ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 3ης Σεπτεμβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑305/08
CoNISMa (Consorzio Nazionale Interuniversitario per le Scienze del Mare)
κατά
Regione Marche
[αίτηση του Consiglio di Stato (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Οδηγία 2004/18/ΕΚ – Διαδικασία για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως – Έννοια του όρου “οικονομικός φορέας” – Αποκλεισμός μη κερδοσκοπικών φορέων, όπως πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, των οποίων οι δραστηριότητες περιλαμβάνουν την έρευνα»
1. Αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) είναι η ερμηνεία της έννοιας του «οικονομικού φορέα» όπως αυτή καθορίζεται, ιδίως, στο άρθρο 1, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (2). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν μη κερδοσκοπικοί φορείς, οι οποίοι δεν δραστηριοποιούνται στην αγορά επί τακτικής βάσεως, ιδίως πανεπιστημιακά ιδρύματα και ερευνητικά ινστιτούτα καθώς και συμπράξεις (κοινοπραξίες) μεταξύ πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και ερευνητικών ινστιτούτων, αφενός, και κρατικών φορέων, αφετέρου, έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών σχετικών με γεωφυσικά δεδομένα και θαλάσσια δείγματα. Επιπροσθέτως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν η συσταλτική ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, κατά την οποία οι ως άνω φορείς δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής, αντίκειται στην οδηγία.
I – Νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
2. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας, «οι “δημόσιες συμβάσεις” είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας οι οποίες συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας» (3).
3. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας:
«Ως “εργολήπτης”, “προμηθευτής” και “πάροχος υπηρεσιών” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή φορέας του δημοσίου, ή κοινοπραξία αυτών των προσώπων ή/και οργανισμών, που προσφέρει αντιστοίχως την εκτέλεση εργασιών ή/και έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών στην αγορά.
Ο όρος “οικονομικός φορέας” καλύπτει ταυτόχρονα τις έννοιες “εργολήπτης”, “προμηθευτής” και “πάροχος υπηρεσιών” και χρησιμοποιείται μόνο για λόγους απλούστευσης του κειμένου.
[…]» (4)
4. Το άρθρο 4 της οδηγίας επιγράφεται «οικονομικοί φορείς» και ορίζει:
«1. Οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες οι οποίοι, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, έχουν δικαίωμα να διενεργούν τη συγκεκριμένη παροχή, δεν είναι δυνατόν να απορρίπτονται με μοναδική αιτιολόγηση το γεγονός ότι, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η ανάθεση της σύμβασης, θα έπρεπε να είναι είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα.
[…]
2. Οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων δύνανται να υποβάλλουν προσφορές ή να εμφανίζονται ως υποψήφιοι. Για την υποβολή μιας προσφοράς ή μιας αίτησης συμμετοχής, οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να απαιτούν να έχουν οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων συγκεκριμένη νομική μορφή· ωστόσο, η επιλεγείσα κοινοπραξία είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να περιβληθεί συγκεκριμένη νομική μορφή, εάν της ανατεθεί η σύμβαση, στο μέτρο που η περιβολή αυτής της νομικής μορφής είναι αναγκαία για την ορθή εκτέλεση της σύμβασης» (5).
5. Εν τέλει, το άρθρο 44, παράγραφος 1, της οδηγίας, υπό τον τίτλο «Έλεγχος της καταλληλότητας, επιλογή των συμμετεχόντων και ανάθεση των συμβάσεων», ορίζει ότι «οι συμβάσεις ανατίθενται βάσει των κριτηρίων που ορίζονται στα άρθρα 53 και 55, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 24, αφού οι αναθέτουσες αρχές ελέγξουν την καταλληλότητα των οικονομικών φορέων που δεν έχουν αποκλεισθεί σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 46. Ο έλεγχος της καταλληλότητας πραγματοποιείται από τις αναθέτουσες αρχές σύμφωνα με τα κριτήρια της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας και των επαγγελματικών και τεχνικών γνώσεων ή ικανοτήτων που αναφέρονται στα άρθρα 47 έως 52, και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με τα αμερόληπτα κριτήρια και τους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 3» (6).
Το εθνικό δίκαιο
6. Το άρθρο 3, παράγραφοι 19 και 22, του κώδικα δημοσίων συμβάσεων, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 163 της 12ης Απριλίου 2006 (7), ορίζει, αντιστοίχως, ότι «ως εργολήπτης, προμηθευτής και παρέχων υπηρεσίες νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Ομίλου Οικονομικού Σκοπού (ΕΟΟΣ) που δύναται να συσταθεί κατά το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 240 της 23ης Ιουλίου 1991, και το οποίο προσφέρει στην αγορά, αντιστοίχως, εκτέλεση εργασιών ή κατασκευή έργου, προμήθεια αγαθών ή παροχή υπηρεσιών» και ότι «ο όρος “οικονομικός φορέας” καλύπτει τις έννοιες εργολήπτης, προμηθευτής, παρέχων υπηρεσίες ή ένωση ή κοινοπραξία των εν λόγω φορέων» (8).
