ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 2ας Δεκεμβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑171/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Πορτογαλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 56 ΕΚ και 43 ΕΚ – Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων – Περιορισμοί στην απόκτηση συμμετοχών και παρέμβαση στη διαχείριση ιδιωτικοποιημένης εταιρίας – Ειδικές μετοχές (“golden shares”) του Πορτογαλικού Δημοσίου στην εταιρία Portugal Telecom SGPS SA – Κρατικό μέτρο – Καταλογισμός στο κράτος μέλος»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, που ασκήθηκε στις 21 Απριλίου 2008, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, διατηρώντας στην Portugal Telecom SGPS SA (στο εξής: Portugal Telecom) ειδικά δικαιώματα του Δημοσίου και άλλων δημοσίων φορέων, τα οποία απορρέουν από προνομιούχες μετοχές («golden shares») του Δημοσίου στην Portugal Telecom παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 56 ΕΚ και 43 ΕΚ.
II – Το νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 15, παράγραφος 3, του (Lei Quadro das Privatizaçoes) νόμου-πλαισίου περί ιδιωτικοποιήσεων (2) προβλέπει τη δυνατότητα δημιουργίας προνομιούχων μετοχών και είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Η νομοθετική πράξη που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1 (για την έγκριση του καταστατικού της επιχείρησης που πρόκειται να ιδιωτικοποιηθεί ή να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία), μπορεί επίσης να προβλέπει κατ’ εξαίρεση, όταν το εθνικό συμφέρον το απαιτεί, την ύπαρξη προνομιούχων μετοχών, προοριζομένων να παραμείνουν στην κυριότητα του Δημοσίου, οι οποίες, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους, του παρέχουν δικαίωμα αρνησικυρίας όσον αφορά τις τροποποιήσεις του καταστατικού και άλλες αποφάσεις που αφορούν συγκεκριμένο τομέα, ο οποίος ορίζεται δεόντως στο καταστατικό.»
3. Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 44/95, της 22ας Φεβρουαρίου 1995, σχετικά με την πρώτη φάση ιδιωτικοποιήσεως, ορίζει τα εξής:
«Στην περίπτωση κατά την οποία η εταιρική σύμβαση της Portugal Telecom προβλέπει την ύπαρξη μετοχών που παρέχουν ειδικά δικαιώματα, εκτός από τις μετοχές που παρέχουν δικαίωμα απολήψεως του πρώτου μερίσματος, οι μετοχές αυτές πρέπει υποχρεωτικά να ανήκουν κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο ή σε άλλους δημόσιους μετόχους.»
4. Το καταστατικό της Portugal Telecom, η οποία είναι εταιρία διαχείρισης χαρτοφυλακίου συμμετοχών, ορίζει, στο άρθρο του 4, παράγραφος 2, ότι το εταιρικό κεφάλαιο αποτελείται από 1 025 800 000 κοινές μετοχές και 500 μετοχές Α κατηγορίας.
5. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του καταστατικού της Portugal Telecom, οι μετοχές Α κατηγορίας πρέπει να ανήκουν κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο ή σε άλλους δημόσιους μετόχους και συνοδεύονται από ορισμένα προνόμια υπό τη μορφή ειδικών δικαιωμάτων.
6. Το καταστατικό της Portugal Telecom απαριθμεί τα ειδικά δικαιώματα ως ακολούθως:
– το ένα τρίτο τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των διοικητών, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, πρέπει να εκλέγεται με πλειοψηφία υπολογιζόμενη βάσει των ψήφων που παρέχονται στις μετοχές που υπάγονται στην κατηγορία Α, δηλαδή με ψήφους του Δημοσίου και των λοιπών δημοσίων μετόχων·
– μεταξύ των 5 ή 7 μελών της εκτελεστικής επιτροπής, τα οποία επιλέγονται μεταξύ των μελών του διοικητικού συμβουλίου, 1 ή 2 των εν λόγω μελών αντιστοίχως πρέπει να εκλέγονται με την πλειοψηφία των ψήφων που παρέχονται στις μετοχές που υπάγονται στην κατηγορία Α·
– για τον διορισμό τουλάχιστον ενός των διοικητών που εκλέγονται για να ασχοληθούν ειδικώς με ορισμένα διοικητικά θέματα απαιτείται η πλειοψηφία των ψήφων που παρέχονται στις μετοχές που υπάγονται στην κατηγορία Α·
– καμία απόφαση της γενικής συνέλευσης σχετικά με τα θέματα που απαριθμούνται κατωτέρω δεν μπορεί να εγκριθεί ενάντια στην πλειοψηφία των ψήφων που παρέχονται στις μετοχές που υπάγονται στην κατηγορία Α:
– η χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων χρήσεως,
– η τροποποίηση του καταστατικού και οι αυξήσεις του κεφαλαίου,
– ο περιορισμός ή η κατάργηση του δικαιώματος προτιμήσεως,
– ο καθορισμός των όρων των αυξήσεων κεφαλαίου,
– η έκδοση ομολογιών ή άλλων χρεωγράφων και ο προσδιορισμός της αξίας αυτών των οποίων την έκδοση μπορεί να επιτρέψει το διοικητικό συμβούλιο, καθώς και ο περιορισμός ή η κατάργηση του δικαιώματος προτιμήσεως κατά την έκδοση ομολογιών μετατρέψιμων σε μετοχές και ο εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου καθορισμός των όρων των εκδόσεων ομολογιών του είδους αυτού,
– η μεταφορά της έδρας οπουδήποτε αλλού στην εθνική επικράτεια,
– η έγκριση της απόκτησης αριθμού κοινών μετοχών που υπερβαίνει το 10 % του εταιρικού κεφαλαίου από μετόχους που ασκούν δραστηριότητα ανταγωνιστική προς τις δραστηριότητες που ασκούνται από εταιρίες που ελέγχονται από την Portugal Telecom, και
– περαιτέρω, η πλειοψηφία των ψήφων που αντιστοιχούν στις εν λόγω μετοχές είναι αναγκαία ακόμη και όσον αφορά τις αποφάσεις σχετικά με την έγκριση των γενικών στόχων και των θεμελιωδών αρχών των πολιτικών της Portugal Telecom, καθώς και τον καθορισμό των γενικών αρχών της πολιτικής στον τομέα της αποκτήσεως συμμετοχών σε εταιρίες ή ομίλους, των εξαγορών και των μεταβιβάσεων, στην περίπτωση κατά την οποία απαιτείται η εκ των προτέρων εξουσιοδότηση από τη γενική συνέλευση.
III – Το ιστορικό της διαφοράς
7. Η Portugal Telecom, η οποία δημιουργήθηκε το 1994, αντιπροσωπεύει το επιστέγασμα μιας ευρείας διαδικασίας αναδιάρθρωσης του τομέα των τηλεπικοινωνιών της Πορτογαλίας. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε το 1992, με τη μετατροπή σε ανώνυμη εταιρία της δημόσιας επιχειρήσεως Correios e Telecomunicações de Portugal, και συνεχίστηκε με την απόσπαση από αυτήν των τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων και τη συγκέντρωσή τους σε μια αυτόνομη εταιρία, την Telecom Portugal SA. Εν συνεχεία, το 1994, διάφορες επιχειρήσεις δημοσίου αμιγώς κεφαλαίου, ήτοι η Telecom Portugal SA, η Telefones de Lisboa e Porto SΑ. και η Teledifusora δε Portugal SΑ, συγχωνεύθηκαν για να σχηματίσουν την Portugal Telecom.
8. Από το 1995, η Portugal Telecom ιδιωτικοποιήθηκε σε πέντε διαδοχικές φάσεις, στο πλαίσιο του καθεστώτος που θέσπισε ο νόμος-πλαίσιο περί ιδιωτικοποιήσεων.
9. Στην πρώτη φάση, την οποία προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα 44/95, μεταβιβάστηκε το 27 % περίπου του εταιρικού κεφαλαίου.
10. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης, η οποία διεξήχθη μεταξύ του Απριλίου 1996 και του Αυγούστου 1997, μεταβιβάστηκε το 22 % περίπου του εταιρικού κεφαλαίου, οπότε μειώθηκε έτσι η συμμετοχή του Δημοσίου στο 51 % του κεφαλαίου.
