ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 5ης Απριλίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑334/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως – Ίδιοι πόροι – Άρνηση αποδόσεως στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες των τελωνειακών δασμών που προέρχονται από την εισαγωγή εμπορευμάτων λόγω μη συννόμων αδειών των τελωνειακών αρχών – Άρθρο 17 του κανονισμού (EΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 – Ανωτέρα βία – Συνέπειες της καταχωρίσεως της οφειλής σε χωριστά λογιστικά βιβλία»
I – Εισαγωγή
1. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της υπό κρίση διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ, του άρθρου 8 της αποφάσεως 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ (2), καθώς και πλειόνων διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 (3), επειδή η Ιταλία δεν έθεσε στη διάθεση της Επιτροπής ορισμένους ιδίους πόρους. Οι εν λόγω ίδιοι πόροι αποτελούν τελωνειακούς δασμούς για την εισαγωγή τεμαχίων αλουμινίου, για την οποία οι αρμόδιοι τελωνειακοί υπάλληλοι χορήγησαν προδήλως παράνομη απαλλαγή από τους δασμούς.
2. Η υπόθεση καθιστά αναγκαία την εξέταση της έννοιας της ανωτέρας βίας, την οποία επικαλέστηκε η Ιταλία για να δικαιολογήσει την ενέργειά της. Περαιτέρω, ανακύπτει το ερώτημα, σε ποιο χρονικό σημείο πρέπει να αποδοθούν οι ίδιοι πόροι, οι οποίοι καταχωρίζονται στα λογιστικά βιβλία B.
3. Επειδή στην ως άνω τελευταία πτυχή του ζητήματος παρέπεμψε μόνον η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ως παρεμβαίνουσα υπέρ της Ιταλικής Δημοκρατίας, πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί αν ο παρεμβαίνων μπορεί να προβάλει άλλους επιθετικούς ή αμυντικούς ισχυρισμούς από αυτούς του κυρίου διαδίκου.
II – Το νομικό πλαίσιο
4. Το άρθρο 8 της αποφάσεως 2000/597 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εισπράττουν τους ίδιους πόρους και να τους θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής.
5. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων θεωρείται βεβαιωθείσα, «άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη». Σύμφωνα με την παράγραφο 2, η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
6. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 1150/2000 ορίζει τα εξής:
«3. α) Οι απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία, υπό την επιφύλαξη του στοιχείου β΄ της παρούσας παραγράφου, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση.
β) Οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία που αναφέρονται στο στοιχείο α) διότι δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται, εντός της προθεσμίας του στοιχείου α΄ σε χωριστά λογιστικά βιβλία. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο, σε περίπτωση που οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί [και] καλύπτονται από εγγυήσεις, αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας.
[…].»
7. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 ορίζει τα εξής:
«1. Αφού αφαιρεθεί το 10 % των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.
Πάντως για τις απαιτήσεις που βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, καταχωρούνται σε χωριστά λογιστικά βιβλία, η εγγραφή πρέπει να γίνει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της είσπραξης των απαιτήσεων.»
8. Το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1150/2000 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 2, έσοδα να αποδίδονται στην Επιτροπή κατά τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
2. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα έσοδα, μόνον εάν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας. Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τα σχετικά ποσά εφόσον αποδεικνύεται, μετά από διεξοδική εξέταση όλων των στοιχείων της εν λόγω περίπτωσης, ότι είναι οριστικά αδύνατον να εισπράξουν τα οφειλόμενα για λόγους πέραν της ευθύνης τους. […].»
9. Ο κανονισμός 1150/2000 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 2028/2004 του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2004 (4). Ο κανονισμός 2028/2000 τέθηκε σε ισχύ στις 28 Νοεμβρίου 2004. Ο κανονισμός αυτός αντικατέστησε το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000 με το ακόλουθο κείμενο:
«2. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα οφειλόμενα έσοδα που βεβαιώθηκαν ως μη ανακτήσιμα:
α) είτε για λόγους ανωτέρας βίας
β) είτε για άλλους λόγους που δεν μπορούν να τους καταλογισθούν.
Τα ποσά των βεβαιωθέντων δασμών δηλώνονται ως μη ανακτήσιμα με απόφαση της αρμόδιας διοικητικής αρχής που βεβαιώνει την αδυναμία ανάκτησης.
Τα ποσά των βεβαιωθέντων οφειλόμενων δασμών χαρακτηρίζονται μη ανακτήσιμα το αργότερο μετά την παρέλευση πενταετίας από την ημερομηνία κατά την οποία βεβαιώθηκε το ποσό σύμφωνα με το άρθρο 2 ή, σε περίπτωση διοικητικής ή δικαστικής προσφυγής, από την κοινοποίηση, γνωστοποίηση ή δημοσίευση της οριστικής απόφασης,. […]
Τα ποσά που δηλώνονται ή χαρακτηρίζονται μη ανακτήσιμα εκπίπτουν οριστικά από τη χωριστή λογιστική που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄. Τα ποσά αυτά αναφέρονται σε παράρτημα της τριμηνιαίας κατάστασης που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 στοιχείο β΄ καθώς και, ενδεχομένως, στην τριμηνιαία κατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 5.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά
10. Aπό εσωτερική έκθεση ελέγχου των ιταλικών αρχών συνάγεται ότι η Direzione Compartimentale delle Dogane per le Regioni Puglia e Basilicata (περιφερειακή διεύθυνση τελωνείων για τις περιφέρειες Puglia και Basilicata) χορήγησε, μέσω του τελωνείου του Τάραντα, στις 27 Φεβρουαρίου 1997 και στις 14 Μαΐου 2002, σε δύο επιχειρήσεις, πλείονες άδειες για την κατασκευή δύο ιδιωτικών τελωνειακών αποθηκών τύπου C και για τη μεταποίηση τεμαχίων αλουμινίου (δασμολογική κλάση 7601 – ποσοστό δασμού 6 %) σε απορρίμματα αλουμινίου (δασμολογική κλάση 7602 – αδασμολόγητο) υπό τελωνειακή επιτήρηση.
11. Κατά την έκθεση ελέγχου, η χορήγηση από τη Διοίκηση των ως άνω αδειών συνιστούσε πρόδηλη παραβίαση του τελωνειακού δικαίου της Ενώσεως (πρώην: τελωνειακό δίκαιο της Κοινότητας) και είχε ως συνέπεια ότι κατά τα έτη 1997 έως 2002 δεν βεβαιώθηκαν και δεν εισπράχθηκαν οι αντίστοιχοι δασμοί. Από τα στοιχεία των ιταλικών αρχών, η Επιτροπή συνήγαγε ότι τα διαφυγόντα έσοδα ανέρχονται σε 22 730 818,35 ευρώ.
