ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Μαΐου 2009 (1)
Υπόθεση C‑116/08
C. Meerts
κατά
Proost NV
[αίτηση του Hof van Cassatie (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γoνική άδεια – Μονομερής λύση συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη – Αποζημίωση λόγω καταγγελίας – Οδηγία 96/34/ΕΚ»
I – Εισαγωγή
1. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CESΗ (2). Η αίτηση αυτή δίδει λαβή στο να διευκρινιστεί η νομική θέση των εργαζομένων σε σχέση με τη γονική άδεια.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
2. Η οδηγία 96/34 θέτει σε εφαρμογή τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια που συνήψαν στις 14 Δεκεμβρίου 1995 οι Eυρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι.
3. Η προσαρτώμενη στην οδηγία 96/34 συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια διαλαμβάνει στην ένατη αιτιολογική σκέψη της τα εξής:
«η παρούσα συμφωνία αποτελεί συμφωνία-πλαίσιο που ορίζει τους ελάχιστους κανόνες και διατάξεις για τη γονική άδεια, διαφορετική της άδειας μητρότητας, […] και παραπέμπει στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους για τη θέσπιση των προϋποθέσεων πρόσβασης και των τρόπων εφαρμογής, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος· […]».
4. Η ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει τους σκοπούς και το πεδίο εφαρμογής της:
«Η παρούσα συμφωνία ορίζει τους ελάχιστους κανόνες για τη διευκόλυνση του συνδυασμού των επαγγελματικών και οικογενειακών ευθυνών των εργαζομένων γονέων.»
5. Η ρήτρα 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου, που επιγράφεται «Γονική άδεια», ορίζει:
«Δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, με την επιφύλαξη της ρήτρας 2, παράγραφος 2, παρέχεται ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, τουλάχιστον επί τρεις μήνες, μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας, η οποία μπορεί να φθάσει τα οκτώ έτη και προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη ή/και τους κοινωνικούς εταίρους.»
6. Η ρήτρα 2, παράγραφος 4, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια προβλέπει:
«Για να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να ασκούν το δικαίωμα γονικής άδειας, τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να προστατεύουν τους εργαζόμενους έναντι απολύσεων εξαιτίας της αίτησης ή της λήψης γονικής αδείας, σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή τις εθνικές πρακτικές.»
7. Η ρήτρα 2, παράγραφος 5, ορίζει:
«Με τη λήξη της γονικής άδειας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να επανέλθει στη θέση εργασίας του ή, σε περίπτωση αδυναμίας, σε εργασία ισοδύναμη ή ανάλογη σύμφωνη με τη σύμβασή του ή την εργασιακή του σχέση.»
8. Η ρήτρα 2, παράγραφος 6, ορίζει:
«Τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία έναρξης της γονικής αδείας διατηρούνται ως έχουν μέχρι τέλους της γονικής αδείας. Με τη λήξη της γονικής αδείας, εφαρμόζονται τα δικαιώματα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών που προέρχονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την εθνική πρακτική.»
Β – Η εθνική νομοθεσία
9. Το αιτούν δικαστήριο περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στο βελγικό δίκαιο ως εξής.
10. Η οδηγία 96/34 μεταφέρθηκε στη βελγική νομοθεσία με το βασιλικό διάταγμα της 29ης Οκτωβρίου 1997 σχετικά με την αναγνώριση δικαιώματος γονικής αδείας στο πλαίσιο διακοπής της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, όπως τροποποιήθηκε με τα βασιλικά διατάγματα της 24ης Ιανουαρίου 2002 (Moniteur belge της 31ης Ιανουαρίου 2002) και της 15ης Ιουλίου 2005 (Moniteur belge της 28ης Ιουλίου 2005) .
11. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος, ο εργαζόμενος μπορεί να λάβει γονική άδεια με τους εξής τρόπους:
– είτε να αναστείλει την εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας επί τρεις μήνες,
– είτε να μειώσει τον χρόνο εργασίας για χρονικό διάστημα έξι μηνών κατά το ήμισυ,
– είτε να μειώσει τον χρόνο εργασίας για χρονικό διάστημα 15 μηνών κατά το ένα πέμπτο.
12. Ο εργαζόμενος που λαμβάνει γονική άδεια δικαιούται επιδόματος διακοπής εργασίας την οποία καταβάλλει το γραφείο απασχολήσεως.