11. Στο πλαίσιο της τρίτης φάσης, η οποία άρχισε τον Αύγουστο του 1997 και έληξε τον Απρίλιο του 1999, πωλήθηκε μια επιπλέον συμμετοχή 26 % του εταιρικού κεφαλαίου.
12. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία διατήρησε στην κατοχή της την πλειοψηφία των κοινών μετοχών της Portugal Telecom μέχρι το τέλος του 1997.
13. Στο τέλος της τετάρτης φάσης, η Πορτογαλική Δημοκρατία μείωσε τη συμμετοχή της στο εταιρικό κεφάλαιο της Portugal Telecom κατά ένα επιπλέον ποσοστό 13,5 % των εταιρικών μεριδίων.
14. Τέλος, κατά την περάτωση της πέμπτης φάσης ιδιωτικοποίησης, πωλήθηκε το τελευταίο τμήμα της δημόσιας συμμετοχής στην Portugal Telecom, εξαιρουμένων 500 μετοχών συνοδευομένων από ειδικά δικαιώματα (μετοχές Α κατηγορίας), οι οποίες εξακολούθησαν να ανήκουν στο Δημόσιο.
IV – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
15. Η Επιτροπή, στις 19 Δεκεμβρίου 2005, απέστειλε έγγραφο οχλήσεως στην Πορτογαλική Δημοκρατία, με το οποίο της προσήψε ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 56 ΕΚ και 43 ΕΚ, λόγω του ότι το Δημόσιο και άλλοι δημόσιοι μέτοχοι εξακολουθούσαν να κατέχουν προνομιούχες μετοχές με ειδικά δικαιώματα στο εταιρικό κεφάλαιο της Portugal Telecom.
16. Η Επιτροπή προσήψε στην Πορτογαλική Δημοκρατία την εκ μέρους αυτής κατοχή των προνομιούχων μετοχών της Portugal Telecom («golden shares»), καθώς και τη θέσπιση ενός δικαιώματος αρνησικυρίας του Δημοσίου για κάθε απόκτηση συμμετοχής υπερβαίνουσα το 10 % του εταιρικού κεφαλαίου της Portugal Telecom από μετόχους που ασκούν δραστηριότητα ανταγωνιστική προς τη δραστηριότητα της εν λόγω εταιρίας.
17. Η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση που έδωσε η Πορτογαλική Δημοκρατία με έγγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 2006, της απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη στις 10 Απριλίου 2006.
18. Η Πορτογαλική Δημοκρατία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 24ης Ιουλίου 2006, αμφισβητώντας την προσαπτόμενη παράβαση.
19. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, φρονώντας ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή στις 21 Απριλίου 2008.
V – Τα αιτήματα των διαδίκων
20. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, διατηρώντας στην Portugal Telecom ειδικά δικαιώματα του Δημοσίου και άλλων δημοσίων φορέων, τα οποία απορρέουν από προνομιούχες μετοχές («golden shares») του Δημοσίου στην Portugal Telecom, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 56 ΕΚ και 43 ΕΚ, και
– να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
21. Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
VI – Επί της παραβάσεως
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
22. Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για δύο λόγους. Πρώτον, φρονεί ότι η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν έθεσε στη δικογραφία ούτε τα κανονιστικά κείμενα ούτε το καταστατικό της Portugal Telecom, που περιέχουν τις διατάξεις οι οποίες συγκεκριμενοποιούν την προσαπτόμενη παράβαση, δεν τήρησε τους κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως και, ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να αποδείξει την παράβαση που προβάλλει. Δεύτερον, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή διεύρυνε το αντικείμενο της διαφοράς, όπως αυτό προσδιορίστηκε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, καθόσον το όργανο αυτό ισχυρίζεται πλέον ότι υπάρχουν και άλλες ειδικές εξουσίες του Δημοσίου, ήτοι η δυνατότητα διορισμού ενός ή δύο μελών της εκτελεστικής επιτροπής η οποία ενδεχομένως επιλέγεται μεταξύ των μελών του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και η κατοχή δικαιώματος αρνησικυρίας σχετικά με ορισμένες στρατηγικές αποφάσεις, όπως είναι η πώληση σημαντικών στοιχείων του ενεργητικού, η συγχώνευση με άλλες εταιρίες και οι αποφάσεις που συνεπάγονται αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της επιχειρήσεως.
23. Η Επιτροπή απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών αυτών.
2. Εκτίμηση
24. Θεωρώ ότι οι δύο ενστάσεις απαραδέκτου που προβάλλει η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.
25. Όσον αφορά την υποτιθέμενη υποχρέωση που υπέχει η Επιτροπή να επισυνάψει τα σχετικά νομοθετικά κείμενα και το καταστατικό της Portugal Telecom, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι, παραλείποντας να επισυνάψει τα έγγραφα αυτά στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, η Επιτροπή στηρίζεται αποκλειστικά επί τεκμηρίου χωρίς να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως (3).
26. Συγκεκριμένα η Επιτροπή, έστω και αν είναι αληθές ότι δεν επισύναψε τα έγγραφα αυτά στο δικόγραφο της προσφυγής, αναπαρήγαγε το περιεχόμενο των διατάξεων των σχετικών νομοθετικών κειμένων και του καταστατικού της Portugal Telecom τόσο στα έγγραφα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας όσο και στην προσφυγή της. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή εκπλήρωσε επαρκώς την υποχρέωση που υπέχει να αναφέρει τις διατάξεις οι οποίες, κατ’ αυτήν, στοιχειοθετούν την προσαπτόμενη παράβαση.
27. Επιπλέον, τονίζω ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία ουδέποτε αμφισβήτησε ούτε την ύπαρξη των εν λόγω διατάξεων ούτε το γεγονός ότι παρέχουν στο Δημόσιο προνομιούχες μετοχές με ειδικά δικαιώματα, όπως αυτό επισημάνθηκε από την Επιτροπή, τόσο κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, με τις απαντήσεις της στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη, η Πορτογαλική Δημοκρατία επιβεβαίωσε επανειλημμένως ότι, βάσει των κειμένων αυτών, κατείχε όντως στο κεφάλαιο της Portugal Telecom 500 μετοχές Α κατηγορίας με τις οποίες συνδέονται ειδικά δικαιώματα.
28. Εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η Επιτροπή παρέβη μια υποχρέωση την οποία υπέχει, τούτο ουδόλως θα μπορούσε, κατά την άποψή μου, να έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της προσφυγής, καθόσον μια τέτοια συνέπεια είναι προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με την προβαλλόμενη παράβαση. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο απέρριψε ήδη εν μέρει την ένσταση που προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία, λαμβάνοντας αυτεπαγγέλτως ένα μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας συνιστάμενο στην πρόσκληση των διαδίκων να καταθέσουν το καταστατικό της Portugal Telecom στη Γραμματεία, πράγμα το οποίο όντως έπραξαν. Παρατηρώ επίσης ότι, από την ανάγνωση του καταστατικού της Portugal Telecom, προκύπτει ότι αυτό επιβεβαιώνει αναμφίβολα το περιεχόμενο των σχετικών διατάξεων που αναπαρήγαγε η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη της και στο δικόγραφο της προσφυγής.
29. Όσον αφορά την προβαλλόμενη διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς, καθόσον η Επιτροπή στηρίχθηκε σε πρόσθετες αιτιάσεις στο δικόγραφο της προσφυγής, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η απαίτηση περί μη διευρύνσεως ή τροποποιήσεως του αντικειμένου της διαφοράς, όπως αυτό προσδιορίζεται με την αιτιολογημένη γνώμη, δεν μπορεί να σημαίνει ότι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση να συμπίπτει απολύτως η διατύπωση των αιτιάσεων στο έγγραφο οχλήσεως, στο διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και στα αιτήματα της προσφυγής (4). Το γεγονός όμως ότι η Επιτροπή, με το δικόγραφο της προσφυγής της, εξέθεσε λεπτομερώς τις αιτιάσεις που είχε ήδη διατυπώσει πιο γενικά με το έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη, αναφέροντας πρόσθετους τομείς στους οποίους το πορτογαλικό Δημόσιο έχει ειδικά δικαιώματα στην Portugal Telecom ως κάτοχος της πλειοψηφίας των μετοχών Α κατηγορίας, δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, καμία επίπτωση στο περιεχόμενο της διαφοράς (5).
