ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 15ης Οκτωβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑408/08 P
Lancôme parfums et beauté & Cie SNC
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς
(εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
και CMS Hasche Sigle
«Αίτηση αναιρέσεως – Πνευματική ιδιοκτησία – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 για το κοινοτικό σήμα – Έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός σήματος – Δικηγορικό γραφείο – Ίδιον οικονομικό συμφέρον του διαδίκου στην παρούσα διαδικασία – Περιγραφικός χαρακτήρας ενός λεκτικού σήματος»
I – Εισαγωγή
1. Μια γνωστή εταιρία καλλυντικών και αρωμάτων άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως της 8ης Ιουλίου 2008 την οποία εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί της υποθέσεως T‑160/07, Lancôme κατά ΓΕΕΑ – CMS Hasche Sigle (Συλλογή 2008, σ. ΙΙ-1733, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), η οποία επικύρωσε την απόφαση του δεύτερου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: ΓΕΕΑ).
2. Η αίτηση αναιρέσεως περιορίζει το αντικείμενο της διαφοράς σε δύο θεμελιώδη ζητήματα. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά το έννομο συμφέρον για την ακύρωση ενός κοινοτικού σήματος και περιλαμβάνει δύο σκέλη: το πρώτο σκέλος αφορά το ειδικό συμφέρον για την ακύρωση ενός συγκεκριμένου σημείου ενώ το δεύτερο αφορά το δικαίωμα ενός δικηγορικού γραφείου να ζητήσει motu proprio την εν λόγω ακύρωση χωρίς ρητή εντολή από τον πελάτη.
3. Αντιθέτως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως δεν αφορά δικονομικά ζητήματα, αλλά τις ουσιαστικές απαιτήσεις για την καταχώριση των σημάτων, και ειδικότερα τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου. Έτσι, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, εν αντιθέσει προς όσα διέλαβε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι ο νεολογισμός που προέκυψε από τη συνένωση των αγγλικών λέξεων «COLOR» και «EDITION», την οποία διεκδικεί για τα προϊόντα της του μακιγιάζ, διαθέτει επαρκή πρωτοτυπία.
II – Νομικό πλαίσιο
4. Το κοινοτικό σήμα διέπεται ουσιαστικά, από τις 13 Απριλίου 2009, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 207/2009 (2), πλην όμως, για τους σκοπούς της εκδικάσεως της υπό κρίση αναιρέσεως, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή ratione temporis οι διατάξεις του σχεδόν προσφιλούς μας πλέον κανονισμού (ΕΚ) 40/94 (3).
5. Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει το άρθρο 4 του κανονισμού 40/94 το οποίο είχε ως εξής:
«Μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.»
6. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού:
«1. Δεν γίνονται δεκτά για καταχώρηση:
α) τα σημεία που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 4,
β) τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα,
γ) τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών.
[…]»
7. Οι απόλυτοι λόγοι ακυρότητας ενός καταχωρισθέντος κοινοτικού σήματος παρατίθενται στο άρθρο 51, ενώ οι σχετικοί λόγοι απαραδέκτου παρατίθενται στο άρθρο 52. Το άρθρο 55, παράγραφος 1, το οποίο διέπει τη διαδικασία βάσει της οποίας ένα κοινοτικό σήμα κηρύσσεται άκυρο ορίζει τα εξής:
«1. Αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας του κοινοτικού σήματος μπορεί να υποβάλει στο Γραφείο:
α) στις περιπτώσεις που καθορίζονται στα άρθρα 50 και 51, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο καθώς και κάθε οργάνωση που έχει συσταθεί για την εκπροσώπηση των συμφερόντων κατασκευαστών, παραγωγών, παρεχόντων υπηρεσίες, εμπόρων ή καταναλωτών, και οι οποίοι σύμφωνα με το δίκαιο στο οποίο υπάγονται, μπορούν να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου.
[…]»
III – Τα προ της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως
Α – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
8. Στις 9 Δεκεμβρίου 2002, η Lancôme parfums et beauté & Cie SNC (στο εξής: Lancôme), υπέβαλε στο ΓΕΕΑ αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου COLOR EDITION ως κοινοτικού σήματος για προϊόντα της κλάσεως 3 «καλλυντικά και είδη μακιγιάζ» του Διακανονισμού της Νίκαιας (4). Το σήμα καταχωρίστηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2004 και δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων της 19ης Απριλίου 2004.
9. Στις 12 Μαΐου 2004, το δικηγορικό γραφείο Norton Rose Vieregge υπέβαλε αίτηση περί κηρύξεως της ακυρότητας του λεκτικού σήματος COLOR EDITION, δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, του κανονισμού 40/94, αίτηση την οποία απέρριψε το τμήμα ακυρώσεως με απόφασή του της 21ης Δεκεμβρίου 2005. Στις 9 Φεβρουαρίου 2006, το δικηγορικό γραφείο CMS Hasche Sigle, το οποίο υπεισήλθε στα δικαιώματα του δικηγορικού γραφείου Norton Rose Vieregge, άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεως ενώπιον του δευτέρου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, την οποία το τελευταίο δέχθηκε με απόφασή του της 26ης Φεβρουαρίου 2007.
10. Κατ’ αρχάς, το τμήμα προσφυγών έκρινε παραδεκτή την προσφυγή που άσκησε ενώπιόν του το CMS Hasche Sigle, δυνάμει του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94, καθόσον, αφενός, η προβαλλόμενη από τη Lancôme διάκριση μεταξύ νομιμοποιήσεως και εννόμου συμφέροντος δεν απαντά πουθενά στον κανονισμό 40/94 και, αφετέρου, ο σκοπός γενικού συμφέροντος, τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, του κανονισμού 40/94, επιβάλλει την αναγνώριση του δικαιώματος για την υποβολή αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας, βάσει της διατάξεως αυτής, σε όσο το δυνατόν ευρύτερο κύκλο προσώπων.
11. Ακολούθως, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε, ως προς το κατ’ ουσίαν βάσιμο, ότι οι λέξεις COLOR EDITION είναι περιγραφικές κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, στο μέτρο που, αφενός, ο συνδυασμός των λέξεων «color» και «edition» γίνεται αμέσως και ευθέως αντιληπτός από το ενδιαφερόμενο κοινό υπό την έννοια ότι παραπέμπει σε μια σειρά καλλυντικών προϊόντων και ειδών μακιγιάζ η οποία περιλαμβάνει πλείονες χρωματικούς τόνους, και, αφετέρου, οι όροι αυτοί θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από ανταγωνιστές για την περιγραφή ορισμένων χαρακτηριστικών των προϊόντων τους, οπότε πρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι στη δημόσια σφαίρα. Τέλος, το τμήμα προσφυγών κατέληξε ότι το επίμαχο σήμα, δεδομένου ότι είναι περιγραφικό, στερείται παντελώς και διακριτικού χαρακτήρα, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
Β – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
12. Η Lancôme άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ζητώντας την ακύρωση της από 26 Φεβρουαρίου 2007 αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ. Προέβαλε τρεις παραβάσεις του κανονισμού 40/94: παράβαση του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄. Το Πρωτοδικείο αρκέστηκε να εξετάσει τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως, δεδομένου ότι με την απάντηση στον δεύτερο λόγο ακυρώσεως παρείλκε η εξέταση του τελευταίου λόγου ακυρώσεως.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94
13. Σε σχέση με αυτόν τον λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε εάν το πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός σήματος πρέπει να αποδεικνύει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Προς τούτο, προέβη σε μια γραμματική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία της σχετικής διατάξεως.
14. Πρώτον, έκρινε ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, η υποβολή αιτήσεως για την κήρυξη της ακυρότητας ενός κοινοτικού σήματος, στις περιπτώσεις των άρθρων 50 και 51, από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή από οποιαδήποτε ένωση η οποία έχει την ικανότητα προς το παρίστασθαι επί δικαστηρίου, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη έννομου συμφέροντος.
15. Στηριζόμενο στην οικονομία της εν λόγω διατάξεως, το Πρωτοδικείο συνέκρινε, υπό το φως του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, αυτήν την ευρύτατη εξουσία προβολής των απόλυτων λόγων ακυρότητας με την περιορισμένη εξουσία στην περίπτωση των σχετικών λόγων ακυρότητας και διαπίστωσε ότι η διαφοροποίηση αυτή ήταν στις προθέσεις του νομοθέτη.
16. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο εξέτασε το προαναφερθέν άρθρο 55, παράγραφος 1, και συνέκρινε το στοιχείο α΄ με τα στοιχεία β΄ και γ΄. Στο πλαίσιο τελολογικής ερμηνείας, διευκρίνισε ότι το στοιχείο α΄ ισχύει μόνο για περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας, πράγμα το οποίο είναι σύμφωνο προς τον σκοπό του, ήτοι την προστασία του γενικού συμφέροντος. Για τον λόγο αυτόν, ο αιτών την ακυρότητα κοινοτικού σήματος αρκεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο και να έχει την ικανότητα προς το παρίστασθαι επί δικαστηρίου. Αντιθέτως, τα στοιχεία β΄ και γ΄ απαριθμούν τις περιπτώσεις σχετικής ακυρότητας στο πλαίσιο των οποίων κρίνονται ιδιωτικά συμφέροντα και, ως εκ τούτου, ο κανονισμός 40/94 απαιτεί να αποδεικνύεται η ύπαρξη ειδικού έννομου συμφέροντος για την υποβολή της αιτήσεως.
17. Κατά τα λοιπά, το Πρωτοδικείο απέρριψε την επίκληση από τη Lancôme του άρθρου 79 του κανονισμού 40/94. Έκρινε ότι το εν λόγω άρθρο δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η ερμηνεία του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, δεν δημιουργεί ασάφειες, και έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να αντλήσει έμπνευση από τις αρχές που γίνονται εν γένει δεκτές στη νομοθεσία των κρατών μελών, όπως προβλέπει το άρθρο 79.
18. Επίσης, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως αλυσιτελείς τις παραπομπές της Lancôme στη νομολογία επί των άρθρων 230 ΕΚ, 232 ΕΚ και 236 ΕΚ, στον βαθμό που τα δύο πρώτα διέπουν τις προσφυγές περί ακυρώσεως και επί παραλείψει κατά των πράξεων ή των παραλείψεων των κοινοτικών οργάνων που απαριθμούνται περιοριστικώς σε αυτές τις διατάξεις, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το ΓΕΕΑ, το δε άρθρο 236 ΕΚ αφορά τις υπαλληλικές υποθέσεις.
19. Περαιτέρω, επισήμανε μετ’ επιτάσεως το γεγονός ότι οι προσφυγές αυτές ασκούνται ενώπιον δικαστηρίου, ενώ η αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας που προβλέπει το άρθρο 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 οδηγεί στην κίνηση διοικητικής διαδικασίας. Τόνισε επίσης ότι οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ λαμβάνονται στο πλαίσιο ασκήσεως δεσμίας αρμοδιότητος και, ως εκ τούτου, πρέπει να κρίνονται μόνο βάσει του κανονισμού 40/94 και όχι βάσει προηγούμενης πρακτικής που έχει διαμορφωθεί από το ΓΕΕΑ κατά τη λήψη των αποφάσεών του.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94
20. Στο πλαίσιο της δεύτερης προβαλλόμενης παραβάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε αν το σημείο COLOR EDITION εμπίπτει, λόγω της υπάρξεως επαρκώς άμεσης και συγκεκριμένης σχέσεως με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση του επίμαχου σήματος, σε κάποιον από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94. Στη συνάφεια αυτή, το Πρωτοδικείο επικύρωσε την απόφαση του τμήματος προσφυγών το οποίο απέρριψε την καταχώριση του COLOR EDITION λόγω του περιγραφικού χαρακτήρα του.
21. Προτού καταλήξει στην ανωτέρω διαπίστωση, το Πρωτοδικείο εξέτασε αναλυτικά το προαναφερθέν άρθρο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αφορά τα σημεία τα οποία χρησιμοποιούνται συνήθως από το ενδιαφερόμενο κοινό προκειμένου να υποδηλώσουν, είτε άμεσα είτε μέσω της μνείας κάποιου ουσιώδους χαρακτηριστικού τους, το προϊόν ή την υπηρεσία για την οποία ζητείται η καταχώριση.
22. Στηριζόμενο στην πρόσφατη νομολογία του, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι βάσει της διατάξεως αυτής προκειμένου να απαγορευτεί η καταχώριση ενός σημείου ως σήματος, το σημείο αυτό πρέπει να συνδέεται με τα οικεία προϊόντα ή τις υπηρεσίες κατά τρόπο τόσο άμεσο και συγκεκριμένο ώστε το ενδιαφερόμενο κοινό το αντιλαμβάνεται αμέσως και χωρίς περαιτέρω σκέψη ότι περιγράφει είτε τα οικεία προϊόντα ή τις υπηρεσίες είτε κάποιο από τα χαρακτηριστικά τους.
23. Μετά την ανάλυση του άρθρου 7, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα χαρακτηριστικά του σήματος COLOR EDITION προκειμένου να προσδιορίσει τον περιγραφικό χαρακτήρα του τόσο σε σχέση με τον τρόπο που το σημείο αυτό γίνεται αντιληπτό από το κοινό όσο και σε σχέση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που υποδηλώνει.
24. Σε σχέση με τους καταναλωτές, διευκρίνισε ότι αυτοί ανήκουν στο γενικό κοινό που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικό και ενημερωμένο, το δε COLOR EDITION αφορά καλλυντικά και είδη μακιγιάζ. Εμβαθύνοντας έτι περαιτέρω στην έννοια του ενδιαφερόμενου κοινού, το Πρωτοδικείο το περιόρισε στους αγγλόφωνους ή τους έχοντες επαρκή γνώση αγγλικών, δεδομένου ότι το σήμα συντίθεται από δύο αγγλικές λέξεις.
25. Βάσει των ανωτέρω, το Πρωτοδικείο εξέτασε αν οι όροι «color» και «edition» υποδήλωναν κατά τρόπο άμεσο και συγκεκριμένο τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση. Το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο στο γεγονός ότι οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται συχνά για τα προϊόντα τα οποία καλύπτει το σήμα και ότι παραπέμπουν σε ορισμένα χαρακτηριστικά των καλλυντικών προϊόντων και των ειδών μακιγιάζ, συνήγαγε ότι αμφότεροι έχουν έντονο περιγραφικό χαρακτήρα.
26. Έκρινε επίσης ότι ο συνδυασμός των δύο όρων δεν δημιουργούσε στους καταναλωτές επαρκώς διαφορετική εντύπωση από αυτήν που προκαλεί η απλή παράθεσή τους ούτως ώστε να μπορεί να μεταβάλει το νόημα ή τη σημασία του σήματος χωρίς να καταβληθεί διανοητική προσπάθεια για να γίνει αντιληπτό το σημαινόμενο.
27. Εν συνόψει, δεδομένου ότι το επίμαχο σημείο είχε στενή σχέση με τα προϊόντα που υποδήλωνε, το Πρωτοδικείο επικύρωσε την απόφαση του τμήματος προσφυγών σε σχέση με τον περιγραφικό χαρακτήρα του σημείου COLOR EDITION και, τέλος, επιβεβαίωσε ότι η γενόμενη καταχώριση είναι άκυρη δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
28. Το δικόγραφο της προσφυγής της Lancôme περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Σεπτεμβρίου 2008· το δε υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Νοεμβρίου 2008, ενώ δεν κατατέθηκαν υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως.
29. Η Lancôme ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή του CMS Hasche Sigle κατά της ακυρωτικής αποφάσεως του ΓΕΕΑ. Ζητεί να καταδικαστεί το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το δε ανωτέρω δικηγορικό γραφείο να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα που ανέκυψαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών, εάν το Δικαστήριο αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς.
30. Το ΓΕΕΑ ζητεί να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
31. Οι εκατέρωθεν εκπρόσωποι των διαδίκων υπέβαλαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Σεπτεμβρίου 2009.
V – Ανάλυση της αναιρέσεως
32. Η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως που στηρίζονται, πρώτον, στην παράβαση του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 και, δεύτερον, στην παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του εν λόγω κανονισμού.
Α – Επί της παραβάσεως του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄
33. Ο λόγος αυτός περιλαμβάνει δύο σκέλη: Με το πρώτο σκέλος, η Lancôme υποστηρίζει ότι το εν λόγω άρθρο επιβάλλει στα δικηγορικά γραφεία να έχουν οικονομικό συμφέρον για τη διαγραφή του καταχωρισμένου σημείου προκειμένου να μπορούν να υποβάλουν αίτηση περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός κοινοτικού σήματος. Αντιθέτως, το δεύτερο σκέλος στηρίζεται στο γεγονός ότι η επαγγελματική ιδιότητα του δικηγόρου ως «συμπράττοντος λειτουργού της δικαιοσύνης» τον εμποδίζει να υποβάλει αίτηση περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός σήματος ιδίω ονόματι και διά ίδιον λογαριασμόν.
