ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 29ης Οκτωβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑405/08
Ingeniørforeningen i Danmark
κατά
Dansk Arbejdsgiverforening
[αίτηση του Vestre Landsret (Δανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική – Ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση με αυτούς – Οδηγία 2002/14/ΕΚ – Άρθρο 7 – Προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων – Μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο με συλλογική συμφωνία – Συνέπειες της συλλογικής συμφωνίας ως προς εργαζόμενο που δεν είναι μέλος της έχουσας υπογράψει την εν λόγω συμφωνία συνδικαλιστικής οργανώσεως – Νόμος περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ως προς εργαζομένους που δεν καλύπτονται από τη συλλογική συμφωνία – Υψηλότερου επιπέδου προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων από απόλυση»
1. Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (2).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Ingeniørforeningen i Danmark (Ενώσεως Μηχανικών της Δανίας, στο εξής: IDA), ως εντολοδόχου του Β. Holst, πρώην υπαλλήλου της εταιρίας Babcock & Wilcox Vølund ApS (στο εξής: BWV), και της Dansk Arbejdsgiverforening (Ενώσεως Εργοδοτών της Δανίας, στο εξής: DA), ως εντολοδόχου της BWV, σχετικά με την απόλυση του Β. Holst από την επιχείρηση αυτή.
3. Το βασικό ζήτημα που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση έγκειται στο να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14, κατά το οποίο «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προστασίας και εγγυήσεων επαρκών ώστε να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντά τους που τους έχουν ανατεθεί», συνεπάγεται ότι οι εκπρόσωποι αυτοί πρέπει να απολαύουν υψηλότερου επιπέδου προστασίας από απόλυση.
4. Με τις προτάσεις μου, προτείνω, καταρχάς, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η οδηγία 2002/14 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή των διατάξεων συλλογικής συμφωνίας σε εργαζόμενο ο οποίος δεν είναι μέλος συνδικαλιστικής οργανώσεως έχουσας υπογράψει τη συλλογική αυτή συμφωνία.
5. Δεύτερον, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14 έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί όπως οι εκπρόσωποι των εργαζομένων απολαύουν υψηλότερου επιπέδου προστασίας από απόλυση. Εντούτοις, διευκρινίζω ότι από το άρθρο αυτό, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της ίδιας οδηγίας, προκύπτει ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν, στηριζόμενοι, ενδεχομένως, σε διατάξεις του εθνικού δικαίου έχουσες εφαρμογή σε όλους τους εργαζομένους και παρέχουσες προστασία από καταχρηστική απόλυση, αν η απόλυσή τους οφείλεται στην ιδιότητά τους ή στις δραστηριότητές τους ως εκπροσώπων των εργαζομένων και, εφόσον συμβαίνει αυτό, να επιτύχουν την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη.
I – Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
6. Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2002/14:
«1. Η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο τη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου που καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά το δικαίωμα για ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στην Κοινότητα.
2. Οι πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης καθορίζονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και τις εργασιακές πρακτικές των διαφόρων κρατών μελών, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους.
3. Κατά τον καθορισμό ή την εφαρμογή των πρακτικών λεπτομερειών ενημέρωσης και διαβούλευσης, ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας, σεβόμενοι αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και λαμβάνοντας υπόψη τους τόσο τα συμφέροντα της επιχείρησης ή της εγκατάστασης όσο και εκείνα των εργαζομένων.»
7. Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων, νοούνται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 2002/14, οι « εκπρόσωποι των εργαζομένων κατά την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική».
8. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι «σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους διατάξεων ή/και πρακτικών, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, σύμφωνα με το άρθρο [αυτό]».
9. Περαιτέρω, το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι «τα κράτη μέλη μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, μέσω συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων. Οι συμφωνίες αυτές και οι συμφωνίες που υφίστανται κατά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 11, καθώς και οποιεσδήποτε μεταγενέστερες ανανεώσεις αυτών, μπορούν να προβλέπουν, τηρουμένων των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που θέτουν τα κράτη μέλη, διατάξεις διαφορετικές από αυτές του άρθρου 4.».
10. Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14, «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προστασίας και εγγυήσεων επαρκών ώστε να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντά τους που τους έχουν ανατεθεί».
11. Εξάλλου, το άρθρο 8 της οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα δέοντα μέτρα για τις περιπτώσεις μη τήρησης της παρούσας οδηγίας από τον εργοδότη ή από τους εκπροσώπους των εργαζομένων· ιδιαίτερα, φροντίζουν να υπάρχουν κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της παρούσας οδηγίας υποχρεώσεων.
2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν την παρούσα οδηγία. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.»