30. Επομένως, κατά την άποψή μου, η υπό κρίση προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
31. Η Επιτροπή υποστηρίζει καταρχάς ότι το γεγονός ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία διαθέτει τα προαναφερθέντα ειδικά δικαιώματα λόγω της κατοχής της πλειοψηφίας των μετοχών Α κατηγορίας στην Portugal Telecom συνιστά περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων καθώς και στην ελευθερία εγκαταστάσεως. Κατ’ αυτήν, συγκεκριμένα, τα ειδικά αυτά δικαιώματα περιορίζουν την δυνατότητα των κοινών μετόχων να μετάσχουν πραγματικά στη διαχείριση και στον έλεγχο της εταιρίας ανάλογα με την αξία των μετοχών τους και τους στερεί περαιτέρω την εξουσία να λαμβάνουν τις στρατηγικές αποφάσεις σχετικά με τις οποίες το Δημόσιο διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας.
32. Επιπλέον, οι προνομιούχες μετοχές που κατέχει η Πορτογαλική Δημοκρατία ενδέχεται επίσης να εμποδίσουν την απόκτηση συμμετοχών ελέγχου στην εν λόγω εταιρία, πράγμα το οποίο είναι ασύμβατο προς το άρθρο 43 ΕΚ.
33. Η Επιτροπή διευκρινίζει εν συνεχεία ότι οι επίμαχες προνομιούχες μετοχές δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι ιδιωτικής φύσεως για τους δύο παρακάτω λόγους. Αφενός, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι τα ειδικά δικαιώματα που συνδέονται με τις μετοχές αυτές προβλέπονται μόνο στο καταστατικό της Portugal Telecom, η δημιουργία τους πρέπει εντούτοις να εξεταστεί με γνώμονα τις σχετικές διατάξεις του νόμου-πλαίσιου περί ιδιωτικοποιήσεων και του νομοθετικού διατάγματος 44/95, σύμφωνα με τις οποίες η πλειοψηφία των εν λόγω προνομιούχων μετοχών πρέπει να αποδοθεί στο Δημόσιο και να παραμείνει στην ιδιοκτησία του. Αφετέρου, το εν λόγω καταστατικό εγκρίθηκε κατόπιν της πρώτης φάσης της ιδιωτικοποιήσεως, ήτοι όταν το Δημόσιο διέθετε ακόμη ευρεία πλειοψηφία στην Portugal Telecom.
34. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, η δημιουργία προνομιούχων μετοχών στην Portugal Telecom δεν απορρέει από κανονική εφαρμογή του εταιρικού δικαίου και συνιστά εν πάση περιπτώσει κρατικό μέτρο, που εμπίπτει κατά συνέπεια στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56, παράγραφος 1, ΕΚ.
35. Η Επιτροπή υποστηρίζει επιπλέον ότι το άρθρο 295 ΕΚ δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παροχή προνομιούχων μετοχών στο Δημόσιο, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένως ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται τα καθεστώτα τους ιδιοκτησίας για να δικαιολογούν την παρεμβολή εμποδίων στις προβλεπόμενες από τη Συνθήκη ΕΚ ελευθερίες, τα οποία απορρέουν από ένα καθεστώς διοικητικής άδειας όσον αφορά ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις (6). Κατά την άποψη της Επιτροπής, η παροχή στο πορτογαλικό Δημόσιο των ειδικών δικαιωμάτων που συνεπάγονται τη δυνατότητά του να προβάλει βέτο κατά τη λήψη ορισμένων αποφάσεων που εμπίπτουν στη λειτουργία της επιχειρήσεως αποτελεί πράγματι ένα καθεστώς της διοικητικής άδειας.
36. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή αμφισβητεί επίσης τον χαρακτηρισμό του θεμελιώδους δικαιώματος που έδωσε η Πορτογαλική Δημοκρατία στο δικαίωμα κατοχής μετοχών με ειδικά δικαιώματα. Ισχυρίζεται ότι, ναι μεν η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, το δικαίωμα της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας ή το δικαίωμα της ιδιοκτησίας αποτελούν μάλλον θεμελιώδη δικαιώματα, πλην όμως το αυτό δεν ισχύει όσον αφορά το δικαίωμα κατοχής προνομιούχων μετοχών. Όσον αφορά την προβαλλόμενη προσβολή τέτοιων θεμελιωδών δικαιωμάτων σε περίπτωση που θα απαγορευόταν η εκ μέρους δημόσιας αρχής κατοχή των εν λόγω μετοχών, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ) και του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διακήρυξη του οποίου έγινε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (7), η άσκηση των προαναφερθέντων δικαιωμάτων μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς που ανταποκρίνονται σε σκοπούς γενικού συμφέροντος.
37. Η Επιτροπή προσθέτει, τέλος, ότι οι περιορισμοί που απορρέουν από τα ειδικά δικαιώματα που κατέχει στην Portugal Telecom η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από τους σκοπούς γενικού συμφέροντος που προέβαλε η τελευταία αυτή και, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι σύμφωνοι προς την αρχή της αναλογικότητας.
38. Κατά την Επιτροπή, η ανάγκη να διασφαλιστεί ότι ανά πάσα στιγμή το Δημόσιο έχει στη διάθεσή του το δίκτυο των τηλεπικοινωνιών, που διαδραματίζει έναν ουσιώδη ρόλο ιδίως σε περιπτώσεις κρίσης, πολέμου ή τρομοκρατίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί θεμιτός σκοπός γενικού συμφέροντος, δεδομένου ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν απέδειξε την ύπαρξη πραγματικής και επαρκώς σοβαρής απειλής, που να επηρεάζει ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (8).
39. Η Επιτροπή απορρίπτει επίσης το επιχείρημα που προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία ότι, δεδομένου ότι η Portugal Telecom έχει διατηρήσει τα καλωδιακά δίκτυα και τα δίκτυα χαλκού, καθώς και όλες τις δραστηριότητες χονδρικής και λιανικής πώλησης, η κατοχή των ειδικών δικαιωμάτων στην Portugal Telecom δικαιολογείται από την άποψη της εξασφαλίσεως ενός ορισμένου βαθμού ανταγωνισμού στην αγορά των τηλεπικοινωνιών, ελλείψει ενός εθνικού και κοινοτικού νομοθετικού πλαισίου που να παρέχει τις κατάλληλες εξουσίες στην αρμόδια επί του ανταγωνισμού πορτογαλική αρχή και στον τομεακό ρυθμιστικό φορέα. Κατά την Επιτροπή, μια τέτοια επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή στον βαθμό που ισοδυναμεί με δικαιολόγηση μιας παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου (του ανταγωνισμού, εν προκειμένω) διά μιας άλλης παραβιάσεως του ίδιου δικαίου (ήτοι των περιορισμών στις ελευθερίες της κυκλοφορίας των κεφαλαίων και της εγκαταστάσεως).
40. Όσον αφορά τη δικαιολογία ότι η θέση υπό συζήτηση των εξουσιών που το πορτογαλικό Δημόσιο διαθέτει στην Portugal Telecom στην παρούσα συγκυρία θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικό κίνδυνο διατάραξης της αγοράς κεφαλαίων, η Επιτροπή αμιγώς υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, λόγοι οικονομικής φύσεως δεν μπορούν να χρησιμεύσουν για να δικαιολογηθούν εμπόδια που απαγορεύονται από τη Συνθήκη (9).
41. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή προσθέτει ότι η παροχή στο πορτογαλικό Δημόσιο των ειδικών δικαιωμάτων αποτελεί μέτρο βαίνον προδήλως πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, τα ειδικά δικαιώματα δεν αφορούν ειδικές αποφάσεις διαχειρίσεως, αλλά θεμελιώδεις αποφάσεις για τη λειτουργία της επιχειρήσεως, ενώ η άσκησή τους δεν υπόκειται σε καμία προϋπόθεση περιορίζουσα τη διακριτική ευχέρεια της κρατικής εξουσίας, πέραν του γεγονότος ότι τα εν λόγω δικαιώματα πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν το απαιτούν λόγοι εθνικού συμφέροντος.
