ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 22ας Ιανουαρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑75/08
The Queen, κατόπιν αιτήσεως του:
Christopher Mellor
κατά
Secretary of State for Communities and Local Government
[αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 85/337/ΕΟΚ – Εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον – Αιτιολόγηση της αποφάσεως να μην υποβληθεί σχεδιαζόμενο έργο σε εκτίμηση των επιπτώσεών του στο περιβάλλον»
I – Εισαγωγή
1. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται, εν προκειμένω, για μια ακόμη φορά της ερμηνείας της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (2) (στο εξής: οδηγία ΕΕΠ). Πρόκειται για τη μορφή που έλαβε η οδηγία μετά την τροποποίησή της με την οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (3), με την οποία σπανίως έχει ασχοληθεί, μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο.
2. Πρέπει, ειδικότερα, να διευκρινιστεί κατά πόσον απαιτείται αιτιολογία της αποφάσεως να μη διεξαχθεί εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον και ποια θα πρέπει να είναι η μορφή της απαιτουμένης, ενδεχομένως, αιτιολογίας.
II – Το νομικό πλαίσιο
3. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, καθορίζει τον σκοπό της οδηγίας ΕΕΠ:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε πριν χορηγηθεί η άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, να χρειάζονται άδεια και εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αυτά τα έργα ορίζονται στο άρθρο 4.»
4. Το άρθρο 3 περιγράφει το αντικείμενο της εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον:
«Η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντοπίζει, περιγράφει και αξιολογεί δεόντως, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 11, τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις ενός έργου:
– στον άνθρωπο, στην πανίδα και στη χλωρίδα,
– στο έδαφος, στα ύδατα, στον αέρα, στο κλίμα και στο τοπίο,
– στα υλικά αγαθά και στην πολιτιστική κληρονομιά,
– στην αλληλεπίδραση μεταξύ των παραγόντων που αναφέρονται στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη περίπτωση.»
5. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, καθορίζει, κατ’ ουσίαν, ποια έργα υποβάλλονται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 3, τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 3, για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, τα κράτη μέλη αποφασίζουν βάσει:
α) κατά περίπτωση εξέτασης,
ή
β) κατωτάτων ορίων ή κριτηρίων που καθορίζει το κράτος μέλος,
κατά πόσο το έργο θα υποβληθεί σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν και τις δύο διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ και β΄.
3. Όταν γίνεται κατά περίπτωση εξέταση ή όταν έχουν τεθεί κατώτατα όρια ή κριτήρια για τους σκοπούς της παραγράφου 2, λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια επιλογής που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει η αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 2 δημοσιεύονται.»
6. Το παράρτημα II, σημείο 10, στοιχείο β΄, έχει ως αντικείμενο τα έργα αστικής ανάπτυξης.
7. Το παράρτημα III αναφέρει ως κριτήρια για την απόφαση περί της ανάγκης εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ενδεικτικώς, διάφορα χαρακτηριστικά του έργου, της χωροθετήσεώς του και των ενδεχομένων επιπτώσεών του.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
8. Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη σχεδιαζόμενη ανάπλαση μιας πρώην ναυτικής βάσεως που βρίσκεται σε περιοχή χαρακτηρισμένη ως ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους. Εκεί σχεδιάζεται η ανέγερση νοσοκομείου. Μια πρώτη άδεια προσβλήθηκε επιτυχώς, διότι δεν είχε εξεταστεί κατά πόσον έπρεπε να γίνει εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
9. Στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που ακολούθησε, το Συμβούλιο του αρμόδιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως διατύπωσε γνώμη επί της ανάγκης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Κατά την άποψή του, μια τέτοια εκτίμηση δεν ήταν απαραίτητη, διότι δεν αναμένονταν σημαντικές επιπτώσεις για το περιβάλλον.
10. Ο C. Mellor, ο προσφεύγων της κύριας δίκης, προέβαλε αντιρρήσεις. Μεταξύ άλλων, θα καταστρεφόταν μια φωλιά νυχτερίδων. Κατόπιν αυτού, ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως αναθεώρησε την εκτίμησή του.
11. Παρ’ όλ’ αυτά, η Υπουργός Περιβάλλοντος του Ηνωμένου Βασιλείου εξέδωσε στη συνέχεια, με έγγραφο της 4ης Δεκεμβρίου 2006, απόφαση σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείτο εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αιτιολόγησε την απόφαση αυτή με το επιχείρημα ότι το σχεδιαζόμενο έργο δεν αναμενόταν, βάσει παραγόντων όπως η φύση, το μέγεθος και η θέση του, να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Ειδικότεροι λόγοι δεν αναφέρθηκαν.