12. Στις 4 Δεκεμβρίου 2002, οι αρμόδιες αρχές ανακάλεσαν τις χορηγηθείσες άδειες, πράγμα που είχε ως συνέπεια τη μεταγενέστερη βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής. Οι αρμόδιες αρχές καταχώρισαν τα αντίστοιχα ποσά στους μήνες Μάρτιο έως Ιούλιο 2003 στα λογιστικά βιβλία B. Κατά των υπευθύνων των επιχειρήσεων και των υπαλλήλων της τελωνειακής αρχής, οι οποίοι χορήγησαν τις άδειες, εκκρεμούν ποινικές δίκες. Οι τελωνειακές οφειλές δεν είχαν καταβληθεί μέχρι τότε και η Ιταλία δεν απέδωσε στην Ένωση τους αντίστοιχους ίδιους πόρους.
IV – Προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και προσφυγή
13. Κατά την νομοτύπως διεξαχθείσα προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η Επιτροπή προσήψε στην Ιταλική Δημοκρατία ότι αρνήθηκε να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής τους ιδίους πόρους που προέκυψαν στο ανωτέρω εκτεθέν πλαίσιο. Επειδή η Επιτροπή δεν πείσθηκε από τους αμυντικούς ισχυρισμούς της Ιταλικής Δημοκρατίας, άσκησε στις 21 Ιουλίου 2008 την παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ, από το άρθρο 8 της αποφάσεως 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και από τα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, λόγω του ότι αρνήθηκε να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής τους ιδίους πόρους που αντιστοιχούν στην τελωνειακή οφειλή που προκύπτει από τη χορήγηση, τον Φεβρουάριο του 1997, εκ μέρους της περιφερειακής διεύθυνσης των τελωνείων για τις περιφέρειες Puglia και Basilicata, που εδρεύει στο Μπάρι, μη σύννομων αδειών για τη δημιουργία και τη διαχείριση στον Τάραντα τελωνειακών αποθηκών τύπου C, κατόπιν δε αδειών για μεταποίηση υπό τελωνειακό έλεγχο και για τελειοποίηση προς επανεξαγωγή, μέχρι την ανάκλησή τους στις 4 Δεκεμβρίου 2002,
– να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
14. Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή.
15. Με διάταξη της 3ης Δεκεμβρίου 2008, το Δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υπέρ της Ιταλικής Δημοκρατίας.
V – Νομική εκτίμηση
16. Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι οι χορηγηθείσες απαλλαγές από τους δασμούς εκδόθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων του τελωνειακού δικαίου και, επομένως, κακώς δεν εισπράχθηκαν δασμοί στο ύψος που προβάλλει η Επιτροπή. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι, επομένως, μόνο το ζήτημα αν και, ενδεχομένως, πότε η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να θέσει τα ποσά αυτά στη διάθεση της Επιτροπής.
17. Τα κράτη μέλη οφείλουν να βεβαιώνουν την απαίτηση της Ενώσεως επί των ιδίων πόρων, από τη στιγμή που οι τελωνειακές τους αρχές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και, επομένως, μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των πόρων αυτών και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη (5). Εξ αυτού συνάγεται, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού 1150/2000, η υποχρέωση να αποδοθούν οι αντίστοιχοι ίδιοι πόροι στην Ένωση.
18. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι πρέπει συναφώς να ληφθούν υπόψη οι μεμονωμένες εισαγωγές αλουμινίου κατά το χρονικό διάστημα από το 1997 έως το 2002 και ότι η Ιταλική Κυβέρνηση όφειλε προ πολλού να καταβάλει στην Ένωση τους δασμούς που αντιστοιχούσαν σ’ αυτές.
19. Η Ιταλική Κυβέρνηση, αντιθέτως, θεωρεί ότι δεν είναι υποχρεωμένη να αποδώσει τους τελωνειακούς δασμούς, επειδή η είσπραξή τους δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας. Στηρίζεται συναφώς στο άρθρο 17 του κανονισμού 1150/2000 (6).
Α – Το επιχείρημα της ανωτέρας βίας
20. Για τη θεμελίωση της υπάρξεως ανωτέρας βίας και της συνακόλουθης απαλλαγής από την υποχρέωση αποδόσεως των ιδίων πόρων στην Ένωση, η Ιταλία στηρίζεται σε δύο επιχειρήματα. Αφενός, οι αρμόδιοι τελωνειακοί υπάλληλοι συνέπραξαν κατά συμπαιγνία με τις επιχειρήσεις εισαγωγών και, αφετέρου, οι χορηγηθείσες από τους τελωνειακούς υπαλλήλους άδειες δυσχέραναν τον εντοπισμό των παρατυπιών, οπότε δεν κατέστη δυνατόν να αποκαλυφθούν κατά τους συνήθεις ελέγχους.
1. Επί της έννοιας της ανωτέρας βίας
21. Το Δικαστήριο δεν έχει μέχρι σήμερα ερμηνεύσει διεξοδικότερα την έννοια της ανωτέρας βίας κατά το άρθρο 17 του κανονισμού 1150/2000. Υπάρχει, όμως, νομολογία για την ερμηνεία της έννοιας αυτής σε σχέση με άλλες διατάξεις. Το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη κρίνει ότι η έννοια της ανωτέρας βίας δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο στους διαφόρους τομείς εφαρμογής του δικαίου της Ενώσεως, οπότε η σημασία της πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου προορίζεται να παράγει τα αποτελέσματά της (7). Πάντως, το Δικαστήριο επιλέγει ένα γενικό ορισμό ως αφετηρία κάθε έρευνας, ο οποίος ισχύει, ανεξαρτήτως των ιδιομορφιών των ειδικών τομέων στους οποίους χρησιμοποιείται (8).
22. Κατά συνέπεια, θα εκθέσω, κατ’ αρχάς, τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά άλλους τομείς του δικαίου και, στη συνέχεια, θα εξετάσω αν αυτή μπορεί να εφαρμοστεί ως έχει στον κανονισμό 1150/2000 ή αν είναι αναγκαίες κάποιες προσαρμογές.
Η νομολογία του Δικαστηρίου σε άλλους τομείς
23. Το μεγαλύτερο μέρος της νομολογίας σχετικά με την ανωτέρα βία αφορά διατάξεις της Κοινής Οργανώσεως Αγορών στον τομέα της γεωργίας. Πάντως, και σε αποφάσεις σχετικά με το άρθρο 45 του Οργανισμού του, το Δικαστήριο χρειάστηκε να αποφανθεί επί της ερμηνείας της έννοιας αυτής.
24. Κατά τη νομολογία αυτή, η έννοια της ανωτέρας βίας και του τυχηρού πρέπει να νοείται, κατ’ αρχήν, ως καλύπτουσα μόνο περιστάσεις οι οποίες είναι ασυνήθεις και απρόβλεπτες, επί των οποίων ο επικαλούμενος την ανωτέρα βία δεν ασκεί καμία επιρροή και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά την επιδειχθείσα επιμέλεια (9). Εξ αυτού έπεται ότι η έννοια της ανωτέρας βίας εμπεριέχει ένα αντικειμενικό και ένα υποκειμενικό στοιχείο, εκ των οποίων το πρώτο σχετίζεται με μη φυσιολογικές και ξένες προς τον επικαλούμενο την ανωτέρα βία περιστάσεις και το δεύτερο συνδέεται με την υποχρέωση του ενδιαφερομένου να προφυλαχθεί από τις συνέπειες του μη φυσιολογικού γεγονότος, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα χωρίς να υποβληθεί σε υπερβολικές θυσίες (10).
Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση
25. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι συντρέχει ανωτέρα βία στην παρούσα περίπτωση. Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορεί να επικαλεστεί εν προκειμένω ανωτέρα βία, επειδή οι υπάλληλοί της, με τη χορήγηση παρανόμων αδειών, εμπόδισαν την είσπραξη τελωνειακών δασμών και, επομένως, η αιτία της μη εισπράξεως δεν βρίσκεται εκτός της σφαίρας επιρροής της Ιταλικής Δημοκρατίας. Επιπλέον, η Ιταλική Δημοκρατία μπορούσε, μέσω αποτελεσματικών ελεγκτικών μηχανισμών, να εμποδίσει πλήρως τις παράνομες ενέργειες.
26. Η προϋπόθεση της εξωτερικής προελεύσεως του γεγονότος, κατά τη διάρκεια του οποίου θεωρείται ότι προκλήθηκε η ανωτέρα βία, δεν συντρέχει εν προκειμένω. Αναμφιβόλως, οι άδειες για την κατασκευή των ιδιωτικών τελωνειακών αποθηκών καθώς και για τη μεταποίηση των υποκειμένων σε δασμό τεμαχίων αλουμινίου σε αδασμολόγητα απορρίμματα αλουμινίου χορηγήθηκαν από την αρμόδια προς τούτο αρχή, δηλαδή τη Direzione Compartimentale delle Dogane per le Regioni Puglia e Basilicata.
27. Οι τελωνειακοί υπάλληλοι ενήργησαν στα πλαίσια ασκήσεως των καθηκόντων τους, οπότε οι έννομες συνέπειες των ενεργειών τους πρέπει να καταλογιστούν στην Ιταλική Δημοκρατία. Επειδή η αιτία για τη μη είσπραξη των δασμών θα πρέπει να εντοπισθεί εντός της σφαίρας επιρροής της Ιταλικής Δημοκρατίας, η Ιταλία δεν μπορεί να επικαλεστεί ανωτέρα βία.
28. Το καθού κράτος μέλος είναι της γνώμης ότι δεν χρειάζεται να φέρει το ίδιο τις χρηματοοικονομικές συνέπειες των διοικητικών ενεργειών των υπαλλήλων του, εάν οι υπάλληλοί του τέλεσαν αξιόποινες πράξεις. Επομένως, πρέπει να αναμένεται το αποτέλεσμα της ποινικής δίκης και της κινηθείσας αστικού δικαίου διαδικασίας αναγωγής, ώστε να καταστεί δυνατόν να διευκρινιστεί η ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων.
29. Πάντως, στο πλαίσιο διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως δεν μπορεί ένα κράτος μέλος να απαλλαγεί ισχυριζόμενο ότι η συμπεριφορά των υπαλλήλων του δεν πρέπει να του καταλογιστεί. Πρέπει, κατ’ αρχάς, να διευκρινιστεί συναφώς ότι στην παρούσα περίπτωση δεν διαπιστώθηκε ακόμη με ισχύ δεδικασμένου ότι οι οικείοι υπάλληλοι διέπραξαν αξιόποινη πράξη, επειδή οι σχετικές διαδικασίες είναι ακόμη εκκρεμείς. Πάντως, ακόμη και αν είναι σαφές ότι υφίσταται αξιόποινη ενέργεια των υπαλλήλων, τούτο δεν αίρει τον καταλογισμό της ενέργειάς τους στο κράτος.
30. Ο καταλογισμός αυτός συνάδει με το σχέδιο κειμένου άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου σχετικά με την ευθύνη του κράτους για διεθνώς παράνομες πράξεις (11)∙ ομοίως, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνουν ότι στο κράτος πρέπει να καταλογίζονται παραβάσεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών από τους κάθε βαθμού δημοσίους υπαλλήλους του, ακόμη και αν οι υπάλληλοι ενήργησαν χωρίς να έχουν την προς τούτο απαιτούμενη εξουσία και δη στην περίπτωση που ενήργησαν πέραν ή αντίθετα προς τις οδηγίες που τους είχαν δοθεί (12).
31. Τέλος, η Ιταλία δεν μπορεί επίσης να ισχυριστεί, για να θεμελιώσει την ύπαρξη ανωτέρας βίας, ότι οι συνήθεις έλεγχοι δεν είχαν ως συνέπεια των αποκάλυψη των παρατυπιών, αλλά ότι μόνον η προσφυγή ανταγωνίστριας επιχειρήσεως κατέληξε στο αποτέλεσμα αυτό. Επειδή η αιτία για τη μη είσπραξη των δασμών στην παρούσα υπόθεση εντοπίζεται στη σφαίρα ευθύνης της Ιταλικής Δημοκρατίας, δεν έχει πλέον σημασία ποια συγκεκριμένα μέτρα θα μπορούσαν να έχουν ως συνέπεια ή όχι την αποτροπή των υπό κρίση ενεργειών.
32. Άλλωστε δεν είναι κατανοητό γιατί η παρούσα περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ή τουλάχιστον να διαλευκανθεί εγκαίρως μέσω αποτελεσματικών εσωτερικών ελέγχων. Δεν έχει συναφώς σημασία το γεγονός ότι η εξωτερική καταγγελία άλλης επιχειρήσεως οδήγησε στην αποκάλυψη. Πράγματι, η καταγγελία αυτή παρέσχε εν προκειμένω μόνο την αφορμή για έρευνες, στη διεξαγωγή των οποίων ούτως ή άλλως όφειλε να προβεί το κράτος στο πλαίσιο των υποχρεώσεων εποπτείας που απορρέουν άμεσα από το δίκαιο της Ενώσεως.
33. Επομένως, οι προϋποθέσεις του γενικού ορισμού της ανωτέρας βίας που ανέδειξε το Δικαστήριο δεν πληρούνται στην παρούσα υπόθεση.
Προσαρμογή του ορισμού για τους σκοπούς του επίδικου κανόνα;
34. Ο κανονισμός 1150/2000 δεν περιέχει καμία ένδειξη περί ειδικού, αποκλίνοντος από τον γενικό ορισμό, κανονιστικού περιεχομένου της έννοιας της ανωτέρας βίας. Αντιθέτως, το πνεύμα και ο σκοπός των κανόνων για την είσπραξη των ιδίων πόρων της Ενώσεως συνηγορούν υπέρ της εφαρμογής του προηγουμένου γενικού ορισμού χωρίς τροποποιήσεις.
35. Η σταθερότητα του συστήματος χρηματοδοτήσεως της Ενώσεως απαιτεί να τηρούνται επακριβώς οι κανόνες της βεβαιώσεως, της εισπράξεως και της αποδόσεως των ιδίων πόρων. Πράγματι, ένα κράτος μέλος το οποίο δεν ακολουθεί τους κανόνες αυτούς ζημιώνει τα άλλα κράτη μέλη, τα οποία προσπαθούν να αντισταθμίσουν την απώλεια αυτή, και ενεργεί κατά παράβαση της υποχρεώσεώς του για την αλληλέγγυα χρηματοδότηση της Ενώσεως.
