ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 2ας Απριλίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑69/08
Raffaello Visciano
κατά
Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS)
[αίτηση του Tribunale di Napoli (Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία των μισθωτών εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Οδηγία 80/987/ΕΟΚ – Υποχρέωση ικανοποιήσεως, μέχρις ενός ορισμένου ορίου, απαιτήσεων που απορρέουν από σχέση εργασίας – Νομική φύση των απαιτήσεων μισθωτού έναντι του οργανισμού εγγυήσεως – Αποκλειστική προθεσμία – Γενικές αρχές του δικαίου – Αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας – Αρχή της ισότητας»
I – Εισαγωγή
1. Με την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, το Tribunale di Napoli (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) ζητεί από το Δικαστήριο να απαντήσει επί τριών ερωτημάτων σχετικών με την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη (2).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο εκδικάσεως προσφυγής που άσκησε ο M. Visciano (στο εξής: προσφεύγων της κύριας δίκης) κατά του Istituto nazionale della previdenza sociale (στο εξής: INPS), με αίτημα την ικανοποίηση όσων απαιτήσεών του απέρρεαν από τους τρεις τελευταίους μήνες της σχέσεως εργασίας και έμειναν ανικανοποίητες λόγω της πτωχεύσεως του εργοδότη του. Οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν κυρίως ως προς το ύψος των απαιτήσεων αυτών, με κύριο αντιμαχόμενο ζήτημα το αν το INPS μπορεί να επικαλεστεί την ενιαύσια αποκλειστική προθεσμία που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία. Το ΙNPS επικαλείται σχετικώς τη νομολογία του ιταλικού ανωτάτου δικαστηρίου, το οποίο χαρακτηρίζει τις απαιτήσεις αυτές ως απαιτήσεις κοινωνικής ασφαλίσεως, καθώς και την αδυναμία εφαρμογής των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας βάσει των οποίων θα ήταν δυνατή η αναστολή ή η διακοπή της αποκλειστικής προθεσμίας.
3. Με τα προδικαστικά ερωτήματα ζητείται να διευκρινιστεί η νομική φύση των απαιτήσεων μισθωτού έναντι των οργανισμών εγγυήσεως που πρέπει να συσταθούν σύμφωνα με την οδηγία 80/987, καθώς και οι απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο απαιτήσεις αναφορικά με την προάσπιση τέτοιων δικαιωμάτων ενώπιον των δικαστηρίων.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
4. Η οδηγία 80/987, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την εξεταζόμενη υπόθεση χρόνο, περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
5. Κατά την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, «είναι αναγκαία η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, ιδίως για τη διασφάλιση της πληρωμής των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους [...]».
6. Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ορίζει:
«1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητος κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1.
2. Τα κράτη μέλη δύνανται, κατ’ εξαίρεση, να αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσης οδηγίας τις απαιτήσεις ορισμένων κατηγοριών μισθωτών λόγω της ιδιαίτερης φύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας των μισθωτών, ή λόγω του ότι υπάρχουν άλλες μορφές εγγυήσεως που εξασφαλίζουν στους μισθωτούς ισοδύναμη προστασία με εκείνη που προκύπτει από την παρούσα οδηγία.
Ο πίνακας των κατηγοριών μισθωτών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρατίθεται στο παράρτημα.»
7. Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, αυτής, η οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να διατυπώνουν ορισμούς των εννοιών «μισθωτός», «εργοδότης», «αμοιβή εργασίας», «κεκτημένο δικαίωμα» και «δικαίωμα προσδοκίας».
8. Το άρθρο 3 της οδηγίας ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ορισμένοι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών που προέρχονται από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν μίαν ορισμένη ημερομηνία.
2. Η ημερομηνία της παραγράφου είναι κατ’ επιλογή των κρατών μελών:
– είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
– είτε η ημερομηνία γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που πραγματοποιείται λόγω της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
– είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη ή της λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της παύσεως της σχέσεως εργασίας του εν λόγω μισθωτού, λόγω αφερεγγυότητος του εργοδότη.»
9. Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας:
«1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την σύμφωνα με το άρθρο 3 υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως.
2. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας της παραγράφου 1 πρέπει:
– στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που περιλαμβάνονται σε μία περίοδο έξι μηνών πριν την ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
– στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που οφείλεται στην αφερεγγυότητα του εργοδότη,
– στην τρίτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των 18 τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη ή της ημερομηνίας λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή παύσεως της σχέσεως εργασίας του μισθωτού, εξ αιτίας της αφερεγγυότητος του εργοδότη. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίσουν την υποχρέωση πληρωμής απαιτήσεων για αμοιβές μιας περιόδου το πολύ οκτώ εβδομάδων ή περισσοτέρων τμηματικών περιόδων, που έχουν συνολικά την αυτή διάρκεια.
3. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν ένα ανώτατο όριο στη διασφάλιση πληρωμής ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, για να αποφευχθεί η καταβολή ποσών πέρα από τα πλαίσια της κοινωνικής σκοπιμότητος της παρούσης οδηγίας.
[...]»
10. Το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους τρόπους οργανώσεως, χρηματοδοτήσεως και λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως, τηρώντας κυρίως τις ακόλουθες αρχές:
α) η περιουσία των οργανισμών εγγυήσεως πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το κεφάλαιο εκμεταλλεύσεως των εργοδοτών και να έχει συσταθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να θιγεί από διαδικασίες σε περίπτωση αφερεγγυότητος,
β) οι εργοδότες πρέπει να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση, εκτός αν αυτή διασφαλίζεται στο σύνολό της από τις δημόσιες αρχές,
γ) η υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των οργανισμών είναι ανεξάρτητη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων συνεισφοράς στη χρηματοδότηση.»
11. Κατά το άρθρο 6 της οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν ότι τα άρθρα 3, 4 και 5 δεν εφαρμόζονται για τις εισφορές των εργαζομένων που οφείλονται σύμφωνα με τα εθνικά συστήματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως ή σύμφωνα με υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής επικουρικής προνοίας, εκτός των εθνικών συστημάτων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως.»
Β – Η εθνική νομοθεσία
1. Ο νόμος 297/1982
12. Κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 80/987, με το άρθρο 2 του νόμου 297 της 29ης Μαΐου 1982 (3), περί ρυθμίσεων σχετικών με τη λήξη της εργασιακής σχέσεως και περί ρυθμίσεως συνταξιοδοτικών ζητημάτων, συστήθηκε, στο πλαίσιο του INPS, «οργανισμός εγγυήσεως των απαιτήσεων κατά τη λήξη της σχέσεως εργασίας», με προορισμό να υποκαθιστά τον εργοδότη σε περίπτωση αφερεγγυότητας αυτού, ώστε να διασφαλίζεται η καταβολή της αποζημιώσεως που οφείλεται στους εργαζομένους ή τους έλκοντες εξ αυτών δικαίωμα κατά τη λήξη της σχέσεως εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 2120 του ιταλικού Αστικού Κώδικα (Codice civile). Μετά την καταβολή της αποζημιώσεως, ο οργανισμός εγγυήσεως δύναται να στραφεί αναγωγικώς κατά του εργοδότη, όσον αφορά τα καταβληθέντα ποσά, υπεισερχόμενος στο προνόμιο που προβλέπουν υπέρ των απαιτήσεων του μισθωτού τα άρθρα 2751 bis και 2776 του codice civile.
2. Το νομοθετικό διάταγμα 80/1992
13. Τα άρθρα 1 και 2 του νομοθετικού διατάγματος 80, περί μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 80/987/EOK περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, της 27ης Ιανουαρίου 1992 (4) (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 80/92), ρυθμίζουν την εγγύηση του οργανισμού εγγυήσεως (στο εξής: οργανισμός), το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση του INPS.
14. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 80/92 ορίζει, υπό τον τίτλο «Εγγύηση των εξ εργασίας απαιτήσεων»:
«Σε περίπτωση κατά την οποία έχει κινηθεί εναντίον του εργοδότη διαδικασία πτωχεύσεως, πτωχευτικού συμβιβασμού, αναγκαστικής εκκαθαρίσεως ή μια ειδική διοικητική διαδικασία […], οι μισθωτοί που απασχολεί ο εν λόγω εργοδότης ή οι έλκοντες εξ αυτών δικαιώματα δύνανται να ζητήσουν την πληρωμή, εκ μέρους του οργανισμού εγγυήσεως […] των ανεξόφλητων εξ εργασίας απαιτήσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2.»
15. Κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, του νομοθετικού διατάγματος 80/92:
«1. Η πληρωμή στην οποία προβαίνει ο οργανισμός εγγυήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος διατάγματος, αφορά τις εξ εργασίας απαιτήσεις, πλην εκείνων που πηγάζουν από τη λήξη της σχέσεως εργασίας, που αφορούν τους τρεις τελευταίους μήνες της εν λόγω σχέσεως εργασίας και ανάγονται στην περίοδο των τελευταίων δώδεκα μηνών που προηγήθηκαν: a) της ημερομηνίας λήψεως του μέτρου διά του οποίου κινήθηκε μια από τις διαδικασίες του άρθρου 1, παράγραφος 1· b) της ημερομηνίας κινήσεως της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως· c) της ημερομηνίας της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως ή παύσεως της προσωρινής ασκήσεως ή της αδείας συνεχίσεως της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, αναφορικά με τους μισθωτούς εκείνους οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα ή την ημερομηνία λήξεως της σχέσεως εργασίας, αν αυτή επήλθε κατά την περίοδο που η επιχείρηση ασκούσε ακόμη τη δραστηριότητά της.
2. Η πληρωμή στην οποία προβαίνει ο οργανισμός σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ίσο προς το τριπλάσιο του ανώτατου ορίου της ειδικής αποζημιώσεως που καταβάλλεται ως συμπλήρωμα του μηνιαίου μισθού, μετά την αφαίρεση των κρατήσεων κοινωνικής προνοίας.
[…]
4. Η κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου πληρωμή δεν μπορεί να χωρήσει σωρευτικώς προς τα ακόλουθα ποσά: a) με το έκτακτο επίδομα ανεργίας, το χορηγούμενο κατά τη διάρκεια της κατά την παράγραφο 1 δωδεκάμηνης περιόδου· b) με τις αμοιβές που καταβλήθηκαν στον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της κατά την παράγραφο 1 τριμήνου περιόδου· c) με το επίδομα για εξεύρεση νέας εργασίας, που καταβάλλεται, δυνάμει του νόμου 223 της 23ης Ιουλίου 1991, κατά τη διάρκεια της τρίμηνης περιόδου μετά την καταγγελία της σχέσεως εργασίας.»
5. Το δικαίωμα επί της κατά την παράγραφο 1 παροχής παραγράφεται ανά έτος. [...]»
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16. Από τη διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης εργάστηκε ως μισθωτός στην εταιρία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας La Metropoli Scarl μέχρι τις 9 Νοεμβρίου 2000, οπότε, κατόπιν της κινήσεως, με υπουργική απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2000, της συλλογικής διαδικασίας διοικητικής αναγκαστικής εκκαθαρίσεως, υπήχθη στη διαδικασία συλλογικής απολύσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 24 του νόμου 223/1991.
17. Στις 8 Ιουνίου 2001, ο προσφεύγων της κύριας δίκης υπέβαλε, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 1 και 2 του νομοθετικού διατάγματος 80 της 27ης Ιανουαρίου 1992, περί μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 80/987, αίτηση με την οποία ζητούσε από τον συσταθέντα στο πλαίσιο του INPS οργανισμό εγγυήσεως την καταβολή των ανεξόφλητων εξ εργασίας απαιτήσεων που αφορούσαν τους τρεις τελευταίους μήνες της σχέσεως εργασίας.