42. Η Πορτογαλική Δημοκρατία ισχυρίζεται καταρχάς ότι το δικαίωμα κατοχής των μετοχών που παρέχουν ειδικά δικαιώματα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα των μετόχων και, αυτό καθεαυτό, συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου την οποία τα κοινοτικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν, σύμφωνα με τα όσα προβλέπουν το άρθρο 6 ΕΕ καθώς και τα άρθρα 12 και 14 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το να θεωρηθεί, όπως πράττει εν προκειμένω η Επιτροπή, παράνομο το απλό γεγονός ότι τις εν λόγω μετοχές τις κατέχει ένας δημόσιος φορέας ισοδυναμεί με προσβολή ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, ήτοι του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, του δικαιώματος του ελευθέρως συνεταιρίζεσθαι και του δικαιώματος της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας.
43. Ακολούθως, η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί την ύπαρξη του περιορισμού, υποστηρίζοντας ότι η δημιουργία των προνομιούχων μετοχών προκύπτει, ευθέως και αμέσως, από τη βούληση της Portugal Telecom και, ως εκ τούτου, από την κανονική εφαρμογή του εταιρικού δικαίου.
44. Φρονεί επιπλέον ότι η δημιουργία των επίμαχων μετοχών, ακόμη και αν υποτεθεί ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι οφείλεται στο Δημόσιο, ουδόλως συνιστά παράβαση των άρθρων 56 ΕΚ και 43 ΕΚ, λόγω του ότι οι εν λόγω μετοχές δεν έχουν ως σκοπό να επηρεάσουν το εμπόριο ή να εμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, πρόκειται, κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία, για ένα μέτρο που δεν επηρεάζει τους κανόνες κτήσεως των συμμετοχών, αλλά τους κανόνες διαχειρίσεως αυτών, και το οποίο εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις, οπότε έχει κατ’ αναλογία εφαρμογή η λογική στην οποία βασίζεται η απόφαση Keck και Mithouard (10).
45. Εν πάση περιπτώσει, στηρίζοντας την επιχειρηματολογία της στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro στις υποθέσεις Federconsumatori κ.λπ. (11), η Πορτογαλική Δημοκρατία φρονεί ότι το γεγονός και μόνον ότι κατέχει ειδικά δικαιώματα στην Portugal Telecom δεν επηρεάζει δυσμενώς την αξία της εν λόγω εταιρίας και, επομένως, δεν καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων από επενδυτές από άλλα κράτη μέλη, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι το πορτογαλικό Δημόσιο ουδέποτε χρησιμοποίησε μέχρι σήμερα το δικαίωμά του αρνησικυρίας.
46. H Πορτογαλική Δημοκρατία φρονεί τέλος ότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι οι διατάξεις που περιέχονται στο καταστατικό της Portugal Telecom οφείλονται στο Δημόσιο και ότι υφίσταται περιορισμός των θεμελιωδών ελευθεριών της κυκλοφορίας των κεφαλαίων και της εγκαταστάσεως, τα εμπόδια αυτά δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.
47. Πρώτον, το γεγονός ότι η Portugal Telecom είναι κύριος των μεγάλων υποδομών μεταφορών και διάδοσης των τηλεπικοινωνιών καθιστά αναγκαία την κατοχή των ειδικών δικαιωμάτων από το Δημόσιο, προκειμένου το τελευταίο αυτό να μπορεί να διαφυλάξει την παροχή των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σε περιπτώσεις κρίσεως, πολέμου, τρομοκρατίας, κινδύνων φυσικών καταστροφών, καθώς και άλλων νέων απειλών. Συναφώς, η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί την ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στην απόφαση της 13ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Ισπανίας (12), υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο δεν ήθελε να εξαρτήσει την αναγνώριση της υπάρξεως λόγου δημόσιας ασφάλειας από την απόδειξη πραγματικής και επαρκώς σοβαρής απειλής, που να επηρεάζει ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας.
48. Δεύτερον, η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει ως δικαιολογία την ανάγκη διασφαλίσεως της παροχής της καθολικής υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών. Συγκεκριμένα, η εν λόγω καθολική υπηρεσία τηλεπικοινωνιών εμπίπτει στις υπηρεσίες οι οποίες πρέπει να είναι διαθέσιμες, με συγκεκριμένη ποιότητα, για όλους τους τελικούς χρήστες στην επικράτειά της, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται, και σε προσιτή τιμή. Δεδομένου ότι ο φορέας εκμετάλλευσης στον οποίο έχει ανατεθεί η παροχή της υπηρεσίας αυτής είναι η Portugal Telecom, η ύπαρξη του σημαντικού κινδύνου να διακυβευθεί η καθολική υπηρεσία αν η παροχή της ανετίθετο στη βούληση και μόνον των ιδιωτών μετόχων δικαιολογεί την εκ μέρους του Δημοσίου διατήρηση μιας δυνατότητας παρεμβάσεως στην οικεία εταιρία διά της κατοχής των ειδικών δικαιωμάτων.
49. Τρίτον, κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία, τα ειδικά δικαιώματα που παρέχονται στο Δημόσιο είναι αναγκαία και αναλογικά σε σχέση προς τους σκοπούς που επιδιώκουν να επιτύχουν. Κατ’ αυτήν, τα ειδικά δικαιώματα που της παρέχονται δεν διαφέρουν από ένα σύστημα εκ των υστέρων εναντιώσεως, δηλαδή μιας εξουσίας βάσει της οποίας μια απόφαση ληφθείσα από την τακτική γενική συνέλευση μπορεί να στερηθεί οποιουδήποτε αποτελέσματος στις περιπτώσεις που προβλέπονται εκ των προτέρων στο καταστατικό της Portugal Telecom. Περαιτέρω, τα δικαιώματα αυτά περιορίζονται σε συγκεκριμένες και εκ των προτέρων ορισθείσες καταστάσεις. Ως εκ τούτου, πρόκειται για ένα καθεστώς παρόμοιο με εκείνο περί του οποίου επρόκειτο στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου (13), καθεστώς που το Δικαστήριο έκρινε συμβατό προς τη Συνθήκη.
2. Εκτίμηση
α) Επί της υπάρξεως των περιορισμών στο άρθρο 56 ΕΚ
50. Το Δικαστήριο βρίσκεται για μια ακόμη φορά αντιμέτωπο με το ζήτημα του συμβατού προς το κοινοτικό δίκαιο ενός νομικού καθεστώτος που παρέχει στο Δημόσιο, κατόπιν μιας διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεως, μετοχές μιας εταιρίας από τις οποίες απορρέουν ειδικά δικαιώματα («golden shares») που του παρέχουν τη δυνατότητα να ασκεί σημαντική επιρροή επίδραση στην δραστηριότητα της οικείας εταιρίας (14).
51. Τέτοιου είδους εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις εκτιμώνται ανέκαθεν από το Δικαστήριο με γνώμονα την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, της οποίας η προσβολή συνεπάγεται, δευτερευόντως, παραβίαση της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
52. Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 56, παράγραφος 1, ΕΚ απαγορεύει γενικώς τους περιορισμούς στις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών (15).
53. Ναι μεν η Συνθήκη δεν περιέχει ορισμό της εννοίας της κινήσεως των κεφαλαίων, πλην όμως το παράρτημα I της οδηγίας 88/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 67 της Συνθήκης [άρθρου το οποίο καταργήθηκε με τη Συνθήκη Άμστερνταμ] (ΕΕ L 178, σ. 5), περιέχει ενδεικτικό κατάλογο πράξεων που θεωρούνται κινήσεις κεφαλαίων (16). Συνιστούν, συνεπώς, κινήσεις κεφαλαίων κατά το άρθρο 56, παράγραφος 1, ΕΚ, μεταξύ άλλων, οι επενδύσεις υπό μορφή συμμετοχής που παρέχουν τη δυνατότητα πραγματικής συμμετοχής στη διαχείριση και τον έλεγχο της επιχειρήσεως (άμεσες επενδύσεις) καθώς και η απόκτηση τίτλων στην αγορά κεφαλαίων που πραγματοποιείται με μοναδική πρόθεση την τοποθέτηση κεφαλαίων και χωρίς πρόθεση ασκήσεως επιρροής στη διαχείριση και τον έλεγχό της (επενδύσεις χαρτοφυλακίου) (17).
54. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις οι οποίες είναι ικανές να εμποδίσουν ή να περιορίσουν την απόκτηση μετοχών των οικείων επιχειρήσεων και να αποτρέψουν έτσι τους επενδυτές άλλων κρατών μελών να τοποθετούν τα κεφάλαιά τους στις εταιρίες αυτές πρέπει να χαρακτηρίζονται ως «περιορισμοί», κατά την έννοια του άρθρου 56, παράγραφος 1, ΕΚ (18).