36. Η γενική ερμηνεία της έννοιας της ανωτέρας βίας θέτει τα επιβαλλόμενα όρια στις δυνατότητες των κρατών μελών να δικαιολογήσουν τη μη απόδοση τελωνειακών δασμών ενόψει αποτελεσματικής διασφαλίσεως της σταθερότητας του συστήματος χρηματοδοτήσεως της Ενώσεως. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει εν προκειμένω πεδίο για σκέψεις περί ευρύτερης ερμηνείας της έννοιας.
Β – Επί των συνεπειών της καταχωρίσεως των βεβαιωθεισών απαιτήσεων σε χωριστά λογιστικά βιβλία
37. Ως παρεμβαίνουσα υπέρ της Ιταλίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, κατά το καθοριστικό για την υπό κρίση διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως χρονικό σημείο (της αναφερόμενης στην αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας) η Επιτροπή δεν είχε (ακόμη) καμία απαίτηση να τεθούν οι ίδιοι πόροι στη διάθεσή της. Η Ιταλική Δημοκρατία δεν προέβαλε η ίδια τον εν λόγω αμυντικό ισχυρισμό με το υπόμνημα αντικρούσεως.
38. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το άρθρο 17 του κανονισμού 1150/2000, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2028/2004, παρέχει στην Ιταλία τη δυνατότητα να διατηρήσει την πραγματοποιηθείσα το έτος 2003 καταχώριση των επιδίκων ποσών στα «λογιστικά βιβλία Β» κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή πενταετίας, επομένως τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο του 2008. Κατά συνέπεια, η απαίτηση της Επιτροπής καθίσταται ληξιπρόθεσμη το νωρίτερο μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής κατά το έτος 2008. Επειδή η προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώση για την άρση της παραβάσεως είχε ήδη εκπνεύσει τον Δεκέμβριο του 2007 (13), κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο δεν είχε ακόμη στοιχειοθετηθεί παράβαση.
39. Η εν λόγω ένσταση της παρεμβαίνουσας καθιστά αναγκαία προηγουμένως την εξέταση δύο ζητημάτων: πρώτον, αν ο παρεμβαίνων μπορεί να εντάξει στην επιχειρηματολογία ένα νομικό ζήτημα το οποίο δεν προέβαλε ο ίδιος ο υπέρ ού η παρέμβαση κύριος διάδικος∙ και δεύτερον, αν ο κανονισμός 2028/2004 τυγχάνει εφαρμογής και επί βεβαιωθεισών πριν από την έναρξη της ισχύος του τελωνειακών οφειλών.
1. Η παραδεκτή έκταση της παρεμβάσεως
40. Πρέπει, κατ’ αρχάς, να διευκρινιστεί σε ποιο βαθμό ο παρεμβαίνων μπορεί, στο πλαίσιο της παρεμβάσεώς του, να στρέψει την προσοχή σε νέες πτυχές μιας διαφοράς.
41. Σύμφωνα με το άρθρο 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, τα αιτήματα του δικογράφου της παρεμβάσεως έχουν ως αντικείμενο την υποστήριξη των αιτημάτων του ενός των διαδίκων. Επομένως, ο παρεμβαίνων δεν μπορεί να υποβάλει αιτήματα τα οποία διαφέρουν από τα αιτήματα του υπέρ ού η παρέμβαση κυρίου διαδίκου. Εν προκειμένω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί, όπως ακριβώς η Ιταλική Δημοκρατία, να απορριφθεί η προσφυγή, οπότε ο κύριος διάδικος και η παρεμβαίνουσα υποβάλλουν αιτήματα με το ίδιο περιεχόμενο.
42. Αναμφιβόλως, ο παρεμβαίνων μπορεί να προβάλει νέα επιχειρήματα, τα οποία διαφέρουν από τα επιχειρήματα του κυρίου διαδίκου, εφόσον με τα επιχειρήματα αυτά σκοπεί στην υποστήριξη των αιτημάτων του εν λόγω διαδίκου (14). Πράγματι, εάν ο παρεμβαίνων μπορούσε μόνο να επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα του κυρίου διαδίκου, χωρίς να τα συμπληρώνει με δικά του, η παρέμβαση θα στερούνταν οποιασδήποτε έννοιας που βαίνει πέρα ενός μέτρου καθαρής αλληλεγγύης.
43. Πάντως, με την επιχειρηματολογία της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν προέβαλε μόνο νέα επιχειρήματα στη διαδικασία, αλλά και νέο αμυντικό ισχυρισμό. Η Γερμανία παρέπεμψε στο νέο κείμενο του κανονισμού 1150/2000, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό2028/2004, το οποίο δεν ήταν μέχρι τούδε αντικείμενο της διαδικασίας και από το οποίο συνάγεται ότι η απαίτηση της Επιτροπής δεν ήταν ακόμη ληξιπρόθεσμη κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της εκπνοής της προθεσμίας της αιτιολογημένης γνώμης. Σε αντιδιαστολή προς την Ιταλική Κυβέρνηση, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν ασχολείται με το ζήτημα αν η αξίωση υφίσταται οπωσδήποτε, αλλά θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα του χρονικού σημείου κατά το οποίο αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη.
44. Σε αντιδιαστολή προς την προβολή νέων επιχειρημάτων, δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί μέχρι τώρα στη νομολογία με σαφήνεια κατά πόσον ο παρεμβαίνων μπορεί να προβάλει επιθετικούς και αμυντικούς ισχυρισμούς τους οποίους δεν επικαλέστηκε ο ίδιος ο υπέρ ου η παρέμβαση κύριος διάδικος. Υπάρχουν, βεβαίως, αποφάσεις με τις οποίες η προβολή νέων επιθετικών και αμυντικών ισχυρισμών από τον παρεμβαίνοντα κρίθηκε παραδεκτή (15). Με άλλες αποφάσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω επιχειρηματολογία του παρεμβαίνοντος δεν προβάλλεται παραδεκτώς (16). Πάντως, οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν πρωτίστως την ειδική περίπτωση κατά την οποία ο παρεμβαίνων προέβαλε για πρώτη φορά ένσταση απαραδέκτου.
45. Από το άρθρο 93, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου συνάγεται σαφώς ότι ο παρεμβαίνων μπορεί, κατ’ αρχήν, να προβάλει δικούς του επιθετικούς και αμυντικούς ισχυρισμούς και δεν περιορίζεται μόνο σε απλά επιχειρήματα. Κατά τη διάταξη αυτή, ο παρεμβαίνων πρέπει να αναφέρει στο δικόγραφο της παρεμβάσεως τους επιθετικούς και αμυντικούς ισχυρισμούς του. Εάν αυτός περιοριζόταν στον κύκλο των ισχυρισμών του κυρίου διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, η διάταξη αυτή θα ήταν κενή περιεχομένου.
46. Yπάρχουν, πάντως, περαιτέρω αμφιβολίες ως προς το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου ο παρεμβαίνων μπορεί να προβάλει επιθετικούς και αμυντικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν προβάλλονται και από τον υπέρ ου η παρέμβαση κύριο διάδικο.
