ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 25ης Ιουνίου 2009 (1)
Υπόθεση C-301/08
Irène Bogiatzi, σύζυγος Ventouras
κατά
Deutscher Luftpool
Luxair SA
Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου
Le Foyer Assurances SA
[αίτηση του Cour de Cassation (Λουξεμβούργο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός 2027/97 – Άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας – Ευθύνη κοινοτικού αερομεταφορέα για ζημία που υπέστη επιβάτης σε περίπτωση ατυχήματος – Προθεσμία ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως – Διεθνής συμφωνία που έχουν συνάψει τα κράτη μέλη – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, να ερμηνεύσει το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας – Συνέπειες κοινοτικού κανονισμού επί διεθνούς συμφωνίας – Άρθρο 307 ΕΚ»
I – Εισαγωγή
1. Με απόφαση της 26ης Ιουνίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Ιουλίου 2008, το Cour de cassation (Λουξεμβούργο) υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ σειρά ερωτημάτων προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί της ερμηνείας του κανονισμού (ΕΚ) 2027/97 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1997, για την ευθύνη του αερομεταφορέως σε περίπτωση ατυχήματος (στο εξής: κανονισμός 2027/97) (2), σε συνδυασμό με τη «Σύμβαση περί ενοποιήσεως διατάξεων σχετικών προς τας διεθνείς αερομεταφοράς», η οποία υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 12 Οκτωβρίου 1929 (στο εξής: Σύμβαση της Βαρσοβίας).
2. Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε η I. Bogiatzi κατά της Luxair και της Deutscher Luftpool, μιας ενώσεως του γερμανικού δικαίου, λόγω ατυχήματος που υπέστη ενώ επιβιβαζόταν σε αεροσκάφος της Luxair στις 21 Δεκεμβρίου 1998 (στο εξής: κρίσιμος χρόνος).
3. Προκειμένου να αποφανθεί αν η I. Bogiatzi απώλεσε το δικαίωμά της να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω παραγραφής της αξιώσεώς της, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινισθεί κατά πόσον το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, το οποίο τάσσει διετή προθεσμία για τέτοιες αξιώσεις, έχει εφαρμογή στις περιστάσεις της κύριας δίκης μολονότι ο κανονισμός 2027/97 δεν προβλέπει ρητώς τίποτε σχετικό και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η προθεσμία αυτή είναι δυνατό να διακοπεί ή να ανασταλεί, ή αν χωρεί παραίτηση από το δικαίωμα επικλήσεως της διετούς παραγραφής.
4. Εντούτοις, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα θέτει συναφώς ένα προκαταρκτικό ζήτημα σχετικό με την ενδεχόμενη ύπαρξη και την έκταση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, να ερμηνεύσει τη Σύμβαση της Βαρσοβίας.
II – Νομικό πλαίσιο
Η Σύμβαση της Βαρσοβίας
5. Η Σύμβαση της Βαρσοβίας περιέχει, μεταξύ άλλων, κανόνες που ρυθμίζουν την ευθύνη των αερομεταφορέων σε περιπτώσεις ατυχημάτων. Έχει αναθεωρηθεί πολλάκις, ιδίως με το πρωτόκολλο της Χάγης της 28ης Σεπτεμβρίου 1955, τη Σύμβαση της Γουαδαλαχάρα της 18ης Σεπτεμβρίου 1961 και τα τέσσερα πρόσθετα πρωτόκολλα του Μόντρεαλ της 25ης Σεπτεμβρίου 1975.
6. Μολονότι η Κοινότητα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της, κατά τον κρίσιμο χρόνο και τα 15 κράτη μέλη είχαν προσχωρήσει στη Σύμβαση της Βαρσοβίας.
7. Το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, ως είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέπει όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως:
«1. Η περί ευθύνης αγωγή δέον να εγερθή, επί ποινή παραγραφής, εντός διετούς προθεσμίας, υπολογιζομένης από της αφίξεως εις τον προς ον τόπον ή από της ημέρας καθ’ ην ώφειλε το αερόπλοιον ν’ αφιχθή, ή από της διακοπής της μεταφοράς.
2. Ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας καθορίζεται υπό του Νόμου του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου.»
8. Η Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές (στο εξής: Σύμβαση του Μόντρεαλ) (3), η οποία είχε ως σκοπό να εκσυγχρονίσει και να κωδικοποιήσει τη Σύμβαση της Βαρσοβίας και τα συναφή νομοθετήματα του ιδιωτικού διεθνούς αεροπορικού δικαίου, συνάφθηκε στο Μόντρεαλ στις 28 Μαΐου 1999. Υπογράφηκε από την Κοινότητα στις 9 Δεκεμβρίου 1999 και εγκρίθηκε εξ ονόματός της με απόφαση του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2001, για τη σύναψη από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα της σύμβασης για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές (Σύμβαση του Μόντρεαλ) (4).
9. Η Σύμβαση του Μόντρεαλ, μέρη της οποίας είναι τόσο η Κοινότητα όσο και τα 27 κράτη μέλη, τέθηκε σε ισχύ στις 4 Νοεμβρίου 2004, ήτοι μετά τον κρίσιμο χρόνο. Επισημαίνεται, πάντως, ότι το άρθρο 35 της Συμβάσεως αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προθεσμία αγωγής» ταυτίζεται με τη διάταξη του άρθρου 29 της Συνθήκης της Βαρσοβίας.