55. Η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί καταρχάς την ύπαρξη περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, υποστηρίζοντας ότι η δημιουργία των επίμαχων μετοχών προκύπτει, ευθέως και αμέσως, από τη βούληση της ίδιας της Portugal Telecom και, και ως εκ τούτου, από την κανονική εφαρμογή του δικαίου των εταιριών. Με άλλα λόγια, η δημιουργία των επίμαχων προνομιούχων μετοχών δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Πορτογαλική Δημοκρατία και συνεπώς δεν αποτελεί κρατικό μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 56 ΕΚ.
56. Η επιχειρηματολογία αυτή ουδόλως με πείθει.
57. Είναι αληθές ότι ούτε ο νόμος-πλαίσιο περί ιδιωτικοποιήσεων ούτε τα λοιπά νομοθετήματα που διέπουν τις διάφορες φάσεις της ιδιωτικοποίησης της Portugal Telecom δεν επιβάλλουν την παροχή στο Δημόσιο της πλειοψηφίας των προνομιούχων μετοχών της εν λόγω εταιρίας. Το νομοθετικό διάταγμα 44/95, που θέτει σε εφαρμογή την πρώτη φάση ιδιωτικοποιήσεως, ορίζει μόνον ότι, αν η εταιρική σύμβαση προβλέπει την ύπαρξη μετοχών με ειδικά δικαιώματα, οι μετοχές αυτές πρέπει να ανήκουν κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο ή σε άλλους δημόσιους φορείς. Το καταστατικό της Portugal Telecom προβλέπει ρητώς την ύπαρξη προνομιούχων μετοχών στο εταιρικό κεφάλαιο της εν λόγω εταιρίας, κατά την έννοια του άρθρου 24 του κώδικα των εμπορικών εταιριών.
58. Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι οι διατάξεις του καταστατικού της Portugal Telecom που παρέχουν την πλειοψηφία των προνομιούχων μετοχών στο πορτογαλικό Δημόσιο εισήχθησαν αμέσως μετά την έκδοση του νομοθετικού διατάγματος 44/95, στις 4 Απριλίου 1995, δηλαδή σε μια περίοδο κατά την οποία το Δημόσιο ασκούσε πλειοψηφικό έλεγχο στην επιχείρηση, η δε Πορτογαλική Δημοκρατία επιβεβαίωσε εξάλλου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το Δημόσιο κατείχε, την περίοδο εκείνη, το 54,2 % του εταιρικού κεφαλαίου της Portugal Telecom .
59. Συνεπώς, ναι μεν το Δημόσιο ενεργούν ως νομοθέτης επέτρεψε τη δημιουργία των προνομιούχων μετοχών στην Portugal Telecom, πλην όμως το Δημόσιο ενεργούν ως πλειοψηφών μέτοχος της εταιρίας αυτής τις εισήγαγε πράγματι τροποποιώντας το καταστατικό της Portugal Telecom, σύμφωνα με τη δυνατότητα που του παρείχαν ο νόμος-πλαίσιο περί ιδιωτικοποιήσεων και το νομοθετικό διάταγμα 44/95 (19).
60. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι είναι αδύνατο να υποστηρίζεται ότι η δημιουργία των προνομιούχων μετοχών μπορεί να καταλογιστεί αποκλειστικά στη βούληση της Portugal Telecom.
61. Αν γινόταν δεκτή η αντίθετη επιχειρηματολογία, τούτο θα οδηγούσε στην παροχή της δυνατότητας στα κράτη μέλη να αποφεύγουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 56 ΕΚ, για τον λόγο και μόνον ότι δεν είναι το «κράτος-νομοθέτης» που δημιούργησε τις προνομιούχες μετοχές, αλλά το «κράτος-μέτοχος», κατόπιν της άδειας που παρέσχε το κράτος-νομοθέτης! Είναι σαφές ότι, αν γίνει δεκτή μια τέτοια συλλογιστική, θα υπονομευθεί σε μεγάλο βαθμό η πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης του άρθρου 56, παράγραφος 1, ΕΚ.
62. Όσον αφορά το μέρος της επιχειρηματολογίας που διατύπωσε η Πορτογαλική Δημοκρατία σχετικά με ότι η δημιουργία των προνομιούχων μετοχών ήταν απλώς το αποτέλεσμα μιας κανονικής εφαρμογής του δικαίου των εταιριών, ας μου επιτραπεί να τονίσω ότι οι μετοχές αυτές προορίζονται να παραμένουν ιδιοκτησία του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 3, του νόμου πλαισίου περί ιδιωτικοποιήσεων, κατά παρέκκλιση του άρθρου 4 του κώδικα των εμπορικών εταιριών που ορίζει, πράγματι, ότι στις ανώνυμες εταιρίες τα ειδικά δικαιώματα δεν μπορούν να παρέχονται παρά μόνο σε κατηγορίες μετοχών και να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές (20).
63. Συνεπώς, όπως εύστοχα εξέθεσε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως, χωρίς να αμφισβητηθεί επί του σημείου αυτού από την Πορτογαλική Δημοκρατία, πρόκειται για μια εταιρική σύμβαση που διαπνέεται από τις συμβατικές μορφές του ιδιωτικού δικαίου, στην οποία η εθνική νομοθεσία προσθέτει αποτελέσματα υπερβαίνοντα το κοινό δίκαιο, ειδικότερα την απαγόρευση της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία των προνομιούχων μετοχών.
64. Κατά τα λοιπά, το επιχείρημα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας που αντλείται από την υποτιθέμενη λυσιτέλεια της διακρίσεως μεταξύ προνομιούχων μετοχών που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της κανονικής εφαρμογής του εθνικού δικαίου των εταιριών και προνομιούχων μετοχών δημόσιας προελεύσεως δεν μπορεί να με πείσει.
65. Συγκεκριμένα, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η προέλευση των μετοχών αυτών πρέπει να αναζητηθεί στο ιδιωτικό δίκαιο, η δημιουργία τους μπορεί επίσης να καταλογισθεί στην Πορτογαλική Δημοκρατία. Είναι, κατά την άποψή μου, αδιαμφισβήτητο ότι τα κράτη μέλη, υπό την ιδιότητά τους ως συμβαλλομένων μερών της Συνθήκης, οφείλουν να τηρούν τους κανόνες σχετικά με τις θεμελιώδεις ελευθερίες της κυκλοφορίας ανεξάρτητα από το αν ενεργούν ως δημόσιες αρχές ή ως φορείς ιδιωτικού δικαίου. Η υποστήριξη διαφορετικής θέσεως θα ισοδυναμούσε με την παροχή στα κράτη μέλη των μέσων καταστρατηγήσεως των εν λόγω κανόνων, δεδομένου ότι, υπό την ιδιότητά τους ως νομοθετών, θα μπορούσαν να τροποποιήσουν χωρίς δυσκολία το εθνικό ιδιωτικό δίκαιο επιβάλλοντας, για παράδειγμα, στις εταιρίες στις οποίες κατέχουν συμμετοχή να περιλαμβάνουν στο καταστατικό τους διατάξεις που τους παρέχουν ορισμένα ειδικά δικαιώματα (21).
66. Επομένως, η δημιουργία των επίμαχων προνομιούχων μετοχών μπορεί αναμφίβολα να καταλογισθεί στην Πορτογαλική Δημοκρατία.
67. Όσον αφορά την περιοριστική φύση της πορτογαλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, συμπεριλαμβανομένης της παραπομπής στο καταστατικό της Portugal Telecom την οποία περιέχει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προνομιούχες μετοχές που παρέχει στο Δημόσιο του επιτρέπουν να ασκεί μια επιρροή που υπερβαίνει κατά πολύ την πραγματική αξία των μετοχών που κατέχει. Δυνάμει των μετοχών αυτών, συγκεκριμένα, όχι μόνον πολλές αποφάσεις διαχειρίσεως αφορώσες τη διάρθρωση της επιχειρήσεως καθώς και σημαντικές πτυχές της δραστηριότητάς της πρέπει να εγκρίνονται προηγουμένως από το πορτογαλικό Δημόσιο, αλλά επίσης, όπως τούτο προκύπτει από την απαρίθμηση που περιέχεται στο σημείο 6 των παρουσών προτάσεων, ακόμη και η απόκτηση συμμετοχών στο εταιρικό κεφάλαιο της Portugal Telecom εξαρτάται, σε ορισμένες περιπτώσεις, από μια τέτοια προηγούμενη έγκριση. Η πορτογαλική κανονιστική ρύθμιση εισάγει, συνεπώς, πράγματι ένα καθεστώς προηγούμενης διοικητικής αδείας για τη λήψη ορισμένων αποφάσεων διαχειρίσεως και αποκτήσεως συμμετοχών στην Portugal Telecom, όπως ορθώς το χαρακτηρίζει η Επιτροπή.