47. Αφετηρία του ερωτήματος αυτού αποτελούν τα άρθρα 42, παράγραφος 2, και 93, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
48. Kατά το άρθρο 93, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο παρεμβαίνων αποδέχεται τη δίκη στο στάδιο που αυτή βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρεμβάσεώς του.
49. Από το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου συνάγεται ότι ο κύριος διάδικος δεν μπορεί πλέον να προβάλει νέους επιθετικούς και αμυντικούς ισχυρισμούς κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, αλλά πρέπει, κατ’ αρχήν, να τους προβάλει οριστικά στο δικόγραφο της προσφυγής ή στο υπόμνημα αντικρούσεως.
50. Εξ αυτού θα μπορούσε να συναχθεί ότι αποκλείεται η προβολή, από τον παρεμβαίνοντα, επιθετικών και αμυντικών ισχυρισμών τους οποίους δεν μπορεί πλέον να προβάλει ούτε ο υπέρ ου η παρέμβαση κύριος διάδικος (17).
51. Αντιθέτως, η αποδοχή αυτοτελών ισχυρισμών του παρεμβαίνοντος, έχει κατ’ ανάγκην ως συνέπεια ότι, μέσω του παρεμβαίνοντος, καθίσταται δυνατόν να αναδειχθούν νέες πτυχές σε δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου, τις οποίες αποκλείεται πλέον να προβάλει ο υπέρ ου η παρέμβαση κύριος διάδικος κατά το χρονικό αυτό σημείο: Πράγματι, ιδίως η παρέμβαση υπέρ του προσφεύγοντος μπορεί πάντοτε να πραγματοποιηθεί μετά την άσκηση της προσφυγής, οπότε κατ’ ανάγκη ασκείται σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ο υπέρ ου η παρέμβαση κύριος διάδικος δεν θα μπορούσε πλέον να προβάλει νέους ισχυρισμούς.
52. Η προηγούμενη σκέψη καταδεικνύει ότι το άρθρο 93, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ερμηνεύεται πολύ στενά. Το «στάδιο της δίκης» κατά τον χρόνο της παρεμβάσεως δεν περιορίζει τους ισχυρισμούς του παρεμβαίνοντος σ’ αυτούς που είχε ήδη προβάλει ο υπέρ ου η παρέμβαση κύριος διάδικος κατά τον χρόνο της παρεμβάσεως. Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, ο παρεμβαίνων θα περιοριζόταν πάντοτε στους ήδη προβληθέντες από τον κύριο διάδικο ισχυρισμούς, ως προς τους οποίους όμως δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για ισχυρισμούς «του» υπό την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, και η προβολή νέων ισχυρισμών από τον παρεμβαίνοντα θα πρέπει να είναι παραδεκτή (18).
53. Η ερμηνεία αυτή δεν καθιστά επίσης τον περιορισμό της παρεμβάσεως που απορρέει από το άρθρο 93, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας κενό περιεχομένου. Στο μέτρο που ο παρεμβαίνων δεσμεύεται από το στάδιο της δίκης κατά τον χρόνο της παρεμβάσεώς του, τα πραγματικά αιτήματα των διαδίκων και, επομένως, το απορρέον από αυτά αντικείμενο της δίκης θέτουν, κατ’ αρχάς, το πλαίσιο το οποίο δεν μπορεί να υπερβεί ο παρεμβαίνων. Παράλληλα, η δικονομική αυτή διάταξη διασφαλίζει ότι η παρέμβαση δεν συνεπάγεται καθυστέρηση της δίκης. Πράγματι, με τη δέσμευση περί αποδοχής του σταδίου της δίκης αποκλείεται το ενδεχόμενο να πρέπει να επαναληφθεί ένα τμήμα της διαδικασίας λόγω της παρεμβάσεως. Ο κίνδυνος καθυστερήσεως της δίκης δεν υφίσταται βεβαίως σε μία περίπτωση όπως η υπό κρίση.
54. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, δεν βλέπω κανένα κώλυμα για το Δικαστήριο να εξετάσει επί της ουσίας τους ισχυρισμούς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
2. Η διαχρονική εφαρμογή του κανονισμού 2028/2004
55. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι της γνώμης ότι η παρούσα προσφυγή κατά παραβάσεως πρέπει να απορριφθεί διότι η Επιτροπή δεν ανέμεινε την παρέλευση της προβλεφθείσας με τον κανονισμό 1150/2000 πενταετούς προθεσμίας.
56. Στη συνέχεια, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί αν ο προβληθείς από τη Γερμανία κανονισμός 2028/2004 τυγχάνει εφαρμογής ratione temporis. Πράγματι, οι επίδικες τελωνειακές απαιτήσεις γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 1997 έως 2002 και καταχωρίστηκαν τον Ιούλιο του 2003 στα λογιστικά βιβλία B, ενώ ο νέος κανονισμός τέθηκε σε ισχύ το έτος 2004.
57. Κατά το νέο κείμενο του άρθρου 17, παράγραφος 2, που εισήγαγε ο κανονισμός 2028/2004, τα ποσά που καταχωρίστηκαν στα λογιστικά βιβλία B χαρακτηρίζονται μη ανακτήσιμα το αργότερο μετά την παρέλευση πενταετίας.
58. Νομίζω ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής σε ποσά τα οποία καταχωρίστηκαν στα λογιστικά βιβλία Β πριν από τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της δεν συνιστά γνήσια αναδρομικότητα. Πράγματι, με την καταχώριση στα λογιστικά βιβλία Β δεν δημιουργήθηκε οριστική κατάσταση, η οποία θα πρέπει να μεταβληθεί μεταγενέστερα. Η τροποποιηθείσα διάταξη συνδέεται, αντιθέτως, με τις συνέπειες, οι οποίες απορρέουν από την καταχώριση ποσού στα λογιστικά βιβλία Β.
59. Ακόμη και αν η εφαρμογή του νέου κανονισμού ήθελε θεωρηθεί ως αναδρομικότητα, αυτή θα ήταν εν προκειμένω θεμιτή.
60. Η δυνατότητα αναδρομικής εφαρμογής εξαρτάται, κατά παγία νομολογία, σε σημαντικό βαθμό από το η διάταξη συνιστά διαδικαστική ρύθμιση ή απλώς ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου. Ενώ οι κανόνες διαδικασίας εφαρμόζονται γενικώς επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι ερμηνεύονται συνήθως ως μη διέποντες τις διαμορφωθείσες προ της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις (19). Πάντως, και ουσιαστικοί κανόνες μπορούν, κατ’ εξαίρεση, να ερμηνεύονται ως έχοντες εφαρμογή επί καταστάσεων που έχουν ήδη διαμορφωθεί προς της ενάρξεως της ισχύος τους, και μάλιστα «καθόσον προκύπτει σαφώς από τη διατύπωσή τους, τους σκοπούς ή την οικονομία τους ότι πρέπει να τους αναγνωριστεί αναδρομική ισχύς» (20). Καθοριστική σημασία συναφώς έχει να μη παραβιάζονται οι γενικές αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, στις οποίες στηρίζεται η απαγόρευση της αναδρομικής εφαρμογής ουσιαστικών κανόνων.
61. Ακόμη και αν η προαναφερθείσα τροποποίηση θεωρηθεί ως ουσιαστική ρύθμιση και όχι ως αμιγώς διαδικαστικός κανόνας, θα πρέπει εν τούτοις να τύχει εφαρμογής.
62. Πράγματι, τούτο ανταποκρίνεται, κατ’ αρχάς, στον σκοπό του τροποποιητικού κανονισμού που έγκειται στο να εφαρμόζεται σε καταστάσεις οι οποίες άρχισαν να διαμορφώνονται πριν από την έναρξη της ισχύος του.
63. Όπως εκτίθεται στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2028/2004, το αρχικό «σύστημα [...] πέτυχε μόνον εν μέρει τους στόχους του όσον αφορά τον μηχανισμό εκκαθάρισης της χωριστής λογιστικής. Κατά τους ελέγχους από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και την Επιτροπή, επισημάνθηκαν πράγματι επανειλημμένα ανωμαλίες κατά την τήρηση χωριστής λογιστικής, οι οποίες δεν δίνουν τη δυνατότητα στη λογιστική αυτή να αντανακλά την πραγματική κατάσταση στον τομέα της είσπραξης. Η χωριστή λογιστική θα πρέπει να εκκαθαρίζεται από τα ποσά των οποίων η είσπραξη αποδεικνύεται αβέβαιη στο πέρας δεδομένης περιόδου και των οποίων η διατήρηση στρεβλώνει το υπόλοιπο. Επίσης, όσον αφορά τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας, τα κράτη μέλη δεν θα υποβάλλονται πλέον στις διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από την παρακολούθηση αυτών των ποσών».
64. Επομένως, το πνεύμα και ο σκοπός της προβλέψεως πενταετούς προθεσμίας είναι η άρση των ανωμαλιών του παλαιού συστήματος. Ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί συνολικά μόνον εάν η προσφάτως θεσπισθείσα ρύθμιση περί προθεσμίας εφαρμοστεί και σε ποσά τα οποία καταχωρίστηκαν στα λογιστικά βιβλία Β πριν από την έναρξη της ισχύος του τροποποιητικού κανονισμού.
65. Η εφαρμογή του νέου άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000 σε πραγματικές καταστάσεις που διαμορφώθηκαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος του δεν θίγει καμία άξια προστασίας εμπιστοσύνη του κράτους μέλους στη διατήρηση της ισχύος της προηγουμένως εφαρμοστέας διατάξεως. Τέλος, όπως συνάγεται από την έκτη αιτιολογική σκέψη, η διάταξη σκοπεί μόνο στην άρση των ανωμαλιών και, επιπλέον, στην απαλλαγή των κρατών μελών από την επιβάρυνση με τις δαπάνες που απορρέουν από τη χρονικά απεριόριστη παρακολούθηση των ποσών που καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία Β.
66. Επομένως, το νέο κείμενο του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000 τυγχάνει, κατ’ αρχήν, εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.
3. Το θεμιτό της καταχωρίσεως των ποσών στα λογιστικά βιβλία
67. Πάντως, πριν από την ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί αν η Ιταλία νομίμως καταχώρισε τα επίδικα ποσά στα λογιστικά βιβλία Β. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι εσφαλμένως η Ιταλία τα καταχώρισε στα εν λόγω λογιστικά βιβλία.
68. Πράγματι, μόνον η σύννομη καταχώριση των ποσών στα λογιστικά βιβλία Β συνεπάγεται την εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000 (21), οπότε μπορεί να ανακύψει το ζήτημα αν όντως μη εισπραχθέντες ίδιοι πόροι πρέπει να πιστωθούν στην Ένωση ή όχι.
69. Η Ιταλική Δημοκρατία είναι της γνώμης ότι συννόμως καταχώρισε τους επίδικους ίδιους πόρους στα λογιστικά βιβλία Β, επειδή δεν έχει μέχρι τώρα εισπράξει τις βεβαιωθείσες το έτος 2003 απαιτήσεις και δεν έχει επίσης συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια.
70. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000, η απαίτηση της Ενώσεως επί των ιδίων πόρων θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
71. Επιπλέον, το άρθρο 6 του κανονισμού 1150/2000 περιέχει διατάξεις για τη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων και διακρίνει, στην παράγραφο 3, μεταξύ δύο καταχωρίσεων: Οι βεβαιωθείσες κατά το άρθρο 2 απαιτήσεις πρέπει, κατ’ αρχήν, να καταχωρίζονται στα λογιστικά βιβλία A∙ μόνον οι βεβαιωθείσες απαιτήσεις, οι οποίες δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρίζονται σε χωριστά λογιστικά βιβλία Β.
72. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών λογιστικών καταχωρίσεων έχει συνέπειες ιδίως για το χρονικό σημείο κατά το οποίο το κράτος μέλος πρέπει να θέσει τους ιδίους πόρους στη διάθεση της Ενώσεως. Ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού 1150/2000, οι ίδιοι πόροι που καταχωρίζονται στα λογιστικά βιβλία Α πρέπει να πιστωθούν στην Ένωση εντός διεξοδικότερα οριζόμενου χρονικού διαστήματος μετά τη βεβαίωσή τους, οι ίδιοι πόροι που καταχωρίζονται στα λογιστικά βιβλία Β πρέπει να πιστωθούν εντός διεξοδικότερα οριζόμενου χρονικού διαστήματος μετά την είσπραξή τους.
73. Πάντως, στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να υπάρξει κανένας αμιγώς τυπικός σύνδεσμος. Πράγματι, αυτό θα παρέβλεπε, κατά τρόπο αντίθετο προς τον σκοπό του νόμου, το γεγονός ότι η Ιταλική Δημοκρατία ήδη προηγουμένως, κατά το χρονικό διάστημα από το 1997 έως το 2002, δεν είχε συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή της να βεβαιώσει την απαίτηση της Ενώσεως επί των ιδίων πόρων.
74. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώνουν την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων, από τη στιγμή που οι τελωνειακές τους αρχές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και, επομένως, μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από μία τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη (22).
75. Εάν ένα κράτος μέλος παραλείπει, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του, να βεβαιώσει την απαίτηση της Ενώσεως επί των ιδίων πόρων και, επομένως, δεν δημιουργεί τη βάση για την είσπραξη του αντιστοίχου ποσού και, στη συνέχεια, για την απόδοσή του στην Επιτροπή, αποκλείεται εκ των προτέρων η καταχώριση του ποσού αυτού στα λογιστικά βιβλία Β.
76. Πράγματι, η καταχώριση στα λογιστικά βιβλία Β δεν είναι δυνατή εάν το ίδιο το κράτος μέλος προκαλεί την πλήρωση των όρων για την καταχώριση στα λογιστικά βιβλία Β. Τούτο συνάδει προς τη σκέψη ότι κανείς δεν μπορεί να αντλήσει οφέλη από την κακόπιστη συμπεριφορά του. Το Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση αυτή όσον αφορά τη στηριζόμενη σε σφάλμα των τελωνειακών αρχών παράλειψη της βεβαιώσεως της τελωνειακής οφειλής (23). Τούτο πρέπει κατά μείζονα λόγο να ισχύσει στην περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές εκ προθέσεως παρέλειψαν μη συννόμως να προβούν σε λογιστική καταχώριση των τελωνειακών δασμών.