13. Το καθεστώς της γονικής αδείας εντάχθηκε στους κανόνες για τη διακοπή της επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Η έννοια της «διακοπής της σταδιοδρομίας» παραπέμπει, στο Βέλγιο, στο καθεστώς που παρέχει τη δυνατότητα μειώσεως ή προσωρινής αναστολής της παρεχόμενης εργασίας. Οι συναφείς νομοθετικές ρυθμίσεις περιλαμβάνονται κατ’ ουσίαν στο κεφάλαιο 5 του νόμου περί οικονομικής εξυγιάνσεως της 22ας Ιανουαρίου 1985.
14. Το άρθρο 101 του νόμου περί οικονομικής εξυγιάνσεως ορίζει ότι, οσάκις μειώνεται η παρεχόμενη εργασία, ο εργοδότης δεν μπορεί να προβεί σε καμία ενέργεια που σκοπό έχει να τεθεί μονομερώς τέλος στη σχέση εργασίας, εκτός αν υφίστανται σοβαροί λόγοι, κατά την έννοια του άρθρου 35 του νόμου περί συμβάσεων εργασίας, ή αποχρώντες λόγοι.
15. Το άρθρο 103 του ίδιου νόμου ορίζει ότι, σε περίπτωση μονομερούς λύσεως της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, η προθεσμία γνωστοποιήσεως της καταγγελίας στον εργαζόμενο που έχει μειώσει την παρεχόμενη εργασία του υπολογίζεται ως εάν ο εργαζόμενος να μην την είχε μειώσει.
16. Κατά το άρθρο 103 του νόμου περί οικονομικής εξυγιάνσεως, η διάρκεια της εν λόγω προθεσμίας καταγγελίας πρέπει ομοίως να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 39 του νόμου περί συμβάσεων εργασίας.
17. Ο νόμος περί οικονομικής εξυγιάνσεως ουδέν ορίζει σχετικά με το ύψος του μισθού που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας. Ως προς το σημείο αυτό, έχει εφαρμογή το γενικό εργατικό δίκαιο, ιδίως το άρθρο 39 του νόμου περί συμβάσεων εργασίας.
18. Το άρθρο 39, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του νόμου περί συμβάσεων εργασίας ορίζει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου, ο συμβαλλόμενος που καταγγέλλει τη σύμβαση χωρίς να συντρέχει αποχρών λόγος ή χωρίς να τηρήσει την προθεσμία καταγγελίας που τάσσει ο νόμος υποχρεούται να καταβάλει στον αντισυμβαλλόμενό του αποζημίωση ίση προς τις τρέχουσες αποδοχές που αντιστοιχούν είτε στη διάρκεια της προθεσμίας καταγγελίας είτε του εναπομείναντος χρόνου προς συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής.
19. Σε περίπτωση μειώσεως της παρεχόμενης εργασίας, η προθεσμία καταγγελίας υπολογίζεται και στην περίπτωση αυτή ως εάν ο εργαζόμενος να μην είχε μειώσει την παρεχόμενη εργασία του.
20. Αντιθέτως, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 1, του νόμου περί συμβάσεων εργασίας δεν ισχύει καμία αποκλίνουσα ρύθμιση και, ως εκ τούτου, η αποζημίωση λόγω καταγγελίας για εργαζόμενο ο οποίος μείωσε την παρεχόμενη εργασία του, σε περίπτωση μονομερούς καταγγελίας του εργοδότη, πρέπει να υπολογίζεται λαμβανομένων υπόψη των αποδοχών επί των οποίων ο εργαζόμενος αυτός πράγματι είχε δικαίωμα κατά τον χρόνο επιδόσεως της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
21. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση που ένας εργαζόμενος μείωσε τον χρόνο εργασίας του λόγω λήψεως γονικής αδείας.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
22. Από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως καθώς και από τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις των διαδίκων συνάγονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
23. Η C. Meerts συνήψε το 1992 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την εταιρία NV Proost. Για το χρονικό διάστημα από 18 Νοεμβρίου 2002 έως 17 Μαΐου 2003, μείωσε το ωράριο εργασίας της κατά το ήμισυ λόγω λήψεως γονικής αδείας.
24. Στις 8 Μαΐου 2003, ήτοι εννέα ημέρες πριν το τέλος της γονικής αδείας, η εταιρία NV Proost απέλυσε τη C. Meerts για οικονομικούς λόγους χωρίς να τηρήσει την προθεσμία καταγγελίας. Οι διάδικοι δεν ερίζουν ως προς την καταγγελία καθαυτήν, αλλά μόνον ως προς το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας. Η C. Meerts έλαβε από τον εργοδότη της αποζημίωση λόγω καταγγελίας της οποίας το ύψος είχε υπολογιστεί βάσει των μειωμένων αποδοχών που ελάμβανε κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας. Εντούτοις, η C. Meerts φρονεί ότι ως βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως πρέπει να ληφθούν υπόψη οι πλήρεις αποδοχές της τις οποίες ελάμβανε πριν από την έναρξη της γονικής αδείας και τις οποίες πάλι θα ελάμβανε μετά τη λήξη της γονικής αδείας.