Ο κανονισμός 2027/97
10. Το προοίμιο του κανονισμού 2027/97, για την ευθύνη του αερομεταφορέως σε περίπτωση ατυχήματος, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και στο μέτρο που ασκεί επιρροή εν προκειμένω, έχει ως εξής:
«[Εκτιμώντας]
(1) ότι, στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών, είναι ανάγκη να βελτιωθεί το επίπεδο προστασίας των επιβατών των εμπλεκομένων σε αεροπορικά ατυχήματα·
(2) ότι οι κανόνες περί ευθύνης σε περίπτωση ατυχήματος διέπονται από τη [Σύμβαση περί ενοποιήσεως διατάξεων σχετικών προς τας διεθνείς αερομεταφοράς], που υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 12 Οκτωβρίου 1929, ή τη σύμβαση αυτή όπως τροποποιήθηκε στη Χάγη στις 28 Σεπτεμβρίου 1955 και τη σύμβαση που [συνάφθηκε] στη [Γουαδαλαχάρα] στις 18 Σεπτεμβρίου 1961, αναλόγως του ποια εφαρμόζεται, εκάστη αναφερομένη εφεξής, ανάλογα με την περίπτωση, ως “σύμβαση της Βαρσοβίας”· ότι η σύμβαση της Βαρσοβίας εφαρμόζεται σε παγκόσμιο επίπεδο προς όφελος τόσο των επιβατών όσο και των αερομεταφορέων·
(3) ότι το όριο της ευθύνης που ορίζει η σύμβαση της Βαρσοβίας είναι υπερβολικά χαμηλό σε σχέση με τα σημερινά οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα και συχνά οδηγεί σε δίκες που χρονίζουν και αμαυρώνουν την εικόνα των αεροπορικών μεταφορών· ότι, κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη έχουν αυξήσει διαφοροτρόπως το όριο ευθύνης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν διαφορετικοί όροι μεταφοράς στην εσωτερική αγορά των αεροπορικών μεταφορών·
(4) ότι, επιπλέον, η σύμβαση της Βαρσοβίας εφαρμόζεται μόνο στις διεθνείς μεταφορές· ότι, στην εσωτερική αγορά αεροπορικών μεταφορών, έχει εξαλειφθεί η διάκριση μεταξύ εθνικών και διεθνών μεταφορών· ότι είναι συνεπώς σωστό να είναι ίδιο το όριο και ίδια η φύση της ευθύνης τόσο στις εθνικές όσο και στις διεθνείς μεταφορές·
(5) ότι εδώ και πολύ καιρό αναμένεται μια πλήρης επανεξέταση και αναθεώρηση της σύμβασης της Βαρσοβίας που θα αποτελέσει, μακροπρόθεσμα, μια περισσότερο ενιαία και εφαρμόσιμη απάντηση, σε διεθνές επίπεδο, στο ζήτημα της ευθύνης του αερομεταφορέα στην περίπτωση ατυχήματος· ότι θα πρέπει να συνεχιστούν, μέσω διαπραγματεύσεων σε πολυμερές επίπεδο, οι προσπάθειες για την αύξηση των ορίων ευθύνης που επιβάλλει η σύμβαση της Βαρσοβίας·
[…]
(7) ότι ενδείκνυται να αρθούν όλα τα χρηματικά όρια ευθύνης κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 1, της Σύμβασης της Βαρσοβίας ή οποιαδήποτε άλλα νομικά ή συμβατικά όρια, σύμφωνα με τις τάσεις που επικρατούν σήμερα σε διεθνές επίπεδο·
[…]».
11. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2027/97 προβλέπει τα εξής:
«Έννοιες περιεχόμενες στον παρόντα κανονισμό και μη οριζόμενες στην παράγραφο 1, είναι ταυτόσημες με τις έννοιες που χρησιμοποιούνται στη σύμβαση της Βαρσοβίας».
12. Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 2027/97 ορίζει τα έξης:
«1. Ο κοινοτικός αερομεταφορέας οφείλει να καταβάλει, αμελλητί, οπωσδήποτε δε, δεκαπέντε ημέρες το αργότερο αφ’ ής στιγμής εξακριβωθεί η ταυτότητα του φυσικού προσώπου το οποίο δικαιούται την αποζημίωση, την απαιτούμενη προκαταβολή για την κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών [ανάλογα προς] το μέγεθος της ζημίας που [αυτό] υπέστη.
[…]
3. Η προκαταβολή δεν συνιστά αναγνώριση ευθύνης, είναι δε δυνατός ο συμψηφισμός της προς επιγενόμενες καταβολές πραγματοποιηθείσες λόγω της ευθύνης του κοινοτικού αερομεταφορέα, δεν αποδίδεται όμως, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 3, παράγραφος 3, ή αν εκ των υστέρων αποδειχθεί ότι ο εισπράξας την προκαταβολή προκάλεσε τη ζημία ή συνέβαλε σε αυτή εξ αμελείας ή δεν εδικαιούτο την αποζημίωση.»
13. Μετά τον κρίσιμο χρόνο, ο κανονισμός 2027/97 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 889/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2002 (στο εξής: κανονισμός 889/2002) (5).
III – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και υποβληθέντα ερωτήματα
14. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, στις 21 Δεκεμβρίου 1998, η Ι. Bogiatzi έπεσε στον ασφαλτοτάπητα του αερολιμένα του Λουξεμβούργου, καθώς επιβιβαζόταν σε αεροσκάφος της Luxair.
15. Στις 22 Δεκεμβρίου 2003, η Ι. Bogiatzi άσκησε αγωγή κατά της Deutscher Luftpool και της Luxair ενώπιον του Tribunal d’Arrondissement (Λουξεμβούργο), με αίτημα να υποχρεωθούν οι δύο αυτές εταιρίες, βάσει του κανονισμού 2027/97 και της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη.
16. Αφού επισήμανε ότι η αγωγή ασκήθηκε πέντε έτη μετά το ατύχημα, το Tribunal d’Arrondissement αποφάνθηκε ότι η σχετική αξίωση είχε παραγραφεί, καθόσον είχε λήξει η διετής προθεσμία που τάσσει το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως. Συναφώς, το Tribunal d’Arrondissement κατέληξε ότι η προθεσμία είναι απαρέγκλιτη και δεν μπορεί να ανασταλεί ή να διακοπεί.