18. Το INPS, κατά την εκκαθάριση της παροχής που όφειλε να καταβάλει ο οργανισμός αποφάσισε, αντί της καταβολής στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης των μη καταβληθεισών αποδοχών, μέχρι του ορίου που καθορίζει το νομοθετικό διάταγμα 80/92, δηλαδή μέχρι του τριπλάσιου του ανώτατου ορίου του έκτακτου επιδόματος, αφαίρεσε από το ανώτατο όριο που καθορίζει ο νόμος τις προκαταβολές έναντι μισθού που είχαν καταβληθεί από τον εργοδότη, καταβάλλοντας τελικώς ποσό μικρότερο από εκείνο που εδικαιούτο ο ενδιαφερόμενος.
19. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστήριξε ότι η εφαρμοζόμενη από το INPS μέθοδος της αφαιρέσεως από το ανώτατο όριο των αποδοχών που κατέβαλε ο εργοδότης πρέπει να κριθεί παράνομη κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 4ης Μαρτίου 2004, C‑19/01, C-50/01 και C-84/01, Barsotti κ.λπ. (5), ζήτησε δε με προσφυγή του στο αιτούν δικαστήριο να αναγνωρίσει το δικαίωμά του να εισπράξει τη διαφορά μεταξύ του ποσού που του καταβλήθηκε και του ανώτατου ποσού που δικαιούται, χωρίς οποιαδήποτε μείωση.
20. Προς αντίκρουση των ισχυρισμών του προσφεύγοντος, το INPS επικαλέστηκε την ετήσια αποκλειστική προθεσμία προβολής της απαιτήσεως. Υποστήριξε, σχετικώς, ότι η προβαλλόμενη έναντι του οργανισμού εγγυήσεως απαίτηση δεν είναι η προβαλλόμενη έναντι του εργοδότη απαίτηση, αλλά μια αυτοτελής και διακριτή υποχρέωση παροχής στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφαλίσεως. Το INPS αντέταξε, επίσης, ότι ο αυτοτελής χαρακτήρας της απαιτήσεως κοινωνικής ασφαλίσεως απέκλειε τον χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών ως εκ του νόμου ανάληψη υποχρεώσεως και έθετε εκτός εφαρμογής τις διατάξεις περί παραγραφής αλληλεγγύων υποχρεώσεων, επομένως δε το άρθρο 94 του νόμου περί πτωχεύσεων (legge fallimentare), το οποίο προβλέπει αναστολή της παραγραφής μέχρις περατώσεως της διαδικασίας συλλογικής εκκαθαρίσεως. Κατά το INPS, ελλείψει αναστολής ή προηγουμένων πράξεων συνεπαγομένων αναστολή, η συγκεκριμένη απαίτηση πρέπει να θεωρηθεί ως παραγραφείσα λόγω της εκπνοής της ετήσιας προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 2 του νομοθετικού διατάγματος 80/92.
21. Το Tribunale di Napoli φρονεί ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Εκφράζει τις αμφιβολίες του όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας 80/987 καθώς και άλλων αρχών του κοινοτικού δικαίου. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το Tribunale αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Επιτρέπουν τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ, της 20ής Οκτωβρίου 1980, τα οποία προβλέπουν την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών από αμοιβές, να χάνουν οι απαιτήσεις αυτές, όταν προβάλλονται έναντι του οργανισμού εγγυήσεως, τον αρχικό μισθολογικό τους χαρακτήρα και να χαρακτηρίζονται προνοιακές για τον μοναδικό λόγο ότι το κράτος μέλος έχει αναθέσει την πληρωμή τους σε οργανισμό προνοίας και συνεπώς, στην εθνική νομοθεσία, ο όρος “αμοιβή εργασίας” έχει αντικατασταθεί από τον όρο “προνοιακή παροχή”;
2) Αρκεί, για την κοινωνική σκοπιμότητα της οδηγίας, να χρησιμοποιεί η εθνική ρύθμιση την αρχική μισθολογική απαίτηση ως απλό μέτρο συγκρίσεως για τον προσδιορισμό, δια παραπομπής, της παροχής την οποία εγγυάται ο οργανισμός εγγυήσεως ή απαιτείται η απαίτηση του μισθωτού από αμοιβές έναντι του αφερέγγυου εργοδότη να προστατεύεται χάρη στην παρέμβαση του οργανισμού εγγυήσεως, εξασφαλίζοντάς της περιεχόμενο, εγγυήσεις, χρόνο και τρόπο ασκήσεως ανάλογο με αυτό που αναγνωρίζεται σε οποιαδήποτε άλλη εργασιακή απαίτηση στο πλαίσιο της ίδιας έννομης τάξεως;
3) Επιτρέπουν οι αρχές που απορρέουν από τις κοινοτικές ρυθμίσεις, και ιδίως οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, την εφαρμογή στις ανεξόφλητες απαιτήσεις των μισθωτών από αμοιβές για την περίοδο που διέπεται από το άρθρο 4 της οδηγίας 80/927, καθεστώτος παραγραφής λιγότερο ευνοϊκό από το καθεστώς που ισχύει για απαιτήσεις ανάλογης φύσεως;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
22. Η εκδοθείσα στις 29 Ιανουαρίου 2008 απόφαση περί παραπομπής περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 2008.
23. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, το INPS, η Ισπανική, η Ιταλική, η Πορτογαλική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της τασσομένης από το άρθρο 23 του οργανισμού του Δικαστηρίου προθεσμίας.
24. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, οι εκπρόσωποι του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, του INPS, της Ισπανικής, της Ολλανδικής και της Ισπανικής Κυβερνήσεως, καθώς και της Επιτροπής παρέστησαν και ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.
V – Τα κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
Α – Επί του πρώτου ερωτήματος
25. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης προτείνει στο πρώτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι η ερμηνεία της οδηγίας 80/987 υπό την έννοια ότι προσδίδει στις απαιτήσεις που δύνανται να προβληθούν έναντι του οργανισμού εγγυήσεως χαρακτήρα διαφορετικό από τον χαρακτήρα αμοιβής που έχουν είναι ασύμβατη προς τον επιδιωκόμενο με την οδηγία κοινωνικό σκοπό, καθόσον μια τέτοια ερμηνεία δεν εξασφαλίζει το ελάχιστο όριο προστασίας που παρέχεται σε κοινοτικό επίπεδο. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης υπογραμμίζει ότι πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να καλύψει τη σχέση εργασίας με μια πρόσθετη εγγύηση για τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας του εργοδότη, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταβάλλουν μέρος των μη καταβληθεισών αποδοχών.
26. Το INPS υποστηρίζει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν μόνον την περίπτωση κατά την οποία η ανεξόφλητη μισθολογική απαίτηση προβάλλεται στο πλαίσιο συλλογικής διαδικασίας. Κατά το INPS, η δοθείσα από το Corte di cassazione νέα ερμηνεία, κατά την οποία οι απορρέουσες από την οδηγία 80/987 απαιτήσεις έχουν τον χαρακτήρα απαιτήσεων κοινωνικής ασφαλίσεως, ενισχύει την παρεχόμενη από την οδηγία αυτή προστασία. Ο επιδιωκόμενος με την οδηγία κοινωνικός σκοπός διασφαλίζεται μέσω της καταβολής εκ μέρους του οργανισμού εγγυήσεως ολόκληρου του ποσού της αμοιβής.
27. Η Ιταλική Κυβέρνηση προτείνει στο πρώτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι είναι δυνατός, κατά τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987, ο αποχαρακτηρισμός των ανεξόφλητων απαιτήσεων του μισθωτού, στην περίπτωση που αυτές προβάλλονται έναντι του οργανισμού εγγυήσεως, ως μισθολογικών απαιτήσεων και ο χαρακτηρισμός τους ως απαιτήσεων κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι η ικανοποίησή τους έχει ανατεθεί από το Δημόσιο σε οργανισμό εγγυήσεως και ότι, κατά συνέπεια, η εθνική κανονιστική ρύθμιση αντικατέστησε τον όρο «αμοιβή» με τον όρο «παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως».
28. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο μισθωτός προστατεύεται ιδιαίτερα από την όλη διάρθρωση των οργανισμών εγγυήσεως, καθόσον δεν ισχύουν επ’ αυτών οι διαδικασίες κατασχέσεως. Επιπροσθέτως, η οδηγία προβλέπει περιορισμό της υποχρεώσεως των οργανισμών εγγυήσεως να ικανοποιούν απαιτήσεις μιας ορισμένης μόνον περιόδου, καθώς και καθορισμό ανωτάτου ορίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι οργανισμοί εγγυήσεως διασφαλίζουν ένα ελάχιστο όριο προστασίας σε όλους τους μισθωτούς. Αντιθέτως, δεν διασφαλίζεται η καταβολή ανεξόφλητων αποδοχών στην περίπτωση που ο εργαζόμενος υποχρεούται να προβάλλει τις απαιτήσεις αυτές έναντι του ιδίου του εργοδότη.
29. Η Ισπανική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα αρνητική απάντηση. Υπογραμμίζει, αφενός, ότι η υπ’ αριθ. 173 σύμβαση και η υπ’ αριθ. 180 σύσταση της Διεθνούς οργανώσεως Εργασίας (ΔΟΕ) καθιέρωσαν την αρχή της προστασίας των μισθολογικών απαιτήσεων εκ μέρους οργανισμών εγγυήσεως. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η παροχή που εγγυάται ο οργανισμός είναι μισθολογική απαίτηση, χωρίς να έχει σημασία σχετικώς ότι ο INPS διαχειρίζεται τα κεφάλαια του οργανισμού εγγυήσεως παραλλήλως με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως.
30. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987 δεν αποκλείουν εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή που προβλέπει ο νόμος 297/82 και το νομοθετικό διάταγμα 80/92, δυνάμει της οποίας οι απαιτήσεις του μισθωτού έναντι του οργανισμού εγγυήσεως προσλαμβάνουν χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνο που έχουν όταν προβάλλονται έναντι του εργοδότη.
31. Πράγματι, κατά την Επιτροπή, η οδηγία 80/987 προβλέπει υποχρέωση αποτελέσματος προς επίτευξη του οποίου τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέξουν τα μέσα που κρίνουν προσφορότερα. Εκείνο που έχει σημασία είναι να εισπράξει ο εργαζόμενος μισθωτός από τον οργανισμό εγγυήσεως τις απαιτήσεις που άφησε ανεξόφλητες ο εργοδότης του, ανεξαρτήτως της φύσεως των απαιτήσεων που προβάλλονται έναντι του οργανισμού εγγυήσεως.
32. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ιταλική νομοθεσία είναι ασαφής όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των προβαλλομένων έναντι του οργανισμού εγγυήσεως απαιτήσεων των εργαζομένων, καθόσον επιτρέπει να χαρακτηρίζονται αυτές είτε ως «μισθολογικής φύσεως απαιτήσεις» ή ως «απαιτήσεις κοινωνικής ασφαλίσεως».
Β – Επί του δευτέρου ερωτήματος
33. Κατά την Επιτροπή, η οδηγία 80/987 έχει την έννοια ότι για να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη χωρίς να θιγεί ο επιδιωκόμενος κοινοτικός σκοπός, αρκεί η θεσπιζόμενη εθνική νομοθετική ρύθμιση να εκλαμβάνει την αρχική μισθολογική απαίτηση του εργαζομένου απλώς ως όρο συγκρίσεως προς προσδιορισμό, per relationem, της παροχής που θα εγγυηθεί ο οργανισμός εγγυήσεων. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι σκοπός της οδηγίας είναι να εγγυηθεί στους εργαζομένους ένα ελάχιστο όριο αμοιβής σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Αν πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να εξομοιώσει, από πάσης απόψεως, την απαίτηση του εργαζομένου έναντι του εργοδότη του προς την απαίτησή του έναντι του οργανισμού εγγυήσεως, δεν θα είχε παράσχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να περιορίσουν την υποχρέωση καταβολής που υπέχει ο οργανισμός εγγυήσεων.
