ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 21ης Ιανουαρίου 2010 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑395/08 και C‑396/08
Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS) (Υπόθεση C‑395/08)
κατά
Tiziana Bruno
και
Massimo Pettini
(αίτηση του Corte d’Appello di Roma, Sezione Lavoro e Previdenza,
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχολήσεως – Εργαζόμενοι απασχολούμενοι μερικώς ορισμένους μήνες κάθε έτος – Για τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος δεν προσμετρούνται τα ανενεργά χρονικά διαστήματα»
Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS) (Υπόθεση C‑396/08)
κατά
Daniela Lotti
και
Clara Matteucci
(αίτηση του Corte d’Appello di Roma, Sezione Lavoro e Previdenza,
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχολήσεως – Εργαζόμενοι απασχολούμενοι μερικώς ορισμένους μήνες κάθε έτος – Για τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος δεν προσμετρούνται τα ανενεργά χρονικά διαστήματα»
1. Με τις υπό κρίση αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Corte d’Appello di Roma, Sezione Lavoro e Previdenza (Εφετείο της Ρώμης, τμήμα εργατικών διαφορών και διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως), ερωτά το Δικαστήριο αν η οδηγία 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου (στο εξής: οδηγία 97/81 ή οδηγία) (2) απαγορεύει εθνική νομοθεσία μη λαμβάνουσα υπόψη για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τις ανενεργείς περιόδους στο πλαίσιο συμβάσεων εργασίας μερικής απασχολήσεως.
2. Οι υποθέσεις αυτές θέτουν επίσης διάφορα ζητήματα σχετικά με τη ratione materiae και ratione temporis εφαρμογή της οδηγίας, και το καθήκον του αιτούντος δικαστηρίου να παράσχει στο Δικαστήριο τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία.
Νομικό πλαίσιο
Οδηγία 97/81
3. Το προοίμιο της οδηγίας περιέχει τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις:
«(5) […] στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Έσσεν, υπογραμμίσθηκε η ανάγκη λήψης μέτρων για την προώθηση της απασχόλησης και της ισότητας των ευκαιριών γυναικών και ανδρών και έγινε έκκληση για τη λήψη μέτρων με σκοπό την αύξηση σε ένταση της απασχόλησης στα πλαίσια της μεγέθυνσης, κυρίως μέσω ελαστικότερης οργάνωσης της εργασίας, η οποία να ικανοποιεί τόσο τις επιθυμίες των εργαζομένων όσο και τις απαιτήσεις του ανταγωνισμού·
[…]
(11) […] η επιθυμία των υπογραφόντων μερών ήταν να συνάψουν συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία να περιέχει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία μερικής απασχόλησης· […] εξεδήλωσαν τη βούληση να συγκροτήσουν ένα γενικό πλαίσιο για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση και να συμβάλουν στην ανάπτυξη δυνατοτήτων για την εργασία μερικής απασχόλησης σε μια αποδεκτή βάση για τους εργοδότες και τους εργαζομένους·
[…]
(18) […] η Επιτροπή επεξεργάσθηκε την πρόταση οδηγίας λαμβάνοντας υπόψη της το άρθρο 2 παράγραφος 2 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική, που προβλέπει ότι η νομοθεσία στον κοινωνικό τομέα αποφεύγει την “επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών, οι οποίοι θα παρεμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων”».
4. Το άρθρο 1 της οδηγίας 97/81 ορίζει ότι η οδηγία σκοπεί στην «υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997 από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα (UNICE (3), CEEP (4), και CES (5)) και η οποία περιέχεται στο παράρτημα» (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο).
5. Το προοίμιο της συμφωνίας-πλαισίου περιέχει τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις:
«[1] Η παρούσα συμφωνία-πλαίσιο αποτελεί μια συμβολή στη συνολική ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση. Η εργασία μερικής απασχόλησης είχε σημαντική επίδραση στην απασχόληση κατά τα τελευταία χρόνια. Για το λόγο αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας έδωσαν προτεραιότητα στην εν λόγω μορφή εργασίας. Πρόθεση των συμβαλλομένων μερών είναι να εξετάσουν την ανάγκη σύναψης παρόμοιων συμφωνιών και για άλλες ευέλικτες μορφές εργασίας.
[2] Αναγνωρίζοντας την ποικιλομορφία της κατάστασης που ισχύει στα κράτη μέλη και αναγνωρίζοντας ότι η εργασία μερικής απασχόλησης αποτελεί μια μορφή απασχόλησης σε συγκεκριμένους τομείς και δραστηριότητες, η παρούσα συμφωνία θεσπίζει τις γενικές αρχές και ελάχιστες προδιαγραφές σχετικά με την εργασία μερικής απασχόλησης. Καταδεικνύει την ετοιμότητα των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος εργαζομένων με μερική απασχόληση και να υποστηρίξουν τη δημιουργία δυνατοτήτων εργασίας μερικής απασχόλησης, σε μια βάση που είναι αποδεκτή τόσο από τους εργοδότες, όσο και από τους εργαζόμενους.
[3] Η παρούσα συμφωνία αφορά τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων με μερική απασχόληση, αναγνωρίζοντας ότι θέματα που αφορούν την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Στα πλαίσια της αρχής της μη διάκρισης, τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας υπέγραψαν την ευρωπαϊκή δήλωση για την απασχόληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που συνήλθε το Δεκέμβριο του 1996 στο Δουβλίνο, στην οποία το Συμβούλιο, μεταξύ άλλων, επισημαίνει την ανάγκη να καταστούν τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης πιο φιλικά προς την απασχόληση “με την ανάπτυξη συστημάτων προστασίας που θα μπορούν να προσαρμοστούν σε νέα πρότυπα εργασίας και να παρέχουν την κατάλληλη προστασία στα άτομα που απασχολούνται με αυτές τις μορφές εργασίας”. Τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας θεωρούν ότι η δήλωση αυτή πρέπει να εφαρμοστεί στην πράξη».
6. Το σημείο 5 των γενικών παρατηρήσεων οι οποίες προλογίζουν τη συμφωνία-πλαίσιο έχει ως εξής:
«[…] τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας αποδίδουν σημασία στη λήψη μέτρων για τη διευκόλυνση της πρόσβασης ανδρών και γυναικών σε εργασία μερικής απασχόλησης, προκειμένου να μπορέσουν να προετοιμαστούν για συνταξιοδότηση, για την εναρμόνιση της επαγγελματικής και οικογενειακής τους ζωής και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων εκπαίδευσης και κατάρτισης ώστε να βελτιώσουν τις ικανότητες και τις ευκαιρίες σταδιοδρόμησής τους, προς αμοιβαίο όφελος των εργοδοτών και των εργαζομένων, κατά τρόπο που θα συνέβαλε στην ανάπτυξη της επιχείρησης […]».
7. Η ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει ότι σκοπός της είναι:
«α) η εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας με μερική απασχόληση·
β) η προώθηση της εργασίας με μερική απασχόληση σε εθελοντική βάση και η συμβολή στην ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας κατά τρόπο που θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των εργοδοτών και των εργαζομένων».
8. Η ρήτρα 3 της συμφωνίας- πλαισίου περιέχει τους ορισμούς των όρων «εργαζόμενος με μερική απασχόληση» και «συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση» για τους σκοπούς της συμφωνίας:
«1. [Ως] “εργαζόμενος με μερική απασχόληση” [νοείται] ο εργαζόμενος που οι ώρες εργασίας του, υπολογιζόμενες σε εβδομαδιαία βάση ή κατά μέσο όρο για μια περίοδο απασχόλησης ενός έτους, είναι λιγότερες από τις κανονικές ώρες εργασίας ενός συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση.
2. [Ως] “συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση” [νοείται] ο εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση που εργάζεται στην ίδια επιχείρηση, έχει την ίδια μορφή σύμβασης ή σχέσης απασχόλησης και εκτελεί τα ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, λαμβανομένων υπόψη και άλλων παραγόντων, όπως η αρχαιότητα και η ειδίκευση.
Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αναφορά στην εκάστοτε εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση ή, όπου δεν υφίσταται εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές».
9. Η ρήτρα 4 με τίτλο «Αρχή της μη διάκρισης» προβλέπει τα εξής:
«1. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για το λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
2. Όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis.
3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας ορίζονται από τα κράτη μέλη και/ή τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβανομένης υπόψη της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και των εθνικών νομοθεσιών, συλλογικών συμβάσεων και πρακτικών.
4. Εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες, συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές, και/ή οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν, όπου κρίνεται αναγκαίο, να εξαρτούν την πρόσβαση σε συγκεκριμένες συνθήκες απασχόλησης από την περίοδο προϋπηρεσίας, το χρόνο που έχει εργαστεί και τα εισοδήματα του εργαζόμενου. Οι προϋποθέσεις πρόσβασης εργαζόμενων με μερική απασχόληση σε συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας πρέπει να επανεξετάζονται περιοδικά, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της μη διάκρισης, όπως ορίζεται στη ρήτρα 4.1.»
10. Η ρήτρα 5 με τίτλο «Ευκαιρίες για εργασία μερικής απασχόλησης» ορίζει τα εξής:
«1. Στα πλαίσια της ρήτρας 1 της παρούσας συμφωνίας και της αρχής της μη διάκρισης μεταξύ εργαζομένων με μερική απασχόληση και εργαζομένων με πλήρη απασχόληση:
α) τα κράτη μέλη μπορούν, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, να εντοπίζουν, να αντιμετωπίζουν και, όπου είναι αναγκαίο, να εξαλείφουν εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσης που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχόλησης·
β) οι κοινωνικοί εταίροι, ενεργώντας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους και μέσω των διαδικασιών που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις, πρέπει να εντοπίζουν, να αντιμετωπίζουν και, όπου είναι αναγκαίο, να εξαλείφουν εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσης που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχόλησης».
Εθνική νομοθεσία
11. Οι διατάξεις περί παραπομπής περιέχουν συνοπτικά την οικεία ιταλική νομοθεσία.
12. Επισημαίνεται ότι, όσον αφορά τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου 638/83 προβλέπει ότι ο αριθμός των εβδομάδων ασφαλίσεως των εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ανά έτος, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της καταβλητέας από το Instituto Nazionale della Previdenza Sociale (Εθνικό Ινστιτούτο Κοινωνικής Ασφαλίσεως, στο εξής: INPS) συντάξεως γήρατος, ισούται προς τον αριθμό των εβδομάδων του έτους κατά τις οποίες έχει παρασχεθεί αμειβόμενη εργασία ή οι οποίες αναγνωρίζονται βάσει των κανόνων που διέπουν την αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως.
13. Επίσης, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους της συντάξεως, εφαρμόζεται το άρθρο 9, παράγραφος 4, του νομοθετικού διατάγματος 61/2000, κατά το οποίο: «Σε περίπτωση μετατροπής μιας συμβάσεως εργασίας πλήρους απασχολήσεως σε σύμβαση εργασίας μερικής απασχολήσεως ή αντιστρόφως, για τον υπολογισμό του ύψους της συντάξεως γήρατος λαμβάνεται υπόψη ως συντάξιμος χρόνος το σύνολο των χρονικών περιόδων εργασίας με πλήρη απασχόληση, ενώ ο συντάξιμος χρόνος που αφορά τις χρονικές περιόδους εργασίας με μερική απασχόληση λαμβάνεται υπόψη κατά ποσοστό ανάλογο των ωρών πράγματι παρασχεθείσας εργασίας».