12. Ο C. Mellor άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής. Το Court of Appeal επιλήφθηκε της διαφοράς σε δεύτερο βαθμό και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1. Υποχρεούνται τα κράτη μέλη, κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες 97/11/ΕΚ και 2003/35/ΕΚ (στο εξής: οδηγία), να δημοσιεύουν τους λόγους για τους οποίους αποφασίζουν ότι δεν απαιτείται να υποβληθεί ορισμένο σχεδιαζόμενο έργο του παραρτήματος ΙΙ στην προβλεπόμενη στα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας εκτίμηση;
2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, ανταποκρίνεται στην υποχρέωση αυτή το περιεχόμενο του εγγράφου της 4ης Δεκεμβρίου 2006 της αρμοδίας υπουργού;
3. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 2, ποια είναι η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στο πλαίσιο αυτό;
IV – Νομική εκτίμηση
Επί του ρυθμιστικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
13. Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την προκαταρκτική έρευνα του κατά πόσο συγκεκριμένο σχεδιαζόμενο έργο πρέπει να υποβληθεί σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
14. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, και το παράρτημα II, σημείο 10, στοιχείο β΄, της οδηγίας ΕΕΠ, τα κράτη μέλη αποφασίζουν, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης ή κατωτάτων ορίων ή κριτηρίων που καθορίζουν, κατά πόσο θα υποβληθούν σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων τα έργα αστικής ανάπτυξης. Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΕΠ παρέχει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως. Το περιθώριο αυτό περιορίζεται όμως από την επιβαλλόμενη με το άρθρο 2, παράγραφος 1, υποχρέωση μελέτης των επιπτώσεων έργων με ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (4).
15. Τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη ιδίως τη φύση, το μέγεθος και τη θέση του σχεδιαζομένου έργου, προκειμένου να καθορίσουν αν αυτό αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (5). Συναφώς, η οδηγία ΕΕΠ επιδιώκει τη σφαιρική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των σχεδίων ή της τροποποίησής τους (6). Ειδικότερα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο τα άμεσα αποτελέσματα των σχεδιαζομένων εργασιών, όσο και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις που θα ήταν δυνατό να προκληθούν από τη χρήση και την εκμετάλλευση των έργων που θα προκύψουν από τις εργασίες αυτές (7).
16. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές κατέληξαν, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, στο συμπέρασμα ότι δεν αναμένεται το σχεδιαζόμενο έργο, βάσει παραγόντων όπως η φύση, το μέγεθος ή η θέση του, να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Δεν απαιτείται, συνεπώς, εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
17. Κατά την άποψη του C. Mellor, η απόφαση αυτή πρέπει να ακυρωθεί, διότι δεν είναι ή τουλάχιστον δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
18. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον απαιτείται αιτιολογία της αποφάσεως να μη διεξαχθεί εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον.
19. Η οδηγία ΕΕΠ προβλέπει, βέβαια, στο άρθρο 9, ότι σε περίπτωση χορηγήσεως αδείας για σχεδιαζόμενο έργο έπειτα από εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων πρέπει να τίθενται στη διάθεση του κοινού πολυάριθμα στοιχεία. Για τη μη υποβολή του έργου σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, το άρθρο 4, παράγραφος 4, απαιτεί, αντιθέτως, μόνον τη δημοσίευση της αρνητικής αποφάσεως.
20. Όπως τονίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, η οδηγία ΕΕΠ δεν επιτάσσει ρητώς την αιτιολόγηση της αποφάσεως να μη διεξαχθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αντιθέτως, είναι αλήθεια ότι η οδηγία προβλέπει ρητώς υποχρέωση αιτιολογήσεως άλλων αποφάσεων.
Επί της αποφάσεως της 10ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ιταλίας
21. Το Δικαστήριο έχει όμως αποφανθεί ότι η απόφαση με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή εκτιμά ότι τα χαρακτηριστικά ενός σχεδίου δεν απαιτούν να υποβληθεί σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών του επιπτώσεων πρέπει να περιλαμβάνει ή να συνοδεύεται από όλα τα στοιχεία που καθιστούν εφικτή την εξακρίβωση ότι αυτή βασίζεται σε κατάλληλο προηγούμενο έλεγχο που διενεργήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας ΕΕΠ (8).
