τώρα νομολογία του για τις δυσμενείς διακρίσεις κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης –η οποία πάντως αφορούσε το αρχικώς ισχύον κείμενο της οδηγίας 76/207 το οποίο δεν περιείχε ρητό ορισμό της άμεσης διακρίσεως– το Δικαστήριο δεν προέβη σε σύγκριση της εν λόγω καταστάσεως με την περίπτωση ενός άνδρα σε παρεμφερή κατάσταση (64). Πράγματι, στην περίπτωση της εγκυμοσύνης δεν είναι δυνατόν να γίνει αναφορά σε εκπρόσωπο του άλλου φύλου που να βρίσκεται, όσον αφορά την περίσταση αυτή, σε άμεσα συγκρίσιμη κατάσταση (65).
77. Πάντως, εάν η απαίτηση της «παρεμφερούς καταστάσεως» σε μία περίπτωση όπως η υπό κρίση συνδέεται μόνο με το γεγονός της «εκ μέρους του εργοδότη καταγγελίας συμβάσεως εργασίας και της κατ’ αυτής στρεφόμενης αγωγής» και όχι με το γεγονός της «εγκυμοσύνης», τότε η σύγκριση υπό την έννοια του ορισμού του άρθρου 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207 είναι απολύτως εφικτή.
78. Μια γυναίκα στην κατάσταση της ενάγουσας της κύριας δίκης υφίσταται –στο πλαίσιο εθνικής διατάξεως σχετικής με το δίκαιο της προστασίας από την απόλυση, η οποία δεν παρέχει σε έγκυο εργαζομένη που απολύθηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης την άλλως γενικά υφιστάμενη για τους άνδρες και τις γυναίκες δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως– λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση, μάλιστα δε υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσμενή μεταχείριση. Συναφώς δεν απαιτείται να διαθέτουν την προαναφερθείσα δυνατότητα όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι, επειδή, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207, αρκεί για τη σύγκριση ένας εκπρόσωπος του άλλου φύλου.
79. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό το προβληθέν από την εναγομένη της κύριας δίκης κατά την προφορική διαδικασία επιχείρημα ότι δεν υφίσταται δυσμενής μεταχείριση, επειδή, ελλείψει δυνατότητας ασκήσεως της αγωγής αποζημιώσεως, εξακολουθεί να υφίσταται μόνον η δυνατότητα της παραμονής στην επιχείρηση, πράγμα το οποίο μακροπροθέσμως είναι προτιμότερο της αποζημιώσεως. Πράγματι, η έλλειψη της δυνατότητας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως συνεπάγεται κατ’ αποτέλεσμα τον περιορισμό, σε σύγκριση προς το σύνολο των εργαζομένων, των περιθωρίων επιλογής όσον αφορά ορισμένες αποφάσεις, πράγμα το οποίο, κατ’ αρχήν, πρέπει να θεωρηθεί ως δυσμενής μεταχείριση.
80. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι και στην περίπτωση κατά την οποία προβλέπεται μόνον η αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας, δεν αποκλείεται η οικειοθελής εγκατάλειψη της θέσεως εργασίας με καταβολή αποζημιώσεως κατόπιν φιλικού διακανονισμού. Η αγωγή αποζημιώσεως εμπεριέχει, αντιθέτως, αγώγιμο και νομικώς προστατευόμενο δικαίωμα και όχι απλώς έναν οικειοθελή διακανονισμό.
81. Όσον αφορά τη δυσμενή μεταχείριση, πρέπει επιπλέον να υπομνησθεί ότι, κατά παγία νομολογία, οι δικονομικές λεπτομέρειες σχετικά με ένδικες προσφυγές που σκοπούν να διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από το κοινοτικό δίκαιο, δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από αυτές που αφορούν παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) (66).
82. Πρέπει να ληφθεί κάθε πρόσφορο μέτρο που να εγγυάται την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (67). Όπως ήδη έχει κατ’ επανάληψη τονίσει το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη πρέπει, επιλέγοντας την προσφορότερη για την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας λύση, να μεριμνούν ώστε για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου να επιβάλλονται κυρώσεις υπό προϋποθέσεις ουσιαστικές και διαδικαστικές ανάλογες με τις ισχύουσες για τις παρομοίας φύσεως και σημασίας παραβιάσεις του εθνικού δικαίου (68).
83. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, φρονώ ότι οι έγκυοι εργαζόμενες, υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει να μπορούν να επιλέξουν μεταξύ αγωγής αναγνωρίσεως της ακυρότητας (η οποία επιβάλλεται κατά την οδηγία 92/85) και αγωγής αποζημιώσεως (για λόγους ίσης μεταχειρίσεως υπό το πρίσμα της εθνικής νομοθεσίας για την προστασία από την απόλυση).
δ) Συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης
84. Στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207 έχει την έννοια, υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, ότι, όταν κατά το εθνικό δίκαιο υφίσταται γενικώς η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως στην περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, το ένδικο αυτό βοήθημα πρέπει να παρέχεται και στην έγκυο εργαζομένη σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.
Ε – Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος – Προθεσμία για την ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με την εγκυμοσύνη
85. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί, κατ’ ουσία, αν τα άρθρα 10 και 12 της οδηγίας 92/85 έχουν την έννοια ότι συνάδει προς αυτά προθεσμία οκτώ ημερών για την ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με την εγκυμοσύνη, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο L. 337-1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του λουξεμβουργιανού Code du travail.
86. Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί, για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, να πληροφορηθεί αν η εν λόγω προθεσμία οκτώ ημερών πρέπει να θεωρηθεί υπερβολικά βραχεία ώστε να επιτρέπει στην έγκυο μισθωτή που απολύεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης να διεκδικήσει τα δικαιώματά της διά της δικαστικής οδού.
87. Σύμφωνα με τον ορισμό που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85, ως έγκυος εργαζομένη κατά την οδηγία αυτή νοείται «κάθε εργαζόμενη γυναίκα που είναι έγκυος και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή/και πρακτική». Το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 παραπέμπει, όσον αφορά την απαγόρευση της απολύσεως, ρητώς στον ορισμό αυτόν, καθόσον ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται «για να προστατευθούν οι εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2 από τις επιπτώσεις απόλυσης […]».
88. Από μια έκθεση της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας 92/85 συνάγεται ότι, στα περισσότερα κράτη μέλη, η εργαζομένη πρέπει να πληροφορήσει τον εργοδότη για την εγκυμοσύνη της ή για το γεγονός ότι γέννησε προσφάτως ή ότι θηλάζει. Η αντίστοιχη προστασία αρχίζει να ισχύει μετά από την ενημέρωση αυτή (69).
89. Το γεγονός ότι η γνωστοποίηση της εγκυμοσύνης αποτελεί προϋπόθεση της πραγματικής ενάρξεως της προστασίας που παρέχει η οδηγία 92/85 έχει σημασία, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της οδηγίας, οι οποίες ευλόγως προϋποθέτουν τη γνώση του εργοδότη όσον αφορά την εγκυμοσύνη, ώστε να καταστεί σαφής η υποχρέωση προστασίας που άρχισε να ισχύει και να ληφθούν όντως μέτρα προστασίας, για παράδειγμα να μην ανατεθεί στην ενδιαφερομένη γυναίκα νυχτερινή εργασία (70) ή να απαγορευθεί η έκθεσή της σε συγκεκριμένους παράγοντες και συνθήκες εργασίας (71).