14. Τέλος, οι διατάξεις περί παραπομπής αναφέρουν ότι το νομοθετικό διάταγμα 61/2000, η ιταλική νομοθετική ρύθμιση για τη μεταφορά της οδηγίας 97/81 στο εθνικό δίκαιο, στο μέτρο που αφορά την κοινωνική ασφάλιση, διέπει μόνον τις εισφορές που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους των συντάξεων.
15. Στις παρατηρήσεις του INPS, εντούτοις, περιέχεται το πλήρες κείμενο των διατάξεων της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, τις οποίες παραθέτω κατωτέρω (6).
Νομοθετικό διάταγμα 61/2000
16. Από τις διατάξεις περί παραπομπής προκύπτει ότι η οδηγία 97/81 μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο με το νομοθετικό διάταγμα 61/2000 της 25ης Φεβρουαρίου 2000 (7). Το άρθρο 1 του διατάγματος αυτού περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς:
«[…]
2. Για τους σκοπούς του παρόντος νομοθετικού διατάγματος:
(a) ως “πλήρης απασχόληση” νοείται το σύνηθες ωράριο εργασίας που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 66 της 8ης Απριλίου 2003 ή, ενδεχομένως, το σύνηθες ωράριο εργασίας μικρότερης διάρκειας που προβλέπουν τυχόν εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις εργασίας·
(b) ως “μερική απασχόληση” νοείται το προβλεπόμενο στην ατομική σύμβαση εργασίας ωράριο, το οποίο πρέπει να τηρεί ο εργαζόμενος και το οποίο είναι μικρότερο του ωραρίου της περιπτώσεως (α)·
(c) ως “σχέση εργασίας οριζόντιας μερικής απασχολήσεως” νοείται η σχέση εργασίας στο πλαίσιο της οποίας η μείωση του ωραρίου εργασίας σε σύγκριση με την εργασία πλήρους απασχολήσεως καθορίζεται σε σχέση με το σύνηθες ημερήσιο ωράριο εργασίας·
(d) ως “σχέση εργασίας κάθετης μερικής απασχολήσεως” νοείται η σχέση εργασίας στο πλαίσιο της οποίας προβλέπεται η παροχή εργασίας βάσει πλήρους ωραρίου αλλά σε προκαθορισμένες περιορισμένες περιόδους ανά εβδομάδα, μήνα ή έτος·
(d-bis) ως “σχέση εργασίας μικτής μερικής απασχολήσεως” νοείται η σχέση εργασίας η οποία συνδυάζει τις περιπτώσεις που προβλέπονται υπό στοιχεία (c) και (d) ανωτέρω·
(e) ως “συμπληρωματική εργασία” νοείται η εργασία που παρέχεται πέραν των συμφωνημένων μεταξύ των συμβαλλομένων ωρών εργασίας, κατά την έννοια της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 2, και εντός των ορίων της εργασίας πλήρους απασχολήσεως».
17. Το άρθρο 9 του νομοθετικού διατάγματος 61/2000 προβλέπει τα εξής:
«1. Η ελάχιστη αμοιβή ανά ώρα, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως βάση υπολογισμού των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που οφείλουν οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση καθορίζεται πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό των εργασίμων ημερών της εβδομάδας κατά το σύνηθες ωράριο εργασίας με την ελάχιστη ημερήσια αμοιβή που προβλέπει το άρθρο 7 του νομοθετικού διατάγματος 463 της 12ης Σεπτεμβρίου 1983, το οποίο μετατράπηκε, κατόπιν τροποποιήσεων, στον νόμο 638 της 11ης Νοεμβρίου 1983, και διαιρώντας το γινόμενο αυτό με τον αριθμό των ωρών παρασχεθείσας εργασίας ανά εβδομάδα κατά το σύνηθες ωράριο εργασίας που προβλέπει η εθνική τομεακή συλλογική σύμβαση εργασίας για εργαζομένους με πλήρη απασχόληση.
[…]
4. Για τον υπολογισμό του ύψους της συντάξεως γήρατος στην περίπτωση μετατροπής μιας συμβάσεως εργασίας πλήρους απασχολήσεως σε σύμβαση εργασίας μερικής απασχολήσεως ή αντιστρόφως, λαμβάνεται υπόψη ως συντάξιμος χρόνος το σύνολο των χρονικών περιόδων εργασίας με πλήρη απασχόληση, ενώ ο συντάξιμος χρόνος που αφορά τις χρονικές περιόδους εργασίας με μερική απασχόληση λαμβάνεται υπόψη κατά ποσοστό ανάλογο των ωρών πράγματι παρασχεθείσας εργασίας.»
Νομοθετικό διάταγμα 463 της 12ης Σεπτεμβρίου 1983, το οποίο μετατράπηκε, κατόπιν τροποποιήσεων, στον νόμο 638 της 11ης Νοεμβρίου 1983
18. Το άρθρο 7 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος έχει ως εξής:
«1. Ο αριθμός των εβδομάδων ασφαλίσεως των εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ανά ημερολογιακό έτος μετά το 1983, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της καταβλητέας από το INPS συντάξεως γήρατος, ισούται προς τον αριθμό των εβδομάδων του έτους κατά τις οποίες έχει παρασχεθεί αμειβόμενη εργασία ή οι οποίες αναγνωρίζονται βάσει των κανόνων που διέπουν την αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως [(8)], υπό την προϋπόθεση ότι, η ανά εβδομάδα καταβληθείσα, οφειλόμενη ή αντιστοιχούσα σε πλασματικό χρόνο ασφαλίσεως αμοιβή δεν είναι κατώτερη του 30 % της ελάχιστης μηνιαίας συντάξεως την οποία καταβάλλει το ταμείο συντάξεως εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας [(9)] την 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους. Από την περίοδο πληρωμών που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 1984, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας αυτής, το κατώτατο ημερομίσθιο, συμπεριλαμβανομένου του κατώτατου μέσου συμβατικού ημερομισθίου, για το σύνολο των οφειλομένων εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικής πρόνοιας, δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5 % της ελάχιστης μηνιαίας συντάξεως που καταβάλλει το ταμείο συντάξεως εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας την 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους.
2. Σε διαφορετική περίπτωση, λαμβάνονται υπόψη οι εβδομαδιαίες εισφορές που προκύπτουν (με στρογγυλοποίηση προς τα πάνω) από τη διαίρεση της συνολικής καταβληθείσας, οφειλόμενης ή αντιστοιχούσας σε πλασματικό χρόνο ασφαλίσεως αμοιβής κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους με την αμοιβή της προηγούμενης παραγράφου. Ανεξαρτήτως του πραγματικού χρόνου ασφαλίσεως, οι εισφορές που καθορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο ανάγονται σε περίοδο περιλαμβάνουσα τις εβδομάδες αμειβόμενης ή πλασματικώς αναγνωριζόμενης εργασίας, για τις οποίες έχουν καταβληθεί εισφορές, που υπολογίζονται με αναγωγή στο παρελθόν, έχοντας ως αφετηρία την τελευταία εβδομάδα παρασχεθείσας ή πλασματικώς αναγνωρισθείσας εργασίας εντός του έτους.
3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ισχύουν για περιόδους μετά την 31η Δεκεμβρίου 1983 και για αξιώσεις που αφορούν παροχές στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι συντάξεις για τις οποίες επιβάλλεται στο INPS υποχρέωση εισφοράς.
4. Κατά το έτος συνταξιοδοτήσεως, ο αριθμός των εβδομάδων ασφαλίσεως που λαμβάνεται υπόψη από την πρώτη ημέρα του έτους μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδοτήσεως του εργαζομένου καθορίζεται κατ’ εφαρμογήν των κανόνων των προηγουμένων παραγράφων μόνο για τις εβδομάδες που περιλαμβάνονται στην αντίστοιχη περίοδο πράγματι παρασχεθείσας ή αντιστοιχούσας σε πλασματικό χρόνο ασφαλίσεως εργασίας. Το ίδιο κριτήριο ισχύει και για άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως και πρόνοιας.
[…]»
Νομοθετικό διάταγμα 564 της 16ης Σεπτεμβρίου 1996
19. Το άρθρο 8 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος ορίζει τα εξής:
«1. Εργαζόμενοι με κάθετη, οριζόντια ή εκ περιτροπής [(10)] μερική απασχόληση, οι οποίοι υπάγονται σε γενική υποχρεωτική ασφάλιση αναπηρίας, γήρατος, χηρείας ή άλλου είδους συμπληρωματική κοινωνική ασφάλιση, μπορούν να εξαγοράσουν τον μη καλυπτόμενο από υποχρεωτικές εισφορές χρόνο που δεν εργάστηκαν μετά την 31η Δεκεμβρίου 1996, καταβάλλοντας το μαθηματικό απόθεμα του άρθρου 13 του νόμου 1338 της 12ης Αυγούστου 1962, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε.
2. Εναλλακτικώς, μπορεί να επιτραπεί στους ενδιαφερομένους να συνεχίσουν να καταβάλλουν, για τον χρόνο που αναφέρει η παράγραφος 1, εκουσίως εισφορές στο ταμείο συντάξεως στο οποίο υπάγονται, κατά τον νόμο 47 της 18ης Φεβρουαρίου 1983. Για να λάβουν την άδεια αυτή, πρέπει να έχουν καταβάλει εισφορές σε ένα από τα συστήματα ασφαλίσεως της παραγράφου 1 για τουλάχιστον ένα έτος κατά την προηγούμενη πενταετία.
3. Προκειμένου να ασκήσουν το δικαίωμα της παραγράφου 1 ή 2, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να αποδείξουν ότι ήταν μερικώς απασχολούμενοι, όπως προβλέπει η παράγραφος 1, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητούν κάλυψη μέσω εξαγοράς ή εκουσίας ασφαλίσεως.»
Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
20. Με αυτοτελή δικόγραφα της 17ης Ιανουαρίου 2005 που κατέθεσαν ενώπιον του Tribunale di Roma, η Tiziana Bruno, ο Massimo Pettini, η Daniela Lotti και η Clara Matteucci (στο εξής: προσφεύγοντες), εργαζόμενοι της Alitalia SpA (στο εξής: Alitalia), ζήτησαν να τους αναγνωριστεί συντάξιμος χρόνος ίσος με τον συνολικό αριθμό των εβδομάδων που περιλαμβάνονται στον χρόνο εργασίας με μερική απασχόληση. Οι προσφεύγοντες ανέφεραν ότι είχαν ζητήσει και πέτυχαν (για τις προσδιοριζόμενες περιόδους) τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας τους από πλήρους απασχολήσεως σε συμβάσεις εργασίας κάθετης εκ περιτροπής μερικής απασχολήσεως. Έτσι, εργάζονταν μόνο μερικούς μήνες του έτους.