68. Ανεξαρτήτως του ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία ουδέποτε έκανε χρήση των ειδικών εξουσιών που της παρέχει η κατοχή της πλειοψηφίας των προνομιούχων μετοχών στο εταιρικό κεφάλαιο της Portugal Telecom, το γεγονός ότι η λήψη των αποφάσεων τόσο μεγάλης σημασίας μπορεί να εξαρτάται από προηγούμενη διοικητική άδεια του κράτους δεν μπορεί, συγκεκριμένα, παρά να αποτρέψει τους επιχειρηματίες από άλλα κράτη μέλη να πραγματοποιήσουν άμεσες επενδύσεις στην Portugal Telecom, δεδομένου ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διοίκηση και στον έλεγχο της εταιρίας αυτής, ανάλογα με την αξία των μετοχών τους (22).
69. Ομοίως, η παροχή των ειδικών αυτών δικαιωμάτων στο Δημόσιο καθιστά επίσης λιγότερο ελκυστικές τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, στον βαθμό που η χρηματιστηριακή αξία των μετοχών κάθε ιδιώτη μετόχου θα μπορούσε να μειωθεί, κατόπιν της ασκήσεως από το Δημόσιο του δικαιώματός του αρνησικυρίας κατά αποφάσεως εξυπηρετούσας τα συμφέροντα της Portugal Telecom.
70. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν νομίζω ότι μπορούν να αναιρεθούν από τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία.
71. Καταρχάς, η αντίρρηση ότι το άρθρο 295 ΕΚ παρέχει το δικαίωμα στα κράτη μέλη να κατέχουν προνομιούχες μετοχές όπως οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι καθόλου πειστική.
72. Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως ορθώς υπενθύμισε η Επιτροπή (23), δεν πρέπει να υπερεκτιμώνται οι λόγοι που ενδέχεται, ανάλογα με τις περιστάσεις, να δικαιολογούν το γεγονός ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να ασκούν ως ένα βαθμό επιρροή επί των αρχικώς δημοσίων και ακολούθως ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων, οσάκις οι ως άνω επιχειρήσεις δρουν σε στρατηγικούς τομείς ή σε τομείς υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, εν πάση δε περιπτώσει δεν μπορούν να παρέχουν τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να επικαλούνται τα καθεστώτα τους ιδιοκτησίας, τα οποία διαλαμβάνονται στο άρθρο 295 ΕΚ, για να δικαιολογήσουν την παρεμβολή στις προβλεπόμενες από τη Συνθήκη ελευθερίες εμποδίων προκυπτόντων από ένα καθεστώς διοικητικής αδείας που αφορά ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο αυτό δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή των θεμελιωδών κανόνων της Συνθήκης επί των ισχυόντων εντός των κρατών μελών καθεστώτων ιδιοκτησίας. (24).
73. Ακολούθως, ομοίως δεν πείθει το επιχείρημα που προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία ότι το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει στην υπό κρίση υπόθεση τη λογική που διέπει την προπαρατεθείσα απόφαση Keck και Mithouard.
74. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, αν μεταφερθεί στην υπό κρίση υπόθεση, η λογική αυτή θα οδηγούσε, κατά την άποψη της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, στο συμπέρασμα ότι, λαμβανομένου υπόψη του ότι πρόκειται για μη συνεπαγόμενους διακρίσεις κανόνες διαχειρίσεως των συμμετοχών αυτών και όχι για κανόνες κτήσεως των ίδιων αυτών συμμετοχών, ουδεμία παραβίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων είναι δυνατή.
75. Αφενός, όμως, το επιχείρημα αυτό δεν στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά, καθόσον δεν αμφισβητείται ότι, μεταξύ των αποφάσεων που εξαρτώνται από προηγούμενη έγκριση του κράτους, περιλαμβάνεται η κτήση αριθμού κοινών μετοχών υπερβαίνοντος το όριο του 10 % του εταιρικού κεφαλαίου της Portugal Telecom από μετόχους που ασκούν δραστηριότητα ανταγωνιστική προς τις δραστηριότητες που ασκούν οι εταιρίες που ελέγχονται από την Portugal Telecom. Επομένως, η προσαπτόμενη στην Πορτογαλική Δημοκρατία παράβαση δεν θα εξαλειφόταν πλήρως.
76. Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι η επιρροή που ασκεί η Πορτογαλική Δημοκρατία χάρη στις προνομιούχες μετοχές επί των αποφάσεων διαχειρίσεως της Portugal Telecom, όπως είναι οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση, μπορεί επίσης να είναι φύσεως τέτοιας που να αποτρέπει τους επενδυτές που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη να αποκτούν συμμετοχές στην εν λόγω εταιρία. Αυτή είναι εξάλλου η προσέγγιση την οποία υιοθέτησε το Δικαστήριο για να απορρίψει το επιχείρημα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, επιχείρημα κατά το οποίο κανένας περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων δεν μπορούσε να υπάρχει λόγω του γεγονότος ότι οι ειδικές μετοχές που κατείχε το ολλανδικό δημόσιο επηρέαζαν αποκλειστικά και μόνον τις αποφάσεις διαχειρίσεως των επιχειρήσεων των ταχυδρομείων και των τηλεπικοινωνιών τις οποίες αφορούσε η υπόθεση αυτή (25).
77. Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα σχετικά με το ότι η κατοχή ειδικών δικαιωμάτων έχει υποτίθεται τη φύση θεμελιώδους δικαιώματος, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο εμπνεόμενο, συναφώς, από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και από τις διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου στις οποίες τα κράτη μέλη έχουν συνεργαστεί ή προσχωρήσει, ειδικότερα την ΕΣΔΑ (26). Επισημαίνω όμως ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία ουδέποτε κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας ισχυρίσθηκε ότι το προβαλλόμενο δικαίωμα κατοχής ειδικών δικαιωμάτων εμπίπτει στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών ή περιλαμβάνεται έστω και σε μία διεθνή πράξη περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
78. Υπό το φως των ως άνω παρατηρήσεων, εκτιμώ ότι η παροχή στο Δημόσιο της πλειοψηφίας των επίμαχων προνομιούχων μετοχών συνιστά, καταρχήν, περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 56, παράγραφος 1, ΕΚ.
β) Επί μιας ενδεχόμενης δικαιολογίας των περιορισμών
79. Κατά πάγια νομολογία, η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων μπορεί να περιοριστεί με εθνικά μέτρα δικαιολογούμενα από τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 58 ΕΚ ή από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, εφόσον δεν υφίσταται κοινοτικό μέτρο εναρμονίσεως που να προβλέπει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων αυτών (27).
80. Ελλείψει μιας τέτοιας κοινοτικής εναρμονίσεως, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίζει το επίπεδο της προστασίας που προτίθεται να εξασφαλίσει σε τέτοια θεμιτά συμφέροντα, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί αυτό το επίπεδο προστασίας, τηρώντας τη Συνθήκη και, ιδίως, την αρχή της αναλογικότητας, η οποία επιβάλλει να είναι τα θεσπιζόμενα μέτρα πρόσφορα για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού τον οποίο επιδιώκουν και να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξή του μέτρου (28).
81. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση φρονεί ότι υπάρχουν εν προκειμένω πολλοί σκοποί γενικού συμφέροντος που δικαιολογούν τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, δηλαδή λόγοι δημόσιας ασφάλειας, η απαίτηση να εξασφαλίζεται η παροχή της καθολικής υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών, η ανάγκη να εξασφαλίζεται ορισμένος βαθμός ανταγωνισμού στην αγορά τηλεπικοινωνιών, καθώς και η ανάγκη να αποφεύγεται κάθε ενδεχόμενη διαταραχή της αγοράς κεφαλαίων.