12. Τέλος, το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/14 προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη εκδίδουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ώστε να συμμορφωθούν προς την οδηγία [αυτή] το αργότερο έως τις 23 Μαρτίου 2005, ή διασφαλίζουν ότι οι κοινωνικοί εταίροι θεσπίζουν μέχρι την ημερομηνία αυτή τις απαιτούμενες διατάξεις μέσω συμφωνίας, οπότε τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να μπορούν ανά πάσα στιγμή να εξασφαλίσουν τα αποτελέσματα που επιβάλλονται από την [εν λόγω] οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.»
Η εθνική ρύθμιση
1. Ο νόμος περί ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς
13. Η οδηγία 2002/14 μεταφέρθηκε στο δανικό δίκαιο με τον νόμο αριθ. 303 περί ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς (lov nr. 303 om information og høring af lønmodtagere), της 2ας Μαΐου 2005 (στο εξής: νόμος του 2005), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 15 Μαΐου 2005.
14. Κατά το άρθρο 3 του νόμου του 2005, ο νόμος δεν εφαρμόζεται οσάκις η υποχρέωση του εργοδότη περί ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς απορρέει από συλλογική σύμβαση ή συμφωνία της οποίας το περιεχόμενο αντιστοιχεί τουλάχιστον στις διατάξεις της οδηγίας 2002/14.
15. Το άρθρο 8 του νόμου του 2005 ορίζει ότι «οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, που πρέπει να ενημερώνονται και να ακούγονται υπό την ιδιότητά τους αυτή, προστατεύονται από απόλυση ή από οποιαδήποτε άλλη χειροτέρευση ως προς την επαγγελματική τους κατάσταση όπως ακριβώς οι εκπρόσωποι συνδικαλιστικών οργανώσεων στον ίδιο ή σε αντίστοιχο εργασιακό τομέα».
16. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη παραπέμπει στη γενική προστασία από απόλυση της οποίας απολαύουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σύνολο σχεδόν των δανικών συλλογικών συμβάσεων και συμφωνιών (πλην των προσώπων που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα). Η προστασία αυτή συνεπάγεται υποχρέωση του εργοδότη να αποδείξει ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι απολύσεως συγκεκριμένης κατηγορίας εκπροσώπων των εργαζομένων και ότι δεν ήταν δυνατό να αποφευχθεί η απόλυση αυτή μέσω, παραδείγματος χάριν, απολύσεως ενός άλλου εργαζομένου αντί του εκπροσώπου.
2. Ο νόμος περί μισθωτών
17. Όλοι οι εργαζόμενοι που καλύπτονται από τον νόμο περί μισθωτών (funktionærloven, στο εξής: FL) προστατεύονται από αδικαιολόγητη απόλυση κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 b του νόμου αυτού, το οποίο παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως ύψους μέχρι ποσού αντίστοιχου των μισθών έξι μηνών όταν η απόλυση δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη λόγω της καταστάσεως του μισθωτού ή της επιχειρήσεως.
18. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 2 b του FL προστασία είναι μικρότερη της προστασίας της οποίας απολαύουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δυνάμει συλλογικών συμβάσεων και συμφωνιών οι οποίες επιβάλλουν υποχρέωση αποδείξεως του ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι.
3. Η Samarbejdsaftalen
19. Πρόκειται για συμφωνία συνεργασίας η οποία συνήφθη μεταξύ των δύο μεγάλων οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών της Δανίας, ήτοι της Landsorganisationen i Danmark (συνομοσπονδίας εργατικών συνδικάτων, στο εξής: LO) και της DA, σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία των συμβουλίων επιχειρήσεων (στο εξής: Samarbejdsaftalen). Στις 23 Μαρτίου 2005 άρχισε να ισχύει η νέα διατύπωση της συμφωνίας αυτής.
20. Η Samarbejdsaftalen αποτελεί ένα από τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2002/14, διά συμβάσεως. Εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που απασχολούν άνω των 35 μισθωτών και περιλαμβάνει διατάξεις που προβλέπουν τη σύσταση συμβουλίου επιχειρήσεως αποτελούμενου από εκπροσώπους της διευθύνσεως και εκπροσώπους των εργαζομένων.
21. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που δεν έχουν οριστεί και συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι έχουν δικαίωμα, σε περίπτωση απολύσεως, όπως εφαρμοστεί ως προς αυτούς προθεσμία καταγγελίας μεγαλύτερη κατά έξι εβδομάδες της προθεσμίας καταγγελίας της οποίας την εφαρμογή μπορούν να αξιώσουν δυνάμει, για παράδειγμα, του FL. Πάντως, η παράταση αυτή των έξι εβδομάδων δεν χορηγείται στους εκπροσώπους των εργαζομένων όταν προκύπτει ότι η μακρότερη αυτή προθεσμία καταγγελίας υπερβαίνει την προθεσμία καταγγελίας που προβλέπεται για τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους της ίδιας επαγγελματικής κατηγορίας.