34. Η Ιταλική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου με την οδηγία κοινωνικού σκοπού, αρκεί η εθνική κανονιστική ρύθμιση να εκλαμβάνει την έννοια της μισθολογικής απαιτήσεως απλώς ως όρο συγκρίσεως προκειμένου να καθοριστεί, per relationem, η παροχή που θα εγγυηθεί ο οργανισμός εγγυήσεων, χωρίς να απαιτείται η μισθολογική απαίτηση του εργαζομένου έναντι του αφερέγγυου εργοδότη να ανταποκρίνεται επακριβώς, όσον αφορά τις εγγυήσεις, τις προθεσμίες και τις λοιπές λεπτομέρειες, προς όλες τις παρόμοιες, από νομικής απόψεως, μισθολογικές απαιτήσεις. Η εν λόγω κυβέρνηση επισημαίνει ότι η πλέον πρόσφατη νομολογία του ιταλικού Corte di cassazione στηρίζεται στην αποδοχή ότι το δικαίωμα για παροχή εκ μέρους του οργανισμού εγγυήσεως δεν γεννάται εκ της σχέσεως εργασίας, αλλά εκ της σχέσεως με τον οργανισμό εγγυήσεων. Η αυτοτελής αυτή σχέση της παροχής έναντι του εργοδότη έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό εφαρμογής των διατάξεων περί μισθολογικών απαιτήσεων.
35. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι, λαμβανομένου υπόψη του κοινωνικού σκοπού που επιδιώκει η οδηγία, αρκεί η εθνική νομοθετική ρύθμιση να εκλαμβάνει την έννοια της μισθολογικής απαιτήσεως ως όρο συγκρίσεως προς προσδιορισμό, per relationem, της παροχής που θα διασφαλίζει ο οργανισμός εγγυήσεων. Δεν απαιτείται η εθνική νομοθετική ρύθμιση να διατηρεί τον αρχικό χαρακτηρισμό αυτής της απαιτήσεως.
36. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στις μισθολογικές απαιτήσεις που παραμένουν ανεξόφλητες σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη πρέπει να διασφαλίζεται η ίδια προστασία με εκείνη που προβλέπουν οι γενικώς εφαρμοζόμενοι επί των μισθών προστατευτικοί κανόνες. Υπογραμμίζει ότι οι μισθολογικές απαιτήσεις απολαύουν ορισμένων εγγυήσεων οι οποίες πρέπει να διατηρηθούν.
Γ – Επί του τρίτου ερωτήματος
37. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι η ερμηνεία της οδηγίας 80/987 υπό την έννοια ότι δίδεται στις προβαλλόμενες έναντι του οργανισμού εγγυήσεως απαιτήσεις διαφορετικός χαρακτηρισμός σε σχέση με τις μισθολογικής φύσεως απαιτήσεις είναι απαράδεκτη, καθόσον συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων στα διάφορα κράτη μέλη, αναλόγως του αν υφίσταται ή μη σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων στο εσωτερικό του ιδίου κράτους.
38. Επισημαίνει ότι η πλέον πρόσφατη νομολογία του Corte di cassazione έχει ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση διαφορετικών κανόνων παραγραφής για τις απαιτήσεις που προβάλλονται έναντι του οργανισμού εγγυήσεως σε σχέση με τους κανόνες παραγραφής που ισχύουν για όλες τις άλλες απαιτήσεις που μπορούν να προβληθούν έναντι της πτωχευτικής περιουσίας.
39. Επισημαίνει, επίσης, ότι συνεχιζομένης της πτωχευτικής διαδικασίας και ενώ, επομένως, είχε ανασταλεί η παραγραφή των στρεφομένων κατά της πτωχευτικής περιουσίας απαιτήσεων, οι μισθωτοί οι οποίοι δεν είχαν ακόμη εισπράξει ποσό αντίστοιχο εκείνου που καθορίζεται με την απόφαση Barsotti κ.λπ. αντιμετωπίζουν την παραγραφή της απαιτήσεώς τους απλώς και μόνον επειδή αυτή χαρακτηρίζεται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως.
40. Τέλος, ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι ένας τέτοιος χαρακτηρισμός αντιβαίνει προς τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
41. Το INPS παρατηρεί ότι, με την απόφαση της 18ης Απριλίου 2001, το Corte di cassazione απέρριψε την προβληθείσα προδικαστικώς ένσταση περί της μη συμφωνίας προς την αρχή της ισοδυναμίας, με το σκεπτικό ότι από την ετήσια αποκλειστική προθεσμία δεν προκύπτει για τον εργαζόμενο κανένα μειονέκτημα, σε σχέση με ανάλογη προσφυγή του εσωτερικού δικαίου. Παρατηρεί ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η απραξία του εργαζομένου, ο οποίος δεν άσκησε προσφυγή διεκδικώντας την καταβολή όλων των ανεξόφλητων μισθών παρά μόνο μετά την πάροδο έτους από την υποβολή της αιτήσεως πληρωμής στον οργανισμό εγγυήσεως, οφείλεται στη δυσκολία να προσδιορίσει με βεβαιότητα, λόγω των νομολογιακών εξελίξεων, τον χρόνο ενάρξεως της αποκλειστικής προθεσμίας. Εντούτοις, η νομολογία του Corte di cassazione δεν έχει ως αποτέλεσμα να παρακωλύσει την εντός της προθεσμίας αυτής προβολή των μισθολογικών αξιώσεων του εργαζομένου έναντι του οργανισμού εγγυήσεως.
42. Κατά την Επιτροπή, το τρίτο ερώτημα στηρίζεται στην προκείμενη ότι οι απαιτήσεις που προβάλλει ο εργαζόμενος έναντι του οργανισμού εγγυήσεως είναι της ιδίας φύσεως με εκείνες που μπορεί να προβάλει έναντι του εργοδότη του. Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που προτείνει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν απαιτείται να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
43. Αν, παρά ταύτα, το εθνικό δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι δύο κατηγορίες απαιτήσεων είναι της αυτής φύσεως, η Επιτροπή φρονεί ότι η αρχή της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει όπως οι προβαλλόμενες έναντι του εργοδότη απαιτήσεις στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο. Επομένως, πρέπει να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες με εκείνους που ρυθμίζουν την αναστολή της παραγραφής.
44. Η Ιταλική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί στο τρίτο ερώτημα η απάντηση ότι οι αρχές της κοινοτικής νομολογίας και, ειδικότερα, οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας παρέχουν τη δυνατότητα εφαρμογής επί των ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων λιγότερο ευνοϊκών κανόνων παραγραφής από εκείνους που ισχύουν για ανάλογες απαιτήσεις, δεδομένου ότι η αντιστοίχως ισχύουσα νομοθεσία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη συνολικώς.
45. Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, η Ιταλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το νομοθετικό διάταγμα 80/92 σαφώς ορίζει ετήσια προθεσμία παραγραφής. Η εξέλιξη της νομολογίας του Corte di cassazione αφορά μόνον τη δυνατότητα εφαρμογής της παθητικής αλληλεγγύης. Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, η εν λόγω κυβέρνηση επισημαίνει ότι η ετήσια αποκλειστική προθεσμία ισχύει γενικώς προκειμένου περί παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως. Εξάλλου, επισημαίνει ότι το Corte di cassazione θεωρεί γενικώς ότι η προθεσμία άρχεται από της στιγμής που συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις θεμελιώσεως δικαιώματος επί παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, δηλαδή όχι κατά τη λήξη της σχέσεως εργασίας, αλλά κατά τον χρόνο συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπει ο σχετικός με τις πτωχεύσεις νόμος.
46. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει την εφαρμογή επί των ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων που αφορούν την περίοδο στην οποία αναφέρεται το άρθρο 4 της οδηγίας 80/987 κανόνα περί αποκλειστικής προθεσμίας όπως αυτός περί του οποίου πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, εφόσον ο κανόνας αυτός δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
47. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται, σχετικώς, την απόφαση Pflücke (6), η οποία παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να καθορίζουν αποκλειστική προθεσμία εντός της οποίας ο μισθωτός μπορεί να υποβάλει, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, αίτηση προς καταβολή αντισταθμιστικής αποζημιώσεως για μισθολογικές απαιτήσεις που έμειναν ανεξόφλητες λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη, εφόσον, πάντως, μια τέτοια προθεσμία δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την αρχή της ισοδυναμίας, η αποκλειστική αυτή προθεσμία δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη που αφορά αντίστοιχες αιτήσεις εσωτερικής φύσεως, σύμφωνα δε προς την αρχή της αποτελεσματικότητας, δεν πρέπει να διέπεται από τέτοιους κανόνες που να καθιστούν στην πράξη αδύνατη την άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη.
48. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει, επίσης, ότι το αιτούν δικαστήριο εμφανίζεται να αποδέχεται ότι οι επίμαχοι κανόνες περί αποκλειστικής προθεσμίας είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που ισχύουν για ανάλογες απαιτήσεις. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αρχή της ισοδυναμίας πρέπει να εφαρμόζεται συγκρινομένων των κανόνων που εφαρμόζονται επί αναλόγων απαιτήσεων. Σε περίπτωση που κράτος μέλος επέλεξε σύστημα κατά το οποίο η διασφάλιση των μισθολογικών απαιτήσεων αντιμετωπίζεται ως απαίτηση του ιδιωτικού δικαίου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αποκλειστική προθεσμία που ισχύει για παρόμοιες απαιτήσεις του ιδιωτικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η εγγύηση των μισθολογικών απαιτήσεων υπάγεται στους ίδιους κανόνες που ρυθμίζουν τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως.
49. Η Ισπανική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο τρίτο ερώτημα. Πράγματι, υποστηρίζει ότι η εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει αποκλειστική προθεσμία ενός έτους, χωρίς να προσδιορίζει τον χρόνο ενάρξεως αυτής της προθεσμίας και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιομορφίες της διαδικασίας αφερεγγυότητας του εργοδότη, ενδέχεται να δημιουργήσει κατάσταση μη διασφαλίζουσα το ελάχιστο επίπεδο προστασίας που προβλέπει η οδηγία 80/987.
VI – Νομική ανάλυση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
50. Η εργατική νομοθεσία των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναρμονίστηκε σε ορισμένους τομείς. Οι θεσπισθείσες σχετικώς νομοθετικές ρυθμίσεις μπορούν θεωρητικώς να διαχωριστούν σε διακηρύξεις αρχής, σε ρυθμίσεις αποβλέπουσες στην προστασία του εργαζομένου στην περίπτωση που η επιχείρηση που τον απασχολεί περιέρχεται σε κατάσταση κρίσεως και αποβλέπουσες στη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, καθώς και σε διατάξεις που αφορούν την από τεχνικής απόψεως προστασία της εργασίας (7).
