ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 16ης Σεπτεμβρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑120/08
Bayerischer Brauerbund eV
κατά
Bavaria NV
[αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και του άρθρου 14, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 510/2006 και του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 – Σύγκρουση μεταξύ προστατευμένης γεωγραφικής ενδείξεως, καταχωρισθείσας κατά την απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92, και διεθνούς σήματος»
I – Εισαγωγή
1. Με διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Μαρτίου 2008, το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικά ερωτήματα για την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (2) (στο εξής: κανονισμός 510/2006).
2. Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Bayerischer Brauerbund eV (στο εξής: Bayerischer Brauerbund) και της Bavaria NV (στο εξής: Bavaria), σχετικά με το δικαίωμα της Bavaria στη συνεχή προστασία και χρήση στη Γερμανία διεθνούς σήματος που περιέχει τη λέξη «Bavaria», λαμβανομένου υπόψη ότι η ονομασία «Bayerisches Bier» έχει καταχωρισθεί, με ισχύ από 5 Ιουλίου 2001, ως προστατευμένη γεωγραφική ένδειξη (ΠΓΕ), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1347/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2001, για τη συμπλήρωση του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1107/96 της Επιτροπής, σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου (3) (στο εξής: κανονισμός 1347/2001).
3. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσία, πώς καθορίζεται, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ ΠΓΕ και σήματος, κατά πόσον η ΠΓΕ «Bayerisches Bier» προηγείται χρονικά του σήματος της Bavaria, με αποτέλεσμα να μπορεί να αρθεί η προστασία του συγκεκριμένου σήματος.
4. Για τον σκοπό αυτόν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποιες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ρυθμίζουν τυχόν συγκρούσεις μεταξύ ενός σήματος και μίας ΠΓΕ, όπως η «Bayerisches Bier», η οποία καταχωρίσθηκε κατά την «απλουστευμένη» διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (4) (στο εξής: κανονισμός 2081/92) και, ειδικότερα, ποιο είναι το κρίσιμο χρονικό σημείο για την εκτίμηση της αρχαιότητας της ΠΓΕ αυτής.
5. Η παρούσα υπόθεση είναι στενά συνδεδεμένη και συμπίπτει μερικώς με την υπόθεση C‑343/07, Bavaria και Bavaria Italia, επί της οποίας ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 18 Δεκεμβρίου 2008 (5) και επί της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 2 Ιουλίου 2009.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Ο κανονισμός 2081/92
6. Ο κανονισμός 2081/92 αποσκοπεί στην καθιέρωση ενός πλαισίου κοινοτικών κανόνων για την προστασία καταχωρισμένων ονομασιών προέλευσης και γεωγραφικών ενδείξεων που αφορούν συγκεκριμένα γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα, σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κάποιος σύνδεσμος μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος ή του τροφίμου και της γεωγραφικής του προέλευσης. Ο κανονισμός αυτός θεσπίζει ένα σύστημα καταχωρίσεως σε κοινοτικό επίπεδο των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης, το οποίο παρέχει προστασία σε όλα τα κράτη μέλη.
7. Ο κανονισμός 2081/92 προβλέπει τόσο μία κανονική όσο και μία απλουστευμένη διαδικασία για την καταχώριση προστατευμένης ονομασίας προέλευσης (στο εξής: ΠΟΠ) ή ΠΓΕ.
8. Η κανονική διαδικασία καταχωρίσεως ΠΟΠ ή ΠΓΕ διέπεται από τα άρθρα 5, 6 και 7 του κανονισμού 2081/92. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Εάν, βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή συμπεράνει ότι η ονομασία πληροί τις προϋποθέσεις προστασίας, δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος, το όνομα του προϊόντος, τα κυριότερα στοιχεία της αιτήσεως, τις αναφορές στις εθνικές διατάξεις που διέπουν την επεξεργασία, την παραγωγή ή την παρασκευή του και, εν ανάγκη, το σκεπτικό στο οποίο βασίστηκαν τα συμπεράσματά της.»
9. Η απλουστευμένη διαδικασία καταχωρίσεως ΠΓΕ ή ΠΟΠ, που εφαρμόζεται για ονομασίες που υφίστανται ήδη κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού 2081/92, περιλαμβάνεται στο άρθρο 17 του κανονισμού, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1. Εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες τους ή, στα κράτη μέλη που δεν υπάρχει σύστημα προστασίας, ποιες από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση, επιθυμούν να καταχωρήσουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
2. Η Επιτροπή καταχωρεί, με τη διαδικασία του άρθρου 15, τις ονομασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι οποίες συμφωνούν με τα άρθρα 2 και 4. Το άρθρο 7 δεν εφαρμόζεται. Ωστόσο, οι κοινές ονομασίες δεν καταχωρούνται.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν την εθνική προστασία των ονομασιών που ανακοινώνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 μέχρι την ημερομηνία που θα ληφθεί απόφαση για την καταχώριση.»
10. Το άρθρο 13 του κανονισμού 2081/92 οριοθετεί το πεδίο της παρεχόμενης στις καταχωρισθείσες ονομασίες προστασίας.
11. Το άρθρο 14 του κανονισμού 2081/92 διέπει τη σχέση μεταξύ, αφενός, των ΠΟΠ ή ΠΓΕ και, αφετέρου, των σημάτων. Όπως αρχικώς θεσπίστηκε, ορίζει τα εξής:
«1. Όταν μια ονομασία προέλευσης ή μια γεωγραφική ένδειξη καταχωρείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η αίτηση καταχωρίσεως σήματος που αντιστοιχεί σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 και αφορά τον ίδιο τύπο προϊόντος απορρίπτεται, εφόσον η αίτηση καταχωρίσεως του σήματος υποβάλλεται μετά την ημερομηνία δημοσιεύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2.
Τα σήματα που καταχωρούνται κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου ακυρώνονται.
Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται επίσης όταν η αίτηση καταχωρίσεως ενός σήματος έχει κατατεθεί πριν από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, εφόσον η δημοσίευση αυτή γίνεται πριν από την καταχώριση του σήματος.
2. Τηρουμένης της κοινοτικής νομοθεσίας, η χρήση σήματος το οποίο αντιστοιχεί σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13, που έχει καλοπίστως καταχωρηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχωρίσεως της ονομασίας προέλευσης ή της γεωγραφικής ενδείξεως, μπορεί να συνεχιστεί παρά την καταχώριση μιας ονομασίας προέλευσης ή μιας γεωγραφικής ενδείξεως, εάν δεν διαπιστωθεί ότι το εν λόγω σήμα θίγεται από τους λόγους ακυρότητας ή έκπτωσης που προβλέπονται αντίστοιχα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία γ΄ και ζ΄, και το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄ της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων.