25. Ως εκ τούτου, η C. Meerts άσκησε αγωγή ενώπιον του Arbeidsrechtbank Turnhout ζητώντας την καταβολή μεγαλύτερης αποζημιώσεως. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε. Ούτε η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως αυτής έφεση ενώπιον του Arbeidshof Antwerpen έγινε δεκτή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η C. Meerts άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
26. Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων περιορίζεται στο ζήτημα αν η C. Meerts έχει δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της οποίας το ύψος πρέπει να υπολογιστεί βάσει των μειωμένων αποδοχών που ελάμβανε κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας λόγω μειώσεως της παρεχόμενης από αυτήν εργασίας ή βάσει των πλήρων αποδοχών τις οποίες ελάμβανε πριν τη γονική άδεια.
IV – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
27. Με διάταξη της 25ης Φεβρουαρίου 2008, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαρτίου 2008, το Hof van Cassatie ανέστειλε την εκκρεμή ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Έχουν οι διατάξεις της ρήτρας 2, παράγραφοι 4, 5, 6 και 7, της συναφθείσας στις 14 Δεκεμβρίου 1995 από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα UNICE, CEEP και CES συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία περιελήφθη στο παράρτημα της οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES, την έννοια ότι, σε περίπτωση μονομερούς λύσεως της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη κατά τη διάρκεια ισχύος του συστήματος μειωμένης παροχής εργασίας, χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος ή χωρίς να έχει τηρηθεί η νόμιμη προθεσμία καταγγελίας, η οφειλόμενη στον εργαζόμενο αποζημίωση λόγω καταγγελίας πρέπει να καθορίζεται βάσει του βασικού μισθού, υπολογιζόμενου ως εάν ο εργαζόμενος να μην είχε μειώσει την παροχή εργασίας του υπό τη μορφή λήψεως γονικής άδειας κατά την έννοια της παραγράφου 3, στοιχείο α΄, της ρήτρας [2] της συμφωνίας-πλαισίου;»
28. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, υπέβαλαν γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις, πέραν της C. Meerts και της εταιρίας NV Proost, η Βελγική, η Γαλλική και η Ελληνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
V – Εκτίμηση
Α – Το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος
29. Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη. Η διάταξη περί παραπομπής περιορίζεται, κατά την άποψή της, στην παράθεση των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας χωρίς να εκτίθεται με την απαιτούμενη σαφήνεια ο λόγος για τον οποίον το αιτούν δικαστήριο θεωρεί αναγκαία την ερμηνεία της συμφωνίας-πλαισίου.
30. Κατά πάγια νομολογία, η εκτίμηση της ανάγκης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος ανήκει αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο, το δε Δικαστήριο είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωμένο να απαντά στα σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ερωτήματά του (3). Εν γένει υφίσταται τεκμήριο λυσιτέλειας των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια το οποίο μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί να ανατρέπεται, αν είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητείται δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (4). Η απόφαση περί απορρίψεως μιας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβάλλει εθνικό δικαστήριο είναι δυνατή και στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που απαιτούνται προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (5).
31. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι το ερώτημα του Hof van Cassatie είναι προδήλως άνευ σημασίας για την υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, η οδηγία 96/34 προβλέπει τα ελάχιστα δικαιώματα των εργαζομένων σε σχέση με τη γονική άδεια τα οποία ενδέχεται να ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της κύριας δίκης κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας για εργαζόμενο ο οποίος τελεί σε γονική άδεια. Επίσης, από τη διάταξη περί παραπομπής μπορούν να αντληθούν επαρκή πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
32. Ως εκ τούτου, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Β – Η επί της ουσίας εκτίμηση του υποβληθέντος ερωτήματος
33. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να ερμηνευθεί η ρήτρα 2, παράγραφοι 4, 5, 6 και 7, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια σε συνάρτηση με τις εθνικές διατάξεις για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας άνευ προειδοποιήσεως.
34. Η Επιτροπή επισημαίνει ορθώς ότι το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι ουσιαστικά η ερμηνεία της παραγράφου 6 της ρήτρας 2 της συμφωνίας-πλαισίου. Αντιθέτως, οι λοιπές παράγραφοι της ρήτρας εμμέσως μόνον παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον.