82. Όσον αφορά τους δύο τελευταίους δικαιολογητικούς λόγους που προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να δαπανήσει πολύ χρόνο για την εξέτασή τους, καθόσον δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, ούτε καν θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος ικανούς να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων.
83. Συγκεκριμένα, όσον αφορά, πρώτον, τον κίνδυνο προκλήσεως διαταραχής στην αγορά κεφαλαίων, ο κίνδυνος αυτός εμπίπτει στους λόγους οικονομικής φύσεως οι οποίοι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως δικαιολογία για την επιβολή περιορισμών απαγορευόμενων από τη Συνθήκη (29).
84. Δεύτερον, όσον αφορά τον σκοπό που συνίσταται στην εξασφάλιση ορισμένου βαθμού ανταγωνισμού στην πορτογαλική αγορά των τηλεπικοινωνιών –η οποία, κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία, δεν είναι απολύτως ανταγωνιστική, λόγω της διατήρησης από την Portugal Telecom της ιδιοκτησίας των καλωδιακών και των χάλκινων δικτύων, καθώς και όλων των δραστηριοτήτων χονδρικού και λιανικού εμπορίου–, πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το συμφέρον ενισχύσεως γενικώς της διαρθρώσεως του ανταγωνισμού σε συγκεκριμένη αγορά ομοίως δεν μπορεί να αποτελεί έγκυρη δικαιολογία για την επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων (30).
85. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός ότι η διατήρηση των προνομιούχων μετοχών με ειδικά δικαιώματα στην Portugal Telecom είναι αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι θα αρκούσε, κατά τη γνώμη μου, να παράσχει η Πορτογαλική Δημοκρατία τις αναγκαίες εξουσίες στις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές (31). Συναφώς, η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέλειψε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η ανάθεση τέτοιων αρμοδιοτήτων δεν θα ήταν δυνατή.
86. Όσον αφορά τους δύο έγκυρους δικαιολογητικούς λόγους, που αντλούνται αντιστοίχως από την απαίτηση της προστασίας της δημόσιας ασφάλειας και από την απαίτηση εξασφαλίσεως της παροχής της καθολικής υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών, η παροχή στο Δημόσιο προνομιούχων μετοχών στο εταιρικό κεφάλαιο της Portugal Telecom δεν μου φαίνεται να είναι ούτε αναγκαία, ούτε ανάλογη προς τους σκοπούς αυτούς.
87. Όσον αφορά την πρώτη μνημονευθείσα δικαιολογία, ναι μεν δεν αμφισβητείται ότι η Portugal Telecom είναι ο κύριος των μεγάλων υποδομών των τηλεπικοινωνιών οι οποίες διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο σε περίπτωση κρίσης, πολέμου ή φυσικών καταστροφών, πλην όμως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι επιταγές της δημόσιας ασφάλειας, ως παρεκκλίσεως από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, οπότε των επιταγών αυτών μπορεί να γίνεται επίκληση μόνο σε περίπτωση πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, που επηρεάζει ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (32). Ειδικότερα, όμως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ουδόλως απέδειξε ότι η διαδικασία της προηγούμενης διοικητικής άδειας που απορρέει από την κατοχή προνομιούχων μετοχών στο εταιρικό κεφάλαιο της Portugal Telecom θα τίθεται σε λειτουργία αποκλειστικά και μόνο σε περίπτωση «πραγματικής και αρκούντως σοβαρής» απειλής που επηρεάζει ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας.
88. Όσον αφορά την απαίτηση εξασφαλίσεως της καθολικής υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών, η εκ μέρους της Πορτογαλικής Δημοκρατίας κατοχή προνομιούχων μετοχών με ειδικά δικαιώματα στην Portugal Telecom δεν μπορεί να θεωρηθεί μέτρο αναγκαίο για την επίτευξη ενός τέτοιου σκοπού. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή μου, τα συστήματα αντισταθμίσεως των δαπανών που προκαλεί η παροχή της καθολικής υπηρεσίας των τηλεπικοινωνιών που υλοποιείται σε κάθε κράτος μέλος, σύμφωνα με το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο (33) μπορούν να διασφαλίσουν κατά τρόπο επαρκώς αποτελεσματικό την παροχή της καθολικής αυτής υπηρεσίας για την οποία είναι επιφορτισμένη, εν προκειμένω, η Portugal Telecom. Επιπλέον, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν μπορεί βασίμως και κατά λογική συνέπεια να υποστηρίζει ότι οι προνομιούχες μετοχές αποσκοπούν στην αποφυγή του ενδεχομένου να αφεθεί μια τέτοιου είδους καθολική υπηρεσία αποκλειστικά στα χέρια ιδιωτών μετόχων, ενώ το κράτος μέλος αυτό αποφάσισε απολύτως εκουσίως να ιδιωτικοποιήσει πλήρως την Portugal Telecom.
89. Για λόγους πληρότητας, θεωρώ ότι το επίμαχο καθεστώς που θεσπίστηκε από την Πορτογαλική Δημοκρατία βαίνει προδήλως πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών.
90. Πρέπει, ειδικότερα, να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Πορτογαλικής Δημοκρατίας ότι τα ειδικά δικαιώματα τα οποία διαθέτει είναι ανάλογα με τα παρεχόμενα στο Βασίλειο του Βελγίου, τα οποία αποτέλεσαν το αντικείμενο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου και τα οποία το Δικαστήριο έκρινε συμβατά προς το άρθρο 56 ΕΚ.
91. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, συγκεκριμένα, οι ειδικές μετοχές που κατείχε το Βασίλειο του Βελγίου στις εταιρίες SNTC και Distrigas του παρείχαν δικαίωμα εκ των υστέρων εναντιώσεως που ασκούνταν σε σχέση με λεπτομερώς απαριθμούμενες αποφάσεις διαχειρίσεως, αποκλειστικά σε περίπτωση διακυβεύσεως των σκοπών της εθνικής πολιτικής. Επιπλέον, η άσκηση του δικαιώματος εναντιώσεως έπρεπε να είναι τυπικώς αιτιολογημένη και να επιδέχεται αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο (34).
92. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προανέφερα, έχουμε να κάνουμε με ένα καθεστώς προηγούμενης διοικητικής άδειας Περαιτέρω, αυτή η προηγούμενη άδεια δεν αφορά περιορισμένες αποφάσεις διαχειρίσεως, αλλά μια μεγάλη ποικιλία αποφάσεων θεμελιακών για τη λειτουργία της εταιρίας, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης, σε ορισμένες περιπτώσεις, συμμετοχών πέρα από το όριο του 10 % του εταιρικού κεφαλαίου της Portugal Telecom. Ομοίως, η άσκηση των εξουσιών αυτών από το κράτος εξαρτάται εν προκειμένω μόνον από την προϋπόθεση ότι «το εθνικό συμφέρον το απαιτεί» (35). Επιπλέον, ναι μεν είναι αληθές ότι είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής κατά του δικαιώματος αρνησικυρίας που θα ασκήσει ενδεχομένως το Δημόσιο, πλην όμως τα σχετικά νομοθετήματα δεν παρέχουν στα εθνικά δικαστήρια επαρκώς σαφή κριτήρια ώστε να μπορούν να ελέγχουν αποτελεσματικά τη διακριτική ευχέρεια του Δημοσίου.
93. Επομένως, θεωρώ ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν μπορεί να επικαλεσθεί εν προκειμένω την κατ’ αναλογία εφαρμογή της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Βελγίου.
94. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν προσκόμισε στοιχεία από τα οποία να μπορεί να αποδειχθεί ότι οι σκοποί τους οποίους προέβαλε για να επιχειρήσει να δικαιολογήσει τη θέσπιση του επίμαχου στην υπό κρίση υπόθεση καθεστώτος προηγούμενης διοικητικής άδειας δεν μπορούσαν να επιτευχθούν με λιγότερο περιοριστικά μέτρα, όπως, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα εκ των υστέρων δηλώσεως (36).
95. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση (συμπεριλαμβανομένης της παραπομπής στο καταστατικό της Portugal Telecom την οποία περιέχει) που παρέχει στην Πορτογαλική Δημοκρατία προνομιούχες μετοχές με ειδικά δικαιώματα στην ιδιωτικοποιημένη επιχείρηση Portugal Telecom συνιστά περιορισμό στις κινήσεις κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 56 ΕΚ.