90. Διατηρώ, πάντως, αμφιβολίες ως προς το αν το γεγονός ότι η εργαζομένη δεν ενημέρωσε τον εργοδότη για την εγκυμοσύνη μπορεί χωρίς εξαίρεση να έχει ως συνέπεια τη μη ισχύ της απαγορεύσεως της απολύσεως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (72). Για παράδειγμα, πρέπει να ληφθεί υπόψη μια γυναίκα η οποία δεν γνωρίζει ότι είναι έγκυος κατά τον χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή εντός της προθεσμίας –η οποία ενδεχομένως παρατάθηκε κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο– που της τάσσεται για να ενημερώσει τον εργοδότη, όπως στην υπό κρίση περίπτωση. Οι αμφιβολίες μου στηρίζονται ιδίως στο γεγονός ότι η οδηγία 92/85 διαπνέεται, όσον αφορά τις αιτιολογικές σκέψεις της, από μία άκρως ευρεία προστατευτική προσέγγιση έναντι των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, στο πλαίσιο της οποίας η προστασία της υγείας έχει καθοριστική σημασία (73). Νομίζω ότι η εν λόγω ευρεία προστασία όσον αφορά την απαγόρευση της καταγγελίας δύσκολα μπορεί να περιοριστεί για τον λόγο ότι η εργαζομένη δεν ενημέρωσε τον εργοδότη για την εγκυμοσύνη της, ιδίως όταν η ίδια η έγκυος εργαζομένη δεν ήταν εν γνώσει της εγκυμοσύνης. Άλλωστε, σε ανάλογες σκέψεις φαίνεται εν προκειμένω ότι στηρίζονται το εθνικό δίκαιο και η νομολογία στο Λουξεμβούργο, όπως προκύπτει από τις διευκρινίσεις της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως (74). Πάντως, παρέλκει εν προκειμένω η περαιτέρω εμβάθυνση των θεωρήσεων αυτών ελλείψει ενδείξεων που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση.
91. Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο ορισμός που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85, με τον οποίο συνδέεται το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής όσον αφορά την απαγόρευση της απολύσεως, παραπέμπει, προκειμένου για την ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με την εγκυμοσύνη, στη νομοθεσία και/ή στην πρακτική των κρατών μελών.
92. Ο λουξεμβουργιανός κανόνας του άρθρου L. 337-1 του Code du travail (75) παρέχει στην εργαζομένη, για την ενημέρωση του εργοδότη όσον αφορά υφιστάμενη εγκυμοσύνη, πρόσθετη προθεσμία, πλην όμως μόνο για την περίπτωση κατά την οποία κοινοποιήθηκε στην εργαζομένη η λήξη της εργασιακής σχέσεως πριν από την ιατρική διαπίστωση της εγκυμοσύνης. Η πρόσθετη αυτή προθεσμία (76) ανέρχεται σε οκτώ ημέρες από την κοινοποίηση της καταγγελίας και βαίνει πέραν του γράμματος του οικείου ορισμού στο άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85 υπέρ της εγκύου εργαζομένης.
93. Επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, αντίθετα προς την εντύπωση που δημιουργεί η διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το ένδικο βοήθημα κατά το εθνικό δίκαιο δεν εξαρτάται από την τήρηση της εξεταζόμενης εν προκειμένω υποχρεώσεως ενημερώσεως του εργοδότη. Νομίζω, πάντως, ότι η διατύπωση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο με το ερώτημά του επισημαίνει ότι η τήρηση της προθεσμίας ενημερώσεως έχει συνέπειες για την ισχύ της προστασίας από την απόλυση και, επομένως, εμμέσως συνέπειες και για την ενδεχόμενη ευδοκίμηση της αγωγής. Είναι πιθανόν ότι δεν πρόκειται συναφώς για ζήτημα του παραδεκτού της αγωγής για την προστασία από την απόλυση κατά το εθνικό δίκαιο, αλλά για ζήτημα του βασίμου.
94. Σε μια περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης δεν μπορώ, κατά τα μέχρι τώρα παρασχεθέντα στοιχεία, να εντοπίσω στη διάρκεια της εν λόγω πρόσθετης προθεσμίας του εθνικού δικαίου κανένα λόγο ασκήσεως κριτικής, λαμβάνοντα υπόψη το γράμμα του ορισμού του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85 στον οποίο παραπέμπει ρητώς το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85. Σε σχέση επίσης με το άρθρο 12 της οδηγίας 92/85 που αφορά την έννομη προστασία, δεν διακρίνω, υπό συνθήκες όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως, καμία παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
95. Στο πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει, κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 10 και 12 της οδηγίας 92/85 έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν την πρόβλεψη προθεσμίας οκτώ ημερών που τάσσεται εκ των προτέρων για την ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με την εγκυμοσύνη υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης.
ΣΤ – Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος – Πρόβλεψη προθεσμίας για την άσκηση αγωγής
96. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί, κατ’ ουσία, αν τα άρθρα 10 και 12 της οδηγίας 92/85 έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν την πρόβλεψη προθεσμίας δεκαπέντε ημερών για την άσκηση αγωγής, όπως η προθεσμία του άρθρου L. 337-1, παράγραφος 1, εδάφιο 4, του λουξεμβουργιανού Code du travail, της οποίας η μη τήρηση έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής.
97. Τέλος, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο θα ήθελε, κατ’ ουσία, να πληροφορηθεί, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, αν μια προθεσμία δεκαπέντε ημερών για την άσκηση αγωγής πρέπει να θεωρηθεί υπερβολικά βραχεία ώστε να επιτρέπει στην έγκυο μισθωτή που απολύθηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης να διεκδικήσει τα δικαιώματά της διά της δικαστικής οδού.
98. Προηγουμένως θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή στο γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν κατέστησε σαφές αν η εν λόγω προθεσμία συνδέεται, κατά την κρίση του, μόνο με το ένδικο βοήθημα της αγωγής αναγνωρίσεως ακυρότητας, η απόφαση επί της οποίας απέκτησε εν προκειμένω ισχύ δεδικασμένου, ή μπορεί να ασκήσει επιρροή και στο ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημιώσεως. Επειδή το τελευταίο αυτό ένδικο βοήθημα δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό.
1. Επί του θεμιτού γενικώς χαρακτήρα των αποκλειστικών προθεσμιών για τη δικαστική επιδίωξη δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο
99. Η οδηγία 92/85 δεν περιέχει καμία διάταξη ως προς το ζήτημα αν τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν αποκλειστικές προθεσμίες όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος προστασίας από την απόλυση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
100. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι εύλογες αποκλειστικές προθεσμίες και οι χρόνοι παραγραφής που προβλέπει το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών συνάδουν, κατ’ αρχήν, προς το κοινοτικό δίκαιο, ως περίπτωση εφαρμογής της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας δικαίου, στο μέτρο που κατά τον καθορισμό τους τηρούνται οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (77).
101. Όσον αφορά αυτές τις γενικές αρχές, πρέπει οι ως άνω προθεσμίες να συνάδουν προς τις προμνησθείσες αρχές της ισοδυναμίας και της αποκλειστικότητας (78)· ειδικότερα, δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις προθεσμίες που ισχύουν για τις παρεμφερείς αιτήσεις εσωτερικής φύσεως και δεν μπορούν να διαμορφώνονται κατά τρόπο που καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. Δεν πρέπει να θίγεται ο πυρήνας των δικαιωμάτων αυτών (79).
102. Άλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/73 (80) αναφέρεται ότι οι εθνικοί κανόνες περί προθεσμιών προσφυγής είναι αποδεκτοί, εφόσον οι προθεσμίες δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις προβλεπόμενες για ανάλογες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και εφόσον δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο.
2. Σκέψεις επί των παραγόντων που μπορούν να ασκήσουν επιρροή κατά τον υπολογισμό των προθεσμιών ασκήσεως αγωγής σε περίπτωση απολύσεως
103. Ο υπολογισμός των προθεσμιών ασκήσεως αγωγής σε περίπτωση απολύσεως δεν είναι ομοιόμορφος στα κράτη μέλη. Νομίζω ότι κατά τον υπολογισμό της διάρκειας μιας τέτοιας προθεσμίας πρέπει να συνεκτιμηθούν εντελώς διαφορετικοί παράγοντες. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι προθεσμίες ασκήσεως αγωγής σκοπούν στην προστασία της ασφάλειας δικαίου εντός εύλογου χρονικού πλαισίου.
104. Ιδίως όταν η έννομη συνέπεια αγωγής που σκοπεί στην προστασία από την απόλυση έγκειται στη διαταγή της παραμονής στην εκμετάλλευση ή στην επαναπρόσληψη και στη διατήρηση της ισχύος της σχέσεως εργασίας, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, από την πλευρά της επιχειρήσεως αλλά και προς το συμφέρον του προσώπου που πρόκειται να εξακολουθήσει να απασχολείται, πρέπει να διαπιστωθεί εντός ευλόγου χρόνου αν η εργασιακή σχέση έχει πράγματι λήξει (81). Μια υπερβολικά μεγάλης διάρκειας προθεσμία για την άσκηση αγωγής μπορεί σε τέτοιες περιπτώσεις να είναι προβληματική, επειδή η συνέχιση της εργασιακής διαδικασίας απαιτεί, κατά κανόνα, να δημιουργηθεί πολύ σύντομα ασφάλεια δικαίου και σαφήνεια ως προς την κάλυψη των διαφόρων θέσεων εργασίας στην επιχείρηση. Εάν, αντιθέτως, δεν πρόκειται για περαιτέρω απασχόληση, αλλά για λήξη της σχέσεως εργασίας με καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως, τότε είναι δυνατή η πρόβλεψη πολύ μεγαλύτερης προθεσμίας για την άσκηση αγωγής.
105. Ως ένα περαιτέρω στοιχείο για την αξιολόγηση του υπολογισμού των προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων στο πλαίσιο της διαδικασίας προστασίας από την απόλυση θα ήθελα να αναφέρω το ζήτημα της έγκαιρης προσβάσεως σε νομικές συμβουλές. Εάν σε ένα δικαιικό σύστημα οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ανέρχονται κατά κανόνα σε πλείονες εβδομάδες ή μήνες και μόνο σε ορισμένες ειδικές, εξαιρετικές περιπτώσεις προβλέπονται λίαν βραχείες προθεσμίες, είναι πιθανό ότι το οικείο δικαιικό σύστημα δεν είναι προετοιμασμένο για την επαρκή αντιμετώπιση των σύντομων προθεσμιών. Για παράδειγμα, είναι δυσχερές να οριστεί σε σύντομο χρόνο συνάντηση για την παροχή δικηγορικών συμβουλών, ενώ πρέπει επιπλέον να υπάρχει ακόμη επαρκής χρόνος ενδεχομένως για τη σύνταξη και κατάθεση των δικογράφων (82). Οι συνθήκες είναι διαφορετικές σε δικαιικά συστήματα στο πλαίσιο των οποίων, για παράδειγμα, όλες οι αγωγές που σκοπούν στην προστασία από την απόλυση υπόκεινται σε βραχείες αποκλειστικές προθεσμίες και η αντιμετώπισή τους ανήκει, κατά συνέπεια, στη συνήθη πρακτική του όλου νομικού συστήματος περιλαμβανομένων και των νομικών συμβουλών. Στις τελευταίες περιπτώσεις, το σύνολο των πολιτών και, επομένως, των δυνάμει ενδιαφερομένων προσώπων έχει καλύτερη γνώση της σύντομης διάρκειας των προθεσμιών από ό,τι σε δικαιικά συστήματα στα οποία η βραχεία προθεσμία αποτελεί την εξαίρεση.
106. Πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψη όχι μόνον ότι μια εύλογη προθεσμία πρέπει να υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε να μπορεί ο διάδικος πράγματι να συμβουλευθεί δικηγόρο, αλλά και ότι πρέπει επιπλέον να υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατόν για τον απολυθέντα να ενημερωθεί για τη γενική του κατάσταση και ενδεχομένως για μελλοντικές προοπτικές στην αγορά εργασίας και με τη γνώση αυτή να σταθμίσει σε ποιες ενέργειες θα πρέπει να προβεί.
107. Θα ήθελα επιπλέον να αναφέρω ότι στην περίπτωση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δημιουργείται μια ιδιαίτερη κατάσταση, όπως καταδεικνύει η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85. Πράγματι, ενόψει ιδίως των αρνητικών συνεπειών της απολύσεως αυτής για τη φυσική και ψυχική κατάσταση των εγκύων εργαζομένων (καθώς και των λεχώνων και των γαλουχουσών εργαζομένων) η απόλυσή τους κατά τη διάρκεια του επίδικου χρόνου απαγορεύεται από την οδηγία. Η σκέψη αυτή, στην οποία στηρίζεται η απαγόρευση απολύσεως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, πρέπει ομοίως να συνεκτιμηθεί ως πτυχή του υπολογισμού της προθεσμίας.
3. Η προθεσμία των δεκαπέντε ημερών για την άσκηση αγωγής κατά το εθνικό δίκαιο
108. Τόσο σε σχέση με τις προμνησθείσες αρχές της αποτελεσματικής έννομης προστασίας (83) όσο και σε σχέση με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (84) έχω σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν η προθεσμία των δεκαπέντε ημερών που προβλέπει το εθνικό δίκαιο στην περίπτωση της αγωγής που ασκείται λόγω απολύσεως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συνάδει προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου.
109. Μια προθεσμία δεκαπέντε ημερών, επομένως, περίπου δύο εβδομάδων, θα πρέπει να θεωρηθεί αφεαυτής υπερβολικά σύντομη ώστε να καταστήσει δυνατή μια πρώτη εκτίμηση της καταστάσεως, την εξέταση της υποθέσεως από δικηγόρο και ενδεχομένως τη σύνταξη και την κατάθεση της αγωγής. Βάσει των σκέψεων που ανέπτυξα ανωτέρω (85) όσον αφορά το ζήτημα της συνήθους πρακτικής του δικαιικού συστήματος, προστίθεται εν προκειμένω το γεγονός ότι η λουξεμβουργιανή νομοθεσία για την προστασία από την απόλυση φαίνεται να προβλέπει γενικά προθεσμία τριών μηνών για την κατάθεση αγωγής στο πλαίσιο της προστασίας από την απόλυση, η οποία πάντως δεν σκοπεί στην επιβολή της υποχρεώσεως περαιτέρω απασχολήσεως, αλλά καταβολής αποζημιώσεως. Δεν πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ότι ο κανόνας αυτός της τρίμηνης προθεσμίας έχει ως συνέπεια ότι το δικαιικό σύστημα στο σύνολό του δεν μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά σε μια τόσο βραχεία προθεσμία όσο η προβλεπόμενη εν προκειμένω.
110. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι από τον φάκελο προκύπτει (86) ότι ως ημερομηνία ενάρξεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας δεν λαμβάνεται ενδεχομένως υπόψη η κοινοποίηση αλλά η αποστολή του εγγράφου της καταγγελίας, πράγμα το οποίο συρρικνώνει περαιτέρω την ούτως ή άλλως λίαν βραχεία προθεσμία εις βάρος της εγκύου εργαζομένης. Ο χρόνος που πράγματι διαθέτει εξαρτάται από τον εκάστοτε χρόνο διαβιβάσεως του εγγράφου και δεν περιορίζεται προφανώς μόνο στις εργάσιμες ημέρες. Στη χειρότερη περίπτωση, για παράδειγμα στις περιόδους με πολλές αργίες, όπως γύρω από τα Χριστούγεννα και το νέο έτος, είναι πιθανό ότι ο χρόνος που διαθέτει η εργαζόμενη για την κατάθεση της αγωγής μειώνεται κατ’ αποτέλεσμα σε ολίγες ημέρες.
111. Θα ήθελα περαιτέρω να επισημάνω ότι από τον φάκελο προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτει για την ενδεχόμενη άσκηση εφέσεως ουσιωδώς μεγαλύτερη προθεσμία, δηλαδή 40 ημέρες από την επίδοση της διατάξεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (87). Η ουσιωδώς μεγαλύτερη αυτή προθεσμία, επειδή αρχίζει να τρέχει από την επίδοση της διατάξεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν μειώνεται κατά τον χρόνο διαβιβάσεως μέσω του ταχυδρομείου και, κατά συνέπεια, ο εργοδότης μπορεί να την εκμεταλλευθεί πλήρως.
4. Συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης
112. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος και στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η πρόβλεψη αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε ημερών για την κατάθεση αγωγής για την προστασία από την απόλυση στην περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, προθεσμίας η οποία αρχίζει να τρέχει ήδη από την αποστολή του εγγράφου της καταγγελίας, δεν συνάδει προς τα άρθρα 10 και 12 της οδηγίας 92/85, εάν η διάρκεια της προθεσμίας αυτής συνιστά παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής έννομης προστασίας καθώς και των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
VII – Πρόταση
113. Για τους λόγους αυτούς προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Tribunal du Travail de et à Esch-sur-Alzette ως εξής:
1) Το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, έχει την έννοια, υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, ότι όταν κατά το εθνικό δίκαιο υφίσταται γενικώς η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως στην περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, το ένδικο αυτό βοήθημα πρέπει να παρέχεται και στην έγκυο εργαζομένη σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.
2) Τα άρθρα 10 και 12 της οδηγίας 92/85 έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν στον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει προκαθορισμένη προθεσμία οκτώ ημερών για την ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με την εγκυμοσύνη υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης.
3) Η πρόβλεψη αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε ημερών για την άσκηση αγωγής για την προστασία από την απόλυση, στην περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, προθεσμίας η οποία αρχίζει να τρέχει ήδη από την αποστολή του εγγράφου της καταγγελίας, δεν συνάδει προς τα άρθρα 10 και 12 της οδηγίας 9/85, εφόσον η διάρκεια της προθεσμίας αυτής συνιστά παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής έννομης προστασίας καθώς και των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 348, σ. 1.
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.
4 – ΕΕ L 269, σ. 15.
5 – Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2002/73 (βλ. ανωτέρω, σημείο 2, υποσημείωση 4 των προτάσεών μου) τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία στις 5 Οκτωβρίου 2005 το αργότερο ή διασφαλίζουν το αργότερο έως την ημερομηνία αυτή ότι η εργοδοσία και οι εργαζόμενοι εισάγουν συμβατικώς τις απαιτούμενες διατάξεις.
6 – ΕΕ L 204, σ. 23.
7 – Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι υπάρχει επί του παρόντος πρόταση τροποποιήσεως: Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, COM(2008) 637 τελικό.
8 – Οι προβλεπόμενοι από τον νόμο λόγοι καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας συνδέονται με το πρόσωπο του εργαζομένου, με τη συμπεριφορά του ή με τις ανάγκες της επιχειρήσεως.
9 – Πρόκειται συναφώς για γενικά κριτήρια της επιλογής προσωπικού κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, τα οποία καθορίζονται από μία «comité mixte d’entreprise» (όργανο της επιχειρήσεως σε επιχειρήσεις που απασχολούν από 150 εργαζομένους και άνω, το οποίο συγκροτείται ισομερώς από εκπροσώπους των εργαζομένων και του εργοδότη, βλ. Putz, J.-L., Luxemburgisches Arbeitsrecht, Λουξεμβούργο, 2006, σ. 145, σημείο 474).
10 – Κατ’ αποτέλεσμα, η αποκλειστική προθεσμία παρατείνεται συναφώς για δύο περαιτέρω μήνες: το άρθρο L. 124-5, παράγραφος 1, του Code du travail ορίζει ότι ο εργαζόμενος εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη να αιτιολογήσει την καταγγελία. Κατά το άρθρο L. 124-5, παράγραφος 2, του Code du travail, ο εργοδότης έχει στη διάθεσή του ένα μήνα από την κοινοποίηση του αιτήματος του εργαζομένου για να εκθέσει τους λόγους της καταγγελίας. Εάν δεν παρασχεθεί αιτιολογία εντός της ως άνω προθεσμίας, η καταγγελία θεωρείται καταχρηστική. Το άρθρο L. 124-5, παράγραφος 3, του Code du travail ορίζει ότι ο εργαζόμενος ο οποίος άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του άρθρου L. 124-5, παράγραφος 1, του Code du travail, μπορεί με όλα τα μέσα να καταδείξει ότι η καταγγελία είναι καταχρηστική. Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το άρθρο L. 124‑5 του Code du travail περιέχει κατ’ουσίαν κανόνα για τη διευκόλυνση της αποδείξεως στην περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
11 – Κατά τα στοιχεία της ενάγουσας, τα οποία προκύπτουν από τον φάκελο της δικογραφίας, η αγωγή απευθύνθηκε στον «Monsieur le Président et ses Assesseurs» (στον κύριο Πρόεδρο και στους παρέδρους).
12 – Παράλληλα με την τακτική διαδικασία των εργατικών διαφορών υφίσταται μια επείγουσα διαδικασία (référé) ενώπιον του προέδρου του εργατοδικείου για περιπτώσεις οι οποίες θεωρούνται επείγουσες ή ως προς τη νομική λύση των οποίων δεν υπάρχουν αμφιβολίες (Putz, J.-L., όπ.π., υποσημείωση 9, σ. 477, σημείο 1718· Feyereisen, M., Droit du Travail, Λουξεμβούργο, 2007, σ. 323).
13 – Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C‑271/91 (Συλλογή 1993, σ. I‑4367).
14 – Απόφαση της 16ης Μαΐου 2000, C‑78/98 (Συλλογή 2000, σ. I‑3201).
15 – Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C‑326/96 (Συλλογή 1998, σ. I‑7835, σκέψη 19).
16 – Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2007, C‑460/06 (Συλλογή 2007, σ. I‑8511, σκέψη 52).
17 – Αυτό επισημαίνει και ο Nebe, K., Betrieblicher Mutterschutz ohne Diskriminierung, Baden-Baden, 2006.