17. Με απόφαση της 28ης Μαρτίου 2007, το Cour d’Appel (Λουξεμβούργο) έκρινε απαράδεκτη την έφεση που άσκησε η Ι. Bogiatzi στο μέτρο που στρεφόταν κατά της ασφαλιστικής εταιρίας Le Foyer και του λουξεμβουργιανού Δημοσίου, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά την απόφαση του Tribunal d’Arrondissement.
18. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Cour de cassation καλείται να αποφανθεί επί της αναιρέσεως που άσκησε η Ι. Bogiatzi, καθόσον το εφετείο έκρινε ότι δεν είχε το δικαίωμα να ασκήσει αγωγή κατά του αερομεταφορέα Luxair και του ασφαλιστή του, δηλαδή της Deutscher Luftpool, λόγω παραγραφής της αξιώσεώς της. Η αίτηση αναιρέσεως στηρίζεται σε πλείονες λόγους που αντλούνται, μεταξύ άλλων, από παράβαση του κανονισμού 2027/97. Συγκεκριμένα, η Ι. Bogiatzi αμφισβητεί τη νομιμότητα της εφαρμογής, σε μια κατάσταση που διέπεται από τον κανονισμό αυτόν, της διετούς προθεσμίας του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας.
19. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Αποτελεί η “Σύμβαση περί ενοποιήσεως διατάξεων σχετικών προς τας διεθνείς αερομεταφοράς”, η οποία υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 12 Οκτωβρίου 1929, όπως τροποποιήθηκε στη Χάγη στις 28 Σεπτεμβρίου 1955, και στην οποία αναφέρεται ο κανονισμός (ΕΚ) 2027/97, μέρος των κανόνων της κοινοτικής έννομης τάξεως που έχει την αρμοδιότητα να ερμηνεύει το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ;
2) Έχει ο κανονισμός (ΕΚ) 2027/97 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1997, για την ευθύνη του αερομεταφορέως σε περίπτωση ατυχήματος, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, δηλαδή στις 21 Δεκεμβρίου 1998, την έννοια ότι για τα ζητήματα που δεν ρυθμίζει ρητώς εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις πτήσεις μεταξύ κρατών μελών της Κοινότητας οι διατάξεις της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, ειδικότερα το άρθρο 29 αυτής;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, έχει το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΚ) 2027/97, την έννοια ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό προθεσμία των δύο ετών μπορεί να ανασταλεί ή να διακοπεί ή ότι ο αερομεταφορέας ή ο ασφαλιστής του μπορούν να παραιτηθούν από το δικαίωμα επικλήσεως αυτής της διατάξεως με πράξη τους την οποία το εθνικό δικαστήριο έκρινε ως συνεπαγόμενη αναγνώριση ευθύνης;»
IV – Νομική ανάλυση
Κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
20. Στην υπό κρίση υπόθεση, υπέβαλαν παρατηρήσεις η Ι. Bogiatzi, η Luxair, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Όλοι παρέστησαν και στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 19ης Μαρτίου 2009.
21. Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Ι. Bogiatzi ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, να ερμηνεύσει τη Σύμβαση της Βαρσοβίας. Εφόσον ο κανονισμός 2027/97 παραπέμπει σε αυτήν, η Σύμβαση της Βαρσοβίας πρέπει να νοείται ως παρόμοια με πράξη κοινοτικού οργάνου και μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως. Επιπλέον, η ερμηνεία του Δικαστηρίου είναι αναγκαία προς διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής, δεδομένου ότι σκοπός του κανονισμού 2027/97 είναι η εναρμόνιση των κανόνων που ρυθμίζουν την ευθύνη του αερομεταφορέα.
22. Η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρούν, αντιθέτως, ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Εφόσον η Κοινότητα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της, η Σύμβαση της Βαρσοβίας δεν μπορεί να θεωρηθεί παρόμοια με τις κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ πράξεις των κοινοτικών οργάνων, τις οποίες το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει.
23. Επιπλέον, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ειδικότερα ότι η Κοινότητα δεν ανέλαβε αρμοδιότητες που ασκούσαν προηγουμένως τα κράτη μέλη στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, οπότε δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι διατάξεις της δεσμεύουν την Κοινότητα κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου International Fruit Company κ.λπ. (6)
24. Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή παραδέχονται, εντούτοις, ότι το γεγονός ότι ο κανονισμός 2027/97 παραπέμπει στη Σύμβαση της Βαρσοβίας δεν στερείται σημασίας για την εκ του άρθρου 234 ΕΚ αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
25. Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει μόνον τις διατάξεις εκείνες της Συμβάσεως της Βαρσοβίας στις οποίες παραπέμπει ο κανονισμός 2027/97. Ομοίως, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, λόγω των παραπομπών αυτών που περιέχει ο κανονισμός 2027/97, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη τη Σύμβαση της Βαρσοβίας, προκειμένου να ερμηνεύει τις διατάξεις του κανονισμού υπό το πρίσμα της Συμβάσεως αυτής (7).