51. Η οδηγία 80/987 εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία κοινοτικών διατάξεων στον τομέα του εργατικού δικαίου (8). Η οδηγία αυτή διασφαλίζει σε όλους τους μισθωτούς ένα ελάχιστο όριο προστασίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (9). Οι ανεξόφλητες εκ μέρους του εργοδότη απαιτήσεις που απορρέουν από συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας και αφορούν αμοιβές συγκεκριμένης περιόδου ικανοποιούνται από ειδικώς συσταθέντες προς τούτο οργανισμούς εγγυήσεως. Αν δεν είχαν θεσπιστεί οι προστατευτικοί κανόνες της οδηγίας 80/987, οι μισθολογικές απαιτήσεις των εργαζομένων θα περιήρχοντο συχνά στην ίδια θέση με εκείνες των άλλων πιστωτών. Η ικανοποίησή τους, σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν σχεδόν αδύνατη (10). Από αυτής της απόψεως, η εν λόγω οδηγία, όπως ήδη προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική της σκέψη (στην οποία υπογραμμίζεται «η αναγκαιότητα μιας [...] κοινωνικής αναπτύξεως στην Κοινότητα») και όπως επανειλημμένως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, επιδιώκει την επίτευξη ενός κοινωνικού σκοπού προς το συμφέρον των μισθωτών (11). Το ίδιο ισχύει για την οδηγία 2002/74/ΕΚ (12), η μεταφορά της οποίας στις εσωτερικές έννομες τάξεις έπρεπε να ολοκληρωθεί έως τις 8 Οκτωβρίου 2005 και η οποία, λόγω της εξελίξεως των σχετικών με την αφερεγγυότητα νομοθετικών ρυθμίσεων των κρατών μελών και λόγω της αναπτύξεως της εσωτερικής αγοράς, επέφερε ορισμένες προσαρμογές και τροποποιήσεις λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου.
52. Η διασφαλιζόμενη με την οδηγία 80/987 προστασία νοείται ως ένα ελάχιστο κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο. Η προστασία αυτή διασφαλίζεται, αφενός, μέσω μερικής εναρμονίσεως (13) της εθνικής νομοθεσίας, χωρίς να περιορίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόσουν ή να θεσπίσουν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ευνοϊκότερες για τους μισθωτούς, όπως ρητώς τονίζεται στο άρθρο 9 της οδηγίας 80/987 (14). Παράλληλα, ο κοινοτικός νομοθέτης παραχώρησε ευρύ πεδίο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη για τη μεταφορά της οδηγίας 80/987 (15), επιτρέποντάς τους, μεταξύ άλλων, να καθορίζουν τον τρόπο οργανώσεως, τη χρηματοδότηση και τη λειτουργία των οργανισμών εγγυήσεως (άρθρο 5) αλλά και να επιλέγουν τα μέτρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση της καταβολής των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών (άρθρο 3). Επιπροσθέτως, ο κοινοτικός νομοθέτης προτίμησε να μην καθορίσει ο ίδιος το περιεχόμενο ορισμένων όρων του εργατικού δικαίου που απαριθμούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, παραπέμποντας σχετικώς στους αντίστοιχους ορισμούς της εθνικής νομοθεσίας (16).
53. Σημειώνεται ότι δεν είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο εξέτασε προδικαστικά ερωτήματα ιταλικών δικαστηρίων σχετικών με την ερμηνεία της οδηγίας 80/987. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει μια νέα ευκαιρία για την υπογράμμιση των σχέσεων μεταξύ του απορρέοντος από την οδηγία 80/987 κοινοτικού εργατικού δικαίου και του εθνικού δικαίου όσον αφορά τον προσδιορισμό, εφόσον παραστεί ανάγκη, των ορίων της νομοθετικής αρμοδιότητας των κρατών μελών προς εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού εργατικού δικαίου.
Β – Επί του πρώτου ερωτήματος
54. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσο συμβιβάζεται με την οδηγία 80/987 ο κατά την εθνική νομοθεσία χαρακτηρισμός των απαιτήσεων των μισθωτών όχι ως μισθολογικών απαιτήσεων αλλά ως απαιτήσεων κοινωνικής φύσεως, επειδή το οικείο κράτος μέλος έχει αναθέσει την εξόφληση αυτού του είδους των απαιτήσεων σε φορέα της κοινωνικής ασφαλίσεως.
55. Το αιτούν δικαστήριο επεξηγεί στη διάταξη παραπομπής ότι τα τελευταία έτη παρατηρήθηκαν στους κόλπους του Corte di cassazione διαφορετικές ερμηνείες όσον αφορά τη φύση των παροχών που καταβάλλει ο οργανισμός εγγυήσεως προς κάλυψη των απαιτήσεων των εργαζομένων που παρέμειναν ανεξόφλητες λόγω της αφερεγγυότητας του εργοδότη και οι οποίες αφορούν τους τρεις τελευταίους μήνες της σχέσεως εργασίας. Οι αποκλίνουσες αυτές ερμηνείες επηρέασαν τη νομολογία των τακτικών δικαστηρίων, ιδίως όσον αφορά τον χρόνο ενάρξεως της προβλεπόμενης από την ιταλική έννομη τάξη προθεσμίας παραγραφής για τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Ενώ κατά μία άποψη, την οποία υιοθέτησαν οι Sezioni Unite (τα τμήματα σε κοινή συνεδρίαση) του Corte di cassazione, οι παροχές του οργανισμού θεωρούνται «μισθολογικής φύσεως», κατά μία άλλη άποψη η απαίτηση έναντι του οργανισμού εγγυήσεως θεωρείται, αντιθέτως, ως αποτελούσα «παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως» και ανεξάρτητη της μισθολογικής φύσεως απαιτήσεως έναντι του εργοδότη. Η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει, στις γραπτές της παρατηρήσεις, ότι το Corte di cassazione συντάσσεται πλέον με τη δεύτερη ερμηνεία.
56. Αν εξεταστούν αναλυτικότερα τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν υπέρ του ενός ή του άλλου χαρακτηρισμού των επίμαχων απαιτήσεων, προκύπτει ότι οι απόψεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της νομολογίας του ανώτατου ιταλικού δικαστηρίου στηρίζονται πρωτίστως στις ιδιομορφίες της ιταλικής νομοθεσίας. Τούτο συμβαίνει π.χ. όσον αφορά το ζήτημα της εφαρμογής των διατάξεων περί προθεσμιών παραγραφής, καθώς και των διατάξεων περί αναστολής ή διακοπής αυτών των προθεσμιών παραγραφής. Όπως ορθώς υπογραμμίζουν η Επιτροπή και το αιτούν δικαστήριο, μπορούν να προβληθούν, αναλόγως της εξεταζόμενης διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας, επιχειρήματα υπέρ ή κατά μιας εκ των ερμηνειών αυτών.
57. Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται, στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, επί διατάξεων της εσωτερικής νομοθεσίας. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία (17), στο πλαίσιο του άρθρου 234 ΕΚ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται ούτε επί της ερμηνείας εθνικών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ούτε επί της συμφωνίας των διατάξεων αυτών με το κοινοτικό δίκαιο. Έχει, πάντως, τη δυνατότητα να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία εκείνα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα του επιτρέψουν να επιλύσει το νομικό ζήτημα το οποίο αντιμετωπίζει.
58. Από αυτής της απόψεως, επιβάλλεται, πρώτον, να γίνει αναφορά στο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά της οδηγίας 80/987 στην εσωτερική τους έννομη τάξη (18), το οποίο τους παρέχει τη δυνατότητα να καθορίζουν τα ίδια τις λεπτομέρειες του συστήματος εγγυήσεως, ενώ παράλληλα τίθεται και ο κοινοτικός σκοπός προστασίας που πρέπει να επιτευχθεί. Κατά συνέπεια, ο κοινοτικός νομοθέτης απαιτεί απλώς, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987, την εκ μέρους των κρατών μελών «λήψη των απαιτούμενων μέτρων» ώστε οι οργανισμοί εγγυήσεως «να διασφαλίσουν» την καταβολή στους εργαζομένους των ανεξόφλητων απαιτήσεων που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή σχέσεις εργασίας και αφορούν τις αμοιβές της περιόδου πριν από μια συγκεκριμένη ημερομηνία.
59. Εξ ορισμού, η οδηγία, κατά το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, δεσμεύει ως προς το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί, παρέχοντας στις κρατικές αρχές την αρμοδιότητα να επιλέγουν τον τύπο και τα μέσα. Επομένως, η μεταφορά των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών συνεπάγεται την υποχρέωση επιτεύξεως συγκεκριμένου αποτελέσματος (19), που συνίσταται όσον αφορά την οδηγία 80/987, στην παροχή πρόσθετης εγγυήσεως για την καταβολή οφειλομένων μισθών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη.
60. Όπως προανέφερα, ο κοινοτικός νομοθέτης αναθέτει στα κράτη μέλη το καθήκον να καθορίσουν τις λεπτομέρειες οργανώσεως, χρηματοδοτήσεως και λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως, περιοριζόμενος να χαράξει τα δεσμευτικά όρια τα διασφαλίζοντα, εν πάση περιπτώσει, την υλοποίηση του σκοπού προστασίας που θέτει η οδηγία.
61. Δεδομένου ότι η υποχρέωση που υπέχουν τα κράτη μέλη συνίσταται, ουσιαστικώς, στη διαμόρφωση μιας νομικής καταστάσεως ανταποκρινόμενης στις επιταγές της οδηγίας, δεν έχει σημασία, από πλευράς κοινοτικού νομοθέτη, η νομική φύση των απαιτήσεων του εργαζομένου έναντι του οργανισμού εγγυήσεως, για τον μείζονα λόγο ότι οι διατάξεις της οδηγίας 80/987 δεν παρέχουν κανένα στοιχείο δυνάμενο να στηρίξει μια υπό αντίθετη έννοια ερμηνεία. Κατά συνέπεια, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της κοινοτικής εννόμου τάξεως, ο εθνικός νομοθέτης είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να καθορίζει ο ίδιος τη νομική φύση αυτών των απαιτήσεων, εφόσον αυτό γίνεται σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Θα επανέλθω, κατά την εξέταση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, επί των ορίων της ελευθερίας που διαθέτει ο κοινοτικός νομοθέτης στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 80/987.
62. Η κατ’ αρχήν αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη να καθορίζει τη νομική φύση των έναντι του οργανισμού εγγυήσεως απαιτήσεων εξηγείται, τελικώς, από το γεγονός ότι η οδηγία 80/987 περιορίζεται σε ένα ελάχιστο επίπεδο εναρμονίσεως προκειμένου να εξασφαλίσει ένα κατώτατο όριο προστασίας των μισθωτών εργαζομένων. Η εναρμόνιση αυτή έγινε βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 94 ΕΚ) με σκοπό την προσέγγιση των νομοθεσιών προς την κατεύθυνση της προόδου κατά την έννοια του άρθρου 117 της Συνθήκης (άρθρο 136 ΕΚ). Πάντως, η επιδιωκόμενη εναρμόνιση έγινε σταδιακώς δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Francovich ΙΙ (20), είχε να αντιμετωπίσει τη δυσκολία συγκερασμού πολύ διαφορετικών μεταξύ τους εθνικών συστημάτων, πολλά εκ των οποίων αγνοούσαν αυτού του είδους τους μηχανισμούς εγγυήσεως (21). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δέχθηκε, με την απόφασή του αυτή, ότι, μολονότι η οδηγία συνιστά πράγματι βήμα προόδου προς την κατεύθυνση της βελτιώσεως των όρων διαβιώσεως και εργασίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας καθώς και προς την κατεύθυνση της σταδιακής εναρμονίσεως των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, οι διαφορές από κράτος σε κράτος εξακολουθούν να υφίστανται και να επηρεάζουν την προστασία των εργαζομένων (22).
63. Αντιθέτως προς την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, φρονώ ότι μόνον το ότι στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987 γίνεται λόγος για «αμοιβές» δεν επιτρέπει τη συναγωγή κανενός συμπεράσματος ως προς τυχόν επιβαλλόμενο από το κοινοτικό δίκαιο χαρακτηρισμό των παροχών αυτών του οργανισμού εγγυήσεως. Μια τέτοια καθαρώς γραμματική ερμηνεία της οδηγίας αυτής δεν λαμβάνει υπόψη της το στοιχείο ότι κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, οι διατάξεις της δεν θίγουν την εθνική νομοθεσία όσον αφορά τον καθορισμό του περιεχομένου του όρου «αμοιβή εργασίας». Στην απόφασή του Rodríguez Caballero (23), το Δικαστήριο ερμήνευσε τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι στην εθνική νομοθεσία εναπόκειται να προσδιορίσει το περιεχόμενο του όρου «αμοιβές εργασίας». Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην απόφασή του αυτή, η εν λόγω διάταξη πρέπει νομικώς να εκληφθεί ως ευθεία παραπομπή στην εθνική νομοθεσία.