18 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, C‑179/88, Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund (Συλλογή 1990, σ. I-3979, σκέψη 13). Βλ., συναφώς, και απόφαση Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16, σκέψη 29).
19 – Βλ. και Epiney, Α. και Freiermuth Abt, Μ., Das Recht der Gleichstellung von Mann und Frau in der EU, Baden-Baden, 2003, σ. 177.
20 – Όσον αφορά ιδίως τα προβλήματα προσβάσεως σε απασχόληση λόγω εγκυμοσύνης, βλ. Epiney, Α. και Freiermuth Abt, Μ., όπ.π., υποσημείωση 19, σ. 177, καθώς και Barnard, C., EC Employment Law, 3η έκδοση, Οξφόρδη, 2006, σ. 458. Βλ. και απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2008, C‑506/06, Mayr (Συλλογή 2008, σ. I‑1017, σκέψεις 40 επ., όσον αφορά την τεχνητή γονιμοποίηση και την απόλυση).
21 – Στη συνέχεια των προτάσεών μου, για να καταστήσω το κείμενο περισσότερο εύληπτο από γλωσσικής απόψεως, θα αναφέρομαι κατ’ ουσίαν στις εγκύους εργαζόμενες που αφορά η παρούσα υπόθεση και, κατά κανόνα, δεν θα κατονομάζω ρητώς τις λεχώνες και γαλουχούσες εργαζόμενες τις οποίες ομοίως καταλαμβάνει η οδηγία.
22 – Πρόκειται, αφενός, για την προστασία της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά από αυτήν και, αφετέρου, για τις ειδικές σχέσεις μεταξύ της μητέρας και του τέκνου της κατά τον μετά τον τοκετό χρόνο: βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1998, C‑394/96, Brown (Συλλογή 1998, σ. I‑4185, σκέψη 17), και της 1ης Φεβρουαρίου 2005, C‑203/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2005, σ. I‑935, σκέψη 43).
23 – Βλ. Nebe, K., (ανωτέρω, υποσημείωση 17), σ. 111 επ., σχετικά με τον σκοπό της οδηγίας 92/85.
24 – Βλ. διατάξεις του εθνικού δικαίου στο σημείο 17 των προτάσεών μου.
25 – Βλ., μεταξύ άλλων, Schintgen, R., Droit du Travail, Λουξεμβούργο, 1996, σ. 38 επ.· Schiltz, P., και Putz, J.-L., Droit du Travail – Mode d’emploi, 2η έκδ., Λουξεμβούργο, 2006, σ. 137 επ.· Putz, J.-L., ανωτέρω, υποσημείωση 9, σ. 301 επ., καθώς και Feyereisen, M., ανωτέρω, υποσημείωση 12, σ. 189 επ.
26 – Putz, J.-L., (ανωτέρω, υποσημείωση 9), σ. 382, σημείο 1399. Τη συνέπεια αυτή προβλέπει και το γαλλικό δίκαιο, ενώ, για παράδειγμα, το γερμανικό, το αυστριακό, το φινλανδικό, το πορτογαλικό, το ισπανικό, το ιταλικό και το σουηδικό δίκαιο θεωρούν, κατ’ αρχήν, ότι, εάν διαπιστωθεί ότι η απόλυση δεν δικαιολογείται (κοινωνικά) ή είναι παράνομη, είναι ανίσχυρη (Laurent-Merle, Ι., Le licenciement individuel dans les quinze états membres de l’Union Européenne, Villeneuve-d’Ascq, 2006, σ. 225 επ.).
27 – Putz, J.-L. (ανωτέρω, υποσημείωση 9), σ. 382, σημείο 1400.
28 – Βλ. παρουσίαση του ζητήματος από Schiltz, P. και Putz, J.-L., ανωτέρω, υποσημείωση 25, σ. 139, από την οποία προκύπτει ότι η ακυρότητα της απολύσεως ασκεί επιρροή μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις: στην περίπτωση απολύσεως κατά την εγκυμοσύνη ή αμέσως μετά τον τοκετό καθώς και κατά τη διάρκεια της γονικής άδειας, στην περίπτωση απολύσεως μελών των οργάνων της συλλογικής εκπροσωπήσεως συμφερόντων και εργαζομένων στους οποίους επιβλήθηκε υποβιβασμός εντός της επιχειρήσεως.
29 – Βλ., συναφώς, αναλύσεις μου στο σημείο 63 των προτάσεών μου.
30 – Βλ. σημείο 26 των προτάσεών μου, κατά το οποίο η V. Pontin δεν άσκησε ένδικο μέσον κατά της αποφάσεως του Tribunal du Travail de et à Esch-sur-Alzette της 30ής Μαρτίου 2007. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη περί του ότι η άσκηση ενδίκου μέσου ήταν ακόμη δυνατή κατά τον χρόνο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
31 – Σχετικά με το επιχείρημα της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως ότι το ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημιώσεως κατά το εθνικό δίκαιο υφίσταται και σε μια περίπτωση όπως η υπό κρίση, βλ. κατωτέρω, σημείο 56 των προτάσεών μου.
32 – Το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207 όριζε τα εξής: «Τα κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να καταστεί δυνατό σε κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από τη μη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 5, να διεκδικεί τα δικαιώματά του δια της δικαστικής οδού, αφού ενδεχομένως προσφύγει σε άλλα αρμόδια όργανα».
33 – Βλ. αποφάσεις Marshall (ανωτέρω, υποσημείωση 13, σκέψη 22) και Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16, σκέψη 43).
34 – Βλ. αποφάσεις Marshall (ανωτέρω, υποσημείωση 13, σκέψη 24) και Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16, σκέψη 45).
35 – Ομοίως και Schiek, D., Gleichbehandlungsrichtlinien der EU – Umsetzung im deutschen Arbeitsrecht, Neue Zeitschrift für Arbeitsrecht, 2004, σ. 873 επ., σ. 877.
36 – Υπό την έννοια αυτή, οι αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 15), και της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I‑2483, σκέψη 40).
37 – Βλ. και απόφαση Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16, σκέψη 47).
38 – Βλ. αποφάσεις Marshall (ανωτέρω, υποσημείωση 13, σκέψη 24) και Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16, σκέψεις 45 και 49). Γενικώς ισχύει και εν προκειμένω η αρχή ότι το εκάστοτε μέτρο πρέπει να έχει όντως αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του εργοδότη καθώς και να τελεί σε κάθε περίπτωση σε εύλογη σχέση προς την προκληθείσα ζημία, ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός της δημιουργίας πραγματικής ισότητας ευκαιριών, βλ. απόφαση Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16, σκέψεις 45 και 49).
39 – Βλ., μόνο, αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C‑54/96, Dorsch Consult (Συλλογή 1997, σ. I‑4961, σκέψη 40) καθώς και Impact (ανωτέρω, υποσημείωση 36, σκέψη 45, με περαιτέρω παραπομπές στην πάγια νομολογία).
40 – Αποφάσεις von Colson και Kamann (ανωτέρω, υποσημείωση 36, σκέψη 26) και Impact (ανωτέρω, υποσημείωση 36, σκέψη 41).
41 – Αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, C‑397/01 έως C‑403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑8835, σκέψη 111) και Impact (ανωτέρω, υποσημείωση 36, σκέψη 42).
42 – Impact (ανωτέρω, υποσημείωση 36, σκέψη 47).
43 – Impact (ανωτέρω, υποσημείωση 36, σκέψη 48).