22. Το Ηνωμένο Βασίλειο όμως ορθά αντιτάσσει ότι η διαπίστωση αυτή αποτελεί απλώς obiter dictum. Αντικείμενο της επίμαχης διαδικασίας λόγω παραβάσεως της Συνθήκης δεν ήταν η ενδεχομένως ελλιπής αιτιολογία αποφάσεως να μη διεξαχθεί εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Αντιθέτως, η αιτίαση της Επιτροπής αφορούσε το ότι δεν είχε εξεταστεί κατά πόσον έπρεπε να γίνει εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
23. Κατά συνέπεια, οι τότε διάδικοι δεν προέβαλαν ισχυρισμούς σχετικά με την ενδεχόμενη υποχρέωση αιτιολογήσεως και άλλα κράτη μέλη, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν είχαν λόγο να μετάσχουν στη διαδικασία ώστε να αντιταχθούν στην άποψη που δέχεται την ύπαρξη υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Συνεπώς, παρά την ύπαρξη της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας, πρέπει να ερευνηθεί κατά πόσον είναι απαραίτητη η αιτιολογία.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως του πρωτογενούς δικαίου
24. Το άρθρο 253 EΚ επιβάλλει να αιτιολογούνται οι αποφάσεις. Όπως, ειδικότερα, επικαλείται ο C. Mellor, το δικαίωμα χρηστής διοίκησης του άρθρου 41, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (9) περιλαμβάνει και την υποχρέωση της διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Δεδομένου ότι η Συνθήκη της Λισσαβόνας δεν έχει ακόμη κυρωθεί, ο Χάρτης δεν αναπτύσσει δεσμευτική νομική ενέργεια αντίστοιχη προς αυτήν του πρωτογενούς δικαίου. Ως πηγή νομικής αναφοράς παρέχει όμως διασαφηνίσεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα (10), που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (11).
25. Από τη διατύπωση όμως του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, όπως και από το άρθρο 253 ΕΚ, προκύπτει ότι η αναφερόμενη σε αυτά υποχρέωση αιτιολογήσεως ισχύει για τα όργανα της Κοινότητας. Δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να μεταφερθεί, άνευ ετέρου, στις αρχές των κρατών μελών, ακόμη και όταν εφαρμόζουν κοινοτικό δίκαιο (12).
Επί των αρχών της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας
26. Τα κράτη μέλη ρυθμίζουν, κατ’ αρχήν, τη διαδικασία εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όταν αυτό δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες. Υπάρχουν, βέβαια, ρυθμίσεις για την αιτιολόγηση αποφάσεων των κρατών μελών κατ’ εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων κοινοτικού δικαίου (13), ακόμη και στο δίκαιο του περιβάλλοντος (14), ελλείπει όμως ακριβώς η ειδική ρύθμιση για την αιτιολόγηση αποφάσεων προκαταρκτικού ελέγχου.
27. Παρ’ όλ’ αυτά, τα κράτη μέλη δεν είναι εντελώς ελεύθερα, όταν θεσπίζουν δικονομικού δικαίου διατάξεις σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Οι δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) και να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) (15).
28. Δεν φαίνεται η έλλειψη υποχρεώσεως αιτιολογήσεως να συνιστά δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με πραγματικά περιστατικά καθαρώς εσωτερικής φύσεως. Αμφίβολο είναι, όμως, το κατά πόσον τηρούνται τα όρια της αρχής της αποτελεσματικότητας. Συγκεκριμένη έκφραση της αρχής της αποτελεσματικότητας αποτελεί η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας. Η αρχή αυτή επιβάλλει να μπορούν να επιδιωχθούν δικαστικώς τα δικαιώματα που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο. Ειδικότερα, κάθε απόφαση μιας εθνικής αρχής, η οποία αρνείται το ευεργέτημα ενός τέτοιου δικαιώματος, πρέπει να μπορεί να υποβληθεί σε δικαστικό έλεγχο. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να εκτείνεται και στην αιτιολογία της αποφάσεως (16).
29. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ενταχθούν οι διαπιστώσεις της αποφάσεως επί της υποθέσεως C-87/02 σχετικά με την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Το Δικαστήριο τονίζει ότι, στην υπό κρίση τότε υπόθεση, χωρίς τα αιτούμενα στοιχεία θα ήταν αδύνατο να εξακριβωθεί εάν ο προηγούμενος έλεγχος της ανάγκης εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων είχε πραγματοποιηθεί (17).
30. Η σκέψη αυτή είναι πειστική. Εάν η απόφαση δεν συνοδεύεται από τα αντίστοιχα στοιχεία, εκ των υστέρων είναι τουλάχιστον πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί κατά πόσον η αρχή που έλαβε την απόφαση προέβη σε εκτίμηση των ενδεχόμενων περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Θα παραμένουν συχνά αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον μια για άλλους μόνον λόγους ληφθείσα απόφαση επικυρώθηκε εκ των υστέρων κατά τη δικαστική διαδικασία.
