ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
POIARES MADURO
της 3ης Σεπτεμβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑194/08
Susanne Gassmayr
κατά
Bundesministerin für Wissenschaft und Forschung
[αίτηση του Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
1. Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (2). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν i) το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 2 και 3, της οδηγίας έχει άμεσο αποτέλεσμα και αν ii) παρέχει σε εργαζόμενη το δικαίωμα να εξακολουθεί να λαμβάνει επίδομα εφημερίας κατά το χρονικό διάστημα που δεν εργάζεται λόγω εγκυμοσύνης και/ή άδειας μητρότητας.
I – Τα πραγματικά περιστατικά, η εθνική διαδικασία και τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα
2. Η προσφεύγουσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, Δρ Susanne Gassmayr, είναι νοσοκομειακή ιατρός εργαζόμενη στην αναισθησιολογική κλινική του Πανεπιστημίου του Graz από την 1η Ιανουαρίου 1995. Ο νόμος περί αποδοχών (Gehaltsgesetz) προβλέπει ότι ο εργαζόμενος που απαιτείται να βρίσκεται σε εφημερία στον τόπο εργασίας του εκτός του συνήθους ωραρίου εργασίας δικαιούται επιδόματος (άρθρο 17a, παράγραφος 1)· η προσφεύγουσα ελάμβανε, ως εκ τούτου, πλέον των λοιπών αποδοχών της και επίδομα υπολογιζόμενο ατομικώς βάσει των υπηρεσιών εφημερίας που παρείχε στο νοσοκομείο.
3. Η προσφεύγουσα, ούσα έγκυος, έπαυσε να εργάζεται στις 4 Δεκεμβρίου 2002 για λόγους σχετικούς με την εγκυμοσύνη της. Ο νόμος για την προστασία της μητρότητας (Mutterschutzgesetz) προβλέπει στο άρθρο 3, παράγραφος 3, ότι μια έγκυος εργαζόμενη δεν επιτρέπεται να εργάζεται, αν προσκομίσει πιστοποιητικό από ιατρό της επιθεωρήσεως εργασίας ή άλλο ιατρό του Δημοσίου, από το οποίο να προκύπτει ότι, σε περίπτωση που συνεχίσει να εργάζεται, θέτει σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία αυτής ή του κυοφορούμενου. Ο νόμος αυτός προβλέπει επίσης ότι οι έγκυες εργαζόμενες δεν επιτρέπεται να εργάζονται κατά τις τελευταίες οκτώ εβδομάδες πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού (άρθρο 3, παράγραφος 1) και οκτώ εβδομάδες μετά τον τοκετό (άρθρο 5, παράγραφος 1). Ο εκπρόσωπος της Αυστριακής Κυβερνήσεως εξήγησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι σκοπός του Αυστριακού νομοθέτη, με την ψήφιση του άρθρου 3, παράγραφος 3, ήταν να παράσχει πρόσθετη προστασία στις εγκύους προβλέποντας ένα είδος εκτεταμένης άδειας. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε όλες τις εγκύους εργαζόμενες, αλλά μόνο σε όσες αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή τους ή τη ζωή του κυοφορούμενου. Ως εκ τούτου, κάθε περίπτωση εξετάζεται αυτοτελώς και μια έγκυος εργαζόμενη μπορεί να κάνει χρήση της εκτεταμένης άδειας εάν προσκομίσει το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Αρχικώς, η Gassmayr έπαυσε να εργάζεται στο νοσοκομείο βάσει ιατρικού πιστοποιητικού του άρθρου 3, παράγραφος 3. Ακολούθως, παρέμεινε εκτός εργασίας κατά τα χρονικά διαστήματα των οκτώ εβδομάδων που προηγούνται και έπονται της ημερομηνίας τοκετού. Μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 2003 δεν παρέσχε υπηρεσίες εφημερίας.
4. Στις 9 Φεβρουαρίου 2004, η Gassmayr ζήτησε από τον εργοδότη της, το Πανεπιστήμιο του Graz, να τις καταβάλει τα επιδόματα εφημερίας που αντιστοιχούσαν στον μέσο όρο εφημεριών για το χρονικό διάστημα που δεν εργάστηκε. Όταν το αίτημά της απορρίφθηκε από το Πανεπιστήμιο, υπέβαλε διοικητική ένσταση η οποία επίσης απορρίφθηκε από την Bundesministerin für Bildung, Wissenschaft und Kultur (Ομοσπονδιακή Υπουργό Παιδείας, Επιστημών και Πολιτισμού). Η υπουργός είχε την άποψη ότι, μολονότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου περί αποδοχών προέβλεπε ότι οι έγκυες εργαζόμενες πρέπει να λαμβάνουν, κατά το χρονικό διάστημα που δεν επιτρέπεται να εργάζονται, τις συνήθεις αποδοχές τους, «χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό», τα επιδόματα εφημερίας δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Το άρθρο 15, παράγραφος 5, του νόμου περί αποδοχών κατατάσσει τα επιδόματα εφημερίας στις «πρόσθετες αμοιβές» και όχι στα συνήθη επιδόματα, και το Verwaltungsgerichtshof (διοικητικό δικαστήριο) έχει αποφανθεί ότι οι πρόσθετες αμοιβές είναι καταβλητέες μόνο για όντως εκτελεσθέντα καθήκοντα. Τα επιδόματα εφημερίας δεν καταβάλλονται κατ’ αποκοπή, αλλά υπολογίζονται ατομικώς βάσει των γενικών ωριαίων αμοιβών που προβλέπουν οι σχετικές διοικητικές διατάξεις και της διάρκειας των υπηρεσιών εφημερίας που όντως παρέσχε κάθε εργαζόμενος. Καθόσον η Gassmayr δεν είχε παράσχει υπηρεσίες εφημερίας, δεν δικαιούνταν το οικείο επίδομα.