64. Θεωρώ, εξάλλου, σύμφωνο προς την οδηγία και τον σκοπό που αυτή επιδιώκει τον χαρακτηρισμό της απαιτήσεως ενός εργαζομένου έναντι του οργανισμού εγγυήσεως ως απαιτήσεως κοινωνικής ασφαλίσεως (24). Η νομική φύση των απαιτήσεων του μισθωτού εργαζομένου έναντι του οργανισμού εγγυήσεως εξαρτάται από το αν ο οργανισμός εγγυήσεως αναλαμβάνει οφειλή τρίτου, δηλαδή οφειλή του εργοδότη ή αν χορηγεί ειδική παροχή της οποίας καθορίζει απλώς το ύψος σε σχέση με τις προηγούμενες αμοιβές. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να προσδιοριστεί η νομική φύση του ίδιου του οργανισμού εγγυήσεως σε σχέση με την οδηγία. Σχετικώς, το άρθρο 5 της οδηγίας 80/987 προβλέπει ότι ο οργανισμός εγγυήσεως χρηματοδοτείται από τις εισφορές εργοδοτών και του Δημοσίου. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους επακριβείς όρους. Επομένως, ο οργανισμός εγγυήσεως έχει μάλλον τον χαρακτήρα οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως. Ήδη το στοιχείο αυτό συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι, σύμφωνα με την οδηγία 80/987, η χορηγούμενη από τον οργανισμό εγγυήσεως παροχή πρέπει να θεωρείται ως αυτοτελής παροχή και ότι, κατά συνέπεια, οι απαιτήσεις του εργαζομένου έναντι του οργανισμού δεν έχουν, επίσης, σύμφωνα με την οδηγία, την ίδια νομική φύση με την αρχική, μισθολογικής φύσεως, απαίτηση.
65. Το άρθρο 5, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 80/987 προβλέπει, επίσης, ότι η υποχρέωση καταβολής που υπέχει ο οργανισμός εγγυήσεως έναντι των μισθωτών δεν μπορεί να εξαρτηθεί από το αν ο εργοδότης εκπλήρωσε πράγματι την υποχρέωση που υπέχει να συμβάλει στη χρηματοδότηση του οργανισμού εγγυήσεως (25). Δηλαδή, ο οργανισμός εγγυήσεως υποχρεούται να εκπληρώσει την υποχρέωσή του εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο απαιτούμενες προϋποθέσεις. Η λύση αυτή αποσκοπεί στην αποτροπή του ενδεχομένου, κατόπιν της αφερεγγυότητας του εργοδότη, να απολέσει ο μισθωτός τις απαιτήσεις του έναντι του οργανισμού εγγυήσεως, μολονότι σκοπός του οργανισμού αυτού είναι ακριβώς η διασφάλιση της προστασίας για την περίπτωση που ο εργοδότης του περιέρχεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Εξάλλου, από τη διάταξη αυτή της οδηγίας προκύπτει ότι η απαίτηση έναντι του οργανισμού εγγυήσεως δεν απαιτείται οπωσδήποτε να εξομοιούται νομικώς προς την υφιστάμενη έναντι του εργοδότη απαίτηση. Αντιθέτως, υφίσταται αυτοδικαίως, ανεξαρτήτως της ικανότητας και της βουλήσεως του εργοδότη να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι δεν απαιτείται να έχει την ίδια νομική φύση με την υφιστάμενη έναντι του εργοδότη απαίτηση.
66. Τέλος, στο πλαίσιο εξετάσεως του πρώτου ερωτήματος, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας 80/987, τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείσουν τις καταβολές του εργοδότη προς τα προβλεπόμενα από τον νόμο συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατ’ αρχήν, οι εισφορές αυτές αποτελούν επίσης αναπόσπαστο μέρος του μισθού, καθόσον απορρέουν από την αμοιβαία σχέση εργασίας και καταβάλλονται σε συνάρτηση με τον μισθό, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας, ο μισθός αυτός δεν καταβάλλεται. Η παρεχόμενη από την οδηγία 80/987 ευχέρεια διαφορετικού συμψηφισμού των ζημιών που προκύπτουν από τη μη καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως αποδεικνύει, επομένως, ότι η οδηγία 80/987 δεν θέτει ως προϋπόθεση την βάσει της εθνικής νομοθεσίας ανάληψη της αρχικής μισθολογικής φύσεως απαιτήσεως.
67. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987 δεν αποκλείουν εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως αυτή που προβλέπει ο νόμος 297/82 και το νομοθετικό διάταγμα 80/92, κατά την οποία οι απαιτήσεις του μισθωτού έναντι του οργανισμού εγγυήσεως είναι διαφορετικής φύσεως από εκείνη των απαιτήσεων του εργαζομένου αυτού έναντι του εργοδότη του.
Γ – Επί του δευτέρου ερωτήματος
68. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από την οδηγία κοινωνικό σκοπό, αρκεί η εθνική κανονιστική ρύθμιση να εκλαμβάνει την αρχική μισθολογική απαίτηση του εργαζομένου απλώς ως όρο συγκρίσεως, προκειμένου να καθοριστεί per relationem η παροχή της οποίας την καταβολή εγγυάται ο οργανισμός εγγυήσεως, ή αν, αναφορικά με την απαίτηση αυτή, πρέπει να παρασχεθούν εγγυήσεις, να ταχθούν προθεσμίες και να προβλεφθούν κανόνες εφαρμογής όμοιοι με εκείνους που ισχύουν για οποιαδήποτε άλλη απαίτηση εξ εργασίας.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει, πρώτον, να ερμηνευθεί το άρθρο 4 της οδηγίας 80/987, η πρώτη παράγραφος του οποίου ορίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν την κατά το άρθρο 3 υποχρέωση καταβολής των οργανισμών εγγυήσεως. Η δυνατότητα περιορισμού, τόσο χρονικού όσο και από απόψεως ποσού της εκ μέρους των αντίστοιχων οργανισμών εγγυήσεως των απαιτήσεων αποσκοπεί, αφενός, στην αποτροπή του ενδεχομένου υπερβολικής οικονομικής επιβαρύνσεως αυτών των οργανισμών και, αφετέρου, στην προστασία κατά της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως του μηχανισμού εγγυήσεως (26). Ο καθορισμός ανωτάτου ορίου αποσκοπεί στην αποτροπή του ενδεχομένου καταβολής ποσών που να βαίνουν πέραν της εξυπηρετήσεως του κοινωνικού σκοπού της οδηγίας (27).
69. Ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου με την κανονιστική αυτή ρύθμιση σκοπού, από τη ρυθμιστική αυτή δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη προκύπτει, ήδη, ότι η απαίτηση του μισθωτού έναντι του οργανισμού εγγυήσεως δεν είναι ποιοτικώς ταυτόσημη με την απαίτηση έναντι του ευρισκόμενου σε κατάσταση αφερεγγυότητας εργοδότη, αλλά ότι, αντιθέτως, αποτελεί αντικείμενο περιορισμών οι οποίοι ανάγονται, εντός των αυστηρών ορίων που καθορίζουν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 4, της εξουσίας εκτιμήσεως των κρατών μελών. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να διαμορφώσει τη θέση του μισθωτού έναντι του οργανισμού εγγυήσεως κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τη θέση του μισθωτού αυτού έναντι του εργοδότη του, δεν θα είχε παράσχει μια τέτοια δυνατότητα περιορισμού της παρεχόμενης από την οδηγία 80/987 προστασίας.
70. Και μόνο για τον λόγο αυτόν, η ερμηνεία κατά την οποία σκοπός της οδηγίας 80/987 είναι να διασφαλίζει ότι η έναντι του οργανισμού εγγυήσεως απαίτηση θα έχει περιεχόμενο, διασφαλίσεις, προθεσμίες και κανόνες εφαρμογής όμοιους με εκείνους που ισχύουν για οποιαδήποτε άλλη εργασιακή απαίτηση εντός της αυτής έννομης τάξης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
71. Εξάλλου, όπως επισήμανα στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου ερωτήματος, ελλείψει ρητής διατάξεως στην οδηγία 80/987, το δικαίωμα προσδιορισμού της νομικής φύσεως της απαιτήσεως του εργαζομένου έναντι του οργανισμού εγγυήσεως το έχουν, κατ’ αρχήν, τα κράτη μέλη. Αν ενδεχομένως υπάρχει διαφορά ως προς τη νομική φύση των δύο αυτών ειδών απαιτήσεων, δεν αποκλείεται το περιεχόμενο, οι διασφαλίσεις, οι προθεσμίες και οι κανόνες εφαρμογής των προβαλλομένων έναντι του εργοδότη ή έναντι του οργανισμού εγγυήσεως απαιτήσεων να διαφέρουν επίσης. Πάντως, αυτό δεν αντιβαίνει προς τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτοί ισχύουν σήμερα.
72. Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, λαμβανομένου υπόψη του κοινωνικού σκοπού που επιδιώκει η οδηγία, αρκεί η εθνική κανονιστική ρύθμιση να χρησιμοποιεί την αρχική μισθολογική απαίτηση του εργαζομένου απλώς ως όρο συγκρίσεως, προκειμένου να καθοριστεί per relationem η διασφαλιζόμενη από τον οργανισμό εγγυήσεως παροχή.
Δ – Επί του τρίτου ερωτήματος
73. Με το τρίτο ερώτημα ζητεί να διευκρινιστεί αν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή ενός συστήματος αποκλειστικών προθεσμιών όπως αυτό περί του οποίου πρόκειται στην κύρια δίκη επί ανεξόφλητων απαιτήσεων εργαζομένων που αφορούν αμοιβές μιας περιόδου οριζόμενης σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 80/987.
74. Επισημαίνεται, σχετικώς, ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται για την άσκηση των μέσων παροχής ενδίκου προστασίας είναι προθεσμίες επιτακτικές. Η παρέλευσή τους συνεπάγεται, κατά κανόνα, την οριστική αδυναμία του ενδιαφερομένου να ζητήσει τον διοικητικό ή δικαστικό έλεγχο μιας πραγματικής καταστάσεως ανεξαρτήτως της επί της ουσίας νομικής καταστάσεως. Αποτέλεσμα αυτού υπήρξαν τα αιτήματα ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου του συμβατού των προθεσμιών που προβλέπει η εθνική νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο.
75. Το δικονομικό δίκαιο των κρατών μελών δεν έχει εναρμονιστεί. Εξάλλου, στον τομέα αυτόν δεν υφίσταται καμία γενικής φύσεως νομοθετική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Προς τούτο το Δικαστήριο επισημαίνει στη νομολογία του ότι η διαδικασία προβολής δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο διέπεται από την εθνική νομοθεσία (28). Η αρχή αυτή του κοινοτικού δικαίου, καλούμενη επίσης αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, απαντάται και στα σχετικά νομικά συγγράμματα (29).