35. Η ρήτρα 2, παράγραφος 4, της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει ότι τα κράτη μέλη και/ή οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να προστατεύουν τους εργαζομένους έναντι απολύσεων εξαιτίας της αίτησης ή της λήψεως γονικής αδείας. Συνεπώς, η ρύθμιση αυτή αφορά την καταγγελία και εμμέσως μόνον τις συνέπειες της καταγγελίας. Εντούτοις, βάσει των στοιχείων που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, οι διάδικοι της κύριας δίκης ερίζουν αποκλειστικά σε σχέση με την καταβλητέα αποζημίωση λόγω καταγγελίας. Επομένως, η ρήτρα 2, παράγραφος 4, ενδέχεται να έχει έμμεση σημασία για την ερμηνεία της ρήτρας 2, παράγραφος 6.
36. Και από τη ρήτρα 2, παράγραφος 5, της συμφωνίας-πλαισίου δεν μπορούν να συναχθούν άμεσα κάποια στοιχεία σχετικά με το ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας στην περίπτωση που η καταγγελία χωρεί κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας. Πράγματι, η διάταξη αυτή ρυθμίζει μόνον τη διαμόρφωση της εργασιακής σχέσεως μετά την επάνοδο από τη γονική άδεια. Συνεπώς, προϋποθέτει την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσεως, ενώ εν προκειμένω το ζήτημα που τίθεται είναι ο τρόπος ρυθμίσεως των συνεπειών της καταγγελίας.
37. Η ρήτρα 2, παράγραφος 7, η οποία προβλέπει ότι τα κράτη μέλη και/ή οι κοινωνικοί εταίροι προσδιορίζουν το καθεστώς της συμβάσεως ή της εργασιακής σχέσεως για την περίοδο της γονικής αδείας, μπορεί ενδεχομένως να επηρεάζει εμμέσως την εκτίμηση μιας εθνικής ρυθμίσεως που αφορά την αποζημίωση λόγω καταγγελίας.
38. Συνεπώς, στη συνέχεια θα εξετάσω πότε μια ρύθμιση σχετική με το ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας θίγει κεκτημένα δικαιώματα ενός εργαζομένου κατά την έννοια της ρήτρας 2, παράγραφος 6. Πράγματι, η διάταξη αυτή ορίζει ότι τα κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο κατά την ημερομηνία ενάρξεως της γονικής αδείας διατηρούνται ως έχουν μέχρι τέλους της γονικής αδείας.
1. Προστατευόμενη νομική θέση
39. Η προθεσμία καταγγελίας την οποία υποχρεούται ο εργοδότης να τηρήσει συνδέεται, στο βελγικό εργατικό δίκαιο, με την προϋπηρεσία του εργαζομένου. Το χρονικό διάστημα που πρέπει να έχει συμπληρωθεί πριν την καταγγελία αυξάνεται με την προϋπηρεσία. Η «κεκτημένη» από τον εργαζόμενο διάρκεια της προθεσμίας καταγγελίας εμπίπτει αναμφισβήτητα στο προστατευτικό πεδίο της ρήτρας 2, παράγραφος 6. Αν ο εργαζόμενος απολυθεί κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας, πρέπει στην εργασιακή σχέση του να εφαρμοστεί η ίδια προθεσμία καταγγελίας με αυτήν που θα είχε ισχύσει πριν από την έναρξη της γονικής αδείας.
40. Κατά το βελγικό δίκαιο, η διάρκεια της προθεσμίας καταγγελίας καθορίζει εμμέσως και το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας στην περίπτωση καταγγελίας άνευ προειδοποιήσεως. Πράγματι, η εν λόγω καταγγελία υπολογίζεται βάσει του ύψους των τρεχουσών αποδοχών κατά τη διάρκεια της προθεσμίας καταγγελίας. Η «κεκτημένη» από τον εργαζόμενο λόγω προϋπηρεσίας προθεσμία καταγγελίας επηρεάζει συνεπώς το ύψος της αποζημιώσεώς του λόγω καταγγελίας. Αυτός ο συσχετισμός της διάρκειας της προϋπηρεσίας με το ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας στην περίπτωση καταγγελίας άνευ προειδοποιήσεως έχει ως συνέπεια να μπορεί να γίνεται λόγος για ένα «κεκτημένο δικαίωμα» κατά την έννοια της ρήτρας 2, παράγραφος 6, σε σχέση με την αξίωση εργαζομένου για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας (6).
41. Εντούτοις, είναι προβληματικό το ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο αυτού του «κεκτημένου δικαιώματος» του εργαζομένου. Υπάρχουν δύο ερμηνευτικές προσεγγίσεις.