γ) Επί της υπάρξεως περιορισμών στο άρθρο 43 ΕΚ
96. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παροχή στο Πορτογαλικό Δημόσιο των εν λόγω μετοχών στην Portugal Telecom συνεπάγεται επίσης παράβαση του άρθρου 43 ΕΚ.
97. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο μέτρο που η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση ενέχει περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως, οι περιορισμοί αυτοί συνιστούν την άμεση συνέπεια των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, με τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι (37). Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να αναλυθεί το επίμαχο καθεστώς με γνώμονα τους κανόνες της Συνθήκης που αφορούν την ελευθερία εγκαταστάσεως.
VII – Πρόταση
98. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, διατηρώντας στην Portugal Telecom SA ειδικά δικαιώματα του Δημοσίου και άλλων δημοσίων φορέων, τα οποία απορρέουν από προνομιούχες μετοχές του Δημοσίου στην Portugal Telecom SGPS SA, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 56 ΕΚ και
– να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Νόμος 11/90, της 5ης Απριλίου 1990.
3 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, C‑434/00, Επιτροπή κατά του Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2003, σ. I-13239, σκέψη 21).
4 – Βλ. αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I‑5449, σκέψη 56), και της 11ης Ιουλίου 2002, C‑139/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2002, σ. I‑6407, σκέψη 19).
5 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2003, C‑185/00, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2003, σ. I‑14189, σκέψη 87).
6 – Η Επιτροπή αναφέρεται μεταξύ άλλων στις αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2002, C‑367/98, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑4731, σκέψη 48), C‑483/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑4781, σκέψη 44), καθώς και της 13ης Μαΐου 2003, C‑463/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I‑4581, σκέψεις 66 και 67).
7 – ΕΕ C 364, σ. 1.
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση της 13ης Μαΐου 2003, C‑463/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 72).
9 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, (σκέψη 52).
10 – Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2003, C‑267/91 και C‑268/91, (Συλλογή 2003, σ. I‑6097).
11 – Σημείο 25 των εν λόγω προτάσεων (απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2007, C‑463/04 και C‑464/04, Συλλογή 2007, σ. I‑10419).
12 – Προπαρατεθείσα απόφαση (σκέψεις 71 έως 73).
13 – Απόφαση της 4ης Ιουνίου 2002, C‑503/99, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2002, σ. I‑4809).
14 – Πρέπει να σημειωθεί ότι, όσον αφορά η Πορτογαλική Δημοκρατία, εκκρεμούν δύο άλλες, της ίδιας φύσεως, προσφυγές λόγω παραβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου (υποθέσεις C‑543/08, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, όσον αφορά τις ειδικές μετοχές που το Δημόσιο κατέχει στην εταιρία Energias de Portugal, και C‑212/09, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, όσον αφορά τις ειδικές μετοχές που το Δημόσιο κατέχει στην GALP Energia SGPS SA).
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2002, Επιτροπή κατά Γαλλίας, (σκέψεις 35 και 40), της 13ης Μαΐου 2003, C‑98/01, Επιτροπή κατά του Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2003, σ. I‑4641, σκέψεις 38 και 43), καθώς και της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑282/04 και C‑283/04, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2006, σ. I‑9141, σκέψη 18).
16 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, (σκέψη 37), και της 23ης Οκτωβρίου 2007, C-112/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2007, σ. I-8995, σκέψη 18).
17 – Βλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 1999, C-222/97, Trummer και Mayer (Συλλογή 1999, σ. I-1661, σκέψη 21), καθώς και προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψεις 36 και 37)· της 13ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (σκέψεις 39 και 40), και Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σκέψη 19).
18 – Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας, προπαρατεθείσα (σκέψη 41)· της 13ης Μαΐου 2003, C‑463/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 61)· της 2ας Ιουνίου 2005, C‑174/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑4933, σκέψεις 30 και 31), καθώς και της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C‑274/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 20).
19 – Το ενδιαφέρον ζήτημα αν, σε περίπτωση που δεν είχε θεσπιστεί το καταστατικό της Portugal Telecom, θα μπορούσε να διαπιστωθεί παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο αποτελεί μια αμιγώς θεωρητική υπόθεση διότι, εν προκειμένω, το καταστατικό της εν λόγω εταιρίας τροποποιήθηκε όντως αμέσως μετά την έκδοση του νομοθετικού διατάγματος 44-95 υπό την υποδειχθείσα από τον Πορτογάλο νομοθέτη και την πορτογαλική κανονιστική εξουσία έννοια, η δε Επιτροπή επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η προσαπτόμενη παράβαση αφορούσε το σύνολο της οικείας πορτογαλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, περιλαμβανομένης της παραπομπής στο καταστατικό της Portugal Telecom την οποία περιέχει.
20 – Πρέπει να προστεθεί ότι το άρθρο 328, παράγραφος 2, του κώδικα των εμπορικών εταιριών επιτρέπει εξαιρετικές ρήτρες αποκλείουσες τη δυνατότητα μεταβιβάσεως των μετοχών, ήτοι τις ρήτρες συναίνεσης της εταιρίας, εκείνες που αφορούν τα δικαιώματα προτιμήσεως των λοιπών μετόχων και εκείνες που εξαρτούν τη μεταβίβαση από ορισμένες προϋποθέσεις. Δεν αμφισβητείται ότι η παρέκκλιση που προβλέπεται στον νόμο-πλαίσιο περί ιδιωτικοποιήσεων δεν εμπίπτει σε καμία από τις τρεις προαναφερθείσες κατηγορίες.
21 – Βλ. επίσης, κατά την έννοια αυτή, σημεία 22 και 23 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών.
22 – Βλ., κατά την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σκέψη 27).
23 – Βλ. σημείο 35 των προτάσεών μου.
24 – Βλ., κατά την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, (σκέψεις 47 και 48 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
25 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση (σκέψεις 16 και 24).
26 – Βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2006, C‑540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I‑5769, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27 – Βλ., κατά την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, (σκέψη 49) και της 14ης Φεβρουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 35).
28 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2000, C‑54/99, Église de scientologie (Συλλογή 1999, σ. I‑1335, σκέψη 18), καθώς και τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (σκέψη 45), Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (σκέψη 49) και της 14ης Φεβρουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 36).
29 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, (σκέψη 52).
30 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (σκέψη 52)· Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 37) και C‑274/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 44).
31 – Επιπλέον, όσον αφορά την αντίρρηση που διατύπωσε η Πορτογαλική Δημοκρατία ότι το εσωτερικό κανονιστικό πλαίσιο δεν παρέχει στην αρχή αυτή τις κατάλληλες εξουσίες για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, θα περιοριστώ να παραθέσω μια πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο: βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Νοεμβρίου 2008, C‑94/08, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 21), και της 4ης Ιουνίου 2009, C‑568/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 50).
32 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις C‑463/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 72) και C‑274/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 39).
33 – Βλ., συναφώς, οδηγίες 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996, για τροποποίηση της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ όσον αφορά το πλήρες άνοιγμα των αγορών τηλεπικοινωνιών στον ανταγωνισμό (EE L 74, σ. 13), και 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία περί της καθολικής υπηρεσίας) (EE L 108, σ. 51).
34 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (σκέψεις 49 έως 52).
35 – Βλ. άρθρο 15, παράγραφος 3, του νόμου-πλαισίου περί ιδιωτικοποιήσεων.
36 – Το Δικαστήριο κρίνει, συγκεκριμένα, ότι το σύστημα της εκ των υστέρων δηλώσεως είναι, γενικά, μέτρο λιγότερο περιοριστικό για την άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, εφόσον στηρίζεται σε αντικειμενικά, μη εισάγοντα διακρίσεις και εκ των προτέρων γνωστά στις οικείες επιχειρήσεις κριτήρια και εφόσον κάθε πρόσωπο που πλήττεται από περιοριστικό μέτρο του είδους αυτού μπορεί να διαθέτει ένδικο βοήθημα: βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, προπαρατεθείσα (σκέψη 50)· της 13ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Ισπανίας, προπαρατεθείσα (σκέψη 69), και της 17ης Ιουλίου 2008, C‑207/07, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 48).
37 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (σκέψη 59), της 23ης Μαΐου 2000, C‑58/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑3811, σκέψη 20)· της 13ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Ισπανίας, (σκέψη 86) και Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σκέψη 43).
Full & Egal Universal Law Academy