7. Το άρθρο 34 του νομοθετικού διατάγματος 163/2006 ορίζει, υπό τον τίτλο “Φορείς στους οποίους ανατίθενται οι συμβάσεις […]”:
«1. Υπό την επιφύλαξη αντίθετων ρητών διατάξεων, δικαιούνται να συμμετέχουν σε διαδικασίες για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων οι ακόλουθοι φορείς:
a) πρόσωπα ασκούντα την εμπορία ατομικώς, συμπεριλαμβανόμενων των βιοτεχνών, των εμπορικών εταιριών και των συνεταιριστικών εταιριών,
b) κοινοπραξίες αγροτικών και εργατικών συνεταιριστικών οργανώσεων, και […] συμπράξεις βιοτεχνών […],
c) διαρκείς κοινοπραξίες που έχουν, μεταξύ άλλων συσταθεί ως κοινές επιχειρήσεις, […] μεταξύ μεμονωμένων εργοληπτών (συμπεριλαμβανόμενων των βιοτεχνών), εμπορικών εταιριών ή αγροτικών ή εργατικών συνεταιριστικών ενώσεων, […],
d) συγκροτούμενες από διαγωνιζόμενους ενώσεις ειδικού σκοπού, των οποίων μέλη μπορούν να είναι τα διαλαμβανόμενα υπό a, b και c πρόσωπα […],
e) συνήθεις κοινοπραξίες διαγωνιζομένων […], των οποίων μέλη μπορούν να είναι τα διαλαμβανόμενα υπό a, b και c πρόσωπα, συμπεριλαμβανόμενων όσων έχουν συσταθεί ως εμπορικές εταιρίες ή partnerships […],
f) φορείς που συμμετέχουν σε [ΕΟΟΣ] […],
[…]».
8. Σε χρόνο μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών στα οποία αναφέρεται η διαφορά της κύριας δίκης, και κατόπιν της εκδόσεως της διατάξεως του αιτούντος δικαστηρίου στις 23 Απριλίου 2008, το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 152 της 11ης Σεπτεμβρίου 2008 (9) εισήγαγε το ακόλουθο σημείο στην ως άνω απαρίθμηση: «f bis) οικονομικοί φορείς κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 22, που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη και έχουν συσταθεί σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως».
II – Πραγματικά περιστατικά, εξέλιξη της διαδικασίας και προδικαστικά ερωτήματα
9. Η Regione Marche, υπό την ιδιότητά της ως αναθέτουσας αρχής, προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών σχετικών με γεωφυσικά δεδομένα και θαλάσσια δείγματα. Η Consorzio Nazionale Interuniversitario per le Scienze del Mare (εθνική διαπανεπιστημιακή κοινοπραξία θαλασσίων σπουδών, στο εξής: CoNISMa) κατέθεσε αίτηση συμμετοχής αλλά, τελικώς, αποκλείστηκε από τη διαδικασία.
10. Η CoNISMa προσέβαλε τον αποκλεισμό της, υποβάλλοντας ειδική διοικητική προσφυγή στον Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας. Στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής, το Ministero dell’ambiente e della tutela del territorio (ιταλικό Υπουργείο Περιβάλλοντος και Προστασίας της επικράτειας) ζήτησε από το Consiglio di Stato να διατυπώσει γνώμη. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν μια διαπανεπιστημιακή κοινοπραξία, όπως η CoNISMa, αποτελεί «οικονομικό φορέα» κατά την έννοια της οδηγίας και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εάν έχει δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασία διαγωνισμού, όπως η υπό κρίση στη διαφορά της κύριας δίκης. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει επιφυλάξεις βασιζόμενο στις ακόλουθες εκτιμήσεις.
11. Κατά το Consiglio di Stato, η CoNISMa είναι ένωση (κοινοπραξία) που έχει συσταθεί από 24 πανεπιστημιακά ιδρύματα και τρία υπουργεία. Όπως προκύπτει από το καταστατικό της, η κοινοπραξία είναι μη κερδοσκοπική, αντικείμενό της δε είναι η προώθηση και ο συντονισμός της έρευνας και άλλων επιστημονικών δράσεων, καθώς και των εφαρμογών αυτών, στον τομέα των θαλάσσιων σπουδών και μεταξύ των συμμετεχόντων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Εντούτοις, κατά το καταστατικό, η CoNISMa δύναται να συμμετέχει σε δημόσιους διαγωνισμούς για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. Η κοινοπραξία χρηματοδοτείται κυρίως από κονδύλια του Υπουργείου Τριτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως και Έρευνας. Κατά το αιτούν δικαστήριο, στην υπό κρίση διαδικασία διαγωνισμού έχουν δικαίωμα συμμετοχής μόνον δημόσιοι φορείς οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της μέλλουσας να συναφθεί συμβάσεως, κατά τρόπο σύμφωνο προς τη δημόσια αποστολή τους, αφενός, και προς τις μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες με τις οποίες είναι επιφορτισμένοι δυνάμει των κανόνων που τους διέπουν, αφετέρου.