5. Η προσφεύγουσα, στηριζόμενη στην οδηγία 92/85, προσέβαλε την απόφαση της υπουργού ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.1) Έχει το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 2 και 3, της [οδηγίας 92/85] άμεσο αποτέλεσμα;
1.2) Σε περίπτωση που οι ανωτέρω διατάξεις έχουν άμεσο αποτέλεσμα, έχουν την έννοια ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαγορεύεται η εργασία εγκύων και/ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, υφίσταται αξίωση για συνέχιση της καταβολής επιδόματος εφημερίας;
1.3) Ισχύει τούτο, εν πάση περιπτώσει, και στην περίπτωση που κράτος μέλος αποφασίσει να θεσπίσει σύστημα διατηρήσεως των «αποδοχών» στις οποίες περιλαμβάνεται, καταρχήν, το συνολικό εισόδημα, πλην, εντούτοις, των καλουμένων «πρόσθετων αμοιβών» που οφείλονται για σχετικώς εκτελούμενα καθήκοντα (και εξαρτώνται από την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων), οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 15 του [αυστριακού] νόμου περί αποδοχών (Gehaltsgesetz) του 1956, όπως το επίμαχο εν προκειμένω επίδομα εφημερίας;
2) Πρέπει άλλως, στην περίπτωση που οι ανωτέρω διατάξεις δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα, να μεταφερθούν αυτές από τα κράτη μέλη στο εσωτερικό τους δίκαιο κατά τέτοιο τρόπο ώστε εργαζόμενη, η οποία κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαγορεύεται να εργαστεί λόγω εγκυμοσύνης και/ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας δεν μπορεί να παρέχει πλέον υπηρεσίες εφημερίας, να έχει το δικαίωμα να εξακολουθεί να λαμβάνει το επίδομα για τέτοιες υπηρεσίες;»
II – Άμεσο αποτέλεσμα
6. Το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 2 και 3, της οδηγίας 92/85 έχει ως εξής:
«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες εγκύους, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τ[ου]ς, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπονται τα ακόλουθα:
1. στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5, 6 και 7, τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας, περιλαμβανομένης της διατήρησης αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, πρέπει να εξασφαλίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές,
2. στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, πρέπει να εξασφαλίζονται:
α) τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, εκτός από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο κατωτέρω στοιχείο β΄·
β) η διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος στις εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2,·
3. το επίδομα που αναφέρεται στο σημείο 2, στοιχείο β΄ κρίνεται κατάλληλο εφόσον εξασφαλίζει αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς εκείνη που θα εισέπραττε η ενδιαφερόμενη εργαζομένη σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους συνδεδεμένους με την κατάσταση της υγείας της, εντός ενός ενδεχομένου ανωτάτου ορίου καθοριζομένου από τις εθνικές νομοθεσίες.»
7. Είναι δυνατή η εκ μέρους ιδιώτη επίκληση διατάξεως οδηγίας που έχει άμεσο αποτέλεσμα έναντι του κράτους μέλους, ακόμη και στην περίπτωση μη εμπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη του ή στην περίπτωση πλημμελούς μεταφοράς της. Κατά πάγια νομολογία, διάταξη οδηγίας έχει άμεσο αποτέλεσμα όταν είναι, από άποψη περιεχομένου, απαλλαγμένη αιρέσεων και επαρκώς ακριβής (3). Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι μια διάταξη είναι «απαλλαγμένη αιρέσεων» οσάκις «θεσπίζει υποχρέωση η οποία δεν συνοδεύεται από καμιά επιφύλαξη ούτε απαιτείται για την εκτέλεσή της ή την επαγωγή των αποτελεσμάτων της η έκδοση κάποιας πράξεως, είτε των οργάνων της Κοινότητας είτε των κρατών μελών» (4). Μια διάταξη είναι αρκούντως ακριβής οσάκις «θεσπίζει υποχρέωση χωρίς διφορούμενη διατύπωση» (5).
8. Στην υπόθεση Jiménez Melgar (6), το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το ενδεχόμενο άμεσο αποτέλεσμα μιας άλλης διατάξεως της οδηγίας 92/85, και συγκεκριμένα του άρθρου 10 το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Απαγόρευση απόλυσης
Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τ[ου]ς, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι:
1. τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να απαγορευθεί η απόλυση των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, επί διάστημα εκτεινόμενο από την αρχή της εγκυμοσύνης τους ως το τέλος της άδειας μητρότητας που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές και, ενδεχομένως, εφόσον το εγκρίνει η αρμόδια αρχή,
2. σε περίπτωση που απολυθεί εργαζόμενη γυναίκα, κατά την έννοια του άρθρου 2, κατά το διάστημα που προβλέπεται στο σημείο 1, ο εργοδότης πρέπει να δικαιολογήσει δεόντως την απόλυση γραπτώς,
3. τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται για να προστατευθούν οι εργαζόμενες γυναίκες, κατά την έννοια του άρθρου 2, από τις επιπτώσεις απόλυσης, η οποία είναι παράνομη δυνάμει του σημείου 1.»
9. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «οι διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας 92/85 επιβάλλουν στα κράτη μέλη, ειδικότερα υπό την ιδιότητά τους ως εργοδ[ότες], συγκεκριμένες υποχρεώσεις οι οποίες δεν τους αφήνουν, προς εκτέλεση αυτών των υποχρεώσεων, κανένα περιθώριο εκτιμήσεως» (7).
10. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η ίδια άποψη πρέπει να γίνει δεκτή και για το άρθρο 11 της οδηγίας. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας ορισμένου προσώπου πρέπει να εξασφαλίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5, 6 και 7 της οδηγίας (8). Ακολούθως, η παράγραφος 2 καθορίζει τα δικαιώματα που πρέπει να εξασφαλίζονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 8 (9). Τέλος, η παράγραφος 3 εξηγεί πότε κρίνεται κατάλληλο ένα επίδομα καταβαλλόμενο σε εργαζόμενη βάσει της παραγράφου 2. Οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν χωρίς διφορούμενη διατύπωση και επιφυλάξεις την υποχρέωση εξασφαλίσεως των εργασιακών δικαιωμάτων, όπως ακριβώς το άρθρο 10 επιβάλλει την υποχρέωση προστασίας των εργαζομένων από την απόλυση. Το γράμμα του άρθρου 11 δεν είναι περισσότερο ασαφές ή αόριστο από εκείνο του άρθρου 10, το οποίο έχει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, άμεσο αποτέλεσμα.
11. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του Verwaltungsgerichtshof:
«Το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 2 και 3, της οδηγίας 92/85 έχει άμεσο αποτέλεσμα και οι ιδιώτες μπορούν να το επικαλούνται ενώπιον των εθνικών αρχών».
III – Η υποχρέωση καταβολής επιδομάτων εφημερίας
12. Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 11 της οδηγίας απαγορεύει στα κράτη μέλη τη θέσπιση συστήματος προστασίας των εγκύων εργαζομένων, βάσει του οποίου οι εν λόγω εργαζόμενες δικαιούνται να λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών τους ενώ απουσιάζουν από την εργασία τους για λόγους σχετικούς με την εγκυμοσύνη τους, πλην συγκεκριμένων επιδομάτων τα οποία καταβάλλονται μόνον εφόσον η εργαζόμενη έχει όντως παράσχει τη σχετική εργασία. Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, τούτο σημαίνει ότι, καταρχήν, κάθε είδους αμοιβή των εργαζομένων εμπίπτει στην υποχρέωση του εργοδότη περί συνεχίσεως καταβολής των αποδοχών. Αντιθέτως, αν το επίμαχο εθνικό σύστημα συνάδει με την οδηγία, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να εξαρτήσουν την καταβολή ορισμένων επιδομάτων από την προϋπόθεση ότι η εργαζόμενη έχει όντως παράσχει τη σχετική υπηρεσία στον εργοδότη, οπότε στην περίπτωση αυτή είναι νόμιμη η αφαίρεση των εν λόγω επιδομάτων από τις αποδοχές των εγκύων εργαζομένων για όσο διάστημα δεν εργάζονται.
Άδεια μητρότητας και αναρρωτική άδεια
13. Όπως καθίσταται σαφές από τη διάταξη περί παραπομπής, η προσφεύγουσα απουσίαζε από την εργασία της κατά τη διάρκεια δύο αυτοτελών περιόδων: πρώτον, για δύο χρονικά διαστήματα των οκτώ εβδομάδων έκαστο, πριν και μετά την ημερομηνία τοκετού (άδεια μητρότητας)· δεύτερον, για το χρονικό διάστημα από τις 4 Δεκεμβρίου 2002 έως την έναρξη της άδειας μητρότητας, κατά το οποίο απουσίαζε δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, του νόμου για την προστασία της μητρότητας, που προβλέπει ότι μια εργαζόμενη παύει να εργάζεται αν προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι, σε περίπτωση που συνεχίσει να εργάζεται, θέτει σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία αυτής ή του κυοφορούμενου. Η περίπτωση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα είδος αναρρωτικής άδειας. Το πρώτο ζήτημα που χρήζει διευκρινίσεως είναι αν η άδεια μητρότητας και η αναρρωτική άδεια πρέπει να αντιμετωπιστούν κατά τον ίδιο τρόπο σε σχέση με τις αποδοχές που οφείλονται στην προσφεύγουσα.
14. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η εγκυμοσύνη δεν συνιστά ασθένεια και, συνεπώς, δεν χωρεί σύγκριση μεταξύ εγκύων και ασθενών (10). Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι η μεταχείριση ενός ασθενούς είναι πάντα άνευ σημασίας για την αξιολόγηση της μεταχειρίσεως μιας γυναίκας, η οποία πάσχει από ασθένεια σχετική με την εγκυμοσύνη της. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το ίδιο το Δικαστήριο έχει συχνά παραλληλίσει παθολογικές καταστάσεις σχετικές με την εγκυμοσύνη με άλλες (άσχετες προς την εγκυμοσύνη) παθολογικές καταστάσεις.
15. Η απόφαση Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund (11) αφορούσε εργαζόμενη που απολύθηκε λόγω συνεχών απουσιών από την εργασία της, εξαιτίας ασθένειας σχετικής με την εγκυμοσύνη της η οποία, όμως, εκδηλώθηκε μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν χωρεί διάκριση μεταξύ ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη και άλλων ασθενειών. Επισήμανε δε ότι «οι εργαζόμενες γυναίκες και οι εργαζόμενοι άνδρες είναι εξίσου εκτεθειμένοι στην ασθένεια. Επομένως, ακόμη και αν είναι αληθές ότι ορισμένες διαταραχές προσιδιάζουν στο ένα ή το άλλο φύλο, τίθεται μόνο το ερώτημα αν μια γυναίκα απολύεται λόγω απουσίας οφειλομένης στην ασθένεια, υπό τις ίδιες συνθήκες με τον άνδρα· αν αυτό συμβαίνει, δεν υφίσταται άμεση διάκριση βασιζόμενη στο φύλο» (12). Στην περίπτωση αυτή, γυναίκα η οποία έπασχε από ασθένεια σχετική με την εγκυμοσύνη της συγκρίθηκε με ασθενή άνδρα και το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, αν όλες οι λοιπές συνθήκες είναι ίδιες, το γεγονός ότι η διαταραχή προσιδιάζει σε ένα μόνο φύλο δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος έχει υποστεί διάκριση λόγω φύλου.