26. Κατά την άποψη της Luxair, το Δικαστήριο δεν οφείλει εν προκειμένω να ερμηνεύσει τη Σύμβαση της Βαρσοβίας, αλλά να εφαρμόσει το άρθρο 307 ΕΚ, κατά το οποίο οι συμφωνίες που συνάφθηκαν πριν από τη Συνθήκη ΕΚ δεν θίγουν τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
27. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Ι. Bogiatzi ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι η Σύμβαση της Βαρσοβίας –και, ειδικότερα, το άρθρο της 29– έχει εφαρμογή μόνον οσάκις το προβλέπει ρητώς ο κανονισμός 2027/97. Ελλείψει ρητής παραπομπής στις οικείες διατάξεις της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, ο κανονισμός αυτός πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς. Όπως προκύπτει τόσο από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού 2027/07 όσο και από την έβδομη αιτιολογική του σκέψη, πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να ρυθμιστεί η ευθύνη του αερομεταφορέα αποκλειστικώς και μόνον από τον κανονισμό αυτόν και να αρθούν τα όρια της ευθύνης που έθετε η Σύμβαση της Βαρσοβίας. Αν το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας εξακολουθούσε να έχει εφαρμογή, θα διακυβευόταν ο σκοπός που επιδιώκει ο κανονισμός, ήτοι η εναρμόνιση των προϋποθέσεων της ευθύνης.
28. Τέλος, κατά την άποψη της Ι. Bogiatzi, η αρμοδιότητα για τον καθορισμό της προθεσμίας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως δεν μπορεί να αφεθεί στα κράτη μέλη εν ονόματι της αρχής της διαδικαστικής τους αυτονομίας. Εν πάση περιπτώσει, η διετής προθεσμία που τάσσει η Σύμβαση της Βαρσοβίας δεν πληροί, συναφώς, τις απαιτήσεις της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
29. Αντιθέτως, η Luxair, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι το ζήτημα της προθεσμίας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως εξακολουθεί να ρυθμίζεται από το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας.
30. Η Luxair επισημαίνει συναφώς ότι ο κανονισμός 2027/97 σιωπά όσον αφορά τη σχετική προθεσμία. Συνεπώς, δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του κανονισμού και της Συμβάσεως της Βαρσοβίας. Δεδομένου ότι η Σύμβαση της Βαρσοβίας έχει κυρωθεί και από κράτη που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εξακολουθούν να δεσμεύονται από τις διατάξεις της, περιλαμβανομένου του άρθρου 29, το Δικαστήριο οφείλει να αναγνωρίσει ότι η Σύμβαση της Βαρσοβίας υπερισχύει εν προκειμένω.
31. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, δεν είναι πρόδηλον ότι σκοπός του κανονισμού 2027/97 ήταν να αντικαταστήσει τη Σύμβαση της Βαρσοβίας στο σύνολό της· εξάλλου, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαγορεύει να συναχθεί σιωπηρώς ένα τέτοιο συμπέρασμα σχετικά με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Όπως προκύπτει σαφώς από το προοίμιό του, ο κανονισμός 2027/97 έχει μάλλον ως σκοπό να βελτιώσει το επίπεδο προστασίας των επιβατών που εμπλέκονται σε ατυχήματα, όμως μόνον ως προς ορισμένες πτυχές στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το ζήτημα των δικονομικών προθεσμιών, καθόσον ο κανονισμός δεν το θίγει.
32. Επιπλέον η Επιτροπή τονίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, απόκειται κατ’ αρχήν στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που σκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο (8). Εφόσον τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, οι δικονομικοί της κανόνες μπορούν να εφαρμοσθούν, κατά την εσωτερική έννομη τάξη, σε υπόθεση όπως αυτή της οποίας επιλήφθηκε το αιτούν δικαστήριο. Τέλος, η Επιτροπή αμφιβάλλει κατά πόσον είναι εύλογο το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 2027/97 θα απέκλειε την εφαρμογή του επίμαχου δικονομικού κανόνα, χωρίς να παρέχει καμία εναλλακτική λύση.
33. Η Ι. Bogiatzi ισχυρίζεται ότι στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Προς στήριξη του ισχυρισμού της, επικαλείται ιδίως την ερμηνεία του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας από το Cour de cassation (Γαλλία), καθώς και το αντικείμενο και τον σκοπό τόσο της Συμβάσεως της Βαρσοβίας όσο και του κανονισμού 2027/97, στο μέτρο που θα διακυβεύονταν από μια συσταλτική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως. Έτσι, μολονότι αμφότερα αυτά τα νομοθετήματα προάγουν την ταχεία και εξωδικαστική επίλυση των διαφορών προς αποκατάσταση της ζημίας που υφίστανται τα θύματα των ατυχημάτων, εντούτοις η προσπάθεια επίτευξης φιλικού διακανονισμού ενέχει σημαντικούς κινδύνους για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο σε περίπτωση που η προθεσμία του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας δεν μπορεί ούτε να διακοπεί ούτε να ανασταλεί και, επιπλέον, δεν χωρεί παραίτηση από το δικαίωμα επικλήσεως της σχετικής παραγραφής.
34. Η Luxair, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι, εφόσον το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει τη Σύμβαση της Βαρσοβίας, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να κρίνουν αν –και υπό ποιες προϋποθέσεις– η προθεσμία του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας μπορεί να ανασταλεί ή να διακοπεί, ή αν χωρεί παραίτηση από το δικαίωμα επικλήσεως της σχετικής παραγραφής.
35. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν εν πάση περιπτώσει να διασφαλίζουν ότι οι προθεσμίες ασκήσεως των οικείων ενδίκων βοηθημάτων πληρούν τις απαιτήσεις της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
Εκτίμηση
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
36. Το πρώτο ερώτημα θέτει το προκαταρκτικό ζήτημα κατά πόσον το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, να ερμηνεύσει τη Σύμβαση της Βαρσοβίας και ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της υποθέσεως της κύριας δίκης, του άρθρου 29 της Συμβάσεως αυτής. Είναι σαφές ότι τυχόν αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα συνεπάγεται ότι το τρίτο ερώτημα, το οποίο αφορά την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως, είναι απαράδεκτο. Αντιθέτως, το δεύτερο ερώτημα αφορά, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή του, την ερμηνεία του κανονισμού 2027/97 και, επομένως, ένα ζήτημα επί του οποίου το Δικαστήριο είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο να αποφανθεί, καθόσον άπτεται του κοινοτικού δικαίου. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινισθεί αν ο κανονισμός 2027/97 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας σε περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης.