22. Από τις διευκρινίσεις που παρέσχε το Vestre Landsret (Δανία) προκύπτει ότι οι τροποποιήσεις που επήλθαν στη Samarbejdsaftalen το 2005 κατέστησαν δυνατή τη συμμετοχή στο συμβούλιο επιχειρήσεως όλων των καλυπτομένων από συλλογική σύμβαση επαγγελματικών κατηγοριών, έστω κι αν η επαγγελματική κατηγορία δεν εκπροσωπούνταν από κάποιο από τα έχοντα υπογράψει τη Samarbejdsaftalen μέρη. Επίσης κατέστη δυνατή η συμμετοχή εκπροσώπων όλων των επαγγελματικών κατηγοριών ή κατηγοριών με ιδιαίτερη κατάρτιση. Οι τροποποιήσεις αυτές αφορούν επαγγελματικές κατηγορίες ή πρόσωπα που δεν καλύπτονται από συλλογική σύμβαση ή συμφωνία, όπως, για παράδειγμα, οι μηχανικοί.
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
23. Ο Β. Holst προσελήφθη από την BWV, την 1η Ιουλίου 1984, με ατομική σύμβαση εργασίας, ως συντονιστής μηχανικός έργου. Έχει την ιδιότητα του μισθωτού και υπάγεται, κατά το αιτούν δικαστήριο, στο πεδίο εφαρμογής του FL.
24. Το 2001, ο Β. Holst εξελέγη μεταξύ των μηχανικών ως εκπρόσωπος αυτών στο συμβούλιο επιχειρήσεως της BWV. Το εν λόγω συμβούλιο, το οποίο συστάθηκε σύμφωνα με τη Samarbejdsaftalen, αποτελείται από εκπροσώπους τόσο της διευθύνσεως όσο και των εργαζομένων. Στο συμβούλιο αυτό συμμετείχαν για λογαριασμό των εργαζομένων όχι μόνον εκπρόσωποι εργαζομένων οργανωμένων στην LO, αλλά και εκπρόσωποι άλλων κατηγοριών εργαζομένων.
25. Ο Β. Holst, από κοινού με άλλους εργαζομένους, απολύθηκε λόγω μειώσεως του προσωπικού της BWV. Η σχετική καταγγελία τού επιδόθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2006 και προέβλεπε προθεσμία έξι μηνών.
26. Ο Β. Holst είναι μέλος της IDA. Η εν λόγω ένωση μηχανικών της Δανίας δεν είναι μέλος της LO και δεν έχει συνάψει συλλογική συμφωνία με την BWV ούτε για την επαγγελματική κατηγορία των μηχανικών ούτε για άλλες κατηγορίες εργαζομένων.
27. Η BWV απασχολεί περίπου 240 μισθωτούς. Είναι μέλος της οργανώσεως εργοδοτών Dansk Industri (στο εξής: DI). Η DI έχει προσχωρήσει στην DA.
28. Στις 8 Νοεμβρίου 2006, η IDA, ως εντολοδόχος του Β. Holst, άσκησε ενώπιον του Byretten i Esbjerg (μονομελούς πρωτοδικείου του Esbjerg) (Δανία) αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η BWV να καταβάλλει στον Β. Holst αποζημίωση απολύσεως βάσει του FL. Κατά την άποψη της IDA, η απόλυση αυτή δεν δικαιολογούνταν από αντικειμενικούς λόγους. Η IDA υποστήριξε, επίσης, ότι ο Β. Holst ως εκπρόσωπος των εργαζομένων στο συμβούλιο επιχειρήσεως ετύγχανε ιδιαίτερης προστασίας από απόλυση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/14, ήτοι προστασίας ευρύτερης αυτής που προβλέπει ο FL.
29. Η DI, ως εντολοδόχος της BWV, ζήτησε την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος υποστηρίζοντας, ειδικότερα, ότι η προθεσμία της οποίας την εφαρμογή είχε δικαίωμα να αξιώσει ο Β. Holst βάσει τόσο του FL όσο και της Samarbejdsaftalen ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της οδηγίας 2002/14, όπως αυτές προκύπτουν από το άρθρο της 7.
30. Οι διάδικοι της κύριας δίκης συμφώνησαν να υποβάλουν την υπόθεση στο αιτούν δικαστήριο και σε αυτό ακριβώς το στάδιο η DA παρέστη ως εντολοδόχος της BWV.