31. Πέραν αυτού, η υποχρέωση αιτιολογήσεως παρέχει στον ιδιώτη την ευχέρεια να αποφασίζει, έχοντας πλήρη γνώση όλων των σχετικών στοιχείων, αν τον συμφέρει η άσκηση ένδικης προσφυγής (18). Στην προκειμένη υπόθεση, από την αιτιολογία θα μπορούσε να προκύψει ποιοι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι ελήφθησαν υπόψη. Με προσφυγή θα μπορούσε να προσβληθεί είτε η εσφαλμένη εκτίμηση των κινδύνων αυτών είτε η μη λήψη υπόψη άλλων κρίσιμων κινδύνων.
32. Εξάλλου, η αιτιολογία δεν παρέχεται αποκλειστικά προς το συμφέρον του πολίτη, αλλά ενεργεί ως πρώτος αυτοέλεγχος της διοικήσεως και μπορεί να καταστήσει πιο ειρηνική τη σχέση με τον πολίτη. Πράγματι, όταν η αιτιολογία είναι πειστική, θέτει τέρμα στις υφιστάμενες συγκρούσεις και εμποδίζει περιττές δικαστικές διενέξεις.
33. Το Δικαστήριο έκρινε πρόσφατα, υπό το πνεύμα αυτό, ότι πρέπει να αιτιολογείται κάθε απόφαση μιας εθνικής αρχής η οποία αρνείται το ευεργέτημα ενός δικαιώματος που αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο (19). Στο μέτρο αυτό, το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν περιλαμβάνει μόνον κανόνες χρηστής διοικήσεως εκ μέρους των οργάνων, αλλά τεκμηριώνει μια γενική νομική αρχή που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και οι αρχές των κρατών μελών κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (20).
34. Συνοψίζοντας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να δημοσιεύουν τους λόγους της αποφάσεως, με την οποία αρνούνται το ευεργέτημα ενός δικαιώματος που αναγνωρίζεται από την Κοινότητα.
Επί της ενδεχόμενης παραβιάσεως δικαίου
35. Πρέπει, κατά συνέπεια, να ερευνηθεί κατά πόσον η άρνηση διενέργειας εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων μπορεί να θεωρηθεί ως άρνηση του ευεργετήματος ενός δικαιώματος που αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο.
36. Η άρνηση του ευεργετήματος δικαιώματος δεν μπορεί, στο πλαίσιο αυτό, να έχει την έννοια ότι πρέπει πράγματι να υφίστατο το δικαίωμα για εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση αιτιολογήσεως θα καθίστατο κενή περιεχομένου. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από κάθε αιτιολογία, η άρνηση του ευεργετήματος ενός πράγματι υφισταμένου δικαιώματος είναι παράνομη.
37. Αντιθέτως, η αιτιολογία πρέπει να καθιστά δυνατό τον έλεγχο κάθε αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίσταται ένα, κατ’ αρχήν, αναγνωριζόμενο από την Κοινότητα δικαίωμα. Κατά συνέπεια, η διοίκηση πρέπει να αιτιολογεί μια απόφαση όταν η Κοινότητα έχει διαμορφώσει για τον ιδιώτη έννομες καταστάσεις που η εν λόγω απόφαση μπορεί να θίξει.
38. Στη διαφορά της κύριας δίκης δεν περιορίζονται τα δικαιώματα του φορέα του σχεδιαζόμενου έργου. Πράγματι, αυτός ζήτησε να προχωρήσει η διαδικασία χορηγήσεως της αδείας χωρίς εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Έναντι αυτού δεν απαιτείται, συνεπώς, αιτιολογία της αποφάσεως.
39. Εντούτοις, και τα δικαιώματα τρίτων είναι κρίσιμα για την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Πράγματι, στο πλαίσιο κοινοτικών διαδικασιών, η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται, μεταξύ άλλων, αναλόγως του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά (21). Επομένως, απαιτείται αιτιολογία, όταν η Επιτροπή, σε περιπτώσεις του δικαίου του ανταγωνισμού, δεν προβάλλει αντιρρήσεις κατά της συγχωνεύσεως επιχειρήσεων (22) ή κατά ενισχύσεως (23).
40. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να ισχύουν και για αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρχές των κρατών μελών κατ’ εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου. Η μη διενέργεια εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων αφορά αναγκαστικά όχι μόνον τον φορέα του σχεδιαζομένου έργου, αλλά και τρίτους, τουλάχιστον στο μέτρο που μπορούν, κατ’ αρχήν, να απαιτήσουν τη διενέργεια τέτοιας εκτιμήσεως.
41. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τρίτοι μπορεί να έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν τη διενέργεια εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αν οι νομοθετικές ή διοικητικές αρχές κράτους μέλους υπερβούν το περιθώριο εκτιμήσεως που τους παρέχουν τα άρθρα 4, παράγραφος 2, και 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΕΠ, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλεστούν ενώπιον του δικαστηρίου κράτους μέλους κατά των εθνικών αρχών. Σε μια τέτοια περίπτωση, στις αρχές του κράτους μέλους απόκειται να λάβουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, κάθε αναγκαίο γενικό ή ειδικό μέτρο ώστε τα σχέδια να υποβληθούν σε εξέταση προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον είναι δυνατό να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και, αν όντως συντρέχει μια τέτοια περίπτωση, να πραγματοποιηθεί μελέτη ως προς τις επιπτώσεις αυτές (24).
42. Πέραν αυτού, το άρθρο 10α της οδηγίας ΕΕΠ προβλέπει πλέον ότι τα μέλη του ενδιαφερόμενου κοινού ή οι μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν, υπό ορισμένους όρους, να απαιτήσουν τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων που εμπίπτουν στις διατάξεις της οδηγίας ΕΕΠ περί συμμετοχής του κοινού. Το δικαίωμα αυτό θα ετίθετο σε κίνδυνο εάν οι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν να στραφούν και κατά της αποφάσεως περί μη εφαρμογής των ρυθμίσεων περί συμμετοχής του κοινού.
43. Κατά συνέπεια, η Κοινότητα, με το άρθρο 4, παράγραφος 2, το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 10α της οδηγίας ΕΕΠ, παρέσχε στον ιδιώτη ένα δικαίωμα. Δεδομένου ότι η απόφαση περί μη διενέργειας εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων μπορεί να θίξει το δικαίωμα αυτό, η εν λόγω απόφαση πρέπει να αιτιολογείται.
Επί των εννόμων συνεπειών της ελλείψεως αιτιολογίας
44. Συμπληρωματικώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν απαιτεί να εναρμονιστούν οι έννομες συνέπειες της ελλείψεως αιτιολογίας στις διάφορες έννομες τάξεις των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να υιοθετήσουν τους κανόνες που ισχύουν για την έλλειψη αιτιολογίας των πράξεων των οργάνων.
45. Στην κοινοτική έννομη τάξη, η αιτιολογία μιας πράξεως πρέπει κατ’ αρχήν να κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο ταυτόχρονα με τη βλαπτική για αυτόν πράξη. Η έλλειψη αιτιολογίας ή η πρόδηλη ανεπάρκειά της δεν μπορούν (κατ’ αρχήν) να καλυφθούν, λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος πληροφορείται την αιτιολογία της πράξεως κατά τη διαδικασία ενώπιον του κοινοτικού δικαστή (25). Αυτό ανταποκρίνεται, εξάλλου, στην αυστηρή πραγματική και νομική οριοθέτηση του αντικειμένου της διαφοράς μέσω του συστήματος των μέσων επιθέσεως και άμυνας. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί, κατά κανόνα, να διευρύνει την προσφυγή του (26), η δυνατότητα του καθού οργάνου να συμπληρώσει, άνευ ετέρου (27), την αιτιολογία του κατά τη διάρκεια της δίκης θα έθετε σε κίνδυνο τη δικονομική ισότητα των όπλων.
46. Στο πλαίσιο όμως ενός δικονομικού συστήματος με διαφορετική δομή δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η ελαστικότερη αντιμετώπιση της θεραπείας των ελλείψεων της αιτιολογίας. Τέτοιο θέμα τίθεται ιδίως όταν το αντικείμενο της προσφυγής παραμένει ανοικτό, παραδείγματος χάριν όσον αφορά τα νομικά μέσα επιθέσεως, δηλαδή τις νομικές ενστάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ή στο μέτρο που είναι παραδεκτές οι διευρύνσεις της προσφυγής κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Αυτά όμως αποτελούν ζητήματα του εθνικού δικονομικού δικαίου.
Απάντηση του πρώτου ερωτήματος
47. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατά το άρθρο 4 της οδηγίας ΕΕΠ, να δημοσιεύουν τους λόγους για τους οποίους αποφασίζουν ότι δεν απαιτείται να υποβληθεί ορισμένο σχεδιαζόμενο έργο του παραρτήματος ΙΙ στην προβλεπόμενη στα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας εκτίμηση.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
48. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να ελέγξει κατά πόσον η Υπουργός Περιβάλλοντος αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα έχουν την έννοια ότι ερωτάται ποιες απαιτήσεις πρέπει να πληροί η αιτιολογία της αποφάσεως να μη λάβει χώρα εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και, ιδίως, κατά πόσον αρκεί μόνον η αναφορά των κριτηρίων, βάσει των οποίων δεν αναμένονται σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
49. Το περιεχόμενο της αιτιολογίας πρέπει να είναι προσανατολισμένο στον σκοπό της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ιταλίας, αποφάνθηκε συναφώς ότι η απόφαση να μη διενεργηθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων πρέπει να περιλαμβάνει ή να συνοδεύεται από όλα τα στοιχεία που καθιστούν εφικτή την εξακρίβωση ότι αυτή βασίζεται σε κατάλληλο προηγούμενο έλεγχο που διενεργήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας ΕΕΠ (28). Κρίσιμο είναι, συνεπώς, κατά πόσον η αναφερόμενη αιτιολογία καταδεικνύει ότι έλαβε χώρα κατάλληλος προηγούμενος έλεγχος.