3. Μια ονομασία προέλευσης ή μια γεωγραφική ένδειξη δεν καταχωρείται όταν, λαμβανομένης υπόψη της φήμης ενός σήματος, του γεγονότος ότι είναι ευρύτατα γνωστό και της διάρκειας χρησιμοποίησής του, η καταχώριση θα μπορούσε να παραπλανήσει τον καταναλωτή όσον αφορά την πραγματική ταυτότητα του προϊόντος.»
Β – Ο κανονισμός 692/2003
12. Το άρθρο 14 του κανονισμού 2081/92 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 692/2003 (6) από τις 24 Απριλίου 2003.
13. Η αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 692/2003 αναφέρει, συναφώς:
«Το άρθρο 24, παράγραφος 5, της [Συμφωνίας για τα Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου] δεν αφορά μόνο τα καταχωρηθέντα ή κατατεθέντα σήματα, αλλά και τις περιπτώσεις σημάτων που μπορούν να καθιερωθούν με τη χρήση, πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία αναφοράς, ιδίως την ημερομηνία προστασίας της ονομασίας στην χώρα καταγωγής. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να τροποποιηθεί το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού (EOK) 2081/92. Η ημερομηνία αναφοράς που προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό θα πρέπει να είναι η ημερομηνία προστασίας στην χώρα καταγωγής ή η ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχωρίσεως της γεωγραφικής ενδείξεως ή της ονομασίας προέλευσης, ανάλογα αν πρόκειται, αντιστοίχως, για ονομασία που υπόκειται στο άρθρο 17 ή στο άρθρο 5 του ιδίου κανονισμού. Επιπλέον, στο άρθρο 14, παράγραφος 1, η ημερομηνία αναφοράς θα πρέπει να είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχωρίσεως αντί της ημερομηνίας της πρώτης δημοσιεύσεως.»
14. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 692/2003, ορίζει τα ακόλουθα:
«Όταν μια ονομασία προέλευσης ή μια γεωγραφική ένδειξη καταχωρείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η αίτηση καταχωρίσεως σήματος που αντιστοιχεί σε μια από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 και αφορά την ίδια κατηγορία προϊόντος απορρίπτεται, εάν η αίτηση καταχωρίσεως του σήματος υποβάλλεται μετά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχωρίσεως της ονομασίας προέλευσης ή της γεωγραφικής ενδείξεως στην Επιτροπή.
Τα σήματα που έχουν καταχωρηθεί αντιθέτως προς το πρώτο εδάφιο ακυρώνονται.»
15. Επιπλέον, η προβλεπόμενη στο άρθρο 17 του κανονισμού 2081/92 απλουστευμένη διαδικασία καταργήθηκε με τον κανονισμό 692/2003. Στο πλαίσιο αυτό, η αιτιολογική σκέψη 13 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι:
«Επειδή η απλουστευμένη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (EOK) 2081/92 αποσκοπεί στην καταχώριση των υφιστάμενων ονομασιών, προστατευομένων ή καθιερωμένων με τη χρήση στα κράτη μέλη, δεν προβλέπει δικαίωμα προβολής ένστασης. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και διαφάνειας, θα πρέπει να καταργηθεί η διάταξη αυτή. Ομοίως, για λόγους συνέπειας, θα πρέπει να καταργηθεί η πενταετής μεταβατική περίοδος που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 13 σχετικά με τις ονομασίες που έχουν καταχωρηθεί δυνάμει της διατάξεως αυτής, με την επιφύλαξη ωστόσο της εκπνοής της εν λόγω μεταβατικής περιόδου όσον αφορά τις ονομασίες που έχουν καταχωρηθεί στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου 17.»
16. Το άρθρο 1, παράγραφος 15, του κανονισμού 692/2003 ορίζει ότι:
«Το άρθρο 13, παράγραφος 2, και το άρθρο 17 [του κανονισμού 2081/92] διαγράφονται. Ωστόσο, οι διατάξεις των άρθρων αυτών εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις καταχωρημένες ονομασίες ή στις ονομασίες των οποίων έχει ζητηθεί η καταχώριση δυνάμει της διαδικασίας του άρθρου 17 πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.»
Γ – Ο κανονισμός 510/2006
17. Ο κανονισμός 2081/92, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 806/2003 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003 (7), αντικαταστάθηκε τελικώς από τον κανονισμό 510/2006, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 31 Μαρτίου 2006.
18. Η αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 510/2006 ορίζει ότι:
«Οι ονομασίες που έχουν ήδη καταχωρισθεί δυνάμει του κανονισμού 2081/92 του Συμβουλίου […] κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να απολαμβάνουν της προστασίας που προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό και να καταχωρισθούν αυτομάτως στο μητρώο. Θα πρέπει, εξάλλου, να προβλεφθούν μεταβατικά μέτρα που θα εφαρμόζονται στις αιτήσεις καταχωρίσεως τις οποίες παραλαμβάνει η Επιτροπή πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.»
19. Το άρθρο 14 του κανονισμού 510/2006, με τίτλο «Σχέσεις μεταξύ εμπορικών σημάτων, ονομασιών προέλευσης και γεωγραφικών ενδείξεων», ορίζει τα εξής:
«1. Εάν μια ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη καταχωρίζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η αίτηση καταχωρίσεως ενός εμπορικού σήματος που αντιστοιχεί σε μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 και αφορά την ίδια κατηγορία προϊόντων απορρίπτεται, εάν η αίτηση καταχωρίσεως του εμπορικού σήματος υποβάλλεται μετά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως στην Επιτροπή.
Τα εμπορικά σήματα που έχουν καταχωρισθεί κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου ακυρώνονται.
[...]»
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
20. Η Bayerischer Brauerbund είναι γερμανική ένωση, σκοπός της οποίας είναι η προστασία των κοινών συμφερόντων των Βαυαρών ζυθοποιών. Σύμφωνα με πιστοποιητικό του Amtsgericht München, το καταστατικό της χρονολογείται από τις 7 Δεκεμβρίου 1917. Η Bayerischer Brauerbund είναι δικαιούχος των καταχωρισθέντων συλλογικών σημάτων «Genuine Bavarian Beer» (από το 1958), «Bayrisch Bier» και «Bayerisches Bier» (από το 1968), όπως επίσης του «Reinheitsgebot seit 1516 Bayrisches Bier» (από το 1985).
21. Η Bavaria είναι ολλανδική εμπορική επιχείρηση παραγωγής μπίρας που δραστηριοποιείται στη διεθνή αγορά. Αρχικώς ονομαζόταν «Firma Gebroeders Swinkels», το δε 1925 άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα «Bavaria», το οποίο ενσωμάτωσε στην επωνυμία της το 1930. Η Bavaria είναι δικαιούχος διαφόρων εμπορικών σημάτων και εικονιστικών στοιχείων που περιέχουν τη λέξη «Bavaria». Οι χρονολογίες καταχωρίσεως είναι 1947, 1971, 1982, 1991, 1992 και 1995. Στη Γερμανία δεν παρασχέθηκε προστασία για ορισμένα από αυτά τα εμπορικά σήματα το 1973, 1992 και 1993.