21. Το INPS υπολόγισε ως περιόδους ασφαλίσεως που λαμβάνονται υπόψη ως συντάξιμος χρόνος μόνον τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία παρείχαν εργασία, αποκλείοντας τα ανενεργά χρονικά διαστήματα.
22. Το Tribunale di Roma δέχθηκε την προσφυγή με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005. Το INPS άσκησε έφεση, επισημαίνοντας ότι, κατά το άρθρο 7 του νόμου 638/83, οι εβδομάδες ασφαλίσεως που λαμβάνονται υπόψη ως συντάξιμος χρόνος είναι εκείνες για τις οποίες έχει πράγματι καταβληθεί αμοιβή (ή οι οποίες αναγνωρίζονται ως πλασματικός χρόνος ασφαλίσεως).
23. Το Corte d’Appello di Roma, Sezione Lavoro e Previdenza, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Συνάδει με την οδηγία 97/81/ΕΚ, και ιδίως με τη ρήτρα 4 [της συμφωνίας-πλαισίου] η οποία εισάγει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η ρύθμιση του ιταλικού κράτους (το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου 638/83) κατ’ εφαρμογήν της οποίας δεν θεωρούνται συντάξιμος χρόνος συνυπολογιζόμενος για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων οι ανενεργές περίοδοι στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας με “κάθετη” μερική απασχόληση;
2) Συνάδουν οι προαναφερθείσες εθνικές διατάξεις με την οδηγία 97/81/ΕΚ, και ιδίως με τη ρήτρα 1 [της συμφωνίας-πλαισίου], η οποία προβλέπει ότι η εθνική ρύθμιση πρέπει να προωθεί την εργασία με μερική απασχόληση, τις ρήτρες 4 και 5, οι οποίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη την εξάλειψη των εμποδίων νομικής φύσεως που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχολήσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι ο μη συνυπολογισμός στον συντάξιμο χρόνο των ανενεργών εβδομαδιαίων περιόδων συνιστά αναμφίβολα σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα στην επιλογή εργασίας με τη μορφή “κάθετης” μερικής απασχολήσεως;
3) Μπορεί η ρήτρα 4 [της συμφωνίας-πλαισίου], η οποία εισάγει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, να ερμηνευθεί έτσι ώστε να περιλάβει και τα διάφορα είδη συμβάσεων εργασίας με μερική απασχόληση, δεδομένου ότι, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, στην περίπτωση οριζόντιας μερικής απασχολήσεως, για τον ίδιο αριθμό ωρών εργασίας για τις οποίες καταβάλλεται αμοιβή ανά ημερολογιακό έτος, συνυπολογίζονται όλες οι εβδομάδες του ημερολογιακού έτους, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση “κάθετης” μερικής απασχολήσεως;»
24. Το INPS, οι προσφεύγοντες και η Ιταλική Δημοκρατία υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις.
25. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις 29 Οκτωβρίου 2009, το INPS, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.
Επί του παραδεκτού
26. Η υπό κρίση υπόθεση θέτει διάφορα ζητήματα που αφορούν το παραδεκτό.
27. Το INPS έχει την άποψη ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα. Υποστηρίζει ότι η συμφωνία-πλαίσιο δεν εφαρμόζεται σε συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών και ότι, συνεπώς, η οδηγία αφορά μόνον το εργατικό δίκαιο και όχι το δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως. Τα προδικαστικά ερωτήματα είναι επίσης αλυσιτελή, και, ως εκ τούτου, απαράδεκτα, για το χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη ισχύος του νομοθετικού διατάγματος 61/2000. Το INPS είναι, ως εκ τούτου, της γνώμης ότι η συμφωνία-πλαίσιο δεν εφαρμόζεται όχι μόνο ratione materiae στο σύνολο των περιπτώσεων, αλλά και ratione temporis σε ορισμένες περιπτώσεις των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
28. Στο πλαίσιο εκτιμήσεως αυτών των επιχειρημάτων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να απαντήσει. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι, σε εξαιρετικές περιστάσεις, μπορεί να εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες του ζητήθηκε από το εθνικό δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει. Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (11).
Το ζήτημα της ratione materiae εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου
29. Εφόσον τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο αποφαίνεται χωρίς να χρειάζεται, καταρχήν, να εξετάσει υπό ποιες συνθήκες το εθνικό δικαστήριο οδηγήθηκε στο να του υποβάλει τα ερωτήματα και προτίθεται να εφαρμόσει τη διάταξη του κοινοτικού δικαίου που του ζήτησε να ερμηνεύσει. Το Δικαστήριο εξετάζει μόνον το παραδεκτό του ερωτήματος ως προς τη ratione materiae εφαρμογή της διατάξεως του κοινοτικού δικαίου που υποβλήθηκε προς ερμηνεία αν είναι πρόδηλο ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί (12).
30. Τούτο δεν φαίνεται να ισχύει εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, τα προδικαστικά ερωτήματα δεν πρέπει να κριθούν απαράδεκτα για τον λόγο αυτό (13).
31. Περαιτέρω, εξετάζω αυτοτελώς κατωτέρω το ζήτημα της ratione materiae εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου, στο πλαίσιο ελέγχου της βασιμότητας των ερωτημάτων (14).
Το ζήτημα της ratione temporis εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου
32. Όπως προκύπτει από την ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δικογραφία, ο προβαλλόμενος υπολογισμός των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων της Τ. Bruno, της D. Lotti και της C. Matteucci κατά τρόπο που δημιουργεί διακρίσεις αφορά, εν όλω ή εν μέρει, περιόδους πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας 97/81 στο εσωτερικό δίκαιο στις 20 Ιανουαρίου 2000.
33. Η οδηγία 97/81 μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο με το νομοθετικό διάταγμα 61/2000 της 25ης Φεβρουαρίου 2000 (15). Το INPS είναι της γνώμης ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα όσον αφορά τα προγενέστερα της ενάρξεως ισχύος του ανωτέρω διατάγματος πραγματικά περιστατικά.
34. Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η οδηγία εφαρμόζεται κατά τον υπολογισμό προγενέστερων περιόδων ως συντάξιμου χρόνου για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, βάσει πάγιας νομολογίας με αφετηρία την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Brock (16).
35. Συμφωνώ με την Επιτροπή.
36. Στην υπόθεση Brock, το Δικαστήριο ερωτήθηκε αν ορισμένες διατάξεις του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (17), όπως τροποποιήθηκε, εφαρμόζονταν στις συντάξεις που χορηγούνταν λόγω κινδύνων οι οποίοι είχαν επέλθει πριν από την 1η Ιανουαρίου 1964, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του σχετικού τροποποιημένου κειμένου. Η Bundesknappschaft (Ομοσπονδιακή Ένωση Ανθρακωρύχων) είχε υποστηρίξει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι οι συντάξεις που χορηγούνταν λόγω κινδύνου ο οποίος είχε επέλθει πριν από την 1η Ιανουαρίου 1964 δεν ενέπιπταν στις διατάξεις που τέθηκαν σε ισχύ κατά την εν λόγω ημερομηνία αλλά εξακολουθούσαν, ακόμη και μελλοντικά, να υπόκεινται στις προγενέστερες διατάξεις. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι διάταξη κανονισμού κατά την οποία, αφενός, μια παροχή ήταν καταβλητέα βάσει του κανονισμού ακόμη κι αν αφορούσε γεγονός προγενέστερο της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού και, αφετέρου, τα δικαιώματα προσώπων των οποίων η υπολογιζόμενη πριν την έναρξη ισχύος του κανονισμού σύνταξη μπορούσε να αναθεωρηθεί κατόπιν αιτήσεώς τους, ήταν στην πραγματικότητα απλώς εφαρμογή της αρχής ότι οι νόμοι που τροποποιούν μια νομοθετική διάταξη εφαρμόζονται, πλην παρεκκλίσεων, στα μελλοντικά αποτελέσματα των καταστάσεων που γεννήθηκαν υπό το κράτος της παλαιάς νομοθεσίας (18).
37. Η αρχή αυτή πράγματι επιβεβαιώνεται από πάγια νομολογία (19).
38. Για παράδειγμα, όσον αφορά τις συντάξεις, το Δικαστήριο ερωτήθηκε στην υπόθεση Duchon (20) αν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 η περίπτωση υπηκόου κράτους μέλους, ο οποίος, πριν από την προσχώρηση του εν λόγω κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εργαζόταν σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο υπέστη εργατικό ατύχημα και, μετά την προσχώρηση του κράτους καταγωγής του, υπέβαλε αίτηση στις αρχές του κράτους αυτού για τη χορήγηση συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία μετά το ανωτέρω ατύχημα (21). Παραπέμποντας στο άρθρο 94, παράγραφος 3, του κανονισμού (22), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το πρόσωπο αυτό ενέπιπτε όντως στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Το Δικαστήριο παρέπεμψε, επίσης, στην ανωτέρω γενική αρχή και στο άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού (23), και έκρινε ότι από τη διάταξη αυτή προέκυπτε ότι κράτος μέλος δεν δικαιούται να αρνηθεί να λάβει υπόψη περιόδους ασφαλίσεως που διανύθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, προς θεμελίωση συντάξεως γήρατος, αποκλειστικά και μόνον επειδή οι περίοδοι αυτές διανύθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
39. Στην υπό κρίση υπόθεση, ούτε η οδηγία 97/81 ούτε η συμφωνία-πλαίσιο παρεκκλίνουν από τη γενική αρχή, κατά την οποία η τροποποιητική νομοθεσία εφαρμόζεται, πλην παρεκκλίσεων, στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που γεννήθηκαν υπό το κράτος της παλαιάς νομοθεσίας.
40. Ως εκ τούτου, η οδηγία 97/81 διέπει τον υπολογισμό των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης εβδομάδων ως συντάξιμου χρόνου για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, καθόσον κανένας προσφεύγων δεν είχε συνταξιοδοτηθεί οριστικά πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν συντρέχει εν προκειμένω η περίπτωση αυτή.
41. Ως εκ τούτου, τα προδικαστικά ερωτήματα δεν πρέπει να κριθούν απαράδεκτα λόγω της ratione temporis μη εφαρμογής της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου.
Το καθήκον του αιτούντος δικαστηρίου να παράσχει στο Δικαστήριο τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία
42. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι αδυνατούσε να σχηματίσει άποψη για μια υπόθεση στην οποία δεν παρέχονταν επαρκή νομικά και πραγματικά στοιχεία όπως εν προκειμένω.
43. Τα στοιχεία που παρέχουν οι διατάξεις περί παραπομπής σχετικά με τα ακριβή πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και το ακριβές περιεχόμενο της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας είναι όντως ελλιπή και διφορούμενα.
44. Τούτο είναι προβληματικό από απόψεως παγίας νομολογίας, κατά την οποία η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για τον εθνικό δικαστή απαιτεί να ορίσει ο τελευταίος το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που θέτει ή, τουλάχιστον, να εξηγήσει τις πραγματικές καταστάσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Τα στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει όχι μόνο να παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να δίνουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο οφείλει να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερόμενους (24).
45. Ουδόλως έχω την πεποίθηση ότι οι διατάξεις περί παραπομπής στην υπό κρίση υπόθεση πληρούν την προϋπόθεση αυτή.