76. Η οδηγία 80/987, επίσης, δεν προβλέπει τίποτα σχετικά με τη διάρκεια της αποκλειστικής προθεσμίας ή της προθεσμίας παραγραφής. Πάντως, στην απόφαση Pflücke (30), το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα κράτη μέλη είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερα να θεσπίζουν διατάξεις προβλέπουσες αποκλειστική προθεσμία για την υποβολή της αιτήσεως με την οποία εργαζόμενος ζητεί, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την οδηγία 80/987, την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αφερεγγυότητας («Konkursausfallgeld»), εφόσον, βέβαια, οι διατάξεις αυτές είναι σύμφωνες προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
77. Όσον αφορά αυτές τις αρχές, αποτελεί πάγια νομολογία (31) ότι τέτοιου είδους αποκλειστικές προθεσμίες που τάσσει η εθνική νομοθεσία δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοια αιτήματα εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν πρέπει να είναι τέτοιες που να καθιστούν αδύνατη την άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη. Εφόσον το κοινοτικό δίκαιο δεν προβαίνει σε διάκριση μεταξύ αποκλειστικών προθεσμιών και προθεσμιών παραγραφής, αλλά βασίζεται απλώς στη δυνατότητα πραγματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων που απορρέουν εξ αυτού, θεωρώ εύλογη την επέκταση της νομολογίας αυτής επί των κανόνων που διέπουν την παραγραφή.
78. Κατ’ αρχήν, ο έλεγχος της συμφωνίας ενός δικονομικού κανόνα της εθνικής νομοθεσίας προς τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις απόκειται στα εθνικά δικαστήρια τα οποία οφείλουν, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της συνεργασίας που θέτει το άρθρο 10 ΕΚ, να διασφαλίσουν τη νομική προστασία που συνεπάγεται για τους πολίτες η απευθείας εφαρμογή των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο κανόνας της εθνικής νομοθεσίας δεν είναι, από αυτής της απόψεως, σύμφωνος προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν πρέπει να τον εφαρμόσει (32).
79. Εντούτοις, ο γενικότερος έλεγχος των ως άνω προϋποθέσεων απόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, οφείλει να διασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (33).
80. Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι, αποδίδοντας στην απαίτηση που προβάλλει ο εργαζόμενος έναντι του οργανισμού εγγυήσεως τη φύση απαιτήσεως κοινωνικής ασφαλίσεως, θέτει ως προς τη συγκεκριμένη αυτή απαίτηση μια προϋπόθεση λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη που ισχύει αναφορικά με παρόμοιες απαιτήσεις προβαλλόμενες στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας. Προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο συγκρίνει την ετήσια προθεσμία παραγραφής που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 5, του νομοθετικού διατάγματος 80/92, περί μεταφοράς της οδηγίας 80/987 στην εσωτερική έννομη τάξη με τους κανόνες περί πενταετούς παραγραφής που ισχύουν αναφορικά με τις μισθολογικής φύσεως απαιτήσεις.
81. Κατά συνέπεια, βάσει αυτών των σκέψεων, θα εξετάσω αρχικώς αν ο εθνικός νομοθέτης, προκειμένου περί προθεσμιών παραγραφής που προβλέπονται στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας 80/987, υποχρεούται να τις εξομοιώσει προς τις προθεσμίες που προβλέπει η εθνική νομοθεσία για την προβολή μισθολογικής φύσεως απαιτήσεων, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τους σκοπούς της οδηγίας.
82. Όπως επισήμανα στις απαντήσεις στο πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η απαίτηση του μισθωτού έναντι του οργανισμού εγγυήσεως δεν απαιτείται να είναι της αυτής φύσεως με την απαίτηση που ο ίδιος μισθωτός έχει έναντι του εργοδότη του σε περίπτωση αφερεγγυότητάς του (34). Αντιθέτως, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, εντός των αυστηρώς καθοριζομένων από την οδηγία 80/987 ορίων, να περιορίζουν την έκτασή της. Εξ αυτού συνάγεται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να διαμορφώσει τη θέση του εργαζομένου έναντι του οργανισμού εγγυήσεως κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τη θέση του εργαζομένου έναντι του εργοδότη του. Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν και ως προς τις αποκλειστικές προθεσμίες που ισχύουν για την προβολή των δύο απαιτήσεων. Συνεπώς, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προθεσμία προβολής μισθολογικής φύσεως απαιτήσεων δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για τον προσδιορισμό της προθεσμίας προβολής και παραγραφής απαιτήσεων προβαλλομένων έναντι του οργανισμού εγγυήσεως. Το γεγονός ότι η προθεσμία που έχει ταχθεί για την άσκηση συνήθους φύσεως μισθολογικών απαιτήσεων ανέρχεται σε πέντε έτη, είναι δηλαδή αισθητώς μεγαλύτερη από εκείνη που προβλέπεται για τις απαιτήσεις έναντι του οργανισμού εγγυήσεως, είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι τα δύο συστήματα δεν είναι ισοδύναμα. Εξάλλου, από κανένα άλλο στοιχείο της αρχής της ισοδυναμίας δεν προκύπτει ότι οι δύο προθεσμίες παραγραφής πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο, δεδομένου ότι η πενταετής προθεσμία παραγραφής μιας απαιτήσεως η οποία στην πράξη είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την ετήσια προθεσμία παραγραφής μιας εγγυημένης από τον αντίστοιχο οργανισμό απαιτήσεως. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν νομίζω ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της ισοδυναμίας.
83. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, σε ορισμένα κράτη μέλη, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, η προθεσμία προβολής απαιτήσεων που απορρέουν από σχέση εργασίας αντικαθίσταται από ειδικές προθεσμίες –συνήθως συντομότερες– τις οποίες προβλέπουν, ως lex specialis, οι διατάξεις περί αφερεγγυότητας. Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει ότι ο εκτελεστός χαρακτήρας των απορρεουσών από σχέσεις εργασίας απαιτήσεων μεταβάλλεται, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη –αναλόγως της φύσεως της αφερεγγυότητας–, ώστε, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι έναντι του οργανισμού εγγυήσεως απαιτήσεις αποτελούν απαιτήσεις απορρέουσες από σχέση εργασίας, το στοιχείο αυτό δεν επηρεάζει οπωσδήποτε τον τρόπο παραγραφής τους.
84. Τούτο αποτελεί προφανώς λογική συνέπεια της απόψεως ότι, όσον αφορά το ζήτημα της προβολής απαιτήσεων εξ εργασίας, δεν είναι πλέον δυνατόν να λαμβάνεται υπόψη μόνον η ενοχική σχέση μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου. Πράγματι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας, επιβάλλεται η συνεκτίμηση μεγάλου αριθμού συμφερόντων: τα κοινωνικής φύσεως συμφέροντα των εργαζομένων, το συμφέρον του συνδίκου της πτωχεύσεως για την ταχεία εξυγίανση ή εκκαθάριση της επιχειρήσεως, που θα μπορούσε να παρακωλύσει ο καθορισμός μακρών προθεσμιών, καθώς και τα συμφέροντα των πιστωτών του αφερέγγυου –στους οποίους περιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι– για την πληρέστερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεών τους (35). Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει αν και στην Ιταλία οι προθεσμίες που προβλέπει η εργατική νομοθεσία αντικαθίσταται με τους ειδικούς κανόνες περί αφερεγγυότητας.
85. Η αφερεγγυότητα συνιστά, όχι μόνον κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν σε πολλές εθνικές έννομες τάξεις, αλλά, επίσης, και κατά τους συντάκτες της οδηγίας 80/987, ένα απρόβλεπτο στοιχείο, το οποίο απαιτεί λύσεις κατά περίπτωση. Η οδηγία 80/987, όπως, μεταξύ άλλων, προκύπτει από την οικονομία της, προσεγγίζει την ιδιαίτερη αυτή κατάσταση υπό το πρίσμα των μισθωτών που έχουν ανεξόφλητες απαιτήσεις. Όσον αφορά τις προθεσμίες, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ασκήσουν τη διακριτική τους εξουσία, εφόσον διασφαλίζεται ο σκοπός της οικονομικής καλύψεως, κατά μία μεταβατική περίοδο, της ανεργίας. Αντιθέτως, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η οδηγία επιδιώκει τον σκοπό της διασφαλίσεως των απορρεουσών από την εργατική νομοθεσία προθεσμιών, οι οποίες, σε πολλές έννομες τάξεις, δεν ισχύουν προκειμένου περί αφερεγγυότητας και τις οποίες, επιπροσθέτως, ο απασχολούμενος σε αφερέγγυα επιχείρηση δεν θα μπορούσε, κατά κανόνα, να τις χρησιμοποιήσει μέχρι τη λήξη τους –εν προκειμένω, μετά πέντε έτη– προκειμένου να προβάλει τις απαιτήσεις του έναντι του εργοδότη.
86. Τέλος, πρέπει να εξεταστεί αν η ετήσια προθεσμία που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία όσον αφορά τις απαιτήσεις κοινωνικής ασφαλίσεως καθιστά πρακτικώς αδύνατη την άσκηση δικαιωμάτων τα οποία οφείλουν να προασπίζουν τα εθνικά δικαστήρια. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο στην απόφαση Pflücke (36) αναφορικά με την εφαρμογή αποκλειστικών προθεσμιών σε εθνικό επίπεδο, πρέπει η συντομία της προθεσμίας να μην έχει ως συνέπεια ότι ο ενδιαφερόμενος περιέρχεται, στην πράξη, σε αδυναμία τηρήσεως της προθεσμίας αυτής στερούμενος της προστασίας που σκοπεί ακριβώς να του παράσχει η οδηγία 80/987.
87. Βεβαίως, στην ίδια απόφαση το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι μια προθεσμία δύο μηνών, ακριβώς λόγω της συντομίας της, πρέπει να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους απορρέοντες από την αρχή της ασφάλειας δικαίου, ιδίως σχετικούς με την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού εγγυήσεως (37). Πάντως, απέφυγε να επιβάλει περισσότερο ακριβείς απαιτήσεις ως προς τη διάρκεια της προθεσμίας, πολύ δε περισσότερο να καθορίσει μια κατ’ ελάχιστο όριο προθεσμία για την προβολή απαιτήσεων έναντι του οργανισμού εγγυήσεως.
88. Εντούτοις, από μια σφαιρική ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας (38), προκύπτει ότι το Δικαστήριο φρονεί ότι ο καθορισμός ευλόγων προθεσμιών, π.χ. για την άσκηση προσφυγών, συνιστά εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της ασφαλείας δικαίου, λόγος για τον οποίο κρίνει, κατ’ αρχήν, σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο τις προβλεπόμενες από την εθνική νομοθεσία αποκλειστικές ή προθεσμίες παραγραφής (39). Ειδικότερα, στην απόφαση Palmisani (40), το Δικαστήριο, εξετάζοντας το ζήτημα της αποζημιώσεως ιδιωτών λόγω της εκπρόθεσμης μεταφοράς στην εσωτερική νομοθεσία της οδηγίας 80/987, δέχθηκε, εν πάση περιπτώσει, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, αποκλειστική προθεσμία ενός έτους για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως. Το ίδιο ισχύει για τις αποκλειστικές ή προθεσμίες παραγραφής των δύο (41), τριών (42) ή πέντε ετών (43) για τις αγωγές που έχουν ως αντικείμενο την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος.
89. Έχοντας υπόψη αυτή τη νομολογία, δεν αντιλαμβάνομαι κατά πόσον η εφαρμογή, κατά την εθνική νομοθεσία, ετήσιας αποκλειστικής προθεσμίας θα μπορούσε να καταστήσει στην πράξη αδύνατη την πληρωμή, όπως εγγυάται η κοινοτική έννομη τάξη, ανεξόφλητων απαιτήσεων που προκύπτουν από τις συμβάσεις εργασίας ή τις σχέσεις εργασίας. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης είχε, εξ αντικειμένου, τη δυνατότητα να γνωρίζει την προθεσμία, καθόσον αυτή προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία προς την οποία έχει ευκόλως πρόσβαση, αντιθέτως προς εκείνο που συνήθως συμβαίνει σε περίπτωση οδηγιών που δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί, ή έχουν μόνο μερικώς μεταφερθεί, στην εθνική έννομη τάξη. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι εξ αντικειμένου αδυνατούσε ή του ήταν δυσχερές να τηρήσει την προθεσμία για την προβολή απαιτήσεων έναντι του οργανισμού εγγυήσεως. Θεωρώ απολύτως εύλογη και δυνατή την προβολή των εγγυήσεων αυτών εντός ετήσιας προθεσμίας. Στην ειδικότερη περίπτωση της αφερεγγυότητας του εργοδότη, η οποία επιβάλλει την εξυγίανση ή την ταχεία εκκαθάριση της επιχειρήσεως προς ικανοποίηση των μισθωτών, μια τέτοια προθεσμία κρίνεται επαρκής.
90. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση ανταποκρίνεται, επίσης, στις απαιτήσεις της αρχής της αποτελεσματικότητας.
91. Ένας άλλος κοινοτικός περιορισμός της εξουσίας εκτιμήσεως που έχει ο εθνικός νομοθέτης στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας 80/987 στην εσωτερική έννομη τάξη, απορρέει από τα θεμελιώδη δικαιώματα. Κατά πάγια νομολογία, τα δικαιώματα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο. Πράγματι, γίνεται δεκτό ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη δεσμεύουν, επίσης, τα κράτη μέλη όταν αυτά μεταφέρουν ή θέτουν σε εφαρμογή κοινοτικές κανονιστικές ρυθμίσεις. Επομένως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, στο μέτρο του δυνατού, να εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτές χωρίς να θίγονται οι σχετικές απαιτήσεις (44). Μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων περιλαμβάνεται, ιδίως, η γενική αρχή της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Σύμφωνα με την αρχή αυτή όμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους (45).
92. Στην παρούσα, όμως, περίπτωση δεν πρόκειται για όμοιες καταστάσεις. Αφενός, η οδηγία 80/987 ουδόλως συνεπάγεται, όπως επισήμανα, ότι η μισθολογικής φύσεως απαίτηση έναντι του εργαζομένου πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον αυτό τρόπο με την απαίτηση έναντι του οργανισμού εγγυήσεως. Αφετέρου, ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι υφίσταται άνιση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων στα διάφορα κράτη μέλη, για τον μείζονα λόγο ότι ο κοινοτικός νομοθέτης παρέσχε στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως τόσο όσον αφορά τον καθορισμό της νομικής φύσεως της απαιτήσεως έναντι του οργανισμού εγγυήσεως όσο και της προθεσμίας παραγραφής.
93. Όπως υπογράμμισα πλέον πρόσφατα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Horvath (46), διαφορές μεταξύ των διαφόρων εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων σε τομείς στους οποίους δεν έχει γίνει εναρμόνιση δεν συνιστά διάκριση. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τους κανόνες στους τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους, ώστε το γεγονός και μόνον ότι ένα ζήτημα ρυθμίζεται κατά τρόπο διαφορετικό σε δύο κράτη μέλη να μη συνιστά προσβολή της αρχής της ισότητας. Στη νομολογία του το Δικαστήριο το έχει αποδεχθεί από μακρού (47). Ειδικότερα, το Δικαστήριο για πρώτη φορά υπογράμμισε στην απόφαση van Dam κ.λπ. (48) ότι δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως η εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως απλώς και μόνον επειδή, προφανώς, άλλα κράτη μέλη εφαρμόζουν λιγότερο αυστηρές διατάξεις. Τούτο είναι σαφές διότι τυχόν αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα περιορισμό που δύσκολα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί του νομοθετικού περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη.
94. Επομένως, ο καθορισμός ετήσιας προθεσμίας παραγραφής δεν συνεπάγεται προσβολή της αρχής της ισότητας.
VII – Πρόταση
95. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο Tribunale di Napoli:
1) Τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, δεν αποκλείουν εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως αυτή που προβλέπει ο νόμος 297/82 και το νομοθετικό διάταγμα 80/92, κατά την οποία οι απαιτήσεις του μισθωτού έναντι του οργανισμού εγγυήσεως είναι διαφορετικής φύσεως από εκείνη των απαιτήσεων του εργαζομένου αυτού έναντι του εργοδότη του.
2) Λαμβανομένου υπόψη του κοινωνικού σκοπού που επιδιώκει η οδηγία, αρκεί η εθνική κανονιστική ρύθμιση να χρησιμοποιεί την αρχική μισθολογική απαίτηση του εργαζομένου απλώς ως όρο συγκρίσεως, προκειμένου να καθοριστεί per relationem η διασφαλιζόμενη από τον οργανισμό εγγυήσεως παροχή.
3) Οι αρχές που απορρέουν από την κοινοτική νομοθεσία και, ειδικότερα, οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας επιτρέπουν την εφαρμογή επί απαιτήσεων στρεφομένων κατά του οργανισμού εγγυήσεως συστήματος παραγραφής προβλέποντος προθεσμίες παραγραφής συντομότερες από εκείνες που ισχύουν για τις μισθολογικής φύσεως απαιτήσεις έναντι του εργοδότη.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35.
3 – GURI αριθ.147, της 31ης Μαΐου 1982.
4 – GURI της 13ης Φεβρουαρίου 1992, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 36, σ. 26.
5 – Συλλογή 2004, σ. I‑2005.
6 – Απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C-125/01 (Συλλογή 2003, σ. I-9375).
7 – Κατά τη θεματική κατάταξη στην οποία προβαίνει ο Eichenhofer, E., «Arbeitsrecht», Handbuch des EU‑Wirtschaftsrechts (επιμέλεια Dauses, M. A.), D. III, σημείο 29, σ. 9.
8 – Στον τομέα της κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων στο πλαίσιο του εργατικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός από την προστασία των εργαζομένων κατά της αφερεγγυότητας του εργοδότη (οδηγία 80/987), εμπίπτει η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων [οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ L 225, σ. 16)] και η κοινωνική προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων [οδηγία 77/187/ ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171)].
9 – Βλ., επίσης, Barnard, C., EC Employment Law, 2η έκδοση, Οξφόρδη, 2000, σ. 504, όπου γίνεται αναφορά στο άρθρο 9 της οδηγίας 80/987.
10 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, Krimphove, D., Europäisches Arbeitsrecht, Μόναχο, 1996, σ. 255.
11 – Βλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1997, C-373/95, Maso κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I‑4051, σκέψη 56)· της 14ης Ιουλίου 1998, C-125/97, Regeling (Συλλογή 1998, σ. I-4493, σκέψη 20)· της 18ης Οκτωβρίου 2001, C-441/99, Gharehveran (Συλλογή 2001, σ. I-7687, σκέψη 26), καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-201/01, Walcher (Συλλογή 2003, σ. I-8827, σκέψη 38).
12 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ L 270, σ. 10).
13 – Απόφαση Regeling (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 19). Στο σημείο 47 των προτάσεών του, της 14ης Μαΐου 1998, επί της υποθέσεως αυτής, ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς επισήμανε ότι προφανώς η λύση της μερικής εναρμονίσεως δεν επιδιώχθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη, αλλά επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων, δηλαδή λόγω των σημαντικών διαφορών που παρουσίαζαν οι νομοθεσίες των κρατών μελών στο υπόψη θέμα και της πρακτικής δυσχέρειας να βρεθούν κοινοί κανόνες που να δύνανται να εφαρμοστούν ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.
14 – Απόφαση Maso κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 3).
15 – Αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψεις 25 και 26)· της 16ης Δεκεμβρίου 1993, C‑334/92, Wagner Miret (Συλλογή 1991, σ. I-6911, σκέψη 17) και προαναφερθείσα απόφαση Gharehveran (σκέψη 36).
16 – Βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-442/00, Rodríguez Caballero (Συλλογή 2002, σ. I-11915, σκέψη 27), και της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C-520/03, Olaso Valero (Συλλογή 2004, σ. I-12065, σκέψη 31).
17 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-107/98, Teckal (Συλλογή 1999, σ. I-8121, σκέψη 33), της 23ης Ιανουαρίου 2003, C-57/01, Μακεδονικό Μετρό και Μηχανική (Συλλογή 2003, σ. I-1091, σκέψη 55) και Barsotti κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 30).
18 – Βλ. σημείο 52 των προτάσεών μου.
19 – Όπως προκύπτει από τις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 249, παράγραφος 3, ΕΚ («résultat», «result», «resultado», «αποτέλεσμα», «risultato», «resultaat»), τα κράτη οφείλουν να διαμορφώσουν το νομικό πλαίσιο που προβλέπει η οδηγία (βλ. σχετικώς, Schroeder, W., EUV/EGV – Kommentar (επιμέλεια von Rudolf Streinz), Μόναχο, 2003, άρθρο 249 ΕΚ, σημείο 77, σ. 2178, και Biervert, B., EU-Kommentar (επιμέλεια von Jürgen Schwarze), Baden-Baden, 2000, άρθρο 249 ΕΚ, σημείο 25, σ. 2089). Στα σχετικά νομικά συγγράμματα άλλωστε ευρέως χρησιμοποιείται η γαλλική έκφραση «obligation de résultat» (βλ. Lenaerts, K., και Van Nuffel, P., Constitutional Law of the European Union, 2η έκδοση, Λονδίνο, 2006, σημεία 17-123, σ. 768).
20 – Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-479/93, Francovich ΙΙ (Συλλογή 1995, σ. I‑3843, σκέψεις 25 και 26). Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην πρόταση οδηγίας που κατέθεσε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 13 Απριλίου 1978 (ΕΕ C 135, σ. 2). Από την πρόταση αυτή συνάγεται ότι, πριν από την έκδοση της οδηγίας, υπήρχαν ήδη σε πολλά κράτη μέλη οργανισμοί εγγυήσεως των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, τα οποία όμως παρουσίαζαν σημαντικές διαφορές, ενώ, αντιθέτως, σε αρκετά κράτη μέλη δεν υπήρχαν τέτοιοι οργανισμοί.
21 – Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υφίσταντο από το 1974, δηλαδή προ της θέσεως σε ισχύ της οδηγίας 80/987, διατάξεις σχετικές με την αποζημίωση σε περίπτωση αφερεγγυότητας («Insolvenzgeld»). Η καθιέρωση αποζημιώσεως σε περίπτωση αφερεγγυότητας ανάγεται στην εποχή της οικονομικής υφέσεως, στην αρχή της δεκαετίας του ’70, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων που κήρυξαν πτώχευση και την επιδείνωση της καταστάσεως των εργαζομένων στην περίπτωση που ο εργοδότης τους περιήρχετο σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Το 1974, η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπολόγιζε ετήσιες απώλειες μισθών ανερχόμενες σε 20 έως 50 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα (DEM) για τους εργαζομένους. Προς τούτο, κρίθηκε αναγκαία μια επείγουσα προσαρμογή της νομοθεσίας στις εξελίξεις των οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων (βλ. Grepl, M., Die Funktionen des Insolvenzgeldes unter besonderer Berücksichtigung des europäischen Rechts, Αμβούργο, 2008, σ. 8). Εντούτοις, το Βέλγιο θεωρείται ως ένα από τα πρώτα κράτη μέλη που υιοθέτησαν σύστημα εγγυήσεως, δεδομένου ότι ήδη από τη δεκαετία του ’60 είχε συσταθεί ειδικό ταμείο εγγυήσεως (βλ. Servais, J.-M., Droit social de l’Union européenne, Βρυξέλλες, 2008, σ. 182). Πριν από την καθιέρωση, υπό τη σημερινή της μορφή, της αποζημιώσεως λόγω αφερεγγυότητας, η προστασία των εργαζομένων σε πολλά κράτη μέλη διασφαλιζόταν με τον χαρακτηρισμό ως προνομιούχων των μισθολογικής φύσεως απαιτήσεων. Οι οφειλόμενοι μισθοί, οι προγενέστεροι της ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας, εθεωρούντο ως πρώτης τάξεως απαιτήσεις στο πλαίσιο της πτωχευτικής αυτής διαδικασίας. Εντούτοις, η μέθοδος αυτή αποδείχθηκε σταδιακώς ανεπαρκής να διασφαλίσει την προστασία των μισθωτών εργαζομένων.