22. Η ονομασία «Bayerisches Bier» αποτέλεσε αντικείμενο διμερών συμφωνιών για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων, ονομασιών προελεύσεως και άλλων γεωγραφικών ονομασιών μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αφενός, και της Γαλλικής Δημοκρατίας (1961), της Ιταλικής Δημοκρατίας (1963), της Ελληνικής Δημοκρατίας (1964), της Ελβετικής συνομοσπονδίας (1967) και του Βασιλείου της Ισπανίας (1970), αφετέρου.
23. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1993, η Bayerischer Brauerbund, κατόπιν συμφωνίας με τις ενώσεις Münchener Brauereien eV και Verband Bayerischer Ausfuhrbrauereien eV, υπέβαλε στη Γερμανική Κυβέρνηση αίτηση καταχωρίσεως της «Bayerisches Bier» ως ΠΓΕ, κατά την «απλουστευμένη» διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού 2081/92.
24. Στις 20 Ιανουαρίου 1994, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, η Γερμανική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή την αίτηση καταχωρίσεως της «Bayerisches Bier» ως ΠΓΕ, κατά την απλουστευμένη διαδικασία.
25. Η Επιτροπή και οι γερμανικές αρχές αντάλλαξαν πολυάριθμα στοιχεία με σκοπό τη συμπλήρωση του φακέλου, ο οποίος κρίθηκε πλήρης στις 20 Μαΐου 1997. Ο οριστικός φάκελος των σχετικών στοιχείων διαβιβάστηκε στην Επιτροπή με έγγραφο της 28ης Μαρτίου 2000.
26. Δύο σχέδια κανονισμών περί καταχωρίσεως της «Bayerisches Bier» ως ΠΓΕ που υποβλήθηκαν από την Επιτροπή συζητήθηκαν επανειλημμένως στην επιτροπή ρυθμίσεως γεωγραφικών ενδείξεων και ονομασιών προελεύσεως (στο εξής: επιτροπή). Οι συζητήσεις αυτές αφορούσαν, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της ύπαρξης εμπορικών σημάτων που περιέχουν επίσης τον όρο «Bayerisches Bier» ή μεταφράσεις αυτού.
27. Ωστόσο, η επιτροπή δεν μπόρεσε να εκδώσει γνώμη εντός της ταχθείσας προθεσμίας, καθότι δεν επιτεύχθηκε η πλειοψηφία που απαιτεί το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2081/92. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή μετέτρεψε το σχέδιό της σε πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου, το οποίο ακολούθως εξέδωσε τον κανονισμό 1347/2001 που καταχωρίζει ως ΠΓΕ την ονομασία «Bayerisches Bier».
28. Κατόπιν παρομοίων διαδικασιών σε άλλα κράτη μέλη μετά την καταχώριση αυτή, η Bayerischer Brauerbund άσκησε προσφυγή ενώπιον του Landgericht München (Πρωτοδικείου Μονάχου) ζητώντας να υποχρεωθεί η Bavaria να συναινέσει στη διαγραφή ενός εκ των διεθνών της σημάτων, ήτοι, του υπ’ αριθ. 645 349 διεθνούς σήματος (στο εξής: σήμα της Bavaria) το οποίο προστατεύεται στην Γερμανία από τις 28 Απριλίου 1995.
29. Το Landgericht München έκανε δεκτή την προσφυγή. Το Oberlandesgericht München απέρριψε την έφεση που άσκησε η Bavaria κατά της αποφάσεως αυτής.
30. Το Bundesgerichtshof καλείται να αποφανθεί επί της αναιρέσεως που άσκησε η Bavaria κατά της ανωτέρω αποφάσεως, με την οποία ζητεί την απόρριψη της αγωγής περί συναινέσεως στην άρση της προστασίας του σήματός της στο μέτρο που το σήμα αυτό είναι καταχωρισμένο για τον ζύθο.
31. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από το κύρος του κανονισμού 1347/2001, που εξετάσθηκε ήδη στην υπόθεση Bavaria και Bavaria Italia, (8) από το εάν η ΠΓΕ «Bayerisches Bier» έχει χρονική προτεραιότητα, για τους σκοπούς του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006, έναντι του σήματος της Bavaria, καθώς και από το εάν επιτρέπεται κατά το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 510/2006 να συνυπάρχει το σήμα με την ΠΓΕ.
32. Όσον ειδικότερα αφορά το ζήτημα της χρονικής προτεραιότητας της ΠΓΕ, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006, καθότι η αίτηση καταχωρίσεως της «Bayerisches Bier» ως ΠΓΕ παρελήφθη από την Επιτροπή στις 20 Ιανουαρίου 1994, ενώ το σήμα της Bavaria ισχύει μόλις από τις 28 Απριλίου 1995. Το ίδιο προκύπτει από το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 692/2003.
33. Μολοταύτα, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το αν μπορεί να εφαρμοστεί ο παραπάνω κανόνας, στο μέτρο που το άρθρο 14, παράγραφος 1, του αρχικού κειμένου του κανονισμού 2081/92, χρησιμοποιούσε ως σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της χρονικής προτεραιότητας όχι την ημέρα υποβολής της αιτήσεως, αλλά την ημέρα της δημοσιεύσεως, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού, η οποία δεν υφίσταται, εντούτοις, στην απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 17. Επομένως, το ανακύπτον ζήτημα είναι ποια διάταξη καθορίζει την αρχαιότητα ενός ΠΓΕ που καταχωρίσθηκε κατά την απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού 2081/92 και, ειδικότερα, ποιο είναι το κρίσιμο χρονικό σημείο για τον καθορισμό της αρχαιότητας αυτής.
34. Στο πλαίσιο αυτό, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι εφαρμοστέο το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 510/06 στην περίπτωση που η προστατευόμενη ένδειξη έχει καταχωριστεί εγκύρως με την απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 208 της 24ης Ιουλίου 1992, σ. 1);
2α) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: ποια ημερομηνία πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της αρχαιότητας της προστατευόμενης γεωγραφικής ενδείξεως κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 510/06;
β) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: βάσει ποιας διατάξεως ρυθμίζεται η σύγκρουση μεταξύ μιας γεωγραφικής ενδείξεως που καταχωρίστηκε εγκύρως με την απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 και ενός σήματος και πώς ρυθμίζεται η αρχαιότητα της προστατευόμενης γεωγραφικής ενδείξεως;
3) Μπορούν να εφαρμοστούν οι εθνικές διατάξεις για την προστασία των γεωγραφικών ονομασιών στην περίπτωση που η ένδειξη “Bayerisches Bier” πληροί τις προϋποθέσεις καταχωρίσεως βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 και του κανονισμού (ΕΚ) 510/06, πλην όμως ο κανονισμός (ΕΚ) 1347/01 είναι ανίσχυρος;»
IV – Νομική ανάλυση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
35. Καταρχάς, επισημαίνεται ότι, όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα του, καθώς και από τη διάταξη περί παραπομπής, το τρίτο ερώτημα υποβλήθηκε για την περίπτωση που ο κανονισμός 1347/2001 –βάσει του οποίου καταχωρίσθηκε η ονομασία «Bayerisches Bier» ως ΠΓΕ– θεωρηθεί ανίσχυρος συνεπεία της αποφάσεως επί της εκκρεμούσας κατά τον χρόνο υποβολής της παρούσας αιτήσεως υποθέσεως Bavaria και Bavaria Italia (9).