50. Όσον αφορά την έκταση του κατάλληλου προηγούμενου ελέγχου, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η οδηγία ΕΕΠ επιδιώκει τη σφαιρική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των σχεδίων και τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη ιδίως τη φύση, το μέγεθος και τη θέση του σχεδιαζομένου έργου, προκειμένου να καθορίσουν αν αυτό αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (29).
51. Όταν η έλλειψη σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι προφανής, ο έλεγχος αυτός μπορεί να τεκμηριωθεί επαρκώς με μια φράση. Εάν όμως έχει ήδη γίνει συζήτηση για συγκεκριμένες πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, χρειάζονται εκτενέστερες εξηγήσεις για να αποδειχθεί ότι οι επιπτώσεις αυτές έχουν ελεγχθεί προσηκόντως. Ως προς το ζήτημα αυτό, κατευθυντήριες γραμμές προσφέρει η νομολογία σχετικά με την υποχρέωση αιτιολογήσεως του πρωτογενούς δικαίου. Σύμφωνα με αυτή, πρέπει να εκτίθενται επαρκώς οι λόγοι για τους οποίους τα ήδη κατά την προκαταρκτική διαδικασία αναφερθέντα νομικά και πραγματικά στοιχεία δεν τεκμηριώνουν τη δυνατότητα επελεύσεως σημαντικών επιπτώσεων στο περιβάλλον. Δεν είναι όμως αναγκαίο να λαμβάνεται θέση επί των στοιχείων που είναι προδήλως άσχετα, ασήμαντα ή σαφώς δευτερεύοντα ή να δίδεται απάντηση εκ των προτέρων σε δυνητικές αντιρρήσεις (30).
52. Στο πλαίσιο αυτό, στη διαφορά της κύριας δίκης τίθενται, ιδίως, δύο ζητήματα, συγκεκριμένα δε η ένταξη του σχεδιαζομένου έργου σε περιοχή χαρακτηρισμένη κατά το εθνικό δίκαιο ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, αφενός, και η προβαλλόμενη από τον C. Mellor κατά τη διοικητική διαδικασία πιθανή καταστροφή φωλιάς νυχτερίδων, αφετέρου. Και τα δύο ζητήματα αφορούν τη θέση του σχεδιαζομένου έργου. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, και το παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας ΕΕΠ, πρέπει να ληφθεί υπόψη η περιβαλλοντική ευαισθησία αυτής της γεωγραφικής περιοχής. Πρέπει δε να εξετασθούν ιδίως ορισμένα σημεία που αναφέρονται ρητώς.
53. Το φυσικό κάλλος της θέσεως του έργου, δηλαδή εκτίμηση αισθητικής φύσεως, καλύπτεται εν μέρει μόνον από την έννοια της περιβαλλοντικής ευαισθησίας: στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, τρίτη περίπτωση, στοιχείο η΄, γίνεται αναφορά στα τοπία ιστορικής, πολιτιστικής ή αρχαιολογικής σημασίας. Στο μέτρο που δεν συντρέχει κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά, η αισθητική αποτελεί λιγότερο οικολογικό κριτήριο και περισσότερο θέμα ανθρώπινου γούστου. Στην περίπτωση αυτή, η πιθανή βλάβη της εικόνας του τοπίου δεν αποτελεί υποχρεωτική ένδειξη πιθανότητας σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Το στοιχείο αυτό θα είχε τότε δευτερεύουσα σημασία, με αποτέλεσμα να δύναται να παραλειφθεί η αναφορά του.
54. Αντίθετα, η πιθανή καταστροφή μιας φωλιάς νυχτερίδων είναι ζήτημα ικανότητας απορρόφησης του φυσικού περιβάλλοντος, κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙΙ, σημείο 2, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας ΕΕΠ. Οι φωλιές βέβαια αυτές καλύπτονται ρητώς μόνον όταν αποτελούν, σύμφωνα με το στοιχείο ε΄, τμήματα προστατευομένων περιοχών, ιδίως τόπων κατά την έννοια της οδηγίας για τους οικοτόπους (31). Τα κράτη μέλη πρέπει όμως να εξασφαλίσουν, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, και το παράρτημα IV της οδηγίας για τους οικοτόπους, την αυστηρή προστασία όλων των φωλιών νυχτερίδων, διότι πρόκειται για τόπους αναπαραγωγής και/ή αναπαύσεως αυστηρώς προστατευομένων ειδών (32). Μόνον υπό συγκεκριμένους, στενά περιορισμένους όρους επιτρέπεται να θιγούν οι φωλιές νυχτερίδων (33). Κατά συνέπεια, η καταστροφή φωλιών νυχτερίδας αποτελεί, κατ’ αρχήν, σημαντική περιβαλλοντική επίπτωση, που καθιστά αναγκαία την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (34).
