ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 14ης Μαΐου 2009 (1)
Υπόθεση C‑199/08
Dr. Erhard Eschig
κατά
UNIQA Sachversicherung AG
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 87/344/ΕΟΚ – Συντονισμός των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για την ασφάλιση νομικής προστασίας – Ελεύθερη επιλογή νομικού εκπροσώπου σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες – Η νομιμότητα ρήτρας συλλογικής ζημίας»
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι τα ερωτήματα του αυστριακού Oberster Gerichtshof (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 87/344/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1987, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την ασφάλιση νομικής προστασίας (2). Τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344, κατά το οποίο ο ασφαλισμένος που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας μπορεί, σε κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία, όταν καλείται δικηγόρος ή κάθε άλλο πρόσωπο που διαθέτει τα προσόντα τα οποία απαιτεί η εθνική νομοθεσία (στο εξής χρησιμοποιείται, από κοινού για τον δικηγόρο ή για κάθε άλλο πρόσωπο που διαθέτει τα προσόντα τα οποία απαιτεί η εθνική νομοθεσία, ο γενικός όρος «δικαστικός πληρεξούσιος») για να υπερασπίσει ή να εκπροσωπήσει τον ασφαλισμένο ή να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, να επιλέξει ελεύθερα τον νομικό εκπρόσωπό του.
2. Τη διαφορά της κύριας δίκης προκάλεσε η άρνηση της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης να επιστρέψει στον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για τις υπηρεσίες του δικηγόρου στον οποίον ανέθεσε την νομική εκπροσώπησή του στο πλαίσιο της διαδικασίας πτωχεύσεως που κινήθηκε κατά δύο επιχειρήσεων παρεχουσών επενδυτικές υπηρεσίες. Η αναιρεσίβλητη αιτιολόγησε την άρνησή της ισχυριζόμενη ότι οι γενικοί όροι ασφαλίσεως νομικής προστασίας στους οποίους στηρίζεται η σύμβαση παρέχουν στην ίδια το δικαίωμα της επιλογής νομικού εκπροσώπου, επειδή πλείονα πρόσωπα που έχουν συνάψει ασφαλιστήρια σύμβαση με αυτήν ζημιώθηκαν εξ αιτίας της πτωχεύσεως και, επομένως, η υπόθεση συνιστά περίπτωση της καλούμενης συλλογικής ζημίας.
3. Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 έχει την έννοια ότι απαγορεύει την ερμηνεία εθνικού κανόνα δικαίου κατά την οποία ο ασφαλιστής της νομικής προστασίας μπορεί να εντάξει στην ασφάλιση νομικής προστασίας ρήτρα κατά την οποία, σε περιπτώσεις ζημίας μεγάλου αριθμού ασφαλισμένων οφειλόμενης στην ίδια αιτία, ο ασφαλιστής της νομικής προστασίας έχει το δικαίωμα επιλογής του νομικού εκπροσώπου, περιορίζοντας, κατά συνέπεια, το δικαίωμα των ασφαλισμένων να επιλέξουν ελεύθερα δικηγόρο.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
4. Κατά την 11η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/344 (3) όπως έχει αποδοθεί στη γερμανική γλώσσα, το συμφέρον του ασφαλισμένου που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας επιβάλλει να έχει ο ασφαλισμένος τη δυνατότητα να επιλέγει ο ίδιος τον δικηγόρο του ή κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο διαθέτει τα προσόντα που απαιτεί η εθνική νομοθεσία μέσα στα πλαίσια κάθε δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας και κάθε φορά που ανακύπτει σύγκρουση συμφερόντων.
5. Κατά τη 12η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/344, πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη η ευχέρεια να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις από την υποχρέωση παροχής στον ασφαλισμένο της ως άνω δυνατότητας ελεύθερης επιλογής δικηγόρου όταν η ασφάλιση νομικής προστασίας αφορά μόνον υποθέσεις που οφείλονται στη χρησιμοποίηση οχήματος οδικής κυκλοφορίας στο έδαφός τους και συντρέχουν και άλλες περιοριστικές προϋποθέσεις.
6. Το άρθρο 3 της οδηγίας 87/344 ορίζει τα εξής:
«1. Η εγγύηση νομικής προστασίας πρέπει να αποτελεί αντικείμενο σύμβασης ξεχωριστής από τη σύμβαση τη συναπτόμενη για άλλους κλάδους ή αντικείμενο ξεχωριστού κεφαλαίου ενός ενιαίου ασφαλιστηρίου με μνεία του περιεχομένου της εγγύησης νομικής προστασίας, αν απαιτεί τούτο το κράτος, και του αντίστοιχου ασφαλίστρου.
2. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι εγκατεστημένες στην επικράτειά του επιχειρήσεις συμμορφούνται, ανάλογα με τη λύση που επιβάλλει το κράτος μέλος, ή κατ’ επιλογήν τους αν το κράτος μέλος συμφωνεί, προς μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες εναλλακτικές λύσεις:
α) η επιχείρηση εξασφαλίζει ότι κανένα μέλος του προσωπικού που έχει αναλάβει τη διαχείριση των ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου νομικής προστασίας ή την παροχή νομικών συμβουλών σχετικών προς τη διαχείριση αυτή δεν ασκεί συγχρόνως παρόμοια δραστηριότητα:
– για άλλο κλάδο που καλύπτει η ίδια η επιχείρηση, αν πρόκειται για επιχείρηση πολλαπλών κλάδων,
– άσχετα από το αν πρόκειται για επιχείρηση πολλαπλών κλάδων ή για εξειδικευμένη επιχείρηση, σε άλλη επιχείρηση συνδεόμενη με την πρώτη με οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς, η οποία και καλύπτει έναν ή περισσότερους ασφαλιστικούς κλάδους από αυτούς που αναφέρει η οδηγία 73/239/ΕΟΚ·
β) η επιχείρηση αναθέτει τη διαχείριση των ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου νομικής προστασίας σε μια νομικά ξεχωριστή επιχείρηση. Μνεία της επιχείρησης αυτής γίνεται στη χωριστή σύμβαση ή το χωριστό κεφάλαιο του ασφαλιστηρίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Αν αυτή η νομικά ξεχωριστή επιχείρηση συνδέεται με άλλη επιχείρηση που ασκεί ασφαλιστική δραστηριότητα σε έναν ή περισσότερους άλλους κλάδους που αναφέρονται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, τα μέλη του προσωπικού της εν λόγω επιχείρησης τα οποία ασχολούνται με τη διαχείριση ασφαλιστικών περιπτώσεων ή την παροχή νομικών συμβουλών σχετικά με αυτή τη διαχείριση δεν επιτρέπεται να ασκούν συγχρόνως την αυτή ή παρόμοια δραστηριότητα για την άλλη επιχείρηση. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν τις αυτές απαιτήσεις για τα μέλη του διευθυντικού οργάνου·
γ) η επιχείρηση πρέπει να προβλέπει στη σύμβαση το δικαίωμα του ασφαλισμένου να αναθέτει σε δικηγόρο της επιλογής του ή, εφόσον αυτό επιτρέπεται από την εθνική νομοθεσία, σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα, την υπεράσπιση των συμφερόντων του από τη στιγμή κατά την οποία δικαιούται να ζητήσει παρέμβαση του ασφαλιστή δυνάμει του ασφαλιστηρίου.
3. Οποιαδήποτε λύση και αν επιλεγεί, οι ασφαλισμένοι κατά κινδύνων νομικής προστασίας θεωρείται ότι απολαύουν ισοδύναμων εγγυήσεων βάσει της παρούσας οδηγίας.»
7. Το άρθρο 4 της οδηγίας 87/344 ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας προβλέπει ρητά ότι:
α) σε κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία, όταν καλείται δικηγόρος, ή κάθε άλλο πρόσωπο που διαθέτει τα προσόντα τα οποία απαιτεί η εθνική νομοθεσία, για να υπερασπίσει ή να εκπροσωπήσει τον ασφαλισμένο ή να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, ο ασφαλισμένος έχει την ελευθερία της σχετικής επιλογής·
β) ο ασφαλισμένος είναι ελεύθερος να επιλέγει δικηγόρο, ή, αν θέλει και εφόσον το επιτρέπει η εθνική νομοθεσία, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα για την υπεράσπιση των συμφερόντων του, σε περίπτωση που ανακύψει σύγκρουση συμφερόντων.