36. Δεδομένου, αφενός, ότι το Δικαστήριο επικύρωσε, με την απόφαση του αυτή, την ισχύ του κανονισμού 1347/2001 (10), αφετέρου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν προέβαλε τυχόν πρόσθετους λόγους που ενδεχομένως επηρεάζουν το κύρος του εν λόγω κανονισμού, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
37. Με τα υπόλοιπα δύο ερωτήματα και τα υποερωτήματά τους, ζητείται να προσδιοριστεί αν η ΠΓΕ «Bayerisches Bier» έχει χρονική προτεραιότητα έναντι του σήματος της Bavaria με αποτέλεσμα, σε περίπτωση συγκρούσεως των δικαιωμάτων αυτών, να κηρυχθεί άκυρο το σήμα.
38. Ακολούθως θα εξετάσω τα δύο ζητήματα που ανακύπτουν σχετικώς.
39. Πρώτον, είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί ο κοινοτικός κανόνας ή οι κανόνες, κατά τους οποίους πρέπει να εκτιμηθεί η προτεραιότητα μιας ΠΓΕ, καταχωρισμένης κατά την απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού 2081/92 (στο εξής: απλουστευμένη διαδικασία), έναντι ενός σήματος, ήτοι, να κριθεί αν η κρίσιμη διάταξη στην παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92 ή το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006.
40. Δεύτερον, είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί το κρίσιμο χρονικό σημείο, βάσει του οποίου καθορίζεται κατά πόσο μια καταχωρισμένη κατά την απλουστευμένη διαδικασία ΠΓΕ αποκλείει την καταχώριση ορισμένου σήματος.
Β – Οι βασικές θέσεις των διαδίκων
41. Στην παρούσα διαδικασία γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Bayerischer Brauerbund, η Bavaria, η Γερμανική, η Ελληνική, η Ιταλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Όλοι οι ανωτέρω, εξαιρουμένης της Ιταλικής Κυβερνήσεως, παρέστησαν και στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Ιουνίου 2010.
42. Δεν θα επαναλάβω λεπτομερώς τα διάφορα επιχειρήματα που προέβαλαν οι διάδικοι, τα οποία –ακόμα και στις περιπτώσεις που οδηγούν σε παρόμοια αποτελέσματα– καλύπτουν ευρύ πεδίο νομικών προσεγγίσεων στα τεθέντα ζητήματα. Θα περιγράψω απλώς εν συντομία τις προτεινόμενες από τους διαδίκους λύσεις στα προδικαστικά ερωτήματα.
43. Όσον αφορά το ερώτημα ποιος είναι ο εφαρμοστέος κοινοτικός κανόνας στη σχέση μεταξύ της ΠΓΕ και του σήματος της Bavaria, η Bavaria, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή συμφωνούν κατ’ ουσίαν ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006 δεν έχει εφαρμογή σε ΠΓΕ που καταχωρίσθηκε κατά την απλουστευμένη διαδικασία. Σύμφωνα με την γνώμη των περισσότερων από τους εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία, τη σχέση μεταξύ της ΠΓΕ και του σήματος της Bavaria εξακολουθεί να διέπει το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, κατά την αρχική του έκδοση. Η Επιτροπή, εντούτοις, θεωρεί εν προκειμένω κρίσιμη τη διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 2, αυτού.
44. Αντιθέτως, κατά την Bayerischer Brauerbund και την Ιταλική και Ελληνική Κυβέρνηση, η χρονική προτεραιότητα μιας τέτοιας ΠΓΕ πρέπει να κριθεί με βάση το άρθρο 14, παράγραφος 1,του κανονισμού 510/2006.
45. Όσον αφορά το ζήτημα του κρίσιμου χρονικού σημείου για την αρχαιότητα μιας κατά την απλουστευμένη διαδικασία καταχωρισμένης ονομασίας, οι διάδικοι πρότειναν διάφορες ημερομηνίες: (i) την ημερομηνία, κατά την οποία η σχετική ονομασία αρχίζει να προστατεύεται κατά το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης (Επιτροπή και Ελληνική Κυβέρνηση)· (ii) την ημερομηνία, κατά την οποία το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή την αίτηση για καταχώριση (Bayerischer Brauerbund και Ιταλική Κυβέρνηση)· (iii) την ημερομηνία, κατά την οποία διαβιβάζονται στην Επιτροπή όλα τα έγγραφα που πρέπει να περιέχει η αίτηση για καταχώριση (κατά την Bavaria στην παρούσα υπόθεση τούτο δεν έγινε πριν το καλοκαίρι του 1998)· (iv) την ημερομηνία, κατά την οποία οι εμπλεκόμενοι οικονομικοί φορείς μπορούσαν, με την συμμετοχή του κράτους μέλους στην απλουστευμένη διαδικασία, να επιληφθούν της αιτήσεως για καταχώριση (Γερμανική Κυβέρνηση)· και τέλος, (v) την ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύτηκε η καταχώριση (Bavaria και Ολλανδική Κυβέρνηση).
Γ – Εκτίμηση
1. Η εφαρμοστέα νομοθεσία
46. Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι η αρχή της υπεροχής του προγενέστερου τίτλου αποκλειστικότητας ή, γενικότερα, η αρχή «first-in-time=first-in-right», δυνάμει της οποίας ο δικαιούχος ενός προγενέστερου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί, σε περίπτωση συγκρούσεως, να ζητήσει προστασία έναντι μεταγενέστερου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (11), αποτελεί μία εκ των βασικών αρχών του δικαίου των σημάτων και, γενικότερα, όλου του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας.
47. Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ, αφενός, ΠΟΠ ή ΠΓΕ και, αφετέρου των σημάτων, η αρχή αυτή αντικατοπτρίζεται στις ειδικές διατάξεις που θεσπίζουν τόσο ο κανονισμός 2081/92 (12) όσο και ο κανονισμός 510/2006, σε σχέση με τις ποικίλες καταστάσεις συγκρούσεων στις οποίες αναφέρονται. Οι διατάξεις αυτές έχουν διαφορετικούς σκοπούς και λειτουργίες και υπόκεινται σε διαφορετικές προϋποθέσεις (13).
48. Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2081/92 –το οποίο στον κανονισμό 510/2006, αντιστοιχεί στο άρθρο 3, παράγραφος 4– και αφορά περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ μιας ΠΟΠ ή μιας ΠΓΕ και ενός προϋπάρχοντος σήματος, οσάκις η καταχώριση της συγκεκριμένης ονομασίας, αν ληφθεί υπόψη η φήμη του σήματος, το γεγονός ότι είναι ευρύτατα γνωστό και η διάρκεια χρήσεώς του, θα μπορούσε να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική ταυτότητα του προϊόντος. Σε αυτή την περίπτωση, το προϋπάρχον σήμα προστατεύεται, δεδομένου ότι η αίτηση καταχωρίσεως της ενδείξεως ή της ονομασίας πρέπει να απορριφθεί.