34. Τα δύο σκέλη του λόγου αναιρέσεως συνδέονται με το ζήτημα του παραδεκτού των αιτήσεων περί κηρύξεως ακυρότητας που υποβάλλουν τα δικηγορικά γραφεία. Εντούτοις, το δεύτερο σκέλος προβάλλεται στην πραγματικότητα υπό την επιφύλαξη ότι, εάν απαντηθεί κατά τρόπο ευνοϊκό για την αναιρεσείουσα, παρέλκει η εξέταση του πρώτου σκέλους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον πρέπει να εξεταστεί κατ’ αρχάς το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, διότι, εάν το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί όπως τα δικηγορικά γραφεία ενεργούν ενώπιον των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών μόνο διά λογαριασμόν άλλων, παρέλκει η οποιαδήποτε έρευνα σχετικά με την απόδειξη περί υπάρξεως οικονομικού συμφέροντος.
1. Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
35. Η Lancôme υποστηρίζει ότι δικαίωμα υποβολής αιτήσεως περί ακυρώσεως ενός κοινοτικού σήματος δεν συμβιβάζεται με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του επαγγέλματος του δικηγόρου. Συναφώς, στηρίζεται, αφενός, στο σύνολο των χαρακτηριστικών του επαγγέλματος του δικηγόρου ο οποίος «ανέκαθεν» στο κοινοτικό δίκαιο ήταν «συμπράττων λειτουργός της δικαιοσύνης» (5)· αφετέρου, παρατηρεί ότι το άρθρο 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου στηρίζεται σε μια παρεμφερή φιλοσοφία, δεδομένου ότι επιβάλλει την εκπροσώπηση των διαδίκων από δικηγόρο.
36. Η Lancôme παραπέμπει επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως στην απόφαση AM & S κατά Επιτροπής (6), η οποία χαρακτηρίζει, στη σκέψη 24, τον δικηγόρο «ως συμβάλλοντ[α] στην απονομή της δικαιοσύνης»· προσθέτει ότι θα μπορούσε να παραθέσει πλειάδα αποφάσεων στις οποίες χρησιμοποιείται η διατύπωση αυτή προκειμένου να περιγραφεί το λειτούργημα του δικηγόρου.
37. Η αναιρεσείουσα συναγάγει από αυτήν την ιδιαίτερη θέση του δικηγόρου στο κοινοτικό σύστημα της απονομής δικαιοσύνης ότι τούτος δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός σήματος ιδίω ονόματι, έστω και αν ενεργεί για λογαριασμό τρίτου, π.χ. ενός πελάτη, διότι στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε κατάχρηση εξουσίας, και τούτο έστω και αν γίνει δεκτό ότι οι αιτήσεις περί κηρύξεως ακυρότητας συνιστούν μια actio popularis, στο πλαίσιο της οποίας το έννομο συμφέρον πρέπει να ερμηνεύεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ευρύτητα.
38. Για το ΓΕΕΑ, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο στον βαθμό που διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς κατά παράβαση του άρθρου 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε πρωτοδίκως το ζήτημα κατά πόσον συνάδει με την ιδιότητα του δικηγόρου η ιδίω ονόματι υποβολή αιτήσεων περί κηρύξεως ακυρότητας ενώπιον του ΓΕΕΑ. Κατά τα λοιπά, το ΓΕΕΑ φρονεί ότι ο δικηγόρος, στο πλαίσιο της ασκήσεως του λειτουργήματός του, δεν ενεργεί ως συμπράττων λειτουργός της δικαιοσύνης παρά μόνον οσάκις παρεμβαίνει ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων εκπροσωπώντας κάποιον τρίτο, ήτοι τον πελάτη του.
Επί του παραδεκτού αυτού του σκέλους του λόγου αναιρέσεως
39. Ευθύς εξ αρχής πρέπει να λεχθεί ότι δεν συμμερίζομαι την άποψη του ΓΕΕΑ όσον αφορά το παραδεκτό.
40. Μολονότι το επιχείρημα που προβάλλει η Lancôme, σε σχέση με το κατά πόσον είναι ασυμβίβαστο με το επάγγελμα του δικηγόρου η κίνηση της διαδικασίας περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός σήματος, δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξετάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς. Η εν λόγω εταιρία ενισχύει απλώς την αιτίασή της περί παραβάσεως του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94.
41. Η ανωτέρω επιχειρηματολογία στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ νέων ισχυρισμών και νέων επιχειρημάτων. Το Δικαστήριο κρίνει παγίως ότι η προβολή νέων ισχυρισμών είναι απαράδεκτη, εντούτοις παραδεκτώς προβάλλονται νέα επιχειρήματα. Πράγματι, δεν απαιτείται όπως κάθε επιχείρημα που προβάλλεται στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης έχει ήδη εξεταστεί πρωτοδίκως (7)· επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, ισχυρισμός που αποτελεί ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως, άμεσα ή έμμεσα, με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να θεωρείται παραδεκτός (8).
42. Η Lancôme προσέθεσε αυτό το δεύτερο σκέλος προς στήριξη του πρώτου λόγου αναιρέσεως και τίποτα δεν εμποδίζει, ως εκ τούτου, να προβληθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, οι ενστάσεις που προέβαλε το ΓΕΕΑ σε σχέση με το παραδεκτό του πρέπει να απορριφθούν. Ο ισχυρισμός είναι παραδεκτός και πρέπει να εξεταστεί κατ’ ουσίαν.
Επί της ουσίας
43. Δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι η υποβολή αιτήσεως περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός κοινοτικού σήματος δεν συμβιβάζεται με το επάγγελμα του δικηγόρου.
44. Πρώτον, η απόφαση AM & S κατά Επιτροπής την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα εγγράφεται σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο από αυτό της παρούσας διαφοράς, ήτοι αυτό της εμπιστευτικότητας της αλληλογραφίας ανεξάρτητων δικηγόρων οι οποίοι συμβουλεύουν τις επιχειρήσεις κατά των οποίων έχουν κινηθεί οι διαδικασίες λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού.
45. Δεύτερον, μολονότι η απόφαση κάνει μνεία στον ρόλο των εν λόγω δικηγόρων ως «συμβαλλόντ[ων] στην απονομή της δικαιοσύνης», δεν αποφαίνεται ότι η ιδιότητα αυτή τους υποχρεώνει να συμπεριφέρονται με ένα συγκεκριμένο τρόπο· εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι κώδικες δεοντολογίας τους επιβάλλουν τέτοιους περιορισμούς, η Lancôme δεν προσάπτει στους δικηγόρους την παράβαση οποιουδήποτε κανόνα επαγγελματικής ηθικής.
46. Τρίτον, ούτε το άρθρο 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου μνημονεύει τους δικηγόρους με τους όρους αυτούς. Στην πραγματικότητα, ο πρωταρχικός σκοπός του άρθρου αυτού συνίσταται στη ρύθμιση της δικαστικής εκπροσωπήσεως, ιδίως των ιδιωτών, υποχρεώνοντάς τους να προσφεύγουν στις υπηρεσίες αυτής της κατηγορίας νομομαθών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι εγγεγραμμένοι στον δικηγορικό σύλλογο χώρας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και ότι μπορούν να ασκούν το επάγγελμά τους εκεί (9).
47. Στη συνάφεια αυτή, η μνεία στον ρόλο του δικηγόρου ως «συμβάλλοντος στην απονομή της δικαιοσύνης» πρέπει να ερμηνευθεί, συμφώνως προς όσα εξέθεσε προ μακρού χρόνου ο γενικός εισαγγελέας Roemer, ως σκοπούσα να διασφαλίσει ότι το Δικαστήριο θα ακούσει μόνον τις νομικές απόψεις και τις διευκρινίσεις που αφορούν πραγματικά περιστατικά τις οποίες ένας δικηγόρος εξέτασε και έκρινε ότι μπορούν να εκτεθούν (10). Αναμφίβολα, το ζητούμενο είναι να υπάρξει ένας νηφάλιος νομικός διάλογος, πράγμα το οποίο θα ήταν δυσχερές εάν οι διάδικοι δεν εκπροσωπούνταν.