44 – Η εντύπωση αυτή επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Ιανουαρίου 2009 με τις διευκρινίσεις των διαδίκων της κύριας δίκης, οπότε η εναγομένη τόνισε ότι ενδέχεται ένας δικαστής, ακόμη και στο πλαίσιο της επείγουσας διαδικασίας, να διαθέσει τον απαιτούμενο χρόνο ώστε να εξετάσει την υπόθεση όχι μόνο συνοπτικά αλλά και σε βάθος. Πάντως, αναγνωρίσθηκε συναφώς ότι η προσέγγιση αυτή δεν επιβάλλεται ρητώς αλλά εξαρτάται από την εκτίμηση του κάθε δικαστή.
45 – Βλ. Putz, J.-L., όπ.π., υποσημείωση 9, σ. 478, σημείο 1722.
46 – Βλ. Putz, J.-L., όπ.π., υποσημείωση 9, σ. 481, σημείο 1728.
47 – Βλ. συναφώς, ανωτέρω, σημείο 26 των προτάσεών μου.
48 – Ειρήσθω εν παρόδω ότι θα μπορούσε να εντοπισθεί στο σημείο αυτό προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της προηγούμενης ακροάσεως (βλ., για τη σημασία της αρχής αυτής στο κοινοτικό δίκαιο, Skouris, V. και Kraus, D., Die Bedeutung der Grundfreiheiten und Grundrechte für das europäische Wettbewerbsrecht, Hirsch, G., Montag, F. και Säcker, F.‑J. [επιμέλεια], Europäisches Wettbewerbsrecht, Münchener Kommentar zum Europäischen und Deutschen Wettbewerbsrecht [Kartellrecht], τόμος 1, Εισαγωγή, σημείο 385), το οποίο πρέπει να τηρείται άπαξ μια εθνική ρύθμιση (όπως εν προκειμένω για την προστασία από την απόλυση της εγκύου εργαζομένης) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (εν προκειμένω ιδίως στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/85) (βλ. συναφώς, ιδίως, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑81/05, Cordero Alonso, Συλλογή 2006, σ. I‑7569, σκέψη 35, με περαιτέρω παραπομπές).
49 – Βλ. και Coester-Waltjen, D., Mutterschutz in Europa ‑ Der Schutz der erwerbstätigen Frauen wahrend der Schwangerschaft und der Mutterschaft in der Mitgliedstaaten der Europäischen Gemeinschaften, Mόναχο, 1986, σ. 177.
50 – Στο Λουξεμβούργο δεν είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωτική η παρουσία δικαστικού πληρεξουσίου ενώπιον του εργατοδικείου, οπότε ο εργαζόμενος και ο εργοδότης μπορούν οι ίδιοι να μεριμνήσουν για την κίνηση και την πρόοδο της δίκης και να παρίστανται κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου (Putz, J.–L., όπ.π., υποσημείωση 9, σ. 462, σημείο 1695). Και σε άλλα κράτη μέλη δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, υποχρεωτική η παράσταση δικαστικού πληρεξουσίου στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας όσον αφορά τις εργατικές διαφορές, για παράδειγμα στην Ελλάδα (Kerameos, K. και Kerameus, G., Arbeitsrecht in Griechenland, Henssler, M. και Braun, Α., [επιμέλεια], Arbeitsrecht in Europa, Kολωνία, 2η έκδοση, 2007, σ. 506, σημείο 222) και στη Γερμανία (άρθρο 11 του νόμου περί της διαδικασίας εργατικών διαφορών [Arbeitsgerichtsgesetz], βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, Koch, U., § 11 ArbGG Prozessvertretung, Müller-Glöge, R., Preis, U. και Schmidt, I., [επιμέλεια], Erfurter Kommentar zum Arbeitsrecht, Mόναχο, 9η έκδοση, 2009, σημείο 2).
51 – Η V. Pontin εξέθεσε συναφώς ότι μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες η επιστροφή στην επιχείρηση μπορεί να είναι ζημιογόνος για την υγεία, επειδή η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένης θα μπορούσε να διαταραχθεί λόγω των συνθηκών της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ιδίως εάν η καταγγελία πραγματοποιήθηκε για αθέμιτους λόγους.
52 – Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85 ορίζει τα εξής: «[...] το άρθρο 118 Α της Συνθήκης προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγίες, τις ελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση ιδίως του χώρου της εργασίας, για να προστατεύσει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων». Επιπλέον, από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, η οποία παραπέμπει στον κοινοτικό χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων που εγκρίθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Στρασβούργου στις 9 Δεκεμβρίου 1989 από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων 11 κρατών μελών και διακηρύσσει ότι κάθε εργαζόμενος πρέπει να απολαύει ικανοποιητικών συνθηκών προστασίας της υγείας και της ασφάλειάς του στον χώρο εργασίας.
53 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 61 των προτάσεών μου.
54 – Βλ., μόνο, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe-Zentralfinanz και Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5) καθώς και Impact (ανωτέρω, υποσημείωση 36, σκέψη 44 με περαιτέρω παραπομπές στην πάγια νομολογία).
55 – Εναπόκειται σε κάθε περίπτωση στον εναγόμενο –επομένως, στη διαφορά της κύριας δίκης, στον εργοδότη– να προβάλει και να αποδείξει τα επιχειρήματα που δικαιολογούν την απόλυση (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2000, C‑236/98, JämO, Συλλογή 2000, σ. I‑2189, σκέψεις 53 και 62, καθώς και της 26ης Ιουνίου 2001, C‑381/99, Brunnhofer, Συλλογή 2001, σ. I‑4961, σκέψη 62). Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/80/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με το βάρος αποδείξεως σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου (ΕΕ L 14, σ. 6), κωδικοποιεί κατά ισοδύναμο τρόπο το βάρος αποδείξεως, το οποίο συνδέεται με το βάρος επικλήσεως και το οποίο, στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, φέρει ο εναγόμενος. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/80, είναι δυνατή η θέσπιση ευνοϊκότερων κανόνων για το βάρος αποδείξεως μόνον υπέρ του εκάστοτε ενάγοντος.
56 – Βλ. επίσης Schiek, D., όπ.π, υποσημείωση 35, σ. 874.
57 – Αυτό προκύπτει σαφώς από την επιλογή των όρων «υφίσταται» καθώς και «υπέστη» στο άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207.
58 – Αυτό προκύπτει σαφώς από την επιλογή των όρων «θα υφίστατο» στο άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207.
59 – Επίσης και Epiney, A. και Freiermuth Abt, Μ., Das Recht der Gleichstellung von Mann und Frau in der EU, Baden-Baden, 2003, σ. 31 επ. Στη νομολογία του Δικαστηρίου για την άμεση διάκριση λόγω φύλου, στις περιπτώσεις που ανέκυψαν πριν από την ισχύ του εν προκειμένω μνημονευόμενου κειμένου του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/207, εξετάζονται εν πάση περιπτώσει εν μέρει και επιχειρήματα σχετικά με τη δικαιολογία της δυσμενούς διακρίσεως έστω και αν απορρίπτονται συστηματικά. Παραδείγματα συναφώς περιλαμβάνονται στις αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2001, C‑109/00, Tele Danmark (Συλλογή 2001, σ. I‑6993, σκέψη 28), και της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑320/01, Busch (Συλλογή 2003, σ. I‑2041, σκέψεις 41 έως 46). Πάντως, σε αντιδιαστολή προς αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση της έμμεσης διακρίσεως, στην περίπτωση της άμεσης διακρίσεως δεν είναι δυνατό να επιδιώκεται να διαπιστωθεί, μέσω προβολής δικαιολογιών, ότι η διαπιστωθείσα δυσμενής μεταχείριση στηρίζεται σε διαφορετικό λόγο από το φύλο (έτσι, ορθώς, Szyszczak, E., Community law on pregnancy and maternity, O’Keeffe, D. και Hervey, T. K., [επιμέλεια], Sex Equality Law in the European Union, 1996, σ. 51 επ., σ. 58).