49. Η δεύτερη περίπτωση ρυθμίζεται από το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 2081/92 και από το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 510/2006. Οι διατάξεις αυτές αφορούν περίπτωση, κατά την οποία η χρήση προϋπάρχοντος σήματος αντίκειται στην προστασία που παρέχεται σε ΠΟΠ ή ΠΓΕ κατά το άρθρο 13 των κανονισμών αυτών. Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν την αρχή της συνύπαρξης, καθόσον, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, επιτρέπουν τη συνεχιζόμενη χρήση του προγενέστερου σήματος παρά την καταχώριση της συγκρουόμενης ονομασίας.
50. Η τρίτη περίπτωση σύγκρουσης, η οποία συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση και η οποία ρυθμίζεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92 και στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006, είναι αυτή μεταξύ προγενέστερης ΠΟΠ ή ΠΓΕ και μεταγενέστερου σήματος, όπου η χρήση του σήματος θα προκαλούσε μία από τις καταστάσεις που περιγράφονται στο άρθρο 13 των κανονισμών αυτών. Κατά τις διατάξεις αυτές, παρέχεται προστασία ή δίδεται προτεραιότητα στην προγενέστερη ονομασία ή ένδειξη, καθόσον η αίτηση καταχωρίσεως του συγκρουόμενου σήματος πρέπει να απορριφθεί ή, κατά περίπτωση, να κηρυχθεί άκυρη. Η ύπαρξη προγενέστερης ΠΟΠ ή ΠΓΕ –όπως προβλέπεται σε αυτές τις διατάξεις– ισοδυναμεί, κατ’ αποτέλεσμα, με λόγο απόρριψης της αιτήσεως καταχωρίσεως του συγκρουόμενου σήματος κατά το εθνικό και το κοινοτικό/ευρωπαϊκό δίκαιο σημάτων (14).
51. Συναφώς, η χρονική προτεραιότητα μίας ΠΟΠ ή ΠΓΕ σε σχέση με ένα δεδομένο σήμα, ή, άλλως, το σημείο εκείνο κατά τη διαδικασία καταχωρίσεως από το οποίο μια ονομασία, σε περίπτωση συγκρούσεως, μπορεί να εμποδίσει την καταχώριση ενός σήματος, προσδιορίζεται κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, όπως αρχικώς θεσπίστηκε, βάσει της ημερομηνίας της δημοσιεύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, ήτοι, της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως και των σχετικών πληροφοριών από την Επιτροπή. Αντιθέτως, τόσο το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 692/2003, όσο και το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006 παραπέμπουν σχετικώς στην (προγενέστερη) ημερομηνία υποβολής στην Επιτροπή της αιτήσεως καταχωρίσεως.
52. Η ουσία του προβλήματος, επί του οποίου καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση είναι αν, αναφερόμενο στην «ημερομηνία δημοσιεύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2», του κανονισμού 2081/92, το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, όπως αρχικώς θεσπίστηκε, δεν λαμβάνει υπόψη –αδιάφορο για ποιο λόγο– το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της απλουστευμένης διαδικασίας, δεν προβλέπεται τέτοια δημοσίευση, ενώ, το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 692/2003, και το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006 είναι συμβατά ratione materiae προς την απλουστευμένη διαδικασία, λαμβανομένης υπόψη της εξαρτήσεώς τους από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως στην Επιτροπή.
53. Εντούτοις, το στοιχείο αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ούτε το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 692/2003, ούτε το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006, στο οποίο αναφέρεται το πρώτο ερώτημα, εφαρμόζονται ratione temporis στη σχέση μεταξύ της ΠΓΕ και του επίμαχου σήματος.
54. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, καταρχάς, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτεί, κατά κανόνα, να εκτιμάται κάθε πραγματική κατάσταση υπό το πρίσμα των κανόνων δικαίου που ίσχυαν κατά τον χρόνο που διαμορφώθηκε, εκτός από ρητή αντίθετη ένδειξη (15).
55. Η σύγκρουση, στην υπόθεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, προέκυψε σε σχέση με την επέκταση της προστασίας του σήματος της Bavaria στη Γερμανία το 1995. Αναφορικά με αυτή την επέκταση προστασίας πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα εάν η ένδειξη «Bayerisches Bier» –για την οποία σε εκείνο το στάδιο είχε κατατεθεί αίτηση καταχωρίσεως ως ΠΓΕ κατά την απλουστευμένη διαδικασία, αλλά η διαδικασία δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί– προστατευόταν ήδη, ή είχε, ειδικότερα, χρονική προτεραιότητα έναντι του σήματος της Bavaria, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η νομική προστασία του σήματος στη Γερμανία και, ως εκ τούτου, να πρέπει να αρθεί.
56. Προφανώς, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η καταχώριση και η προστασία της ονομασίας «Bayerisches Bier», συμπεριλαμβανομένης της σχέσεώς της με τα σήματα, ρυθμιζόταν από τον κανονισμό 2081/92 ως είχε αρχικώς. Συνεπώς, η υπό κρίση κατάσταση πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα την προαναφερθείσα νομοθεσία.
57. Θα πρέπει να προσθέσω ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν αφορά τα μελλοντικά αποτελέσματα μιας πραγματικής καταστάσεως που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του κανονισμού 2081/92, ως είχε αρχικώς, στην οποία, όπως το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένως, θα μπορούσε να εφαρμοστεί νεότερος κανόνας όπως αυτός του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006 (16).
58. Εν προκειμένω, το επίμαχο ζήτημα είναι εάν, σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, μια δεδομένη ονομασία έπρεπε να θεωρηθεί ως πρώτη χρονικά –και, ως εκ τούτου, πρώτη στην κατοχύρωση του δικαιώματός της– σε σχέση με πιθανώς συγκρουόμενο σήμα, ώστε η υπό κρίση κατάσταση να αποτελεί κατάσταση τετελεσμένη προ της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 510/2006. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός αυτός μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά στην προκειμένη περίπτωση ή σε δικαιώματα που αποκτήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του, μόνο στον βαθμό που από το γράμμα, τους σκοπούς ή την οικονομία τους προκύπτει σαφώς ότι πρέπει να τους αναγνωριστεί παρόμοια ισχύς (17).
59. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τον κανονισμό 510/2006, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκής βάση προκειμένου ονομασίες που έχουν ήδη καταχωρισθεί σύμφωνα με τον κανονισμό 2081/92, να συνεχίσουν να προστατεύονται κατά τον κανονισμό 510/2006, βάσει του άρθρου 17 και της δέκατης ένατης αιτιολογικής σκέψεως στο προοίμιο του εν λόγω κανονισμού.