37. Συνεπώς, εν προκειμένω τίθεται γενικότερα το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ, αφενός, των υποχρεώσεων που ενδεχομένως υπέχει ένα κράτος μέλος από πράξη του παραγώγου κοινοτικού δικαίου και, αφετέρου, των υποχρεώσεων που του επιβάλλει μια διεθνής συμφωνία, την οποία έχουν υπογράψει και άλλα κράτη μέλη, καθώς και τρίτες χώρες.
38. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η σχέση μεταξύ των υποχρεώσεων που ενδεχομένως επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο (συγκεκριμένα, ο κανονισμός 2027/97) και εκείνων που απορρέουν από το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής και των σχετικών προθεσμιών, μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη πιο σύνθετη απ’ όσο αφήνει να διαφανεί ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο έχουν διατυπωθεί τα υποβληθέντα ερωτήματα. Έτσι, πρώτον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο κανονισμός 2027/97 δεν απαγορεύει στα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας σε περιπτώσεις αγωγών αποζημιώσεως που ρυθμίζονται –καίτοι όχι ως προς το ειδικό ζήτημα των δικονομικών προθεσμιών– από τον κανονισμό αυτόν, ενδέχεται να πρέπει να πληρούνται συναφώς ορισμένες απαιτήσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο, όπως αυτές που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της αρχής της «διαδικαστικής αυτονομίας». Δεύτερον, ακόμη και αν κριθεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ να ερμηνεύει τη Σύμβαση της Βαρσοβίας, αυτό ουδόλως σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να τη λαμβάνει υπόψη κατά την ερμηνεία του κανονισμού 2027/97.
2. Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας
39. Υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι, κατά το άρθρο 300, παράγραφος 7, ΕΚ, οι συμφωνίες που συνάπτονται υπό τους όρους που καθορίζει το άρθρο αυτό δεσμεύουν τα όργανα της Κοινότητας και τα κράτη μέλη.
40. Επιπλέον, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το ζήτημα αυτό προκύπτει ότι συμφωνία που συνάφθηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 300 ΕΚ συνιστά, όσον αφορά την Κοινότητα, πράξη ενός των οργάνων της κατά την έννοια του άρθρου 234, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ, και ότι, από της θέσεως της συμφωνίας αυτής σε ισχύ, οι διατάξεις της αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως. Συνεπώς, στο πλαίσιο αυτής της έννομης τάξεως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί αιτήσεων εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που αφορούν την ερμηνεία μιας τέτοιας συμφωνίας (9).
41. Εξ αυτού θα μπορούσε να συναχθεί ότι η Σύμβαση της Βαρσοβίας, εφόσον η Κοινότητα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της, αποκλείεται κατ’ αρχήν να έχει καταστεί μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως την οποία το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ.
42. Ομολογουμένως, με την προαναφερθείσα απόφαση International Fruit Company κ.λπ., το Δικαστήριο εξομοίωσε την κατάσταση κατά την οποία η Κοινότητα έχει συνάψει επισήμως μια διεθνή συμφωνία βάσει του άρθρου 300 ΕΚ προς την κατάσταση κατά την οποία οι διατάξεις μιας διεθνούς συμφωνίας έχουν καταστεί δεσμευτικές για την Κοινότητα κατά το μέτρο που αυτή ανέλαβε, δυνάμει της Συνθήκης, αρμοδιότητες που ασκούσαν προηγουμένως τα κράτη μέλη στον τομέα εφαρμογής της οικείας συμφωνίας (10).
43. Εντούτοις, στον τομέα των διεθνών αερομεταφορών, που είναι ο τομέας εφαρμογής της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, μάλλον δεν υπήρξε πλήρης μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων που ασκούσαν προηγουμένως τα κράτη μέλη, κατά την έννοια της νομολογίας αυτής, ώστε να έχουν καταστεί οι διατάξεις της δεσμευτικές της Συμβάσεως για την Κοινότητα (11).
44. Ούτε μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί –ούτε οι διάδικοι της κύριας δίκης επιχείρησαν να προβάλουν παρόμοιο ισχυρισμό– ότι οι διατάξεις της Συμβάσεως της Βαρσοβίας και, ειδικότερα, το άρθρο της 29 θα μπορούσαν να δεσμεύουν νομικώς την Κοινότητα για τον λόγο ότι συνιστούν κανόνες του διεθνούς εθιμικού δικαίου (12).
45. Τέλος, το γεγονός ότι τόσο το προοίμιο όσο και το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2027/97 παραπέμπουν στη Σύμβαση της Βαρσοβίας δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 29 της Συμβάσεως αυτής αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως την οποία το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ.
46. Ασφαλώς, τίποτε δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να λαμβάνει επίσης υπόψη, κατά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και σε σχέση με διάφορους τομείς, τους οικείους κανόνες του διεθνούς δικαίου και ιδίως διεθνείς συμφωνίες που δεν είναι καθαυτές δεσμευτικές για την Κοινότητα.
47. Τούτο ισχύει προδήλως για την περίπτωση που –και στο μέτρο κατά το οποίο– μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου παραπέμπει ρητώς σε κανόνα του διεθνούς δικαίου, «ενσωματώνοντάς» τον στην οικεία κοινοτική ρύθμιση (13). Παραδείγματος χάρη, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2027/97: σύμφωνα με το γράμμα του, το Δικαστήριο οφείλει να προσδίδει στις έννοιες που δεν ορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού τη σημασία που έχουν όταν χρησιμοποιούνται στη Σύμβαση της Βαρσοβίας και, κατά το μέτρο αυτό, να «ερμηνεύει» την εν λόγω Σύμβαση.