77. Τούτο έχει εν προκειμένω ως συνέπεια ότι η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει, αφενός, να αντιμετωπισθεί, για το χρονικό διάστημα από το 1997 έως το 2002, ως εάν είχε βεβαιώσει τις απαιτήσεις – πράγμα που συνεπάγεται πλασματική καταχώριση στα λογιστικά βιβλία A. Και, αφετέρου, δεν μπορεί να επικαλεστεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την καταχώριση στα λογιστικά βιβλία B. Πράγματι, στο μέτρο που δεν βεβαίωσε τις απαιτήσεις, προκάλεσε η ίδια την πλήρωση των όρων του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000, δηλαδή ότι οι απαιτήσεις δεν μπορούσαν να εισπραχθούν και δεν συστάθηκε καμία ασφάλεια.
78. Συνοψίζοντας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν έπρεπε να καταχωρίσει τα επίδικα ποσά στα λογιστικά βιβλία Β. Κατά συνέπεια, ως τμήμα των λογιστικών βιβλίων A, τα ποσά αυτά έπρεπε να τεθούν άμεσα στη διάθεση της Ενώσεως, ανεξαρτήτως της πραγματικής εισπράξεώς τους.
4. Η ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2028/2000)
79. Δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 17 του κανονισμού 1150/2000 ελλείψει νόμιμης καταχωρίσεως των επιδίκων απαιτήσεων στα λογιστικά βιβλία B. Κατά συνέπεια, δεν ανακύπτουν τα ζητήματα αν ένα κράτος μέλος απαλλάσσεται, σε περίπτωση μη εισπράξεως των ιδίων πόρων, από την υποχρέωση αποδόσεως και ποια σημασία έχει η πενταετής προθεσμία που προβλέφθηκε με τον κανονισμό 2028/2004 στο άρθρο 17, παράγραφος 2. Επομένως, είναι άνευ σημασίας η επίκληση της εν λόγω πενταετούς προθεσμίας εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
80. Επικουρικώς, πρέπει, πάντως, να καταδειχθεί, στη συνέχεια, ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000 έχει εφαρμογή, η Ιταλική Δημοκρατία δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί την προβλεπόμενη σ’ αυτό πενταετή προθεσμία.
81. Η διάταξη αυτή προβλέπει, για μη ανακτήσιμους ιδίους πόρους, μια εξαίρεση από την υποχρέωση της αποδόσεως και αφορά, συνοπτικά, το τελευταίο στάδιο της τελωνειακής διαδικασίας, επομένως, την καταβολή βεβαιωθέντων ποσών στην Ένωση.
82. Το άρθρο 17, παράγραφος 2, ορίζει ότι τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα οφειλόμενα έσοδα που βεβαιώθηκαν ως μη ανακτήσιμα: α) είτε για λόγους ανωτέρας βίας είτε β) για άλλους λόγους που δεν μπορούν να τους καταλογισθούν. Τα ποσά των βεβαιωθέντων δασμών δηλώνονται ως μη ανακτήσιμα με απόφαση της αρμόδιας διοικητικής αρχής που βεβαιώνει την αδυναμία ανάκτησης. Περαιτέρω, το άρθρο 17, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ορίζει ότι τα ποσά χαρακτηρίζονται μη ανακτήσιμα το αργότερο μετά την παρέλευση πενταετίας (η οποία υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία βεβαιώθηκε το ποσό (24)).
83. Αντίθετα προς την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, από την προθεσμία του άρθρου 17, παράγραφος 2, δεν προκύπτει, πάντως, σε κάθε περίπτωση πενταετής παράταση. Οσάκις είναι απολύτως προφανές ότι δεν πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις του άρθρου 17, παράγραφος 2, επομένως δεν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας ή άλλων λόγων που δεν μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος μέλος, και, ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι το κράτος μέλος πρέπει να αποδώσει σε τελική ανάλυση τα ποσά στην Κοινότητα, δεν είναι θεμιτή η επίκληση της πενταετούς προθεσμίας.
84. Τούτο συνάγεται από το πνεύμα και τον σκοπό της διατάξεως αυτής. Πράγματι, η πενταετής προθεσμία απαλλάσσει, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, τα κράτη μέλη και την Επιτροπή από το να εξετάσουν το ούτως ή άλλως λίαν περίπλοκο και δυσχερές ζήτημα αν συντρέχουν ανωτέρα βία ή άλλοι λόγοι που δεν μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος μέλος, πριν διευκρινιστεί –π.χ. μέσω ένδικης διαδικασίας– αν και, ενδεχομένως, για ποιους λόγους μια απαίτηση αποδεικνύεται οπωσδήποτε μη ανακτήσιμη. Εάν δηλαδή η απαίτηση μπορεί να εισπραχθεί εντός της πενταετίας, πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθεί στην Επιτροπή και η ήδη διεξαχθείσα ανάλυση αποδεικνύεται εκ των υστέρων περιττή. Εάν πάντως είναι εκ των προτέρων προφανές ότι το κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί τις εξαιρέσεις του άρθρου 17, παράγραφος 2, η αρχή της οικονομίας της διαδικασίας απαγορεύει περαιτέρω καθυστέρηση. Γιατί θα πρέπει το κράτος μέλος να έχει τη δυνατότητα να αναμείνει ακόμη πέντε έτη για την απόδοση των ιδίων πόρων στην Κοινότητα, μολονότι η υποχρέωση προς τούτο είναι απολύτως σαφής τόσον ως προς την αρχή όσο και ως προς το ύψος του ποσού;
85. Εάν, όπως εν προκειμένω, είναι προφανές πριν από την παρέλευση των πέντε ετών (25), ότι δεν συντρέχει ανωτέρα βία και ότι οι λόγοι για την έλλειψη συμφωνίας πρέπει να καταλογιστούν στο κράτος μέλος, το κράτος δεν προστατεύεται πλέον από την προθεσμία του άρθρου 17, παράγραφος 2, και οφείλει να θέσει άμεσα τους ιδίους πόρους στη διάθεση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2028/2004, δεν εμποδίζει να γίνει δεκτή στην παρούσα περίπτωση η προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλίας.
Γ – Προκαταρκτικό συμπέρασμα
86. Επομένως, η Ιταλική Κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8 της αποφάσεως 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και από τα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000.
87. Όσον αφορά το άρθρο 10 ΕΚ, το οποίο επίσης επικαλείται η Επιτροπή, παρέλκει η διαπίστωση παραβάσεως των γενικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο αυτό διαφορετικής από τη διαπιστωθείσα παράβαση των ειδικών υποχρεώσεων προς την Ένωση (26).
VI – Δικαστικά έξοδα
88. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου∙ επειδή η προσφυγή της Επιτροπής ευδοκίμησε και το όργανο αυτό υπέβαλε αίτημα περί δικαστικών εξόδων, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
89. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
VII – Πρόταση
90. Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1. Να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8 της αποφάσεως 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και από τα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, λόγω του ότι αρνήθηκε να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής τους ιδίους πόρους που αντιστοιχούν στην τελωνειακή οφειλή που προκύπτει από την εισαγωγή τεμαχίων αλουμινίου∙
2. να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα∙
3. να κρίνει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει τα δικά της έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 253, σ. 42).