42. Αφενός, μπορεί να θεωρηθεί ως «κεκτημένο δικαίωμα» η οικονομική αξία της νομικής θέσεως που έχει ο εργαζόμενος πριν από την έναρξη της γονικής αδείας. Στην περίπτωση απολύσεως κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας, η αποζημίωση λόγω καταγγελίας δεν μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να είναι κατώτερη από αυτήν που θα ήταν σε περίπτωση καταγγελίας την προτεραία της ενάρξεως της γονικής αδείας. Πράγματι, ο εργαζόμενος απέκτησε το δικαίωμα σε αυτού του ύψους αποζημίωση λόγω καταγγελίας πριν την έναρξη της γονικής αδείας. Βάσει της ερμηνείας αυτής, η ρήτρα 2, παράγραφος 6, απαγορεύει σε περίπτωση καταγγελίας κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας την καταβολή μικρότερης αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας.
43. Αφετέρου, μπορεί εντούτοις να προταθεί μια άλλη ερμηνεία του «κεκτημένου δικαιώματος» η οποία να στηρίζεται στη συγκεκριμένη απώλεια αποδοχών. Στον βαθμό που σκοπός της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας είναι μόνο να αντισταθμίσει το γεγονός ότι η καταγγελία έγινε άνευ προειδοποιήσεως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το κεκτημένο δικαίωμα συνίσταται στο γεγονός και μόνον ότι ο εργαζόμενος πρέπει να περιέλθει, δια της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας, στη θέση την οποία θα είχε σε περίπτωση τακτικής καταγγελίας. Βάσει της ερμηνείας αυτής, η ρήτρα 2, παράγραφος 6, θα απαγόρευε απλώς, σε περίπτωση καταγγελίας άνευ προειδοποιήσεως κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας, να είναι η αποζημίωση λόγω καταγγελίας μικρότερη από τις αποδοχές οι οποίες θα του καταβάλλονταν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας καταγγελίας εάν αυτή είχε τηρηθεί. Το γεγονός ότι αυτή η αποζημίωση λόγω καταγγελίας προβλέπεται για την περίπτωση της άνευ προειδοποιήσεως καταγγελίας, καθώς και το γεγονός ότι αυτή υπολογίζεται βάσει των αποδοχών τις οποίες θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της προθεσμίας καταγγελίας αν αυτή είχε τηρηθεί, θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι σκοπός της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας είναι να αντισταθμίσει τη μη τήρηση της προθεσμίας.
44. Προτού εξετάσω αναλυτικότερα αυτές τις δύο ερμηνευτικές προσεγγίσεις, πρέπει κατ’ αρχάς να συγκεκριμενοποιηθούν οι συνέπειές τους βάσει της υποθέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
45. Βάσει της θεωρήσεως που στηρίζεται στο καθεστώς του εργαζομένου πριν την έναρξη της γονικής αδείας, η C. Meerts θα είχε δικαίωμα να λάβει ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας τουλάχιστον το ποσό το οποίο θα εισέπραττε σε περίπτωση απρόθεσμης καταγγελίας την προτεραία της ενάρξεως της γονικής αδείας της. Βάσει των ανωτέρω, το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας που έγινε ενόσω διαρκούσε η γονική άδειά της ελάμβανε απλώς μειωμένες αποδοχές δεν επηρεάζει το ύψος της αποζημιώσεώς της λόγω καταγγελίας. Η αποζημίωση αυτή εξακολουθεί να υπολογίζεται βάσει του ύψους των πλήρων αποδοχών που ελάμβανε προηγουμένως.
46. Εάν το «κεκτημένο δικαίωμα» θεωρηθεί υπό το πρίσμα της συγκεκριμένης απώλειας κέρδους, ο υπολογισμός της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας που εγγυάται η ρήτρα 2, παράγραφος 6, είναι κάπως πιο περίπλοκος. Η C. Meerts έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας το ποσό το οποίο θα ελάμβανε ως αποδοχές κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της καταγγελίας σε περίπτωση τακτικής καταγγελίας. Συνεπώς, για το χρονικό διάστημα της προθεσμίας της καταγγελίας το οποίο συμπίπτει με το χρονικό διάστημα της γονικής αδείας η αποζημίωση λόγω καταγγελίας υπολογίζεται βάσει των μειωμένων αποδοχών. Για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα της προθεσμίας καταγγελίας που εμπίπτει στο μετά τη λήξη της γονικής αδείας και επανόδου στην πλήρη απασχόληση διάστημα, θα έπρεπε να ληφθεί ως βάση το ύψος των πλήρων αποδοχών. Συνεπώς, δεδομένου ότι η C. Meerts απολύθηκε εννέα ημέρες πριν τη λήξη της γονικής αδείας της, η αποζημίωσή της λόγω καταγγελίας θα αντιστοιχούσε γι’ αυτές τις εννέα ημέρες στις μειωμένες αποδοχές, ενώ για το υπολειπόμενο διάστημα της προθεσμίας της καταγγελίας στις πλήρεις αποδοχές.