60. Σημειωτέον, τέλος, ότι θα ήταν δύσκολο να υποστηριχθεί ότι ένα θέμα τόσο στενά συνδεδεμένο με την απλουστευμένη διαδικασία, όπως αυτό της κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας παρεχόμενης στην ονομασία σήματος προστασίας, θα πρέπει να ρυθμίζεται από τον κανονισμό 510/2006, δεδομένου ότι η ίδια η απλουστευμένη διαδικασία έχει ήδη καταργηθεί από τον κανονισμό 692/2003.
61. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006 δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση, στην οποία η ΠΓΕ καταχωρίσθηκε έγκυρα κατά την απλουστευμένη διαδικασία βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού 2081/92, ως είχε αρχικώς.
62. Επομένως, το ζήτημα που αφορά το κατά τη διάρκεια της διαδικασίας καταχωρίσεως χρονικό σημείο από το οποίο μια τέτοια ΠΓΕ μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μη έγκυρη καταχώριση πρέπει να κριθεί βάσει του κανονισμού 2081/92 και, ειδικότερα, των άρθρων 14 και 17 αυτού, λαμβανομένων υπόψη –εφόσον η απάντηση δεν προκύπτει ευθέως από το γράμμα των διατάξεων αυτών– του πλαισίου, της όλης οικονομίας και του σκοπού του εν λόγω κανονισμού και των διατάξεών του (18).
2. Το χρονικό σημείο από το οποίο μια υποκείμενη στην απλουστευμένη διαδικασία ΠΓΕ μπορεί να αποκλείσει την καταχώριση προβαλλομένου ως συγκρουομένου με αυτή σήματος.
63. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, το οποίο καλύπτει περιπτώσεις όπως η ανακύψασα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, καθόσον ρυθμίζει την καταχώριση σήματος υπό το πρίσμα της προστασίας που παρέχει ο εν λόγω κανονισμός σε ονομασίες ή ενδείξεις –σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά ονομασίες καταχωρισμένες κατά την κανονική διαδικασία– προσδιορίζει ως χρονικό σημείο, από το οποίο δεν επιτρέπεται η καταχώριση ενός συγκρουόμενου σήματος, την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως της ονομασίας (19).
64. Εφόσον δεν μπορεί να εφαρμοστεί η ημερομηνία αυτή αναφορικά με ονομασίες, των οποίων η καταχώριση ζητείται κατά την απλουστευμένη διαδικασία, η οποία δεν συνεπάγεται δημοσίευση της αιτήσεως καταχωρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2081/92 (20), το ερώτημα που χρήζει απαντήσεως είναι: ποιο χρονικό σημείο κατά τη διάρκεια της απλουστευμένης διαδικασίας καταχωρίσεως μπορεί να θεωρηθεί ως λειτουργικώς ισοδύναμο με την εν λόγω ημερομηνία, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92;
65. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι τόσο το άρθρο 14, παράγραφος 1, όσο και το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2081/92 έχουν σκοπό να αποτρέψουν την καταχώριση (21), το μεν πρώτο την καταχώριση σημάτων το δε δεύτερο την καταχώριση ονομασιών ή ενδείξεων, ενώ το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 2081/92 ακολουθεί μία κάπως διαφορετική λογική καθόσον προβλέπει, σύμφωνα με την αρχή της συνύπαρξης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη συνέχιση της χρήσεως προϋπάρχοντος σήματος παρά –και μετά– την καταχώριση μιας συγκρουόμενης με αυτήν τη χρήση ΠΟΠ ή ΠΓΕ.
66. Δεύτερον, συνεπεία των προεκτεθέντων, ενώ το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 2081/92 συνεπάγεται την ανάγκη ανάλυσης μετά την καταχώριση, προοριζόμενης μεταξύ άλλων για τις αρχές και τα δικαστήρια που καλούνται να εφαρμόσουν τις υπό κρίση διατάξεις, το ζήτημα κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, και στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να κριθεί από τις αρμόδιες κοινοτικές και εθνικές αρχές που καλούνται να εφαρμόσουν αυτές τις διατάξεις, πριν την καταχώριση του σήματος, ή της ΠΟΠ ή ΠΓΕ αντιστοίχως (22).
67. Τρίτον, πρέπει να σημειωθεί στο πλαίσιο αυτό ότι το χρονικό σημείο, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92 σε σχέση με την κανονική διαδικασία καταχωρίσεως –δηλαδή, το σημείο της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως– είναι το πρώτο σημείο κατά τη διαδικασία αυτή στο οποίο γνωστοποιείται σε όλες τις υπεύθυνες για την καταχώριση σημάτων εθνικές αρχές, καθώς και σε τρίτους ενδιαφερομένους και οικονομικούς φορείς, η εν εξελίξει καταχώριση ονομασίας ή ενδείξεως, ούτως ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη τούτο σε σχέση με την καταχώριση σημάτων, τα οποία ενδεχομένως συγκρούονται με αυτές τις ΠΟΠ ή ΠΓΕ.
68. Συναφώς, όσον αφορά ονομασίες καταχωρισμένες κατά την απλουστευμένη διαδικασία, πρέπει να τονιστεί ότι το πρώτο σημείο κατά τη διαδικασία αυτή, στο οποίο όλες οι κοινοτικές αρχές και οι οικονομικοί φορείς μπορούν να λάβουν γνώση της καταχωρίσεως μιας ονομασίας κατά τη διαδικασία αυτή, είναι η δημοσίευση της καταχωρίσεως κατά το άρθρο 17 του κανονισμού 2081/92, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του κανονισμού αυτού, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
69. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας και του πνεύματος του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, η ημερομηνία αυτή –δηλαδή, η ημερομηνία κατά την οποία η χορηγούμενη σε καταχωρισμένες κατά την απλουστευμένη διαδικασία ονομασίες προστασία δημοσιοποιείται για πρώτη φορά σε κοινοτικό επίπεδο– είναι η ημερομηνία που πρέπει να χαρακτηριστεί ως ουσιώδης για τον προσδιορισμό της προτεραιότητας τέτοιων ονομασιών, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
70. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, πρώτον, από λόγους που ανάγονται στον τρόπο πρακτικής εφαρμογής αυτού του κανόνα.
71. Ειδικότερα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, προβλέπει πρωτίστως, όπως προκύπτει από το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, λόγο απορρίψεως για σήμα, του οποίου ζητείται η καταχώριση, και μόνο δευτερευόντως, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής, λόγο ακυρώσεως του σήματος αυτού, σε περίπτωση που αυτό καταχωρίσθηκε κατά παράβαση της ως άνω απαγορεύσεως της καταχωρίσεως.