16. Η απόφαση Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund αφορούσε ασθένεια σχετική με την εγκυμοσύνη, η οποία εκδηλώθηκε μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Αντιθέτως, η απόφαση Larsson (13) αφορούσε εργαζόμενη που απολύθηκε συνεπεία εκτεταμένων απουσιών λόγω ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη της, από την οποία έπασχε τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι νόμιμη η εκ μέρους εργοδότη απόλυση εργαζόμενης συνεπεία απουσιών λόγω ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη της, η οποία εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και ότι οι απουσίες κατά τη διάρκεια της περιόδου από την έναρξη της εγκυμοσύνης έως την έναρξη της άδειας μητρότητας μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της περιόδου που δικαιολογεί την απόλυσή της κατά το εθνικό δίκαιο. Ακολούθως, με την απόφαση Brown (14), το Δικαστήριο τροποποίησε το δεύτερο σκέλος των συμπερασμάτων του στην απόφαση Larsson, αλλά ρητώς επιβεβαίωσε την κρίση του στην απόφαση Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund ότι απουσίες συνεπεία ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη μετά την άδεια μητρότητας αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο με τις απουσίες άνδρα εργαζομένου λόγω ασθένειας, συγκρίνοντας, συνεπώς, για άλλη μια φορά τις ασθένειες που οφείλονται στην εγκυμοσύνη με άλλες ασθένειες (15).
17. Προσφάτως, το Δικαστήριο ακολούθησε την ίδια άποψη με την απόφαση McKenna (16). Η υπόθεση αφορούσε εργαζόμενη η οποία, σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, τελούσε σε αναρρωτική άδεια κατόπιν ιατρικής γνωματεύσεως λόγω παθολογικής καταστάσεως σχετικής με την εγκυμοσύνη της. Μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, εξακολουθούσε να αδυνατεί να εργαστεί για λόγους υγείας και έλαβε περαιτέρω αναρρωτική άδεια. Κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας ελάμβανε πλήρη αμοιβή, αλλά η αμοιβή της μειώθηκε κατά το ήμισυ κατά τη διάρκεια μέρους της αναρρωτικής άδειάς της. Το σύστημα αναρρωτικών αδειών του εργοδότη της δεν διέκρινε μεταξύ των σχετικών με την εγκυμοσύνη ασθενειών και άλλου είδους ασθενειών· ως εκ τούτου, όσον αφορά τις αμοιβές, είχε την ίδια αντιμετώπιση με εκείνη που θα είχε ασθενής άνδρας ο οποίος απουσίαζε από την εργασία του για τον ίδιο αριθμό ημερών. Η McKenna ισχυρίστηκε ότι υπέστη διάκριση λόγω φύλου, καθόσον η σχετική με την εγκυμοσύνη ασθένειά της είχε αντιμετωπιστεί κατά τον ίδιο τρόπο με οποιαδήποτε άλλη ασθένεια. Το Δικαστήριο διαφώνησε. Αποφάνθηκε ότι το γεγονός ότι οι σχετικές με την εγκυμοσύνη ασθένειες είναι sui generis (δηλαδή, προσβάλλουν μόνο γυναίκες) δεν σημαίνει ότι «εργαζόμενη που απουσιάζει λόγω ασθενείας σχετικής με την εγκυμοσύνη της δικαιούται να εξακολουθήσει να της καταβάλλεται ολόκληρη η αμοιβή της όταν τέτοιου δικαιώματος δεν απολαύει ένας εργαζόμενος ο οποίος απουσιάζει λόγω μη σχετικής με εγκυμοσύνη ασθενείας» (17). Το Δικαστήριο συνέκρινε, ακολούθως, εργαζόμενη που αδυνατεί να εργαστεί για λόγους υγείας που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη της με άνδρα εργαζόμενο που αδυνατεί να εργαστεί για άλλους λόγους υγείας και κατέληξε ότι «[…] το κοινοτικό δίκαιο […] δεν επιβάλλει τη συνέχιση της καταβολής ολόκληρης της αμοιβής σε εργαζομένη που απουσιάζει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της λόγω σχετικής με την τελευταία ασθενείας. Επομένως, κατά τη διάρκεια απουσίας λόγω μιας τέτοιας ασθενείας, η εργαζόμενη γυναίκα μπορεί να υποστεί μείωση της αμοιβής της, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, της επιφυλάσσεται η ίδια μεταχείριση όπως και στον εργαζόμενο άνδρα που απουσιάζει λόγω ασθενείας και ότι, αφετέρου, το ποσό των καταβαλλομένων παροχών δεν είναι τόσο μικρό ώστε να διακυβεύεται ο στόχος της προστασίας των εγκύων εργαζομένων» (18). Για άλλη μια φορά το Δικαστήριο, συγκρίνοντας ασθένειες σχετικές με την εγκυμοσύνη με άλλες παθολογικές καταστάσεις, αποφαίνεται ότι πρέπει να τυγχάνουν της ιδίας μεταχειρίσεως υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός της προστασίας της εγκυμοσύνης. Το ζήτημα, εν προκειμένω, δεν είναι η δυσμενής διάκριση λόγω φύλου (καίτοι οι σχετικές με την εγκυμοσύνη ασθένειες προσβάλλουν μόνο γυναίκες, υπάρχουν και ασθένειες που προσβάλλουν αποκλειστικώς άνδρες), αλλά ο κύριος σκοπός της προστασίας των εγκύων.
18. Είμαι της γνώμης ότι από την ανωτέρω νομολογία απορρέουν δύο κανόνες: πρώτον, η εγκυμοσύνη δεν είναι και δεν πρέπει να εξομοιώνεται με ασθένεια· δεύτερον, αν όλες οι λοιπές συνθήκες είναι ίδιες, πρέπει να συγκρίνεται η μεταχείριση μιας γυναίκας που πάσχει από ασθένεια σχετική με την εγκυμοσύνη της με εκείνη ενός ασθενούς άνδρα. Η εφαρμογή των κανόνων αυτών προκύπτει από το σκεπτικό των ανωτέρω αποφάσεων του Δικαστηρίου, στις οποίες οι σχετικές με την εγκυμοσύνη ασθένειες συγκρίνονται σαφώς με άλλες ασθένειες χωρίς, ωστόσο, να εξισώνεται η εγκυμοσύνη με ασθένεια.