48. Επιπλέον δεν αποκλείεται, κατά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο να λάβει υπόψη σχετικές διατάξεις του διεθνούς δικαίου, ακόμη και ελλείψει ρητής παραπομπής σε αυτές. Πρόκειται για έκφραση της προσπάθειας που καταβάλλει γενικώς η Κοινότητα να ασκεί τις αρμοδιότητές της τηρώντας τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και, όπως επιτάσσει η αρχή της αγαστής συνεργασίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 10 ΕΚ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις διεθνείς υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη της (14).
49. Εν προκειμένω, πάντως, δεν αμφισβητείται ότι ο κανονισμός 2027/97 σιωπά όσον αφορά την προθεσμία ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως· επιπλέον, ο κανονισμός αυτός δεν παραπέμπει ειδικώς στο άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας. Φρονώ, επομένως, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ερμηνεία της διατάξεως αυτής ασκεί επιρροή για την ερμηνεία του κανονισμού 2027/97. Για τον λόγο αυτό, πρέπει κατά την άποψή μου να γίνει διάκριση μεταξύ του ζητήματος που τέθηκε εν προκειμένω, σχετικά με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, και των περιπτώσεων στις οποίες, σύμφωνα με την ως άνω ανάλυση, το Δικαστήριο χρησιμοποιεί διεθνείς συμφωνίες ως ερμηνευτικό εργαλείο.
50. Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας δεν αποτελεί μέρος των κανόνων του κοινοτικού δικαίου τους οποίους το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ.
51. Επομένως, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
3. Η προθεσμία ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως
52. Προκειμένου να εκτιμηθεί το ζήτημα κατά πόσον, λαμβανομένου υπόψη του κανονισμού 2027/97, πρέπει να αποκλεισθεί η εφαρμογή του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας σε υποθέσεις ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, ίσως είναι χρήσιμο να υπομνησθούν κατ’ αρχάς ορισμένες πτυχές της σχέσεως μεταξύ των οικείων εννόμων τάξεων και νομοθετημάτων.
53. Συναφώς, όπως προκύπτει από το άρθρο 300, παράγραφος 7, ΕΚ και από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Κοινότητα υπερισχύουν τόσο των πράξεων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου όσο και –δεδομένου ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως– τυχόν αντίθετων διατάξεων του εθνικού δικαίου (15).
54. Εντούτοις, εφόσον όπως προεκτέθηκε οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση διατάξεις της Συμβάσεως της Βαρσοβίας δεν δεσμεύουν την Κοινότητα, δεν είναι δυνατό να υπερισχύσουν των διατάξεων του κανονισμού 2027/97 σε περίπτωση μεταξύ τους συγκρούσεως.
55. Αντιθέτως, είναι πρόδηλον ότι, σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εφαρμόζουν στο ακέραιο το κοινοτικό δίκαιο και να αφήνουν ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, περιλαμβανομένων κατ’ αρχήν των κανόνων που απορρέουν από διεθνείς συμφωνίες οι οποίες δεσμεύουν το οικείο κράτος μέλος (16). Επομένως, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ των διατάξεων του κανονισμού και εκείνων της Συμβάσεως, οι διατάξεις του κανονισμού θα υπερίσχυαν κατ’ αρχήν και θα απέκλειαν, ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως της Συμβάσεως σε υπόθεση ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
56. Ο απόλυτος χαρακτήρας αυτής της διαπίστωσης περί υπεροχής του κοινοτικού δικαίου μετριάζεται, ασφαλώς, από το άρθρο 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από συμφωνίες που συνάφθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, αφενός, και μιας ή περισσοτέρων τρίτων χωρών, αφετέρου, δεν θίγονται από τις διατάξεις της Συνθήκης. Δυνάμει του άρθρου αυτού, το οποίο έχει κατ’ αρχήν εφαρμογή στην περίπτωση της Συμβάσεως της Βαρσοβίας καθόσον πρόκειται για προϋφιστάμενη συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών και τρίτων χωρών, προγενέστερη διεθνής συμφωνία συναφθείσα από κράτος μέλος μπορεί να καταστήσει ανενεργό έναν αντίθετο κανόνα του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, ένα κράτος μέλος μπορεί, κατά τη διάταξη αυτή, να μην εκπληρώσει μια υποχρέωση που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, πλην όμως, σύμφωνα με τη μάλλον αυστηρή ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως από το Δικαστήριο, μόνο στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο για τη συμμόρφωσή του προς τις διεθνείς του υποχρεώσεις έναντι τρίτων χωρών (17).
57. Στην προκειμένη περίπτωση πάντως δεν φαίνεται να υπάρχει ευθεία σύγκρουση μεταξύ του κανονισμού 2027/97 και της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, όσον αφορά την προθεσμία του άρθρου 29 της Συμβάσεως αυτής, ώστε να παρίσταται ανάγκη άρσεώς της κατά τα ανωτέρω, καθόσον το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει, κατά την άποψή μου, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
58. Συναφώς, όχι μόνον είναι αναμφισβήτητο ότι στον κανονισμό 2027/97 δεν απαντά διάταξη η οποία να πραγματεύεται το ζήτημα της προθεσμίας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως, αλλά ούτε από το αντικείμενο ούτε από τον σκοπό του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι υπήρχε πράγματι η πρόθεση να ρυθμίσει ο εν λόγω κανονισμός το ζήτημα των δικονομικών προθεσμιών ή, ειδικότερα, να θίξει το ζήτημα της προθεσμίας του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας.