12. Ως εκ τούτου, το Consiglio di Stato αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιον αυτού διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 2004/18/ΕΚ […] την έννοια ότι μια κοινοπραξία που έχει συσταθεί αποκλειστικώς από ιταλικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και κρατικούς φορείς, [όπως η CoNISMa], πρέπει να αποκλείεται από διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως υπηρεσιών, όπως αυτή που έχει ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών σχετικών με γεωφυσικά δεδομένα και θαλάσσια δείγματα;
2) Είναι οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 19 και 22, και του άρθρου 34 του ιταλικού κώδικα δημοσίων συμβάσεων, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 163/2006, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, “ο όρος ‘οικονομικός φορέας’ καλύπτει τις έννοιες του εργολήπτη, του προμηθευτή και του παρέχοντος υπηρεσίες, καθώς και κοινοπραξία που αυτοί συγκροτούν” και “ως εργολήπτης, προμηθευτής και παρέχων υπηρεσίες νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, συμπεριλαμβανομένου του (ΕΟΟΣ) […], και το οποίο προσφέρει στην αγορά, αντιστοίχως, εκτέλεση εργασιών ή κατασκευή έργου, προμήθεια αγαθών ή παροχή υπηρεσιών”, αντίθετες προς την οδηγία 2004/18/ΕΚ, εφόσον ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι επιτρέπουν την πρόσβαση σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού μόνο σε επαγγελματίες παρόχους των υπηρεσιών αυτών, κατ’ αποκλεισμό φορέων με κατά κύριο λόγο μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες, όπως η έρευνα;»
III – Εκτίμηση
Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
13. Κατά την CoNISMa, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, η εθνική νομοθεσία, καθόσον αποκλείει τους φορείς που δεν αποτελούν εργολήπτες σύμφωνα με την εξαντλητική απαρίθμηση του άρθρου 34 του νομοθετικού διατάγματος 163/2006, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της οδηγίας. Το άρθρο 1, παράγραφος 8, αυτής περικλείει ρητώς τους «φορείς του δημοσίου» μεταξύ των εργοληπτών, προμηθευτών και παρεχόντων υπηρεσίες. Το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει ότι οι υποψήφιοι οι οποίοι έχουν δικαίωμα να διενεργούν τη συγκεκριμένη παροχή δεν είναι δυνατόν να απορρίπτονται με μοναδική αιτιολόγηση το γεγονός ότι, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η ανάθεση της συμβάσεως, θα έπρεπε να είναι είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα. Κατά μείζονα λόγο, ένας υποψήφιος δεν θα έπρεπε να αποκλείεται με την αιτιολογία ότι δεν είναι «εργολήπτης». Η CoNISMa ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσέγγιση επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, κατόπιν της αποφάσεως της Επιτροπής να κινήσει την υπ’ αριθ. 2007/2009 (10) διοικητική διαδικασία κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας λόγω παραβάσεως κοινοτικών υποχρεώσεων, η Ιταλική Κυβέρνηση εισήγαγε στο άρθρο 34, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 136/2006, το προαναφερθέν νέο σημείο (f bis). Κατά την CoNISMa, η προϋπόθεση κατά την οποία οικονομικοί φορείς εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη πρέπει να εμπίπτουν στην έννοια του εργολήπτη εξέλιπε πλήρως συνεπεία της εν λόγω τροποποιήσεως. Περαιτέρω, με την ίδια τροποποίηση αντικαταστάθηκε ο όρος «εργολήπτης», του οποίου έκανε χρήση το νομοθετικό διάταγμα, με τον όρο «οικονομικοί φορείς».
14. Η Τσεχική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι, εάν πρόθεση του συντάκτη της οδηγίας ήταν να διακρίνει μεταξύ δημόσιων φορέων οικονομικού χαρακτήρα, επιφορτισμένων με συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, και δημόσιων φορέων μη οικονομικού χαρακτήρα, θα είχε περιλάβει σε αυτήν αντίστοιχη πρόβλεψη. Κατά συνέπεια, η Τσεχική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
15. Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι οι κοινοτικοί κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων εφαρμόζονται όταν αναθέτουσα αρχή προτίθεται να αναθέσει την εκτέλεση συμβάσεως εξ επαχθούς αιτίας σε φορέα νομικώς διακριτό από αυτήν, ανεξαρτήτως του εάν ο εν λόγω φορέας είναι ο ίδιος αναθέτουσα αρχή ή όχι. Εξ αυτού έπεται ότι οι αναθέτουσες αρχές έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών είτε ως προσφέρουσες είτε ως υποψήφιες, διαπίστωση που τυγχάνει, κατά μείζονα λόγο, εφαρμογής σε προσφέροντες οι οποίοι, χωρίς να είναι αναθέτουσες αρχές, αναπτύσσουν μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες και δεν ενεργούν αποκλειστικώς βάσει των προσταγμάτων της αγοράς.
16. Η Επιτροπή προβάλλει, κατά βάση, ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας και τη νομολογία του Δικαστηρίου, φορείς του δημοσίου και αναθέτουσες αρχές έχουν δικαίωμα να μετέχουν ως προσφέροντες σε διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών και μπορούν, ως εκ τούτου, να θεωρούνται ως οικονομικοί φορείς κατά την έννοια της οδηγίας. Περαιτέρω, ουδεμία διάταξη της οδηγίας αποκλείει τον χαρακτηρισμό πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και κοινοπραξιών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ως οικονομικών φορέων ή την πρόσβαση αυτών σε διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών.