2. Ως δικηγόρος νοείται κάθε πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες υπό μία από τις ονομασίες που προβλέπει η οδηγία 77/249/ΕΟΚ […].»
8. Το άρθρο 5 της οδηγίας 87/344 ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να εξαιρέσει από την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, την ασφάλιση νομικής προστασίας αν πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:
α) η ασφάλιση περιορίζεται σε υποθέσεις που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση οδικών οχημάτων στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους·
β) η ασφάλιση συνδέεται με σύμβαση βοηθείας που θα παρέχεται σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης όπου ενέχεται οδικό όχημα·
γ) ούτε ο ασφαλιστής της νομικής προστασίας ούτε ο ασφαλιστής της βοήθειας δεν καλύπτουν κλάδο ευθύνης·
δ) λαμβάνονται μέτρα ώστε η παροχή νομικών συμβουλών και η εκπροσώπηση καθενός των διαδίκων σε περίπτωση διαφοράς να εξασφαλίζονται από δικηγόρους τελείως ανεξάρτητους, εφόσον οι εν λόγω διάδικοι είναι ασφαλισμένοι σε θέματα νομικής προστασίας στον ίδιο ασφαλιστή.
2. Η εξαίρεση που παραχωρείται από κράτος μέλος σε μία επιχείρηση κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2.»
Β – Το εθνικό δίκαιο
9. Το εθνικό νομικό πλαίσιο καθορίζεται από τα άρθρα 158 k και 158 p του νόμου περί ασφαλιστηρίων συμβάσεων του 1958 (Versicherungsvertragsgesetz 1958, στο εξής: VersVG). Το άρθρο 158 k VersVG, που έχει εφαρμογή στην ασφαλιστήρια σύμβαση, προβλέπει τα εξής:
«1. Ο ασφαλισμένος έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελευθέρως άτομο που συγκεντρώνει τα επαγγελματικά προσόντα προκειμένου να τον εκπροσωπεί στο πλαίσιο δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών. Μπορεί, επίσης, να επιλέγει ελευθέρως δικηγόρο προς υπεράσπιση των εννόμων συμφερόντων του σε περίπτωση συγκρούσεως συμφερόντων με τον ασφαλιστή.
2. Με την ασφαλιστήρια σύμβαση μπορεί να συνομολογηθεί ότι ο ασφαλισμένος μπορεί να επιλέξει, για την εκπροσώπησή του σε δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες, μόνο πρόσωπα τα οποία έχουν την επαγγελματική ικανότητα εκπροσωπήσεως των διαδίκων και είναι εγκατεστημένα στην έδρα του εκάστοτε αρμόδιου σε πρώτο βαθμό δικαστηρίου ή της διοικητικής αρχής. Στην περίπτωση κατά την οποία στον τόπο της ως άνω έδρας είναι εγκατεστημένα λιγότερα από τέσσερα πρόσωπα με τα ανωτέρω προσόντα, το δικαίωμα επιλογής επεκτείνεται στα πρόσωπα τα εγκατεστημένα εντός της περιφέρειας στην οποία εκτείνονται τα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εντός της οποίας εδρεύει η προαναφερθείσα αρχή.
3. Το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής που αναγνωρίζεται στον ασφαλισμένο δυνάμει της πρώτης περιόδου της πρώτης παραγράφου υφίσταται όταν αυτός ζητήσει τη συνδρομή ενός συμβούλου στο πλαίσιο μιας διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας• σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων τυγχάνει εφαρμογής η δεύτερη περίοδος της ίδιας παραγράφου. Εάν η ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναθέσει σε άλλη επιχείρηση τη διαχείριση της ζημίας, η υποχρέωση αυτή ενημέρωσης βαρύνει και τη δεύτερη αυτή επιχείρηση.»
Β – Οι γενικοί όροι ασφαλίσεως νομικής προστασίας
10. Οι γενικοί όροι ασφαλίσεως νομικής προστασίας είναι πρότυποι όροι, οι οποίοι καταρτίσθηκαν από την Αυστριακή Ένωση Ασφαλιστών. Το άρθρο 6.7.3 των όρων αυτών, όπως ίσχυε το 1995 (στο εξής: ARB 1995), ορίζει τα εξής:
«Σε περίπτωση κατά την οποία πολλοί ασφαλισμένοι απολαύουν ασφαλιστικής καλύψεως προς υπεράσπιση των εννόμων συμφερόντων τους βάσει ενός ή περισσοτέρων ασφαλιστηρίων συμβάσεων και λόγω της αυτής ή παρεμφερούς αιτίας στρέφονται προς διασφάλιση των συμφερόντων τους εναντίον του ιδίου(-ων) αντιδίκου(-ων), ο ασφαλιστής της νομικής προστασίας έχει τη δυνατότητα να περιορίσει αρχικώς την παροχή του στην εξώδικη υπεράσπιση των εννόμων συμφερόντων των ασφαλισμένων και στην άσκηση αγωγών μόνον επί των “πιλοτικών” υποθέσεων, η εκδίκαση των οποίων κρίνεται αναγκαία επιλέγοντας ο ίδιος νομικούς εκπροσώπους. Σε περίπτωση κατά την οποία τα μέτρα αυτά δεν καλύπτουν επαρκώς τους ασφαλισμένους έναντι του κινδύνου απωλείας των δικαιωμάτων τους, ιδίως σε περίπτωση επικείμενης παραγραφής, ο ασφαλιστής αναλαμβάνει, επίσης, τα έξοδα συλλογικών αγωγών ή τα έξοδα άλλων μορφών συλλογικής υπερασπίσεως, δικαστικής ή εξώδικης, των συμφερόντων των ασφαλισμένων επιλέγοντας ο ίδιος νομικούς εκπροσώπους».
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11. O αναιρεσείων της κύριας δίκης, ο Dr. Erhard Eschig, συνήψε με την αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, την UNIQA Sachversicherung AG, σύμβαση νομικής προστασίας με την οποία συνομολογήθηκε η ισχύς των ARB 1995.
12. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης είχε επενδύσει χρηματικά ποσά σε δύο επιχειρήσεις παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες. Οι επιχειρήσεις αυτές περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών. Λόγω της αδυναμίας πληρωμών στην οποία περιήλθαν οι δύο αυτές επιχειρήσεις, ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης υπέστη ζημία –όπως και πολλοί άλλοι επενδυτές. Ο αναιρεσίβλητος ανέθεσε σε δικηγορικό γραφείο με έδρα στον τόπο της δικής του κατοικίας τη νομική του εκπροσώπηση, ιδίως στο πλαίσιο των διαδικασιών πτωχεύσεως που κινήθηκαν κατά των περιουσιακών στοιχείων, της ποινικής δίκης κατά των διευθυντικών οργάνων των επιχειρήσεων αυτών και της δίκης κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας λόγω παραλείψεων κατά την άσκηση της εποπτείας της χρηματοπιστωτικής αγοράς.
13. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης ζήτησε από την αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης να βεβαιώσει την κάλυψη των εξόδων νομικής προστασίας που αφορούσαν τις μέχρι τότε αλλά και τις μελλοντικές ενέργειες των δικηγόρων του. Η αναιρεσίβλητη απέρριψε την αίτηση αυτή. Επισήμανε ότι περίπου 180 ζημιωθέντες έχουν συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως με αυτήν. Για την περίπτωση αυτή, το άρθρο 6.7.3 των ARB 1995 προβλέπει ότι μπορεί να ζητηθεί από τους ασφαλισμένους, αντί της διεξαγωγής μεμονωμένων δικών, να μετάσχουν σε πιλοτικές δίκες ή να ασκήσουν συλλογικές αγωγές και ότι η αναιρεσίβλητη έχει το δικαίωμα επιλογής του νομικού εκπροσώπου. Κατά συνέπεια, δεν είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει τα έξοδα της μεμονωμένης διαδικασίας που κίνησε ο αναιρεσείων της κύριας δίκης.
14. Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης προκειμένου να διαπιστωθεί, πρώτον, ότι η αναιρεσίβλητη είναι υποχρεωμένη να καλύψει τις δαπάνες τις σχετικές με τις ένδικες ή εξώδικες ενέργειες των δικηγόρων του στο πλαίσιο των εκκρεμουσών ή των μελλοντικών διαδικασιών και, δεύτερον, ότι το άρθρο 6.7.3 των ARB 1995 δεν είναι έγκυρο και, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί τμήμα της συμβάσεως περί παροχής νομικής προστασίας. Ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης ηττήθηκε στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Τα δικαστήρια πρώτου και δευτέρου βαθμού έκριναν ότι το άρθρο 6.7.3 των ARB 1995 συνάδει προς το άρθρο 158 k του VersVG και η κατ’ αναλογία ερμηνεία του άρθρου 158 k του VersVG συνάδει προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344.
15. Το αιτούν δικαστήριο, το οποίο επελήφθη της αιτήσεως αναιρέσεως, έχει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344. Αφενός, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 προβλέπει δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου. Τούτο συνηγορεί υπέρ της απόψεως του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης. Αφετέρου, υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να γίνει δεκτός ο νόμιμος χαρακτήρας ρήτρας συλλογικής ζημίας, εάν μεγάλος αριθμός ασφαλισμένων που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας υπέστησαν ζημία οφειλόμενη στην ίδια αιτία. Οι δαπάνες για μια πιλοτική δίκη ή για την άσκηση συλλογικής αγωγής για πλείονες ασφαλισμένους που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας και εκπροσωπούνται από έναν νομικό εκπρόσωπο είναι πολύ μικρότερες από τις δαπάνες που θα συνεπαγόταν η άσκηση πολλών ατομικών αγωγών. Η εν λόγω εξοικονόμηση δαπανών φαίνεται επιβεβλημένη και προς το συμφέρον της κοινότητας των ασφαλισμένων-ασφαλιστών.
16. Στην περίπτωση κατά την οποία θα κριθεί ότι η υπό την ανωτέρω έννοια ερμηνεία του άρθρου 158 k του VersVG συνάδει προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344, ανακύπτει το ερώτημα βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να διακρίνεται μια περίπτωση συλλογικής ζημίας από τις άλλες περιπτώσεις ζημιών. Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το αν μια ρήτρα όπως το άρθρο 6.7.3 των ARB 1995, κατά την οποία ο ασφαλιστής νομικής προστασίας έχει το δικαίωμα επιλογής του νομικού εκπροσώπου στις περιπτώσεις κατά τις οποίες θίγονται πλείονες ασφαλισμένοι που έχουν συνάψει συμβάσεις νομικής προστασίας, συνάδει προς τους σκοπούς και τις επιταγές της οδηγίας 87/344.
17. Το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 87/344/ΕΟΚ την έννοια ότι δεν επιτρέπει να περιέχεται στους γενικούς όρους για τη σύναψη ασφαλιστηρίων συμβάσεων που εφαρμόζει ασφαλιστής νομικής προστασίας ρήτρα κατά την οποία, σε περίπτωση ζημίας μεγάλου αριθμού ασφαλισμένων οφειλόμενης στην ίδια αιτία (π.χ. στην αδυναμία πληρωμών στην οποία περιήλθε επιχείρηση παρέχουσα επενδυτικές υπηρεσίες), ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα επιλογής του δικηγόρου περιορίζοντας, κατά συνέπεια, το δικαίωμα των ασφαλισμένων να επιλέξουν εκείνοι ελεύθερα δικηγόρο που θα τους εκπροσωπήσει;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: υπό ποίες προϋποθέσεις υφίσταται συλλογική ζημία παρέχουσα τη δυνατότητα, σύμφωνα με (ή μάλλον συμπληρωματικώς προς) την οδηγία, στον ασφαλιστικό φορέα να επιλέξει δικηγόρο αντί του ασφαλισμένου;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
18. Η διάταξη περί παραπομπής της 23ης Απριλίου 2008 περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Μαΐου 2008.
19. Ο αναιρεσείων και η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, οι Κυβερνήσεις της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις.
20. Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Μαρτίου 2009 έλαβαν μέρος οι εκπρόσωποι του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης, των Κυβερνήσεων της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας καθώς και της Επιτροπής και συμπλήρωσαν τις παρατηρήσεις τους.
V – Οι κυριότεροι ισχυρισμοί των μετεχόντων στη διαδικασία
21. Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ότι με την οδηγία 87/344 επιδιώκεται η εξάλειψη των εμποδίων προσβάσεως στην αγορά στον τομέα της ασφαλίσεως νομικής προστασίας, τα οποία προκάλεσαν οι εθνικές διατάξεις για την προστασία από τις συγκρούσεις συμφερόντων. Στη Γερμανία εφαρμοζόταν, πριν από τη θέσπιση της οδηγίας 87/344, η αρχή της καλούμενης υποχρεωτικής εξειδικεύσεως, η οποία είχε ως συνέπεια τον περιορισμό της προσβάσεως στην αγορά για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη. Για τη διευκόλυνση της προσβάσεως στην αγορά ασφαλιστικών επιχειρήσεων από άλλα κράτη μέλη, ταυτόχρονα όμως και για την εξασφάλιση της προστασίας από τις συγκρούσεις συμφερόντων, προβλέφθηκαν στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 87/344 τρεις διαρθρωτικές εναλλακτικές λύσεις προς αποτροπή του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων, στις οποίες συγκαταλέγεται, πρώτον, η χωριστή, από πλευράς προσωπικού, διαχείριση ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου νομικής προστασίας και άλλων κλάδων ασφαλίσεως, δεύτερον, η ανάθεση της διαχειρίσεως των ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου νομικής προστασίας σε άλλη, χωριστή, επιχείρηση και, τρίτον, το σύστημα νομικής εκπροσωπήσεως κατά το οποίο ο ασφαλισμένος που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των υπηρεσιών του νομικού εκπροσώπου της επιλογής του.
22. Περαιτέρω, όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 87/344 παρέχει στον ασφαλισμένο, για την προστασία του, το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου του, εάν, παρά τους διαρθρωτικούς κανόνες του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 87/344, ανακύπτουν στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκρούσεις συμφερόντων.
23. Πάντως, οι απόψεις των μετεχόντων στη διαδικασία διαφέρουν όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344.
24. Κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης, της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 παρέχει δικαίωμα ελεύθερης επιλογής δικηγόρου στο πλαίσιο των δικαστικών και διοικητικών διαδικασιών, το οποίο δεν εξαρτάται ούτε από την επιλογή μιας από τις ανωτέρω αναφερθείσες εναλλακτικές δυνατότητες, ούτε από την ύπαρξη συγκεκριμένης συγκρούσεως συμφερόντων. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης φρονεί ότι το αυτοτελές περιεχόμενο του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής δικηγόρου κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 έγκειται στο ότι το δικαίωμα αυτό δεν εξαρτάται από την ύπαρξη συγκρούσεως συμφερόντων, πλην όμως, λόγω του περιορισμού του σε διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες, έχει στενότερο πεδίο εφαρμογής από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 87/344. Η Δημοκρατία της Αυστρίας επισημαίνει ότι το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής νομικού εκπροσώπου περιορίστηκε μεν, σε σχέση με το αρχικό σχέδιο οδηγίας, στις διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες, πλην όμως έχει, στο περιορισμένο αυτό πλαίσιο, αυτοτελές περιεχόμενο.
25. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης, η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζουν ότι το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 δεν επιτρέπει την επιλογή του δικηγόρου από τον ασφαλιστή της νομικής προστασίας αντί του ασφαλισμένου που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας.