59. Ναι μεν είναι αληθές ότι ο κανονισμός 2027/97 –όπως προκύπτει προδήλως από το από το προοίμιό του και, ειδικότερα, από την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική του σκέψη– έχει ως σκοπό να βελτιώσει το επίπεδο της προστασίας που παρέχει η Σύμβαση της Βαρσοβίας στους επιβάτες που εμπλέκονται σε ατυχήματα, όσον αφορά ιδίως την ευθύνη του αερομεταφορέα σε περιπτώσεις ατυχημάτων, πλην όμως το προοίμιο του κανονισμού αυτού αναφέρεται μόνο σε ορισμένες ουσιαστικές πτυχές της ευθύνης των κοινοτικών αερομεταφορέων, όπως είναι τα χρηματικά της όρια και η δυνατότητα του αερομεταφορέα να επικαλεσθεί το άρθρο 20 παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βαρσοβίας (18). Επιπλέον, καθεμία από τις πτυχές αυτές βρίσκει εν συνεχεία την έκφρασή της στο περιεχόμενο των διατάξεων του κανονισμού. Αντιθέτως, ούτε το προοίμιο του κανονισμού 2027/97 –ούτε, πολλώ μάλλον, οι διατάξεις του– κάνουν λόγο για τις δικονομικές πτυχές της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως, όπως προθεσμία του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας.
60. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κανένα στοιχείο του κανονισμού δεν συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας του υπό την έννοια ότι ρυθμίζει, έστω σιωπηρώς, το ζήτημα της προθεσμίας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως και, συνεπώς, αποκλείει την εφαρμογή της προθεσμίας που τάσσει συναφώς το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας. Πράγματι, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, δύσκολα δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 2027/97 σκοπεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο εφαρμογής του εν λόγω δικονομικού κανόνα, τη στιγμή που δεν προβλέπει καμία εναλλακτική λύση.
61. Επομένως, καθόσον ο κανονισμός 2027/97 δεν ρυθμίζει το ζήτημα της προθεσμίας ασκήσεως αγωγής προς αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε από κοινοτικό αερομεταφορέα, επιβάλλεται η διαπίστωση, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου περί της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών, ότι απόκειται κατ’ αρχήν στην εθνική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει τους σχετικούς δικονομικούς κανόνες (19).
62. Προκύπτει εντεύθεν ότι τίποτε δεν εμποδίζει, κατ’ αρχήν, ένα κράτος μέλος να εφαρμόζει, σε περιπτώσεις υποθέσεων που άπτονται του τομέα αυτού, κανόνες παρόμοιους με εκείνον του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, οι οποίοι απορρέουν από διεθνείς συμφωνίες που το δεσμεύουν.
63. Πάντως, κατά το μέτρο που οι αγωγές αποζημιώσεως εμπίπτουν στο καθεστώς ευθύνης που καθιερώνει ο κανονισμός 2027/97 και, ως εκ τούτου, συνιστούν ένδικα βοηθήματα που σκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, τα κράτη μέλη υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι οι εφαρμοστέοι δικονομικοί κανόνες δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί απ’ ό,τι αυτοί που ισχύουν για τα αντίστοιχα ένδικα βοηθήματα του εθνικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο (αρχή της αποτελεσματικότητας) (20).
64. Συναφώς, δεν απόκειται κατ’ αρχήν στο Δικαστήριο, αλλά στον εθνικό δικαστή να προσδιορίσει επακριβώς τις υποχρεώσεις που το οικείο κράτος μέλος υπέχει από το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, όσον αφορά την προθεσμία ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως, και να εξετάσει αν και σε ποιον βαθμό η εφαρμογή της προθεσμίας αυτής μπορεί να θίξει τις ως άνω αρχές (21). Αρκεί πάντως να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αναγνωρίσει ότι είναι συμβατός με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός, επ’ απειλή παραγραφής, εύλογων προθεσμιών ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων χάριν της ασφάλειας δικαίου και ότι μιας διετής προθεσμία, όπως αυτή του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, μάλλον δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση δικαιώματος ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως δυνάμει του κανονισμού 2027/97 (22).
65. Κατόπιν των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 2027/97 δεν έχει την έννοια, όσον αφορά την προθεσμία ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης εξ ατυχήματος που συνέβη στο πλαίσιο μιας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού πτήσεως μεταξύ κρατών μελών, ότι απαγορεύει στα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, υπό την προϋπόθεση ότι η προθεσμία αυτή είναι σύμφωνη με τις αναγνωριζόμενες από το κοινοτικό δίκαιο αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
V – Πρόταση
66. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων:
– Το άρθρο 29 της Συμβάσεως περί ενοποιήσεως διατάξεων σχετικών προς τας διεθνείς αερομεταφοράς, που υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 12 Οκτωβρίου 1929, δεν αποτελεί μέρος των κανόνων του κοινοτικού δικαίου τους οποίους το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ.
– Ο κανονισμός (ΕΚ) 2027/97 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1997, για την ευθύνη του αερομεταφορέως σε περίπτωση ατυχήματος, δεν έχει την έννοια, όσον αφορά την προθεσμία ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης εξ ατυχήματος που συνέβη στο πλαίσιο μιας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού πτήσεως μεταξύ κρατών μελών, ότι απαγορεύει στα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν το άρθρο 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας, υπό την προϋπόθεση ότι η προθεσμία αυτή είναι σύμφωνη με τις αναγνωριζόμενες από το κοινοτικό δίκαιο αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 285, σ. 1.
3 – ΕΕ 2001, L 194, σ. 39.
4 – ΕΕ 2001, L 194, σ. 38.
5 – ΕΕ L 140, σ. 2.
6 – Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972, 21/72 έως 24/72, International Fruit Company NV κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 279), και απόφαση της 3ης Ιουνίου 2008, C-308/06, Intertanko κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-4057, σκέψεις 48 και 49).