46. Η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών είναι αποσπασματική. Οι διατάξεις περί παραπομπής δεν προσδιορίζουν αν οι προσφεύγοντες έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί, αν εξακολουθούν να εργάζονται, αλλά έχουν διαπιστώσει τον προβαλλόμενο διαφορετικό τρόπο υπολογισμού και τους απασχολεί το ζήτημα των συντάξεών τους, ή αν τυχόν συντρέχουν άλλα πραγματικά δεδομένα. Είναι αληθές ότι οι ελλείψεις αυτές μπορούν ως ένα βαθμό να συμπληρωθούν από την ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δικογραφία (25) και από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι μετέχοντες στη διαδικασία, αλλά είναι σαφώς επιθυμητή η πληρέστερη περιγραφή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη περί παραπομπής.
47. Η περιγραφή του νομικού πλαισίου εγείρει μεγαλύτερα προβλήματα.
48. Η προκείμενη βάση επί της οποίας το εθνικό δικαστήριο στηρίζει προφανώς τα ερωτήματά του είναι ότι οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας «κάθετης» μερικής απασχολήσεως δεν αποκτούν συνταξιοδοτικά δικαιώματα βάσει του ιδίου υπολογισμού που εφαρμόζεται στην περίπτωση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας «οριζόντιας» μερικής απασχολήσεως.
49. Δυστυχώς, το εθνικό δικαστήριο δεν εξηγεί με σαφήνεια τη διαφορά μεταξύ των εν λόγω μορφών μερικής απασχολήσεως ούτε πώς αυτές αντιμετωπίζονται διαφορετικά κατά τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
Οριζόντια και κάθετη μερική απασχόληση
50. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο d, του νομοθετικού διατάγματος 61/2000 ορίζει τη «σχέση εργασίας κάθετης μερικής απασχολήσεως» ως τη σχέση εργασίας «στο πλαίσιο της οποίας προβλέπεται η παροχή εργασίας βάσει πλήρους ωραρίου αλλά σε προκαθορισμένες περιορισμένες περιόδους ανά εβδομάδα, μήνα ή έτος».
51. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το INPS εξήγησε ότι, ενώ τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου παραπέμπουν στην «κάθετη μερική απασχόληση» εν γένει, το επίμαχο πρόβλημα στην υπόθεση της κύριας δίκης ανακύπτει μόνο σε σχέση με την κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση, η οποία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις περί παραπομπής, συνεπάγεται την προσφορά εργασίας ορισμένους μόνο μήνες του έτους (26).
52. Εντούτοις, τα μόνα στοιχεία που παρέχουν οι διατάξεις περί παραπομπής για την «οριζόντια μερική απασχόληση» περιέχονται στο τρίτο ερώτημα, όπου επισημαίνεται ότι, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, για τον ίδιο αριθμό ωρών εργασίας για τις οποίες καταβάλλεται αμοιβή ανά ημερολογιακό έτος, συνυπολογίζονται όλες οι εβδομάδες του ημερολογιακού έτους, στην περίπτωση «οριζόντιας» μερικής απασχολήσεως, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση της «κάθετης» μερικής απασχολήσεως.
53. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο c, του νομοθετικού διατάγματος 61/2000 ορίζει τη «σχέση εργασίας οριζόντιας μερικής απασχολήσεως» ως τη σχέση εργασίας στο πλαίσιο της οποίας η μείωση του ωραρίου εργασίας σε σύγκριση με την εργασία πλήρους απασχολήσεως καθορίζεται σε σχέση με το σύνηθες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Αν και ο ορισμός αυτός δεν είναι απολύτως σαφής, αντιλαμβάνομαι ότι η οριζόντια μερική απασχόληση συνεπάγεται, επομένως, την παροχή εργασίας ορισμένες μόνον ώρες κάθε εργάσιμη ημέρα.
54. Μόλις κατά το στάδιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει ότι αυτή είναι όντως η ορθή ερμηνεία των ανωτέρω όρων.
Η διαφορετική μεταχείριση οριζόντιας και κάθετης μερικής απασχολήσεως
55. Οι διατάξεις περί παραπομπής παραθέτουν το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου 638/83, το οποίο προβλέπει ότι, όσον αφορά τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ο αριθμός των εβδομάδων ασφαλίσεως των εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά τη διάρκεια ενός έτους, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της καταβλητέας από το INPS συντάξεως γήρατος, ισούται προς τον αριθμό των εβδομάδων του έτους κατά τις οποίες έχει παρασχεθεί αμειβόμενη εργασία ή οι οποίες αναγνωρίζονται βάσει των κανόνων που διέπουν την αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως. Το εθνικό δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι το INPS υπολόγισε ως περιόδους καταβολής εισφορών που λαμβάνονται υπόψη για τη συνταξιοδότηση μόνον τα χρονικά διαστήματα παροχής εργασίας, χωρίς να προσμετρήσει τα ανενεργά χρονικά διαστήματα.
56. Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο δεν προσδιορίζει σε κανένα σημείο των διατάξεων περί παραπομπής με ποιον τρόπο πρέπει να υπολογίζεται ο αριθμός των εβδομάδων που λαμβάνονται υπόψη για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
57. Προκειμένου να παρασχεθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα να δώσει μια χρήσιμη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου απαιτείται, πριν από την παραπομπή, το εθνικό δικαστήριο να έχει διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και να έχει επιλύσει τα προβλήματα που είναι καθαρώς εθνικού δικαίου (27).
58. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι οι σκέψεις αυτές δεν περιορίζουν σε τίποτε τη διακριτική ευχέρεια του εθνικού δικαστή, ο οποίος είναι ο μόνος που έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και των επιχειρημάτων των διαδίκων και ο οποίος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδοθεί και είναι, συνεπώς, σε καλύτερη θέση από κάθε άλλο να κρίνει σε ποιο στάδιο της διαδικασίας πρέπει να ζητηθεί η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (28).
59. Μια τέτοιου είδους επιεικής άποψη όσον αφορά το παραδεκτό των διατάξεων περί παραπομπής συχνά δικαιολογείται υπό το πρίσμα του διττού σκοπού που απορρέει από το άρθρο 234 ΕΚ, δηλαδή της διασφαλίσεως της πλέον αρραγούς της ενότητας κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και της προς τούτο διασφαλίσεως της πλέον αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων (29).
60. Εντούτοις, αν τα στοιχεία που περιέχονταν στις διατάξεις περί παραπομπής ήταν αντιφατικά, κατά τρόπο που να καθιστούν αδύνατη την επαρκή κατανόηση της νομικής καταστάσεως, το Δικαστήριο θα έκρινε τα προδικαστικά ερωτήματα προδήλως απαράδεκτα (30).
61. Οι παρούσες διατάξεις περί παραπομπής στερούνται σαφήνειας όσον αφορά τον διαφορετικό υπολογισμό του αριθμού των εβδομάδων που λαμβάνονται υπόψη για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στις περιπτώσεις οριζόντιας και κάθετης εκ περιτροπής μερικής απασχολήσεως. Το ζήτημα αυτό αποτελεί, παρά ταύτα, την ουσία της υπό κρίση υποθέσεως και τη βάση επί της οποίας στηρίζονται τα προδικαστικά ερωτήματα.
62. Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα θα μπορούσαν δικαιολογημένα να κριθούν απαράδεκτα, όταν οι διατάξεις περί παραπομπής περιήλθαν στο Δικαστήριο.
63. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και αφού υποβλήθηκαν εκτενώς ερωτήσεις στον δικηγόρο του INPS και στον εκπρόσωπο της Ιταλικής Δημοκρατίας, κατέστη όντως σαφέστερο το πώς έπρεπε να γίνει ο υπολογισμός και ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα βάσει του εθνικού δικαίου.
64. Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών και του εθνικού δικαίου που του επισημαίνονται από το εθνικό δικαστήριο. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου εξ ιδίων διαπίστωση της πραγματικής και νομικής καταστάσεως που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο που αναθέτει στο Δικαστήριο το άρθρο 234 ΕΚ, καθώς και με την υποχρέωση που αυτό υπέχει να διασφαλίζει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να καταθέσουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (31).
65. Κανένα κράτος μέλος, πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας, δεν κατέθεσε παρατηρήσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, συνεπώς, να είναι βέβαιο ότι έχει εκπληρώσει την υποχρέωση που υπέχει να διασφαλίζει την κατοχύρωση της δυνατότητας υποβολής παρατηρήσεων.
66. Η κατάσταση αυτή θα έπρεπε να έχει αποφευχθεί.
67. Περαιτέρω, η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με την οποία το Δικαστήριο τους παρέχει τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν (32). Επιπροσθέτως, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως βασίζεται σε διάλογο μεταξύ δικαστών του οποίου η έναρξη εξαρτάται αποκλειστικώς από την κρίση του εθνικού δικαστηρίου ως προς τη λυσιτέλεια και την αναγκαιότητα της εν λόγω αιτήσεως (33).
68. Βεβαίως, είναι εύλογο να κρίνεται απαράδεκτη, ήδη από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας, διάταξη περί παραπομπής που δεν εκθέτει επαρκώς τα σχετικά πραγματικά περιστατικά και την εθνική νομοθεσία, όπως εν προκειμένω. Εντούτοις, κατόπιν των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, φρονώ ότι δεν θα ήταν σκόπιμη μια τέτοια απόφαση ή ότι θα εξυπηρετούσε την οικονομία της διαδικασίας.
Επί της ουσίας
Το ζήτημα της ratione materiae εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου
69. Αφορούν η οδηγία και η συμφωνία-πλαίσιο μόνον το εργατικό δίκαιο και όχι το δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως (34);
70. Στην υπόθεση Impact (35), η οποία αφορούσε την οδηγία 1999/70 (36), το Δικαστήριο κλήθηκε να διευκρινίσει αν στους «όρους απασχολήσεως», κατά την έννοια της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας αυτής, περιλαμβάνονταν οι όροι συμβάσεως εργασίας περί αποδοχών και συντάξεων.
71. Το Δικαστήριο παρέπεμψε στην πάγια νομολογία του κατά την οποία, στην έννοια του όρου «αμοιβή», όπως αυτός χρησιμοποιείται στο άρθρο 141, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, εμπίπτουν οι συντάξεις που καταβάλλονται δυνάμει της σχέσεως εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη (37), αποκλειομένων εκείνων οι οποίες καταβάλλονται στο πλαίσιο εκ του νόμου προβλεπομένου συστήματος, για τη χρηματοδότηση του οποίου οι εργαζόμενοι, οι εργοδότες και, ενδεχομένως, οι δημόσιες αρχές συμβάλλουν όχι βάσει μιας τέτοιας σχέσεως εργασίας, αλλά προς εξυπηρέτηση επιδιώξεων κοινωνικής πολιτικής. Βάσει αυτής της νομολογίας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι στην έννοια των «όρων απασχολήσεως», όπως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, εμπίπτουν οι συντάξεις που καταβάλλονται βάσει της σχέσεως εργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, αποκλειομένων των συντάξεων που προβλέπει ένα υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίες δεν καταβάλλονται στο πλαίσιο μιας τέτοιας σχέσεως, αλλά μάλλον προς εξυπηρέτηση επιδιώξεων κοινωνικής πολιτικής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το πέμπτο εδάφιο του προοιμίου της ανωτέρω συμφωνίας-πλαισίου, κατά το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη «αναγνωρίζουν ότι θέματα που αφορούν την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών» και κάλεσε τα κράτη μέλη να καταστήσουν πράξη τη δήλωσή τους για την απασχόληση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δουβλίνου το 1996, στην οποία τονιζόταν, μεταξύ άλλων, η ανάγκη προσαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στα νέα πρότυπα εργασίας προκειμένου να παρασχεθεί κατάλληλη κοινωνική προστασία στα άτομα που απασχολούνται με αυτές τις μορφές εργασίας (38).