48. Τέταρτον, και πέραν όλων των λοιπών λόγων που εξέθεσα ανωτέρω, δεν θεωρώ ότι το άρθρο 19, παράγραφοι 3 και 4, του Οργανισμού του Δικαστηρίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως παράμετρος για την ερμηνεία της ικανότητας υποβολής αιτήσεως περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός κοινοτικού σήματος. Επιβάλλοντας στους ιδιώτες να ενεργούν μέσω δικηγόρου, σκοπός του άρθρου αυτού είναι να διασφαλίσει την τήρηση του δικαίου στο πλαίσιο μιας δίκαιης δίκης (11) και την παροχή στους πελάτες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας· συνεπώς, αποτελεί κανόνα του κοινοτικού δικονομικού δικαίου η οποία εφαρμόζεται επί των διαφορών των οποίων επιλαμβάνεται το Δικαστήριο.
49. Αντιθέτως, το άρθρο 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 εγγράφεται στο πλαίσιο της λειτουργίας της «εξυγιάνσεως» (12) του μητρώου των σημάτων την οποία ο νομοθέτης δεν θέλησε να εμπιστευθεί στο ΓΕΕΑ, αλλά να αφήσει «σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο», προκειμένου να εξαλειφθούν από το μητρώο τα μη χρησιμοποιούμενα σήματα ή, οσάκις τίθεται ζήτημα απόλυτης ακυρότητας, αυτά που πρέπει να διαγραφούν λόγω παραβάσεως του άρθρου 7 (απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου/απόλυτοι λόγοι ακυρότητας) ή λόγω κακοπιστίας.
50. Μολονότι, κατά τη λαϊκή ρήση, οι συγκρίσεις είναι απεχθείς (13), πρέπει να εξομοιωθεί η αίτηση περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός κοινοτικού σήματος προς την καταγγελία, π.χ., μιας συμπεριφοράς που συνιστά εναρμονισμένη πρακτική κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, στην οποία μπορεί να προβεί κάθε πολίτης ή κάθε επιχείρηση. Αφού λάβει γνώση των καταγγελιών αυτών, το κοινοτικό όργανο, εν προκειμένω το ΓΕΕΑ, οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τα πραγματικά περιστατικά. Πράγματι, από το άρθρο 74, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 συνάγεται ότι εναπόκειται στο ΓΕΕΑ να προσδιορίσει το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών στις διαδικασίες που στηρίζονται σε λόγους απόλυτης ακυρότητας, ενώ αυτές που στηρίζονται σε λόγους σχετικής ακυρότητας διέπονται από την αρχή της κατ’ αντιδικίαν διεξαγωγής τους (14). Δεδομένου ότι το ζητούμενο είναι να προστατευθεί με τον τρόπο αυτόν η αγορά και όλοι οι φορείς της από τις καταχωρίσεις σημείων αντίθετων προς το γενικό συμφέρον, είναι εύλογο να θεωρηθεί, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι η δυνατότητα υποβολής αιτήσεως περί κηρύξεως της ακυρότητας ανήκει σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό προσώπων.
51. Εν πάση περιπτώσει, η λογική στην οποία στηρίζεται το άρθρο 55 του κανονισμού 40/94 ουδόλως σχετίζεται με την υποχρέωση της εκπροσωπήσεως από δικηγόρο στις υποθέσεις ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων ή με τη συμπεριφορά ή με το επάγγελμα των δικηγόρων στις διαδικασίες αυτές, και, ως εκ τούτου, αντιδιαστέλλεται πλήρως από αυτήν του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94. Οι διατάξεις του κανονισμού αυτού που αφορούν την επαγγελματική εκπροσώπηση είναι τα άρθρα 88 και 89, κατά τα οποία η εκπροσώπηση από δικηγόρο στις διαδικασίες ενώπιον του ΓΕΕΑ έχει προαιρετικό χαρακτήρα.
52. Ως εκ τούτου, προτείνω να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμο.
2. Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
53. Δεδομένου ότι ήρθη η δήθεν ασυμβατότητα μεταξύ της υποβολής αιτήσεως περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός κοινοτικού σήματος και της ιδιότητας του δικηγόρου ως συμπράττοντος λειτουργού της δικαιοσύνης, πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, στο πλαίσιο του οποίου η Lancôme υποστηρίζει ότι η επίμαχη διάταξη επιβάλλει στα δικηγορικά γραφεία να αποδεικνύουν ότι έχουν οικονομικό συμφέρον για τη διαγραφή του καταχωρισμένου σημείου, πράγμα που τους παρέχει τη δυνατότητα να ζητήσουν να κηρυχθεί άκυρο δυνάμει του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94.
Επιχειρήματα των διαδίκων
54. Η αναιρεσείουσα προσάπτει κατ’ ουσίαν στο Πρωτοδικείο ότι δεν εφάρμοσε τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και του συγκριτικού δικαίου περί προσφυγών, οι οποίες θα έπρεπε να την οδηγήσουν να απαιτεί, εκ παραλλήλου με την ικανότητα παραστάσεως επί δικαστηρίου, την ύπαρξη πραγματικού ή δυνητικού οικονομικού συμφέροντος το οποίο να δικαιολογεί την πρόθεση διαγραφής του άκυρου κοινοτικού σήματος.
55. Εξάλλου, απορρίπτει ως αλυσιτελείς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μεταξύ διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών καθώς και μεταξύ λόγων απόλυτης ακυρότητας και λόγων σχετικής ακυρότητας. Ειδικότερα, αρνείται ότι η τελευταία αυτή διάκριση καθιστά περιττή την επίκληση κάποιου συμφέροντος προκειμένου να κινηθεί ο μηχανισμός της διαπιστώσεως της ακυρότητας.
56. Υποστηρίζει, στηριζόμενη στη σκέψη 25 της αποφάσεως Windsurfing Chiemsee (15), ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το γενικό συμφέρον που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι αυτό των ανταγωνιστών του αιτούντος την καταχώριση ή του δικαιούχου ενός σήματος, οι οποίοι πρέπει να προστατευθούν από αυτήν την παράνομη ιδιοποίηση. Το επιχείρημα αυτό απορρέει, κατά την άποψή της, από την ανάλυση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 που αφορά τα περιγραφικά σήματα και του οποίου έγινε επίκληση ως λόγου ακυρότητας ενώπιον του ΓΕΕΑ στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
57. Κατά τη Lancôme, από τη σκέψη 25 της εν λόγω αποφάσεως και από αυτόν τον λόγο ακυρότητας απορρέει ότι μόνον οι ανταγωνιστές που αποδεικνύουν πραγματική ή πιθανή ζημία νομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση περί κηρύξεως της ακυρότητας του σημείου λόγω του περιγραφικού χαρακτήρα του· αντιθέτως, οι τρίτοι οι οποίοι δεν μπορούν να αποδείξουν ένα τέτοιο οικονομικό συμφέρον, ούτε πραγματικό ούτε δυνητικό, δεν υφίστανται καμία ζημία και, ως εκ τούτου, θα ήταν σφάλμα να τους αναγνωριστεί το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας επικαλούμενοι τον τυχόν περιγραφικό χαρακτήρα.
58. Τέλος, η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι η δυνατότητα που παρέχεται στις ενώσεις να εκπροσωπούν τους παραγωγούς και τους κατασκευαστές επιρρωννύει την ερμηνεία της. Η ρητή μνεία σε αυτό το είδος των ενώσεων επιχειρήσεων επιβεβαιώνει την εκτίμηση της Lancôme ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 έχει ως πρωτεύοντα σκοπό να καλύψει όλες τις κατηγορίες προσώπων τις οποίες ενδέχεται να θίξει η παράτυπη καταχώριση ενός σήματος.
59. Το ΓΕΕΑ απορρίπτει την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας και φρονεί ότι αυτή ερμηνεύει εσφαλμένα τη νομολογία και το άρθρο 55 του κανονισμού 40/94.
Εκτίμηση
60. Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως θέτει το ζήτημα αν απαιτείται η ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την υποβολή αιτήσεως περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός κοινοτικού σήματος, πράγμα το οποίο απορρίπτουν τόσο το Πρωτοδικείο όσο και το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ.
61. Ευθύς εξαρχής πρέπει να τονίσω ότι συμμερίζομαι απόλυτα την εκτίμηση των δικαστηρίων της ουσίας.
62. Αφενός, όπως επισημαίνει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 55, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 καθιστά απολύτως σαφή τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να διευρύνει σε σημαντικό βαθμό τον κύκλο των φυσικών ή νομικών προσώπων που νομιμοποιούνται να κινήσουν τη διαδικασία περί κηρύξεως ακυρότητας την οποία διέπει η εν λόγω διάταξη. Επιπλέον, η τελολογική ανάλυση στην οποία προέβη, επισημαίνοντας τις διαφορές μεταξύ των σημείων α΄, β΄ και γ΄ της διατάξεως αυτής, φαίνεται ορθή.
63. Έτσι, η ακυρότητα που στηρίζεται στα απόλυτα κριτήρια του άρθρου 7 του κανονισμού 40/94, στον βαθμό που σκοπεί την προάσπιση γενικών συμφερόντων, πρέπει να μπορεί να προβάλλεται από κάθε φυσικό πρόσωπο ή από κάθε αστική ή εμπορική εταιρία καθώς και από τις ενώσεις επιχειρήσεων, εφόσον πληρούν την εκ των ων ουκ άνευ ελάχιστη προϋπόθεση για τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξεως η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα, ήτοι εφόσον έχουν την ικανότητα να παρίστανται επί δικαστηρίου, νοούμενη ως ικανότητα διενέργειας έγκυρων δικονομικών πράξεων με την ιδιότητα του διαδίκου, ικανότητα που είναι παρεμφερής προς τη δικαιοπρακτική ικανότητα του αστικού δικαίου (16).
64. Αντιθέτως, οσάκις η ακυρότητα στηρίζεται στους σχετικούς λόγους που παραθέτει το άρθρο 8 και το άρθρο 52, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, που προστατεύουν μόνο δικαιώματα ιδιωτών, είναι εύλογο η προστασία των δικαιωμάτων αυτών να ανήκει αποκλειστικά στους φορείς των δικαιωμάτων αυτών, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από το άρθρο 55, παράγραφος 1, στοιχεία β΄, και γ΄, του εν λόγω κανονισμού.
65. Συνεπώς, η συλλογιστική της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν πάσχει πλάνη περί το δίκαιο.
66. Εξίσου χωρίς έρεισμα είναι η άποψη της αναιρεσείουσας ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, σε συνδυασμό με τη σκέψη 25 της αποφάσεως Windsurfing Chiemsee και τη μνεία στις ενώσεις παραγωγών και κατασκευαστών του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, το ιδίου κανονισμού, αποδεικνύει τη βούληση του νομοθέτη να εξαρτήσει το έννομο συμφέρον για την υποβολή αιτήσεως περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός κοινοτικού σήματος από την απόδειξη ότι υπάρχει πραγματικό ή δυνητικό οικονομικό συμφέρον.
67. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί η έννοια του χωρίου της προπαρατεθείσας νομολογίας κατά το οποίο: «Έτσι, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄ [(17)], της οδηγίας [(18)] επιδιώκει έναν σκοπό γενικού συμφέροντος, που επιβάλλει να μπορούν τα σημεία ή οι ενδείξεις που περιγράφουν τις κατηγορίες προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες ζητείται η καταχώριση να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους, ακόμη και ως συλλογικά σήματα ή ως συστατικά μέρη σύνθετων ή γραφικών σημάτων. Επομένως, η διάταξη αυτή εμποδίζει να επιφυλάσσονται τέτοιου είδους σημεία ή ενδείξεις σε μία μόνον επιχείρηση, δυνάμει της καταχωρίσεώς τους ως σημάτων» (19).
68. Με αφετηρία την ανωτέρω παραπομπή, πρέπει να προβώ σε ορισμένες παρατηρήσεις σε σχέση με την άποψη της Lancôme η οποία δεν ευσταθεί.
69. Πρώτον, η απόφαση Chiemsee χρησιμοποιεί τη λέξη «όλους» με την πρώτη έννοιά της, ήτοι αυτή ενός απροσδιόριστου αριθμού εντός μιας ομάδος με μεγάλο αριθμό υποκειμένων. Εάν πρόθεση του Δικαστηρίου ήταν να περιορίσει τον κύκλο των υποκειμένων αυτών, θα έπρεπε να τα προσδιορίσει ακριβέστερα προσθέτοντας στην αντωνυμία ένα ουσιαστικό, π.χ. «όλους τους ανταγωνιστές», πράγμα το οποίο θα καθιστούσε την αντωνυμία επίθετο. Με την αντωνυμία «όλους» επιβεβαίωσε ότι η αοριστία ήταν ηθελημένη, ότι τα σημεία τα οποία περιγράφουν ομάδες προϊόντων ή υπηρεσιών δεν πρέπει να κατοχυρώνονται ως δικαιώματα και να είναι δεκτικά ιδιοποιήσεως.
70. Δεύτερον, όπως τονίζει η αναιρεσείουσα, η πρακτική δείχνει ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις είναι αυτές που κινούν τη διαδικασία περί κηρύξεως της ακυρότητας σημάτων που έχουν καταχωριστεί. Εντούτοις, αυτό το απλό κοινωνιολογικό γεγονός στερείται σημασίας οσάκις το ζητούμενο είναι ο προσδιορισμός του περιεχομένου του άρθρου 55 που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αναιρέσεως. Μολονότι οι ανταγωνιστές στο οικονομικό πεδίο είναι πιο προσεκτικοί και επαγρυπνούν περισσότερο, π.χ., απ’ ό,τι οι καταναλωτές, ώστε ο ανταγωνισμός να μη χρησιμοποιεί σημεία τα οποία υπόκεινται στην επιταγή της διαθεσιμότητας, υπάρχει ένα άλλο αποφασιστικής σημασίας στοιχείο το οποίο δεν πρέπει να παροράται.
71. Έτσι, η ικανότητα παραστάσεως επί δικαστηρίου, κατά την έννοια του προπαρατεθέντος άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, αποτελεί απλώς την πρώτη προϋπόθεση. Οποιοσδήποτε επιδιώκει να διαπιστώσει την ακυρότητα ενός κοινοτικού σήματος το οποίο έχει καταχωριστεί υποχρεούται να πληροί τις λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 2 του άρθρου αυτού: η αίτηση πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να έχει καταβληθεί το αντίστοιχο τέλος. Μια τέτοια αιτιολογία προϋποθέτει, για τον καταναλωτή και τον χρήστη, που έχουν τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικοί και ενημερωμένοι, δαπάνη χρόνου ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με το όφελος το οποίο θα μπορούσε να αντλήσει από την ακύρωση του σήματος· κυρίως όμως η καταβολή του τέλους των 700 ευρώ (20) έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα να τον αποτρέπει, έστω και αν είναι διατεθειμένος να διαθέσει χρόνο και να καταβάλει προσπάθειες.
72. Συνεπώς, δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις παραγωγών και κατασκευαστών, όπως ακριβώς οι ενώσεις καταναλωτών, προσπαθούν να ελέγχουν και να προστατεύουν το μητρώο από την καταχώριση περιγραφικών σημείων ή σημείων αντίθετων προς τα γενικά συμφέροντα που προστατεύει το άρθρο 7 του κανονισμού 40/94. Η ratio αυτής της νομοτεχνικής επιλογής είναι να αποτρέπεται η υποβολή απερίσκεπτων αιτήσεων περί κηρύξεως ακυρότητας, ήτοι στερούμενων ερείσματος, οι οποίες θα επέβαλλαν κατά κανόνα την κίνηση νέας διαδικασίας με όλα τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται για τον δικαιούχο του προσβαλλόμενου σήματος, χωρίς ωστόσο να στηρίζει μια ερμηνεία contra legem για την κήρυξη της ακυρότητας βάσει του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94, η οποία θα υποχρέωνε οποιονδήποτε προτίθεται να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή να αποδεικνύει οικονομικό ή άλλο –συγκεκριμένο, μελλοντικό ή πραγματικό– συμφέρον.
73. Τρίτον, το άρθρο 55, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του κανονισμού 40/94, εξομοιώνει με νομικά πρόσωπα τις εταιρίες και τις λοιπές νομικές οργανώσεις οι οποίες, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, έχουν την ικανότητα να είναι φορείς, ιδίω ονόματι, πάσης φύσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να συνάπτουν συμβάσεις ή να προβαίνουν σε άλλες νομικές πράξεις και να παρίστανται επί δικαστηρίου. Η βούληση να περιληφθεί, σε όλες τις περιπτώσεις, ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός ενδιαφερομένων φαίνεται επομένως να αποτελεί σταθερά του κοινοτικού δικαίου των σημάτων.
74. Τέταρτον, τέλος, ως προς την εφαρμογή των αρχών του κοινοτικού δικαίου την οποία επικαλείται η Lancôme, η οποία υποστηρίζει την άποψη ότι πρέπει να υπάρχει έννομο συμφέρον όπως ακριβώς απαιτείται για τις προσφυγές ακυρώσεως που ασκούνται βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, συντάσσομαι με τις αναπτύξεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως σε σχέση με την ανάγκη διακρίσεως μεταξύ διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.
75. Ομοίως, δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν στο πεδίο της διαδικασίας περί κηρύξεως της ακυρότητας, την οποία προβλέπει ο κανονισμός για το κοινοτικό σήμα, οι αρχές που ανέπτυξε το Δικαστήριο σε σχέση με το άμεσο και ατομικό συμφέρον του ιδιώτη που προτίθεται να προσβάλει μια κανονιστική κοινοτική πράξη βάσει του άρθρου 230 ΕΚ. Πράγματι, το μέσον παροχής ένδικης προστασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό αφορά νομοθετικά μέτρα γενικής ισχύος, κατ’ αρχήν μη δυνάμενα να προσβληθούν από τον πολίτη και για τα οποία η νομολογία έχει διατυπώσει κανόνες προκειμένου να εξομοιώσει τη δικονομική κατάσταση των προσώπων, στις περιπτώσεις που η κοινοτική ρύθμιση πλήττει άμεσα και ατομικά τα δικαιώματά τους, προς αυτήν των αποδεκτών ορισμένων κανονιστικών πράξεων που έχουν πάντοτε έννομο συμφέρον (21).
76. Απαντώντας σε ερώτησή μου σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον μπορεί να συνυπάρξει η ενδεχόμενη απαίτηση συνδρομής οικονομικού συμφέροντος για την άσκηση αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας με την προστασία της δημοσίας τάξεως και των χρηστών ηθών, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 40/94, ο εκπρόσωπος της Lancôme επικαλέστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση τη «μεταβλητή ένταση» με την οποία πρέπει να εκτιμάται το γενικό συμφέρον στο πλαίσιο εκάστου απόλυτου λόγου απαραδέκτου.
77. Εντούτοις, αυτή η ιεράρχηση του γενικού συμφέροντος επί της οποίας ερείδονται οι λόγοι απαραδέκτου/ακυρότητας των σημείων έχει σημασία προκειμένου να εκτιμηθούν οι λόγοι για τους οποίους ένα σημείο δεν πρέπει να καταχωρισθεί ή πρέπει να διαγραφεί από το μητρώο, πλην όμως δεν μπορεί να ισχύσει στις διαδικαστικές απαιτήσεις που διέπουν το έννομο συμφέρον. Πράγματι, αφενός, η διατύπωση των διατάξεων οι οποίες διέπουν το έννομο συμφέρον τονίζουν την ευρύτητα του δυνητικού κύκλου προσώπων που νομιμοποιούνται στην επιβολή αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας· αφετέρου, θα ήταν άκρως δυσχερές για το ΓΕΕΑ να διαχειρίζεται αυτό το είδος των αιτήσεων εάν το έννομο συμφέρον έπρεπε να εξαρτάται από την ένταση του προστατευόμενου γενικού συμφέροντος. Εν συνόψει, η ένταση αυτή αποτελεί ζήτημα ουσίας, ενώ το έννομο συμφέρον αποτελεί μέρος του διαδικαστικού πλαισίου σχετικά με τις τυπικές απαιτήσεις, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία.
78. Πάντως, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι αιτήσεις περί κηρύξεως της ακυρότητας ενός κοινοτικού σήματος βάσει του άρθρου 55, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 δεν επηρεάζονται από τέτοιου είδους εκτιμήσεις. Όπως ορθώς επισημαίνει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι διατυπώσεις αυτές αποτελούν προϋποθέσεις προκειμένου να κινηθεί μια διοικητική διαδικασία που έχει ως αντικείμενο όχι τη λήψη ενός μέτρου γενικής ισχύος, αλλά μια πράξη δεσμίας αρμοδιότητος που παρέχει σε μια επιχείρηση το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως ενός καταχωρισμένου σήματος το οποίο, για λόγους γενικού συμφέροντος, πρέπει να κηρύσσεται ανίσχυρο από την ίδια αρχή που χορήγησε αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα και όχι από κάποιο δικαιοδοτικό όργανο, έστω και αν τα κοινοτικά δικαστήρια ενδέχεται να επιληφθούν στη συνέχεια της διαφοράς.
79. Οι ανωτέρω διευκρινίσεις με οδηγούν να προτείνω την απόρριψη και του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, δεδομένου ότι κανένα από τα δύο σκέλη του δεν ευσταθεί.
Β – Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
80. Κατά τη Lancôme, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο, με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ένα σήμα που αποτελείται από πλείονα στοιχεία, καθένα από τα οποία περιγράφει χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών που αφορά η καταχώριση, είναι και το ίδιο, στο σύνολό του, περιγραφικό των χαρακτηριστικών των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, εκτός αν υπάρχει αισθητή διαφορά μεταξύ του σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση και του απλού αθροίσματος των στοιχείων που το απαρτίζουν· υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να ελέγξει, κατά πάγια νομολογία που απορρέει από την απόφαση που είναι γνωστή ως «Baby-Dry» (22), εάν υφίσταται αισθητή διαφορά μεταξύ του συνειρμού που προκαλούν οι όροι (COLOR και EDITION) και της τρέχουσας γλώσσας που χρησιμοποιεί η οικεία κατηγορία καταναλωτών. Παραλείποντας να πράξει τούτο, το Πρωτοδικείο μετέστρεψε σιωπηρώς τη νομολογία χωρίς να έχει αρμοδιότητα προς τούτο.
81. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει επίσης ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δεν στήριξε την ανάλυση του νοήματος των συνδυαζόμενων όρων σε καμία πραγματική διαπίστωση, αλλά περιορίστηκε σε απλές εικασίες μη ερειδόμενες σε πραγματικά περιστατικά στο πλαίσιο του ελέγχου στον οποίον προέβη για τη σχέση μεταξύ των όρων αυτών και της καθημερινής γλώσσας των καταναλωτών καλλυντικών προϊόντων.
82. Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι η αναιρεσείουσα παραβλέπει τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των στοιχείων γ΄ και δ΄ του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 υποστηρίζοντας ότι ένα λεκτικό σημείο είναι περιγραφικό μόνον οσάκις είναι γνωστό και σύνηθες στη χρήση του στην καθημερινή γλώσσα του οικείου κοινού· το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι η έκταση της φήμης και της χρήσεως στην καθημερινή γλώσσα του οικείου κοινού είναι άνευ σημασίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του σημείου γ΄ του ανωτέρω άρθρου, στον βαθμό που από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι αυτή τυγχάνει εφαρμογής στις μελλοντικές ενδείξεις «που μπορούν να χρησιμεύσουν» στο εμπόριο.
83. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η απόφαση Baby-Dry περιόρισε την έρευνά της στο αν ο ανωτέρω συνδυασμός λέξεων, που αποτελείται από αυτούς τους δύο αγγλικούς όρους, θα χρησιμοποιούνταν στο μέλλον, χωρίς να απαιτεί αν αυτός πράγματι χρησιμοποιείται στο λεξιλόγιο του καθ’ ημέραν βίου. Επιπλέον, το ΓΕΕΑ φρονεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου έχει εξελιχθεί όσον αφορά τον ορισμό της «αισθητής διαφοράς» μεταξύ των περιγραφικών στοιχείων ενός σύμπλοκου όρου και του σήματος θεωρούμενου στο σύνολό του. Συνεπώς, ο έλεγχος των όρων COLOR και EDITION στον οποίον προέβη το Πρωτοδικείο είναι σύμφωνος προς την πλέον πρόσφατη νομολογία.
84. Τέλος, όσον αφορά το γεγονός ότι ο έλεγχος των όρων που χρησιμοποιούνται στο σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά, το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί της Lancôme είναι εν μέρει απαράδεκτοι, διότι θέτουν εν αμφιβόλω ορισμένες εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου, και προδήλως αβάσιμοι στον βαθμό που προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν εξέτασε εάν οι όροι COLOR και EDITION έχουν καταστεί συνήθεις στη γλώσσα του οικείου κοινού.
2. Εκτίμηση
85. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως τον οποίον προβάλλει η αναιρεσείουσα αφορά ένα ζήτημα το οποίο πολλές φορές έχει εξετασθεί από το Δικαστήριο, αλλά δεν θα ήταν άσκοπο να επανεξεταστεί, προκειμένου να διευκρινιστεί πλήρως: πρόκειται για την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94.
86. Η Lancôme αμφισβητεί την ορθότητα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στηριζόμενη αποκλειστικά σε ορισμένα χωρία της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Baby-Dry. Ειδικότερα, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τη σκέψη 40 της αποφάσεως αυτής κατά την οποία: «[…] οποιαδήποτε αισθητή διαφορά μεταξύ του λεκτικού συμπλέγματος του οποίου ζητείται η καταχώριση και των όρων που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή γλώσσα από την οικεία κατηγορία καταναλωτών για τον προσδιορισμό του προϊόντος ή της υπηρεσίας ή των ουσιωδών τους χαρακτηριστικών θα μπορούσε να προσδώσει στο λεκτικό αυτό σύμπλεγμα τον διακριτικό χαρακτήρα που απαιτείται για την καταχώρισή του ως σήματος».
87. Η αναιρεσείουσα συναγάγει από το ανωτέρω χωρίο ότι ως «αισθητή διαφορά» πρέπει να εννοηθεί η διαφορά μεταξύ των συνειρμών που προκαλούν ορισμένοι όροι, εν προκειμένω οι όροι COLOR και EDITION, και του καθημερινού λεξιλογίου που χρησιμοποιεί η οικεία κατηγορία καταναλωτών προκειμένου να διακρίνει το προϊόν, την υπηρεσία ή τα κύρια χαρακτηριστικά τους. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε μόνον την αισθητή διαφορά μεταξύ του καταχωρισμένου σήματος και του αθροίσματος των στοιχείων του, η αναιρεσείουσα του προσάπτει εσφαλμένη εφαρμογή ενός κανόνα δικαίου.
88. Όπως επισημαίνει το ΓΕΕΑ με το υπόμνημά του αντικρούσεως, μολονότι η νομολογία επί του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 ανατρέχει στην απόφαση Baby-Dry, δεν πρέπει να παροράται ότι έχει εξελιχθεί και έχει υποστεί ουσιαστικές τροποποιήσεις τις οποίες η Lancôme προσπαθεί να αγνοήσει.
89. Η αναιρεσείουσα ορθώς παρατηρεί ότι αυτή η πρώτη απόφαση εκδόθηκε από το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου (23), πράγμα το οποίο θα έπρεπε να βαρύνει στην εκτίμηση των μεταγενέστερων αποφάσεων που δεν προέρχονταν από τον σχηματισμό αυτόν. Εντούτοις, δεν πρέπει να θεωρείται η κατανομή μεταξύ των διαφόρων σχηματισμών του Δικαστηρίου ως απαράβατος κανόνας της σημασίας κάθε υποθέσεως, στον βαθμό που η κατανομή στα τμήματα πραγματοποιείται ενόσω ακόμη είναι δυσχερές να εκτιμηθεί το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως· συχνά, η σημασία της υποθέσεως αναφαίνεται μετά την ανάγνωση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα ή κατά τη σύσκεψη των δικαστών. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η παραπομπή στο τμήμα μείζονος συνθέσεως θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα επέλυε μία ταχεία απόφαση του τμήματος που επιλήφθηκε αρχικά. Κατά συνέπεια, η δεσμευτικότητα της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν εξαρτάται από το είδος του τμήματος που έκρινε την υπόθεση, υπό την επιφύλαξη του αυξημένου κύρους των αποφάσεων που εκδίδει το τμήμα μείζονος συνθέσεων ή η ολομέλεια. Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν ευκταίον οι πλέον σημαντικές αποφάσεις, και οι μεταβολές που επέρχονται σε αυτές, να εκδίδονται πάντοτε από το τμήμα μείζονος συνθέσεως. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι η απόφαση Baby-Dry είναι μία μεμονωμένη απόφαση, ενώ υπάρχουν πλέον πλειάδα αποφάσεων που τροποποίησαν τα κριτήρια τα οποία ανέπτυξε η ανωτέρω απόφαση και στα οποία ο αριθμός τους προσδίδει βαρύνουσα σημασία, παρά το γεγονός ότι εκδόθηκαν από τμήματα με μικρότερο αριθμό δικαστών.
90. Τα ανωτέρω αντικρούουν την επιχειρηματολογία που προβάλλει η Lancôme προκειμένου να δικαιολογήσει το γεγονός ότι παραπέμπει αποκλειστικά στην απόφαση Baby-Dry στο πλαίσιο της εξετάσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Στη συνέχεια, θα περιγράψω την εξέλιξη της νομολογίας από της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής.
91. Ως αντίδραση στην απόφαση Baby-Dry, η οποία εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2001, οι προτάσεις μου επί της υποθέσεως Koninklijke KPN Nederland (24) τόνισαν, ήδη από τον Ιανουάριο του 2002, τις αδυναμίες της αποφάσεως αυτής και, ειδικότερα, τις αδυναμίες που συνεπάγεται ο προτεινόμενος έλεγχος προκειμένου να προσδοθεί διακριτικός χαρακτήρας σε έναν συνδυασμό περιγραφικών στοιχείων (25).
92. Αφού τόνισα την ακαμψία του ελέγχου αυτού μέσω της επιταγής της ελεύθερης χρήσεως των σημείων από όλους (26), την οποία αγνόησε η απόφαση Baby-Dry, πρότεινα με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Postkantoor όπως, στο πλαίσιο του λόγου απόλυτου απαραδέκτου/ακυρότητας, θεωρείται μια διαφορά αισθητή όταν επηρεάζει σημαντικά στοιχεία της μορφής του σημείου ή της σημασίας του. Προσθέτω ότι, ως προς τη μορφή, η διαφορά αυτή θα εμφανίζεται κάθε φορά που, λόγω του ασυνήθιστου ή φανταστικού χαρακτήρα του συνδυασμού, ο νεολογισμός κατισχύει του αθροίσματος των λέξεων που τον συνθέτουν. Όσον αφορά τη σημασία, η διαφορά θα είναι αισθητή εάν οι συνειρμοί που προκαλεί αυτό το σύνθετο σημείο δεν συμπίπτουν ακριβώς με το άθροισμα των ενδείξεων των περιγραφικών στοιχείων (27).
93. Το Δικαστήριο έκανε ένα πρώτο βήμα προς την αναδιατύπωση της νομολογίας του «Biomild»με την απόφασή του που είναι γνωστή ως «Doublemint», η οποία αναίρεσε την απόφαση που είχε εκδώσει το Πρωτοδικείο για τον λόγο ότι αυτό εφάρμοσε ένα εσφαλμένο κριτήριο κατά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, εκτιμώντας ότι το άρθρο αυτό δεν επιτρέπει την καταχώριση «αποκλειστικά περιγραφικών» σημάτων προϊόντων, υπηρεσιών ή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους. Εντούτοις, η πλάνη του Πρωτοδικείου δεν φαίνεται τόσο σοβαρή αν λάβουμε υπόψη ότι το Δικαστήριο, στην υπόθεση Baby-Dry, έδωσε την εντύπωση ότι κινείται στην ίδια κατεύθυνση επιτρέποντας την καταχώριση οποιουδήποτε σύμπλοκου όρου που παρουσιάζει «αισθητή διαφορά», όποια κι αν είναι αυτή, μεταξύ του νοήματος του συνόλου των όρων και της σημασίας τους στην καθημερινή γλώσσα.
94. Θα ήταν υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι οι προτάσεις μου επί της υποθέσεως Postkantoor επηρέασαν με οποιονδήποτε τρόπο την απόφαση Doublemint· αντιθέτως, θεωρώ ότι δεν πλανώμαι ισχυριζόμενος ότι επηρέασαν την απόφαση Koninklijke KPN Nederland καθώς και την απόφαση «Biomild»(28), οι οποίες εκδόθηκαν την ίδια ημέρα και από το ίδιο τμήμα.
95. Εν είδει παραδείγματος της επιδράσεως των προτάσεών μου επί της αποφάσεως Postkantoor, παραθέτω το ακόλουθο χωρίο το οποίο προτείνω να αντιπαραβληθεί προς τα σημεία 91 και 92 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως αυτής: «ένα σήμα, αποτελούμενο από νεολογισμό, τον οποίο συνθέτουν στοιχεία έκαστο των οποίων είναι περιγραφικό χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσεως, είναι το ίδιο περιγραφικό των εν λόγω χαρακτηριστικών γνωρισμάτων, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 40/94 (29), εκτός αν υφίσταται αντιληπτή διαφορά μεταξύ του νεολογισμού και του απλού αθροίσματος των στοιχείων που το αποτελούν, πράγμα που προϋποθέτει ότι, λόγω του ασυνήθους χαρακτήρα του συνδυασμού σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες, ο νεολογισμός δημιουργεί μια επαρκώς απομακρυσμένη εντύπωση από αυτή που παράγει η απλή ένωση των ενδείξεων που προσφέρουν τα στοιχεία που το αποτελούν, ώστε αυτός να κατισχύει του αθροίσματος των εν λόγω στοιχείων […]» (30).
96. Περαιτέρω, πρέπει να τονιστεί ότι, στις υποθέσεις Koninklijke KPN Nederland και Campina Melkunie, το Δικαστήριο ουδόλως παρέπεμψε στην απόφαση Baby-Dry, καθιστώντας πρόδηλη τη βούλησή του να αποστεί από την ερμηνεία που προτάθηκε με τη εν λόγω απόφαση.
97. Τέλος, ένδειξη αυτής της μεταστροφής της νομολογίας αποτελεί η απόφαση ΓΕΕΑ κατά Celltech (31), η οποία, αφενός, εγκαταλείπει οριστικά τη σύγκριση με την «καθημερινή γλώσσα της οικείας κατηγορίας καταναλωτών» και, αφετέρου, καθιστά αυστηρότερα τα κριτήρια του ελέγχου απαιτώντας να μην εξετάζεται η «οποιαδήποτε αισθητή διαφορά», αλλά μόνον οι διαφορές με κάποια σημασία.
98. Βάσει των αναλύσεων του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, δεν εντοπίζω καμία πλάνη περί το δίκαιο στη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, η οποία είναι σύμφωνη προς τα κριτήρια που περιγράφει η νομολογία την οποία ανέλυσα και όχι προς αυτά της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση Baby-Dry.
99. Ως προς τους ισχυρισμούς της Lancôme με τους οποίους προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι απέρριψε τις παρατηρήσεις της σχετικά με την καθημερινή γλώσσα των οικείων καταναλωτών ως αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα, επιβάλλεται, υπό το φως της μεταστροφής της νομολογίας την οποία περιέγραψα στα ανωτέρω σημεία, να συμφωνήσω με το ΓΕΕΑ ότι η χρήση των δύο όρων που συνθέτουν το σημείο COLOR EDITION στη γλώσσα των καταναλωτών καλλυντικών προϊόντων στερείται σημασίας στο πλαίσιο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται αλυσιτελώς.
100. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να απορριφθεί. Δεδομένου ότι πρότεινα να έχει την ίδια τύχη και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
VI – Δικαστικά έξοδα
101. Η λύση που προτείνω επιβάλλει να καταδικαστεί η Lancôme στα έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 122, πρώτο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο σημείο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι απορρίφθηκε το σύνολο των αιτημάτων της.
VII – Πρόταση
102. Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) Να απορρίψει την αναίρεση που άσκησε η Lancôme parfums et beauté & Cie SNC κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το δεύτερο τμήμα του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 8 Ιουλίου 2008 επί της υποθέσεως T‑160/07.
2) Να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1), ο οποίος ισχύει από της ημερομηνίας που μνημονεύει το σημείο το οποίο συμπληρώνει η παρούσα υποσημείωση.
3 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3288/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την εφαρμογή των συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ L 349, σ. 83), και, για τελευταία φορά, με τον κανονισμό (ΕΚ) 422/2004 του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 2004 (ΕΕ L 70, σ. 1).
4 – Για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.
5 – Η αναιρεσείουσα παραθέτει την αντίστοιχη έκφραση στη γερμανική «Organ der Rechtspflege», στην αγγλική «officer of the court» και στη γαλλική «collaborateur de la justice».
6 – Απόφαση της 18ης Μαΐου 1982, 155/79 (Συλλογή 1982, σ. 1575).
7 – Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 66).
8 – Αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1983, 306/81, Βέρρος κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 1755), της 22ας Νοεμβρίου 2001, C‑301/97, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I‑8853, σκέψη 169), και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑37/05, BioID κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2005, σ. I‑7975, σκέψεις 56 έως 58).
9 – Διατάξεις της 15ης Μαρτίου 1984, 131/83, Vaupel κατά Δικαστηρίου (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 8), και της 5ης Δεκεμβρίου 1996, C‑174/96, Lopes κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 1996, σ. I‑ 6401, σκέψη 10).
10 – Προτάσεις επί της υποθέσεως Merlini κατά Ανωτάτης Αρχής (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1965, 108/63, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 12).
11 – Stumpff, C., «Artikel 6 EUV», σε Schwarze J., EU‑Kommentar, 2η έκδοση, εκδόσεις Nomos, Baden-Baden, 2009, σ. 96. Βλ. επίσης απόφαση της 26ης Ιουνίου 2007, C‑305/05, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑5305, σκέψη 31).
12 – Τα σημεία 45 και 46 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Silberquelle (απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2009, C‑495/07, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή) επισημαίνουν τη λειτουργία αυτή όσον αφορά την έκπτωση από το δικαίωμα· η απόφαση επαναλαμβάνεται στη συλλογιστική μου στη σκέψη 19.
13 – Τη ρήση αυτή απηχεί ο Θερβάντες στον ΔονΚιχώτηαπότηΜάντσα [μετάφραση Κ. Καρθαίου και Ιουλ. Ιατρίδη, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», σ. 219] διηγούμενος το επεισόδιο που συνέβη στη σπηλιά του Μοντεσίνου, όταν ο Δον Κιχώτης του απάντησε ότι «γιατί να ξέρεις πως κάθε σύγκριση είναι αντιπαθητική, και γι’ αυτό δεν είναι σωστό να συγκρίνει κανείς ένα πρόσωπο με ένα άλλο. Η ασύγκριτη Δουλσινέα του Τοβόσου είναι εκείνη που είναι, και η σενιόρα Βελέρμα είναι αυτή που είναι και αυτή που είτανε».
14 – Bender, A., «Nichtigkeit», σε Fezer, K.‑H. (συντονιστής), HandbuchderMarkenpraxis–BandIMarkenverfahrensrecht, εκδόσεις C. H. Beck, Μόναχο, 2007, σ. 678.
15 – Απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, C‑108/97 και C‑109/97 (Συλλογή 1999, σ. I 2779).
16 – Επαναλαμβάνω τον ορισμό του καθηγητή Guasp. J., Derechoprocesalcivil, 4η έκδοση, εκδόσεις Civitas, Μαδρίτη, 1998, τόμος I, σ. 175.
17 – Ταυτόσημο προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94.
18 – Πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1).
19 – Προπαρατεθείσα απόφαση Windsurfing Chiemsee, σκέψη 25· η υπογράμμιση δική μου.
20 – Ύψος του τέλους για την υποβολή αιτήσεως εκπτώσεως ή ακυρότητας, όπως προβλέπει το άρθρο 2, σημείο 17, του κανονισμού (ΕΚ) 2869/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με τα πληρωτέα προς το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς τέλη (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΕΕ L 303, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με τον κανονισμό (ΕΚ) 355/2009 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 2009 (ΕΕ L 109, σ. 3) (που ισχύει από 1ης Μαΐου 2009)· το ενοποιημένο μη επίσημο κείμενο διατίθεται στην ακόλουθη ιστοσελίδα .
21 – Σε σχέση με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν όσοι προβαίνουν ατομικά στην άσκηση προσφυγών ακυρώσεως, Lenaerts, K., Arts, D., και Maselis, I., ProceduralLawoftheEuropeanUnion, εκδόσεις Thomson Sweet & Maxwell, 2η έκδοση, Λονδίνο 2006, σ. 244 επ.
22 – Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑383/99 P (Συλλογή 2001, σ. I‑6251).
23 – Ακριβώς ειπείν, η απόφαση εκδόθηκε από τη λεγόμενη «μικρή ολομέλεια», η οποία απετελείτο από δεκατρείς δικαστές, ενώ η ολομέλεια περιελάμβανε τότε και τους δεκαπέντε δικαστές που αριθμούσε το Δικαστήριο.
24 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C‑363/99 (Συλλογή 2004, σ. I‑1619)· οι προτάσεις μου είναι της 31ης Ιανουαρίου 2002.
25 – Βλ., ειδικότερα, σημεία 69 επ. των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Postkantoor.
26 – Βλ., σε σχέση με αυτό το ερμηνευτικό κριτήριο, προτάσεις μου επί της υποθέσεως adidas AG και adidas Benelux BV επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Απριλίου 2008 (C‑102/07, Συλλογή 2008, σ. I‑2439), και ειδικότερα σημεία 33 έως45.
27 – Βλ. προπαρατεθείσες προτάσεις μου επί της υποθέσεως Koninklijke KPN Nederland, σημείο 70.
28 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C‑265/00 (Συλλογή 2004, σ. I‑1699).
29 – Η απόφαση αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 89/104/ΕΚ.
30 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Koninklijke KPN Nederland, σκέψη 104, και Campina Melkunie, σκέψη 43.
31 – Απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, C‑273/05 P (Συλλογή 2007, σ. I‑2883, σκέψεις 76 έως 78).
Full & Egal Universal Law Academy