17. Στη δεύτερη ερώτηση, όλα τα ως άνω μέρη συμφωνούν, κατ’ ουσίαν, ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Εκτίμηση
18. Με τα δυο ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν μη κερδοσκοπικοί φορείς, οι οποίοι δεν δραστηριοποιούνται σε δεδομένη αγορά επί τακτικής βάσεως (11), όπως η CoNISMa –δηλαδή πανεπιστημιακά ιδρύματα και ερευνητικά ινστιτούτα καθώς και ενώσεις (κοινοπραξίες) μεταξύ πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και ερευνητικών ινστιτούτων, αφενός, και κρατικών φορέων, αφετέρου (12)– έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως υπηρεσιών και εάν μπορούν να θεωρηθούν ως «οικονομικοί φορείς» κατά την έννοια της οδηγίας. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί περαιτέρω να διευκρινιστεί εάν η συσταλτική ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας –ερμηνεία που θα είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό των ως άνω φορέων από διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού– είναι σύμφωνη προς την οδηγία. Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι αρμοδιότητα του Δικαστηρίου είναι η ερμηνεία του κοινοτικού και όχι του εθνικού δικαίου (13).
19. Θα εξετάσω κατ’ αρχάς το γράμμα των σχετικών διατάξεων.
20. Μολονότι ο όρος «οικονομικοί φορείς» απαντάται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, η οδηγία δεν περιλαμβάνει ακριβή ορισμό της εν λόγω έννοιας. Το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας ορίζει απλώς ότι ο όρος «χρησιμοποιείται μόνο για λόγους απλούστευσης του κειμένου» και καλύπτει «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή φορέα του δημοσίου, ή κοινοπραξία αυτών των προσώπων ή/και οργανισμών, που προσφέρει αντιστοίχως την εκτέλεση εργασιών ή/και έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών στην αγορά» (14).
21. Θεωρώ, σε αυτό το πλαίσιο, ότι από την αναφορά του άρθρου 1, παράγραφος 8, σε όσους «προσφέρουν υπηρεσίες στην αγορά» δεν προκύπτει πρόθεση να περιοριστεί η κατηγορία των φορέων του δημοσίου που δικαιούνται να συνάπτουν συμβάσεις με αναθέτουσες αρχές, αποκλειστικά σε όσους δραστηριοποιούνται (επιχειρηματικά) στον τομέα των υπηρεσιών, τις οποίες πρόκειται να παράσχει ο επιλεγείς αντισυμβαλλόμενος, και έχουν επιπροσθέτως κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Για να χαρακτηρισθεί ένας φορέας ως οικονομικός, δεν είναι απαραίτητο αυτός να προσφέρει υπηρεσίες στην αγορά επί συνεχούς και συστηματικής βάσεως.
22. Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι η οδηγία δεν επιβάλλει υποχρέωση αποκτήσεως συγκεκριμένης νομικής μορφής ούτε την προϋπόθεση να έχει ο φορέας τα χαρακτηριστικά επιχειρήσεως ή ακόμη να έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα ή σταθερή ή τακτική παρουσία στην αγορά.
23. Η οδηγία ορίζει μόνον ότι «οικονομικός φορέας» μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, κάθε φορέας του δημοσίου που προσφέρει την εκτέλεση έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών στην αγορά. Δεν ορίζει τίποτε πλέον αυτού.
24. Συναφώς, όπως επεσήμανε η Επιτροπή, η έλλειψη διευκρινίσεων σχετικά με τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά και/ή τη νομική μορφή των οικονομικών φορέων, που έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού, καταδεικνύει τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να μην περιλάβει ορισμό της εν λόγω έννοιας, κατά τρόπο που θα εισήγαγε ειδικές προϋποθέσεις και, συνακόλουθα, περιορισμούς στην πρόσβαση στις διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών.
25. Επιπροσθέτως, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, «οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες οι οποίοι, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, έχουν δικαίωμα να διενεργούν τη συγκεκριμένη παροχή, δεν είναι δυνατόν να απορρίπτονται με μοναδική αιτιολόγηση το γεγονός ότι, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η ανάθεση της σύμβασης, θα έπρεπε να είναι είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα». Όσον αφορά, περαιτέρω, τις ενώσεις οικονομικών φορέων, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει ότι «για την υποβολή μιας προσφοράς ή μιας αίτησης συμμετοχής, οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να απαιτούν να έχουν οι κοινοπραξίες οικονομικών φορέων συγκεκριμένη νομική μορφή […]».
26. Εκ των ανωτέρω επισημάνσεων, όπως επίσης και από το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 8, της οδηγίας, έπεται ότι δημόσιοι φορείς, όπως ο φορέας στην υπόθεση της κύριας δίκης, αποτελούν οικονομικούς φορείς και έχουν, κατ’ αρχήν, δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως υπηρεσιών.
27. Η ως άνω εκτίμηση επιβεβαιώνεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας (15).
28. Εξάλλου, δύναται εδώ να γίνει παραλληλισμός με την παγιοθείσα έννοια της επιχειρήσεως στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού.
29. Ο παραλληλισμός αυτός είναι σκόπιμος κατά το μέτρο που, όπως τονίζει η οδηγία, η έννοια του οικονομικού φορέα χρησιμοποιείται μόνο για λόγους απλουστεύσεως. Επιπροσθέτως, είναι πρόδηλο ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού και οι κανόνες για την εξασφάλιση δίκαιου ανταγωνισμού στις διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών συνδέονται μεταξύ τους.
30. Ως εκ τούτου, είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά, αρχής γενομένης από την απόφαση Höfner και Elser (16), στη νομολογία σχετικά με την έννοια της επιχειρήσεως στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, η οποία «καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς του». Το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι «συνιστά οικονομική δραστηριότητα κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά» (17). Η συναφής παρατήρηση του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs, ότι «μια δραστηριότητα δεν παύει οπωσδήποτε να είναι οικονομική απλώς και μόνον επειδή δεν υπάρχει σκοπός επιτεύξεως κέρδους», είναι ιδιαιτέρως εύστοχη (18).