72. Η ίδια συλλογιστική πρέπει να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στην επίμαχη εν προκειμένω ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχολήσεως.
73. Πρώτον, η ρήτρα αυτή εισάγει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατ’ ουσίαν με τους ίδιους όρους που περιέχονται στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70.
74. Δεύτερον, το τρίτο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχολήσεως αναγνωρίζει με παρόμοιο τρόπο ότι θέματα που αφορούν την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και παραπέμπει στη δήλωση για την απασχόληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που συνήλθε το 1996 στο Δουβλίνο.
75. Τρίτον, σκοπός της οδηγίας 97/81, όπως ορίζει το άρθρο 1, είναι η υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχολήσεως, η οποία συνήφθη από διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα (δηλαδή μεταξύ οργανώσεων που εκπροσωπούν εργοδότες και εργαζομένους). Η συμφωνία-πλαίσιο σκοπεί να διευκολύνει αμφότερους τους συμβαλλομένους μιας συμβάσεως εργασίας να οργανώσουν ευέλικτα το ωράριο εργασίας προσαρμόζοντάς το στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της απασχολήσεως σε ορισμένους τομείς και δραστηριότητες. Δεν σκοπεί να ρυθμίσει ζητήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (39).
76. Ως εκ τούτου, η ρήτρα 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου καλύπτει συντάξεις οι οποίες καταβάλλονται βάσει της σχέσεως εργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, αποκλειομένων των συντάξεων ενός υποχρεωτικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίες δεν καταβάλλονται στο πλαίσιο μιας τέτοιας σχέσεως, αλλά μάλλον προς εξυπηρέτηση επιδιώξεων κοινωνικής πολιτικής.
77. Είμαι της γνώμης ότι, δεδομένου ιδίως του ασαφούς περιεχομένου των διατάξεων περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο είναι το πλέον αρμόδιο να εκτιμήσει σε ποια κατηγορία εντάσσεται το επίμαχο εν προκειμένω συνταξιοδοτικό σύστημα. Κατά την εκτίμηση αυτή, πρέπει να εφαρμόσει τα κριτήρια που έχει καθορίσει το Δικαστήριο.
78. Προκειμένου να κριθεί αν μια σύνταξη γήρατος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι καθοριστικό κριτήριο αποτελεί μόνον η διαπίστωση ότι η σύνταξη γήρατος καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του πρώην εργοδότη του, προσθέτοντας ότι το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να έχει αποκλειστικό χαρακτήρα, εφόσον για τις συντάξεις που καταβάλλονται βάσει των υποχρεωτικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως μπορούν να λαμβάνονται υπόψη εν όλω ή εν μέρει οι αποδοχές που ελάμβανε ο εργαζόμενος όταν εργαζόταν. Εντούτοις, εκτιμήσεις κοινωνικής πολιτικής, οργανώσεως του κράτους, ηθικής φύσεως, ή ακόμη σκέψεις αφορώσες τον προϋπολογισμό, που επηρέασαν ή θα μπορούσαν να έχουν επηρεάσει τον εθνικό νομοθέτη όσον αφορά τη δημιουργία ενός συνταξιοδοτικού συστήματος, δεν ασκούν επιρροή στην περίπτωση που συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (i) αν η σύνταξη αφορά μόνο μια ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων, (ii) αν τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον χρόνο υπηρεσίας και (iii) αν το ύψος της υπολογίζεται βάσει του τελευταίου μισθού του υπαλλήλου (40).
79. Η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών δεν είναι πάντα απλή υπόθεση. Παρά ταύτα, τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να εφαρμοστούν κατ’ αναλογία στις συντάξεις που αποτελούν αντικείμενο των υπό κρίση υποθέσεων.
80. Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι, αν πληρούνται τα κριτήρια αυτά, η σύνταξη την οποία καταβάλλει ο εργοδότης του δημοσίου τομέα σε δημόσιο υπάλληλο είναι απολύτως συγκρίσιμη προς εκείνη που καταβάλλει ο εργοδότης του ιδιωτικού τομέα στους πρώην μισθωτούς του (41). Αντιθέτως προς όσα υποστήριξε το INPS κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το γεγονός ότι μια σύνταξη προβλέπεται εκ του νόμου και τελεί υπό τη διαχείριση δημόσιας αρχής όπως το INPS δεν μπορεί, επομένως, να είναι καθοριστικό κριτήριο για τη διάκριση ενός επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος από ένα υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
81. Όπως αντιλαμβάνομαι τη σχετική νομολογία, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το καθεστώς της Alitalia βάσει του εθνικού δικαίου προκειμένου να διαπιστώσει αν πρόκειται για εργοδότη του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα. Αν η Alitalia είναι εργοδότης του δημόσιου τομέα, το γεγονός ότι η σύνταξη δεν καταβάλλεται από την ίδια την Alitalia, αλλά από το INPS μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η σύνταξη είναι συγκρίσιμη προς εκείνη που καταβάλλει ο εργοδότης του ιδιωτικού τομέα στους πρώην μισθωτούς του και ότι, επομένως, πρόκειται για επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και όχι για υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Αντιθέτως, αν η Alitalia είναι εργοδότης του ιδιωτικού τομέα, το γεγονός ότι η σύνταξη καταβάλλεται από το INPS μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η σύνταξη εξαρτάται από εκτιμήσεις κοινωνικής πολιτικής και ότι, συνεπώς, πρόκειται για υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και όχι για επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
82. Είναι αληθές ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αφαιρεί από τα κράτη μέλη την αρμοδιότητα οργανώσεως των συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως. Παρά ταύτα, όταν ασκούν την αρμοδιότητα αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο (42) και, ειδικότερα, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων (43). Ακόμη κι αν το επίμαχο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως είναι υποχρεωτικό, πρέπει, συνεπώς, να συνάδει προς την αρχή αυτή.
83. Επί της βάσεως αυτής, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχολήσεως δεν εφαρμόζεται στα υποχρεωτικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφασίσει αν το επίμαχο συνταξιοδοτικό σύστημα στην υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στην κατηγορία αυτή. Αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως είναι υποχρεωτικό, πρέπει να εξετάσει αν η Ιταλία άσκησε την αρμοδιότητά της στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
84. Το πρώτο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα ασχολούνται αποκλειστικά με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, ενώ το δεύτερο αφορά τη ρήτρα 4 σε συνδυασμό με τις ρήτρες 1 και 5. Κατά συνέπεια, θεωρώ σκόπιμο να απαντήσω και στα τρία ερωτήματα μαζί.
85. Με το πρώτο ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου 638/83, κατ’ εφαρμογήν του οποίου δεν θεωρούνται συντάξιμος χρόνος συνυπολογιζόμενος για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων οι ανενεργές περίοδοι στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας με «κάθετη» μερική απασχόληση, συνάδει με την οδηγία 97/81, και ιδίως με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου (αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων).
86. Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται γενικότερα αν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις στην υπόθεση της κύριας δίκης συνάδουν με την οδηγία 97/81, ιδίως με τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου (η οποία προβλέπει ότι η εθνική νομοθεσία πρέπει να προωθεί την εργασία με μερική απασχόληση) και τις ρήτρες 4 και 5 (οι οποίες προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να εξαλείψουν τα εμπόδια νομικής φύσεως που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχολήσεως). Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι ο μη συνυπολογισμός στον συντάξιμο χρόνο των ανενεργών εβδομάδων για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων συνιστά «αναμφίβολα» σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα στην επιλογή εργασίας με τη μορφή «κάθετης» μερικής απασχολήσεως.
87. Με το τρίτο ερώτημα ερωτάται αν η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπει η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου εφαρμόζεται σε διάφορα είδη συμβάσεων μερικής απασχολήσεως, δεδομένου ότι, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, στην περίπτωση εργασίας με «οριζόντια» μερική απασχόληση, για τον ίδιο αριθμό ωρών απασχολήσεως για τις οποίες καταβάλλεται αμοιβή ανά ημερολογιακό έτος, συνυπολογίζονται όλες οι εβδομάδες του ημερολογιακού έτους, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει σε περίπτωση εργασίας με «κάθετη» μερική απασχόληση.
88. Στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της συμβατότητας εθνικού μέτρου προς το κοινοτικό δίκαιο, πλην όμως μπορεί να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα απτόμενα του κοινοτικού δικαίου αναγκαία ερμηνευτικά στοιχεία που θα του δώσουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει, στο πλαίσιο της υποθέσεως που εκδικάζει, αν το συγκεκριμένο εθνικό μέτρο συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο (44).
89. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω από κοινού τα τρία ερωτήματα, με τα οποία φρονώ ότι ερωτάται αν οι ρήτρες 1, 4 και 5 της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύουν ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία διακρίνει μεταξύ συμβάσεων κάθετης εκ περιτροπής και οριζόντιας μερικής απασχολήσεως, ως προς τον τρόπο που λαμβάνονται υπόψη οι εβδομάδες ως συντάξιμος χρόνος για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
Το ζήτημα της διαφορετικής μεταχειρίσεως βάσει του ιταλικού δικαίου
90. Όπως αντιλαμβάνομαι και στηριζόμενη κυρίως στα στοιχεία που απεκόμισα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το σύστημα φαίνεται να λειτουργεί κατ’ ουσίαν όπως αναλύεται ακολούθως.
91. Κατ’ ουσίαν, το κριτήριο υπολογισμού του ύψους της συντάξεως είναι μάλλον ότι ο αριθμός των ωρών παρασχεθείσας εργασίας λαμβάνεται υπόψη κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για εργασία παρασχεθείσα στο πλαίσιο πλήρους απασχολήσεως, οριζόντιας ή κάθετης εκ περιτροπής μερικής απασχολήσεως. Με τις γραπτές παρατηρήσεις του, το INPS επισημαίνει ότι, για τον καθορισμό του χρόνου ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως, είναι αναγκαίο: (i) να καθορισθεί ο αριθμός των ωρών αμειβόμενης εργασίας ανά ημερολογιακό έτος στο πλαίσιο μερικής απασχολήσεως και (ii) να διαιρεθεί ο αριθμός αυτός με τον αριθμό των ωρών που συνιστούν το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση. Το αποτέλεσμα αυτού του υπολογισμού είναι ο αριθμός των εβδομάδων ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη στην περίπτωση εργασίας με μερική απασχόληση. Στον αριθμό αυτόν μπορεί να προστεθεί ο αριθμός των πρόσθετων εβδομάδων ασφαλίσεως που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον συγκεκριμένο εργαζόμενο (για παράδειγμα, διά της αναγνωρίσεως πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως (45)). Η μέθοδος αυτή υπολογισμού του ύψους της συντάξεως δεν συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, διαφορετικό αποτέλεσμα αναλόγως του αν πρόκειται για κάθετη εκ περιτροπής ή οριζόντια μερική απασχόληση.