19. Περαιτέρω, φρονώ ότι είναι πολύ σημαντικό να επισημανθεί ότι η ίδια η οδηγία 92/85 συγκρίνει, στο άρθρο 11, παράγραφος 3, την άδεια μητρότητας με την αναρρωτική άδεια. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας πρέπει να εξασφαλίζεται στην εργαζόμενη αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς εκείνη που θα εισέπραττε αν απουσίαζε από την εργασία της λόγω ασθένειας. Σκοπός της οδηγίας είναι να παράσχει στις εργαζόμενες ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας της αμοιβής τους κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, χρησιμοποιώντας την αμοιβή που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθένειας ως ελάχιστο επιτρεπτό όριο καθορισμού της αμοιβής κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας. Συνεπώς, ο ίδιος ο κοινοτικός νομοθέτης παραλληλίζει την εγκυμοσύνη με την ασθένεια στο νομοθέτημα που θέσπισε για την προστασία των εγκύων. Κατά τη γνώμη μου, μια πιθανή εξήγηση είναι ότι, καθόσον κάθε εργαζόμενος, ανεξαρτήτως φύλου ή επαγγέλματος, ενδέχεται να ασθενήσει, είναι εύλογα αναμενόμενο οι εθνικές κυβερνήσεις να λαμβάνουν υπόψη, κατά τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθένειας, τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων και οι αποφάσεις τους να εξασφαλίζουν στους εργαζομένους που αδυνατούν να εργαστούν λόγω ασθένειας επαρκές εισόδημα για τη συντήρησή τους κατά το διάστημα που ασθενούν. Η επέκταση αυτής της ελάχιστης εξασφαλίσεως στις γυναίκες που δεν εργάζονται λόγω άδειας μητρότητας σημαίνει ότι έχουν επίσης το δικαίωμα ελάχιστης αμοιβής που θα τους εξασφαλίζει τα προς το ζην κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής. Έτσι εξηγείται το γράμμα της τελευταίας αιτιολογικής σκέψεως στο προοίμιο της οδηγίας, η οποία εκθέτει ότι δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ εγκυμοσύνης και ασθένειας. Οι συντάκτες της οδηγίας καθιστούν σαφές στο σημείο αυτό ότι, μολονότι στο άρθρο 11, παράγραφος 3, η αμοιβή που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθένειας συγκρίνεται με την αμοιβή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, τούτο δεν σημαίνει ότι η εγκυμοσύνη πρέπει να εξομοιώνεται με ασθένεια.
20. Ως εκ τούτου, ο κοινοτικός νομοθέτης παραλληλίζει στην οδηγία την εγκυμοσύνη με την ασθένεια και το Δικαστήριο έχει ρητώς συγκρίνει την απουσία από την εργασία λόγω ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη με την απουσία λόγω άλλων ασθενειών. Καθόσον είναι δυνατή αυτή η περιορισμένη σύγκριση της άδειας μητρότητας με την αναρρωτική άδεια, τουλάχιστον όσον αφορά τις αμοιβές, προκειμένου να εξεταστεί αν η Gassmayr δικαιούται να λάβει το επίδομα, δεν έχει σημασία αν καλύπτεται από τις διατάξεις της αυστριακής νομοθεσίας για την προστασία της μητρότητας, τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας για τις συνθήκες εργασίας και την προστασία από δραστηριότητες που εκθέτουν τους εργαζομένους σε κίνδυνο ή το άρθρο 141 ΕΚ για την ισότητα της αμοιβής. Όλες οι ανωτέρω διατάξεις απαιτούν την ίδια προστασία, και συγκεκριμένα αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς την αμοιβή που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθένειας (19). Για λόγους απλουστεύσεως, θα αναφέρομαι εφεξής σε αμφότερες τις περιόδους κατά τις οποίες η Gassmayr απουσίαζε από την εργασία της ως «άδεια μητρότητας» και στη σχετική αμοιβή της ως «αμοιβή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας».
Καταβολή του επιδόματος εφημερίας
21. Το επόμενο ερώτημα είναι αν η Gassmayr δικαιούται να λάβει το επίδομα εφημερίας για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν παρείχε υπηρεσίες τέτοιου είδους. Η Gassmayr ισχυρίζεται ότι η οδηγία απαγορεύει κάθε είδους μείωση του εισοδήματος που θα απεκόμιζε αν ήταν σε θέση να εργαστεί. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αμοιβή που εξασφαλίζει η οδηγία για τις εγκύους δεν καλύπτει όλα τα ποσά που θα τους καταβάλλονταν υπό συνήθεις περιστάσεις και ότι τα κράτη μέλη μπορούν νομίμως να εξαρτήσουν την καταβολή ορισμένων επιδομάτων από την πραγματική παροχή εργασίας.
22. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ερμηνεία του όρου «κατάλληλο επίδομα» στο άρθρο 11, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας. Η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέψουν στην εθνική νομοθεσία τους ότι οι έγκυες εργαζόμενες θα λαμβάνουν κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας επαρκές επίδομα. Μήπως το γεγονός ότι η Gassmayr δεν εισέπραξε το επίδομα εφημερίας καθιστά την αμοιβή της ανεπαρκή υπό την έννοια της οδηγίας;
23. Με την απόφαση Gillespie κ.λπ., το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «ούτε το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 επέβαλλαν τη διατήρηση της πλήρους αμοιβής των γυναικών εργαζομένων κατά την άδεια μητρότητας […] Πάντως, το ύψος των παροχών αυτών δεν μπορεί να είναι τόσο χαμηλό ώστε να διακυβεύει τον σκοπό της άδειας μητρότητας, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των γυναικών εργαζομένων πριν και μετά τον τοκετό. Για να υπολογίσει το εν λόγω ποσό υπό αυτό το πρίσμα, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνο τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, αλλά και τις άλλες μορφές κοινωνικής προστασίας που αναγνωρίζει η εθνική νομοθεσία σε περίπτωση δικαιολογημένης απουσίας του εργαζομένου» (20). Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώθηκε προσφάτως με την απόφαση Alabaster, με την οποία το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην απόφαση Gillespie κ.λπ., αποφάνθηκε ότι οι έγκυες «δεν μπορούν λυσιτελώς να επικαλεστούν τις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 119 της Συνθήκης προκειμένου να διεκδικήσουν συνέχιση της πλήρους καταβολής των αποδοχών τους κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, ως εάν εξακολουθούσαν να βρίσκονται πράγματι στη θέση εργασίας τους» (21).