47. Συνεπώς, από οικονομικής απόψεως, δεν θα υπήρχε μεγάλη διαφορά στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ των δύο ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Εντούτοις, όσο νωρίτερα γίνεται η απρόθεσμη καταγγελία κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας τόσο σημαντικότερη είναι η διαφορά κατ’ αποτέλεσμα των δύο ερμηνευτικών προσεγγίσεων.
48. Στο σημείο αυτό, το συμπέρασμα που συνάγεται μέχρι τούδε είναι ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση ρυθμίσεως που αφορά τον υπολογισμό του ύψους της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον το ύψος των εισπραττόμενων κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας μειωμένων αποδοχών. Και τούτο διότι κατά τον τρόπο αυτόν θα υπήρχε, βάσει αμφότερων των ερμηνευτικών προσεγγίσεων, επέμβαση σε κεκτημένο δικαίωμα.
49. Η Βελγική Κυβέρνηση υπεραμύνεται του υπολογισμού της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας αποκλειστικά και μόνο βάσει των μειωμένων αποδοχών επισημαίνοντας ότι κατά τη βελγική νομοθεσία η εργασιακή σχέση ενός εργαζομένου, ο οποίος λόγω γονικής αδείας μειώνει τον χρόνο εργασίας του, μετατρέπεται για τη διάρκεια της γονικής αδείας σε σχέση μερικής εργασίας. Βεβαίως, η ρήτρα 2, παράγραφος 7, της συμφωνίας-πλαισίου επιβεβαιώνει το γεγονός ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προσδιορίζουν το καθεστώς της συμβάσεως εργασίας για την περίοδο της γονικής αδείας. Εντούτοις, δεν επιτρέπεται να απορρέουν από το καθεστώς της συμβάσεως εργασίας, αντίθετα προς τη σαφή διάταξη της ρήτρας 2, παράγραφος 6, περιορισμοί των κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων.
2. Εξέταση των ερμηνευτικών προσεγγίσεων
50. Υπέρ της ερμηνείας της ρήτρας 2, παράγραφος 6, υπό την έννοια ότι αντισταθμίζει τη συγκεκριμένη απώλεια κερδών συνηγορεί κατ’ αρχάς το γεγονός ότι αποτρέπει τυχόν βελτίωση της θέσεως των εργαζομένων σε γονική άδεια, οι οποίοι απολύονται με απρόθεσμη καταγγελία, έναντι των εργαζομένων σε γονική άδεια οι οποίοι απολύονται με τακτική καταγγελία. Αν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας αποτελούσε αποκλειστικά αντιστάθμισμα του γεγονότος ότι η καταγγελία είναι απρόθεσμη, θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη ότι κατά λογική συνέπεια ο εργαζόμενος πρέπει να περιέλθει, από οικονομικής απόψεως, στη θέση και μόνο στην οποία θα βρισκόταν εάν είχε τηρηθεί η προθεσμία καταγγελίας. Αν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας εξυπηρετούσε και άλλους σκοπούς, δεν θα ήταν υποχρεωτική εξ αρχής η ίση μεταχείριση με εργαζόμενο ο οποίος απολύθηκε με τήρηση της προθεσμίας καταγγελίας.
51. Το αν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας του βελγικού δικαίου αποτελεί πράγματι αντιστάθμισμα και μόνο για το γεγονός ότι η καταγγελία γίνεται χωρίς την τήρηση προθεσμίας, πράγμα το οποίο αρνήθηκε η ενάγουσα της κύριας δίκης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αποτελεί ζήτημα του εθνικού δικαίου το οποίο θα πρέπει να κριθεί οριστικά από το αιτούν δικαστήριο.
52. Εντούτοις, φρονώ ότι είναι σε κάθε περίπτωση προτιμότερη η οικονομική προσέγγιση η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας στις πλήρεις αποδοχές που εισπράττονταν πριν την έναρξη της γονικής αδείας. Μόνον αυτή η ερμηνεία διασφαλίζει αποτελεσματικά τον συνδεόμενο με τη ρήτρα 2, παράγραφος 6, σκοπό της προστασίας των εργαζομένων κατά την άσκηση του δικαιώματός τους περί λήψεως γονικής αδείας.
53. Το πνεύμα και ο σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της, η βελτίωση της δυνατότητας συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής και η στήριξη της ισότητας ευκαιριών και ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών. Στη συνάφεια αυτή, η συμφωνία-πλαίσιο παραπέμπει επίσης στον Κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, ο οποίος στο σημείο 16 συνιστά τη λήψη μέτρων προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα σε άνδρες και γυναίκες να ανταποκρίνονται εξίσου στις επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις τους.