92. Κατά συνέπεια, αν το πλήρες ωράριο εργασίας περιλαμβάνει 8 ώρες την ημέρα, ουδόλως διαφέρει η περίπτωση του εργαζομένου που εργαζόταν 52 εβδομάδες το έτος (46), αλλά μόνον 4 ώρες την ημέρα, στο πλαίσιο οριζόντιας μερικής απασχολήσεως, από εκείνη του εργαζομένου που εργαζόταν μόνο 26 εβδομάδες το έτος, αλλά 8 ώρες την ημέρα, στο πλαίσιο κάθετης εκ περιτροπής μερικής απασχολήσεως. Και στις δύο περιπτώσεις, ο αριθμός των ωρών παρασχεθείσας εργασίας είναι ο ίδιος (1 040 ώρες) (47) και επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο τον υπολογισμό του ύψους της συντάξεως (στο ανωτέρω παράδειγμα, 50 % της συντάξεως του εργαζομένου με πλήρη απασχόληση, η οποία υπολογίζεται βάσει των 2 080 ωρών).
93. Όπως παραδέχθηκε το INPS κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το πρόβλημα έγκειται μάλλον στον υπολογισμό του αριθμού των εβδομάδων που είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος (στο εξής: εβδομάδες συντάξιμου χρόνου). Ο δικηγόρος του INPS εξήγησε ότι για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος απαιτούνται 1 820 εβδομάδες συντάξιμου χρόνου. Ως εβδομάδα συντάξιμου χρόνου ορίζεται η εβδομάδα κατά την οποία παρασχέθηκε εργασία τουλάχιστον για μια ημέρα.
94. Στο ανωτέρω παράδειγμα, τούτο σημαίνει ότι για τον ίδιο αριθμό ωρών παρασχεθείσας εργασίας, ο εργαζόμενος με οριζόντια μερική απασχόληση διαθέτει 52 εβδομάδες συντάξιμου χρόνου ενώ ο εργαζόμενος με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση διαθέτει μόνο 26 εβδομάδες συντάξιμου χρόνου.
95. Ως εκ τούτου, η άνιση μεταχείριση είναι μάλλον απόρροια του τρόπου υπολογισμού των εβδομάδων συντάξιμου χρόνου, ο οποίος καθορίζει άμεσα τον χρόνο εργασίας που απαιτείται προς θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Καθόσον μόνον οι εβδομάδες, κατά τις οποίες παρασχέθηκε εργασία τουλάχιστον για μία ημέρα, υπολογίζονται ως εβδομάδες συντάξιμου χρόνου, για τον ίδιο αριθμό ωρών παρασχεθείσας εργασίας, οι εργαζόμενοι με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση ενδέχεται τελικώς να χρειαστεί να εργαστούν διπλάσιο χρόνο από εκείνον που χρειάζεται να εργαστούν οι εργαζόμενοι με οριζόντια μερική απασχόληση για να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Στο ανωτέρω παράδειγμα, ο εργαζόμενος με οριζόντια μερική απασχόληση πρέπει να εργαστεί 35 έτη προκειμένου να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ενώ ο εργαζόμενος με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση πρέπει να εργαστεί 70 έτη. Εάν το πρόσωπο αυτό εργαζόταν σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση, ουδέποτε θα μπορούσε να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου
96. Κατά τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως λιγότερο ευνοϊκά απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική μεταχείρισή τους δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Η απαγόρευση των διακρίσεων στη ρήτρα 4 αποτελεί απλώς την ειδική έκφραση μιας θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή της γενικής αρχής της ισότητας που απαγορεύει την αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων με διαφορετικό τρόπο, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (48). Η αρχή αυτή μπορεί, συνεπώς, να εφαρμοστεί μόνο σε πρόσωπα ευρισκόμενα σε παρόμοιες καταστάσεις (49).
97. Η ρήτρα 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει ρητώς ότι, όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή της χρονικής αναλογίας (στο εξής: pro rata temporis) (50). Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στον υπολογισμό συντάξεως γήρατος βάσει του κανόνα pro rata temporis σε περίπτωση εργασίας με μειωμένο ωράριο (51). Στη συγκεκριμένη υπόθεση, πέραν του αριθμού των ετών υπηρεσίας ενός δημοσίου υπαλλήλου, η συνεκτίμηση του πραγματικού χρόνου εργασίας κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του εν λόγω υπαλλήλου, σε σύγκριση προς τον χρόνο εργασίας ενός υπαλλήλου ο οποίος απασχολήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του με πλήρες ωράριο, κρίθηκε ότι αποτελεί κριτήριο αντικειμενικό και ξένο προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, το οποίο επιτρέπει την αναλογική μείωση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του υπαλλήλου (52).
98. Από την ανάλυση του ανωτέρω συστήματος προκύπτει μάλλον ότι οι εβδομάδες συντάξιμου χρόνου τόσο των εργαζομένων με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση όσο και των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση υπολογίζονται ανάλογα με τον αριθμό των ωρών της πράγματι παρασχεθείσας εργασίας ή, άλλως, σύμφωνα με την αρχή pro rata temporis. Είναι εύλογο ένα ο οποίος εργάζεται 8 ώρες την ημέρα για 52 εβδομάδες με πλήρες ωράριο εργασίας να έχει ακριβώς διπλάσιο αριθμό εβδομάδων συντάξιμου χρόνου από εκείνον που εργάζεται 8 ώρες την εβδομάδα για 26 εβδομάδες στο πλαίσιο εργασίας με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση. Ως εδώ έχει καλώς: δεν υφίσταται καμία διάκριση.
99. Εντούτοις, οι εβδομάδες συντάξιμου χρόνου των εργαζομένων με οριζόντια μερική απασχόληση υπολογίζονται με ευνοϊκότερο τρόπο απ’ ό,τι προβλέπει η αρχή pro rata temporis. Αν ως εβδομάδες συντάξιμου χρόνου υπολογίζονται μόνον εκείνες κατά τις οποίες παρασχέθηκε εργασία τουλάχιστον για μία ημέρα (53), όποιος εργάζεται 4 ώρες την ημέρα για 52 εβδομάδες στο πλαίσιο εργασίας με οριζόντια μερική απασχόληση θα έχει εργαστεί ακριβώς τον ίδιο αριθμό ωρών που έχει εργαστεί ο ανωτέρω εργαζόμενος στο πλαίσιο εργασίας με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση, αλλά θα διαθέτει διπλάσιες εβδομάδες συντάξιμου χρόνου.
100. Ο εργαζόμενος με οριζόντια μερική απασχόληση μπορεί επίσης να απολαύει ορισμένου πλεονεκτήματος έναντι του ομολόγου του με πλήρη απασχόληση. Ας υποθέσουμε (παραλλάσσοντας ελαφρώς το ανωτέρω παράδειγμα) ότι αντί των 20 ωρών εργασίας την εβδομάδα που κατανέμονται σε πέντε ημέρες (4 ώρες την ημέρα), εργάζεται 2,5 ημέρες με πλήρες ωράριο (8 + 8 + 4 ώρες) και δεν εργάζεται καθόλου τις υπόλοιπες 2,5 ημέρες. Το συγκεκριμένο ωράριο εργασίας αρκεί για να υπολογιστεί η συγκεκριμένη εβδομάδα ως εβδομάδα συντάξιμου χρόνου. Εν τω μεταξύ, ο αντίστοιχος εργαζόμενος με πλήρες ωράριο πρέπει να εργαστεί κατά τη συνήθη πλήρη εβδομάδα (και τις πέντε ημέρες) προκειμένου η εβδομάδα αυτή να υπολογιστεί ως εβδομάδα συντάξιμου χρόνου.
101. Στο σημείο αυτό, επομένως, εμφανίζονται δύο αυτοτελείς μορφές άνισης μεταχειρίσεως: (α) μεταξύ των δύο μορφών μερικής απασχολήσεως, εις βάρος των εργαζομένων με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση, και (β) μεταξύ οριζόντιας μερικής απασχολήσεως και πλήρους απασχολήσεως, εις βάρος των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση.
102. Καλύπτεται η εν λόγω άνιση μεταχείριση από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου;
103. Όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Michaeler, η οδηγία 97/81 και η συμφωνία-πλαίσιο αποβλέπουν, αφενός, στην προώθηση της εργασίας μερικής απασχολήσεως και, αφετέρου, στην εξάλειψη των διακρίσεων μεταξύ των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως και των εργαζομένων πλήρους απασχολήσεως. Ο διττός αυτός σκοπός προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 1 της συμφωνίας-πλαισίου και από τις αιτιολογικές σκέψεις που περιέχονται στο προοίμιο της οδηγίας 97/81. Το Δικαστήριο παρέθεσε, μεταξύ άλλων, την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας-πλαισίου «εξεδήλωσαν τη βούληση να συγκροτήσουν ένα γενικό πλαίσιο για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση και να συμβάλουν στην ανάπτυξη δυνατοτήτων για την εργασία μερικής απασχόλησης σε μια αποδεκτή βάση για τους εργοδότες και τους εργαζομένους» (54).
104. Καθίσταται σαφές από το γράμμα της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου ότι η συγκεκριμένη έκφανση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που περιέχεται σ’ αυτή, μολονότι φυσικά συμβάλλει στην προώθηση της μερικής απασχολήσεως, απαγορεύει τις διακρίσεις μεταξύ εργαζομένων με μερική απασχόληση και εργαζομένων με πλήρη απασχόληση. Όπως προκύπτει από το προοίμιο, η εν λόγω ρήτρα υπονοεί τη διάκριση εις βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση.
105. Η ρήτρα 4 μπορεί, ως εκ τούτου, να εφαρμοστεί μόνο στην περίπτωση άνισης μεταχειρίσεως μεταξύ διαφορετικών ειδών μερικής απασχολήσεως όταν, όπως και μεταξύ εργαζομένων με μερική απασχόληση και εργαζομένων με πλήρη απασχόληση, η μεταχείριση αυτή είναι επίσης δυσμενής εις βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση. Καμιά μορφή άνισης μεταχειρίσεως από εκείνες που προσδιόρισα ανωτέρω δεν εμπίπτει στη ρήτρα αυτή.
106. Ως εκ τούτου, καμιά από τις ανωτέρω περιπτώσεις δεν απαγορεύεται από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
Η υποχρέωση εντοπισμού και αντιμετωπίσεως των εμποδίων που αναφέρει η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου
107. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης. Σύμφωνα με τον σκοπό της προωθήσεως της εργασίας με μερική απασχόληση, η ρήτρα αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη «να εντοπίζουν, να αντιμετωπίζουν και, όπου είναι αναγκαίο, να εξαλείφουν εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσης που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχόλησης». Η Επιτροπή στηρίχθηκε στην απόφαση Michaeler, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, έχει την έννοια ότι απαγορεύεται εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει την κοινοποίηση στη διοίκηση αντιγράφου των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχολήσεως εντός 30 ημερών από της συνάψεώς τους.
108. Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής.
109. Στην υπόθεση Michaeler, η επίμαχη προϋπόθεση αφορούσε συμβάσεις εργασίας μερικής απασχολήσεως και όχι συμβάσεις εργασίας πλήρους απασχολήσεως. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο συνδυασμός της επιβολής μιας πρόσθετης προϋποθέσεως διοικητικής φύσεως και κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμορφώσεως απέτρεπε τους εργοδότες από τη σύναψη συμβάσεων εργασίας μερικής απασχολήσεως και θα μπορούσε να πλήξει ιδίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες δεν διαθέτουν τους πόρους που έχουν στη διάθεσή τους οι επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους, με αποτέλεσμα να ενδέχεται να αποφεύγουν την επιλογή της μερικής απασχολήσεως, την οποία επιδιώκει να προάγει η οδηγία 97/81 (55).
110. Κατά συνέπεια, η επίμαχη προϋπόθεση ήταν ένα σαφές παράδειγμα νομικού ή διοικητικού κανόνα που συνιστούσε εμπόδιο για τους εργαζομένους που επιθυμούσαν να μεταβούν από την πλήρη στη μερική απασχόληση.
111. Από τις αιτιολογικές σκέψεις και τις ουσιαστικές διατάξεις της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου, μαζί με τις «γενικές παρατηρήσεις» της δεύτερης, προκύπτει ότι η ratio legis της συμφωνίας-πλαισίου είναι η βελτίωση της δυνατότητας μεταβάσεως των εργαζομένων από την πλήρη στη μερική απασχόληση ή της προσβάσεως στη μερική απασχόληση χωρίς να είναι πρώτα αναγκαία η διέλευση από την πλήρη απασχόληση.
112. Η υποχρέωση της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου συνιστά, ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, ειδική εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που εισάγει η ρήτρα 4. Ορισμένες φορές τέτοιου είδους διάκριση ανακύπτει όταν τα κράτη μέλη θέτουν εμπόδιο νομικής ή διοικητικής φύσεως στις συμβάσεις μερικής απασχολήσεως, το οποίο δεν επιβάλλουν στις συμβάσεις πλήρους απασχολήσεως, όπως στην υπόθεση Michaeler. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος οφείλει να εξαλείψει τα εν λόγω εμπόδια.
113. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει κανένας νομικός κανόνας ή διοικητική πρακτική που να εμποδίζει τη μετάβαση από την πλήρη στη μερική απασχόληση. Πράγματι, δεν υφίσταται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση και των εργαζομένων με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού των εβδομάδων συντάξιμου χρόνου. Οι εβδομάδες συντάξιμου χρόνου υπολογίζονται για αμφότερες τις κατηγορίες εργαζομένων βάσει της αρχής pro rata temporis (56). Η άνιση μεταχείριση είναι απόρροια αποκλειστικά και μόνον της προνομιακής μεταχειρίσεως μιας τρίτης κατηγορίας εργαζομένων (των εργαζομένων με οριζόντια μερική απασχόληση) κατά τον υπολογισμό των εβδομάδων συντάξιμου χρόνου.
114. Θα μπορούσε να ισχύει το αντίθετο αν, για παράδειγμα, οι εβδομάδες συντάξιμου χρόνου υπολογίζονταν βάσει της αρχής pro rata temporis στην περίπτωση οριζόντιας μερικής απασχολήσεως και πλήρους απασχολήσεως, αλλά με λιγότερο ευνοϊκό τρόπο στην περίπτωση της κάθετης εκ περιτροπής μερικής απασχολήσεως. Τότε, θα υφίστατο όντως άνιση μεταχείριση μεταξύ της πλήρους απασχολήσεως και ενός συγκεκριμένου είδους μερικής απασχολήσεως εις βάρος της δεύτερης. Μια τέτοια ρύθμιση θα προσέβαλε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που εισάγει η ρήτρα 4 και το κράτος μέλος θα όφειλε, βάσει της ρήτρας 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, να εξαλείψει το εμπόδιο αυτό.
115. Με την απόφαση Schönheit και Becker, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι εθνική νομοθεσία η οποία συνεπάγεται τη δυσανάλογη μείωση του ποσού της συντάξεως γήρατος εργαζομένου σε σχέση με τον χρόνο απασχολήσεώς του με μειωμένο ωράριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενικώς δικαιολογούμενη από το γεγονός ότι η σύνταξη αντιστοιχεί στην περίπτωση αυτή σε χρονικώς λιγότερο εκτεταμένη προσφορά εργασίας ή από τον λόγο ότι σκοπεί να μην τυγχάνουν πλεονεκτήματος οι απασχολούμενοι με μειωμένο ωράριο έναντι των απασχολουμένων με πλήρες ωράριο (57).
116. Εντούτοις, μια τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει, προφανώς, εν προκειμένω. Το πρόβλημα δεν συνίσταται στο ότι οι εργαζόμενοι με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση σε σύγκριση με τους εργαζομένους πλήρους απασχολήσεως. Το πρόβλημα είναι ότι οι εργαζόμενοι με οριζόντια μερική απασχόληση βρίσκονται στην πραγματικότητα σε πλεονεκτικότερηθέση όσον αφορά ειδικότερα τον υπολογισμό των εβδομάδων συντάξιμου χρόνου σε σύγκριση με τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση ή κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση.
117. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στα τρία προδικαστικά ερωτήματα πρέπει, βάσει της έως τώρα αναλύσεως, να δοθεί η απάντηση ότι ούτε η ρήτρα 4 ούτε οι ρήτρες 1 και 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύουν, καταρχήν, την εισαγωγή διακρίσεως μεταξύ διαφόρων ειδών μερικής απασχολήσεως, όπου εφαρμόζονται διαφορετικές προϋποθέσεις, εφόσον οι διακρίσεις αυτές δεν λειτουργούν υπέρ των εργαζομένων πλήρους απασχολήσεως και εις βάρος (ορισμένης κατηγορίας) εργαζομένων με μερική απασχόληση και δεν συνιστούν εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσεως που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχολήσεως.
118. Εντούτοις, η υπόθεση δεν έχει ακόμη εξετασθεί πλήρως.
Η γενική αρχή της ισότητας
119. Η απαγόρευση των διακρίσεων στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου αποτελεί ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας (58). Ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με την αρχή αυτή. Τυχόν εθνικά μέτρα εφαρμογής πρέπει ομοίως να τηρούν τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (59).
120. Τα κράτη μέλη μπορούν ελεύθερα να εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων ειδών μερικής απασχολήσεως. Εντούτοις, τα μέτρα που λαμβάνουν πρέπει να είναι συμβατά και σύμφωνα με τους σκοπούς και τις διατάξεις της οδηγίας 97/81 και της συμφωνίας-πλαισίου για τη μερική απασχόληση και να συνάδουν με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και ιδίως με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (60).
121. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εισάγουν αυθαίρετες διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων ειδών μερικής απασχολήσεως που αντιβαίνουν στους σκοπούς αυτούς και προσβάλλουν τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου περί απαγορεύσεως των διακρίσεων.
122. Όπως αντιλαμβάνομαι τα πραγματικά περιστατικά, είμαι της γνώμης ότι οι εργαζόμενοι οριζόντιας και κάθετης εκ περιτροπής μερικής απασχολήσεως βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση. Οι λόγοι της διαφορετικής μεταχειρίσεως όσον αφορά τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων δεν είναι αμέσως προφανείς. Επομένως, αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να αποτελεί αυθαίρετη διάκριση, η οποία καταρχήν αντιβαίνει στη γενική απαγόρευση των διακρίσεων.
123. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Δημοκρατίας και ο δικηγόρος του INPS ερωτήθηκαν αν επιθυμούσαν να προβάλουν κάποιο λόγο που να δικαιολογεί την άνιση μεταχείριση εν προκειμένω. Αμφότεροι ανέφεραν το γεγονός ότι, βάσει του ιταλικού αστικού δικαίου, η ισχύς μιας συμβάσεως εργασίας με αντικείμενο την κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση αναστέλλεται (η σύμβαση είναι ανενεργή) κατά τη διάρκεια των ανενεργών περιόδων. Τούτο σημαίνει ότι δεν καταβάλλονται αποδοχές ούτε εισφορές για λογαριασμό του εργαζομένου. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ιταλική Δημοκρατία υποστήριξε επίσης ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα μεταξύ οριζόντιας και κάθετης εκ περιτροπής μερικής απασχολήσεως.
124. Όσον αφορά τον λόγο που έχει ως βάση το εθνικό δίκαιο, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του εννόμου τάξεως για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο (61).
125. Όσον αφορά τον λόγο που στηρίζεται στη δυνατότητα των εργαζομένων να επιλέξουν ελεύθερα μεταξύ οριζόντιας και κάθετης εκ περιτροπής μερικής απασχολήσεως, από τα έγγραφα που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, στην πραγματικότητα, οι εργαζόμενοι ενός αερομεταφορέα, όπως οι προσφεύγοντες, δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα επιλογής. Η φύση της εργασίας που παρέχουν ως ιπτάμενο προσωπικό εντός του αεροσκάφους καθιστά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, για τους εν λόγω εργαζομένους την επιλογή της οριζόντιας μερικής απασχολήσεως (για παράδειγμα, εργασία 7 ημέρες την εβδομάδα, αλλά μόνον 4 ώρες την ημέρα). Είναι μάλλον αδύνατη η αποχώρηση από την εργασία μετά από εργασία μισής ημέρας όταν η εργασία αυτή παρέχεται σε αεροσκάφος ευρισκόμενο εν πτήσει (62). Η πρακτική αδυναμία οργανώσεως της εργασίας με τη μορφή οριζόντιας μερικής απασχολήσεως επιβεβαιώνεται μάλλον από την εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία περιορίζει την επιλογή της μερικής απασχολήσεως από εργαζομένους όπως οι προσφεύγοντες, στην κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση.
126. Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω λόγοι είναι μάλλον αβάσιμοι.
127. Εντούτοις, εναπόκειται τελικώς στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν ο άνισος τρόπος υπολογισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που περιέγραψαν ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Δημοκρατίας και ο δικηγόρος του INPS κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση είναι όντως η μέθοδος που επιβάλλει το εθνικό δίκαιο και, εάν όντως ισχύει τούτο, να εξετάσει αν υπάρχει αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί την εν λόγω άνιση μεταχείριση (63).