24. Ως εκ τούτου, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει, καταρχήν, διάταξη εθνικής νομοθεσίας που προβλέπει ότι η αμοιβή που καταβάλλεται σε εγκύους εργαζόμενες κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας θα υπολείπεται της συνήθους αμοιβής που αυτές εισπράττουν όταν όντως εργάζονται. Εντούτοις, η μείωση του εισοδήματός τους δεν μπορεί να είναι τέτοιας έκτασης που να διακυβεύει την προστασία που ο κοινοτικός νομοθέτης επεδίωκε να εξασφαλίσει στις εγκύους εργαζόμενες. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι εργαζόμενη που τελεί σε άδεια μητρότητας δικαιούται τη μισθολογική αύξηση που χορηγήθηκε κατά την περίοδο αυτή ή κατά την περίοδο βάσει της οποίας υπολογίσθηκε η αμοιβή της κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας (22). Ομοίως, είναι παράνομος ο αποκλεισμός εργαζόμενης από το δικαίωμα να τύχει βαθμολογήσεως προκειμένου να λάβει προαγωγή και μισθολογική αύξηση, με το αιτιολογικό ότι, επειδή τελούσε σε άδεια μητρότητας, δεν πληρούσε την προϋπόθεση της εργασίας για τουλάχιστον έξι μήνες εντός του προηγούμενου έτους (23).
25. Είμαι της γνώμης ότι η νομολογία του Δικαστηρίου στηρίζεται στην εκτίμηση ότι οι εργαζόμενες δεν πρέπει να αποθαρρύνονται προς τεκνοποιία φοβούμενες ότι δεν θα έχουν επαρκές εισόδημα για τη συντήρησή τους κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας ή ότι αυτό θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην εξέλιξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους. Το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στις εθνικές αρχές την ευχέρεια να λαμβάνουν υπόψη τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα τους και να αποφασίζουν ποιο εισόδημα μπορεί να κριθεί επαρκές κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας μιας εργαζόμενης και ποιες προϋποθέσεις είναι αναγκαίες προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρξουν επιπτώσεις στη μελλοντική επαγγελματική ζωή της. Το όριο αυτής της διακριτικής ευχέρειας είναι ο κανόνας ότι η αμοιβή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας δεν μπορεί να υπολείπεται της αμοιβής που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθένειας (24). Όπως εξήγησα ανωτέρω, ο δικαιολογητικός λόγος της διατάξεως αυτής είναι ότι, καθόσον η ασθένεια είναι μια κατάσταση στην οποία μπορεί να περιέλθει ο καθένας ανεξαρτήτως φύλου ή επαγγέλματος, οι εθνικοί νομοθέτες λαμβάνουν μάλλον υπόψη, κατά τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθένειας, όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και οι σχετικές αποφάσεις τους είναι δίκαιες.
26. Η απάντηση στο ερώτημα που αφορά το επίδομα εφημερίας πρέπει να δοθεί στο πλαίσιο αυτό. Καταρχήν, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει την εκ μέρους εργοδοτών χορήγηση πρόσθετων παροχών ή επιδομάτων στους εργαζομένους τους για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων και την εξάρτηση της χορηγήσεως αυτής από την πραγματική εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων. Στη διάταξη περί παραπομπής εκτίθεται ότι, βάσει της σχετικής αυστριακής νομοθεσίας, το επίδομα εφημερίας δεν συνιστά αμοιβή καταβλητέα κατ’ αποκοπή σε όλους τους γιατρούς, αλλά υπολογίζεται ατομικώς για κάθε γιατρό που έχει παράσχει υπηρεσίες εφημερίας βάσει των γενικών ωριαίων αμοιβών που προβλέπει ο νόμος. Συνεπώς, προφανώς, ο γιατρός που για οποιονδήποτε λόγο δεν παρέχει υπηρεσίες εφημερίας δεν εισπράττει τη συγκεκριμένη πρόσθετη αμοιβή. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν πιθανότατα και οι τελούντες σε αναρρωτική άδεια. Η Επιτροπή δέχεται, εντούτοις, μια μάλλον διαφορετική ερμηνεία. Υποστήριξε ότι η αυστριακή νομοθεσία παρέχει, κατ’ ουσίαν, στους εργαζομένους που τελούν σε αναρρωτική άδεια το δικαίωμα να αξιώσουν την καταβολή των ανωτέρω πρόσθετων επιδομάτων εφημερίας. Αν ισχύει τούτο, το δικαίωμα αυτό πρέπει να επεκτείνεται στις γυναίκες που τελούν σε άδεια μητρότητας. Εναπόκειται, εντούτοις, στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει ποια είναι η ορθή ερμηνεία της αυστριακής νομοθεσίας.