54. Το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος που λαμβάνει κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας μικρότερη αποζημίωση λόγω καταγγελίας από αυτήν που θα ελάμβανε πριν την έναρξη της γονικής αδείας ενδέχεται να αποτρέψει τους εργαζομένους να ζητούν τη λήψη γονικής αδείας. Τούτο θα αντέβαινε στον προεκτεθέντα σκοπό της συμφωνίας-πλαισίου. Πράγματι, η επιλογή της λήψεως γονικής αδείας ευνοεί τον συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
55. Αντιθέτως, η οικονομική προσέγγιση είναι σύμφωνη προς το πνεύμα και τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία-πλαίσιο. Αφενός, ο εργαζόμενος δεν περιέρχεται έτσι, λόγω της γονικής αδείας που λαμβάνει, σε δεινότερη οικονομική κατάσταση και, αφετέρου, η απόλυση εργαζομένου που τελεί σε γονική άδεια δεν είναι με τον τρόπο αυτόν πιο ελκυστική από οικονομικής απόψεως για τον εργοδότη απ’ ό,τι η απόλυση ενός άλλου εργαζομένου. Συνεπώς, ο εργαζόμενος δεν χρειάζεται να φοβάται την απώλεια της θέσεώς του εργασίας εκ του λόγου ότι ζητεί γονική άδεια. Σε σχέση με την κύρια δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου φρονώ ότι είναι εύλογο να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως ότι ο εργοδότης προέβη «εμπροθέσμως», λίγες ημέρες πριν τη λήξη της γονικής αδείας, σε απρόθεσμη καταγγελία, δεδομένου ότι θεώρησε ότι με τον τρόπο αυτόν έχει ορισμένα οικονομικά πλεονεκτήματα έναντι μιας καταγγελίας μετά το πέρας της γονικής αδείας ή έναντι της απολύσεως ενός άλλου εργαζομένου.
56. Αυτή η ερμηνεία της ρυθμίσεως δεν συνεπάγεται επίσης ιδιαίτερη επιβάρυνση του εργοδότη, δεδομένου ότι αυτός απλώς δεν αντλεί κανένα πλεονέκτημα από το γεγονός ότι ο απολυόμενος εργαζόμενος τελούσε σε γονική άδεια κατά τον χρόνο της απολύσεώς του. Αντιθέτως, ο εργοδότης υποχρεούται, στην περίπτωση απρόθεσμης καταγγελίας και ανεξάρτητα από το ζήτημα αν ο θιγόμενος εργαζόμενος τελούσε κατά τον χρόνο της απολύσεώς του σε γονική άδεια ή όχι, να καταβάλει την ίδια ακριβώς αποζημίωση λόγω καταγγελίας.
Γ – Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
57. Συνεπώς, αντιβαίνει στην οδηγία μια εθνική ρύθμιση η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στις μειωμένες αποδοχές που ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά τον χρόνο της απολύσεώς του λόγω της λήψεως γονικής αδείας.
Δ – Οι συνέπειες για τη διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης
58. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει τις συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από την ανωτέρω διαπίστωση για τη διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
59. Εντούτοις, πρέπει να υπομνήσω στο σημείο αυτό ότι, κατά πάγια νομολογία, μια οδηγία δεν γεννά, αυτή καθαυτή, υποχρεώσεις εις βάρος του ιδιώτη και επομένως δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της κατ’ αυτού. Επομένως, ακόμη και μια σαφής, ακριβής και απαλλαγμένη αιρέσεων διάταξη οδηγίας, η οποία σκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων ή στην επιβολή υποχρεώσεων στους ιδιώτες, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή, αυτή καθαυτή, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς ανακύπτουσας αποκλειστικώς μεταξύ ιδιωτών (7). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προκύψει απευθείας από την οδηγία κάποια υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή υψηλότερης αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας. Εντούτοις, το εθνικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο (8). Επιχείρημα κατά μιας σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να αποτελέσει το γεγονός ότι αυτή μπορεί να αποβεί εις βάρος του ιδιώτη (9). Έτσι, αναγνωρίζεται ότι η σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία του εθνικού δικαίου καταλαμβάνει και τις οριζόντιες νομικές σχέσεις στις οποίες κατ’ ανάγκην υπάρχει έμμεση επιβάρυνση ενός ιδιώτη (10).
60. Η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει, πάντως, στα εθνικά δικαστήρια να χρησιμοποιούν κάθε δυνατότητα εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας μεθόδους ερμηνείας που αναγνωρίζονται από το δίκαιο αυτό, προκειμένου να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της επίμαχης οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (11).
61. Εντούτοις, η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο μιας οδηγίας όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της απαγορεύσεως της αναδρομικής ισχύος και δεν μπορεί να στηριχθεί επ’ αυτής μια contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (12).
62. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν η προτεινόμενη ερμηνεία της οδηγίας είναι εφικτή διά της ερμηνευτικής οδού της εσωτερικής νομοθεσίας.
VI – Πρόταση
63. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση του Hof van Cassatie για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως εξής:
Η ρήτρα 2, παράγραφος 6, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση μονομερούς λύσεως της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη χωρίς να συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι ή χωρίς να έχει τηρηθεί η νομοθετικώς προβλεπόμενη προθεσμία καταγγελίας και δη σε χρόνο κατά τον οποίο ο εργαζόμενος υπόκειται στο καθεστώς της μειωμένης εργασίας, βάσει της οποίας η οφειλόμενη στον εργαζόμενο αποζημίωση λόγω καταγγελίας, καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη των βασικών αποδοχών οι οποίες υπολογίζονται κατά τέτοιο τρόπο ως εάν ο εργαζόμενος δεν είχε μειώσει τη διάρκεια της παρεχόμενης εργασίας του λόγω λήψεως γονικής αδείας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 145, σ. 4 (στο εξής: οδηγία 96/34 ή συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια).
3 – Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59), της 18ης Ιουλίου 2007, C-119/05, Lucchini (Συλλογή 2007, σ. I-6199, σκέψη 43), και της 17ης Απριλίου 2008, C-404/06, Quelle (Συλλογή 2008, σ. Ι-2685, σκέψη 19).
4 – Αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2007, C-467/05, Dell’Orto (Συλλογή 2007, σ. I-5557, σκέψη 40), και της 1ης Απριλίου 2008, C-212/06, Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (Συλλογή 2008, σ. Ι-1683, σκέψη 29)· σχετικά με το τεκμήριο λυσιτέλειας των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, βλ. περαιτέρω, μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2007, C-429/05, Rampion και Godard (Συλλογή 2007, σ. I-8017, σκέψη 23).
5 – Αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I-403, σκέψη 24), της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-11/07, Eckelkamp κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 27 και 28), και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-213/07, Μηχανική (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 32 έως 34).
6 – Η παρούσα υπόθεση διαφέρει ως προς το σημείο αυτό από την υπόθεση Lewen στην οποία το Δικαστήριο έλαβε θέση επί της ρήτρας 2, παράγραφος 6, της συμφωνίας-πλαισίου. Το επίμαχο δώρο στην εν λόγω υπόθεση ήταν μια παροχή την οποία κατέβαλε οικειοθελώς ο εργοδότης και όχι, ως εκ τούτου, ένα κεκτημένο δικαίωμα του εργαζομένου, βλ., απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-333/97, Lewen (Συλλογή 1999, σ. I-7243, σκέψη 32).
7 – Αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48), της 14ης Ιουλίου 1994, C‑91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. I‑3325, σκέψη 20), της 5ης Οκτωβρίου 2004, C‑397/01 έως C‑403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑8835, σκέψεις 108 και 109), και απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, C‑80/06, Carp (Συλλογή 2007, σ. I‑4473, σκέψη 20). Ασαφείς είναι ως προς το σημείο αυτό οι συνέπειες που απορρέουν από την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I-9981, σκέψεις 74 έως 77).
8 – Σε σχέση με την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ερμηνεύουν την εσωτερική νομοθεσία τους κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία, βλ. πάγια νομολογία και ιδίως αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 26), Pfeiffer κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 113 έως 119 με περαιτέρω παραπομπές), καθώς και της 4ης Ιουλίου 2006, C-212/04, Adeneler κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. Ι-5795, σκέψεις 108, 109 και 111).
9 – Βλ. τις προτάσεις μου της 8ης Φεβρουαρίου 2007 επί της υποθέσεως Kofoed, σημείο 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, C-321/05, Συλλογή 2007, σ. Ι-5795).
10 – Βλ. μόνον αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. I-4135, σκέψεις 6 και 8), και της 14ης Ιουλίου 1994, Faccini Dori (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 20, 25 και 26).
11 – Βλ. αποφάσεις Pfeiffer κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 115, 116, 118 και 119), Adeneler κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 111), της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I‑2483, σκέψη 101), και της 23ης Απριλίου 2009, C-378/07, Αγγελιδάκη κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 200).
12 – Βλ. αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis (Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψη 13), Adeneler κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 110), και Impact (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 100).
Full & Egal Universal Law Academy