3 – Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1).
4 – Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2028/2004 του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2004 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 352, σ. 1).
5 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2007, C-19/05, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2007, σ. I-8597).
6 – Η διάταξη αυτή απαλλάσσει, τόσο με την αρχική της μορφή όσο και με τη μορφή που έλαβε μετά την έκδοση του κανονισμού 2028/2004, τα κράτη μέλη της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα οφειλόμενα έσοδα που βεβαιώθηκαν εάν η είσπραξη των σχετικών ποσών δεν κατέστη δυνατή για λόγους ανωτέρας βίας είτε «για λόγους πέραν της ευθύνης τους» (έτσι η αρχική διατύπωση) είτε «για άλλους λόγους που δεν μπορούν να τους καταλογισθούν» (κατά το γράμμα του κανονισμού 2028/2000).
7 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-12/92, Huygen κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-6381, σκέψη 30), και της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-263/97, First City Trading κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-5537, σκέψη 41).
8 – Διάταξη της 5ης Μαρτίου 1993, C-102/92, Ferriere Acciaierie Sarde κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-801, σκέψη 20).
9 – Πάγια νομολογία, βλ. συναφώς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 5ης Φεβρουαρίου 1987, C-145/85, Denkavit (Συλλογή 1987, σ. 565, σκέψη 11), της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-12/92, Huygen (Συλλογή 1993, σ. I-6381, σκέψη 31), της 5ης Οκτωβρίου 2006, C-105/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2006, σ. I-9659, σκέψη 89), και της ίδιας ημερομηνίας, C-377/03, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2006, σ. I-9733, σκέψη 95).
10 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-195/91, Bayer κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-5619, σκέψη 32)· διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 2005, C-325/03 P, Zuazaga Meabe (Συλλογή 2005, σ. I-403, σκέψη 25).
11 – Βλ. άρθρο 7 (Excess of authority or contravention of instructions) του σχεδίου κειμένου άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου σχετικά με την ευθύνη του κράτους για διεθνώς παράνομες πράξεις: «The conduct of an organ of a State or of a person or entity empowered to exercise elements of the governmental authority shall be considered an act of the State under international law if the organ, person or entity acts in that capacity, even if it exceeds its authority or contravenes instructions.»
12 – Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ακολούθησε επί της ουσίας την άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 1ης Ιανουαρίου 1978, Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, που εκδόθηκε επί της υπ’ αριθ. 5310/71 προσφυγής, σειρά A, αριθ. 25, σκέψη 159) και επικύρωσε ρητώς το 1999 την άποψη που είχε τότε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Wille κατά Λιχνενστάιν της 28ης Οκτωβρίου 1999, επί της υπ’ αριθ. 28396/95 προσφυγής, Reports of Judgments and Decisions 1999-VII, σκέψη 46).
13 – Κατά παγία νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη· το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη μεταβολές που έχουν επέλθει στη συνέχεια: υπό την έννοια αυτή, βλ. μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-69/99, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2000, σ. I-10979, σκέψη 22), της 17ης Ιανουαρίου 2008, C-152/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2008, σ. I-39, σκέψη 15), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-286/08, Επιτροπή κατά Ελλάδας (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45).
14 – Βλ. τις αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, C-200/92 P, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογής 1999, σ. I-4399, σκέψη 31 επ.), της 8ης Ιουλίου 1999, C-245/92 P, Chemie Linz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-4643, σκέψη 32), και της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-150/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-7235, σκέψη 36).
15 – Βλ. την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 549), σε μία υπόθεση στην οποία η παρεμβαίνουσα, προς υποστήριξη των αιτημάτων του κυρίου διαδίκου, είχε ακριβώς προβάλει επιθετικούς και αμυντικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τελούσαν σε αντίφαση προς την επιχειρηματολογία του κυρίου διαδίκου και αντικρούσθηκαν ρητώς από αυτόν, καθώς και την απόφαση της 15ης Ιουλίου 2004, C 501/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I- 6717, σκέψεις 131 επ.).
16 – Αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1993, C-313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-1125, σκέψεις 21 επ.), της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3203, σκέψεις 11 επ.). Βλ. και την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009, C-301/06, Ιρλανδία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. Ι-593, σκέψη 57), με την οποία ο νέος επιθετικός ισχυρισμός που προέβαλε ο παρεμβαίνων δεν θεωρείται αντικείμενο της δίκης, χωρίς, πάντως, να εξετάζεται το ζήτημα της παραδεκτής εκτάσεως της παρεμβάσεως.
17 – Έτσι ο γενικός εισαγγελέας Darmon στις προτάσεις του της 22ας Ιανουαρίου 1987 στην υπόθεση 233/85, Bonino κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 739, σημείο 7).
18 – Έτσι και ο γενικός εισαγγελέας Slynn στις προτάσεις του της 18ης Σεπτεμβρίου 1986 στην υπόθεση 253/84, GAEC de la Ségaude κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 123), καθώς και ο γενικός εισαγγελέας Gulmann στις προτάσεις του της 1ης Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-241/91 P και C-242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-743, σημείο 23), όπου στο γερμανικό κείμενο των προτάσεων γίνεται λόγος μόνο για προβολή «νέων επιχειρημάτων», ενώ στο γαλλικό κείμενο και στο δανικό κείμενο, που είναι το πρωτότυπο, χρησιμοποιείται ο όρος «ισχυρισμοί».
19 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9)· της 6ης Ιουλίου 1993, C-121/91 και C-122/91, CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3873, σκέψη 22), και της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C-61/98, De Haan (Συλλογή 1999, σ. I-5003, σκέψη 13), της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-251/00, Ilumitrónica (Συλλογή 2002, σ. I-10433, σκέψη 29) και της 1ης Ιουλίου 2004, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C 361/02 και C 362/02, Τσάπαλος και Διαμαντάκης (Συλλογή 2004, σ. I-6405, σκέψη 19).
20 – Αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1993, C-34/92, Grusa Fleisch (Συλλογή 1993, σ. Ι-4147, σκέψη 22), της 24ης Σεπτεμβρίου 2002 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-74/00 P και C-75/00 P, Falck κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-7869, σκέψη 119), καθώς και την απόφαση Salumi II (παρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 9).
21 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, C‑378/03, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2006, σ.I‑9805, σκέψη 44).
22 – Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, C‑19/05, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2007, σ. I‑8597, σκέψη 32).
23 – Απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψεις 33 επ.).
24 – Ή ή, σε περίπτωση διοικητικής ή δικαστικής προσφυγής, από την κοινοποίηση, γνωστοποίηση ή δημοσίευση της οριστικής απόφασης.
25 – Για παράδειγμα με δικαστική ή οριστική διοικητική απόφαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17, παράγραφος 2.
26 – Βλ. την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, C‑19/05, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2007, σ. I‑8597, σκέψη 36).
Full & Egal Universal Law Academy