72. Εντούτοις, οι αρμόδιες για την καταχώριση σημάτων αρχές μπορούν προφανώς να λαμβάνουν υπόψη την προστασία που παρέχεται σε μία ονομασία για την οποία έχει κατατεθεί αίτηση καταχωρίσεως κατά τον κανονισμό αυτόν και, ειδικότερα, του σχετικού λόγου απορρίψεως, μόνον εφόσον η σχετική ονομασία περιέλθει σε γνώση τους πριν την καταχώριση του σήματος που ενδέχεται να συγκρούεται με την ονομασία.
73. Κατά δεύτερο λόγο, από την αρχή της ασφάλειας δικαίου συνάγεται κατά τη γνώμη μου, ότι το γεγονός ότι έχει ζητηθεί η καταχώριση μιας ονομασίας κατά την απλουστευμένη διαδικασία δεν μπορεί να αποκλείσει την καταχώριση ενός σήματος πριν τη δημοσίευση της καταχωρίσεως της ΠΓΕ ή ΠΟΠ.
74. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτεί να παρέχει η κοινοτική ρύθμιση/ρύθμιση της ένωσης στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει (23).
75. Υπό αυτό το πνεύμα, στην υπόθεση Prosciutto di Parma, η οποία αφορούσε ΠΟΠ καταχωρισθείσα κατά την απλουστευμένη διαδικασία, το Δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, μία συγκεκριμένη προδιαγραφή όπως αυτή που αφορά τον τεμαχισμό και τη συσκευασία του οικείου προϊόντος εντός της περιοχής παραγωγής συνεπάγεται για τους τρίτους υποχρέωση προς παράλειψη και, συνεπώς, εφόσον δεν περιήλθε σε γνώση τρίτων μέσω της κατάλληλης δημοσιοποίησης υπό τη μορφή κοινοτικής νομοθεσίας, όπως ο αναφερόμενος στην υπό κρίση υπόθεση κανονισμός περί καταχωρίσεως, δεν μπορεί να τους αντιταχθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου (24).
76. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή σχετίζεται με τη διαδικαστική ενέργεια ή πράξη, στο πλαίσιο της κατά την απλουστευμένη διαδικασία καταχωρίσεως μιας ενδείξεως ή ονομασίας, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της καταχωρίσεως ενός σήματος.
77. Συνεπώς, τα αντίστοιχα στοιχεία στην παρούσα υπόθεση συνεπάγονται σαφώς υποχρέωση παράλειψης για τους τρίτους, οι οποίοι καταθέτουν αίτηση καταχωρίσεως για σήμα, εφόσον το σήμα αυτό ενδέχεται να συγκρούεται με τη σχετική ονομασία. Επιπλέον, επιβάλλουν στις αρμόδιες για την καταχώριση σημάτων αρχές την υποχρέωση να απορρίψουν την αίτηση καταχωρίσεως τέτοιων σημάτων
78. Ως εκ τούτου, εφόσον, στο πλαίσιο της απλουστευμένης διαδικασίας, μόνον η καταχώριση της ΠΟΠ ή της ΠΓΕ περιέρχεται στη γνώση των ενδιαφερομένων τρίτων ή των αρχών που ασχολούνται με την κατάλληλη δημοσίευση, το κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, αποτέλεσμα αποκλεισμού μπορεί να προσδιοριστεί, βάσει της αρχής της ασφάλειας δικαίου, μόνο με βάση την πράξη αυτή, και όχι με βάση προηγούμενη πράξη, όπως αυτή της υποβολής στην Επιτροπή της αιτήσεως καταχωρίσεως.
79. Ειδικότερα, όσον αφορά την αίτηση καταχωρίσεως κατά την απλουστευμένη διαδικασία, η έλλειψη δημοσιότητας δεν μπορεί προφανώς να αντισταθμιστεί από το –κατ’ ουσίαν άσχετο– γεγονός ότι, όπως ορθώς παρατήρησαν κάποιοι από τους διαδίκους, κατά πάγια νομολογία πρέπει, σύμφωνα με την ανάγκη για αποτελεσματική δικαστική προστασία, να μπορούν τα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν τη νομιμότητα αιτήσεως καταχωρίσεως ονομασίας που υποβάλλεται στο πλαίσιο της απλουστευμένης διαδικασίας καταχωρίσεως (25).
80. Κατ’ ακολουθία, δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να αμφισβητηθεί ότι –στον βαθμό που εμπλέκονται οικονομικοί φορείς ή, σε κάθε περίπτωση, κάποιοι εξ αυτών– ειδική δημοσίευση της αιτήσεως καταχωρίσεως κατά την απλουστευμένη διαδικασία ήταν περιττή, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92 εφόσον, όπως ορίζει το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, σε κάθε περίπτωση, η αίτηση αυτή καταχωρίσεως βασίστηκε σε ονομασία η οποία απολάμβανε ήδη νομικής προστασίας σε εθνικό επίπεδο και την οποία οι οικονομικοί φορείς θα έπρεπε ήδη να γνωρίζουν.
81. Μολονότι είναι αληθές ότι η εφαρμογή της απλουστευμένης διαδικασίας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι η ονομασία την οποία το κράτος μέλος ζητεί να καταχωρίσει πρέπει να προστατεύεται νόμιμα σε αυτό το κράτος μέλος ή, στην περίπτωση κρατών μελών όπου δεν υπάρχει σύστημα προστασίας, να έχει καθιερωθεί μέσω της χρήσεως (26), πρέπει να επισημανθεί ότι η καταχώριση κατά τη διαδικασία αυτή δεν ισοδυναμεί απλώς με την επέκταση σε κοινοτικό επίπεδο της προστασίας/επίπεδο προστασίας της Ένωσης που ήδη υπήρχε σε εθνικό επίπεδο (27).
82. Συνεπώς, πέραν της διαφοράς στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής, το πεδίο της κατά το εθνικό δίκαιο παρεχόμενης προστασίας σε μία γεωγραφική ονομασία ή ένδειξη ενδέχεται να διαφέρει ουσιωδώς και να είναι πιο περιορισμένο –όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση– από το πεδίο προστασίας που παρέχεται σε καταχωρισμένες κατά τον κανονισμό 2081/92 ΠΓΕ ή ΠΟΠ.
83. Συνεπώς, η ύπαρξη ή, ειδικότερα, η δημοσίευση ονομασίας προελεύσεως κατά ορισμένο εθνικό σύστημα προστασίας, δεν μπορεί, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2081/92, να προβληθεί ως αντιστάθμισμα για την έλλειψη δημοσιότητας και ασφάλειας δικαίου που συνοδεύει την αίτηση καταχωρίσεως της ονομασίας αυτής κατά την απλουστευμένη διαδικασία.
84. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, σκοπός του κανονισμού 2081/92 είναι η διασφάλιση ομοιόμορφης προστασίας εντός της Κοινότητας/Ένωσης των γεωγραφικών ονομασιών που καλύπτει (28).