26. Η δυνατότητα περιορισμού του δικαιώματος αυτού δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στο άρθρο 5 της οδηγίας 87/344. Πριν από την έκδοση της οδηγίας 87/344, οι λέσχες αυτοκινήτου σε ορισμένα κράτη μέλη παρείχαν στα μέλη τους αρωγή στο πλαίσιο διαφορών από τροχαία ατυχήματα μέσω δικών τους νομικών εκπροσώπων. Το άρθρο 5 της οδηγίας 87/344 συνιστά εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη, με την οποία επιδιώκεται να καταστεί δυνατή η διατήρηση της πρακτικής αυτής.
27. Η συσταλτική ερμηνεία ή η τελολογική συστολή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 όσον αφορά τις περιπτώσεις συλλογικών ζημιών δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης επισημαίνει συναφώς ότι οι περιπτώσεις συλλογικών ζημιών ήσαν γνωστές κατά την έκδοση της οδηγίας. Κατά συνέπεια, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 δεν μπορεί να περιοριστεί λόγω της νεωτερικότητας των περιπτώσεων συλλογικών ζημιών. Η Δημοκρατία της Αυστρίας παραπέμπει συναφώς στον αόριστο χαρακτήρα της έννοιας της συλλογικής ζημίας. Tέλος, ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης και η Τσεχική Δημοκρατία αναφέρονται στον μεγάλο αριθμό μειονεκτημάτων που μπορεί να ανακύψουν για τους ασφαλισμένους που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας από την εφαρμογή ρήτρας συλλογικών ζημιών.
28. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης, η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Τσεχική Δημοκρατίας προτείνουν να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι ένας περιορισμός του δικαιώματος του ασφαλισμένου που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας να επιλέγει ελεύθερα δικηγόρο, όπως αυτός που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, αντιβαίνει προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 87/344.
29. Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι σκοπός της οδηγίας 87/344 δεν είναι η παροχή στον ασφαλισμένο που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής δικηγόρου.
30. Επειδή το άρθρο 3 της οδηγίας 87/344 προβλέπει τρεις εναλλακτικές λύσεις για την αποτροπή του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων χωρίς να προκρίνει καμία από αυτές, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει σε κάθε περίπτωση δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου.
31. Τούτο προκύπτει σαφώς από το γράμμα της 11ης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 87/344, κατά την οποία το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται κάθε φορά που ανακύπτει σύγκρουση συμφερόντων. Εξ αυτού πρέπει να συναχθεί εξ αντιδιαστολής το συμπέρασμα ότι, εάν δεν ανακύπτει σύγκρουση συμφερόντων, δεν υφίσταται, κατ’ αρχήν, δικαίωμα ελεύθερης επιλογής δικηγόρου.
32. Αυτό προκύπτει και από την εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 5 της οδηγίας 87/344. Η διάταξη αυτή καθιστά σαφές ότι επιτρέπονται οι εξαιρέσεις από την ελεύθερη επιλογή του νομικού εκπροσώπου. Το άρθρο 5 της οδηγίας 87/344 δεν συνιστά απόλυτη εξαίρεση αλλά μόνον ένα παράδειγμα. Το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι συλλογικές ζημίες επιβάλλει, προς το συμφέρον των ασφαλισμένων που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας, να δοθεί μια τέτοια ερμηνεία ή ερμηνεία κατ’ αναλογία προς το άρθρο 5 της οδηγίας. Η Αυστρία προέβλεψε ήδη, σε νομοθετικό επίπεδο, εξαίρεση αυτού του τύπου όσον αφορά τους τοπικούς περιορισμούς του δικαιώματος επιλογής του νομικού εκπροσώπου στο άρθρο 158 k, παράγραφος 2, του VersVG.
33. Η λύση αυτή συνάδει, επίσης, προς το effet utile της οδηγίας. Σημασία έχει να καθοριστεί με ποια ερμηνεία μπορεί να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή πρακτική αποτελεσματικότητα. Στον ασφαλιστικό τομέα πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον των ασφαλισμένων που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας ως συνόλου. Κατά συνέπεια, σκοπός πρέπει να είναι η διασφάλιση της μέγιστης δυνατής ίσης μεταχειρίσεως των ασφαλισμένων και ο καταμερισμός με ίσους όρους του διαθέσιμου κεφαλαίου σε όλους τους ασφαλισμένους που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας. Λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος κάθε καταναλωτή να τύχει αποτελεσματικής νομικής προστασίας, είναι επιτακτική ανάγκη να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις για τις συλλογικές ζημίες.
34. Άλλωστε, οι συλλογικές ζημίες δεν είχαν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο μελέτης και επεξεργασίας το 1987, έτος εκδόσεως της οδηγίας 87/344.
35. Περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης τονίζει τις συνέπειες του αθέμιτου χαρακτήρα ρήτρας συλλογικών ζημιών. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζει, πρώτον, τη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ της ασφαλίσεως νομικής προστασίας και της χρηματοδοτήσεως των δικαστικών εξόδων. Δεύτερον, επισημαίνει ότι το εύρος καλύψεως των ζημιών από την ασφάλιση νομικής προστασίας δεν ρυθμίζεται με την οδηγία 87/344. Κατά συνέπεια, ο αθέμιτος χαρακτήρας των ρητρών συλλογικών ζημιών μπορεί να έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό ορισμένων κινδύνων και τον καθορισμό ανωτάτων ορίων ασφαλιστικής καλύψεως.
36. Τέλος, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης επισημαίνει τα πλεονεκτήματα μιας ρήτρας συλλογικών ζημιών για τους ασφαλισμένους που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας.
37. Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει, σε περιπτώσεις συλλογικών ζημιών, τη μεταβίβαση του δικαιώματος επιλογής δικηγόρου από τον ασφαλισμένο που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας στον ασφαλιστή της νομικής προστασίας.
38. Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι οι περιπτώσεις συλλογικής ζημίας είναι γεγονότα που προκαλούν ζημία σε πλείονα πρόσωπα, η δε ζημία, σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, μπορεί να αντιμετωπισθεί, προς τον σκοπό της οικονομίας της δίκης, στα πλαίσια ενιαίας δικαστικής διαδικασίας ή πιλοτικής δίκης. Τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη συναφώς είναι αν πρόκειται για περιπτώσεις κατά τις οποίες το ζημιογόνο γεγονός έχει γενικό χαρακτήρα, αν οι ζημίες αφορούν άμεσα τους ασφαλισμένους και είναι παρεμφερείς, αν η νομική βάση είναι παρεμφερής και αν οι καθών ασκείται το δικαίωμα είναι κατ’ ουσίαν οι ίδιοι.
39. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η επιταγή της ελεύθερης επιλογής δικηγόρου κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής σκοπός της οδηγίας. Εάν συνέβαινε αυτό, αμφότερες οι πρώτες διαρθρωτικές εναλλακτικές λύσεις στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 87/344 θα καθίσταντο άνευ αντικειμένου. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα αποτελούσαν πλέον εναλλακτικές λύσεις, αλλά μόνο συμπληρωματικά μέτρα.
40. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η οδηγία 87/344 αποκλίνει στο σημείο αυτό από την αρχική πρόταση οδηγίας της Επιτροπής. Η πρόταση αυτή προέβλεπε αρχικώς δικαίωμα ελεύθερης επιλογής δικηγόρου. Πάντως, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν ακολούθησε πλήρως την πρόταση αυτή. Ειδικότερα, η ελεύθερη επιλογή δικηγόρου περιορίσθηκε στις δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες.
41. Και η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας αυτής. Κατά την αιτιολογική αυτή σκέψη, το συμφέρον του ασφαλισμένου που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας επιβάλλει να έχει ο ασφαλισμένος τη δυνατότητα να επιλέγει ο ίδιος τον δικηγόρο του και [μάλιστα] κάθε φορά που ανακύπτει σύγκρουση συμφερόντων.
42. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η οδηγία 87/344 δεν προβλέπει απόλυτο δικαίωμα ελεύθερης επιλογής δικηγόρου. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 μπορεί να υποβληθεί σε περιορισμούς, στο μέτρο που αυτό εξυπηρετεί το συμφέρον των ασφαλισμένων που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας.
43. Κατά την Επιτροπή, δεν υφίσταται καμία ένδειξη περί του ότι οι περιπτώσεις συλλογικών ζημιών ελήφθησαν υπόψη κατά την κατάρτιση του σχεδίου της οδηγίας. Κατά συνέπεια, η οδηγία 87/344 δεν απαγορεύει την εφαρμογή ρητρών συλλογικών ζημιών, στο μέτρο που εξασφαλίζεται η προστασία των ασφαλισμένων.
44. Ως προς το ερώτημα βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να διαπιστωθεί πότε υφίσταται συλλογική ζημία, η παρούσα υπόθεση που αφορά τουλάχιστον 16 000 ζημιωθέντες δεν αφήνει, πάντως, την παραμικρή αμφιβολία συναφώς και, κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση.
45. Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 87/344 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει ρήτρα κατά την οποία σε περιπτώσεις ζημίας μεγάλου αριθμού ασφαλισμένων οφειλόμενης στην ίδία αιτία, ο ασφαλιστής της νομικής προστασίας έχει το δικαίωμα επιλογής του νομικού εκπροσώπου περιορίζοντας, κατά συνέπεια, το δικαίωμα των ασφαλισμένων να επιλέξουν εκείνοι ελεύθερα τον νόμιμο αντιπρόσωπό τους.
VI – Νομική εκτίμηση
Πρώτο προδικαστικό ερώτημα
46. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο θέτει ένα ερμηνευτικό ζήτημα όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344. Ζητεί να διευκρινιστεί αν η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι απαγορεύει την ερμηνεία εθνικής διατάξεως όπως το άρθρο 158 k του VersVG κατά την οποία επιτρέπεται να περιέχεται σε συμβάσεις ασφαλίσεως νομικής προστασίας ρήτρα κατά την οποία σε περίπτωση ζημίας μεγάλου αριθμού ασφαλισμένων οφειλόμενης στην ίδια αιτία, το δικαίωμα επιλογής του νομικού εκπροσώπου, ο οποίος σε μια δικαστική ή διοικητική διαδικασία θα υπερασπίσει ή θα εκπροσωπήσει τον ασφαλισμένο ή θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, έχει ο ασφαλιστής της νομικής προστασίας και όχι ο ασφαλισμένος (στο εξής: ρήτρα συλλογικών ζημιών).
47. Είμαι πεπεισμένη ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση για τους εξής λόγους. Πρώτον, το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 δεν προβλέπει καμία εξαίρεση για τις περιπτώσεις συλλογικής ζημίας (1). Δεύτερον, η όλη οικονομία της οδηγίας 87/344 συνηγορεί υπέρ του αυτοτελούς περιεχομένου του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 (2). Τρίτον, το άρθρο 5 της οδηγίας 87/344 δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στις περιπτώσεις συλλογικής ζημίας (3). Τέταρτον, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τελολογικής συστολής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 (4).
1. Επί του γράμματος του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344
48. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344, σε κάθε σύμβαση νομικής προστασίας πρέπει να αναγνωρίζεται ρητώς ότι εάν, σε δικαστική ή διοικητική διαδικασία, καλείται νομικός εκπρόσωπος για να υπερασπίσει ή να εκπροσωπήσει τον ασφαλισμένο που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας ή να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, ο ασφαλισμένος έχει την ελευθερία επιλογής του εν λόγω νομικού εκπροσώπου.
49. Κατά το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344, το δικαίωμα επιλογής περιορίζεται, πάντως, στις δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες. Στο πλαίσιο του περιορισμού αυτού, όμως, δεν είναι δυνατόν να εντοπισθεί καμία εξαίρεση για τις περιπτώσεις συλλογικής ζημίας. Κατ’ εφαρμογή της αρχής ubi lex non distinguit, nec nos distinguere debemus, το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 αποκλείει, επομένως, τη διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων συλλογικής ζημίας και των λοιπών περιπτώσεων. Κατά συνέπεια, από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 συνάγεται ότι δεν είναι νόμιμη η ρήτρα συλλογικών ζημιών, κατά την οποία τον νομικό εκπρόσωπο μπορεί να επιλέξει ο ασφαλιστής της νομικής προστασίας αντί του ασφαλισμένου.
2. Επί του αυτοτελούς περιεχομένου του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες
50. Κατά την αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης και την Επιτροπή, το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο. Επειδή προς στήριξη της απόψεώς τους επικαλούνται την οικονομία, τον σκοπό και το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 87/344, θα ήθελα, κατ’ αρχάς, να εξετάσω εν συντομία το ιστορικό θεσπίσεως, τον σκοπό και το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής.
51. Η οδηγία 87/344 είναι μια από τις πλείονες οδηγίες (4), με τις οποίες επιδιώκεται η διευκόλυνση της προσβάσεως στην αγορά στον τομέα της πρωτασφαλίσεως (5). Στον τομέα της ασφαλίσεως νομικής προστασίας περιορισμοί της προσβάσεως στην αγορά απορρέουν από τις διάφορες διατάξεις των κρατών μελών προς αποτροπή της συγκρούσεως συμφερόντων (6).
52. Σύγκρουση συμφερόντων μπορεί ιδίως να ανακύψει όταν μια ασφαλιστική επιχείρηση προσφέρει ασφαλίσεις από πολλούς κλάδους. Αν, για παράδειγμα, μια ασφαλιστική επιχείρηση προσφέρει ασφάλιση αστικής ευθύνης και ασφάλιση νομικής προστασίας, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, στο πλαίσιο διενέξεως, να πρέπει να ενεργήσει τόσο από την πλευρά του ζημιώσαντος όσο και από την πλευρά του ζημιωθέντος (7).
53. Προς αποτροπή του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων, εφαρμοζόταν στη Γερμανία η αρχή της υποχρεωτικής εξειδικεύσεως. Πάντως, στο μέτρο που οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στα περισσότερα άλλα κράτη μέλη, ήσαν οργανωμένες ως επιχειρήσεις πολλαπλών κλάδων, δεν τηρούσαν τον κανόνα της υποχρεωτικής εξειδικεύσεως. Επομένως, η αρχή της υποχρεωτικής εξειδικεύσεως είχε για τις εν λόγω ασφαλιστικές επιχειρήσεις ως συνέπεια τον περιορισμό της προσβάσεως στην αγορά.
54. Με τη θέσπιση της οδηγίας 87/344 επιδιώχθηκε η κατάργηση του ως άνω περιορισμού προσβάσεως στην αγορά, οπότε έπρεπε να παρασχεθούν εγγυήσεις για την αποτροπή του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων (8). Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ενταχθεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 87/344, το οποίο προβλέπει τρεις διαρθρωτικές εναλλακτικές λύσεις προς αποτροπή του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων:
– η πρώτη λύση, κατά το στοιχείο α΄, προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι κάποιο μέλος του προσωπικού της ασφαλιστικής επιχειρήσεως είναι αρμόδιο ειδικά για τη διαχείριση των ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου της νομικής προστασίας ή την παροχή νομικών συμβουλών σχετικών προς τη διαχείριση αυτή και δεν ασκεί συγχρόνως παρόμοια δραστηριότητα (στο εξής: σύστημα της υποχρεωτικής εξειδικεύσεως)·
– κατά τη δεύτερη λύση, σύμφωνα με το στοιχείο β΄, η διαχείριση των ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου της νομικής προστασίας πρέπει να ανατίθεται σε μια νομικά διακριτή επιχείρηση (στο εξής: σύστημα της αναθέσεως σε χωριστή επιχείρηση)·
– κατά τη λύση του στοιχείου γ΄, η ασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να προβλέπει στη σύμβαση το δικαίωμα του ασφαλισμένου να αναθέτει σε νομικό εκπρόσωπο της επιλογής του την εκπροσώπηση των συμφερόντων του από τη στιγμή κατά την οποία δικαιούται να ζητήσει την παρέμβαση του ασφαλιστή, δυνάμει του ασφαλιστηρίου (στο εξής: σύστημα του νομικού εκπροσώπου)·
55. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 87/344, οποιαδήποτε από τις λύσεις αυτές και αν επιλεγεί, θεωρείται ότι τα συμφέροντα των ασφαλισμένων κατά κινδύνων νομικής προστασίας απολαύουν ισοδύναμων εγγυήσεων. Τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίσουν ότι οι εγκατεστημένες στο έδαφός τους ασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν μια τουλάχιστον από αυτές τις εναλλακτικές λύσεις. Πάντως, έχουν την επιλογή μεταξύ του να εφαρμόσουν μια από τις εναλλακτικές αυτές λύσεις ή να παράσχουν στην επιχείρηση τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ πλειόνων της μιας εναλλακτικών λύσεων.
56. Εκτός από τα διαρθρωτικά μέτρα προς αποτροπή του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 87/344, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 87/344 προβλέπει προστασία κατά συγκεκριμένων περιπτώσεων συγκρούσεως συμφερόντων. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο ασφαλισμένος που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας έχει το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου σε περίπτωση που ανακύψει σύγκρουση συμφερόντων.
57. Αντιθέτως προς την άποψη της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης και της Επιτροπής, ούτε από τη σχέση του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, προς τα διαρθρωτικά μέτρα προς αποτροπή του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων (α), ούτε από τη σχέση του δικαιώματος αυτού προς το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου στην περίπτωση συγκρούσεως συμφερόντων (β), ούτε από τους σκοπούς που επιδιώκονται με την οδηγία 87/344 (γ), ούτε από το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 87/344 (δ) προκύπτει ότι το δικαίωμα αυτό στερείται αυτοτελούς περιεχομένου.
Επί της σχέσεως του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344, προς τα διαρθρωτικά μέτρα προς αποτροπή του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 87/344
58. Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344, συνδέεται μόνο με το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 87/344 και αποτελεί απλώς ειδική έκφανση του συστήματος του νομικού εκπροσώπου. Εάν στο δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου αποδιδόταν αυτοτελές περιεχόμενο, θα εφαρμοζόταν, σε τελική ανάλυση, πάντοτε το σύστημα του νομικού εκπροσώπου κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 87/344. Κατά συνέπεια, θα υποβαθμιζόταν η σημασία των δύο άλλων εναλλακτικών λύσεων, δηλαδή του συστήματος της υποχρεωτικής εξειδικεύσεως κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 και του συστήματος της αναθέσεως σε χωριστή επιχείρηση κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 87/344.
59. Η συλλογιστική αυτή δεν είναι πειστική.
60. Κατ’ αρχάς, το σύστημα της υποχρεωτικής εξειδικεύσεως κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 και το σύστημα της αναθέσεως σε χωριστή επιχείρηση κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 87/344 διατηρούν το δικό τους πεδίο εφαρμογής, ακόμη και εάν από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 συναχθεί αυτοτελές δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες.
61. Πράγματι, το σύστημα του νομικού εκπροσώπου κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 87/344 βαίνει, από απόψεως περιεχομένου, πέραν του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 προβλέπει δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου μόνο για την περίπτωση διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας. Αντιθέτως, ο ασφαλισμένος που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας έχει, κατά το σύστημα του νομικού εκπροσώπου σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 87/344, το δικαίωμα να αναθέσει την εκπροσώπηση των συμφερόντων του σε νομικό εκπρόσωπο, εφόσον δικαιούται να ζητήσει την παρέμβαση του ασφαλιστή δυνάμει του ασφαλιστηρίου, επομένως πριν από την κίνηση διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας (9).
62. Βεβαίως το πεδίο εφαρμογής του συστήματος της υποχρεωτικής εξειδικεύσεως και του συστήματος της αναθέσεως σε χωριστή επιχείρηση περιορίζεται, εάν γίνει δεκτό ότι υφίσταται αυτοτελές δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες. Τα ανωτέρω συστήματα διατηρούν όμως ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής.
63. Αντιθέτως, κατά την ερμηνεία της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης και της Επιτροπής, δεν θα υφίστατο πλέον αυτοτελές πεδίο εφαρμογής για το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344. Σε περίπτωση επιλογής του συστήματος του νομικού εκπροσώπου υφίσταται δικαίωμα ελεύθερης επιλογής νομικού εκπροσώπου ήδη πριν από την έναρξη της διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας. Εάν το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 είχε εφαρμογή μόνο στην περίπτωση της εναλλακτικής λύσεως του νομικού εκπροσώπου, τότε η διάταξη αυτή θα καθίστατο άνευ κανονιστικού περιεχομένου (10).
64. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής του ρωμαϊκού δικαίου ut magis valeat quam pereat, κατά την οποία η ερμηνεία η οποία προσδίδει σε κάθε άρθρο αυτοτελές περιεχόμενο πρέπει να προτιμάται της ερμηνείας η οποία στερεί τα άρθρα αυτοτελούς περιεχομένου, η σχέση μεταξύ του άρθρου 3, παράγραφος 2, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας συνηγορεί υπέρ ερμηνείας κατά την οποία το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 έχει την έννοια ότι παρέχει αυτοτελές δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου.
Επί της σχέσεως του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344, προς την προστασία από συγκεκριμένες περιπτώσεις συγκρούσεως συμφερόντων κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 87/344
65. Φρονώ ότι και η ύπαρξη του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 87/344, το οποίο προβλέπει δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου στην περίπτωση συγκεκριμένης συγκρούσεως συμφερόντων, συνηγορεί υπέρ του αυτοτελούς περιεχομένου του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου σε διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/3444. Εάν το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, περιοριζόταν στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται συγκεκριμένη σύγκρουση συμφερόντων, τότε η διάταξη αυτή δεν θα είχε πλέον αυτοτελές περιεχόμενο παράλληλα προς αυτό του 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 87/344.
Επί των σκοπών της οδηγίας 87/344
66. Ούτε η επίκληση των σκοπών της οδηγίας 87/344 μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το αυτοτελές περιεχόμενο του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344.
67. Στο μέτρο που η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης ισχυρίζεται, πρώτον, ότι ο κύριος σκοπός της οδηγίας 87/344 ήταν η κατάργηση των εμποδίων προσβάσεως στην αγορά, ότι προς τούτο ήταν αναγκαία η εναρμόνιση των κανόνων για την προστασία των ασφαλισμένων που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας από τις συγκρούσεις συμφερόντων και ότι δεν υπήρχε η πρόθεση παροχής περαιτέρω δικαιωμάτων ή εγγυήσεων για τους ασφαλισμένους που έχουν συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας, η επιχειρηματολογία της δεν πείθει.
68. Βεβαίως ο κύριος σκοπός της οδηγίας 87/344 είναι αναμφιβόλως η κατάργηση των περιορισμών προσβάσεως στην αγορά μέσω της εναρμονίσεως των κανόνων για την προστασία από τις συγκρούσεις συμφερόντων. Αυτό όμως δεν αποκλείει per se το ενδεχόμενο να έχει η οδηγία και ρυθμιστικά αντικείμενα τα οποία βαίνουν πέραν της προστασίας από τις συγκρούσεις συμφερόντων.
69. Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης και η Επιτροπή επισήμαναν, δεύτερον, με τα υπομνήματά τους ότι στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 87/344 αναφέρεται μόνον ο σκοπός της προστασίας από τις συγκρούσεις συμφερόντων.
70. Ούτε το επιχείρημα αυτό είναι πειστικό. Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονισθεί ότι οι σκοποί που επιδιώκονται με την οδηγία, ως προς τους οποίους τα κράτη μέλη δεσμεύονται σύμφωνα με το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, απορρέουν από τα άρθρα της οικείας οδηγίας. Δεν αποτελεί προϋπόθεση της δεσμευτικής ισχύος η ειδική μνεία των σκοπών αυτών και στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας.
71. Άλλωστε, η παραπομπή στην απόδοση στη γερμανική γλώσσα της 11ης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 87/344 δεν μπορεί να δικαιολογήσει συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 και για τον λόγο ότι η απόδοση αυτή αποκλίνει από τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις. Σύμφωνα με άλλες γλωσσικές αποδόσεις, το συμφέρον του ασφαλισμένου που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας προϋποθέτει ότι ο ασφαλισμένος μπορεί να επιλέξει ο ίδιος τον δικηγόρο του ή κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο διαθέτει τα προσόντα που απαιτεί η εθνική νομοθεσία, για να τον εκπροσωπήσει στο πλαίσιο των δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών και κάθε φορά που ανακύπτει σύγκρουση συμφερόντων (11). Κατ’ άλλες γλωσσικές αποδόσεις, στην 11η αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ρητώς και το συμφέρον του ασφαλισμένου που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας να επιλέξει τον νομικό εκπρόσωπο μέσα στα πλαίσια κάθε δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας και μάλιστα ανεξαρτήτως της προστασίας από συγκρούσεις συμφερόντων (12).
Επί του ιστορικού θεσπίσεως της οδηγίας 87/344
72. Περαιτέρω, η Επιτροπή προβάλλει το επιχείρημα ότι από το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 87/344 προκύπτει ότι, αντιθέτως προς το αρχικό σχέδιο της οδηγίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναγνωρίζεται γενικό δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε μη υποκείμενο σε περιορισμούς δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου (13).
73. Ούτε το επιχείρημα αυτό είναι πειστικό. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου διατυπώθηκε βεβαίως στο τελικό κείμενο κατά διαφορετικό, από γλωσσικής απόψεως, τρόπο και περιορίστηκε στην εκπροσώπηση στις δικαστικές και στις διοικητικές διαδικασίες. Πάντως, από το γεγονός αυτό και μόνον δεν προκύπτουν ενδείξεις περί του ότι η περιοριζόμενη στις δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες επιλογή του νομικού εκπροσώπου δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο παράλληλα προς τον σκοπό της αποτροπής του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων. Αντιθέτως, από το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας μπορεί κάλλιστα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, αν και ο αρχικός σκοπός ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου περιορίστηκε στις δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες, πάντως, στην περιορισμένη αυτή μορφή, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη συγκρούσεως συμφερόντων. Ούτε από την αρχική πρόταση οδηγίας της Επιτροπής (14) ούτε από άλλα έγγραφα της νομοθετικής διαδικασίας (15) προκύπτουν ενδείξεις περί του ότι σκοπός του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 ήταν μόνον η δημιουργία ενός περαιτέρω μέσου προς αποτροπή του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων και όχι αυτοτελούς δικαιώματος επιλογής του νομικού εκπροσώπου (16). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί στο ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 87/344.
Ενδιάμεσο συμπέρασμα
74. Ως ενδιάμεσο συμπέρασμα, διαπιστώνω, επομένως, ότι η θέση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 στην όλη οικονομία της οδηγίας 87/344 και οι σκοποί που επιδιώκονται με την οδηγία συνηγορούν υπέρ του αυτοτελούς περιεχομένου του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου σε διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες και ότι το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας τουλάχιστον δεν αποκλείει την ερμηνεία αυτή (17).
3. Επί της κατ’ αναλογίαν εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας 87/344 στις περιπτώσεις συλλογικής ζημίας
75. Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι από το άρθρο 5 της οδηγίας 87/344 προκύπτει ότι το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 μπορεί να περιοριστεί. Και το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Από το άρθρο 5 της οδηγίας 87/344 δεν μπορεί, ούτε άμεσα ούτε κατ’ αναλογία, να συναχθεί το συμπέρασμα περί της δυνατότητας περιορισμού της ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου στις περιπτώσεις συλλογικής ζημίας.
76. Κατ’ αρχάς, το άρθρο 5 της οδηγίας 87/344 προβλέπει στενά οριοθετημένη εξαίρεση από το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου. Στο άρθρο 5 της οδηγίας 87/344 διευκρινίζεται ρητώς ότι κράτος μέλος μπορεί να περιορίσει το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου μόνον εφόσον πληρούνται όλοι, σωρευτικά, οι όροι του άρθρου 5. Επομένως, όπως συνάγεται από το γράμμα του, το άρθρο 5 της οδηγίας 87/344 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ενδεικτικός κατάλογος.
77. Περαιτέρω, η διάταξη αυτή συνιστά ειδικό κανόνα που σκοπεί στη ρύθμιση συγκεκριμένης περιπτώσεως και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κατ’ αναλογία. Θεσπίσθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας ορισμένων κρατών μελών για να διατηρήσει το status quo ως προς τις ασφαλίσεις νομικής προστασίας σχετικά με τροχαία ατυχήματα που παρέχουν η βρετανική και η ολλανδική λέσχη αυτοκινήτου (18).
78. Τέλος, η ύπαρξη στενά οριοθετημένου κανόνα που ρυθμίζει συγκεκριμένη περίπτωση και δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία μάλλον αποκλείει, κατά τη γνώμη μου, τη γενική δυνατότητα περιορισμού του δικαιώματος του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344, παρά συνηγορεί υπέρ αυτής.
4. Επί της τελολογικής συστολής του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 στις περιπτώσεις συλλογικής ζημίας
79. Τέλος, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι οι συλλογικές ζημίες δεν ήσαν ακόμη γνωστές κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας 87/344. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις συλλογικής ζημίας.
80. Και η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί. Δεδομένου ότι το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 δεν προβλέπει καμία εξαίρεση για τις περιπτώσεις συλλογικής ζημίας, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης και η Επιτροπή επιδιώκουν, σε τελική ανάλυση, την τελολογική συστολή της διατάξεως. Η ερμηνεία αυτή προϋποθέτει, πάντως, ότι το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344, αντίθετα προς τη βούληση του νομοθέτη, διατυπώθηκε κατά λίαν γενικό τρόπο. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτό συνέβη εν προκειμένω.
81. Κατ’ αρχάς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι συλλογικές ζημίες δεν ήσαν εν τοις πράγμασι γνωστές στον κοινοτικό νομοθέτη. Το φαινόμενο των συλλογικών ζημιών δεν περιορίζεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης ορθώς επισήμανε ότι η οδηγία εκδόθηκε μετά από την καλούμενη υπόθεση της θαλιδωμίδης (19).
82. Στο μέτρο που η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης προβάλλει ως νομικό επιχείρημα ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η πιθανή άσκηση συλλογικών αγωγών στο πλαίσιο του αυστριακού αστικού δικονομικού δικαίου, αρκεί η παρατήρηση ότι το επιχείρημα αυτό αφορά μελλοντικό ενδεχόμενο (20) και δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να δικαιολογήσει τελολογική συστολή.
83. Περαιτέρω, έχω σημαντικές αμφιβολίες ως προς το αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 μπορεί να θεωρηθεί ότι διατυπώθηκε κατά λίαν γενικό τρόπο σε σχέση με τη βούληση του νομοθέτη.
84. Πρώτον, το ρυθμιστικό περιεχόμενο του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 είναι περιορισμένο. Η διάταξη ορίζει μόνον ότι υφίσταται δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου, όταν καλείται νομικός εκπρόσωπος για να υπερασπίσει ή να εκπροσωπήσει τον ασφαλισμένο ή να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του σε κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία. Αντιθέτως, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ασφαλισμένος που έχει συνάψει σύμβαση νομικής προστασίας μπορεί να απαιτήσει από τον ασφαλιστή της νομικής προστασίας την παρέμβαση νομικού εκπροσώπου δεν ρυθμίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις αυτές προκύπτουν από τη σύμβαση ασφαλίσεως νομικής προστασίας –υπό την επιφύλαξη περαιτέρω δεσμευτικών διατάξεων του κοινοτικού ή του εθνικού δικαίου που ασκούν εν προκειμένω επιρροή.
85. Δεύτερον, η οδηγία 87/344 περιέχει λίγες μόνον ειδικές ενδείξεις όσον αφορά τη διαμόρφωση του περιεχομένου των συμβάσεων ασφαλίσεως νομικής προστασίας. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζει ποιοι τομείς πρέπει να καλύπτονται από την ασφάλιση νομικής προστασίας. Επομένως, με την επιφύλαξη ενδείξεων από τις εθνικές νομοθεσίες, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι ελεύθερες να αποκλείουν τομείς στους οποίους ο κίνδυνος προκλήσεως συλλογικών ζημιών είναι μεγαλύτερος ή να απαιτούν υψηλότερα ασφάλιστρα για την κάλυψη των τομέων αυτών (21).
86. Η προστασία της κοινότητας των ασφαλισμένων-ασφαλιστών που απαιτεί η αναιρεσίβλητη και συνδέεται με σταθερά ασφάλιστρα και προβλέψιμες δομές δαπανών δεν χρειάζεται να επιτευχθεί οπωσδήποτε μέσω του περιορισμού της ελεύθερης επιλογής του νομικού εκπροσώπου.
5. Συμπέρασμα
87. Ως συμπέρασμα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 έχει την έννοια ότι αποκλείει την ερμηνεία εθνικής διατάξεως όπως το άρθρο 158 k του VersVG, κατά την οποία μπορεί να προβλεφθεί σε σύμβαση ασφαλίσεως νομικής προστασίας ότι σε περιπτώσεις ζημίας μεγάλου αριθμού ασφαλισμένων οφειλομένης στην ίδια αιτία, το δικαίωμα της επιλογής νομικού εκπροσώπου έχει ο ασφαλιστής της νομικής προστασίας αντί του ασφαλισμένου.
Β – Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
88. Παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, εφόσον αυτό υποβλήθηκε μόνον επικουρικώς.
VII – Πρόταση
89. Υπό το πρίσμα των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου ως εξής:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 87/344/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1987, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την ασφάλιση νομικής προστασίας, έχει την έννοια ότι αποκλείει την ερμηνεία εθνικής διατάξεως όπως το άρθρο 158 k του αυστριακού Versicherungsvertragsgesetze, κατά την οποία η διάταξη αυτή επιτρέπει να περιέχεται στις ασφαλιστήριες συμβάσεις ρήτρα κατά την οποία, σε περίπτωση ζημίας μεγάλου αριθμού ασφαλισμένων οφειλόμενης στην ίδια αιτία, τη δυνατότητα επιλογής του δικηγόρου ο οποίος θα υπερασπίσει, θα εκπροσωπήσει ή θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του ασφαλισμένου σε κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία έχει ο ασφαλιστής της νομικής προστασίας αντί του ασφαλισμένου.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ. L 185, σ. 77.
3 – Η απόδοση στη γερμανική γλώσσα της 11ης αιτιολογικής σκέψεως αποκλίνει σημαντικά από την απόδοσή της σε άλλες γλώσσες. Στην απόκλιση αυτή θα αναφερθώ στο σημείο 71 των προτάσεων μου.
4 – Βλ. την οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφαλίσεως εκτός της ασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής, ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157, τροποποιηθείσα τελευταίως με την οδηγία 87/343/ΕΟΚ (ΕΕ L 185, σ. 72)· τη δεύτερη οδηγία 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239 (ΕΕ L 172, σ. 1)· τη δεύτερη οδηγία 90/619/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 1990, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση ζωής και τη θέσπιση διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ (ΕΕ L 330, σ. 50).
5 – Για τον σκοπό βλ την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/344· βλ. συναφώς και Bähr, G. W., «Der Rechtsrahmen für Niederlassungen von europäischen Versicherungsunternehmen in Deutschland – zugleich Anmerkungen zur Corporate Compliance für Niederlassungen», LiberamicorumfürGerritWinter, Verlag Versicherungswirtschaft, 2007, σ. 191 έως 208.
6 – Βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/344.
7 – Βλ. Cerveau, B., και Margeat, H., «Commentaire de la directive du Conseil des Communautés européennes portant coordination des dispositions législatives réglementaires et administratives concernant l’assurance protection juridique», Gazette du Palais, 1987, σ. 580, 581.
8 – Βλ. την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/344.
9 – Για τα ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας της «δικαστικής διαδικασίας» στο πλαίσιο ορισμένων κλάδων ασφαλίσεως, βλ. Blundell, H., «Free to choose? Before the event legal expenses insurance and freedom of choice», Journal of Private International Law, 2004, σ. 93 επ.
10 – Βλ. Cerveau, B. και Margeat, H. (ανωτέρω, στην υποσημείωση 7), σ. 584.
11 – Πολλές ενδείξεις συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η απόδοση στη γερμανική γλώσσα στηρίζεται σε ένα αρχικό σφάλμα και σε ένα σφάλμα που αποτέλεσε τη συνέπεια του αρχικού. Ως αρχικό σφάλμα, το τμήμα της φράσεως σχετικά με την εκπροσώπηση στο πλαίσιο δικαστικών και διοικητικών διαδικασιών δεν ερμηνεύθηκε ως έκφραση αυτοτελούς εναλλακτικής λύσεως (όπως διατυπώνεται και στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄), αλλά ως συμπληρωματικός προσδιορισμός των προσόντων του «άλλου προσώπου». Στη συνέχεια, οι όροι με τους οποίους στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις εκφράζεται η εναλλακτική σχέση μεταξύ των δύο περιπτώσεων (για παράδειγμα «et chaque fois» στο γαλλικό κείμενο και «and whenever» στο αγγλικό κείμενο) μεταφράσθηκαν εσφαλμένως με τους όρους «und zwar immer» (και τούτο κάθε φορά).
12 – Πρβλ. την απόδοση στη γαλλική και αγγλική γλώσσα περί των οποίων γίνεται μνεία στην υποσημείωση 11 των προτάσεών μου. Η ανάλυση, ειδικότερα, της αποδόσεως στην ιταλική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβενική και ισπανική γλώσσα καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα.
13 – Βλ. το άρθρο 5 της προτάσεως της Επιτροπής για την οδηγία της 19ης Ιουλίου 1979, COM 1979/396/τελικό (ABl. C 98, σ. 2).
14 – Βλ. υποσημείωση 13.
15 – Βλ. τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για την ασφάλιση νομικής προστασίας, της 19/20 Νοεμβρίου 1980, ΕΕ C 348, σ. 22· το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την πρόταση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς το Συμβούλιο για την έκδοση οδηγίας σχετικά με τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για την ασφάλιση νομικής προστασίας, της 17ης Σεπτεμβρίου 1981, ΕΕ C 260, σ. 78· την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για την ασφάλιση νομικής προστασίας, της 22ας Φεβρουαρίου 1982, ΕΕ C 78, σ. 9.
16 – Βλ. Fenyves, A., «Zur Zulässigkeit der “Massenschadenklause” in der Rechtsschutzversicherung», ZeitschriftfürVersicherungsrundschau, 2006, σ. 22 επ., 25, ο οποίος επισημαίνει ότι ελάχιστα στοιχεία μπορούν να συναχθούν από την ιστορική ερμηνεία.
17 – Έτσι κατ’ αποτέλεσμα και Paris, C., Lerégimedel’assuranceprotectionjuridique, Collection des thèses, Edition Larcier, 2004, σ. 67, η οποία επισημαίνει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 87/344 συνιστά αυτοτελή εγγύηση, ως προς την οποία δεν πρέπει να προκληθεί σύγχυση σε σχέση με τα διαρθρωτικά μέτρα κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 87/344.
18 – Cerveau, B. και Margeat, H. (ανωτέρω, στην υποσημείωση 7 των προτάσεων αυτών), σ. 584· Fenyves, A. (ανωτέρω, στην υποσημείωση 16 των προτάσεων αυτών), σ. 23.
19 – Επρόκειτο για φάρμακο με τη δραστική ουσία θαλιδομίδη, το οποίο κυκλοφόρησε στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ιδίως στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο και προκάλεσε ανωμαλίες στη διάπλαση των εμβρύων.
20 – Για τις δικονομικές προϋποθέσεις αγωγών ασκουμένων από πλείονες ζημιωθέντες: Rechberger, W. H., «Zur Einführung eines “Gruppenverfahrens” in Österreich», Rechtsschutz gestern, heute, morgen. ‑ Festgabe zum 80. Geburtstag von Rudolf Machacek und Franz Matscher, Neuer Wissenschaftlicher Verlag, 2008, σ. 861 έως 869.
21 – Bλ. Paris, C. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σ. 70.
Full & Egal Universal Law Academy