7 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-154/02, Nilsson (Συλλογή 2003, σ. I-12733, σκέψη 39)
8 – Η Επιτροπή παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C-2/06, Kempter (Συλλογή 2008, σ. I-411, σκέψη 57).
9 – Βλ., μεταξύ άλλων, υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1974, 181/73, Haegeman (Συλλογή τόμος 1974, σ. 245), της 15ης Ιουνίου 1999, C-321/97, Andersson και Wåkerås-Andersson (Συλλογή 1999, σ. I-3551, σκέψη 26), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑431/05, Merck Genéricos – Produtos Farmacêuticos (Συλλογή 2007, σ. I-7001, σκέψη 31).
10 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση International Fruit Company κ.λπ., σκέψεις 10 έως 18· βλ. επίσης, σχετικώς, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1975, 38/75, Douaneagent der Nederlandse Spoorwegen (Συλλογή τόμος 1975, σ. 435), απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C‑379/92, Peralta (Συλλογή 1994, σ. I-3453, σκέψη 16), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Intertanko κ.λπ., σκέψη 49.
11 – Υπογραμμίζεται συναφώς ότι, πρώτον, η έκδοση του κανονισμού 2027/97 δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί ότι έχει γίνει μεταβίβαση των σχετικών αρμοδιοτήτων, καθόσον το αντικείμενο του κανονισμού αυτού είναι αναμφίβολα πιο περιορισμένο από εκείνο της Συμβάσεως της Βαρσοβίας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει σαφώς τόσο από το προοίμιό του όσο και από τις διατάξεις του, ο κανονισμός 2027/97 έχει ως σκοπό να βελτιώσει το επίπεδο της προστασίας των επιβατών έναντι των κοινοτικών αερομεταφορέων όσον αφορά την ευθύνη για αποκατάσταση της ζημίας που υφίστανται σε περίπτωση θανάτου ή σωματικής βλάβης, ενώ η Σύμβαση της Βαρσοβίας ρυθμίζει και τη μεταφορά αποσκευών ή εμπορευμάτων. Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι η Σύμβαση του Μόντρεαλ, η οποία αντικατέστησε τη Σύμβαση της Βαρσοβίας, συνάφθηκε με μικτή συμφωνία της Κοινότητας και των μελών της, καθόσον ελήφθη ως δεδομένο ότι υπήρχε ακόμη συναρμοδιότητα στον τομέα των διεθνών αερομεταφορών που καλύπτει η Σύμβαση του Μόντρεαλ (βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 4 αποφάσεως του Συμβουλίου περί της συνάψεως της Συμβάσεως του Μόντρεαλ). Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Κοινότητα διαδέχθηκε στην πράξη τα κράτη μέλη όσον αφορά τη Σύμβαση της Βαρσοβίας ούτε ότι τα άλλα μέρη της εν λόγω Συμβάσεως αναγνώρισαν στην Κοινότητα τον ρόλο αυτόν.
12 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, C-162/96, Racke (Συλλογή 1998, σ. I-3655, σκέψη 45), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Intertanko κ.λπ., σκέψη 51.
13 – Βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση Nilsson, σκέψη 39, και απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2001, C-510/99, Tridon (Συλλογή 2001, σ. I-7777, σκέψη 25).
14 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1992, C-286/90, Poulsen και Diva Navigation (Συλλογή 1992, σ. I-6019, σκέψεις 9 και 10), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Intertanko κ.λπ., σκέψη 52.
15 – Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. I-3989, σκέψη 52), της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I-403, σκέψη 35), και της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 194/85 και 241/85, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. 1037, σκέψεις 28 έως 32).
16 – Βλ., σχετικώς, μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψη 21).
17 – Βλ., σχετικώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-124/95, Centro-Com (Συλλογή 1997, σ. I-81, σκέψεις 55 έως 57), της 2ας Αυγούστου 1993, C-158/91, Levy (Συλλογή 1993, σ. I-4287, σκέψεις 11 έως 13), της 14ης Οκτωβρίου 1980, 812/79, Burgoa (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 71, σκέψη 6), και της 27ης Φεβρουαρίου 1962, 10/61, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 657). Κατά τη νομολογία αυτή, το άρθρο 307 ΕΚ έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι παρέχεται σε κάθε κράτος μέλος η δυνατότητα να σεβαστεί, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, τα δικαιώματα που αντλούν τρίτες χώρες από προγενέστερη συμφωνία και να τηρήσει τις υποχρεώσεις που το ίδιο υπέχει από αυτή.
18 – Βλ. τρίτη, έβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 2027/97.
19 – Βλ., σχετικώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 17), της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe-Zentralfinanz και Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), και της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-312/93, Peterbroeck (Συλλογή 1995, σ. I-4599, σκέψη 12).
20 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Kempter, σκέψη 57, και αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2007, C-432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I-2271, σκέψη 43), και της 16ης Μαΐου 2000, C-78/98, Preston κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-3201, σκέψη 31).
21 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Centro-Com, σκέψη 58, και απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, C-324/93, Evans Medical και Macfarlan Smith (Συλλογή 1995, σ. I-563, σκέψη 29).
22 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Kempter, σκέψη 58. Στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δεν φαίνεται να ανακύπτει ζήτημα όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, κατά το μέτρο που η ίδια προθεσμία –αυτή του άρθρου 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας– θα εφαρμοζόταν τόσο εντός όσο και εκτός του πλαισίου του κοινοτικού δικαίου σε αγωγές προς αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε στο πλαίσιο πτήσεως μεταξύ κρατών μελών, ήτοι ακόμη και αν η ευθύνη για την προκληθείσα ζημία δεν ρυθμιζόταν από τον κανονισμό 2027/97.
Full & Egal Universal Law Academy