22 – Βλ. απόφαση Francovich ΙΙ (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψεις 20 και 27).
23 – Απόφαση προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16.
24 – Ο Servais, J.-M., όπ.π., στο προαναφερθέν στην υποσημείωση 21 έργο του, σ. 182, υποστηρίζει την ίδια άποψη. Επισημαίνει ότι οι αρχές που διέπουν τη λειτουργία των οργανισμών εγγυήσεως είναι παρόμοιες με εκείνες που διέπουν την κοινωνική ασφάλιση: δεσμευτικότητα, αλληλεγγύη, χρηματοδότηση (πλην εξαιρέσεων) από εισφορές υπολογιζόμενες βάσει του μισθού, διαχείριση εκ μέρους διοικητικώς χρηματοπιστωτικώς και νομικώς αυτοτελών οργανισμών.
25 – Fuchs, M./Marhold, F., Europäisches Arbeitsrecht, 2η έκδοση, Βιέννη, 2006, σ. 169.
26 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, Fuchs, M./Marhold, F., όπ.π., σ. 169 επ., και Teyssié, B., Droit européen du travail, 2η έκδοση, Παρίσι, 2003, σ. 220.
27 – Κατά την άποψη του Teyssié, B., όπ.π., σ. 220, τα κράτη μέλη έχουν, επομένως, τη δυνατότητα, καθορίζοντας ανώτατο όριο, να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να υπερβούν οι παροχές την κοινωνικού σκοπού εγγύηση που παρέχει η οδηγία, χωρίς όμως να θίγεται ο σκοπός αυτός. Βλ. επίσης, υπό την αυτή έννοια, Guggenbühl, A./Leclerc, S., Droit social européen des travailleurs salariés et indépendants – Recueil de la législation et de la jurisprudence de l’Union européenne, Βρυξέλλες, 1995, σ. 518, και Grepl, M., όπ.π., σ. 34, κατά τους οποίους ο καθορισμός ανωτάτου ορίου αποσκοπεί στην αποτροπή του ενδεχομένου υπερβάσεως του κοινωνικού σκοπού της οδηγίας σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.
28 – Κατά την αρχή της θεσμικής και δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, τα κράτη εφαρμόζουν, κατ’ αρχήν, το κοινοτικό δίκαιο ακολουθώντας τους κανόνες του εθνικού τους διοικητικού δικαίου και της εθνικής τους διοικητικής δικονομίας. Βλ. σχετικώς, αναφορικώς με την απευθείας εφαρμογή του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου από τα κράτη μέλη, προτάσεις μου της 3ης Μαΐου 2007 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑62/06, ZF Zefeser (Συλλογή 2007, σ. I-11995, σημείο 36). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ελλείψει κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη του κάθε κράτους μέλους να ορίζει τα δικαστήρια που είναι αρμόδια και να θεσπίζει τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τις προσφυγές με τις οποίες διώκεται η προάσπιση δικαιωμάτων που οι πολίτες έλκουν από το κοινοτικό δίκαιο. Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), και 45/76, Comet (Συλλογή τόμος 1976, σ. 765, σκέψη 13), της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C‑312/93, Peterbroeck (Συλλογή 1995, σ. I-4599, σκέψη 12), της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑453/99, Courage και Crehan (Συλλογή 2001, σ. I-6297, σκέψη 29), της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑13/01, Safalero (Συλλογή 2003, σ. I‑8679, σκέψη 49), της 13ης Μαρτίου 2007, C‑432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I‑2271, σκέψη 39), της 7ης Ιουνίου 2007, C‑222/05 έως C‑225/05, van der Weerd κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-4233, σκέψη 28), καθώς και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C-2/06, Kempter (Συλλογή 2008, σ. I‑411, σκέψη 57).
29 – Βλ. Stettner, R., «Verwaltungsvollzug», στο Handbuch des EU-Wirtschaftsrechts, (επιμέλεια Dauses, M. A.), B. III, σημείο 30· Voß, R., Grabitz/Hilf, Das Recht der Europäischen Union, άρθρο 135 ΕΚ, σημεία 4 και 9 (συμπλήρωμα Ιανουαρίου 2004)· Kahl, W., Kommentar zum EUV/EGV, 1η έκδοση (1999), άρθρο 10, σ. 377, σημείο 24, καθώς και Lenaerts, K., Arts, D., και Maselis, I., Procedural Law of the European Union, 2η έκδοση, Λονδίνο, 2006, σ. 83, σημείο 3-001.
30 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 (σκέψη 33).
31 – Βλ., ιδίως, απόφαση Pflücke (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 34) και, γενικότερα, αποφάσεις Rewe (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 5), Comet (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψεις 13 και 16), Francovich κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 43), Peterbroeck (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψεις 14 επ.), της 10ης Ιουλίου 1997, C‑261/95, Palmisani (Συλλογή 1997, σ. I-4025, σκέψη 27), της 1ης Ιουνίου 1999, C-126/97, Eco Swiss (Συλλογή 1999, σ. I-3055, σκέψη 45), της 22ας Φεβρουαρίου 2001, C‑52/99 και C-53/99, Camarotto και Vignone (Συλλογή 2001, σ. I‑1395, σκέψεις 28 και 30), Courage και Crehan (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 29), της 6ης Ιουνίου 2002, C-159/00, Sapod Audic (Συλλογή 2002, σ. I‑5031, σκέψη 52), καθώς και της 13ης Ιουλίου 2006, C‑295/04 έως C-298/04, Manfredi κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6619, σκέψη 62).
32 – Από πάγια νομολογία προκύπτει, σχετικώς, ότι στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι κανόνας της εθνικής νομοθεσίας ο οποίος προβλέπει αποκλειστική προθεσμία δεν είναι σύμφωνος προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, χωρίς να είναι δυνατή η σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία της εθνικής διατάξεως, οφείλει να μην την εφαρμόσει (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal, Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψη 21, της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. I‑3325, σκέψη 26, της 19ης Νοεμβρίου 2002, C-188/00, Kurz, Συλλογή 2002, σ. I-10691, σκέψη 69, και Pflücke, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 48). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά στην υπόθεση Palmisani (απόφαση προαναφερθείσα στην υποσημείωση 31, σημείο 20).
33 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά στην υπόθεση Palmisani (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 32, σημείο 21), καθώς και την εκδοθείσα επί της υποθέσεως αυτής απόφαση (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 33).
34 – Βλ. σημεία 61 και 70 των προτάσεών μου.
35 – Η διαδικασία αφερεγγυότητας αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών ενός οφειλέτη. Η ικανοποίηση των πιστωτών επιδιώκεται μέσω ρευστοποιήσεως των περιουσιακών στοιχείων του αφερέγγυου οφειλέτη. Τρεις είναι οι σχετικές δυνατότητες: 1) Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα στοιχεία του ενεργητικού ρευστοποιούνται και το προϊόν κατανέμεται στους πιστωτές. Στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων. 2) Προκειμένου περί επιχειρήσεων, εξετάζεται, επίσης, η δυνατότητα εξυγιάνσεως. Στην περίπτωση αυτή, τα περιουσιακά στοιχεία χρησιμοποιούνται προς ικανοποίηση των πιστωτών υπό την έννοια ότι –κατά κανόνα κατόπιν σημαντικών επενδύσεων και μέτρων αναδιαρθρώσεως– καθίστανται εκ νέου αποδοτικά ώστε να είναι δυνατή, με τις αποδόσεις τους, η ικανοποίηση των πιστωτών. 3) Τέλος, είναι δυνατή η εξυγίανση μέσω μεταβιβάσεως, δηλαδή η μεταβίβαση της βιώσιμης επιχειρήσεως (ή ενός κλάδου αυτής) σε άλλα υποκείμενα δικαίου, όπως σε έναν ανταγωνιστή ή σε μια διάδοχο εταιρία («Auffanggesellschaft»), με καταβολή του προϊόντος της πωλήσεως μεταξύ των πιστωτών του προηγούμενου κατόχου της επιχειρήσεως (βλ., σχετικώς, Bork, R., Einführung in das Insolvenzrecht, 4η έκδοση, Tübingen, 2005, σ. 2 επ.).
36 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30 (σκέψη 37).
37 – Όπ.π. (σκέψη 39).
38 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 νομολογία.
39 – Βλ., όσον αφορά τη συμβατότητα με το κοινοτικό δίκαιο αποκλειστικών ή προθεσμιών παραγραφής, σημείο 94 των προτάσεών μου της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 24ης Μαρτίου 2009, C-445/06, Danske Slagterier (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή). Υπό την αυτή έννοια, βλ., επίσης, Von Bogdandy, A., Grabitz, E., και Hilf, M., όπ.π., άρθρο 10, σημεία 48, 54 και 54a.
40 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 31. Η διαφορά της κύριας δίκης, στην υπόθεση αυτή, αφορούσε αγωγή για την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από την εκπρόθεσμη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 80/987.
41 – Απόφαση Camarotto και Vignone (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 30).
42 – Απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C-231/96, Edis (Συλλογή 1998, σ. I-4951).
43 – Αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-90/94, Haahr Petroleum (Συλλογή 1997, σ. I‑4085, σκέψη 49), και της 2ας Δεκεμβρίου 1997, C-188/95, Fantask κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-6783, σκέψη 49).
44 – Βλ. αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, C-2/92, Bostock (Συλλογή 1994, σ. I-955, σκέψη 16), της 13ης Απριλίου 2000, C-292/97, Karlsson κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑2737, σκέψη 37) καθώς και Rodríguez Caballero (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 30).
45 – Βλ., π.χ., αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-306/93, SMW Winzersekt (Συλλογή 1994, σ. I-5555, σκέψη 30), της 23ης Νοεμβρίου 1999, C‑149/96, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I-8395, σκέψη 91), Francovich ΙΙ (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 23), και της 12ης Ιουλίου 2001, C‑189/01, Jippes κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5689, σκέψη 129) καθώς και Rodríguez Caballero (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 32).
46 – Σημεία 112 έως 114 των προτάσεών μου της 3ης Φεβρουαρίου 2009 επί της υποθέσεως C-428/07, Horvath (η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου).
47 – Βλ. αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1969, 14/68, Wilhelm κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1, σκέψη 13), της 28ης Ιουνίου 1978, 1/78, Kenny (Συλλογή τόμος 1978, σ. 461, σκέψη 18), της 30ής Νοεμβρίου 1978, 31/78, Bussone (Συλλογή τόμος 1978, σ. 775, σκέψεις 38 επ.), της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 136/78, Auer (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 197, σκέψεις 23 έως 26), της 3ης Ιουλίου 1979, 185/78 έως 204/78, van Dam κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 143, σκέψη 10), της 14ης Ιουλίου 1981, 155/80, Oebel (Συλλογή 1981, σ. 1993, σκέψη 9), της 25ης Ιανουαρίου 1983, 126/82, Smit Transport (Συλλογή 1983, σ. 73, σκέψη 27), της 7ης Μαΐου 1992, C‑251/90 και C-252/90, Wood και Cowie (Συλλογή 1992, σ. I-2873, σκέψη 19), της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. I-6097, σκέψη 8), της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. I-225, σκέψη 21), καθώς και της 1ης Φεβρουαρίου 1996, C‑177/94, Perfili (Συλλογή 1996, σ. I‑161, σκέψη 17).
48 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 47 (σκέψη 10). Η νομολογία αυτή επανελήφθη στις αποφάσεις Oebel (σκέψη 9), Smit Transport (σκέψη 27), Wood και Cowie (σκέψη 19), καθώς και Perfili (σκέψη 17), που παρατίθενται στην υποσημείωση 47.
Full & Egal Universal Law Academy