31. Η ερμηνεία που δίνω στην έννοια του οικονομικού φορέα έχει επίσης επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
32. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο έχει επισημάνει στη νομολογία του (19) ότι οι περί δημοσίων συμβάσεων κοινοτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε «δραστηριοποιούμενο στην αγορά οικονομικό φορέα». Εντούτοις, δεν θεωρώ ότι από την προηγούμενη διαπίστωση προκύπτει πως ο οικονομικός φορέας πρέπει να έχει σταθερή ή διαρκή παρουσία στην αγορά.
33. Αντιθέτως, κατά τη γνώμη μου, η έννοια του οικονομικού φορέα πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά, ώστε να καλύπτει κάθε πρόσωπο που προσφέρει υπηρεσίες σε δεδομένη αγορά, ανεξαρτήτως του εάν τις προσφέρει για πρώτη φορά ή μεμονωμένα ή ευκαιριακά.
34. Πράγματι, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, η ως άνω προσέγγιση δεν αποβαίνει επιζήμια για την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, αφού, κατά το άρθρο 44 της οδηγίας, ανάδοχοι ορίζονται μόνον κατόπιν ελέγχου από τις αναθέτουσες αρχές της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας, καθώς και των επαγγελματικών και τεχνικών γνώσεων ή ικανοτήτων που διαθέτουν οι οικονομικοί φορείς.
35. Η διασταλτική ερμηνεία της έννοιας του οικονομικού φορέα είναι επίσης σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου, καθόσον σκοπός του κοινοτικού δικαίου είναι η ευρύτερη δυνατή συμμετοχή προσφερόντων σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού (20).
36. Οι αποφάσεις Teckal (21), ARGE (22), Stadt Halle και RPL Lochau (23), και Auroux κ.λπ. (24), πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Στις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η κοινοτική νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων εφαρμόζεται ακόμη και σε περιπτώσεις που αντισυμβαλλόμενος είναι μια αναθέτουσα αρχή (25). Ως εκ τούτου, μια αναθέτουσα αρχή μπορεί να θεωρηθεί ως οικονομικός φορέας κατά την έννοια της οδηγίας. Η διαπίστωση αυτή ενισχύει την από μέρους μου διασταλτική ερμηνεία της έννοιας αυτής στην υπό κρίση υπόθεση.
37. Το αιτούν δικαστήριο εξέφρασε αμφιβολίες ιδιαίτερα σε σχέση με τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα της CoNISMa. Συναφώς, στην απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (26), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας ενώσεως προσώπων δεν αποκλείει την από μέρους αυτής ανάληψη δραστηριότητας οικονομικού χαρακτήρα ούτε τον χαρακτηρισμό της ενώσεως ως επιχειρήσεως κατά τις περί ανταγωνισμού διατάξεις της Συνθήκης.
38. Αναφερόμενο στην απόφασή του επί της υποθέσεως ARGE (27), το Δικαστήριο έκρινε ότι η οφειλόμενη στην εθελοντική εργασία των μελών τους δυνατότητα των ως άνω ενώσεων να υποβάλλουν προσφορές κατά πολύ χαμηλότερες των υπόλοιπων διαγωνιζομένων, δεν συνιστά λόγο αποκλεισμού από διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως υπηρεσίας καλυπτόμενης από την οδηγία 92/50. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συνήγαγε ότι, στην εν λόγω υπόθεση, η υπό κρίση σύμβαση ενέπιπτε στην κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/50 έννοια της δημόσιας συμβάσεως υπηρεσιών, ο δε μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας των αντισυμβαλλόμενων ενώσεων δεν ασκούσε επιρροή στον χαρακτηρισμό αυτόν (28).
39. Περαιτέρω, όσον αφορά τις αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με την ικανότητα της κοινοπραξίας να επιδείξει επαγγελματισμό και επιδόσεις επιπέδου αντίστοιχου προς αυτό ιδιωτικής επιχειρήσεως, καθώς και την ικανότητα να χρησιμοποιήσει πολύπλοκους μηχανισμούς και χειριστές υψηλών ικανοτήτων, αρκεί να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία είναι αδιάφορο εάν ο προσφέρων δεν δύναται ή δεν προτίθεται να εκτελέσει τη σύμβαση με ίδια μέσα, αφής στιγμής αποδεικνύει ότι έχει στη διάθεσή του τα μέσα θυγατρικών εταιριών ή άλλων φορέων, ανεξαρτήτως του νομικού δεσμού με τους φορείς αυτούς (29), τα οποία απαιτούνται για την εκτέλεση της συμβάσεως.
40. Συναφώς, η οδηγία δεν παρέχει σε αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να αποκλείει από δημόσιο διαγωνισμό φορέα του δημοσίου, όπως η CoNISMa· λόγος γι’ αυτό είναι ότι η ικανότητα συμμετοχής οικονομικού φορέα σε τέτοια διαδικασία πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο των άρθρων 44 και 52 της οδηγίας. Με άλλα λόγια, όπως υποστήριξε η Τσεχική Κυβέρνηση, η δυνατότητα συμμετοχής σε διαδικασία διαγωνισμού μέσω υποβολής προσφοράς πρέπει να διακρίνεται από την αξιολόγηση της προσφοράς αυτής σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.