27. Είμαι της γνώμης ότι κράτος μέλος, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί να θεσπίσει διάταξη προβλέπουσα ότι η έγκυος εργαζόμενη που απουσιάζει από την εργασία της, όπως και όποιος τελεί σε αναρρωτική άδεια, θα εξακολουθεί να εισπράττει τον μισθό της και τα τακτικά επιδόματα, αλλά δεν θα εισπράττει πρόσθετα επιδόματα συνδεόμενα άμεσα με την εκτέλεση συγκεκριμένου καθήκοντος, το οποίο δεν έχει όντως εκτελέσει (25). Αντιθέτως, ο εργοδότης δεν μπορεί να αρνηθεί να καταβάλει επίδομα το οποίο αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου και δεν συνδέεται με την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων (26). Για παράδειγμα, ορισμένοι εργοδότες χορηγούν πρόσθετες παροχές σε όλους τους εργαζομένους που διαθέτουν εξαιρετικά ακαδημαϊκά προσόντα ή ειδική πείρα σε ορισμένο τομέα ή κατέχουν ανώτερη θέση. Αυτές είναι τυπικές περιπτώσεις παροχών που χορηγούνται ως ένδειξη αναγνωρίσεως της θέσεως, των προσόντων και της εν γένει συνεισφοράς των εργαζομένων στην εταιρεία· η χορήγησή τους δεν εξαρτάται συνήθως από την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων και τα σχετικά ποσά καταβάλλονται συνήθως κατ’ αποκοπή ως επιδόματα ανεξαρτήτως του αριθμού των ωρών της πράγματι παρασχεθείσας εργασίας. Πλην εξαιρετικών περιστάσεων, η αφαίρεση των εν λόγω επιδομάτων από την αμοιβή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας θα ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει τη φύση των διαφόρων επιδομάτων.
28. Ασφαλώς, όπως έχω ήδη αναφέρει, το τελικό κριτήριο είναι το ύψος της αμοιβής που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθένειας βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Η αφαίρεση των ποσών αυτών από την αμοιβή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον η εναπομένουσα αμοιβή της εγκύου εργαζόμενης είναι ισοδύναμη τουλάχιστον προς την αμοιβή που θα εισέπραττε αν απουσίαζε από την εργασία της για λόγους σχετικούς με την κατάσταση της υγείας της. Και πάλι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει την αμοιβή που θα εισέπραττε ο εργαζόμενος σε περίπτωση ασθένειας βάσει του εθνικού δικαίου και να εξακριβώσει ότι η αμοιβή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας δεν είναι κατώτερη του ανωτέρω ποσού.
29. Προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα την ακόλουθη απάντηση:
Το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 2 και 3, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου δεν απαγορεύει διάταξη εθνικής νομοθεσίας κατά την οποία ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί να καταβάλει σε έγκυο εργαζόμενη ειδικό επίδομα, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης επίδομα εφημερίας, το οποίο συνδέεται άμεσα με την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων, αν η οικεία εργαζόμενη δεν έχει εκτελέσει τέτοιου είδους καθήκοντα διότι τελούσε σε άδεια μητρότητας ή αδυνατούσε να εργαστεί για λόγους σχετικούς με την υγεία αυτής ή του κυοφορούμενου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει τη φύση των συγκεκριμένων επιδομάτων και να εξακριβώσει αν η αμοιβή της εγκύου εργαζόμενης είναι ισοδύναμη τουλάχιστον προς την αμοιβή που το εθνικό δίκαιο εξασφαλίζει στους εργαζομένους οι οποίοι απουσιάζουν από την εργασία τους για λόγους σχετικούς με την κατάσταση της υγείας τους.
IV – Πρόταση
30. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof την ακόλουθη απάντηση:
1) Το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 2 και 3, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, έχει άμεσο αποτέλεσμα και οι ιδιώτες μπορούν να το επικαλούνται ενώπιον των εθνικών αρχών.
2) Το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 2 και 3, της οδηγίας 92/85 δεν απαγορεύει διάταξη εθνικής νομοθεσίας κατά την οποία ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί να καταβάλει σε έγκυο εργαζόμενη ένα ειδικό επίδομα, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης επίδομα εφημερίας, το οποίο συνδέεται άμεσα με την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων, αν η οικεία εργαζόμενη δεν έχει εκτελέσει τέτοιου είδους καθήκοντα διότι τελούσε σε άδεια μητρότητας ή αδυνατούσε να εργαστεί για λόγους σχετικούς με την υγεία αυτής ή του κυοφορούμενου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει τη φύση των συγκεκριμένων επιδομάτων και να εξακριβώσει αν η αμοιβή της εγκύου εργαζόμενης είναι ισοδύναμη τουλάχιστον προς την αμοιβή που το εθνικό δίκαιο εξασφαλίζει στους εργαζομένους οι οποίοι απουσιάζουν από την εργασία τους για λόγους σχετικούς με την κατάσταση της υγείας τους.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ 1992, L 348, σ. 1 (στο εξής: οδηγία 92/85 ή οδηγία).
3 – Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, 8/81, Becker (Συλλογή 1982, σ. 53, σκέψη 25), απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Fratelli Costanzo (Συλλογή 1989, σ. 1839, σκέψη 29), απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑397/01 έως C‑403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑8835, σκέψη 103), και απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-152/07 έως C-154/07, Arcor κ.λπ. (μη δημοσιευθείσες ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40).
4 – Απόφαση της 29ης Μαΐου 1997, C‑389/95, Klattner (Συλλογή 1997, σ. I‑2719, σκέψη 33).
5 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 52) και προπαρατεθείσα απόφαση Klattner.
6 – Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2001, C‑438/99 (Συλλογή 2001, σ. I‑6915).
7 – Σκέψη 33.
8 – Περί επαγγελματικών κινδύνων και νυκτερινής εργασίας.
9 – Περί αδείας μητρότητας.
10 – Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C‑32/93, Webb (Συλλογή 1994, σ. I‑3567, σκέψη 25).
11 – Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, C‑179/88, Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund (Συλλογή 1990, σ. 3979).
12 – Σκέψη 17.
13 – Απόφαση της 29ης Μαΐου 1997, C‑400/95 (Συλλογή 1997, σ. I‑2757).
14 – Απόφαση της 30ής Ιουνίου 1998, C‑394/96 (Συλλογή 1998, σ. I‑4185).