85. Εκτός από τα ζητήματα ασφάλειας δικαίου, τα οποία προφανώς θα δημιουργούσε μια τέτοια προσέγγιση, κατά τη γνώμη μου, θα συνέτρεχε προσβολή της ομοιόμορφης προστασίας, την οποία αποσκοπεί να παράσχει το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός 2081/92, εάν η χρονική προτεραιότητα μιας ονομασίας ή ενδείξεως, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, κρινόταν στο πλαίσιο της απλουστευμένης διαδικασίας –όπως πρότειναν ορισμένοι διάδικοι– με βάση τον χρόνο, κατά τον οποίο η ονομασία άρχισε να προστατεύεται κατά το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους προελεύσεως ή, απουσία εθνικού συστήματος προστασίας, με βάση τον χρόνο, κατά τον οποίο η ονομασία καθιερώθηκε μέσω της χρήσεως.
86. Επιπλέον, μια τέτοια προσέγγιση δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τη διαφορά που αναφέρθηκε ανωτέρω (29), μεταξύ ονομασιών και ενδείξεων κατά την έννοια του κανονισμού 2081/92 και των κατά το εσωτερικό δίκαιο προστατευμένων ονομασιών στις οποίες αυτές ενδεχομένως βασίζονται.
87. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι ο κανονισμός 2081/92 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κρίσιμη ημερομηνία για τον καθορισμό της χρονικής προτεραιότητας στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, μιας προστατευμένης γεωγραφικής ενδείξεως που έχει καταχωρισθεί κατά την απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 17 του εν λόγω κανονισμού, είναι η ημερομηνία δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως.
V – Πρόταση
88. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα σχετικά ερωτήματα ως εξής:
1) Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 510/2006, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων, δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία μια προστατευμένη ένδειξη προελεύσεως έχει εγκύρως καταχωρισθεί κατά την απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων.
2) Ο κανονισμός 2081/92 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κρίσιμη ημερομηνία για τον καθορισμό της χρονικής προτεραιότητας στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, μιας προστατευμένης γεωγραφικής ενδείξεως που έχει καταχωρισθεί κατά την απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 17 του εν λόγω κανονισμού, είναι η ημερομηνία δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 93, σ.12.
3 – ΕΕ L 182, σ. 3.
4 – ΕΕ L 208, σ. 1.
5 – Συλλογή 2009, σ. I‑5491.
6 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 8ης Απριλίου 2003, για την τροποποίηση του κανονισμού (EOK) 2081/92 για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 99, σ. 1).
7 – Κανονισμός για την προσαρμογή στην απόφαση 1999/468/ΕΚ των διατάξεων των σχετικών με τις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της, οι οποίες προβλέπονται από πράξεις του Συμβουλίου που εκδόθηκαν σύμφωνα με τη διαδικασία συμβουλευτικής επιτροπής (ειδική πλειοψηφία) (ΕΕ L 122, σ. 1).
8– Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5.
9 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5.
10 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 115.
11– Βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2004, C‑245/02, Anheuser-Busch (Συλλογή 2004, σ. I‑10989, σκέψη 98).
12– Οι ακόλουθες παράγραφοι εφαρμόζονται τόσο στην αρχική έκδοση του άρθρου 14 του κανονισμού 2081/92 όσο και στη διάταξη αυτή, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 692/2003.
13– Βλ., συναφώς, όσον αφορά το άρθρο 14 του κανονισμού 2081/92, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Bavaria και Bavaria Italia (σκέψεις 117 έως 123).
14– Βλ., σχετικώς, άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ια΄, του κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) 40/94, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 422/2004 της 19ης Φεβρουαρίου 2004 (ΕΕ L 70, σ. 1), και άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ια΄, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1).
15– Βλ. συναφώς, παραδείγματος χάρη, απόφαση της 6ης Ιουλίου 2006, C‑154/05, J. J. Kersbergen-Lap και D. Dams-Schipper (Συλλογή 2006, σ. I‑6249, σκέψη 42), και απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1978, 10/78, Belbouab (Συλλογή τόμος 1978, σ. 591, σκέψη 7).
16 – Βλ., στο πλαίσιο αυτό, για παράδειγμα, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C‑334/07 P, Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen (Συλλογή 2008, σ. I 9465, σκέψη 43), και της 29ης Ιουνίου 1999, C-60/98, Butterfly Music (Συλλογή 1999, σ. I‑3939, σκέψη 24).
17 – Βλ. συναφώς, για παράδειγμα, απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2002, C-162/00, Pokrzeptowicz-Meye (Συλλογή 2002, σ. I 1049, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ως προς τις αρχές τις οποίες ακολουθεί το Δικαστήριο όσον αφορά τις διαχρονικές συνέπειες των νομικών κανόνων, βλ., επίσης, τις προτάσεις μου της 10ης Νοεμβρίου 2009 στην υπόθεση C‑357/09 PPU, Kadzoev (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2009, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 56 έως 59).
18 – Βλ., στο πλαίσιο αυτό, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1983, 292/82, Firma E. Merck (Συλλογή 1983, σ. 3781, σκέψη 12), και της 20ής Απριλίου 2010, C‑265/08, Federutility κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 18).
19 – Βλ., ειδικότερα, σημείο 50 ανωτέρω.
20 – Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο στο γράμμα του κανονισμού 2081/92 το οποίο θα απέκλειε, a priori, την εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού σε ονομασίες καταχωρισμένες κατά την απλουστευμένη διαδικασία· επιπλέον, κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στο γεγονός ότι το άρθρο 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού αυτού θεωρείται παγίως ότι εφαρμόζεται στο πλαίσιο της απλουστευμένης διαδικασίας (βλ. μόνον, για παράδειγμα, απόφαση Bavaria και Bavaria Italia, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 111 επ.).
21 – Βλ., όσον αφορά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2081/92, τις προτάσεις μου στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 υπόθεση Bavaria και Bavaria Italia (σημεία 128, 129 και 152).
22 – Βλ., στο πλαίσιο αυτό, απόφαση Bavaria και Bavaria Italia (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 118 και 119).
23– Βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2003, C‑469/00, Ravil (Συλλογή 2003, σ. I‑5053, σκέψη 93), της 20ής Μαΐου 2003, C‑108/01, Prosciutto di Parma (Συλλογή 2003, σ. I‑5121, σκέψη 89), και της 1ης Οκτωβρίου 1998, C‑209/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑5655, σκέψη 35).
24– Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 23 απόφαση Prosciutto di Parma (σκέψεις 91 έως 96).
25– Βλ. συναφώς, ειδικότερα, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C‑269/99, Carl Kühne κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-9517, σκέψεις 57 και 58), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Bavaria και Bavaria Italia (σκέψη 57).
26 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 25ης Ιουνίου 2002, C‑66/00, Bigi (Συλλογή 2002, σ. I‑5917, σκέψη 28).
27– Βλ., συναφώς, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 23 απόφαση Prosciutto di Parma (σκέψεις 97 και 98).
28– Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑478/07, Budějovický Budvar (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 107), και της 7ης Νοεμβρίου 2000, C‑312/98, Warsteiner Brauerei (Συλλογή 2000, σ. I‑9187, σκέψη 50).
29– Σημεία 80 έως 82 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy