ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR. Sharpston
της 2ας Ιουλίου 2009 (1)
Υπόθεση C-263/08
Djurgården-Lilla Värtans Miljöskyddsförening
κατά
Stockholms kommun genom dess marknämnd
[αίτηση του Högsta domstolen (Σουηδία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 85/337 – Εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον – Σύμβαση του Aarhus – Οδηγία 2003/35/ΕΚ – Πρόσβαση στη δικαιοσύνη – Ενεργητική νομιμοποίηση μη κυβερνητικών οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος – Ορισμός του «ενδιαφερομένου κοινού» – Εθνική νομοθεσία παρέχουσα πρόσβαση στη δικαιοσύνη μόνο στις οργανώσεις που αριθμούν τουλάχιστον δύο χιλιάδες μέλη»
1. Με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Högsta domstolen (σουηδικό ακυρωτικό) ζητεί να διευκρινισθεί αν η οδηγία 85/337/ΕΟΚ (2), όπως τροποποιήθηκε το 2003 προκειμένου να εναρμονισθεί με τη Σύμβαση του Aarhus, επιτρέπει εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία διασφαλίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη μόνο στις μη κυβερνητικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος οι οποίες αριθμούν τουλάχιστον δύο χιλιάδες μέλη.
2. Επίσης, πρέπει προηγουμένως να διευκρινισθεί αν τα έργα για την υπόγεια διέλευση ηλεκτρικών καλωδίων καθώς και η άντληση υπογείων υδάτων που απαιτείται προκειμένου να καταστεί δυνατή η κατασκευή σήραγγας που περιέχει τα καλώδια, συνιστούν «έργο» το οποίο εμπίπτει στο παράρτημα II της προπαρατεθείσας οδηγίας.
I – Νομικό πλαίσιο
Η Σύμβαση του Aarhus
3. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, τα κράτη μέλη και δέκα εννέα άλλα κράτη συνήψαν το 1998 τη Σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, γνωστότερη με την ονομασία Σύμβαση του Aarhus. Η σύμβαση αυτή εγκρίθηκε στο πλαίσιο της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη των Ηνωμένων Εθνών, στο πλαίσιο διασκέψεως που πραγματοποιήθηκε στην προαναφερθείσα πόλη της Δανίας στις 25 Ιουνίου 1998. Τέθηκε οριστικώς σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου 2001.
4. Οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει η σύμβαση αυτή υπενθυμίζονται με το έβδομο, το όγδοο, το δέκατο τρίτο και το δέκατο όγδοο εδάφιο του προοιμίου της ως εξής:
«Αναγνωρίζοντας επίσης ότι κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να ζει σε περιβάλλον κατάλληλο για την υγεία και την ευημερία του, καθώς και το καθήκον, τόσο μεμονωμένα, όσο και σε συνεργασία με άλλους, να προστατεύει και να βελτιώνει το περιβάλλον για να ωφελούνται οι παρούσες και μέλλουσες γενεές,
Εκτιμώντας ότι, προκειμένου να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα και να εκπληρώσουν αυτό το καθήκον, οι πολίτες πρέπει να διαθέτουν πρόσβαση σε πληροφορίες, να δικαιούνται να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων και να έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα και αναγνωρίζοντας, επί αυτού, ότι οι πολίτες, ενδέχεται, να χρειάζονται συνδρομή για να ασκήσουν τα δικαιώματά τους,
[…]
Αναγνωρίζοντας, περαιτέρω, τη σπουδαιότητα των αντιστοίχων ρόλων τους οποίους μπορούν να διαδραματίζουν οι μεμονωμένοι πολίτες, οι μη κυβερνητικοί οργανισμοί και ο ιδιωτικός τομέας στην προστασία του περιβάλλοντος,
[…]
Μεριμνώντας να είναι προσιτοί στο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών, αποτελεσματικοί δικαστικοί μηχανισμοί, ούτως ώστε να προστατεύονται τα νόμιμα συμφέροντά του και να εφαρμόζεται ο νόμος».
5. Το άρθρο 2, παράγραφοι 4 και 5, της συμβάσεως ορίζει τους όρους «κοινό» και «ενδιαφερόμενο κοινό» ως εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης, νοούνται ως:
[…]
4. “Το κοινό”, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, οι ενώσεις, οργανισμοί ή ομάδες τους.
5.“Το ενδιαφερόμενο κοινό”, το κοινό που επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεασθεί από τη λήψη αποφάσεων για το περιβάλλον ή έχει συμφέρον από αυτές· για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, οι μη κυβερνητικοί οργανισμοί που προωθούν την περιβαλλοντική προστασία και πληρούν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις κατά το εθνικό δίκαιο θεωρείται ότι έχουν συμφέρον.»
6. Το άρθρο 9 της συμβάσεως περιλαμβάνει, στις παραγράφους 2, 4 και 5, τις διατάξεις που αφορούν την πρόσβαση τόσο των ιδιωτών όσο και των μη κυβερνητικών οργανώσεων στη δικαιοσύνη, καθώς και τα κριτήρια που έχουν εφαρμογή στις ένδικες διαδικασίες:
«Κάθε μέρος, στο πλαίσιο της εθνικής του νομοθεσίας, εξασφαλίζει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό:
α) το οποίο έχει επαρκές συμφέρον ή, εναλλακτικά,
β) το οποίο ισχυρίζεται προσβολή δικαιώματος, σε περίπτωση που η διοικητική δικονομία ενός μέρους το απαιτεί ως προϋπόθεση, διαθέτει πρόσβαση σε διαδικασία επανεξέτασης ενώπιον δικαστηρίου ή/και άλλου ανεξάρτητου και αμερόληπτου φορέα που καθορίζεται δια νόμου, προκειμένου να προσβάλει την ουσιαστική και τυπική νομιμότητα οποιασδήποτε απόφασης, πράξης ή παράλειψης που υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 και, σε περίπτωση που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο και υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3, άλλων σχετικών διατάξεων της παρούσας σύμβασης.
Τι είναι αυτό που συνιστά επαρκές συμφέρον και προσβολή δικαιώματος προσδιορίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εθνικού δικαίου και σύμφωνα με τον στόχο να παρέχεται στο ενδιαφερόμενο κοινό ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας σύμβασης. Για τον σκοπό αυτόν, κρίνεται επαρκές για τον σκοπό του στοιχείου α΄ το συμφέρον οποιουδήποτε μη κυβερνητικού οργανισμού ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 5. Οι εν λόγω οργανισμοί θεωρείται επίσης ότι έχουν δικαιώματα που μπορούν να προσβληθούν για τον σκοπό του στοιχείου β΄.
Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν αποκλείουν τη δυνατότητα προκαταρκτικής διαδικασίας επανεξέτασης ενώπιον διοικητικής αρχής και δεν επηρεάζουν την απαίτηση να εξαντληθούν οι διαδικασίες διοικητικής επανεξέτασης πριν από την προσφυγή σε διαδικασίες δικαστικής επανεξέτασης, σε περίπτωση που υφίσταται η εν λόγω απαίτηση βάσει του εθνικού δικαίου.
[…]
4. Επιπλέον, και υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι διαδικασίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, προβλέπουν κατάλληλη και αποτελεσματική επανόρθωση, συμπεριλαμβανομένων προσωρινών μέτρων, όπως ενδείκνυται, και είναι αμερόληπτες, δίκαιες, έγκαιρες και μη απαγορευτικά δαπανηρές. Οι αποφάσεις κατά το παρόν άρθρο δίδονται εγγράφως ή καταγράφονται. Στις αποφάσεις των δικαστηρίων, και όποτε είναι δυνατόν των άλλων φορέων, έχει πρόσβαση το κοινό.
5. Προκειμένου να προάγει την αποτελεσματικότητα των διατάξεων του παρόντος άρθρου, κάθε μέρος εξασφαλίζει την παροχή στο κοινό πληροφοριών σχετικά με την πρόσβαση σε διαδικασίες διοικητικής και δικαστικής επανεξέτασης και μελετά την καθιέρωση ενδεδειγμένων μηχανισμών αρωγής για την άρση ή τη μείωση οικονομικών και άλλων εμποδίων στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη.» (3)
Η οδηγία 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35
7. Η Σύμβαση του Aarhus μεταφέρθηκε στην κοινοτική έννομη τάξη με διάφορα νομοθετήματα, μεταξύ των οποίων η οδηγία 2003/35. Η οδηγία αυτή τροποποιεί πολλές ισχύουσες οδηγίες, μεταξύ των οποίων έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα για την υπό κρίση υπόθεση η οδηγία 85/337, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον.
8. Η οδηγία 2003/35 καθορίζει τους σκοπούς της με την τρίτη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της και υπογραμμίζει ειδικότερα τον ρόλο των μη κυβερνητικών οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος:
«(3) Η αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων παρέχει στο κοινό τη δυνατότητα να εκφράζει, και στον φορέα λήψης των αποφάσεων να λαμβάνει υπόψη, απόψεις και ανησυχίες ενδεχομένως σχετικές με τις εν λόγω αποφάσεις, ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εγκυρότητα και τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και συμβάλλοντας στην ευαισθητοποίηση του κοινού σε περιβαλλοντικά θέματα και στην υποστήριξη των αποφάσεων που λαμβάνονται.
(4) Η συμμετοχή, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής ενώσεων, οργανώσεων και ομάδων, ιδίως μη κυβερνητικών οργανώσεων που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος, θα πρέπει να ενθαρρύνεται αναλόγως, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της προώθησης της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης του κοινού.»
9. Με τη μεταρρύθμιση του 2003 τροποποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 1 και 6 της οδηγίας 85/337 και προστέθηκε ένα νέο άρθρο 10α. Το άρθρο 1 προβλέπει ορισμούς του περιεχομένου των όρων «κοινό» και «ενδιαφερόμενο κοινό», το άρθρο 6 προβλέπει τις λεπτομέρειες για τη συμμετοχή και την πληροφόρηση στο πλαίσιο των διαδικασιών εκτιμήσεως και το άρθρο 10α θεσπίζει το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος ή μέσου στο πλαίσιο της οδηγίας 85/337. Τα άρθρα αυτά, κατόπιν της τροποποιήσεως, έχουν ως εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοείται ως:
[…]
“κοινό”:
ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα καθώς και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, οι ενώσεις, οι οργανώσεις και οι ομάδες αυτών·
“ενδιαφερόμενο κοινό”:
το κοινό το οποίο θίγεται ή ενδέχεται να θιγεί ή του οποίου διακυβεύονται συμφέροντα από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2· για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από την οικεία εθνική νομοθεσία, θεωρούνται ότι έχουν συμφέροντα.
[…]
Άρθρο 6
[…]
2. Το κοινό ενημερώνεται έγκαιρα, με ανακοινώσεις ή άλλα πρόσφορα μέσα, όπως τα ηλεκτρονικά μέσα όπου αυτά είναι διαθέσιμα, για τα ακόλουθα ζητήματα, σε αρχικό στάδιο των διαδικασιών λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, και, το αργότερο, μόλις καταστεί ευλόγως δυνατή η παροχή πληροφοριών:
α) την αίτηση για συναίνεση ανάπτυξης·
β) το γεγονός ότι το σχέδιο υπόκειται σε διαδικασία εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και, ανάλογα με την περίπτωση, το γεγονός ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 7·
γ) λεπτομέρειες σχετικά με τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη λήψη της απόφασης, τις αρχές από τις οποίες μπορούν να παρασχεθούν σχετικές πληροφορίες και τις αρχές προς τις οποίες μπορούν να υποβληθούν παρατηρήσεις ή ερωτήματα καθώς και λεπτομέρειες του χρονοδιαγράμματος για τη διαβίβαση των παρατηρήσεων ή των ερωτημάτων·
δ) τη φύση των πιθανών αποφάσεων ή, στην περίπτωση που υφίσταται, το σχέδιο απόφασης·
ε) ένδειξη του κατά πόσον είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 5·
στ) ένδειξη του χρονοδιαγράμματος και του τόπου παροχής των σχετικών πληροφοριών και των μέσων με τα οποία καθίστανται διαθέσιμες·
ζ) λεπτομέρειες όσον αφορά τις ρυθμίσεις περί της συμμετοχής του κοινού κατά την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε εύλογο χρονικό διάστημα, τίθενται στη διάθεση του ενδιαφερόμενου κοινού τα εξής:
α) κάθε πληροφορία που συλλέγεται σύμφωνα με το άρθρο 5·
β) σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι κύριες εκθέσεις και συμβουλές που παρέχονται στην αρμόδια αρχή ή αρχές κατά το χρόνο που το ενδιαφερόμενο κοινό ενημερώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·
γ) σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2003/4/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, πληροφορίες, πλην εκείνων οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, [οι οποίες] έχουν σχέση με την απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 8 και οι οποίες καθίστανται διαθέσιμες μόνο αφού έχει ενημερωθεί το ενδιαφερόμενο κοινό, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
4. Στο ενδιαφερόμενο κοινό παρέχονται έγκαιρα και πραγματικά δυνατότητες να συμμετάσχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, και, για τον σκοπό αυτόν, έχει το δικαίωμα να διατυπώνει παρατηρήσεις και γνώμες, όταν όλες οι επιλογές είναι ακόμη δυνατές, στην αρμόδια αρχή ή αρχές πριν από τη λήψη της απόφασης για τη συναίνεση ανάπτυξης.
5. Οι αναλυτικές ρυθμίσεις για να ενημερώνεται το κοινό, παραδείγματος χάριν με τοιχοκόλληση σε ορισμένη ακτίνα ή δημοσίευση στις τοπικές εφημερίδες, και για τη διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό, παραδείγματος χάριν με την υποβολή γραπτών προτάσεων ή τη διενέργεια δημοσκοπήσεων, καθορίζονται από τα κράτη μέλη.
6. Για καθένα από τα διαφορετικά στάδια, προβλέπονται εύλογα χρονικά πλαίσια, τα οποία παρέχουν επαρκή χρονικά διαστήματα για την ενημέρωση του κοινού καθώς και για την προετοιμασία και την αποτελεσματική συμμετοχή του ενδιαφερομένου κοινού στη λήψη αποφάσεων για το περιβάλλον, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
[…]
Άρθρο 10α
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με το εθνικό νομικό τους σύστημα, κάθε μέλος του ενδιαφερόμενου κοινού:
α) που έχει επαρκές συμφέρον ή, εναλλακτικά,
β) που υποστηρίζει ότι επέρχεται προσβολή δικαιώματος, εάν αυτό απαιτείται ως προϋπόθεση από το δικονομικό διοικητικό δίκαιο ενός κράτους μέλους,
έχει πρόσβαση σε μια διαδικασία εξέτασης ενώπιον δικαστηρίου ή άλλου ανεξάρτητου και αμερόληπτου οργάνου συσταθέντος νομοθετικώς, προκειμένου να αμφισβητήσει την ουσιαστική ή τη διαδικαστική νομιμότητα αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας περί συμμετοχής του κοινού.
Τα κράτη μέλη καθορίζουν σε ποια φάση είναι δυνατόν να προσβάλλονται αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις.
Τα κράτη μέλη καθορίζουν τι αποτελεί επαρκές συμφέρον και τι προσβολή δικαιώματος, με σταθερό στόχο να παρέχεται στο ενδιαφερόμενο κοινό ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Προς τούτο, το συμφέρον κάθε μη κυβερνητικής οργάνωσης που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, θεωρείται επαρκές για τους σκοπούς του στοιχείου α΄ του παρόντος άρθρου. Οι οργανώσεις αυτές θεωρείται επίσης ότι έχουν δικαιώματα που μπορούν να προσβληθούν, για τους σκοπούς του στοιχείου β΄ του παρόντος άρθρου.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τη δυνατότητα μιας προκαταρκτικής διαδικασίας αναθεώρησης ενώπιον διοικητικής αρχής και δεν θίγουν την απαίτηση να εξαντλούνται οι διοικητικές διαδικασίες αναθεώρησης πριν από την προσφυγή σε δικαστικές διαδικασίες αναθεώρησης, όπου υφίσταται τέτοιου είδους απαίτηση κατά την εθνική νομοθεσία.
Οι σχετικές διαδικασίες πρέπει να είναι ορθές, δίκαιες, εμπρόθεσμες και να μην έχουν απαγορευτικό κόστος.
Για τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να τίθενται στη διάθεση του κοινού οι πρακτικές πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση στις διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες αναθεώρησης.»
10. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα (το οποίο δεν αφορά το κεντρικό ζήτημα της υπό κρίση διαφοράς), πρέπει γίνει μνεία του άρθρου 4, καθώς και του σημείου 11 του παραρτήματος I και του σημείου 10, στοιχείο ιβ΄, του παραρτήματος II της προπαρατεθείσας οδηγίας 85/337. Το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής προβλέπει την υποχρέωση πραγματοποιήσεως εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον, παρέχοντας στα κράτη μέλη διάφορους βαθμούς διακριτικής ευχέρειας. Μεταξύ των σχεδίων τα οποία πρέπει εν πάση περιπτώσει να υποβάλλονται σε εκτίμηση, το παράρτημα I της οδηγίας απαριθμεί τα εξής:
«11. Έργα άντλησης υπόγειων υδάτων ή έργα τεχνητής αναπλήρωσης υπόγειων υδάτων, εφόσον ο ετήσιος όγκος αντλούμενου ή αναπληρούμενου ύδατος ισούται ή υπερβαίνει τα 10 000 000 m3.»
11. Όσον αφορά τα σχέδια που υπόκεινται στην εκτίμηση, αλλά μόνο σύμφωνα με τα κριτήρια που θεσπίζουν τα κράτη μέλη, στο σημείο 10 του παραρτήματος II προβλέπονται τα εξής:
«ιβ) Έργα άντλησης υπόγειων υδάτων και συστήματα τεχνητής αναπλήρωσης υπογείων υδάτων που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
12. Ο miljöbalken (κώδικας περιβάλλοντος) προβλέπει, στα άρθρα 2 και 9 του κεφαλαίου του 11, ότι η παροχέτευση των υπογείων υδάτων και η τεχνητή αναπλήρωση των υπογείων υδάτων, καθώς και η κατασκευή εγκαταστάσεων προς τούτο, συνιστούν δραστηριότητα για την οποία απαιτείται άδεια.
13. Το κεφάλαιο 6 του miljöbalken περιλαμβάνει τις διατάξεις που αφορούν την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Το άρθρο του 4 ορίζει ότι όποιος σκοπεύει να ασκήσει δραστηριότητα για την οποία απαιτείται άδεια, πρέπει να συμβουλευθεί τη länsstyrelsen (νομαρχία), την εποπτεύουσα αρχή, καθώς και τους ιδιώτες που μπορεί να θίγονται ατομικά. Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4 ή σύμφωνα με την απόφαση του länsstyrelsen, μια δραστηριότητα είναι ικανή να έχει τέτοιες επιπτώσεις, πρέπει να ζητείται επίσης η γνώμη των λοιπών κρατικών οργάνων, των δήμων, του κοινού εν γένει και των ενδεχομένως ενδιαφερομένων οργανώσεων.
14. Το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος ή μέσου κατά των διοικητικών ή δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται δυνάμει του miljöbalken διέπεται από το κεφάλαιο 16, άρθρα 12 και 13, του ίδιου αυτού κώδικα. Ενώ το άρθρο 12 αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό, το άρθρο 13 θεσπίζει ορισμένους περιορισμούς όσον αφορά τις ενώσεις χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό, των οποίων καταστατικός σκοπός είναι η προστασία της φύσεως και του περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, ένα τέτοιο νομικό πρόσωπο πρέπει, μεταξύ άλλων, «να έχει ασκήσει δραστηριότητα στη Σουηδία επί τρία τουλάχιστον έτη και να έχει τουλάχιστον δύο χιλιάδες μέλη».
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15. Ο Δήμος Στοκχόλμης συνήψε σύμβαση με αντικείμενο την εκτέλεση έργων για τη διέλευση καλωδίων υψηλής τάσεως μεταξύ των περιοχών Hjorthagen και Fisksjöäng, που βρίσκονται στο βόρειο Djurgården. Προκειμένου να υλοποιήσει το σχέδιο αυτό, η επιχείρηση στην οποία ανατέθηκε η εκτέλεση του έργου έπρεπε να κατασκευάσει σήραγγα μήκους ενός χιλιομέτρου περίπου. Το σχέδιο απαιτούσε την παροχέτευση των υπογείων υδάτων που εισέρρεαν στη σήραγγα διελεύσεως των καλωδίων καθώς και στην οικεία σήραγγα προσβάσεως. Επίσης, η εν λόγω επιχείρηση έπρεπε να προβεί στην κατασκευή και διατήρηση, σε ορισμένα ακίνητα της εν λόγω περιοχής, εγκαταστάσεων για την παροχέτευση των υδάτων και τη διοχέτευσή τους στο χώμα ή στο βραχώδες έδαφος προς αντιστάθμιση της ενδεχόμενης μειώσεως της στάθμης των υπογείων υδάτων.
16. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το Länsstyrelsen i Stockholms län (νομαρχία Στοκχόλμης) εξέτασε το σχέδιο και κατέληξε, με απόφαση της 27ης Μαΐου 2004, ότι οι σχεδιαζόμενες δραστηριότητες είχαν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
17. Στις 13 Δεκεμβρίου 2006, το miljödomstolen vid Stockholms tingsrätt (αρμόδιο για τις υποθέσεις περιβάλλοντος τμήμα του πρωτοδικείου Στοκχόλμης) χορήγησε στον Δήμο Στοκχόλμης άδεια για την πραγματοποίηση των προαναφερθέντων έργων. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η Djurgården-Lilla Värtans Miljöskyddsförening (ένωση της Djurgården-Lilla Värtan για την προστασία του περιβάλλοντος, στο εξής: DVM) διατύπωσε παρατηρήσεις με τις οποίες αντιτασσόταν στη χορήγηση της αδείας.
18. Η DVM άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του miljödomstolen ενώπιον του Miljööverdomstolen (Svea hovrätt) (αρμοδίου για τις υποθέσεις περιβάλλοντος τμήματος του Εφετείου του Svea), το οποίο κήρυξε την έφεση απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως. Κατά το δικαστήριο αυτό, η εκκαλούσα δεν είχε τα δύο χιλιάδες μέλη που απαιτεί το άρθρο 13 του κεφαλαίου 16 του miljöbalken για να δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά αποφάσεως περί χορηγήσεως αδείας δυνάμει του κώδικα αυτού.
19. Η DVM υπέβαλε, ενώπιον του Högsta domstolen (ακυρωτικού δικαστηρίου), αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Miljööverdomstolen.
20. Υπό το πρίσμα των ισχυρισμών που προέβαλαν οι διάδικοι, το σουηδικό ακυρωτικό αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το παράρτημα ΙΙ, σημείο 10, της οδηγίας 85/337 την έννοια ότι καλύπτει σχέδιο που συνίσταται στη παροχέτευση των εισρεόντων υπογείων υδάτων από σήραγγα διελεύσεως ηλεκτρικών καλωδίων και στη διοχέτευσή τους στο χώμα ή στο βραχώδες έδαφος, προς αντιστάθμιση της ενδεχόμενης μειώσεως της στάθμης των υπογείων υδάτων, και στην κατασκευή και διατήρηση εγκαταστάσεων για την παροχέτευση και τη διοχέτευση υδάτων;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, έχει το άρθρο 10α της οδηγίας 85/337 –που προβλέπει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, πρέπει να έχει πρόσβαση σε διαδικασία εξετάσεως ενώπιον δικαστηρίου ή άλλου ανεξάρτητου και αμερόληπτου οργάνου συσταθέντος νομοθετικώς, προκειμένου να αμφισβητήσει την ουσιαστική ή τη διαδικαστική νομιμότητα αποφάσεων– την έννοια ότι απαιτεί το ενδιαφερόμενο κοινό να έχει δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά δικαστικής αποφάσεως επί ζητήματος σχετικού με τη χορήγηση αδείας ακόμη και στην περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κοινό είχε τη δυνατότητα να μετάσχει στη διαδικασία εξετάσεως της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας και να εκφράσει την άποψή του;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, έχουν τα άρθρα 1, παράγραφος 2, 6, παράγραφος 4, και 10α της οδηγίας 85/337 την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό κατ’ άρθρο 6, παράγραφος 4, και κατ’ άρθρο 10α αντιστοίχως, με συνέπεια ότι οι μικρές τοπικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος να έχουν δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων του άρθρου 6, παράγραφος 4, όσον αφορά σχέδια που ενδέχεται να έχουν σημαντική επίπτωση στο περιβάλλον της περιοχής στην οποία αναπτύσσουν δραστηριότητα, αλλά όχι το κατά το άρθρο 10α δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη;»
21. Η Σουηδική Κυβέρνηση, η DVM και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Μαΐου 2009, οι εκπρόσωποι της Σουηδικής Κυβερνήσεως και η Επιτροπή καθώς και ο σύμβουλος της DVM παρέστησαν και αγόρευσαν.
III – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
22. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί. Το ζήτημα που θέτει αφορά το πεδίο εφαρμογής του σημείου 10, στοιχείο ιβ΄, του παραρτήματος II του νομοθετήματος αυτού, το οποίο επιβάλλει την πραγματοποίηση εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον (στο εξής: ΕΕΠ), σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει θεσπίσει κάθε κράτος μέλος, όσον αφορά τα «έργα άντλησης υπόγειων υδάτων και συστήματα τεχνητής αναπλήρωσης υπογείων υδάτων». Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η «άντληση» περιορίζεται στις περιπτώσεις που πρόκειται να επακολουθήσει εκμετάλλευση των υδάτων ή αν, αντιθέτως, μπορεί να πραγματοποιηθεί με μόνο σκοπό την παροχέτευσή τους προκειμένου να διατηρηθεί μια σήραγγα. Με τη διάταξή του, το αιτούν δικαστήριο δικαιολογεί την αβεβαιότητα αυτή στηριζόμενο στις διαφορές μεταξύ κάποιων γλωσσικών αποδόσεων του εν λόγω σημείου 10, στοιχείο ιβ΄.
23. Συναφώς, τόσο η Σουηδική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή θεωρούν ότι το επίμαχο σχέδιο εμπίπτει στο παράρτημα II. Αντιθέτως, η DVM δεν εκφέρει γνώμη επί του ζητήματος αυτού.
24. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η στενή ερμηνεία την οποία εκθέτει το αιτούν δικαστήριο δεν προκύπτει από καμία γλωσσική απόδοση της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί. Σε περίπτωση που κάποιες μεταφράσεις γεννούν αμφιβολίες, η Επιτροπή συμφωνεί με τη Σουηδική Κυβέρνηση ότι τέτοιου είδους απόκλιση δεν πρέπει να καταλήξει σε ερμηνεία περιοριστική του πεδίου εφαρμογής της προπαρατεθείσας οδηγίας.
25. Συμφωνώ με την Επιτροπή και με τη Σουηδική Κυβέρνηση.
26. Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι «το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/337 είναι εκτεταμένο και ο σκοπός της ευρύτατος» (4). Η διαπίστωση αυτή αντικατοπτρίζει τη βάσιμη ανησυχία περί της υπάρξεως σχεδίων έργων τα οποία έχουν αναμφισβήτητη επίπτωση στο περιβάλλον και τα οποία, κατόπιν περιοριστικής ερμηνείας της οδηγίας 85/37, όπως έχει τροποποιηθεί, εκφεύγουν της ΕΕΠ. Το αποτέλεσμα αυτό θα αντέβαινε στον σκοπό της οδηγίας, η οποία σκοπεί στην επίτευξη αυξημένης προστασίας του περιβάλλοντος σε προληπτική βάση, με την πεποίθηση ότι «η καλύτερη πολιτική περιβάλλοντος συνίσταται στην πρόληψη στην πηγή της δημιουργίας ρυπάνσεων ή οχλήσεων και όχι στην καταπολέμηση των επιδράσεων τους εκ των υστέρων» (5).
27. Από τις γλωσσικές αποδόσεις του σημείου 10, στοιχείο ιβ΄, του παραρτήματος II, καθώς και της αντίστοιχης διατάξεως του παραρτήματος Ι δεν προκύπτουν σημαντικές αποκλίσεις. Ορθώς θεωρεί η Επιτροπή ότι οι αμφιβολίες τις οποίες προβάλλει το εθνικό δικαστήριο δεν απορρέουν από τις διάφορες μεταφράσεις. Αδυνατώ να αντιληφθώ σύμφωνα με ποια απόδοση η άντληση των υπογείων υδάτων περιορίζεται στην επιδιώκουσα συγκεκριμένο σκοπό, και μάλιστα σκοπό που συνίσταται στη μεταγενέστερη χρήση των υδάτων αυτών (6).
28. Αντιθέτως, το σημείο 10 του παραρτήματος II, το οποίο αφορά τα «έργα υποδομής» απαριθμεί δεκατρείς κατηγορίες σχεδίων έργων, εκ των οποίων τρεις μόνον περιορίζουν την εκτέλεσή τους με γνώμονα συγκεκριμένο σκοπό. Ειδικότερα, το στοιχείο ζ΄ αναφέρεται στα «φράγματα και λοιπές εγκαταστάσεις συγκράτησης ή μόνιμης ταμίευσης υδάτων» (7), το στοιχείο ια΄ αφορά τα «παράκτια έργα για την καταπολέμηση της διάβρωσης και ενδοθαλάσσια έργα που παρέχουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης της ακτής» (8). Τέλος, το στοιχείο η΄ αναφέρεται στους «τροχιοδρόμους (τραμ), υπερυψωμένους ή υπόγειους σιδηροδρόμους ή παρεμφερείς σιδηροδρόμους ειδικού τύπου που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ή κυρίως για τη μεταφορά επιβατών» (9). Οι διατάξεις αυτές αντιδιαστέλλονται σαφώς προς το επίμαχο εν προκειμένω στοιχείο ιβ΄, το οποίο ουδόλως αναφέρει τις συνέπειες και τους σκοπούς των έργων αντλήσεως ή διοχετεύσεως υδάτων.
29. Επιπλέον, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο σκοπός ενός σχεδίου έργου συνιστά χαρακτηριστικό το οποίο δεν συνδέεται με τις επιπτώσεις που αυτό μπορεί να έχει στο περιβάλλον. Μολονότι ο σκοπός εμφαίνει πράγματι τα αποτελέσματα που επιδιώκει το σχέδιο, είναι πιθανό αυτά να είναι εντελώς άσχετα προς τις επιπτώσεις που αυτό μπορεί να έχει στο φυσικό περιβάλλον. Κατά συνέπεια, δεν νομίζω ότι το κριτήριο αυτό πρέπει να καθορίζει την ερμηνεία των παραρτημάτων της οδηγίας.
30. Από τις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου και από τη γενική οικονομία του παραρτήματος II προκύπτει ότι ένα σχέδιο «αντλήσεως και τεχνητής αναπληρώσεως των υπογείων υδάτων» δεν πρέπει να έχει ως μοναδικό και αποκλειστικό σκοπό τη χρήση των υδάτινων πόρων. Αν τούτο συνέβαινε, το σημείο 10, στοιχείο ιβ΄, του παραρτήματος ΙI θα είχε εφαρμογή σε περιορισμένο μόνον αριθμό σχεδίων, πράγμα τα οποίο θα περιόριζε το «εκτεταμένο» πεδίο εφαρμογής το οποίο έχει, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, η οδηγία 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί.
31. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, καταλήγω, απαντώντας στο πρώτο ερώτημα, ότι το σημείο 10 του παραρτήματος II της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, έχει την έννοια ότι καλύπτει την παροχέτευση των υδάτων από σήραγγα διελεύσεως ηλεκτρικών καλωδίων και τη διοχέτευσή τους στο έδαφος, προς αντιστάθμιση της ενδεχόμενης μειώσεως της στάθμης των υπογείων υδάτων, και στην κατασκευή και διατήρηση εγκαταστάσεων για την παροχέτευση και τη διοχέτευση υδάτων. Δεν απαιτείται τα διοχετευόμενα ύδατα να προορίζονται για συγκεκριμένη χρήση ή συγκεκριμένο σκοπό.
IV – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
32. Το Högsta domstolen ερωτά το Δικαστήριο αν το άρθρο 10α της οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί, επιτρέπει στο «ενδιαφερόμενο κοινό» το οποίο έχει μετάσχει στη διαδικασία χορηγήσεως αδείας να έχει απευθείας πρόσβαση στη δικαιοσύνη χωρίς περιορισμό.
33. Για την επίλυση του ζητήματος αυτού, θα εξετάσω πιο συγκεκριμένα –δεδομένου ότι πρόκειται για το κεντρικό ζήτημα το οποίο έθεσε το αιτούν δικαστήριο– αν το άρθρο 6 της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 2, το οποίο προβλέπει τη συμμετοχή οργανισμών προστασίας του περιβάλλοντος ως «ενδιαφερομένου κοινού» στη διοικητική διαδικασία χορηγήσεως αδείας, λειτουργεί ως αντικλείδι του οποίου η εφαρμογή ανοίγει αυτομάτως τις πόρτες του κατ’ άρθρο 10α δικαστικού ελέγχου.
34. Ωστόσο, θα εξετάσω κατ’ αρχάς ένα ζήτημα στο οποίο πρέπει προηγουμένως να δοθεί απάντηση: το ζήτημα της δικαστικής ή διοικητικής φύσεως του miljödomstolen, οργάνου που ανήκει στη δικαστική εξουσία αλλά το οποίο, εν προκειμένω, χορήγησε την άδεια για το σχέδιο που συνίσταται στη διέλευση καλωδίων και στην άντληση των υδάτων. Το ζήτημα αυτό πρέπει να διευκρινισθεί, κατά το μέτρο που, εφόσον το εν λόγω όργανο ενήργησε ως δικαστήριο, δεν έχει εφαρμογή ως προς αυτό το άρθρο 6 της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, αλλά το άρθρο 10α και, επομένως, το προδικαστικό ερώτημα σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα είχε νόημα.
Ο χαρακτήρας του miljödomstolen ως διοικητικής αρχής ή δικαστηρίου
35. Το άρθρο 6 της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, αφορά διοικητική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας συγκεντρώνονται οι απόψεις όλων των ενδιαφερομένων, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετική με την πολιτική περιβάλλοντος. Λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής ευχέρειας την οποία διαθέτουν οι αρχές οσάκις προβαίνουν σε εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον η οποία καταλήγει στην έκδοση αποφάσεως περί χορηγήσεως αδείας, η κανονιστική ρύθμιση ενθαρρύνει τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή, προκειμένου η εκδιδόμενη απόφαση να είναι νόμιμη, αλλά και βάσιμη υπό το πρίσμα των τεχνολογικών, κοινωνικών, οικονομικών κ.λπ. παραμέτρων. Αντιθέτως, η ένδικη διαδικασία αφορά διαφορά μεταξύ διαδίκων η οποία επικεντρώνεται κυρίως σε διαφωνία επί νομικού ζητήματος και στη μεταγενέστερη εφαρμογή του επί συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών.
36. Εν προκειμένω, από όλα τα στοιχεία προκύπτει ότι το miljödomstolen άσκησε διοικητικά καθήκοντα στο πλαίσιο της διαδικασίας περί χορηγήσεως αδείας.
37. Ο miljöbalken αναθέτει ορισμένα καθήκοντα διαχειρίσεως και ελέγχου στα δικαστικά τμήματα που ειδικεύονται στον τομέα του περιβάλλοντος. Εν προκειμένω, το miljödomstolen, το οποίο ανήκει στη σουηδική δικαστική εξουσία, άσκησε διοικητικά καθήκοντα που καταλήγουν στη χορήγηση αδείας ή στην απόρριψη της αιτήσεως εκτελέσεως σχεδίου, αναλόγως των επιπτώσεών του στο περιβάλλον. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της και όπως εξέθεσε ο εκπρόσωπος της Σουηδικής Κυβερνήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το γεγονός ότι το miljödomstolen αποτελεί δικαστήριο δεν το εμποδίζει, δυνάμει του miljöbalken, να ενεργεί ως διοικητικό όργανο (10).
38. Στην υπό κρίση υπόθεση, προφανώς το miljödomstolen άσκησε μη δικαστικά καθήκοντα. Κατά συνέπεια, η απόφαση την οποία εξέδωσε το δικαστήριο αυτό κατά τη διαδικασία χορηγήσεως αδείας για το επίμαχο σχέδιο εμπίπτει στις «διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον» τις οποίες αφορά το άρθρο 6 της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί.
Το άρθρο6 της οδηγίας 85/337, ως προγενέστερο της προσφυγής στη δικαιοσύνη στάδιο
39. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο δεύτερο υποβληθέν ερώτημα, θα επικεντρωθώ στο γράμμα των τροποποιήσεων που επήλθαν το 2003 στην οδηγία 85/337, καθώς και στους σκοπούς που επιδιώκουν.
40. Εναρμονιζόμενο προς τους ορισμούς της Συμβάσεως του Aarhus, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, διακρίνει μεταξύ του περιεχομένου των όρων «ενδιαφερόμενο κοινό» και «κοινό», προκειμένου να διαφοροποιήσει αυτούς τους οποίους αφορά άμεσα η εκτέλεση σχεδίου έργου σχετικού με το περιβάλλον από αυτούς τους οποίους δεν αφορά το σχέδιο αυτό. Προκειμένου να υπογραμμισθεί η σπουδαιότητα των ενώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 2, προσθέτει ότι εμπίπτουν στην έννοια του «ενδιαφερομένου κοινού» «οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από την οικεία εθνική νομοθεσία».
41. Οι πρακτικές συνέπειες της ιδιότητας του «ενδιαφερομένου κοινού» προβλέπονται στα άρθρα 6 και 10α της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί. Η πρώτη διάταξη απονέμει στο «ενδιαφερόμενο κοινό» δικαίωμα προσβάσεως στις σχετικές με το περιβάλλον πληροφορίες (11), καθώς και δικαίωμα πραγματικής συμμετοχής στη διοικητική διαδικασία εκτιμήσεως (12). Το άρθρο 10α αποτελεί ένα περαιτέρω βήμα προς την ίδια κατεύθυνση και διασφαλίζει στην κατηγορία αυτή την πρόσβαση στα δικαστήρια ή σε άλλα ισοδύναμα όργανα, προκειμένου να προσβάλλουν τις αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, εφόσον, πάντως, έχουν υποστεί «προβολή δικαιώματος» (13) ή έχουν «επαρκές συμφέρον» (14).
42. Αντιθέτως προς την περίπτωση των φυσικών ή νομικών προσώπων, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που ασχολούνται με την προστασία του περιβάλλοντος έχουν πάντοτε την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου κοινού», κατά το μέτρο που ανταποκρίνονται, όπως προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στις «απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από την οικεία εθνική νομοθεσία». Εφόσον η οργάνωση για την προστασία του περιβάλλοντος ανταποκρίνεται στον ορισμό αυτόν, το άρθρο 10α προβλέπει ρητώς ότι η οργάνωση αυτή θεωρείται ότι έχει υποστεί «προσβολή δικαιώματος» ή ότι έχει «επαρκές συμφέρον».
43. Οι οργανώσεις αυτές έχουν συνεπώς αυτομάτως δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη (15). Το τεκμήριο που έχει θεσπίσει προσφάτως το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 2, υπέρ των οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με το άρθρο 10α, τους παρέχει τη δυνατότητα να τύχουν ευνοϊκότερου καθεστώτος από αυτό του οποίου τυγχάνουν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία δεν αναπτύσσουν δράση για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
44. Οπωσδήποτε, μια μη κυβερνητική οργάνωση η οποία μετέχει στη διοικητική διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον ως «ενδιαφερόμενο κοινό» έχει επίσης ευρεία ενεργητική νομιμοποίηση εφόσον επιλέγει να προσβάλει δικαστικώς τις αποφάσεις των διοικητικών αρχών. Ωστόσο, η πρόσβαση στα δικαστήρια αυτά δεν απορρέει από την προηγούμενη συμμετοχή στη διοικητική διαδικασία. Από το γράμμα του άρθρου 10α προκύπτει μάλλον ότι τα δικαιώματα που παρέχει η διάταξη αυτή απονέμονται οσάκις μια οργάνωση για την προστασία του περιβάλλοντος πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, ώστε να έχει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου κοινού».
45. Επιπλέον, δεν νομίζω ότι το γεγονός ότι, με την πρώτη περίοδο του άρθρου 10α, παρέχεται δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος ή μέσου «σύμφωνα με το εθνικό νομικό […] σύστημα» ισοδυναμεί με την παροχή στα κράτη μέλη επιπλέον προνομίων κατά τη μεταφορά της εν λόγω διατάξεως στο εθνικό τους δίκαιο. Η φράση αυτή, κατά την άποψή μου, αναφέρεται σε ένα στοιχείο το οποίο πρέπει να υπογραμμισθεί: το γεγονός ότι οι διατάξεις περί προσβάσεως στη δικαιοσύνη εφαρμόζονται στο πλαίσιο των δικονομικών κανόνων εκάστου κράτος μέλους. Τούτο σημαίνει ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και οι οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος έχουν μεν τα δικαιώματα που τους παρέχει το άρθρο 10α, αλλά υπόκεινται στους εθνικούς κανόνες περί αρμοδιότητας, περί προθεσμιών, περί ικανότητας δικαστικής παραστάσεως κ.λπ., τους οποίους προβλέπει το εθνικό δικονομικό δίκαιο.
46. Κατόπιν της διαπιστώσεως αυτής, μπορούν ευχερώς να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Σουηδικής Κυβερνήσεως.
47. Η άποψη της κυβερνήσεως αυτής στηρίζεται στους διαφορετικούς σκοπούς των άρθρων 6 και 10α, καθώς και στους αντίστοιχους σκοπούς της Συμβάσεως του Aarhus. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εθνική της νομοθεσία παρέχει σχεδόν απεριόριστη πρόσβαση στο «κοινό» κατά το διοικητικό στάδιο της διαδικασίας εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Η Σουηδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι η κανονιστική της ρύθμιση παρέχει συναφώς μεγαλύτερη προστασία απ’ ό,τι η σύμβαση και η οδηγία τής επιτρέπει να προβεί σε περιοριστικότερη ερμηνεία του άρθρου 10α.
48. Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή.
49. Η ερμηνεία της Σουηδικής Κυβερνήσεως θέτει σε δεύτερη μοίρα ένα γεγονός το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί: στην υπό κρίση ένδικη διαφορά, το ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αλλά από μη κυβερνητική οργάνωση για την προστασία του περιβάλλοντος. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, οι οργανώσεις αυτές έχουν την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου κοινού» (16). Επομένως, έχουν δικαίωμα πληροφορήσεως και δικαίωμα συμμετοχής στο διοικητικό στάδιο, καθώς και δικαίωμα προσβάσεως στη δικαιοσύνη προκειμένου να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα των αποφάσεων των διοικητικών αρχών.
50. Με τη χρησιμοποίηση ενιαίου ορισμού του περιεχομένου του όρου «ενδιαφερόμενο κοινό» σε ολόκληρη την οδηγία 85/337, διασφαλίζονται καλύτερα οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει το νομοθέτημα αυτό. Επιπλέον, το γεγονός ότι ως προς τις οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος ισχύει ειδικός ορισμός του περιεχομένου του όρου «ενδιαφερόμενο κοινό», διαφορετικός από τον ισχύοντα για τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, είναι ενδεικτικό του ότι η κανονιστική ρύθμιση απονέμει ειδική ελεγκτική λειτουργία σε τέτοιου είδους νομικά πρόσωπα. Θα αντέβαινε στη λογική αυτή ο εν συνεχεία κατακερματισμός της εν λόγω ιδιότητας, μετά την απονομή της, και η παροχή στα κράτη μέλη της δυνατότητας να ερμηνεύουν τον εν λόγω ορισμό κατά το δοκούν και σε σχέση με κάθε κατ’ ιδίαν διάταξη της εν λόγω οδηγίας.
51. Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι η ιδιότητα του «ενδιαφερομένου κοινού» η οποία προσδίδεται στις μη κυβερνητικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να τυγχάνει ενιαίας ερμηνείας σε ολόκληρη την οδηγία 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί (17). Αν ο ορισμός αυτός έπρεπε να τύχει διαφορετικής ερμηνείας όσον αφορά το άρθρο 6 απ’ ό,τι όσον αφορά το άρθρο 10α, αντιστοίχως, τα εν λόγω άρθρα θα το προέβλεπαν ρητώς.
52. Εν ολίγοις, συνάγω εντεύθεν ότι η προηγούμενη συμμετοχή δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν καθορίζει κατά κανόνα την πρόσβαση στη δικαιοσύνη της οποίας τυγχάνει το «ενδιαφερόμενο κοινό». Πάντως, μια μη κυβερνητική οργάνωση για την προστασία του περιβάλλοντος που πληροί τις προϋποθέσεις προκειμένου να έχει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου κοινού», υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, έχει αυτομάτως δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, δυνάμει του άρθρου 10α της οδηγίας αυτής (18).
V – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
53. Με το τρίτο του ερώτημα, το Högsta domstolen ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 10α της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν περιορισμούς στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη την οποία έχουν οι οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, άπαξ έχουν μετάσχει στη διαδικασία χορηγήσεως αδείας.
54. Η Επιτροπή και η Σουηδική Κυβέρνηση υπέβαλαν παρατηρήσεις με τις οποίες υποστηρίζουν αντίθετες απόψεις.
55. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προπαρατεθείσα διάταξη, παρέχοντας στις οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος ευρύτερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη από αυτή την οποία αναγνωρίζει στους ιδιώτες, περιορίζει ακόμη περισσότερο τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών και τα εμποδίζει να θεσπίζουν περιορισμούς οι οποίοι υπονομεύουν τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει η οδηγία. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Σουηδική Κυβέρνηση παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο παρέχοντας πρόσβαση στην δικαιοσύνη μόνο στις οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος οι οποίες έχουν τουλάχιστον δύο χιλιάδες μέλη.
56. Αντιθέτως, η Σουηδική Κυβέρνηση τονίζει τη σχέση μεταξύ των άρθρων 6 και 10α της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, και επαναλαμβάνει ότι το προστατευτικότερο σύστημα το οποίο προβλέπει η Σουηδία για τη συμμετοχή στη διοικητική διαδικασία δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη θα προβλέπεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, η Σουηδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν αυστηρότερες προϋποθέσεις για την ενεργητική νομιμοποίηση ενώπιον των δικαστηρίων από τις προβλεπόμενες για την προσφυγή στις διοικητικές αρχές. Βάσει της συλλογιστικής αυτής, η οποία ταυτίζεται με την αναπτυχθείσα όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Σουηδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση είναι σύμφωνη με την οδηγία 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί.
57. Το άρθρο 6 της οδηγίας 85/337 δεν διασφαλίζει από μόνο του την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε οποιονδήποτε έχει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου κοινού» (19). Αντ’ αυτού, το άρθρο 10α προβλέπει ένα σύστημα προσβάσεως στη δικαιοσύνη, άμεσο και χωρίς περιορισμούς, για όσες μη κυβερνητικές οργανώσεις πληρούν την προϋπόθεση του «ενδιαφερομένου κοινού» κατά το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 2 (20). Κατά συνέπεια, κατά το μέτρο που η προπαρατεθείσα οδηγία πράγματι επιτρέπει στα κράτη μέλη να περιορίζουν την ενεργητική νομιμοποίηση των οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, τούτο δεν απορρέει από το άρθρο 10α, αλλά από τον ορισμό του περιεχομένου του όρου «ενδιαφερόμενο κοινό» που εφαρμόζεται ως προς τις οργανώσεις αυτές και προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2.
58. Θα εξετάσω κατωτέρω το περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο διαθέτουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τη μεταφορά του ορισμού αυτού στο εθνικό τους δίκαιο (21). Κατ’ αρχάς, θα συμπληρώσω την κατά γράμμα ερμηνεία της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, με μια ανάλυση των σκοπών που επιδιώκουν η Σύμβαση του Aarhus και η προπαρατεθείσα οδηγία όσον αφορά τις οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος.
Ο ρόλος των μη κυβερνητικών οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος και η ένδικη προστασία στον τομέα του περιβάλλοντος
59. Οι διατάξεις περί προσβάσεως στη δικαιοσύνη στον τομέα του περιβάλλοντος των οποίων γίνεται επίκληση στην υπό κρίση διαφορά βασίζονται στην ακόλουθη αρχή: το φυσικό περιβάλλον δεν αποτελεί ιδιωτικό, αλλά συλλογικό αγαθό. Η πρόληψη της ζημίας που προκαλείται στο περιβάλλον αποτελεί ευθύνη της κοινωνίας και όχι αποκλειστικώς μεμονωμένων προσώπων ή συμφερόντων. Υπό το πρίσμα αυτό, οι διατάξεις της Συμβάσεως του Aarhus και της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, αποτελούν τη νομική έκφραση της λογικής της συλλογικής ένδικης προσφυγής (22). Ο ιδιώτης προστατεύεται εφόσον ενεργεί στο πλαίσιο ομάδας και το σύνολο των ατόμων ενισχύει την ομάδα. Επομένως, τα ατομικά και τα γενικά συμφέροντα προστατεύονται καλύτερα, δεδομένου ότι όλοι οι μετέχοντες απολαύουν περισσοτέρων πλεονεκτημάτων και δεν υφίστανται θυσίες. Για τον λόγο αυτόν, τα δύο νομοθετήματα αναγνωρίζουν ότι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος έχουν πολύ σημαντικό ρόλο.
60. Η συλλογιστική αυτή οδηγεί σε περαιτέρω αξιοσημείωτα συμπεράσματα.
61. Πρώτον, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος αποτελούν την έκφραση των εν λόγω συλλογικών συμφερόντων. Κατά το μέτρο που εκπροσωπούν ένα σύνολο ενδιαφερομένων ή συμφερόντων, ενεργούν προς επίτευξη γενικών σκοπών, πράγμα το οποίο τους προσδίδει συλλογική διάσταση (23). Εξάλλου, διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις που συντελούν στην επιλογή των σημαντικών υποθέσεων από αυτές που έχουν μικρότερη σπουδαιότητα. Εκφράζουν με μία φωνή τα συμφέροντα πολλών ενδιαφερομένων, χρησιμοποιώντας τεχνική εξειδίκευση την οποία δεν διαθέτουν πάντοτε οι ιδιώτες. Κατά τον τρόπο αυτόν, οι εν λόγω οργανώσεις εκλογικεύουν τον τρόπο κατά τον οποίο τα διάφορα συγκρουόμενα συμφέροντα βρίσκουν έκφραση και τίθενται υπόψη των αρχών.
62. Δεύτερον, αυτή η αντίληψη περί της πολιτικής περιβάλλοντος σκοπεί επίσης στην ενίσχυση της λειτουργίας των δικαστηρίων. Καθόσον ενθαρρύνουν τους ιδιώτες να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων, η Σύμβαση του Aarhus και η οδηγία 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, αναγνωρίζουν ότι τέτοιου είδους νομικά πρόσωπα δεν προκαλούν υπερβολικό φόρτο εργασίας στα δικαστήρια. Αντιθέτως, είναι δυνατό να συγκεντρωθούν σε μία μόνον ένδικη προσφυγή οι αιτήσεις μεγάλου αριθμού ιδιωτών. Μολονότι τίποτε δεν εμποδίζει ένα μέλος μη κυβερνητικής οργανώσεως να μετάσχει σε ένδικη διαφορά και ατομικώς, γενικός σκοπός της πολιτικής αυτής είναι να λειτουργεί ως φίλτρο το οποίο, μακροπρόθεσμα, καταλήγει στη διευκόλυνση της εργασίας των δικαστηρίων (24). Αν προστεθεί το ότι, όπως επισήμανα στο προηγούμενο σημείο, οι ενώσεις αυτές συχνά διαθέτουν τεχνική εξειδίκευση της οποίας συνήθως στερούνται οι ιδιώτες, η παροχή πληροφοριών τεχνικής φύσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας αποτελεί επίσης θετικό στοιχείο χάρη στο οποίο το δικαστήριο έχει μεγαλύτερη ευχέρεια να επιλύσει τη διαφορά.
63. Τρίτον, θεωρώ σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι η θέσπιση actio popularis στον τομέα του περιβάλλοντος απορρίφθηκε τόσο από τη Σύμβαση του Aarhus όσο και από την οδηγία 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί. Μολονότι είναι αληθές ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να προβλέψουν τέτοιο μέσο παροχής ένδικης προστασίας στην εσωτερική τους έννομη τάξη, ούτε το διεθνές ούτε το κοινοτικό δίκαιο επέλεξαν προς το παρόν τη θέσπιση τέτοιου μέτρου (25). Ωστόσο, νομίζω ότι ακριβώς επειδή τον εν λόγω μέσο απορρίφθηκε, οι συντάκτες της Συμβάσεως του Aarhus επέλεξαν να ενισχύσουν τον ρόλο των μη κυβερνητικών οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος. Επιλέγοντας τη λύση αυτή, αναζήτησαν τον μέσο όρο μεταξύ της λύσεως που παρέχει την ευρύτατη δυνατή ένδικη προστασία με τη λαϊκή αγωγή και της περιοριστικότατης λύσεως που επιτρέπει την ατομική ένδικη προσφυγή που περιορίζεται στα πρόσωπα των οποίων τα συμφέροντα διακυβεύονται. Ως εκ τούτου, η κατ’ εξαίρεση ενεργητική νομιμοποίηση των μη κυβερνητικών οργανώσεων συμβιβάζει τις δύο αυτές απόψεις (26). Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για πολύ εύλογη στάθμιση.
64. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι η Σύμβαση του Aarhus και η οδηγία 85/377, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2003/35, επέλεξαν συνειδητά να ενισχύσουν τον ρόλο των μη κυβερνητικών οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος. Το έπραξαν διότι εκτίμησαν ότι η συμμετοχή των εν λόγω οργανώσεων, τόσο κατά το διοικητικό όσο και κατά το ένδικο στάδιο, ενισχύει τις αποφάσεις που εκδίδουν οι δημόσιες αρχές, βελτιώνοντας συγχρόνως τη λειτουργία των διαδικασιών προλήψεως στον τομέα του περιβάλλοντος.
65. Στο πλαίσιο αυτό, θα εξετάσω τώρα το ζήτημα αν η συμμετοχή των εν λόγω νομικών προσώπων εξαρτάται από προϋποθέσεις και εντός ποιων ορίων.
Ο ορισμός του περιεχομένου του όρου «ενδιαφερόμενο κοινό» στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, και οι «οποιεσδήποτε προϋποθέσεις κατά το εθνικό δίκαιο» που έχουν εφαρμογή ως προς τις μη κυβερνητικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος
66. Όπως έχω επισημάνει, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, περιέχει τον ορισμό των εννοιών «κοινό» και «ενδιαφερόμενο κοινό». Η διάταξη αυτή προσθέτει ότι, στη δεύτερη αυτή κατηγορία, μαζί με τα ενδιαφερόμενα ή ενδεχομένως ενδιαφερόμενα φυσικά και νομικά πρόσωπα, θεωρούνται ότι περιλαμβάνονται «οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που […] ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από την οικεία εθνική νομοθεσία». Συνεπώς, η οδηγία θεσπίζει τεκμήριο υπέρ των οργανώσεων αυτών, απαλλάσσοντάς τις από την υποχρέωση να αποδεικνύουν ότι τις αφορά κατά οποιονδήποτε τρόπο η εκδιδόμενη σχετική με το περιβάλλον απόφαση.
67. Ωστόσο, η διάταξη αυτή περιέχει ένα σημαντικό περιορισμό: η μη κυβερνητική οργάνωση πρέπει να πληροί τις προβλεπόμενες από το εσωτερικό δίκαιο προϋποθέσεις. Κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, στο σημείο αυτό, του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, στηρίζεται ο επίμαχος στην υπό κρίση διαφορά περιορισμός, κατά τον οποίο η πρόσβαση των μη κυβερνητικών οργανώσεων στη δικαιοσύνη επιτρέπεται μόνον εφόσον αριθμούν τουλάχιστον δύο χιλιάδες μέλη.
68. Συμμερίζομαι την άποψη της Σουηδικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά την οποία η διάταξη αυτή παρέχει κάποια διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη.
69. Συμφωνώ επίσης με τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι, παρά την εν λόγω διακριτική ευχέρεια, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίζουν όλα τα κατάλληλα μέτρα που συνάδουν προς τους σκοπούς της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, προκειμένου να μην της στερήσουν την πρακτική της αποτελεσματικότητα.
70. Με αφετηρία τις σκέψεις αυτές και λαμβανομένων υπόψη των εκτεθέντων στα σημεία 61 έως 64 των παρουσών προτάσεων, θεωρώ αναγκαίο να οριοθετηθεί με σαφήνεια η αναφορά στις «οποιεσδήποτε προϋποθέσεις κατά το εθνικό δίκαιο».
71. Ο ορισμός του «ενδιαφερομένου κοινού» είναι πιθανώς ο ακρογωνιαίος λίθος του οικοδομήματος που ανέγειραν η Σύμβαση του Aarhus και η οδηγία 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί. Όπως εξέθεσα στις σκέψεις 40 έως 45 των παρουσών προτάσεων, εφόσον μια οργάνωση για την προστασία του περιβάλλοντος αποκτά την ιδιότητα αυτή, δεν είναι πλέον σημαντική η συζήτηση επί του ζητήματος αν η συμμετοχή στις διοικητικές διαδικασίες καθορίζει τη μεταγενέστερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η οργάνωση πληροί τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της ως «ενδιαφερόμενο κοινό» και όχι το αν μετέσχε σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας.
72. Λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας την οποία έχει ο ορισμός αυτός, θεωρώ πρόδηλο ότι η Σύμβαση του Aarhus και η οδηγία 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, των οποίων δεδηλωμένος σκοπός είναι να διασφαλισθεί η «συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων [σε θέματα περιβάλλοντος]» και να ενθαρρυνθεί «η συμμετοχή […] ιδίως μη κυβερνητικών οργανώσεων που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος» (27), δεν επιτρέπουν ερμηνεία των διατάξεών τους η οποία έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά δυσχερέστερη την πρόσβαση των οργανώσεων αυτών στις διοικητικές και ένδικες διαδικασίες. Έτι περαιτέρω, ακριβώς διότι ο ορισμός του περιεχομένου του όρου «ενδιαφερόμενο κοινό», ο οποίος έχει εφαρμογή ως προς τις οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος καθιστά δυνατή την άσκηση όλων των ουσιωδών δικαιωμάτων που παρέχουν η Σύμβαση του Aarhus και η οδηγία 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ως προς την ερμηνεία του όρου αυτού στην οποία ενδέχεται να προβούν ορισμένα κράτη μέλη (28).
73. Φρονώ ότι, όταν το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, αναφέρεται στις «απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από την οικεία εθνική νομοθεσία», εννοεί δύο είδη προϋποθέσεων. Πρώτον, τις αφορώσες την τήρηση των εθνικών κανόνων περί καταχωρίσεως, συστάσεως ή αναγνωρίσεως ενώσεων οι οποίοι έχουν ως σκοπό τη νομική διαπίστωση του υποστατού των οργανώσεων αυτών στο εσωτερικό δίκαιο. Δεύτερον, τις αφορώσες τη δραστηριότητα των οργανώσεων και τη σχέση που αυτές έχουν με τη θεμιτή υπεράσπιση συμφερόντων σε θέματα περιβάλλοντος. Αυτό είναι το νευραλγικό σημείο του ορισμού, δεδομένου ότι, όσον αφορά τη σχέση αυτή, ενδέχεται να προβλεφθούν περιορισμοί οι οποίοι αντιβαίνουν προδήλως στους σκοπούς της οδηγίας 85/337, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το άρθρο της 10α, ο σκοπός που συνίσταται στο «να παρέχεται στο ενδιαφερόμενο κοινό ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη».
74. Εξάλλου, εφόσον το εθνικό δίκαιο προβλέπει προϋποθέσεις που αφορούν την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ της οργανώσεως και αποφάσεως σχετικής με το περιβάλλον, οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να είναι αντικειμενικές, διαφανείς και σύμφωνες με τους σκοπούς της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να παρέχεται στις αρχές ευρεία διακριτική ευχέρεια η οποία τους καθιστά δυνατό να ελέγχουν, κατά περίπτωση, αν οι οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος επιδιώκουν θεμιτούς σκοπούς. Δεν μπορούν ωσαύτως να γίνονται δεκτές προϋποθέσεις οι οποίες είναι τόσο ασαφείς ή ελλιπείς, ώστε καταλήγουν να προκαλούν αβεβαιότητα ή συνεπάγονται αποτελέσματα ενέχοντα δυσμενή διάκριση. Κατά μείζονα λόγο, πρέπει να αποκλείεται κάθε περιορισμός που έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει, αντί να διευκολύνει, την πρόσβαση των οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος στις διοικητικές και ένδικες διαδικασίες.
75. Το άρθρο 13 του κεφαλαίου 16 του miljöbalken προβλέπει τρεις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, η νομιμότητα της μίας εκ των οποίων αμφισβητήθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας: η προϋπόθεση να αριθμεί η επίμαχη οργάνωση τουλάχιστον δύο χιλιάδες μέλη. Θεωρώ πρόδηλο ότι, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών σκέψεων, η διάταξη αυτή δεν θα κριθεί σύννομη αν εξετασθεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί.
76. Προκειμένου να καταλήξω στο συμπέρασμα αυτό, θα στηριχθώ στα δύο τελευταία κριτήρια τα οποία εξέθεσα, τα οποία αφορούν τη διαφάνεια και τη συμφωνία προς τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας.
77. Η απαίτηση κατά την οποία μια οργάνωση πρέπει να έχει ορισμένο αριθμό μελών προκειμένου να έχει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου κοινού» δημιουργεί ορισμένα πρακτικά προβλήματα. Πρώτον, η σουηδική νομοθεσία δεν φαίνεται σαφής όσον αφορά το περιεχόμενο του όρου «μέλη». Ο εκπρόσωπος της Σουηδικής Κυβερνήσεως, ερωτηθείς ειδικά επί του σημείου αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επιβεβαίωσε ότι η έννοια αυτή είναι ασαφής και ότι δεν έχει διευκρινισθεί από τα δικαστήρια του κράτους αυτού. Δεύτερον, η απαίτηση περί ορισμένου αριθμού μελών ισχύει μόνον ως προς τις μη κυβερνητικές οργανώσεις χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό. Ποια είναι η κατάσταση των νομικών προσώπων προστασίας του περιβάλλοντος των οποίων ο σκοπός είναι σαφώς κερδοσκοπικός; Ο εκπρόσωπος της Σουηδικής Κυβερνήσεως ερωτήθηκε και ως προς το ζήτημα αυτό, αλλά δεν απάντησε. Συνεπώς συνάγω ότι το σουηδικό σύστημα, ακόμη και αν είναι ενδεχομένως αντικειμενικό, δεν είναι διαφανές και γεννά αβεβαιότητα. Την καλύτερη μαρτυρία ως προς τις δυσχέρειες που προκαλεί η διάταξη παρέχουν τα πραγματικά περιστατικά: όπως ο εκπρόσωπος της Σουηδικής Κυβερνήσεως αναγνώρισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δύο μόνον οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος έχουν επί του παρόντος πρόσβαση στα σουηδικά δικαστήρια σύμφωνα με τον miljöbalken (29).
78. Η επίδικη εθνική διάταξη αποδεικνύεται ακόμη προβληματικότερη, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των σκοπών της Συμβάσεως του Aarhus και της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί. Κανόνας ο οποίος επιβάλλει περιορισμό ο οποίος αφορά τον αριθμό των μελών που πρέπει να έχει μια οργάνωση για την προστασία του περιβάλλοντος προκειμένου να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη ενδέχεται να εμποδίσει πολλές οργανώσεις οι οποίες θα είχαν έννομο συμφέρον να προσφύγουν δικαστικώς. Εν προκειμένω, η διάταξη θέτει σε μειονεκτική θέση τις τοπικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, οι οποίες δεν μπορούν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη ακόμη και όταν τα σχέδια έργων που υποβάλλονται σε εκτίμηση έχουν μόνον τοπική διάσταση (30). Επιπλέον, ο κανόνας έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα όχι μόνο να αποκλείσει πλήρως από την προσφυγή στη δικαιοσύνη τις τοπικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και άλλες, εθνικών διαστάσεων, ακόμη δε και διεθνών διαστάσεων (31), πράγμα ακόμη εντυπωσιακότερο. Εν ολίγοις, το άρθρο 13 του κεφαλαίου 16 του miljöbalken επιτυγχάνει τον διαμετρικά αντίθετο σκοπό από αυτόν που επιδιώκουν η Σύμβαση του Aarhus και η οδηγία 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί (32).
79. Είτε ο Σουηδός νομοθέτης επιδίωξε το αποτέλεσμα αυτό συνειδητά είτε ασυνείδητα, γεγονός παραμένει ότι οι σουηδικές μη κυβερνητικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος δεν έχουν επί του παρόντος πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
80. Θα ήθελα τέλος να προσθέσω ότι, κατά τη γνώμη μου, η κατάσταση θα ήταν η ίδια ακόμη και αν δεν υπήρχε διάταξη όπως το άρθρο 9 της Συμβάσεως του Aarhus ή το άρθρο 10α της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένως ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν την εξουσία να θεσπίζουν δικονομικούς κανόνες που καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (33). Η οδηγία 85/337, η οποία θεσπίζει σύστημα εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον και απονέμει δικαιώματα, δεν θα είχε πρακτική αποτελεσματικότητα αν το εθνικό δικονομικό σύστημα δεν διασφάλιζε την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Από την υπό κρίση περίπτωση προκύπτει σαφώς ότι, λαμβανομένης υπόψη της αδυναμίας ένδικης προσφυγής στην οποία βρίσκονται σχεδόν όλες οι οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, ένα τέτοιο μέτρο είναι αντίθετο προς την κοινοτικού δικαίου αρχή της αποτελεσματικότητας.
81. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το άρθρο 10α σε συνδυασμό προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35, έχει την έννοια ότι αποκλείει διάταξη όπως το άρθρο 13 του κεφαλαίου 16 του miljöbalken, η οποία επιτρέπει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη μόνο στις μη κυβερνητικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος που αριθμούν τουλάχιστον δύο χιλιάδες μέλη.
VI – Πρόταση
82. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα ως εξής:
1) Το σημείο 10 του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35/ΕΚ, έχει την έννοια ότι καλύπτει την παροχέτευση των υδάτων από σήραγγα διελεύσεως ηλεκτρικών καλωδίων και τη διοχέτευσή τους στο έδαφος, προς αντιστάθμιση της ενδεχόμενης μειώσεως της ποσότητας των υπογείων υδάτων, και την κατασκευή και διατήρηση εγκαταστάσεων για την παροχέτευση και τη διοχέτευση υδάτων. Δεν απαιτείται τα διοχετευόμενα ύδατα να προορίζονται για συγκεκριμένη χρήση ή συγκεκριμένο σκοπό.
2) Το άρθρο 10α της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35, δεν εγγυάται κατά κανόνα ότι το «ενδιαφερόμενο κοινό», λόγω του ότι έχει μετάσχει στη βάσει του άρθρου 6 της εν λόγω οδηγίας διαδικασία χορηγήσεως αδείας, έχει απεριόριστη πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Πάντως, μια μη κυβερνητική οργάνωση για την προστασία του περιβάλλοντος που πληροί τις προϋποθέσεις προκειμένου να έχει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου κοινού», υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35, έχει αυτομάτως δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, δυνάμει του άρθρου 10α της εν λόγω οδηγίας.
3) Το άρθρο 10α, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35, έχει την έννοια ότι αποκλείει διάταξη όπως το άρθρο 13 του κεφαλαίου 16 του miljöbalken, η οποία επιτρέπει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη μόνο στις μη κυβερνητικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος που αριθμούν τουλάχιστον δύο χιλιάδες μέλη.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997 (ΕΕ L 73, σ. 5), και με την οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 156, σ. 17).
3 – Η Σουηδία διατύπωσε επιφύλαξη όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμβάσεως του Aarhus, περιορίζοντας τη δυνατότητα των οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος «να προσφεύγουν ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου προκειμένου να προσβάλλουν κάθε απόφαση αφορώσα τοπικά σχέδια που χρήζουν εκτίμηση των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον […]». Η επιφύλαξη καταλήγει ότι η «Κυβέρνηση ελπίζει ότι η Σουηδία θα είναι σύντομα σε θέση να συμμορφωθεί με ολόκληρο το άρθρο 9, παράγραφος 2».
4 – Βλ. αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-72/95, Kraaijeveld κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-5403, σκέψη 31), της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-435/97, WWF κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I-5613, σκέψη 40), της 13ης Ιουνίου 2002, C-474/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2002, σ. I-5293, σκέψη 46), της 28ης Φεβρουαρίου 2008, C-2/07, Abraham κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-1197, σκέψη 32), και της 25ης Ιουλίου 2008, C-142/07, Ecologistas en Acción-CODA (Συλλογή 2008, σ. Ι-6097, σκέψη 28).
5 – Πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 85/337.
6 – Οι αποδόσεις στα γερμανικά, στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα ιταλικά, στα ολλανδικά, στα πορτογαλικά, στα φινλανδικά ή στα σουηδικά δεν αναφέρονται σε κανένα συγκεκριμένο σκοπό.
7 – Η υπογράμμιση δική μου.
8 – Η υπογράμμιση δική μου.
9 – Η υπογράμμιση δική μου.
10 – Υπό το πρίσμα των παρασχεθέντων στο Δικαστήριο στοιχείων, η διοικητική αρμοδιότητα του miljödomstolen στηρίζεται στο κριτήριο της σπουδαιότητας του επιμάχου σχεδίου. Εφόσον αυτό είναι μηδαμινών διαστάσεων, αρμόδια για την πραγματοποίηση της εκτιμήσεως είναι διοικητικά όργανα που δεν ανήκουν στη δικαστική εξουσία.
11 – Άρθρο 6, παράγραφοι 3, 5 και 6.
12 – Άρθρο 6, παράγραφοι 4, 5 και 6.
13 – Άρθρο 10α, στοιχείο β΄.
14 – Άρθρο 10α, στοιχείο α΄.
15 – Άρθρο 10α, τέταρτο εδάφιο.
16 – Βλ. σημεία 40 έως 45 των παρουσών προτάσεων.
17 – Όπως προβλέπει ο οδηγός για την εφαρμογή της Συμβάσεως του Aarhus, 2000, σ. 41: «εφόσον μια μη κυβερνητική οργάνωση πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ανήκει στο “ενδιαφερόμενο κοινό” για κάθε σκοπό που μπορεί να νοηθεί στο πλαίσιο της Συμβάσεως» (η υπογράμμιση δική μου). Κατά συνέπεια, κατά το μέτρο που η Σύμβαση του Aarhus έχει ενιαίο, σε ολόκληρο το κείμενό της, ορισμό του «ενδιαφερομένου κοινού», το ίδιο πρέπει να ισχύει όσον αφορά την οδηγία 85/337.
18 – Η κατάσταση διαφέρει σε περίπτωση που το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση για την προστασία του περιβάλλοντος δεν καλύπτονται από τον ορισμό του «ενδιαφερομένου κοινού». Σε τέτοια περίπτωση, θα εμπίπτουν στην έννοια του «κοινού», κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, όπως αναγνώρισε ο εκπρόσωπος της Σουηδικής Κυβερνήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, ανακύπτει ένα διαφορετικό πρόβλημα: η μετατροπή του «κοινού» σε «ενδιαφερόμενο κοινό», λόγω της συμμετοχής στις διαδικασίες παροχής αδείας του άρθρου 6 της προπαρατεθείσας οδηγίας. Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, ο προπαρατεθείς οδηγός για την εφαρμογή της Συμβάσεως του Aarhus ορίζει, στη σ. 129, ότι «σύμφωνα με τους σκοπούς της Συμβάσεως, είναι δυνατόν να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι το κοινό το οποίο έχει μετάσχει πράγματι σε ακρόαση δυνάμει της παραγράφου 7 του άρθρου 6 [που αντιστοιχεί στο άρθρο 6 της οδηγίας 85/377, όπως έχει τροποποιηθεί] συνήθως έχει αποκτήσει, ως εκ τούτου, την ιδιότητα του ενδιαφερομένου κοινού. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται λογικά στο ότι, δυνάμει της παραγράφου 8 του άρθρου 6, η δημόσια αρχή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποτελέσματα της διαδικασίας συμμετοχής του κοινού». Η διαπίστωση αυτή συνεπάγεται ότι κράτος μέλος όπως η Σουηδία το οποίο έχει επιλέξει την ευρεία και προστατευτική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί, υποχρεούται να χαρακτηρίζει ως «ενδιαφερόμενο κοινό» οποιονδήποτε έχει μετάσχει στη διαδικασία χορηγήσεως αδείας ως «κοινό». Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Σουηδικής Κυβερνήσεως, τούτο δεν θα προκαλέσει υπερβολικό φόρτο εργασίας στα σουηδικά δικαστήρια, διότι, εξαιρουμένων των οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, οι ιδιώτες πρέπει, προκειμένου να έχουν την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου κοινού», να έχουν κάποιο δικαίωμα το οποίο υφίσταται προσβολή ή να έχουν επαρκές έννομο συμφέρον (άρθρο 10α, δεύτερο εδάφιο). Όπως έχω υπογραμμίσει, η υπό κρίση διαφορά αφορά τον χαρακτηρισμό ως «ενδιαφερομένου κοινού» μιας οργανώσεως για την προστασία του περιβάλλοντος, χωρίς να είναι αναγκαίο να συζητηθούν οι μεταβολές που μπορεί να υποστεί η έννοια του «κοινού».
19 – Βλ. σημεία 45 επ. των παρουσών προτάσεων.
20 – Βλ. σημείο 42 των παρουσών προτάσεων.
21 – Βλ. σημεία 61 επ. των παρουσών προτάσεων.
22 – Olson, M., The Logic of Collective Action: Public Goods and the Theory of Groups, Harvard University Press, Cambridge, 1971.
23 – Βλ. σημείο 59 των παρουσών προτάσεων και de Sadeleer, N., Roller, G. & Dross, M., Access to Justice in Environmental Matters and the Role of NGOs. Empirical Findings and Legal Appraisal, Europa Law Publishing, Groningen, 2005, σ. 177.
24 – Τούτο αποδεικνύεται από τα εμπειρικά στοιχεία ως προς τα αποτελέσματα της συμμετοχής οργανώσεων για την προστασία του περιβάλλοντος επί των στατιστικών των δικαστηρίων, τα οποία εκθέτουν οι Sadeleer, N., Roller, G. & Dross, M., όπ.π., σ. 165-170.
25 – Σε ένα έγγραφο του 2003, η Επιτροπή απέρριψε κάθε εναρμόνιση προς τη Σύμβαση του Aarhus η οποία θα αναγνώριζε την ύπαρξη actio popularis. Με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (COM[2003] 624, της 24ης Οκτωβρίου 2003), η Επιτροπή εξέθεσε ότι «η “λαϊκή αγωγή” δεν αποτελεί ρητή απαίτηση της σύμβασης του Aarhus και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να επαφίεται στα κράτη μέλη». Η δήλωση αυτή, διατυπωθείσα σε ημερομηνία μεταγενέστερη της προτάσεως οδηγίας που κατέληξε στην έκδοση της οδηγίας 2003/35, έχει κατά τη γνώμη μου κάποια σπουδαιότητα για την υπό κρίση υπόθεση.
26 – Ebbesson, J., Access to Justice in Environmental Matters in the EU, Kluwer Law International, Χάγη, 2002, σ. 29.
27 – Αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 της οδηγίας 2003/35 (η υπογράμμιση δική μου).
28 – Dette, B., The Aarhus Convention and Legislative Initiatives for its Implementation, Ormond, T., Führ, M., Barth, R. (επιμέλεια), Environmental Law and Policy at the Turn of the 21st Century. Liber amicorum Betty Gebers, Lexxion, Βερολίνο, 2006, σ. 78.
29 – Η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι μόνον η Sveriges ornitologiska förening (σουηδική ορνιθολογική ένωση) και η Naturskyddsföreningen (ένωση για την προστασία της φύσεως) πληρούν την προϋπόθεση των δύο χιλιάδων μελών. Κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, οι τοπικές ενώσεις που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του miljöbalken έχουν την ευχέρεια να προσφύγουν στη δικαιοσύνη μέσω των οργανώσεων που νομιμοποιούνται ενεργητικώς. Φρονώ ότι αυτή η δυνατότητα είναι εντελώς ανεπαρκής και δεν συνάδει πλήρως με το πνεύμα της Συμβάσεως του Aarhus και της οδηγίας 85/337, όπως έχει τροποποιηθεί.
30 – Εξάλλου, εν προκειμένω, η DVM αποτελεί τοπική οργάνωση η οποία σκοπεύει να προσβάλει απόφαση της οποίας ο αντίκτυπος περιορίζεται εντός του δήμου.
31 – Όπως εκτέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οργάνωση όπως η Greenpeace της Σουηδίας δεν νομιμοποιείται να προσφύγει δικαστικώς σύμφωνα με τα κριτήρια του miljöbalken.
32 – Η Επιτροπή υπογραμμίζει ορθώς ότι ο οδηγός για την εφαρμογή της Συμβάσεως του Aarhus αναφέρεται σαφώς στο άρθρο 13 του κεφαλαίου 16 του miljöbalken, όταν ορίζει ότι «οι Συμβαλλόμενοι μπορούν να επιβάλλουν προϋποθέσεις στηριζόμενες σε αντικειμενικά κριτήρια τα οποία δεν πρέπει να είναι αδικαιολόγητα περιοριστικά. Επί παραδείγματι, μια χώρα της ΕΟΚ προβλέπει ότι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να έχουν ασκήσει τη δραστηριότητά τους στη χώρα αυτή και πρέπει να έχουν τουλάχιστον 2 000 μέλη. […] Όσον αφορά την άλλη διάταξη [την επιβάλλουσα ελάχιστο αριθμό μελών], αυτή μπορούσε να θεωρηθεί ως αδικαιολόγητα περιοριστική». Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Σουηδική Κυβέρνηση (παρά την υπόδειξή μου) δεν επικαλέστηκε την επιφύλαξη που έχει διατυπώσει ως προς το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμβάσεως του Aarhus. Κατόπιν τούτου, θεωρώ ότι η Σουηδία αμφιβάλλει ίσως για τη νομιμότητα των κανόνων της.
33 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-430/93 και C-431/93, Van Schijndel και van Veen (Συλλογή 1995, σ. I-4705, σκέψη 17), της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C-129/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-14637, σκέψη 25), της 13ης Μαρτίου 2007, C-432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I-2271, σκέψη 43), και της 7ης Ιουνίου 2007, C-222/05 έως C-225/05, van der Weerd κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-4233).
Full & Egal Universal Law Academy