41. Επιπροσθέτως, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η συμμετοχή σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού κοινοπραξιών φορέων του δημοσίου, όπως η CoNISMa, ενδέχεται να παραβιάζει την αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού κατά δύο τρόπους. Πρώτον, λόγω της συμμετοχής αυτής, μέρος των δημοσίων συμβάσεων είναι δυνατό να παραμένει εκτός ανοιχτής αγοράς, καθόσον η πρόσβαση σημαντικής μερίδας ιδιωτικών επιχειρήσεων στις συμβάσεις αυτές θα καθίστατο τουλάχιστον δυσχερής εξαιτίας του εκτεταμένου δικτύου επιχειρηματικών σημείων αναφοράς που διαθέτει η κοινοπραξία. Δεύτερον, ο μέλλων αντισυμβαλλόμενος κατέχει αδικαιολόγητα πλεονεκτική θέση εξαιτίας της οικονομικής ασφάλειας που του παρέχει η σταθερή και προβλέψιμη κρατική χρηματοδότηση, πλεονέκτημα που δεν διαθέτουν οι υπόλοιποι οικονομικοί φορείς, οι οποίοι δεν μπορούν παρά να στηρίζονται αποκλειστικώς στην ικανότητα επιτεύξεως κέρδους μέσω της προσφοράς τους στην αγορά.
42. Πρώτον, όσον αφορά το εκτεταμένο δίκτυο επιχειρηματικών σημείων αναφοράς που διαθέτει η κοινοπραξία, εκτιμώ ότι το επιχείρημα δεν είναι ιδιαιτέρως καθοριστικό, αφού, όπως εξήγησε η CoNISMa στις παρατηρήσεις της, μόνη έδρα της κοινοπραξίας είναι η Ρώμη, τα δε γραφεία των διαφόρων μελών της δεν παίζουν ρόλο στις διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών.
43. Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η CoNISMa κατέχει αδικαιολόγητα πλεονεκτική θέση λόγω της κρατικής χρηματοδοτήσεως που λαμβάνει –επιχείρημα που αποκλίνει από τη διευκρίνιση της CoNISMa ότι η εμπορική της δραστηριότητα είναι αυτοχρηματοδοτούμενη– συμφωνώ με την Τσεχική Κυβέρνηση και την Επιτροπή ως προς το ότι είναι αρκετό να επισημανθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η περίσταση αυτή δεν αποτελεί κώλυμα για τη συμμετοχή σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού (30). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι φορείς του Δημοσίου, ιδίως δε φορείς λαμβάνοντες ενισχύσεις από το κράτος, οι οποίες τους επιτρέπουν να υποβάλλουν προσφορές κατά πολύ χαμηλότερες από μη επιδοτούμενους διαγωνιζόμενους, έχουν ρητώς (31) δικαίωμα να μετέχουν σε διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως. Πράγματι, η εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης οδηγία καθιστά ρητώς δυνατή τη συμμετοχή δημόσιων φορέων –χρηματοδοτούμενων σε κάποιες περιπτώσεις από το δημόσιο ταμείο– σε διαδικασίες για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων.
44. Μπορεί εδώ να επισημανθεί ότι το άρθρο 55, παράγραφος 3, της οδηγίας, σχετικά με τις «ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές» ορίζει ότι «εφόσον η αναθέτουσα αρχή διαπιστώνει ότι μια προσφορά είναι ασυνήθιστα χαμηλή λόγω χορήγησης κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα, η προσφορά μπορεί να απορρίπτεται αποκλειστικά για αυτόν τον λόγο μόνο μετά από διαβούλευση με τον προσφέροντα, και εφόσον ο προσφέρων δεν είναι σε θέση να αποδείξει, εντός επαρκούς προθεσμίας την οποία τάσσει η αναθέτουσα αρχή, ότι η εν λόγω ενίσχυση χορηγήθηκε σε νόμιμα πλαίσια. Όταν η αναθέτουσα αρχή απορρίπτει μια προσφορά υπό τις συνθήκες αυτές, ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά» (32).
45. Συναφώς, κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, «τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε η τυχόν συμμετοχή ενός οργανισμού δημοσίου δικαίου ως προσφέροντος σε διαδικασία σύναψης δημόσιας συμβάσεως να μην προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού έναντι των ιδιωτών που υποβάλλουν προσφορά».
46. Συμπερασματικά, το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας, και, ειδικότερα, η έννοια του «οικονομικού φορέα», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει τη συμμετοχή κοινοπραξίας, όπως η διάδικος στην κύρια δίκη, σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως υπηρεσιών (33). Επομένως, η οδηγία απαγορεύει εθνική νομοθετική ρύθμιση, η οποία αποκλείει τη συμμετοχή τέτοιων φορέων, υπό τον όρο ότι, κατά την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, οι ως άνω φορείς έχουν, κατά τα λοιπά, το δικαίωμα να προσφέρουν προϊόντα, υπηρεσίες ή έργα στην αγορά.
47. Υπ’ αυτό το πρίσμα, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του, εάν η σχετική εθνική νομοθεσία είναι συμβατή με την οδηγία και, εν ανάγκη, να αφήσει ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου (34).