60 – Το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 76/207 ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, καθώς και την κατάρτιση με σκοπό την απασχόληση, ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε ένα διαφορετικό στοιχείο σχετικό με το φύλο δεν συνιστά διάκριση όταν, ως εκ της φύσεως των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή λόγω του πλαισίου στο οποίο ασκούνται, το χαρακτηριστικό αυτό αποτελεί πραγματική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι νόμιμος και η προϋπόθεση είναι ανάλογη». Για τη διάκριση μεταξύ δικαιολογίας και εξαιρέσεως, και Szyszczak, E., όπ.π., υποσημείωση 59, σ. 58.
61 – Όσον αφορά την έκφραση «εξ αιτίας της εγκυμοσύνης» (ή «λόγω της εγκυμοσύνης») στη νομολογία σχετικά με την οδηγία 76/207, πρέπει να τονισθεί ότι η απαγόρευση της απολύσεως κατά το άρθρο 10, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 είναι ευρύτερη και δεν καλύπτει μόνον περιπτώσεις κατά τις οποίες απολύθηκε εργαζομένη «εξ αιτίας» υφισταμένης εγκυμοσύνης (ή της άδειας μητρότητας), αλλά γενικότερα απαγορεύει κάθε απόλυση «κατά τη διάρκεια» («durante» στο ισπανικό κείμενο, «during» στο αγγλικό, «pendant» στο γαλλικό και «gedurende» στο ολλανδικό κείμενο) της εγκυμοσύνης και της άδειας μητρότητας, έστω και αν η αρχή επιδέχεται εξαιρέσεις, όπως καταδεικνύει το δεύτερο τμήμα της προτάσεως («εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους […]»). Η διαφορά αυτή μεταξύ των διαφορετικών τομέων προστασίας των δύο προαναφερθεισών οδηγιών αποτυπώνεται στη νομολογία με τις αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2001, C‑438/99, Jiménez Melgar (Συλλογή 2001, σ. I‑6915, σκέψεις 36 και 46) και Tele Danmark (ανωτέρω, υποσημείωση 59, σκέψεις 25 και 26) (βλ. και Schiek, D., Europäisches Arbeitsrecht, 2η έκδοση, Baden-Baden, 2005, σ. 216 επ., σημείο 64). Οι προβλεπόμενες στα κράτη μέλη απαγορεύσεις απολύσεως που συνδέονται με την εγκυμοσύνη έχουν συναφώς διατυπωθεί κατά διαφορετικό τρόπο: ορισμένα κράτη μέλη απαγορεύουν την απόλυση μόνο «λόγω» εγκυμοσύνης ή «για λόγους που ανάγονται» στην εγκυμοσύνη, ενώ άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οδηγία, απαγορεύουν την απόλυση «κατά τη διάρκεια» της εγκυμοσύνης (βλ. Coester-Waltjen, D., όπ.π., υποσημείωση 49, σ. 148 επ., καθώς και την έκθεση της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας 92/85, όπ.π., υποσημείωση 69, σ. 15).
62 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund (ανωτέρω, υποσημείωση 18, σκέψη 13), Tele Danmark (ανωτέρω, υποσημείωση 59, σκέψη 25) και Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16, σκέψη 29). Βλ., συναφώς, και Szyszczak, E., όπ.π., υποσημείωση 59, σ. 52.
63 – Απόφαση Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16, σκέψη 29).
64 – Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund (ανωτέρω, υποσημείωση 18), της 8ης Νοεμβρίου 1990, C‑177/88, Dekker (Συλλογή 1990, σ. I‑3941), Tele Danmark (ανωτέρω, υποσημείωση 59) και Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16). Έτσι, ορθώς, και Schiek, D., όπ.π., υποσημείωση 35, σ. 874.
65 – Βλ., μεταξύ άλλων, Kokott, J., Zur Gleichstellung von Mann und Frau – Deutsches Verfassungsrecht und europäisches Gemeinschaftsrecht, Neue Juristische Wochenschrift 1995, σ. 1056, καθώς και Schiek, D., όπ.π., υποσημείωση 35, σ. 874.
66 – Βλ. απόφαση Impact (ανωτέρω, υποσημείωση 36, σκέψη 46) με περαιτέρω παραπομπές στην παγία νομολογία.
67 – Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2001, C‑354/99, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2001, σ. I‑7657, σκέψη 46).
68 – Βλ. αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψη 24), Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (ανωτέρω, υποσημείωση 68, σκέψη 46), της 22ας Απριλίου 1997, C‑180/95, Draehmpaehl (Συλλογή 1997, σ. I‑2195, σκέψη 29) και Paquay (ανωτέρω, υποσημείωση 16, σκέψη 52).
69 – Έκθεση της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας 92/84, της 15ης Μαρτίου 1999, COM(1999) 100 τελικό, όπου στη σελίδα 7 αναφέρονται τα εξής: «Στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρόλο που δεν υπάρχει γενική απαίτηση για την ενημέρωση του εργοδότη, αυτός δεν αναλαμβάνει αξιολόγηση των κινδύνων παρά μόνον εφόσον ενημερωθεί, και στη Φινλανδία, στο Βέλγιο και στη Γαλλία, ενώ δεν υπάρχει γενική νομική απαίτηση για ενημέρωση του εργοδότη, η θεμελίωση δικαιωμάτων μητρότητας και προστασίας εξαρτάται από την ενημέρωση του εργοδότη. Στην Ισπανία μία εργαζόμενη της οποίας ο εργοδότης έχει γνώση της εγκυμοσύνης, ακόμη και αν δεν έχει ενημερωθεί επίσημα, εμπίπτει στο πεδίο της νομοθεσίας περί μητρότητας. Στην Ιρλανδία και στην Πορτογαλία ο εργοδότης πρέπει να ενημερωθεί εγγράφως και μπορεί να ζητήσει ιατρικό πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει την κατάσταση της γυναίκας. Στο Λουξεμβούργο η γυναίκα πρέπει να στείλει με συστημένη επιστολή ιατρικό πιστοποιητικό για το ότι είναι έγκυος και/ή για το ότι θηλάζει. Στην Αυστρία η Επιθεώρηση Εργασίας και ο εργοδότης πρέπει να ενημερωθούν για το αν μια εργαζόμενη είναι έγκυος και ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει ιατρικό πιστοποιητικό».
70 – Βλ. άρθρο 7 της οδηγίας 92/85.
71 – Βλ. άρθρο 6 της οδηγίας 92/85.