31. Το Vestre Landsret, κρίνοντας ότι η επίλυση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία της οδηγίας 2002/14, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν ως προς το κατά πόσον η οδηγία 2002/14 […] έχει ορθώς μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με [τη Samarbejdsaftalen], συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της [DA] και της [LO]. Στο πλαίσιο αυτό, ζητείται να διευκρινισθεί αν οι κοινοτικοί κανόνες επιτρέπουν μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο κατά τέτοιο τρόπο ώστε κατηγορίες εργαζομένων να καλύπτονται από συλλογική σύμβαση μεταξύ κοινωνικών εταίρων που δεν εκπροσωπούν την οικεία επαγγελματική κατηγορία του ενδιαφερομένου και όταν η συλλογική σύμβαση δεν ισχύει για την οικεία επαγγελματική κατηγορία στην οποία αυτός ανήκει.
2) Υπό την προϋπόθεση ότι η οδηγία 2002/14 έχει ορθώς μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με τη Samarbejdsaftalen, ως προς τον ενάγοντα της κύριας δίκης, ζητείται να διευκρινισθεί αν το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14 έχει ορθώς μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, όταν είναι δεδομένο ότι η Samarbejdsaftalen δεν προβλέπει υψηλότερου επιπέδου προστασία από απόλυση όσον αφορά ορισμένες επαγγελματικές κατηγορίες.
3) Υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων της κύριας δίκης καλύπτεται από τον [νόμο του 2005], ζητείται να διευκρινισθεί αν οι κατά το άρθρο 7 της οδηγίας [2002/14] προϋποθέσεις “προστασίας και εγγυήσεων επαρκών ώστε [οι εκπρόσωποι των εργαζομένων] να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντά τους που τους έχουν ανατεθεί” επιτρέπουν τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω διατάξεως όπως πραγματοποιείται με το άρθρο 8 του [νόμου του 2005], το οποίο ορίζει [ότι] “οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, που πρέπει να ενημερώνονται και να ακούγονται υπό την ιδιότητά τους αυτή, προστατεύονται από απόλυση ή από οποιαδήποτε άλλη χειροτέρευση ως προς την επαγγελματική τους κατάσταση όπως ακριβώς οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι στον ίδιο ή σε αντίστοιχο εργασιακό τομέα”, όταν η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο δεν προβλέπει υψηλότερου επιπέδου προστασία από απόλυση για επαγγελματικές κατηγορίες που δεν καλύπτονται από συλλογική σύμβαση.»
32. Η IDA, η DA, το Βασίλειο της Δανίας καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλαν γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις επί των ερωτημάτων αυτών.
III – Ανάλυση
Επί του πρώτου ερωτήματος
33. Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2002/14 έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή των διατάξεων συλλογικής συμφωνίας σε εργαζόμενο ο οποίος δεν είναι μέλος συνδικαλιστικής οργανώσεως έχουσας υπογράψει τη συλλογική αυτή συμφωνία.
34. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απορρέει ευθέως από την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2008, στην υπόθεση Andersen (3). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο εξέτασε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Højesteret (Δανία), με αντικείμενο την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων της οδηγίας 91/533/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 1991, σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας (4).
35. Το Δικαστήριο, με την απόφασή του, αφενός, έκρινε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/533 έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα ότι συλλογική σύμβαση η οποία διασφαλίζει τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας εφαρμόζεται στην περίπτωση εργαζομένου, έστω και αν ο τελευταίος δεν είναι μέλος καμιάς συνδικαλιστικής οργανώσεως έχουσας υπογράψει την ως άνω συλλογική σύμβαση. Αφετέρου, έκρινε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 91/533 έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει εργαζόμενος, ο οποίος δεν είναι μέλος συνδικαλιστικής οργανώσεως έχουσας υπογράψει συλλογική σύμβαση διέπουσα τη σχέση εργασίας του, να δύναται να θεωρηθεί ως «καλυπτόμενος από» τη σύμβαση αυτή, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.
36. Προκειμένου να καταλήξει στην ερμηνεία αυτή, το Δικαστήριο στηρίχθηκε κυρίως στην αναγνωριζόμενη από την οδηγία 91/533 στα κράτη μέλη ευχέρεια να αφήνουν στους κοινωνικούς εταίρους τη φροντίδα να θεσπίζουν, ιδίως με την υιοθέτηση συλλογικών συμβάσεων, τις αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας διατάξεις (5). Επισήμανε ότι η ούτως αναγνωριζόμενη στα κράτη μέλη από την οδηγία αυτή ευχέρεια συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται στα πρώτα να αφήνουν, πρωτίστως, στους κοινωνικούς εταίρους τη φροντίδα υλοποιήσεως των στόχων κοινωνικής πολιτικής που αποτελούν αντικείμενο της οδηγίας στον συγκεκριμένο τομέα (6).
37. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, επίσης, ότι η ανωτέρω ευχέρεια δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση να διασφαλίζουν, με τη λήψη κατάλληλων νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών μέτρων, ότι όλοι οι εργαζόμενοι δύνανται να τύχουν, σε όλη την έκτασή της, της προστασίας που τους αναγνωρίζει η οδηγία 91/533, η δε εγγύηση του Δημοσίου πρέπει να δίδεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν κατοχυρώνεται με άλλον τρόπο προστασία, ιδίως, οσάκις η απουσία προστασίας οφείλεται στο γεγονός ότι οι εργαζόμενοι περί των οποίων πρόκειται δεν είναι συνδικαλισμένοι (7).
38. Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η οδηγία 91/533 δεν αποκλείει αφεαυτής εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα ότι ένας εργαζόμενος, ο οποίος δεν είναι μέλος συνδικαλιστικής οργανώσεως έχουσας υπογράψει συλλογική σύμβαση εργασίας διά της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας, δεν παρεμποδίζεται, εξ αυτού και μόνον του λόγου, να τύχει, κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω συλλογικής συμβάσεως, της προβλεπόμενης στην οικεία οδηγία προστασίας σε όλη αυτής την έκταση (8). Επιπλέον, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εξετάσεως του δεύτερου ερωτήματος, επισήμανε ότι, αφ’ ής στιγμής η κατηγορία των προσώπων τα οποία δύνανται να καλύπτονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, όπως συμβαίνει ειδικότερα όταν πρόκειται για συλλογική σύμβαση δεδηλωμένης γενικής εφαρμογής, μπορεί να αποσυνδέεται εντελώς από το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά διαθέτουν ή όχι την ιδιότητα μελών συνδικαλιστικής οργανώσεως έχουσας υπογράψει την ίδια σύμβαση, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο δεν είναι μέλος παρόμοιας συνδικαλιστικής οργανώσεως δεν έχει αφεαυτού ως συνέπεια να το αποκλείει από την αναγνωριζόμενη με την επίδικη συλλογική σύμβαση νομική κάλυψη (9).
39. Το Δικαστήριο αναγνώρισε, στο πλαίσιο αυτό, ότι το κοινοτικό δίκαιο, εν προκειμένω, η οδηγία 91/533, δεν απαγορεύει την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής συλλογικής συμβάσεως περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο οδηγίας και άλλων εργαζομένων πέραν αυτών που είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που έχουν υπογράψει τη συλλογική αυτή σύμβαση. Επομένως, η οδηγία ουδεμία επιρροή ασκεί στον προσδιορισμό του ratione personæ πεδίου εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων περί μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο. Αυτό το οποίο έχει σημασία για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας είναι κάθε κράτος μέλος να διασφαλίζει, εν τέλει, ότι καμία κατηγορία εργαζομένων δεν στερείται της προστασίας που η οδηγία προβλέπει.
40. Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε ότι στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει διάφορα σημεία σχετικά με την ορθή μεταφορά της οδηγίας 91/533 στο εσωτερικό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι η δανική κανονιστική ρύθμιση αναγνωρίζει υπέρ όλων των εργαζομένων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης συλλογικής συμβάσεως το δικαίωμα να επικαλούνται, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, προστατευτικές διατάξεις της συλλογικής αυτής συμβάσεως, ώστε όλοι οι εργαζόμενοι να τυγχάνουν της αυτής προστασίας (10). Επίσης, κατά το Δικαστήριο, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν εργαζόμενος όπως ο R. Andersen καλύπτεται από την εν λόγω συλλογική σύμβαση (11).
41. Η συλλογιστική την οποία το Δικαστήριο αναπτύσσει σε σχέση με την οδηγία 91/533 μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να μεταφερθεί στην περίπτωση της οδηγίας 2002/14. Συγκεκριμένα, η δεύτερη αυτή οδηγία εκφράζει την ίδια βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να παράσχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να αφήνουν στους κοινωνικούς εταίρους τη φροντίδα να θεσπίζουν τις αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας διατάξεις. Συναφώς, αρκεί αναγωγή στην εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/14, καθώς και στα άρθρα 1, παράγραφος 2, 5 και 11, παράγραφος 1, αυτής. Επιπλέον, η εν λόγω οδηγία δεν αποβλέπει στον προσδιορισμό του ratione personæ πεδίου εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων περί μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο, δεδομένου ότι αυτό το οποίο έχει σημασία είναι κάθε κράτος μέλος να θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να διασφαλίσει, ιδίως με τη θέσπιση ενός συστήματος προστασίας που εφαρμόζεται επικουρικώς, την επίτευξη των επιδιωκόμενων από την οδηγία 2002/14 αποτελεσμάτων.
42. Επομένως, φρονώ ότι, όπως έκρινε, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Andersen, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2002/14 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή των διατάξεων συλλογικής συμφωνίας σε εργαζόμενο ο οποίος δεν είναι μέλος συνδικαλιστικής οργανώσεως έχουσας υπογράψει τη συλλογική αυτή συμφωνία.
43. Τέλος, διευκρινίζω ότι τα ζητήματα που συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όσον αφορά, αφενός, το αν εκπρόσωπος εργαζομένων όπως ο Β. Holst καλύπτεται ή όχι από τη Samarbejdsaftalen και, αφετέρου, το αν αυτός μπορεί, παρά το γεγονός ότι δεν είναι μέλος συνδικαλιστικής οργανώσεως έχουσας υπογράψει τη Samarbejdsaftalen, να επικαλεστεί, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τις προστατευτικές διατάξεις της συμφωνίας αυτής πρέπει να επιλυθούν από το αιτούν δικαστήριο.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
44. Το αιτούν δικαστήριο, με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα που υποβάλει, εκκινεί από δύο διαφορετικές υποθέσεις, αναλόγως του αν ως προς τον εκπρόσωπο εργαζομένων, όπως ο Β. Holst, εφαρμόζεται η Samarbejdsaftalen ή ο μηχανισμός επικουρικής προστασίας που προβλέπει ο νόμος του 2005. Αναφέρθηκε ήδη ότι στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί ποιος εθνικός κανόνας περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εφαρμόζεται στην περίπτωση του Β. Holst.
45. Επομένως, πρέπει να παρακαμφθεί το ζήτημα αυτό που αφορά το εθνικό δίκαιο και να εξεταστούν από κοινού το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, στο μέτρο που και τα δύο σκοπούν στην ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/14. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το εν λόγω άρθρο έχει την έννοια ότι απαιτεί υψηλότερο επίπεδο προστασίας από απόλυση για τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
46. Η εξέταση του γράμματος του εν λόγω άρθρου, καθώς και του σκοπού της οδηγίας 2002/14 οδηγούν στο να δοθεί αρνητική απάντηση στο ως άνω ερώτημα.
47. Υπενθυμίζω ότι κατά το άρθρο 7 της οδηγίας, «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προστασίας και εγγυήσεων επαρκών ώστε να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντά τους που τους έχουν ανατεθεί». Η διατύπωση, έτσι, που επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης αφήνει στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη θέσπιση των μέτρων που θεωρούν αναγκαία για την άνετη άσκηση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στους εκπροσώπους των εργαζομένων. Η οδηγία δεν επιβάλλει κανένα ειδικό μέτρο. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θα απαιτούσε, διεξοδικότερα, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να διαθέτουν τους αναγκαίους για την άσκηση των καθηκόντων τους χώρους και υλικό ή να λαμβάνουν κάποια κατάρτιση ή να δικαιούνται άδειας μετ’ αποδοχών. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ρητώς από το γράμμα του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/14, όπως άλλωστε ούτε η απαίτηση υψηλότερου επιπέδου προστασίας από απόλυση για τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
48. Πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 137, παράγραφος 2, ΕΚ, που συνιστά τη νομική βάση της οδηγίας αυτής, όσο και από τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη καθώς και από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, αυτή σκοπεί στη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου που καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά το δικαίωμα για ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στην Κοινότητα (12). Ο γενικός χαρακτήρας του πλαισίου αυτού, όπως και η διαπίστωση ότι η οδηγία 2002/14 προβλέπει απλώς ελάχιστες απαιτήσεις, δύσκολα συμβιβάζονται, κατά την άποψή μου, με μια ερμηνεία με την οποία η έλλειψη σαφήνειας του άρθρου 7 οδηγίας θα επιχειρούνταν να καλυφθεί διά της αποδόσεως σε αυτό περιεχομένου υπό την έννοια ότι καθιερώνει υψηλότερου επιπέδου προστασία από απόλυση για τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
49. Για τους λόγους αυτούς θεωρώ ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει όπως στους εκπροσώπους των εργαζομένων παρέχεται υψηλότερου επιπέδου προστασία από απόλυση.
50. Εντούτοις, από το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της ίδιας οδηγίας, δεν παύει να προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων πρέπει να απολαύουν αποτελεσματικής προστασίας από μέτρα δυσμενή ή εισάγοντα διάκριση τα οποία οι εργοδότες δύνανται να λάβουν εις βάρος τους κατά τη διάρκεια της θητείας τους ή ακόμη και μετά τη λήξη αυτής και, ιδιαίτερα, σε περίπτωση απολύσεώς τους λόγω της ιδιότητάς τους ή των δραστηριοτήτων τους ως εκπροσώπων των εργαζομένων. Συγκεκριμένα, η απόλυση εκπροσώπων των εργαζομένων για λόγους αναγόμενους στην άσκηση των καθηκόντων τους δεν συμβιβάζεται με την απαίτηση να μπορούν αυτοί να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί.
51. Επομένως, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που απολύονται πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν, στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών, ακόμη δε και μέσω μηχανισμών διαιτησίας για επαγγελματικές διαφορές, τους λόγους της απολύσεως. Εφόσον αποδεικνύεται ότι η απόλυση λαμβάνει χώρα για λόγους αναγόμενους στην άσκηση των καθηκόντων του εκπροσώπου των εργαζομένων, πρέπει σε βάρος του εργοδότη να επιβάλλονται κατάλληλες κυρώσεις, ήτοι αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και ανάλογες προς τη σοβαρότητα της πράξεως.
52. Στο πλαίσιο αυτό, ο ελάχιστος βαθμός προστασίας των εκπροσώπων των εργαζομένων σε περίπτωση αποφάσεως του εργοδότη περί απολύσεώς τους έγκειται, επομένως, στη δυνατότητα αυτών να εξακριβώσουν αν η απόλυση λαμβάνει χώρα λόγω της ιδιότητάς τους ή των δραστηριοτήτων τους ως εκπροσώπων των εργαζομένων και, αν αποδειχθεί ότι αυτό συμβαίνει, στη δυνατότητα να επιτύχουν την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη τους.
53. Από την εξέταση του δανικού δικαίου υπό το πρίσμα της ερμηνείας την οποία προτείνω να δοθεί στο άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14, προκύπτει, κατά την γνώμη μου, ότι το εν λόγω δίκαιο συνάδει με το ως άνω άρθρο, στο μέτρο που η προστασία που παρέχει δεν υστερεί του ελαχίστου επιπέδου προστασίας, όπως αυτό μόλις προσδιορίστηκε.
54. Από την παράθεση ενώπιον του Δικαστηρίου των διαφόρων κανόνων που θεσπίστηκαν στο δανικό δίκαιο για τη μεταφορά της οδηγίας 2002/14 αποδεικνύεται ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων προστατεύονται από απόλυση σε διαφορετικό βαθμό, αναλόγως του αν καλύπτονται από συλλογική συμφωνία ή από νόμο περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
55. Στο πλαίσιο αυτό, η προστασία εκπροσώπου των εργαζομένων ο οποίος καλύπτεται από τη Samarbejdsaftalen και ο οποίος δεν είναι συγχρόνως συνδικαλιστικός εκπρόσωπος συνίσταται κυρίως, και εντός ορισμένων ορίων, στο πλεονέκτημα της ισχύος μακρότερης κατά έξι εβδομάδες προθεσμίας καταγγελίας. Αντιθέτως, αν αποδειχθεί ότι ο εκπρόσωπος των εργαζομένων δεν καλύπτεται από τη συλλογική αυτή συμφωνία και ότι, επομένως, εφαρμόζεται ως προς αυτόν ο μηχανισμός επικουρικής προστασίας του νόμου του 2005, αυτός απολαύει, δυνητικώς, της ίδιας προστασίας με αυτή που απολαύουν οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των ίδιων ή αντίστοιχων επαγγελματικών κατηγοριών, ήτοι η απόλυσή τους λαμβάνει χώρα μόνο για επιτακτικούς λόγους.
56. Η ύπαρξη τέτοιων διαφορών όσον αφορά την παρεχόμενη στους εκπροσώπους των εργαζομένων σε περίπτωση απολύσεως προστασία έχω τη γνώμη ότι δεν είναι αντίθετη, αυτή καθεαυτή, προς την οδηγία 2002/14. Μάλιστα, οι διαφορές αυτές αποτελούν ακριβώς συνέπεια του περιθωρίου εκτιμήσεως που η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη, καθώς και της ευχέρειας που παρέχει σε αυτά να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους τα σχετικά με την εφαρμογή της. Εξάλλου, ο κοινοτικός νομοθέτης, με το άρθρο 5 της οδηγίας 2002/14, ρητώς αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως τέτοιων διαφορών αναφορικά με τον καθορισμό των πρακτικών λεπτομερειών ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους.
57. Η ύπαρξη τέτοιων διαφορών όσον αφορά την παρεχόμενη στους εκπροσώπους των εργαζομένων σε περίπτωση απολύσεως προστασία αποτελεί, επίσης, συνέπεια του ότι η οδηγία 2002/14 προβλέπει ελάχιστες απαιτήσεις, γεγονός που επιτρέπει τη θέσπιση ευνοϊκότερων για τους εκπροσώπους των εργαζομένων διατάξεων ή πρακτικών. Διαπιστώνεται, έτσι, ότι, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, ένας νόμος περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους εκπροσώπους των εργαζομένων από απόλυση σε σχέση με συλλογική συμφωνία περί μεταφοράς της ίδιας οδηγίας. Το αντίστροφο θα ήταν, ομοίως, δυνατό να συμβεί.
58. Ανεξαρτήτως του μέσου που επελέγη για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής και ιδίως του άρθρου της 7, αυτό το οποίο έχει σημασία είναι το εθνικό δίκαιο να διασφαλίζει την τήρηση του ελαχίστου επιπέδου προστασίας που το ως άνω άρθρο παρέχει, ήτοι ότι οι απολυόμενοι εκπρόσωποι των εργαζομένων έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν, στηριζόμενοι, ενδεχομένως, σε διατάξεις του εθνικού δικαίου έχουσες εφαρμογή σε όλους τους εργαζομένους και παρέχουσες προστασία από καταχρηστική απόλυση, αν η απόλυσή τους οφείλεται στην ιδιότητά τους ή στις δραστηριότητές τους ως εκπροσώπων των εργαζομένων και, εφόσον συμβαίνει αυτό, να επιτύχουν την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη. Επομένως, οσάκις εργαζόμενος άσκησε καθήκοντα εκπροσώπου των εργαζομένων, η άσκηση των καθηκόντων αυτών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να προσδιοριστεί αν η απόλυσή του οφείλεται σε λόγους αντικειμενικούς και συγκεκριμένους ή αν πρέπει να θεωρηθεί καταχρηστική.
59. Έχω τη γνώμη ότι το δανικό δίκαιο είναι σύμφωνο με την απαίτηση αυτή στο μέτρο που από τις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις προκύπτει ότι εκπρόσωπος των εργαζομένων, όπως ο Β. Holst, έχει, ως εργαζόμενος υπαγόμενος στο πεδίο εφαρμογής του FL, τη δυνατότητα να επικαλεστεί το άρθρο 2 b του νόμου αυτού, το οποίο, υπενθυμίζεται, ότι παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως ύψους μέχρι ποσού αντίστοιχου των μισθών έξι μηνών όταν η απόλυση δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη λόγω της συμπεριφοράς του εργαζομένου ή της καταστάσεως της επιχειρήσεως. Στο μέτρο που η απόλυση εκπροσώπου των εργαζομένων λόγω της ιδιότητάς του ή των δραστηριοτήτων του ως εκπροσώπου θα μπορούσε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου αυτού, να θεωρηθεί καταχρηστική με συνέπεια την ενδεχόμενη επιβολή κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη, το δανικό δίκαιο σέβεται, κατά τη γνώμη μου, τον πυρήνα της προστασίας των εκπροσώπων των εργαζομένων, όπως αυτός προκύπτει από το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της ίδιας οδηγίας.
60. Για όλους αυτούς τους λόγους, φρονώ ότι, μολονότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14 έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί όπως στους εκπροσώπους των εργαζομένων παρέχεται υψηλότερου επιπέδου προστασία από απόλυση, πάντως, από το εν λόγω άρθρο σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της ίδιας οδηγίας, προκύπτει ότι στους εκπροσώπους των εργαζομένων πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα να εξακριβώσουν, στηριζόμενοι, ενδεχομένως, σε διατάξεις του εθνικού δικαίου έχουσες εφαρμογή σε όλους τους εργαζομένους και παρέχουσες προστασία από καταχρηστική απόλυση, αν η απόλυσή τους οφείλεται στην ιδιότητά τους ή στις δραστηριότητές τους ως εκπροσώπων των εργαζομένων και, εφόσον συμβαίνει αυτό, να επιτύχουν την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη.
IV – Πρόταση
61. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή των διατάξεων συλλογικής συμφωνίας σε εργαζόμενο ο οποίος δεν είναι μέλος συνδικαλιστικής οργανώσεως έχουσας υπογράψει τη συλλογική αυτή συμφωνία.
2) Το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/14 έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί όπως στους εκπροσώπους των εργαζομένων παρέχεται υψηλότερου επιπέδου προστασία από απόλυση. Πάντως, από το εν λόγω άρθρο σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της ίδιας οδηγίας, προκύπτει ότι στους εκπροσώπους των εργαζομένων πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα να εξακριβώσουν, στηριζόμενοι, ενδεχομένως, σε διατάξεις του εθνικού δικαίου έχουσες εφαρμογή σε όλους τους εργαζομένους και παρέχουσες προστασία από καταχρηστική απόλυση, αν η απόλυσή τους οφείλεται στην ιδιότητά τους ή στις δραστηριότητές τους ως εκπροσώπων των εργαζομένων και, εφόσον συμβαίνει αυτό, να επιτύχουν την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 80, σ. 29.
3 – C‑306/07, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή.
4 – ΕΕ L 288, σ. 32.
5 – Απόφαση Andersen, προπαρατεθείσα (σκέψεις 24 και 35).
6 – Ibidem (σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
7 – Ibidem (σκέψη 26).
8 – Ibidem (σκέψη 27).
9 – Ibidem (σκέψη 34).
10 – Ibidem (σκέψεις 28 και 29).
11 – Ibidem (σκέψη 37).
12 – Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C-385/05, Confédération générale du travail κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑611, σκέψη 36).
Full & Egal Universal Law Academy