IV – Πρόταση
48. Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di Stato:
(1) Το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και, ειδικότερα, η έννοια του «οικονομικού φορέα», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει τη συμμετοχή κοινοπραξίας, όπως η διάδικος στην κύρια δίκη, σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως με αντικείμενο υπηρεσίες τις οποίες η εν λόγω κοινοπραξία έχει δικαίωμα να παρέχει κατά τη σχετική εθνική νομοθεσία.
(2) Η οδηγία 2004/18 απαγορεύει εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία αποκλείει τη συμμετοχή φορέων των οποίων η δραστηριότητα είναι πρωτίστως μη κερδοσκοπική, όπως η έρευνα, υπό τον όρον ότι, κατά την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, οι ως άνω φορείς έχουν το δικαίωμα να προσφέρουν προϊόντα, υπηρεσίες ή έργα στην αγορά.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114, στο εξής: οδηγία).
3 – Η υπογράμμιση δική μου.
4 – Όπ.π.
5 – Όπ.π.
6 – Όπ.π.
7 – GURI αριθ. 100 της 2ας Μαΐου 2006, συμπλήρωμα (νομοθετικό διάταγμα αριθ. 163/2006). Οι διαδικασίες για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών διέπονται συνολικά από τις διατάξεις του εν λόγω διατάγματος.
8 – Η υπογράμμιση δική μου.
9 – GURI αριθ. 231, της 2ας Οκτωβρίου 2008.
10 – Η CoNISMa ισχυρίζεται ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, η απαρίθμηση του άρθρου 34 του νομοθετικού διατάγματος 163/2006 «δεν επιτρέπει προφανώς τη συμμετοχή σε διαδικασία διαγωνισμού φορέων με νομική μορφή άλλη από εκείνες που περιλαμβάνει η εν λόγω απαρίθμηση. Ειδικότερα, το ως άνω άρθρο φαίνεται να μην επιτρέπει τη συμμετοχή άλλων φορέων του δημοσίου ή οργανισμών δημοσίου δικαίου κατά την έννοια των κοινοτικών οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων».
11 – Το Consiglio di Stato παρατηρεί συναφώς ότι η παρουσία της CoNISMa στην αγορά δεν είναι «τακτική» ή «διαρκής». Εντούτοις, το καταστατικό της CoNISMa ορίζει ρητώς ότι αυτή δύναται να μετέχει σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού, γι’ αυτό και, εξετάζοντας το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, περικλείω τον όρο «απαραιτήτως». Πράγματι, η CoNISMa διατείνεται ότι μετέχει τακτικά σε διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών.
12 – Θα σημείωνα εδώ ότι η CoNISMa αμφισβητεί το γεγονός ότι συγκροτείται και από κρατικούς φορείς. Εντούτοις, αρκεί να υπομνησθεί ότι τα ερωτήματα που υποβάλλονται στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως εξετάζονται υπό το πρίσμα των πραγματικών και νομικών στοιχείων που παρέχει το αιτούν δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερόμενων μερών. Βλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-153/02, Neri (Συλλογή 2003, σ. I-13555, σκέψεις 33 έως 36)· βλ., επίσης, απόφαση της 12ης Απριλίου 2005, C-145/03, Keller (Συλλογή 2005, σ. I-2529, σκέψεις 32 έως 34). Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι παρούσες προτάσεις ισχύει ανεξαρτήτως του αν στην κοινοπραξία μετέχουν και κρατικοί φορείς.
13 – Όσον αφορά τη διατύπωση του δεύτερου ερωτήματος, δεν είναι αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, να αποφαίνεται επί του συμβατού του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο, ούτε να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο. Εντούτοις, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνευτικά στοιχεία που θα του επιτρέψουν να εκτιμήσει το συμβατό αυτό προκειμένου να εκδώσει απόφαση στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑213/07, Μηχανική, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 51 και 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
14 – Η υπογράμμιση δική μου.
15 – Στην πρόταση οδηγίας, και ειδικότερα στην αιτιολογία της προτεινόμενης διατάξεως που τελικώς κατέστη άρθρο 1, παράγραφος 8, επισημαινόταν ότι «η εισαγωγή της νέας έννοιας [του οικονομικού φορέα] κατέστη αναγκαία λόγω της συγχωνεύσεως των τριών οδηγιών περί συμβάσεων στους “κλασσικούς” τομείς σε ενιαίο κείμενο». Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας επίσης προκύπτει ότι «μόνος σκοπός του όρου [αυτού] είναι η συντομία» και ότι ο όρος αυτός, αποδιδόμενος στα γαλλικά ως “opérateur économique” ή στα ολλανδικά ως “ondernemer”, πράγματι στα αγγλικά σημαίνει “επιχείρηση” (“undertaking”). Εν συνεχεία επισημαίνεται ότι «σε περίπτωση σοβαρών δυσκολιών κατά τη μεταφορά, μπορεί, παρά τον πλατειασμό, να γίνει συστηματική χρήση των όρων “προμηθευτής, πάροχος υπηρεσιών και εργολήπτης”».
16 – Απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C‑41/90 (Συλλογή 1991, σ. I‑1979, σκέψη 21). Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, C‑205/03 P, FENIN κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑6295, σκέψη 25), και, πιο πρόσφατα, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C‑280/06, ETI κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑10893, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
17 – Βλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2009, C‑113/07 P, Selex Sistemi Integrati κατά Επιτροπής και Eurocontrol (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 69). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1987, 118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 2599, σκέψη 7), της 18ης Ιουνίου 1998, C‑35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1998, σ. I‑3851, σκέψη 36), της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C‑309/99, Wouters κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑1577, σκέψη 47), της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑222/04, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑289, σκέψη 108), της 23ης Μαρτίου 2006, C‑237/04, Enirisorse (Συλλογή 2006, σ. I‑2843, σκέψη 29), και FENIN κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 25).