Πρόταση
128. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Corte d’Appello di Roma, Sezione Lavoro e Previdenza:
– Η συμφωνία-πλαίσιο που περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχολήσεως που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES, δεν εφαρμόζεται στα υποχρεωτικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν το επίμαχο συνταξιοδοτικό σύστημα στην υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στην κατηγορία αυτή. Αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως είναι υποχρεωτικό, πρέπει να εξετάσει αν η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε την αρμοδιότητά της στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
– Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχολήσεως δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση που προβλέπει τον υπολογισμό των εβδομάδων ασφαλίσεως για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σύμφωνα με την αρχή pro rata temporis. Η ρήτρα 4 εφαρμόζεται στην περίπτωση άνισης μεταχειρίσεως μεταξύ διαφορετικών ειδών μερικής απασχολήσεως μόνον όταν η μεταχείριση αυτή αποτελεί επίσης απαγορευμένη διάκριση υπέρ των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση και εις βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση. Τα κράτη μέλη μπορούν ελεύθερα να εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων ειδών μερικής απασχολήσεως. Εντούτοις, τα μέτρα που λαμβάνουν πρέπει να είναι συμβατά και σύμφωνα με τους σκοπούς και τις διατάξεις της οδηγίας 97/81 και της συμφωνίας-πλαισίου για τη μερική απασχόληση και να συνάδουν με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και ιδίως με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εισάγουν αυθαίρετες διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων ειδών μερικής απασχολήσεως που αντιβαίνουν στους σκοπούς αυτούς και προσβάλλουν τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου περί απαγορεύσεως των διακρίσεων.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Οδηγία του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES (ΕΕ 1998, L 14, σ. 9).
3 – Ένωση συνομοσπονδιών βιομηχανίας και εργοδοτών της Ευρώπης. Στις 23 Ιανουαρίου 2007, η UNICE μετονομάστηκε σε BUSINESSEUROPE, Συνομοσπονδία ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
4 – Ευρωπαϊκό κέντρο δημοσίων επιχειρήσεων και επιχειρήσεων γενικού οικονομικού συμφέροντος.
5 – Ευρωπαϊκή συνομοσπονδία συνδικάτων.
6 – Η μετάφραση δική μου.
7 – Με τις γραπτές παρατηρήσεις του, το INPS εκθέτει ότι η οδηγία μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο με το νομοθετικό διάταγμα 368 της 6ης Σεπτεμβρίου 2001. Εντούτοις, από τον ίδιο τον τίτλο του νομοθετικού διατάγματος 61/2000 προκύπτει ότι σκοπός του είναι η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 97/81, ενώ από τον τίτλο του νομοθετικού διατάγματος 368 προκύπτει ότι τούτο σκοπεί να μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43). Ασφαλώς εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει ποιο είναι το ορθό μέσο μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
8 – Από τα στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο προκύπτει ότι η αναγνώριση αυτή αφορά περιόδους που εξομοιώνονται με περιόδους κατά τις οποίες παρασχέθηκε αμειβόμενη εργασία.
9 – Fondo pensioni lavoratori dipendenti.
10 – Οι διατάξεις περί παραπομπής δεν περιέχουν ορισμό του όρου «εκ περιτροπής μερική απασχόληση». Εντούτοις, επισημαίνουν ότι το επίμαχο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι η «κάθετη» εκ περιτροπής μερική απασχόληση, με την οποία εννοείται η εργασία ορισμένους μόνο μήνες κάθε έτος. Εφεξής θα αναφέρω την εργασία αυτή ως «κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση».
11 – Βλ., προσφάτως, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2009, C‑314/08, Filipiak (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 40 έως 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
12 – Βλ. απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, C‑64/06, Telefónica O2 Czech Republic (Συλλογή 2007, σ. I‑4887, σκέψεις 22 και 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
13 – Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. I‑2483, σκέψεις 105 έως 133).
14 – Βλ. σημεία 69 έως 83 κατωτέρω.
15 – Βλ. σημεία 14 και 16 και υποσημείωση 7, ανωτέρω.
16 – Απόφαση της 14ης Απριλίου 1970, 68/69 (Συλλογή 1969-1971, σ. 293).
17 – JO 1958, σ. 561 (μόνον στα ολλανδικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά).
18 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 Brock (σκέψη 7).
19 – Βλ., για παράδειγμα, προγενέστερη απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 44/65, Singer (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 203, στη σ. 206), και, προσφάτως, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C‑334/07 P, Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 43), και απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑443/07 P, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 61).
20 – Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, C‑290/00 (Συλλογή 2002, σ. I‑3567, σκέψεις 19 έως 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (EE L 149 της 5.7.1971, σ. 2), ο οποίος έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα.
22 – Η παράγραφος αυτή ορίζει ότι κάθε γεγονός, με το οποίο συνδέεται το συγκεκριμένο δικαίωμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ακόμη και αν πραγματοποιήθηκε «προ της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή της ημερομηνίας εφαρμογής του [κανονισμού] στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους».
23 – Η παράγραφος αυτή επιβάλλει την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των παρεχομένων δικαιωμάτων, κάθε περίοδος ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους «προ της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή προ της ημερομηνίας εφαρμογής του [κανονισμού] στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού».
24 – Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑124/08 και C‑125/08, Snauwaert κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 15 και 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
25 – Η δικογραφία του εθνικού δικαστηρίου βρίσκεται στη διάθεση του Δικαστηρίου, όχι όμως και των ενδιαφερομένων όπως ορίζει το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Αν και η δικογραφία αυτή μπορεί να μελετηθεί προσεκτικά για τη συλλογή πρόσθετων σχετικών πληροφοριών, δεν δύναται να υποκαταστήσει τη διάταξη περί παραπομπής.
26 – Βλ. υποσημείωση 10 ανωτέρω.
27 – Απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C‑111/01, Gantner Electronic (Συλλογή 2003, σ. I‑4207, σκέψη 37). Το Δικαστήριο διατύπωσε προσεκτικότερα την άποψη αυτή σε προγενέστερες υποθέσεις. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2000, C‑236/98, JämO (Συλλογή 2000, σ. I‑2189, σκέψη 31).
28 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27 απόφαση JämO (σκέψη 32), και απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C‑116/02, Gasser (Συλλογή 2003, σ. I‑14693, σκέψη 27).
29 – Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C‑221/88, ECSC κατά Busseni (Συλλογή 1990, σ. I‑495, σκέψη 13).
30 – Διάταξη της 21ης Απριλίου 1999, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑28/98 και C‑29/98, Charreire και Hirtsmann (Συλλογή 1999, σ. I‑1963).
31 – Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, C‑235/95, Dumon και Froment (Συλλογή 1998, σ. I‑4531, σκέψεις 25 έως 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
32 – Βλ. απόφαση της 24ης Μαρτίου 2009, C‑445/06, Danske Slagterier (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C‑2/06, Kempter (Συλλογή 2008, σ. I‑411, σκέψη 42), και απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑210/06, Cartesio (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 91).
34 – Όπως υποστήριξε το INPS, βλ. σημείο 27 ανωτέρω.
35 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 (σκέψεις 105 έως 134).
36 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7.
37 – Συχνά αναφέρονται ως «επαγγελματικές συντάξεις». Βλ., περαιτέρω, Barnard, C., EC Employment Law (3η έκδοση, Oxford University Press, 2006), σ. 517 έως 520.
38 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Impact (σκέψεις 131 έως 134).
39 – Βλ., κατ’ αναλογία, προτάσεις μου στην υπόθεση C‑537/07, Gómez-Limón Sánchez-Camacho, οι οποίες δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή (σημείο 29). Βλ., επίσης, Barnard, C., όπ.π., σ. 475.
40 – Βλ. απόφαση της 1ης Απριλίου 2008, C‑267/06, Maruko (Συλλογή 2008, σ. I‑1757, σκέψεις 46 έως 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41 – Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑4/02 και C‑5/02, Schönheit και Becker (Συλλογή 2003, σ. I‑12575, σκέψη 58).
42 – Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C-208/07, von Chamier-Glisczinski (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40 απόφαση Maruko (σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
44 – Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑254/08, Futura Immobiliare κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
45 – Βλ. υποσημείωση 8 ανωτέρω.
46 – Πλην των αργιών.
47 – Ο υπολογισμός έχει, επομένως, ως εξής: αριθμός εβδομάδων x αριθμός ημερών x αριθμός ωρών παρασχεθείσας εργασίας ανά ημέρα, δηλαδή (52 x 5 x 4) για τον εργαζόμενο με οριζόντια μερική απασχόληση και (26 x 5 x 8) για τον εργαζόμενο με κάθετη εκ περιτροπής μερική απασχόληση.
48 – Βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2006, C‑17/05, Cadman (Συλλογή 2006, σ. I‑9583, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
49 – Απόφαση της 31ης Μαΐου 2001, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑122/99 P και C‑125/99 P, D και Σουηδία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I‑4319, σκέψη 48), και απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2004, C-313/02, Wippel (Συλλογή 2004, σ. I‑9483, σκέψη 56).
50 – Βλ., επίσης, προτάσεις μου επί της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 39 υποθέσεως Gómez-Limón Sánchez-Camacho (σημείο 53) και, περαιτέρω, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott επί της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 13 υποθέσεως Impact (σημείο 101).
51 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41 απόφαση Schönheit και Becker (σκέψη 90) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση Gómez-Limón Sánchez-Camacho (σκέψη 59).
52 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41 απόφαση Schönheit και Becker (σκέψη 91) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση Gómez-Limón Sánchez-Camacho (σκέψη 59).
53 – Βλ. σημείο 93 ανωτέρω.
54 – Απόφαση της 24ης Απριλίου 2008, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑55/07 και C‑56/07 (Συλλογή 2008, σ. I‑3135, σκέψεις 21 και 22) (η υπογράμμιση δική μου). Το Δικαστήριο παρέπεμψε επίσης στις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 18 του προοιμίου της οδηγίας: βλ. σημείο 3 ανωτέρω.
55 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 54 απόφαση Michaeler κ.λπ. (σκέψεις 25 έως 29).
56 – Βλ. σκέψεις 97 και 98 ανωτέρω.
57 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41 απόφαση Schönheit και Becker (σκέψεις 93 έως 97).
58 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48 απόφαση Cadman (σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
59 – Βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, C-241/07, JK Otsa Talu (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
60 – Βλ., σε ένα κάπως διαφορετικό από απόψεως πραγματικών περιστατικών πλαίσιο, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59 απόφαση JK Otsa Talu (σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
61 – Βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2009, C-369/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62 – Το ίδιο μπορεί να ισχύει, αν και σε μικρότερο βαθμό, σε άλλου είδους επαγγέλματα, αναλόγως του τρόπου οργανώσεως των διαφόρων εργασιών.
63 – Κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσαν να συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν έναν πιο γενναιόδωρο τρόπο υπολογισμού των εβδομάδων συντάξιμου χρόνου για ορισμένη μορφή μερικής απασχολήσεως υπό ειδικές περιστάσεις, χωρίς να υφίσταται απαγορευμένη διάκριση υπέρ των εργαζομένων πλήρους απασχολήσεως και εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως εν γένει και χωρίς τούτο να αντιβαίνει στους σκοπούς της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να παρέχεται το πλεονέκτημα αυτό στην περίπτωση της μερικής απασχολήσεως που είναι η πλέον κατάλληλη για εργαζομένους με ανήλικα τέκνα. Βλ. παρόμοιο επιχείρημα για τη γονική άδεια στις προτάσεις μου επί της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 39 υποθέσεως Gómez-Limón Sánchez-Camacho (σημείο 54).
Full & Egal Universal Law Academy