72 – Άλλωστε, όσον αφορά τον περιορισμό της προστασίας της οδηγίας 92/85 δια της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως, και η Επιτροπή εντόπισε προβλήματα στην προμνησθείσα έκθεσή της (ανωτέρω, υποσημείωση 69, σ. 22). Συναφώς αναφέρεται ότι όταν είναι σαφές ότι η εργαζομένη είναι έγκυος, πλην όμως δεν ενημέρωσε επισήμως τον εργοδότη της για την εγκυμοσύνη, δεν εμπίπτει στον προσωπικό κύκλο εφαρμογής της οδηγίας καίτοι ο εργοδότης στην πραγματικότητα γνωρίζει την εγκυμοσύνη. Η Επιτροπή προτίθεται να ασχοληθεί στο μέλλον με τη λύση του προβλήματος αυτού. Επιπλέον, η παραπομπή στις πρακτικές των κρατών μελών δεν συνεπάγεται μόνον άνιση μεταχείριση αλλά υπό ορισμένες συνθήκες και σημαντικό περιορισμό της προστασίας που παρέχει η οδηγία. Τις προμνησθείσες σημαντικές διαφορές στη μεταχείριση των εργαζομένων επισημαίνουν και οι Epiney, A. και Freiermuth Abt, Μ., όπ.π, υποσημείωση 59, σ. 168 και Nebe, K., ανωτέρω, υποσημείωση 17, σ. 141.
73 – Βλ., ιδίως, όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85 («ότι οι έγκυοι, λεχώνες και γαλουχούσες εργαζόμενες πρέπει να θεωρούνται, από πολλές απόψεις, ως ομάδα ειδικών κινδύνων και πρέπει να ληφθούν μέτρα για την υγεία και την ασφάλειά τους») καθώς και δέκατη πέμπτη (ανωτέρω, σημείο 11 των προτάσεών μου).
74 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 37 των προτάσεών μου: μία εργαζόμενη, η οποία δεν ήταν πράγματι σε θέση να προβάλει τα δικαιώματά της, ιδίως επειδή δεν είχε η ίδια παρατηρήσει την εγκυμοσύνη της, δεν δεσμεύεται από τις προβλεπόμενες στο εθνικό δίκαιο προθεσμίες.
75 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 18 των προτάσεών μου.
76 – Πρόσθετη προθεσμία διαφορετικής διάρκειας προβλέπουν, για παράδειγμα, ο γερμανικός νόμος για την προστασία της εργαζόμενης μητέρας (Mutterschutzgesetz – MuSchG, όπως ισχύει με τη δημοσίευση της 20ής Ιουνίου 2002, BGBl. I, σ. 2318, τροποποιηθείς τελευταίως με τον νόμο της 5ης Δεκεμβρίου 2006, BGBl. I 2004, σ. 2748), ο αυστριακός νόμος για την προστασία της μητρότητας (MSchG, BGBl. αριθ. 221/1979, τροποποιηθείς τελευταίως με τον BGBl. I αριθ. 53/2007) και ο γαλλικός Code du travail (ο τελευταίος προβλέπει δεκαπέντε ημέρες από την κοινοποίηση της καταγγελίας, βλ. Flichy, H. και Gamet, L., Licenciement: Procédure - Indemnités – Contentieux, Παρίσι, 2005, σ. 66). Ο γερμανικός MuSchG ορίζει στο άρθρο 9, για την απαγόρευση της απολύσεως, τα εξής: «Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εργαζομένης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης […] απαγορεύεται, εάν ο εργοδότης ήταν εν γνώσει της εγκυμοσύνης κατά τον χρόνο της καταγγελίας ή ενημερώνεται συναφώς εντός δύο εβδομάδων αφότου η εργαζομένη έλαβε γνώση της καταγγελίας· η υπέρβαση της προθεσμίας αυτής δεν θίγει την εργαζομένη, εάν στηρίζεται σε λόγο που δεν μπορεί να καταλογιστεί στην εργαζομένη και η ενημέρωση πραγματοποιείται στη συνέχεια αμελλητί». Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του αυστριακού MSchG, η απόλυση είναι ανενεργός, εφόσον ο εργοδότης είχε ενημερωθεί για την εγκυμοσύνη εντός πέντε ημερών από την αναγγελία ή από την κοινοποίηση της απολύσεως. Ιδιαιτέρως ευρεία και χωρίς ορισμένη προθεσμία ανακοινώσεως της εγκυμοσύνης φαίνεται ότι είναι η προστασία στην Πολωνία (Kiedrowski, M., Kündigungsschutz im polnischen Arbeitsrecht - ein Strukturvergleich mit dem deutschen Recht, Αμβούργο, 2007, σ. 273).
77 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe-Zentralfinanz και Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), της 10ης Ιουλίου 1997, C‑261/95, Palmisani (Συλλογή 1997, σ. I‑4025, σκέψη 28), της 16ης Μαΐου 2000, C‑78/98, Preston κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑3201, σκέψη 33), και της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑125/01, Pflücke (Συλλογή 2003, σ. I‑9375, σκέψη 33).
78 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 81 των προτάσεών μου. Ομοίως, όσον αφορά συγκεκριμένα τις αποκλειστικές προθεσμίες, απόφαση Pflücke (ανωτέρω, υποσημείωση 77, σκέψη 34).
79 – Βλ. αποφάσεις Pflücke (ανωτέρω, υποσημείωση 77, σκέψη 34) και Preston κ.λπ. (ανωτέρω, υποσημείωση 77, σκέψη 34).
80 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 8 των προτάσεών μου.
81 – Στα κράτη μέλη που διαθέτουν νομοθεσία για την προστασία από την απόλυση, η οποία σκοπεί στην παραμονή ή στην επαναπρόσληψη του εργαζομένου στην επιχείρηση, οι προθεσμίες ασκήσεως αγωγής φαίνονται στην πραγματικότητα ότι είναι μάλλον βραχείες. Για παράδειγμα, στην Πολωνία ισχύει προθεσμία επτά ημερών από την κοινοποίηση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (βλ. Zimoch-Tuchołka, J. και Malinowska-Hyla, Μ., Arbeitsrecht in Polen, Henssler, M. και Braun, Α., όπ.π., υποσημείωση 50, σ. 1039 επ., σ. 1081, σημείο 138), στη Γερμανία ισχύει προθεσμία τριών εβδομάδων από την έγγραφη κοινοποίηση της καταγγελίας (άρθρο 4 του νόμου περί προστασίας από την απόλυση, Kündigungsschutzgesetz, BGBl. I, σ. 1317, για την τελευταία τροποποίηση βλ. BGBl. I, σ. 602) και στη Λετονία προθεσμία ενός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας ή από την απόλυση (Kronbergs, V., Arbeitsrecht in Lettland, Henssler, M., και Braun, Α., όπ.π., υποσημείωση 50, σ. 717 επ., σ. 727, σημείο 49).
82 – Ακόμη και αν η εκπροσώπηση από δικηγόρο δεν είναι αναγκαία στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας στις εργατικές διαφορές (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 50), πρέπει, πάντως, σε περίπτωση ανάγκης να είναι δυνατή χωρίς να εμποδίζεται λόγω των υπερβολικά σύντομων προθεσμιών.
83 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 58 επ. των προτάσεών μου.
84 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 81 και 101 των προτάσεών μου.
85 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 104 των προτάσεών μου.
86 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 39 των προτάσεών μου. Κατά την προφορική διαδικασία, οι δύο διάδικοι της κύριας δίκης ανέφεραν ότι το άρθρο L. 337‑1 του λουξεμβουργιανού Code du travail (ανωτέρω, σημείο 18 των προτάσεών μου) στην παράγραφο 1, εδάφιο 4, ορίζει ότι η αγωγή πρέπει να ασκηθεί εντός δεκαπέντε ημερών «από την καταγγελία», ενώ συνήθως η προθεσμία αρχίζει να τρέχει «από την κοινοποίηση της καταγγελίας».
87 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 18.
Full & Egal Universal Law Academy