18 – Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2006, C‑5/05, Joustra (Συλλογή 2006, σ. I‑11075, σκέψη 84). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro στην προπαρατεθείσα απόφαση FENIN κατά Επιτροπής, «έστω και αν δεν επιδιώκεται κανένας κερδοσκοπικός στόχος, μπορεί να υφίσταται συμμετοχή στην αγορά δυνάμενη να διακυβεύσει τους σκοπούς του δικαίου του ανταγωνισμού» (σκέψη 14). Σχετικά με την επιρροή που ασκεί ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας οργανισμού στον χαρακτηρισμό μιας δραστηριότητας ως οικονομικής, βλ. αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 1993, C‑159/91 και C‑160/91, Poucet & Pistre, (Συλλογή 1993, σ. I‑637, σκέψη 10), της 18ης Ιουνίου 1998, Επιτροπή κατά Ιταλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 37), της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑180/98 έως C‑184/98, Pavlov κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑6451, σκέψεις 76 και 77).
19 – Βλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑220/05, Auroux κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑385, σκέψη 44).
20 – Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Μηχανική (προπαρατεθείσα απόφαση 13, σκέψη 39), της 19ης Μαΐου 2009, C‑538/07, Assitur (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 26). Βλ., επίσης, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2005, C‑26/03, Stadt Halle και RPL Lochau (Συλλογή 2005, σ. I‑1, σκέψη 47).
21 – Απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1999, C‑107/98 (Συλλογή 1999, σ. I‑8121, σκέψη 50 επ.).
22 – Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑94/99 (Συλλογή 2000, σ. I‑11037, σκέψη 40).
23 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 47.
24 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19.
25 – Σχετικά με τον χαρακτηρισμό πανεπιστημιακού ιδρύματος ως αναθέτουσας αρχής, βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑380/98, The University of Cambridge (Συλλογή 2000, σ. I‑8035). Σχετικά με την έννοια της αναθέτουσας αρχής, βλ. Tizzano, A., La notion de «pouvoir adjudicateur» dans la jurisprudence communautaire, Monti, M., Prinz Nikolaus von und zu Liechtenstein, Vesterdorf, B., Westbrook, J., Wildhaber, L. (επιμ.), EconomicLawandJusticeinTimesofGlobalisation, Nomos, Baden-Baden, 2007, σ. 659‑669.
26 – Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2007, C‑119/06 (σκέψεις 37 έως 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η απόφαση αφορούσε την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1).
27 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 (σκέψεις 32 και 38).
28 – Σχετικά με το επιχείρημα που βασίζεται στον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, βλ., επίσης, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2004, C‑126/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2004, σ. I‑11197, σκέψεις 18 και 19) και της 13 Ιανουαρίου 2005, C‑84/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2005, σ. I‑139, σκέψεις 38 έως 40), καθώς και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Auroux κ.λπ., (απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σημείο 54).
29 – Βλ. αποφάσεις της 14ης Απριλίου 1994, C‑389/92, Ballast Nedam Groep (Συλλογή 1994, σ. I‑1289, σκέψεις 11 επ.), της 2ας Δεκεμβρίου 1999, C‑176/98, Holst Italia (Συλλογή 1999, σ. I‑8607, σκέψεις 25 επ.), και της 12ης Ιουλίου 2001, C‑399/98, Ordine degli Architetti κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑5409, σκέψεις 88 έως 96).
30 – Βλ. απόφαση ARGE (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψεις 24 επ.).
31 – Κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, δυνάμει της οδηγίας 92/50.
32 – Συναφώς, βλ. επίσης προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση ARGE.
33 – Συναφώς, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, οι δραστηριότητες μη κερδοσκοπικών οργανισμών των οποίων πρωταρχική αποστολή είναι η έρευνα μπορεί, φυσικά, να καθορίζεται από το κράτος μέλος, το οποίο εξάλλου, δύναται, εν ανάγκη, να θέσει περιορισμούς στη δυνατότητα τέτοιων οργανισμών να προσφέρουν υπηρεσίες στην αγορά. Παρά ταύτα, το εν λόγω κράτος μέλος οφείλει να αναγνωρίζει ως «οικονομικούς φορείς» οργανισμούς εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος και δυνάμενους υπό το εφαρμοζόμενο στο τελευταίο κράτος μέλος καθεστώς, να παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες, είτε πρόκειται για πανεπιστημιακά ιδρύματα είτε για ερευνητικά ινστιτούτα ή ενώσεις των ανωτέρω, με ή χωρίς κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Το αιτούν δικαστήριο δεν επικαλείται διάταξη του ιταλικού δικαίου σκοπούσα την επιβολή περιορισμών σε φορείς, όπως η διάδικος στην κύρια δίκη.
34 – Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑357/06 (Frigerio Luigi & C. (Συλλογή 2007, σ. I‑12311, σκέψη 28), που παραπέμπει στην απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, 157/86, Murphy κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 673, σκέψη 11), και απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007, C‑208/05, ITC (Συλλογή 2007, σ. I‑181, σκέψεις 68 και 69).
Full & Egal Universal Law Academy