55. Η απόφαση να μη διενεργηθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων πρέπει, συνεπώς, να περιλαμβάνει ή να συνοδεύεται από όλα τα στοιχεία που καθιστούν εφικτή την εξακρίβωση ότι αυτή βασίζεται σε κατάλληλο προηγούμενο έλεγχο που διενεργήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας ΕΕΠ. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει, ιδίως, να εκτίθενται επαρκώς οι λόγοι για τους οποίους τα ήδη κατά την προκαταρκτική διαδικασία αναφερθέντα νομικά και πραγματικά στοιχεία δεν τεκμηριώνουν τη δυνατότητα επελεύσεως σημαντικών επιπτώσεων στο περιβάλλον.
V – Πρόταση
56. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ, να δημοσιεύουν τους λόγους για τους οποίους αποφασίζουν ότι δεν απαιτείται να υποβληθεί ορισμένο σχεδιαζόμενο έργο του παραρτήματος ΙΙ στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας εκτίμηση.
2. Η απόφαση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει ή να συνοδεύεται από όλα τα στοιχεία που καθιστούν εφικτή την εξακρίβωση ότι αυτή βασίζεται σε κατάλληλο προηγούμενο έλεγχο που διενεργήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 85/337. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει, ιδίως, να εκτίθενται επαρκώς οι λόγοι για τους οποίους τα ήδη κατά την προκαταρκτική διαδικασία αναφερθέντα νομικά και πραγματικά στοιχεία δεν τεκμηριώνουν τη δυνατότητα επελεύσεως σημαντικών επιπτώσεων στο περιβάλλον.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 175, σ. 40.
3 – ΕΕ L 156, σ. 17.
4 – Βλ., σχετικά με τις προηγούμενες μορφές της οδηγίας, αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑72/95, Kraaijeveld κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑5403, σκέψη 50), της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑392/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1999, σ. I‑5901, σκέψη 64), της 29ης Απριλίου 2004, C‑117/02, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑5517, σκέψη 82), της 2ας Ιουνίου 2005, C‑83/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑4747, σκέψη 19), της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑121/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2005, σ. I‑7569, σκέψη 87), της 16ης Μαρτίου 2006, C-332/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2006, σ. I‑40, σκέψη 76), της 28ης Φεβρουαρίου 2008, C‑2/07, Abraham κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. Ι-1197, σκέψεις 37 και 42), και της 25ης Ιουλίου 2008, C‑142/07, Ecologistas en Acción-CODA (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 38).
5 – Αποφάσεις C-332/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 77) και Abraham κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 38).
6 – Βλ. απόφαση Abraham κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 42).
7 – Όπ.π. (σκέψη 43).
8 – Απόφαση της 10ης Ιουνίου 2004, C‑87/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑5975, σκέψη 49).
9 – Η πανηγυρική διακήρυξη του Χάρτη έγινε αρχικά στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1) και στη συνέχεια, εκ νέου, στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στο Στρασβούργο (ΕΕ 2007, C 303, σ. 1).
10 – Βλ., συναφώς, και αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2006, C‑540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου («οικογενειακή επανένωση», Συλλογή 2006, σ. I‑5769, σκέψη 38), και της 13ης Μαρτίου 2007, C‑432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I-2271, σκέψη 37).
11 – Βλ. αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, C‑2/92, Bostock (Συλλογή 1994, σ. I‑955, σκέψη 16), της 18ης Μαΐου 2000, C‑107/97, Rombi και Arkopharma (Συλλογή 2000, σ. I‑3367, σκέψη 65), της 6ης Νοεμβρίου 2003, C‑101/01, Lindqvist (Συλλογή 2003, σ. I‑12971, σκέψη 87), και Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 105). Βλ., επίσης, άρθρο 52, παράγραφος 5, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
12 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, C‑233/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑6625, σκέψη 109).
13 – Βλ., π.χ., για την απέλαση πολιτών της Ενώσεως, άρθρο 30, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77).
14 – Βλ., π.χ., για την άρνηση παροχής περιβαλλοντικών πληροφοριών, άρθρο 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 41, σ. 26) ή, για τη χορήγηση αδείας για σχεδιαζόμενα έργα μετά από εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας ΕΕΠ.