15 – Σκέψεις 26 και 27: «[…] καθόσον οι παθολογικές καταστάσεις που οφείλονται στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό επέρχονται μετά τη λήξη της αδείας μητρότητας, εμπίπτουν στο γενικό σύστημα που εφαρμόζεται στην περίπτωση ασθενείας (βλ., συναφώς, […] απόφαση Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund, σκέψεις 16 και 17). Στην περίπτωση αυτή, τίθεται μόνον το ζήτημα αν οι απουσίες της εργαζομένης μετά την άδεια μητρότητας, λόγω ανικανότητας προς εργασία που συνεπάγονται τα προβλήματα αυτά, αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο με τις απουσίες ενός άνδρα εργαζομένου λόγω ανικανότητας προς εργασία της ίδιας διαρκείας· εάν τούτο συμβαίνει, δεν συντρέχει δυσμενής διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. Απ’ όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει επίσης ότι, αντιθέτως προς την κρίση του Δικαστηρίου στην απόφαση […] Larsson, […], οσάκις μια εργαζομένη απουσιάζει λόγω ασθενείας οφειλομένης στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό, σε περίπτωση που η ασθένεια αυτή εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και παρατάθηκε κατά την άδεια μητρότητας και μετά από αυτήν, η απουσία όχι μόνον κατά την άδεια μητρότητας, αλλά και κατά το χρονικό διάστημα από την αρχή της εγκυμοσύνης μέχρι την αρχή της αδείας μητρότητας, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του χρόνου που δικαιολογεί την απόλυσή της κατά το εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την απουσία της εργαζομένης μετά την άδεια μητρότητας, μπορεί να ληφθεί υπόψη υπό τους ίδιους όρους με την απουσία ενός άνδρα λόγω ανικανότητας εργασίας της ίδιας διαρκείας». Μολονότι η απόφαση Brown εκδόθηκε βάσει της οδηγίας 76/207, το Δικαστήριο επηρεάστηκε σημαντικά κατά την έκδοση της αποφάσεώς του από την ειδική προστασία που παρείχε στις εγκύους η οδηγία 92/85, η οποία είχε εκδοθεί λίγο πριν από τη δημοσίευση της συγκεκριμένης αποφάσεως.
16 – Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑191/03 (Συλλογή 2005, σ. I‑7631).
17 – Σκέψη 57.
18 – Σκέψεις 61 και 62.
19 – Η ερμηνεία που θα απαιτούσε, βάσει του άρθρου 141 ΕΚ, την προστασία των γυναικών που πάσχουν από ασθένειες σχετικές με την εγκυμοσύνη και πέραν της περιόδου της προβλεπόμενης από την οδηγία άδειας μητρότητας θα έθετε εμμέσως υπό αμφισβήτηση τη συμβατότητα της οδηγίας με το άρθρο 141. Και τούτο διότι η ίδια η οδηγία προβλέπει την εκ μέρους των κρατών μελών εξασφάλιση για τις εγκύους που τελούν σε άδεια μητρότητας αμοιβής ισοδύναμης τουλάχιστον προς την αμοιβή που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθένειας. Θα ήταν παράλογο να δεχτεί κανείς ότι μια γυναίκα απολαύει, κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, πιο περιορισμένη προστασία από την προστασία που απολαύει εκτός της περιόδου αυτής.
20 – Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C‑342/93 (Συλλογή 1996, σ. I‑475, σκέψη 20). Η οδηγία 92/85 δεν εφαρμόστηκε rationae temporis στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως Gillespie κ.λπ., αλλά η κρίση του Δικαστηρίου ισχύει για την ερμηνεία της οδηγίας αυτής.
21 – Απόφαση της 30ής Μαρτίου 2004, C‑147/02, Alabaster (Συλλογή 2004, σ. I‑3101, σκέψη 46).
22 – Προπαρατεθείσα απόφαση Gillespie κ.λπ. (σκέψεις 21 και 22). Βλ., επίσης, προπαρατεθείσα απόφαση Alabaster (σκέψη 48).
23 – Απόφαση της 30ής Απριλίου 1998, C‑136/95, Thibault (Συλλογή 1998, σ. I‑2011, σκέψη 29).
24 – Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C‑411/96, Boyle κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑6401, σκέψη 35), ότι το άρθρο 11, παράγραφοι 2, στοιχείο β΄, και 3, της οδηγίας 92/85 επιτάσσει ότι η εργαζόμενη πρέπει να λαμβάνει κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς την αμοιβή που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθένειας βάσει της εθνικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά δεν της εξασφαλίζει την υψηλότερη αμοιβή που ο εργοδότης έχει αναλάβει την υποχρέωση να παρέχει στους εργαζομένους που τελούν σε αναρρωτική άδεια.
25 – Υποθέτω, εν προκειμένω, ότι αυτά τα πρόσθετα επιδόματα καταβάλλονται μόνον ως πρόσθετη παροχή πέραν του μισθού. Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν η αμοιβή υπολογιζόταν κατά τέτοιον τρόπο ώστε τα εν λόγω πρόσθετα επιδόματα να συνιστούν, κατ’ ουσίαν, ουσιώδες μέρος της συνολικής αμοιβής.
26 – Η απόφαση της 21ης Οκτωßρίου 1999, C‑333/97, Lewen (Συλλογή 1999, σ. I‑7243), αφορούσε την εκ μέρους του εργοδότη εκούσια χορήγηση δώρου Χριστουγέννων. Το δώρο χορηγούνταν κάθε έτος σε όλους τους εργαζομένους και δεν συνδεόταν με την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων στην εταιρεία. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, μολονότι ο εργοδότης μπορεί να λαμβάνει υπόψη, για την αναλογική μείωση της παροχής, τις περιόδους γονικής άδειας, δεν μπορεί να κάνει το ίδιο για τις περιόδους προστασίας της μητρότητας (όπως στην περίπτωση άδειας μητρότητας). Βλ. σκέψεις 48 και 49.
Full & Egal Universal Law Academy