ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 15ης Σεπτεμβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑233/08
Milan Kyrian
κατά
Celní úřad Tábor
[αίτηση του Nejvyšší správní soud (Τσεχική Δημοκρατία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 76/308/ΕΟΚ – Αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη τελωνειακών δασμών – Άρθρο 12 – Αρμόδιο όργανο για αγωγή σχετική με την απαίτηση και/ή τον τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεσή της και τα μέτρα εκτελέσεως – Δικαίωμα για δίκαιη δίκη – Έλλειψη μεταφράσεως – Παραδεκτό – Προδικαστικό ερώτημα υποθετικού χαρακτήρα»
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Nejvyšší správní soud (ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, Τσεχική Δημοκρατία) στο πλαίσιο της εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ του Milan Kyrian (αναιρεσείοντος της κύριας δίκης) και του Celní úřad Tábor (τελωνείου του Tábor, στο εξής: αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης), με αντικείμενο την είσπραξη, εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, καθυστερούμενου ειδικού φόρου καταναλώσεως βάσει πράξεως επιβολής φόρου εκδοθείσας από το Hauptzollamt Weiden (κεντρικό τελωνείο του Weiden, Γερμανία) κατά του αναιρεσείοντος και κοινοποιηθείσας σε αυτόν από το Ministerstvo financí – Generální ředitelství cel (Υπουργείο Οικονομικών της Τσεχικής Δημοκρατίας – Γενική Διεύθυνση Τελωνείων).
2. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί κατά πόσον, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα (όπως έχει τροποποιηθεί) (2), είναι αρμόδιο να ελέγξει αν η επίμαχη πράξη επιβολής φόρου είναι εκτελεστός τίτλος και αν κοινοποιήθηκε νομοτύπως στον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν, υπό το φως των γενικών αρχών του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως των αρχών της δίκαιης δίκης, της χρηστής διοικήσεως και του κράτους δικαίου, η κοινοποίηση στον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης πράξεως επιβολής φόρου σε μια ακατανόητη γι’ αυτόν γλώσσα, η οποία, επιπλέον, δεν αποτελεί επίσημη γλώσσα της Τσεχικής Δημοκρατίας, βαρύνεται με ελάττωμα που δικαιολογεί τη μη είσπραξη της οικείας απαιτήσεως.
II – Η ρύθμιση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
3. Το άρθρο 6 της οδηγίας 76/308 προβλέπει τα εξής:
«1. Κατόπιν αιτήσεως της αιτούσης αρχής, η αρμόδια αρχή εισπράττει, κατά τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που εφαρμόζονται για την είσπραξη παρόμοιων απαιτήσεων που γεννήθηκαν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της, τις απαιτήσεις που αποτελούν το αντικείμενο τίτλου ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση.
2. Για το σκοπό αυτό, κάθε απαίτηση που αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως εισπράξεως εξετάζεται ως απαίτηση του κράτους μέλους όπου η αρμόδια αρχή έχει την έδρα της, με επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 12.»
4. Το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308 ορίζει τα εξής:
«1. Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εισπράξεως η απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση της εισπράξεώς της και που εκδόθηκε στο κράτος μέλος όπου η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της αμφισβητούνται από έναν ενδιαφερόμενο η αγωγή φέρεται απ’ αυτόν ενώπιον του αρμοδίου οργάνου του κράτους μέλους όπου η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της, σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στο τελευταίο. Η αγωγή αυτή πρέπει να κοινοποιείται από την αιτούσα αρχή στην αρμόδια αρχή […]
2. Μόλις γίνει στην αρμόδια αρχή η κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, είτε από την αιτούσα αρχή είτε από τον ενδιαφερόμενο, αυτή αναστέλλει την διαδικασία εκτελέσεως εν αναμονή της αποφάσεως του αρμοδίου καθ’ ύλη οργάνου, εκτός αν η αιτούσα αρχή ζητήσει άλλως σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο. [...]
Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, πρώτο εδάφιο, η αιτούσα αρχή δύναται, δυνάμει των νόμων, των κανονισμών και των διοικητικών πρακτικών του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της, να ζητεί από την αρμόδια αρχή να εισπράξει αμφισβητούμενη απαίτηση, εφόσον οι νόμοι, οι κανονισμοί και οι διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή το επιτρέπουν. Εάν η έκβαση της αμφισβήτησης αποβεί ευνοϊκή για τον οφειλέτη, η αιτούσα αρχή υποχρεούται να επιστρέψει κάθε εισπραχθέν ποσό, προσαυξημένο κατά την τυχόν οφειλόμενη αποζημίωση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή.
3. Όταν η αμφισβήτηση στρέφεται κατά των μέτρων εκτελέσεως που λαμβάνονται στο κράτος μέλος όπου η αρμόδια αρχή έχει την έδρα της, η αγωγή φέρεται ενώπιον του αρμοδίου οργάνου αυτού του κράτους μέλους σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του.
[…]»
III – Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
5. Στις 2 Ιουλίου 1999, το Hauptzollamt Weiden εξέδωσε «Steuerbescheid» (πράξη επιβολής φόρου) με αποδέκτη τον «Milan Kyrian, Studnicni 836, 39811 Protivin/Tschechien», τον οποίο κάλεσε να καταβάλει ειδικό φόρο καταναλώσεως επί της αλκοόλης, ύψους 218 520 DM (γερμανικών μάρκων). Η πράξη επιβολής φόρου κοινοποιήθηκε στις 6 Αυγούστου 1999 με επιμέλεια του Υπουργείου Οικονομικών της Τσεχικής Δημοκρατίας – Γενική Διεύθυνση Τελωνείων.
6. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2004, το Hauptzollamt Regensburg (κεντρικό τελωνείο του Regensburg, Γερμανία) (στο εξής: αιτούσα αρχή) ζήτησε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6 της οδηγίας 76/308, από τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών της Τσεχικής Δημοκρατίας (στο εξής: αρμόδια αρχή) να προχωρήσει, δυνάμει της πράξεως επιβολής φόρου, στην είσπραξη του καθυστερούμενου φόρου. Στην αίτηση εισπράξεως προσδιορίζεται ως οφειλέτης ο αναιρεσείων της κύριας δίκης με αναφορά του επωνύμου του, του ονόματός του, της διευθύνσεως της κατοικίας του και της ημερομηνίας γεννήσεώς του, και αναγράφεται το εισπρακτέο ποσό, ήτοι το άθροισμα του καθυστερούμενου φόρου και του επιβληθέντος προστίμου, το οποίο ανέρχεται συνολικώς σε 3 258 625,30 τσεχικές κορόνες (CZK).
7. Με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2004, η αρμόδια αρχή ανέθεσε την είσπραξη του καθυστερούμενου φόρου στο αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης. Αυτό εξέδωσε στις 10 Δεκεμβρίου 2004 (όσον αφορά τον ειδικό φόρο καταναλώσεως) και στις 30 Δεκεμβρίου 2004 (όσον αφορά το πρόστιμο) πράξεις βεβαιώσεως, τάσσοντας πρόσθετη προθεσμία για την είσπραξή τους. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγές κατά των πράξεων αυτών, οι οποίες απορρίφθηκαν από την Celní ředitelství České Budějovice (Διεύθυνση Τελωνείων της Περιφέρειας της České Budějovice, Τσεχική Δημοκρατία) με αποφάσεις της 4ης Μαρτίου 2005 και της 6ης Απριλίου 2005.
8. Στις 6 Μαρτίου 2006, το αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης εξέδωσε πράξη εκτελέσεως, με την οποία διέταξε την είσπραξη του καθυστερούμενου φόρου με παρακράτηση του αντίστοιχου ποσού από τον μισθό του M. Kyrian. Αυτός προέβαλε αντιρρήσεις κατά της πράξεως εκτελέσεως, τις οποίες το αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης απέρριψε με την από 31 Οκτωβρίου 2006 απόφασή του (στο εξής: προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση).
9. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, ισχυριζόμενος ότι τα στοιχεία εξατομικεύσεως του αποδέκτη του τίτλου (επώνυμο, όνομα και διεύθυνση κατοικίας) δεν είναι επαρκή, καθόσον αντιστοιχούν σε τρία πρόσωπα, ήτοι στον ίδιο, στον πατέρα του και στον υιό του. Για τον λόγο αυτόν, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η πράξη επιβολής φόρου δεν συνιστά εκτελεστό τίτλο και ότι το αναιρεσίβλητο δεν μπορεί να επιλέξει ειδικά αυτόν ως αποδέκτη, μεταξύ πλειόνων προσώπων που ανταποκρίνονται στα στοιχεία της πράξεως αυτής, για να προχωρήσει στην είσπραξη από το συγκεκριμένο πρόσωπο. Για τους ίδιους λόγους, η πράξη επιβολής φόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί νομοτύπως κοινοποιηθείσα, καθόσον από την έκθεση κοινοποιήσεως που διαβιβάσθηκε στην αιτούσα αρχή προκύπτει, απλώς και μόνον, ότι παραδόθηκε στον αποδέκτη «Milan Kyrian, Studniční 836, 39811 Protivín/Tschechien», οπότε, κατά τον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, δεν αποδεικνύεται ότι η κοινοποίηση έγινε νομοτύπως, με παράδοση του τίτλου στα χέρια του ίδιου. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει το περιεχόμενο των εγγράφων που οι γερμανικές τελωνειακές αρχές του απέστειλαν στη γερμανική γλώσσα και, ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να προβεί στις απαραίτητες νομικής φύσεως ενέργειες για να υπερασπισθεί τα δικαιώματά του. Εξάλλου, διατείνεται ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να αναλάβει, με δικά του έξοδα, τη μετάφραση των εγγράφων των γερμανικών τελωνειακών αρχών.
10. Το Krajský soud v Českých Budějovicích (δικαστήριο της Περιφέρειας της České Budějovice) απέρριψε την προσφυγή με την υπ’ αριθ. 10 Ca 239/2006‑40 απόφαση της 14ης Μαρτίου 2007 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Ο M. Kyrian άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Με αυτήν ισχυρίσθηκε ότι η πράξη επιβολής φόρου δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο από ουσιαστικής απόψεως, καθόσον δεν εξατομικεύει τον οφειλέτη, κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο συγχύσεως με άλλα πρόσωπα. Το αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης δεν ήταν αρμόδιο να θεραπεύσει αυτό το ελάττωμα προβαίνοντας σε δική του εκτίμηση σχετικά με την ταυτότητα του προσώπου στο οποίο απευθύνεται η πράξη που επιβάλλει την οικεία υποχρέωση. Κατά τον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, το ελάττωμα αυτό δεν θεραπεύεται ούτε λόγω του γεγονότος ότι αυτός αναφέρεται ως αποδέκτης της πράξεως επιβολής φόρου στην αίτηση εισπράξεως (στην οποία αναγράφεται για πρώτη φορά η ημερομηνία γεννήσεώς του). Επιπλέον, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης διατείνεται ότι η πράξη επιβολής φόρου δεν του κοινοποιήθηκε νομοτύπως, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να πράξει τα απαραίτητα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του, δεδομένου ότι το αποδεικτικό παραλαβής που περιελήφθη στον φάκελο της δικογραφίας περιέχει το επώνυμο, το όνομα και τη διεύθυνση της κατοικίας του αποδέκτη, στοιχεία που δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι η εν λόγω πράξη κοινοποιήθηκε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, και όχι σε κάποιο άλλο πρόσωπο που αντιστοιχεί σε αυτή την περιγραφή. Ο M. Kyrian αρνείται ότι η υπογραφή επί του αποδεικτικού παραλαβής είναι δική του. Εξάλλου, δεν είχε μέχρι σήμερα τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου της πράξεως επιβολής φόρου στην τσεχική γλώσσα. Το αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης φρονεί ότι δεν απόκειται ούτε στο ίδιο ούτε στα τσεχικά διοικητικά δικαστήρια να ελέγξουν την πράξη επιβολής φόρου, εξετάζοντας αν πληροί τις απαιτούμενες, σε σχέση με την έκδοση και με το περιεχόμενό της, προϋποθέσεις. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης εξατομικεύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ως οφειλέτης με την υποβληθείσα από τη γερμανική αρχή αίτηση εισπράξεως. Αν η ημερομηνία γεννήσεως δεν αναγραφόταν στην αίτηση, το αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης θα ζητούσε από την αιτούσα αρχή να συμπληρώσει αυτό το στοιχείο. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο τίτλος κοινοποιήθηκε πράγματι στον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, όπως προκύπτει και από τους ισχυρισμούς του ότι έλαβε τα έγγραφα των γερμανικών τελωνειακών αρχών, τα οποία εντούτοις δεν προσδιόριζαν επαρκώς την ταυτότητα του αποδέκτη, και ότι του ήταν αδύνατο να κατανοήσει το περιεχόμενό τους, καθόσον είχαν καταρτισθεί στα γερμανικά, χωρίς μετάφραση στην τσεχική γλώσσα.
11. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά πάγια νομολογία των ανωτάτων τσεχικών δικαστηρίων, το άρθρο 261a, παράγραφος 1, του τσεχικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας πρέπει να ερμηνεύεται, όσον αφορά τον προσδιορισμό του οφειλέτη, υπό την έννοια ότι είναι απαραίτητο το πρόσωπο να «εξατομικεύεται επακριβώς». Πρέπει δηλαδή να προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια και χωρίς κίνδυνο συγχύσεως η ταυτότητά του, ή τουλάχιστον, να είναι δυνατόν να συναχθεί από τον τίτλο, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, ποιο πρόσωπο υπέχει τη σχετική υποχρέωση. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι από την αναγνώριση της αρχής της προστασίας του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και των δικαιωμάτων άμυνας που συνδέονται με αυτό μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα τσεχικά δικαστήρια πρέπει, εν προκειμένω, να εξετάσουν τις αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης που αφορούν τον ανεπαρκή προσδιορισμό του αποδέκτη (οφειλέτη) με την πράξη επιβολής φόρου. Αν γινόταν δεκτή η άποψη του αναιρεσίβλητου της κύριας δίκης –ότι οι τσεχικές αρχές δεσμεύονται πλήρως από την αίτηση εισπράξεως όσον αφορά τον προσδιορισμό του οφειλέτη– ο M. Kyrian δεν θα είχε καμία απολύτως δυνατότητα να υπερασπισθεί τα δικαιώματά του. Αν τα τσεχικά δικαστήρια δεν μπορούσαν να ελέγξουν την εκτελεστότητα της πράξεως επιβολής φόρου, θα συνέτρεχε περίπτωση αρνησιδικίας. Όσον αφορά το γεγονός ότι η πράξη επιβολής φόρου κοινοποιήθηκε στη γερμανική γλώσσα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, στο πλαίσιο της προασπίσεως των συμφερόντων του αποδέκτη του τίτλου, ενδέχεται να υπάρχει μια γενική αρχή η οποία απορρέει από την απαίτηση της προστασίας του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και των δικαιωμάτων άμυνας και επιτάσσει η κοινοποίηση να γίνεται είτε στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους της παραλαβής του τίτλου είτε σε άλλη γλώσσα που να κατανοεί ο αποδέκτης.
12. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, το Nejvyšší správní soud αποφάσισε στις 5 Μαΐου 2008 να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1. Έχει το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα, την έννοια ότι, όταν δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή επιλαμβάνεται προσφυγής κατά των μέτρων που ελήφθησαν για την είσπραξη απαιτήσεως, το δικαστήριο αυτό μπορεί να ελέγχει, βάσει των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων του οικείου κράτους μέλους, αν ο τίτλος δυνάμει του οποίου ζητείται η είσπραξη της απαιτήσεως είναι εκτελεστός και αν κοινοποιήθηκε νομοτύπως στον οφειλέτη;
2. Προκύπτει από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και, ιδίως, από τις αρχές της δίκαιης δίκης, της χρηστής διοικήσεως και του κράτους δικαίου ότι η κοινοποίηση στον οφειλέτη ενός τίτλου καταρτισθέντος σε γλώσσα που δεν είναι ούτε κατανοητή σε αυτόν ούτε η επίσημη γλώσσα του κράτους όπου γίνεται η κοινοποίηση βαρύνεται με ελάττωμα το οποίο μπορεί να αποκλείσει την εκτέλεση δυνάμει αυτού του τίτλου;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
13. Γραπτές παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από την Τσεχική Δημοκρατία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Πορτογαλική Δημοκρατία, την Ελληνική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Πολωνίας και την Επιτροπή. Στις 13 Μαΐου 2009 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
V – Το πρώτο ερώτημα
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
14. Η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι δικαστήριο του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή δεν δύναται να ελέγξει ούτε την εκτελεστότητα του τίτλου ούτε το νομότυπο της κοινοποιήσεώς του στον οφειλέτη. Μόνον το αρμόδιο όργανο του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή μπορεί να εξετάσει τα ζητήματα αυτά. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν τα μέτρα εκτελέσεως μιας απαιτήσεως αμφισβητούνται ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή, το δικαστήριο αυτό δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει την εκτελεστότητα του τίτλου και το νομότυπο της κοινοποιήσεως σύμφωνα με την ισχύουσα σε αυτό το κράτος μέλος εθνική νομοθεσία. Κατά την άποψη της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308 έχει την έννοια ότι η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να ελέγξει το κύρος του τίτλου που εξέδωσε η αιτούσα αρχή, ο οποίος είναι οριστικός και εκτελεστός κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως εισπράξεως στην αρμόδια αρχή.
15. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει όσον αφορά αμφότερα τα ερωτήματα ότι, υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία αναγνωρίζεται κατά πάγια νομολογία ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και κατοχυρώνεται στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΣΔΑ), το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν τα μέτρα εκτελέσεως μιας απαιτήσεως τίθενται υπό αμφισβήτηση ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή, το δικαστήριο αυτό μπορεί να ελέγξει, βάσει της ισχύουσας στο εν λόγω κράτος μέλος νομοθεσίας, αν ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση κοινοποιήθηκε νομοτύπως στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες αυτού του κράτους μέλους. Η Δημοκρατία της Πολωνίας φρονεί ότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308 έχει την έννοια ότι όταν τα μέτρα εκτελέσεως μιας απαιτήσεως αμφισβητούνται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή, τα δικαστήρια αυτά δεν δύνανται να ελέγχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, αν ο εκδοθείς στην αλλοδαπή τίτλος, δυνάμει του οποίου ζητείται η είσπραξη, είναι εκτελεστός και κοινοποιήθηκε νομοτύπως στον οφειλέτη από το αρμόδιο όργανο του αιτούντος κράτους μέλους.
16. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν τα μέτρα εκτελέσεως μιας απαιτήσεως τίθενται υπό αμφισβήτηση ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή, το δικαστήριο αυτό δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει την εκτελεστότητα του τίτλου και το νομότυπο της κοινοποιήσεώς του στον οφειλέτη. Εντούτοις, σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή έχει παράσχει συνδρομή σε σχέση με την κοινοποίηση του τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση δυνάμει είτε του άρθρου 5 της οδηγίας 76/308 είτε διμερών ή πολυμερών συμφωνιών μεταξύ των οικείων κρατών μελών, τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή μπορούν να ελέγξουν αν η κοινοποίηση έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις που ρυθμίζουν την κοινοποίηση των αντίστοιχων τίτλων στο εν λόγω κράτος μέλος. Ομοίως, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/308, οσάκις ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση έχει γίνει δεκτός ή έχει αναγνωρισθεί ως εκτελεστός τίτλος ή έχει συμπληρωθεί ή αντικατασταθεί από εκτελεστό τίτλο στο έδαφος του κράτους μέλους της αρμόδιας αρχής, οι σχετικές πράξεις ή αποφάσεις υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο σε αυτό το κράτος μέλος.
Εκτίμηση
17. Η οδηγία 76/308 θέτει κοινούς κανόνες για την αμοιβαία συνδρομή προς διασφάλιση της εισπράξεως απαιτήσεων σχετικών, μεταξύ άλλων, με ορισμένες εισφορές και ορισμένους δασμούς και φόρους (3). Συναφώς, η οδηγία 76/308 προβλέπει τρεις χωριστές και διακριτές μορφές αμοιβαίας συνδρομής που η αρμόδια αρχή (4) υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να παράσχει στην αιτούσα αρχή, ενεργώντας για λογαριασμό της (5). Η αρμόδια αρχή οφείλει, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 4 της οδηγίας 76/308, να γνωστοποιεί στην αιτούσα αρχή, σε απάντηση προς την αίτησή της, τις πληροφορίες που της είναι αναγκαίες για την είσπραξη απαιτήσεως. Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 76/308, η αρμόδια αρχή είναι υποχρεωμένη να κοινοποιεί στον οφειλέτη όλες τις πράξεις που αφορούν την απαίτηση (6) και εκδόθηκαν στο αιτούν κράτος μέλος (7). Η κοινοποίηση εκ μέρους της αρμόδιας αρχής μπορεί να αφορά την ίδια την απαίτηση και/ή την είσπραξή της (8). Το άρθρο 6 της οδηγίας 76/308 προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή εισπράττει, κατόπιν της αιτήσεως που υποβάλλει η αρχή άλλου κράτους μέλους, «τις απαιτήσεις που αποτελούν το αντικείμενο τίτλου ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση».
18. Το άρθρο 7 της οδηγίας 76/308 θέτει λεπτομερείς κανόνες και επιταγές σχετικά με την αίτηση εισπράξεως απαιτήσεως την οποία η αιτούσα αρχή απευθύνει στην αρμόδια αρχή. Επιπροσθέτως, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/308 θεσπίζει κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η αρμόδια αρχή μεταχειρίζεται τον τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαιτήσεως (9) ως αν είχε εκδοθεί στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της. Κατά συνέπεια, ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση αναγνωρίζεται αμέσως και αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως τέτοιος από το κράτος μέλος της αρμόδιας αρχής (10), χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδική διαδικασία προς τούτο.
19. Είναι επομένως πρόδηλο ότι, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με την απόφασή του Τσάπαλος και Διαμαντάκης, η οδηγία περιέχει διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν την αναγνώριση και την εκτέλεση ορισμένων κατηγοριών απαιτήσεων οι οποίες γεννήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να θέτει κανόνες σχετικούς με τη γέννηση και την έκταση αυτών των απαιτήσεων (11).
20. Πέραν των διατάξεων που ρυθμίζουν την αμοιβαία συνδρομή, η οδηγία 76/308 περιέχει και κανόνες σχετικούς με τον προσδιορισμό του κράτους μέλους στο οποίο πρέπει να ασκηθεί η αγωγή, οσάκις το ενδιαφερόμενο πρόσωπο βάλλει, στη διάρκεια της διαδικασίας εισπράξεως, είτε κατά της απαιτήσεως είτε κατά του τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεσή της ή οσάκις τίθενται υπό αμφισβήτηση τα μέτρα εκτελέσεως. Όπως προκύπτει από το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308, ο καθορισμός της δικαιοδοσίας εξαρτάται από το αν η αμφισβήτηση αφορά, αφενός, την απαίτηση και/ή τον τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεσή της ή, αφετέρου, τα μέτρα εκτελέσεως. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/308, όταν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εισπράξεως, αμφισβητείται η απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεσή της, η σχετική αγωγή ασκείται ενώπιον του αρμοδίου οργάνου του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής. Βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των μέτρων εκτελέσεως που λαμβάνονται στο κράτος μέλος της αρμόδιας αρχής, η σχετική αγωγή ασκείται ενώπιον του αρμοδίου οργάνου του εν λόγω κράτους μέλους. Επιπλέον, το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/308 ορίζει, προκειμένου να διασφαλισθεί πλήρως το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να αμφισβητήσει την απαίτηση και/ή τον τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεσή της κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εισπράξεως, ότι η αρμόδια αρχή οφείλει, μόλις λάβει την κοινοποίηση της αγωγής που στρέφεται κατά της απαιτήσεως ή του τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεσή της, να αναστείλει τη διαδικασία εκτελέσεως εν αναμονή της εκδόσεως της αποφάσεως του αρμοδίου καθ’ ύλην οργάνου του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής. Κατά παρέκκλιση από την υποχρέωση αναστολής της διαδικασίας εκτελέσεως, η αιτούσα αρχή δύναται υπό ορισμένες προϋποθέσεις να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να προχωρήσει στην είσπραξη αμφισβητούμενης απαιτήσεως. Αν η έκβαση της αμφισβητήσεως είναι τελικώς ευνοϊκή για τον οφειλέτη, η αιτούσα αρχή ευθύνεται για την επιστροφή των εισπραχθέντων, καθώς και για την καταβολή τυχόν αποζημιώσεως.
21. Καθορίζοντας τους κανόνες της δικαιοδοσίας σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής και επιβάλλοντας υποχρέωση είτε αναστολής της διαδικασίας εκτελέσεως σε ορισμένες περιστάσεις είτε επιστροφής των εισπραχθέντων και καταβολής τυχόν αποζημιώσεως, το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308 έχει στην πραγματικότητα ως σκοπό την κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας των ενδιαφερομένων προσώπων. Επομένως, καίτοι ενδέχεται να είναι πρακτικώς ευκολότερο για τον ενδιαφερόμενο να ασκήσει την αγωγή του, παραδείγματος χάρη, στο κράτος μέλος της διαμονής του, εντούτοις το γεγονός ότι οι περιεχόμενοι στο άρθρο 12 της οδηγίας 76/308 κανόνες δικαιοδοσίας επιβάλλουν την άσκησή της σε άλλο κράτος μέλος δεν συνεπάγεται στέρηση του δικαιώματός του να προσφύγει στη δικαιοσύνη ούτε θίγει αδικαιολογήτως τα δικαιώματά του άμυνας. Κατά την άποψή μου, το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308 ενισχύει την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, παρέχοντας στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να γνωρίζει εκ των προτέρων με ασφάλεια το κράτος μέλος στο οποίο πρέπει να ασκήσει την αγωγή του.
22. Συνεπώς, φρονώ ότι το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308 επιφέρει πλήρη εναρμόνιση των κανόνων δικαιοδοσίας επί αγωγών που αφορούν τις απαιτήσεις (12) ή τα μέτρα εκτελέσεως στο πλαίσιο της οδηγίας 76/308.
23. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθεί η φράση «η απαίτηση [και/]ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση της εισπράξεώς της». Η φράση αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/308. Θεωρώ ότι οι όροι αυτοί πρέπει να ερμηνευθούν, όχι βάσει εθνικών κανόνων του αστικού δικαίου και της πολιτικής δικονομίας, αλλά αυτοτελώς, ώστε το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308 να μπορεί να εφαρμοσθεί κατά τρόπο ομοιόμορφο και ασφαλή. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα ενείχε τον κίνδυνο αντικρουόμενων ερμηνειών, με συνέπεια τη διακύβευση του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308, να παράσχει δηλαδή στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να γνωρίζει εκ των προτέρων σε ποιο κράτος μέλος πρέπει να ασκήσει την αγωγή του.
24. Κατά την άποψή μου, από το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/308 προκύπτει με σαφήνεια ότι στις αγωγές που αφορούν την απαίτηση και/ή τον τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της εισπράξεώς της περιλαμβάνονται τόσο οι προσφυγές που βάλλουν κατά του κύρους όσο και οι προσφυγές που βάλλουν κατά της εκτελεστότητας της πράξεως στην οποία θεμελιώνεται η απαίτηση. Ο όρος «τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση», κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/308, υποδηλώνει μια νομική πράξη που μπορεί να εκτελεσθεί κατά του οφειλέτη, μια κατάσταση που, κατά την άποψή μου, προϋποθέτει ότι η απαίτηση έχει κοινοποιηθεί σε αυτόν. Μέτρα εκτελέσεως δεν είναι δυνατό να ληφθούν αν η απαίτηση δεν έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί νομοτύπως στον οφειλέτη.
25. Επιπλέον, φρονώ ότι οι σκοποί της οδηγίας 76/308 θα διακυβεύονταν αν το κύρος και η εκτελεστότητα του τίτλου μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου για δεύτερη φορά από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, καθόσον τούτο θα ισοδυναμούσε με απαίτηση συμμορφώσεως προς αμφότερες τις νομοθεσίες των εμπλεκομένων κρατών μελών, συνέπεια την οποία επιδιώκει να αποτρέψει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής (13).
26. Επομένως, από τους κανόνες δικαιοδοσίας που θέτει το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308 προκύπτει ότι το forum στο οποίο πρέπει να αμφισβητηθεί η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης πράξη επιβολής φόρου και η κοινοποίησή της το 1999 είναι το αρμόδιο όργανο του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή, ήτοι το αρμόδιο όργανο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης, υποστηρίζοντας ότι δεν εξατομικευόταν ως οφειλέτης με την πράξη επιβολής φόρου και ότι η κοινοποίηση της εν λόγω πράξεως σε αυτόν το 1999 δεν ήταν νομότυπη, αμφισβητεί στην πράξη τόσο το κύρος όσο και την εκτελεστότητα της ίδιας της επίμαχης πράξεως.
27. Συνεπώς, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/308, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης όφειλε να ασκήσει την προσφυγή που αφορά το κύρος και την εκτελεστότητα της πράξεως επιβολής φόρου ενώπιον του αρμοδίου οργάνου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το γεγονός ότι η κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε από τις τσεχικές αρχές για λογαριασμό των γερμανικών αρχών και κατόπιν αιτήσεώς τους ουδαμώς επηρεάζει, κατά την άποψή μου, την εφαρμογή των σαφών κανόνων δικαιοδοσίας που θέτει το άρθρο 12 της ως άνω οδηγίας. Το γεγονός και μόνον ότι ένα κράτος μέλος παρέσχε κατόπιν αιτήσεως πρακτική συνδρομή σε άλλο, διαβιβάζοντάς του, παραδείγματος χάρη, πληροφορίες ή κοινοποιώντας έγγραφα, ουδεμία επιρροή ασκεί επί της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων δικαιοδοσίας (14).
28. Κατόπιν τούτου, φρονώ ότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν μέτρα εκτελέσεως αμφισβητούνται ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή, το δικαστήριο αυτό δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει αν ο τίτλος δυνάμει του οποίου ζητείται η είσπραξη της απαιτήσεως είναι εκτελεστός, περιλαμβανομένου του ελέγχου του νομοτύπου της κοινοποιήσεως του τίτλου αυτού στον οφειλέτη.
VI – Το δεύτερο ερώτημα
29. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το γεγονός ότι η πράξη επιβολής φόρου κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στην, κατά τα φαινόμενα, ακατανόητη γι’ αυτόν γερμανική γλώσσα, η οποία επιπλέον δεν αποτελεί επίσημη γλώσσα της Τσεχικής Δημοκρατίας, συνιστά ελάττωμα που δικαιολογεί τη μη εκτέλεση της επίμαχης πράξεως.
30. Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, εφόσον τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλονται αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει (15).
31. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να εξετάζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε την αίτησή του, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο συναφώς. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να μην αποφανθεί επί αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (16).
32. Κατά την άποψή μου, το ερώτημα αν έπρεπε να επιδοθεί στον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης και μετάφραση της πράξεως επιβολής φόρου αποτελεί ζήτημα που αφορά την εκτελεστότητα του τίτλου και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί από το αρμόδιο όργανο του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή, εν προκειμένω το αρμόδιο όργανο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Συνεπώς, φρονώ ότι, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/308, το αιτούν δικαστήριο δεν είναι το αρμόδιο όργανο για τον έλεγχο της εκτελεστότητας της επίμαχης πράξεως επιβολής φόρου και ότι το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το δικαστήριο αυτό είναι αμιγώς υποθετικής φύσεως και, επομένως, προδήλως απαράδεκτο.
VII – Πρόταση
33. Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
«Το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/308/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα (όπως έχει τροποποιηθεί), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν μέτρα εκτελέσεως αμφισβητούνται ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρμόδια αρχή, το δικαστήριο αυτό δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει αν ο τίτλος δυνάμει του οποίου ζητείται η είσπραξη της απαιτήσεως είναι εκτελεστός, περιλαμβανομένου του ελέγχου του νομοτύπου της κοινοποιήσεως του τίτλου αυτού στον οφειλέτη.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 126.
3 – Βλ. άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 76/308. Πριν από την έκδοση της οδηγίας 76/308 δεν ήταν δυνατή η εκτέλεση σε ένα κράτος μέλος μιας απαιτήσεως για είσπραξη απορρέουσας από τίτλο που εξέδωσαν οι αρχές άλλου κράτους μέλους. Το γεγονός ότι οι εθνικές ρυθμίσεις περί της εισπράξεως των απαιτήσεων ίσχυαν μόνο στο εσωτερικό των κρατών μελών αποτελούσε εμπόδιο στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της κοινής αγοράς και παρακώλυε την πλήρη και δίκαιη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων, διευκολύνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την πραγματοποίηση δολίων ενεργειών. Βλ. πρώτη και τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 76/308.
4 – Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 76/308, ως «αρμόδια αρχή» νοείται η αρχή κράτους μέλους στην οποία απευθύνεται η αίτηση συνδρομής.
5 – Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 76/308, ως «αιτούσα αρχή» νοείται η αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία υποβάλει αίτηση συνδρομής σχετικά με μια απαίτηση.
6 – Η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/308.
7 – Κατά τα φαινόμενα, η πράξη επιβολής φόρου κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα από το Υπουργείο Οικονομικών της Τσεχικής Δημοκρατίας, στις 6 Αυγούστου 1999, δυνάμει συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στις 19 Μαΐου 1995, περί αμοιβαίας συνδρομής των τελωνειακών αρχών. Το άρθρο 7 της ως άνω συμφωνίας προβλέπει ότι «κατόπιν αιτήσεως της τελωνειακής αρχής του ενός συμβαλλομένου μέρους, η τελωνειακή αρχή του άλλου συμβαλλομένου μέρους κοινοποιεί στον αποδέκτη, σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία, όλες τις αποφάσεις και τα λοιπά έγγραφα που έχει εκδώσει η αιτούσα τελωνειακή αρχή […]».
8 – Συνακόλουθα, το άρθρο 5 της οδηγίας 76/308 πραγματεύεται, κατά την άποψή μου, δύο διαφορετικά είδη αμοιβαίας συνδρομής για την κοινοποίηση πράξεων και αποφάσεων σχετικά, πρώτον, με εκείνες που αφορούν την απαίτηση καθαυτή και, δεύτερον, με εκείνες που σχετίζονται με την είσπραξή της.
9 – Η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Βλ. άρθρο 2.
10 – «Σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 76/308, οι τίτλοι που επιτρέπουν την εκτέλεση της εισπράξεως μιας απαιτήσεως πρέπει στο εξής [από της ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας 2001/44/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 2001, που τροποποιεί την οδηγία 76/308/ΕΟΚ για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων που προκύπτουν από ενέργειες οι οποίες αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, καθώς και από γεωργικές εισφορές και τελωνειακούς δασμούς και από το φόρο προστιθέμενης αξίας και ορισμένους ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΕ 2001, L 175, σ. 17)], κατά γενικό κανόνα, να έχουν κατά τρόπο άμεσο αναγνωρισθεί και αυτομάτως αντιμετωπισθεί ως μέσον επιτρέπον την εκτέλεση απαιτήσεως στο εθνικό έδαφος, και τούτο μολονότι, προηγουμένως, οι τίτλοι αυτοί έπρεπε να έχουν μόνον επικυρωθεί, αναγνωρισθεί, συμπληρωθεί ή αντικατασταθεί από τίτλο επιτρέποντα την εκτέλεσή του στο έδαφος του κράτους όπου η αρμόδια αρχή είχε την έδρα της». Βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-338/01, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2004, σ. I-4829, σκέψη 71). Βλ., επίσης, σκέψη 75 της αποφάσεως αυτής. Εντούτοις, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/308, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής και από την αρχή της μεταχειρίσεως του τίτλου ως εκδοθέντος στην ημεδαπή. Φαίνεται, πάντως, ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/308 είναι άνευ σημασίας για τη διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Πράγματι, η Τσεχική Δημοκρατία δεν έκανε χρήση της δυνατότητάς της να προβλέψει παρέκκλιση από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/308 κατά τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική της έννομη τάξη. Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου 191/2004 Coll. περί της διεθνούς συνδρομής για την είσπραξη ορισμένων χρηματοοικονομικών απαιτήσεων, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2004 και μετέφερε στο τσεχικό δίκαιο την οδηγία 76/308, το οποίο προβλέπει ότι «το έγγραφο που υπέχει θέση τίτλου για την εκτέλεση της απαιτήσεως στο κράτος της αιτούσας αρχής αναγνωρίζεται αμέσως, από της ημερομηνίας παραλαβής της πλήρους αιτήσεως εισπράξεως, ως εκτελεστός τίτλος για την είσπραξη της απαιτήσεως στην Τσεχική Δημοκρατία».
11 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2004 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-361/02 και C-362/02 (Συλλογή 2004, σ. I‑6405, σκέψη 20).
12 – Και/ή τους τίτλους που επιτρέπουν την εκτέλεσή τους.
13 – Παρά την παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/308 από την αρχή της μεταχειρίσεως του τίτλου ως αν είχε εκδοθεί στην ημεδαπή, η εν λόγω διάταξη, στην πραγματικότητα, δεν παρέχει στις αρχές του οικείου κράτους μέλους τη δυνατότητα να εξετάσουν το κύρος ή την εκτελεστότητα του τίτλου στον οποίο θεμελιώνεται η απαίτηση, αλλά προβλέπει την αναγνώριση, εκ μέρους αυτών των αρχών, της ισοτιμίας του τίτλου, χωρίς μάλιστα να τροποποιεί τους κανόνες δικαιοδοσίας που θέτει το άρθρο 12 της οδηγίας 76/308. Βλ., συναφώς, άρθρο 8, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 76/308. Επισημαίνεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 76/308 αναφέρεται στη διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας με τον όρο «διατυπώσεις». Βλ., επίσης, άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/94/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, για την θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 76/308/EΟΚ του Συμβουλίου, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα (ΕΕ 2002, L 337, σ. 41), το οποίο ορίζει ότι «η αρμόδια αρχή, σε οποιαδήποτε περίπτωση, δεν αμφισβητεί την ισχύ της πράξης ή της απόφασης για την οποία ζητείται η κοινοποίηση».
14 – Κατά την άποψή μου, τα άρθρα 4 έως 6 της οδηγίας 76/308 παρέχουν στις οικείες αρχές κράτους μέλους τη δυνατότητα να υποβάλουν στις αντίστοιχες αρχές άλλου κράτους μέλους αίτηση για την παροχή ορισμένων πληροφοριών, την κοινοποίηση τίτλων και αποφάσεων και την είσπραξη απαιτήσεων. Θεωρώ ότι τα άρθρα αυτά δεν επιβάλλουν στις εν λόγω αρχές υποχρέωση να ζητήσουν συνδρομή υπό την ως άνω έννοια. Στο κάθε κράτος μέλος απόκειται να εκτιμήσει αν είναι αναγκαία η συνδρομή άλλου κράτους μέλους. Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C-184/05, Twoh International (Συλλογή 2007, σ. I-7897, σκέψη 32), η οποία αφορούσε συγκεκριμένα το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί της αμοιβαίας συνδρομής των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των αμέσων φόρων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 86). Τονίζω και πάλι ότι η κοινοποίηση της επίμαχης πράξεως επιβολής φόρου δεν πραγματοποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας 76/308.
15 – Αποφάσεις της 12ης Απριλίου 2005, C-145/03, Keller (Συλλογή 2005, σ. I-2529, σκέψη 33), και της 18ης Ιουλίου 2007, C-119/05, Lucchini (Συλλογή 2007, σ. I 6199, σκέψη 43).
16 – Αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 39), της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satélite Digital (Συλλογή 2002, σ. I‑607, σκέψη 19), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-11/07, Eckelkamp (Συλλογή 2008, σ. I‑6845, σκέψη 28).
Full & Egal Universal Law Academy