15 – Βλ. αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-147/01, Weber’s Wine World κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I-11365, σκέψη 103), της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑201/02, Wells (Συλλογή 2004, σ. I‑723, σκέψη 67), της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑392/04 και C‑422/04, i-21 Germany und Arcor (Συλλογή 2006, σ. I‑8559, σκέψη 57) καθώς και της 15ης Μαρτίου 2007, C-35/05, Reemtsma Συλλογή 2007, σ. I-2425, σκέψη 37).
16 – Βλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86, Heylens κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 4097, σκέψη 15),και της 15ης Φεβρουαρίου 2007, C‑239/05, BVBA Management, Training en Consultancy (Συλλογή 2007, σ. I‑1455, σκέψη 36).
17 – Προπαρατεθείσα.
18 – Βλ. απόφαση Heylens κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16) και προτάσεις μου της 27ης Ιανουαρίου 2005, C‑186/04, στην υπόθεση Housieaux (απόφαση της 21ης Απριλίου 2005, Συλλογή 2005, σ. I‑3299, σημείο 32).
19 – Βλ., όσον αφορά το δίκαιο των σημάτων, απόφαση BVBA Management, Training en Consultancy (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 36). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 15ης Φεβρουαρίου 2007, C‑426/05, στην υπόθεση Tele2 Telecommunication (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2009, Συλλογή 2008, σ. I‑685, σημείο 49), της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston της 6ης Ιουλίου 2006, στην υπόθεση BVBA Management, Training en Consultancy (προπαρατεθείσα, σημείο 40), και προτάσεις μου στην υπόθεση Housieaux (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 18).
20 – Βλ., σχετικά με άλλες απαιτήσεις χρηστής διοικήσεως κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, απόφαση της 21ης Ιουνίου 2007, C‑428/05, Laub (Συλλογή 2007, σ. I‑5069, σκέψη 25), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 27ης Νοεμβρίου 2007, C‑147/06 και 148/06, στην υπόθεση SECAP και SANTORSO (απόφαση της 15ης Μαΐου 2008, Συλλογή 2008, σ. I‑3565, σημεία 49 επ.).
21 – Βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, C‑413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 166).
22 – Όπ.π. (σκέψεις 171 επ.).
23 – Βλ. αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψη 64), και της 1ης Ιουλίου 2008, C‑341/06 P, Chronopost κατά UFEX κ.λπ. (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 89).
24 – Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑435/97, WWF κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑5613, σκέψη 71).
25 – Βλ. αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1981, 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1981, σ. 861, σκέψη 22), της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑351/98, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑8031, σκέψη 84), της 22ας Ιανουαρίου 2004, C‑353/01 P, Mattila κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑1073, σκέψη 32), της 29ης Απριλίου 2004, C‑199/01 P και C‑200/01 P, IPK-München και Επιτροπή (Συλλογή 2004, σ. I‑4627, σκέψη 66), και της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 463), καθώς και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2006, T‑228/02, Organisation des Modjahedines du peuple d’Iran κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. II‑4665, σκέψη 139), και της 23ης Οκτωβρίου 2008, T‑256/07, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 182).
26 – Βλ. το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και, συναφώς, την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, 108/81, Amylum κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3107, σκέψεις 24 επ.) καθώς και –όσον αφορά τη διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης– τις προτάσεις μου της 29ης Ιανουαρίου 2004, C‑350/02, Επιτροπή κατά Κάτω‑Xωρών (Συλλογή 2004, σ. I‑6213, σημεία 31 επ.).
27 – Η απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑402/05 P και C‑415/05 P, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 350), αφήνει όμως ανοικτό το ενδεχόμενο δυνατότητας θεραπείας υπό εξαιρετικές συνθήκες.
28 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση.
29 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 15.
30 – Βλ. συναφώς, εκτός από τις παρατιθέμενες στην υποσημείωση 23 αποφάσεις Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s Frankreich καθώς και Chronopost κατά UFEX κ.λπ., αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2005, C‑465/02 και C‑466/02, Γερμανία και Δανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑9115, σκέψη 106), και Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 167).
31 – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7).
32 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 2005, C‑6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2005, σ. I‑9017, σκέψη 79), της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑98/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2006, σ. I‑53, σκέψη 55), και της 11ης Ιανουαρίου 2007, C‑183/05, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2007, σ. I‑137, σκέψη 47).
33 – Βλ. σχετικά με τις εξαιρέσεις από το καθεστώς προστασίας, όσον αφορά τη θήρα των λύκων, απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, C‑342/05, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2007, σ. I‑4713, σκέψεις 25 επ.).
34 – Βλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψεις 34 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy