ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 11ης Φεβρουαρίου 2010 (1)
Υπόθεση C-413/08 P
Lafarge SA
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Σύμπραξη – Αγορά γυψοσανίδων – Παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών – Βάρος αποδείξεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Αρχή της αναλογικότητας – Υπολογισμός του αρχικού ποσού του προστίμου – Υποτροπή – Αύξηση του προστίμου – Αποτρεπτικό αποτέλεσμα»
I – Εισαγωγή
1. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Lafarge SA (στο εξής καλούμενη και αναιρεσείουσα ή Lafarge) ζητεί από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) της 8ης Ιουλίου 2008 στην υπόθεση T-54/03, Lafarge κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), και να ακυρώσει την απόφαση 2005/471/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 2002 (2) (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), κατά το μέτρο που επέβαλε πρόστιμο στην αναιρεσείουσα, ή, επικουρικώς, να αναιρέσει εν μέρει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να μειώσει το πρόστιμο το οποίο η Επιτροπή επέβαλε στην αναιρεσείουσα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
II – Ιστορικό της αιτήσεως αναιρέσεως
Νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 15 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (3), ορίζει τα εξής:
«[…]
2. Η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει με απόφαση στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμο ύψους χιλίων μέχρις ενός εκατομμυρίου λογιστικών μονάδων ή και ποσό μεγαλύτερο από αυτό, μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό του κύκλου εργασιών που επραγματοποιήθη κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο από μία των επιχειρήσεων οι οποίες έχουν συνεργήσει στην παράβαση όταν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [81], παράγραφος 1, ή του άρθρου [82] της Συνθήκης·
[…]
Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της.
[…]»
Η προσβαλλομένη απόφαση της Επιτροπής
3. Στις 27 Νοεμβρίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έκρινε ότι η BPB plc (στο εξής: BPB), ο όμιλος Knauf (στο εξής: Knauf), η Lafarge και η Gyproc Benelux NV (στο εξής: Gyproc) παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, μετέχοντας σε ένα σύνολο συμπράξεων και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των γυψοσανίδων (4). Η Επιτροπή έκρινε ότι η BPB, η Knauf, η Lafarge και η Gyproc συνήψαν σύνθετη και διαρκή συμφωνία, αντίθετη προς το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ και μετείχαν σ’ αυτήν συνεχώς, πράγμα το οποίο εκδηλώθηκε με τις ακόλουθες συμπεριφορές, συνιστώσες συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές:
– οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων BPB και Knauf συναντήθηκαν στο Λονδίνο το 1992 και εξέφρασαν την κοινή τους βούληση να σταθεροποιήσουν τις αγορές της Γερμανίας (στο εξής: γερμανική αγορά), του Ηνωμένου Βασιλείου (στο εξής: βρετανική αγορά), της Γαλλίας (στο εξής: γαλλική αγορά), των Κάτω Χωρών, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου (στο εξής: αγορά της Μπενελούξ),
– οι εκπρόσωποι της BPB και της Knauf δημιούργησαν, από το 1992, συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών, στα οποία προσχώρησε η Lafarge και εν συνεχεία η Gyproc και τα οποία αφορούσαν τους όγκους των πωλήσεών τους στη γερμανική, στη βρετανική και στη γαλλική αγορά γυψοσανίδων, καθώς και στην αγορά γυψοσανίδων της Μπενελούξ,
– οι εκπρόσωποι της BPB, της Knauf και της Lafarge είχαν επανειλημμένα ανταλλάξει πληροφορίες πριν από τις αυξήσεις τιμών στη βρετανική αγορά,
– αντιμετωπίζοντας ιδιαίτερες εξελίξεις στη γερμανική αγορά, οι εκπρόσωποι της BPB, της Knauf, της Lafarge και της Gyproc συναντήθηκαν στις Βερσαλλίες το 1996, στις Βρυξέλλες το 1997 και στη Χάγη το 1998, προκειμένου να μοιραστούν ή τουλάχιστον να σταθεροποιήσουν τη γερμανική αγορά,
– οι εκπρόσωποι της BPB, της Knauf, της Lafarge και της Gyproc αντάλλαξαν επανειλημμένα πληροφορίες μεταξύ τους και συνεννοήθηκαν όσον αφορά την εφαρμογή αυξήσεων των τιμών στη γερμανική αγορά μεταξύ του 1996 και του 1998.
4. Η εν λόγω παράβαση είχε την ακόλουθη διάρκεια:
– «BPB PLC: από τις 31 Μαρτίου 1992 το αργότερο, έως τις 25 Νοεμβρίου 1998,
– Knauf: από τις 31 Μαρτίου 1992 το αργότερο, έως τις 25 Νοεμβρίου 1998,
– Société Lafarge SA: από τις 31 Αυγούστου 1992 το αργότερο, έως τις 25 Νοεμβρίου 1998,
– Gyproc Benelux N.V: από τις 6 Ιουνίου 1996 το αργότερο, έως τις 25 Νοεμβρίου 1998.» (5)
5. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των εν λόγω συμπεριφορών, τον αντίκτυπο που είχαν εν τοις πράγμασι στην αγορά των γυψοσανίδων, η οποία παρουσίαζε υψηλή συγκέντρωση και ήταν ολιγοπωλιακή, και το γεγονός ότι στόχευαν τις τέσσερις κυριότερες αγορές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, έκρινε ότι οι αποδέκτριες της προσβαλλομένης αποφάσεως επιχειρήσεις διέπραξαν πολύ σοβαρή παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Η Επιτροπή αντιμετώπισε κατά διαφορετικό τρόπο εκάστη εμπλεκομένη επιχείρηση, προκειμένου να λάβει υπόψη την πραγματική οικονομική ικανότητα της επιχειρήσεως να προξενήσει βλάβη στον ανταγωνισμό και προκειμένου να καθορίσει το πρόστιμο σε επίπεδο που να του εξασφαλίζει επαρκές αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Λαμβανομένης ιδίως υπόψη της σημαντικής διαφοράς μεγέθους μεταξύ των επιχειρήσεων που μετέσχαν στην παράβαση, η Επιτροπή καθόρισε τα βασικά ποσά των προστίμων ως ακολούθως, βάσει της σοβαρότητας:
– «στην BPB: 80 εκατομμύρια ευρώ,
– στην Knauf Westdeutsche Gipswerke: 52 εκατομμύρια ευρώ,
– στη Lafarge: 52 εκατομμύρια ευρώ,
– στην Gyproc: 8 εκατομμύρια ευρώ». (6)
6. Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι τα επιβληθέντα πρόστιμα είχαν επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα και λαμβανομένων υπόψη του μεγάλου μεγέθους της και των πόρων της παγκοσμίως, εφαρμόσθηκε συντελεστής προσαυξήσεως 100 % στο αρχικό ποσό του καθορισθέντος για τη Lafarge προστίμου, το οποίο ανήλθε ως εκ τούτου σε 104 εκατομμύρια ευρώ. Η Επιτροπή έκρινε ότι η παράβαση ήταν μακράς διαρκείας (άνω των πέντε ετών) για την Knauf, την BPB και τη Lafarge και μέσης διαρκείας (ενός έως πέντε ετών) για την Gyproc και, ως εκ τούτου, αύξησε κατά 65 % το βασικό ποσό του επιβληθέντος στην BPB και στην Knauf Westdeutsche Gipswerke προστίμου, κατά 60 % το βασικό ποσό του επιβληθέντος στη Lafarge προστίμου και κατά 20 % το βασικό ποσό του επιβληθέντος στην Gyproc προστίμου. Όσον αφορά τις επιβαρυντικές περιστάσεις, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι είχε ήδη επιβάλει προηγουμένως μέτρα εις βάρος της BPB και της Lafarge σε υποθέσεις συμπράξεων, αντιστοίχως με την απόφαση 94/601/ΕΚ (7) και με την απόφαση 94/815/ΕΚ (8).
7. Η Επιτροπή επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι είχε προηγουμένως εκδώσει απόφαση επιβάλλουσα πρόστιμα στη Lafarge (τότε γνωστή με την επωνυμία Lafarge Coppée SA) λόγω της συμμετοχής της σε παράνομη συμφωνία στον τομέα του τσιμέντου. Η Lafarge συνέχισε να μετέχει ενεργά σε σύμπραξη στον τομέα των γυψοσανίδων μετά την κοινοποίηση της προαναφερθείσας αποφάσεως σ’ αυτήν. Το γεγονός ότι η Lafarge επανέλαβε το ίδιο είδος συμπεριφοράς σε διαφορετικό τομέα από αυτόν τον οποίο αφορούσε η πρώτη απόφαση αποδεικνύει, κατά την Επιτροπή, ότι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην πρώτη υπόθεση δεν ώθησαν την επιχείρηση να τροποποιήσει τη συμπεριφορά της και, συνεπώς, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση.
8. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αύξησε κατά 50 % το βασικό ποσό του επιβληθέντος στην BPB και στη Lafarge προστίμου.
9. Η Gyproc έτυχε μειώσεως του βασικού ποσού του προστίμου κατά 25 % λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων. Η Επιτροπή χορήγησε μείωση του ποσού του προστίμου κατά 30 % στην BPB και κατά 40 % στην Gyproc, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (στο εξής: ανακοίνωση περί επιεικείας) (9). Ως εκ τούτου, τα ακόλουθα πρόστιμα επιβλήθηκαν στις ακόλουθες επιχειρήσεις:
– «BPB PLC: 138,6 [εκατομμύρια] ευρώ,
– Gebrüder Knauf Westdeutsche Gipswerke KG: 85,8 [εκατομμύρια] ευρώ,
– Société Lafarge SA: 249,6 [εκατομμύρια] ευρώ,
– Gyproc Benelux NV: 4,32 [εκατομμύρια] ευρώ.» (10)
Διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
10. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 14 Φεβρουαρίου 2003, η Lafarge ζήτησε, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής και, επικουρικώς, τη μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε με την απόφαση αυτή. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Lafarge προέβαλε έξι λόγους ακυρώσεως. Πρώτον, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Δεύτερον, η Lafarge προβάλλει, αφενός, παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και, αφετέρου, πρόδηλα σφάλματα κατά την εκτίμηση. Τρίτον, παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον με την προσβαλλομένη απόφαση διαπιστώθηκε η ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως και η συμμετοχή της Lafarge στην παράβαση αυτή. Τέταρτον, παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, λόγω του κύκλου εργασιών που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του προστίμου. Πέμπτον, παράνομο της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω της επιβολής στη Lafarge συνολικού προστίμου για αυτοτελείς παραβάσεις. Έκτον, παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και των γενικών αρχών υπολογισμού του προστίμου.
11. Το Πρωτοδικείο εξέδωσε την απόφασή του στις 8 Ιουλίου 2008, με την οποία απέρριψε την προσφυγή της Lafarge. Η Lafarge υποχρεώθηκε να φέρει τα έξοδά της καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Lafarge προσβάλλει τα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τα οποία αφορούν τον δεύτερο, τον τρίτο και τον έκτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
III – Η κατ’ αναίρεση δίκη
12. Στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, η Lafarge υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Lafarge ζητεί από το Δικαστήριο τα εξής:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και
– να δεχθεί τα αιτήματα τα οποία η Lafarge υπέβαλε πρωτοδίκως και, κατά συνέπεια, να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέτρο που επέβαλε πρόστιμο στη Lafarge·
– επικουρικώς, να αναιρέσει εν μέρει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και
– να δεχθεί τα αιτήματα τα οποία η Lafarge υπέβαλε πρωτοδίκως και, κατά συνέπεια, να μειώσει το ποσό του προστίμου το οποίο η Επιτροπή επέβαλε στη Lafarge με την προσβαλλομένη απόφαση·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
13. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο τα εξής:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
14. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 22 Οκτωβρίου 2009.
15. Η αναιρεσείουσα προβάλλει έξι λόγους αναιρέσεως. Με τον πρώτο και κύριο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενο συστηματικά σε συνολικό πλαίσιο το οποίο χαρακτηριζόταν από σειρά παραβάσεων, καθότι δέχθηκε ότι η Επιτροπή κατόρθωσε να αποδείξει προσηκόντως την ύπαρξη καθεαυτή των εν λόγω παραβάσεων. Με τον δεύτερο, επικουρικό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση των κανόνων που διέπουν το βάρος αποδείξεως, παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας και της συνακόλουθης αρχής in dubio pro reo, καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι η αναιρεσείουσα είχε μετάσχει σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992. Με τον τρίτο, επικουρικό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέβη την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογήσεως και παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, κατά το μέτρο που διαπίστωσε ότι η Επιτροπή απέδειξε προσηκόντως ότι η αναιρεσείουσα διέπραξε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992. Με τον τέταρτο, επικουρικό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον καθορισμό του αρχικού ποσού του επιβληθέντος προστίμου. Με τον πέμπτο, επικουρικό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε ορισμένα νομικά σφάλματα και παρέβη την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογήσεως την οποία υπέχει, κατά το μέτρο που έκρινε ότι η Επιτροπή δικαιολογημένα αύξησε το επιβληθέν στην αναιρεσείουσα πρόστιμο, λόγω υποτροπής. Τέλος, με τον έκτο, επικουρικό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή δικαιολογημένα αύξησε το αρχικό ποσό του προστίμου προκειμένου αυτό να έχει αποτρεπτική αποτέλεσμα.
IV – Πρώτος λόγος αναιρέσεως: Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
16. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο οποίος φέρει τον τίτλο «παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και πρόδηλα σφάλματα κατά την εκτίμηση» η Lafarge ισχυρίστηκε ότι η συνεδρίαση του Λονδίνου το 1992, η ανταλλαγή στοιχείων, η ανταλλαγή στοιχείων αφορώντων ειδικά το Ηνωμένο Βασίλειο, οι αυξήσεις τιμών στο Ηνωμένο Βασίλειο, η σταθεροποίηση της γερμανικής αγοράς και οι αυξήσεις τιμών στη Γερμανία δεν συνιστούν παράβαση, υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα δεν βάλλει κατά των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου όσον αφορά τη συνεδρίαση του Λονδίνου. Αρκεί να σημειωθεί συναφώς, όπως προκύπτει από τη σκέψη 212 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Lafarge δεν είχε μετάσχει στη συνεδρίαση εκείνη.
17. Όσον αφορά την ανταλλαγή στοιχείων, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το γεγονός ότι η Lafarge γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι σκοπός της ανταλλαγής στοιχείων περί των όγκων πωλήσεων ήταν να εποπτεύεται η αγορά, προκειμένου να υπάρχει ενημέρωση περί του αν έληξε ο πόλεμος τιμών και αν τα μερίδια αγοράς παρέμεναν σχετικώς σταθερά, αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμο βάσει ενός συνόλου αντικειμενικών και συγκλινόντων αποδεικτικών στοιχείων (11).
18. Όσον αφορά την ανταλλαγή στοιχείων αφορώντων ειδικά το Ηνωμένο Βασίλειο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμο τη συμμετοχή της Lafarge στην ανταλλαγή στοιχείων σχετικών με τους όγκους πωλήσεων στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου (12). Επιπλέον, όσον αφορά τις αυξήσεις τιμών στο Ηνωμένο Βασίλειο, για το διάστημα πριν από τις 7 Σεπτεμβρίου 1996, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 316 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν είχε εξεύρει έγγραφα στοιχεία αποδεικνύοντα επαφές μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στις σκέψεις 319 έως 323 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, όσον αφορά το διάστημα εκείνο, οι αναγγελίες αυξήσεως τιμών υπήρξαν σχεδόν ταυτόχρονες σε τέσσερις περιπτώσεις. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι, «[ε]ν προκειμένω, έστω και αν τα διαστήματα που παρεμβλήθηκαν μεταξύ των διαφόρων αναγγελιών αυξήσεων των τιμών ενδέχεται να έδωσαν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να λάβουν γνώση αυτών μέσω πληροφοριών προερχόμενων από την αγορά και έστω και αν οι αυξήσεις αυτές δεν ανέρχονταν πάντοτε ακριβώς στο ίδιο επίπεδο, οι σχεδόν ταυτόχρονες αναγγελίες αυξήσεων των τιμών και ο παραλληλισμός των αναγγελλόμενων τιμών συνιστούν ισχυρές ενδείξεις υπέρ μιας συνεννοήσεως που προηγήθηκε των αναγγελιών αυτών, δεδομένου ότι οι αυξήσεις αυτές εντάσσονται σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι, όπως διαπίστωσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Knauf και η BPB συμφώνησαν, κατά τη σύσκεψη του Λονδίνου στις αρχές του 1992, να θέσουν τέρμα στον πόλεμο τιμών στις τέσσερις ευρωπαϊκές αγορές (13)». Το Πρωτοδικείο έκρινε, όσον αφορά το διάστημα μετά τις 7 Σεπτεμβρίου 1996, ότι η ύπαρξη επαφών μεταξύ ανταγωνιστών αφορωσών τις αυξήσεις τιμών στο Ηνωμένο Βασίλειο αποδείχθηκε με έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία (14).
19. Όσον αφορά τη σταθεροποίηση της γερμανικής αγοράς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 402 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, «λαμβανομένου υπόψη του ευρύτερου πλαισίου της υποθέσεως» και βάσει των μη αμφισβητούμενων πραγματικών περιστατικών, η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις, έστω και αν δεν πέτυχαν τη σύναψη συγκεκριμένης συμφωνίας για τη μεταξύ τους κατανομή της γερμανικής αγοράς, είχαν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν στην αγορά αυτή κατά καθορισμένο τρόπο, ήτοι να περιορίσουν τον ανταγωνισμό διά της σταθεροποιήσεως της εν λόγω αγοράς.
20. Όσον αφορά τις αυξήσεις τιμών στη Γερμανία, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούσαν την ύπαρξη επαφών και συντονισμένης δράσεως μεταξύ ανταγωνιστών. Το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 426 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι επαφές μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων πρέπει να εκτιμηθούν βάσει του τότε ισχύοντος πλαισίου, το οποίο χαρακτηριζόταν από ένα σύνολο εκδηλώσεων θιγουσών τον ανταγωνισμό, οι οποίες μαρτυρούσαν την κοινή βούληση των ανταγωνιστών για σταθεροποίηση της αγοράς των γυψοσανίδων στις τέσσερις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, μεταξύ των οποίων και στη γερμανική αγορά. Το Πρωτοδικείο επισήμανε επίσης ότι, έστω και αν το περιεχόμενο ενός μεμονωμένου εγγράφου που έχει εξεύρει η Επιτροπή ενδέχεται να μην αποκαλύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο την ύπαρξη θίγουσας τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς, το γεγονός αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα ερμηνείας του εγγράφου αυτού υπό την έννοια ότι επιβεβαιώνει την ύπαρξη τέτοιας βουλήσεως, εφόσον εντάσσεται σε σύνολο άλλων εγγράφων που παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη ταυτόχρονων και παρόμοιων συμπεριφορών που θίγουν τον ανταγωνισμό. Συναφώς, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του ορισμένα έγγραφα, προκειμένου να διαπιστώσει ότι η Lafarge είχε άμεσες επαφές με τους ανταγωνιστές της όσον αφορά τις αυξήσεις τιμών στη γερμανική αγορά και την ύπαρξη συντονισμένης δράσεως ως προς την εφαρμογή των αυξήσεων τιμών.
Επιχειρηματολογία και νομική εκτίμηση
21. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, καθόσον αναφερόταν συστηματικά σε ένα συνολικό πλαίσιο, χαρακτηριζόμενο από σειρά παραβάσεων, αφού δέχθηκε ότι η Επιτροπή απέδειξε προσηκόντως την ύπαρξη καθεαυτή των εν λόγω παραβάσεων. Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε διάλληλο συλλογισμό στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αναφερόμενο σε ένα συνολικό πλαίσιο παραβάσεως, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη καθεαυτή των παραβάσεων που αποτελούν τη βάση του προβαλλομένου συνολικού πλαισίου παραβάσεων. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο έκρινε συστηματικά ότι μια αντίθετη στον ανταγωνισμό ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών ήταν περισσότερο αληθοφανής από τις εναλλακτικές εξηγήσεις που προέβαλε η Lafarge. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο αντίθετος στον ανταγωνισμό σκοπός της ανταλλαγής πληροφοριών (σκέψεις 270 και 271 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), καθώς και η ανταλλαγή στοιχείων αφορώντων ειδικά το Ηνωμένο Βασίλειο (σκέψη 303 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), η ύπαρξη συντονισμένης δράσεως σε σχέση με τις αυξήσεις τιμών στο Ηνωμένο Βασίλειο (σκέψη 324 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και στη Γερμανία (σκέψη 402 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και η ύπαρξη συμφωνίας για τη σταθεροποίηση της γερμανικής αγοράς (σκέψη 430 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) αποδείχθηκαν, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού πλαισίου παραβάσεως, ενώ η ύπαρξη του πλαισίου αυτού αποδείχθηκε όχι βάσει στοιχείων, αλλά βάσει συνιστώσας παράβαση συμπεριφοράς η οποία χαρακτηρίσθηκε ως τέτοια βάσει αυτού του συνολικού πλαισίου. Κατά τον τρόπο αυτόν, το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα υποβληθέντα στην κρίση του πραγματικά περιστατικά.
22. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, κατ’ αρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία προσκομίστηκαν νομότυπα και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. Επομένως, η ως άνω εκτίμηση δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο των στοιχείων αυτών (15).
23. Η παραμόρφωση των υποβληθέντων στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα έγγραφα της δικογραφίας, χωρίς να χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των στοιχείων αυτών (16) Επιπλέον, όταν ο αναιρεσείων προβάλλει παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει να παραθέσει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία αυτό αλλοίωσε και να αποδείξει τα σφάλματα αναλύσεως τα οποία, κατά την εκτίμησή του, οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο σ’ αυτή την παραμόρφωση (17).
24. Κατά τη γνώμη μου, η αναιρεσείουσα, με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, προέβαλε τον γενικό ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και επισήμανε λεπτομερώς ποια αποδεικτικά στοιχεία παραμορφώθηκαν κατ’ αυτήν.
25. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα παρέλειψε να επισημάνει επακριβώς, πλην της περιπτώσεως που αφορά το εσωτερικό υπόμνημα του Οκτωβρίου του 1994, το οποίο βρέθηκε στα γραφεία της Rigips και μνεία του οποίου γίνεται στη σκέψη 430 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου που αφορά τις αυξήσεις τιμών στη Γερμανία, τα σφάλματα αναλύσεως τα οποία, κατά την εκτίμησή της, οδήγησαν το Πρωτοδικείο στην παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων. Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα παρέλειψε να επισημάνει, πλην ορισμένων από τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 430 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οποιαδήποτε ουσιώδη ανακρίβεια στην εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνεία των κατατεθέντων ενώπιόν του εγγράφων. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή μου, ενώ η αναιρεσείουσα προέβαλε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, στην πραγματικότητα επιδιώκει νέα εκτίμηση των υποβληθέντων στην κρίση του Πρωτοδικείου αποδεικτικών στοιχείων. Τούτο υπερβαίνει σαφώς τα όρια της κατ’ αναίρεση δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου.
26. Όσον αφορά το υπόμνημα του Οκτωβρίου του 1994, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κανένα στοιχείο του υπομνήματος αυτού δεν στηρίζει τη διαπίστωση ότι οι ανταγωνιστές είχαν επαφές μεταξύ τους. Πρωτοδίκως, η Lafarge αμφισβήτησε ότι το υπόμνημα καθιστούσε εμφανή την ύπαρξη επαφών μεταξύ των παραγωγών όσον αφορά την αύξηση τιμών του 1995. Κατά τη Lafarge, ο συντάκτης του υπομνήματος πληροφορήθηκε από την αγορά την πρόθεση της Knauf να αναγγείλει αυξήσεις τιμών (18).
27. Το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 430 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διαπίστωσε ότι, παρά τον ισχυρισμό της Lafarge ότι ο συντάκτης του υπομνήματος πληροφορήθηκε από την αγορά την πρόθεση της Knauf να αυξήσει τις τιμές, «η ερμηνεία του σημειώματος αυτού από την Επιτροπή είναι πειστικότερη, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών στοιχείων του φακέλου που αποδεικνύουν την ύπαρξη, κατά τον χρόνο εκείνο, συνεννοήσεως μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων. Η Επιτροπή εκτιμά ορθώς ότι το υπόμνημα αυτό αποκαλύπτει τη γνώση της στρατηγικής των ανταγωνιστών και αποτελεί μαρτυρία για μεταξύ τους επαφές. Ειδικότερα, ο συντάκτης του σημειώματος αυτού, έχοντας κατ’ αρχάς συνοψίσει την κατάσταση στην αγορά, διευκρινίζει ότι ο διευθυντής πωλήσεων της Gyproc παραπονέθηκε ότι η επιχείρησή του είχε απολέσει μερίδια αγοράς και σκόπευε να τα ξανακερδίσει. Επιπλέον, το σημείωμα προέβλεπε πάγωμα των τιμών στο αναφερόμενο σε αυτό επίπεδο και ότι θα πραγματοποιούνταν αύξηση των τιμών από την 1η Φεβρουαρίου 1995. Η τελευταία αυτή παρατήρηση είναι ιδιαιτέρως εύγλωττη. Ειδικότερα, αν η αποστολή των αναγγελιών αυξήσεων των τιμών ήταν μονομερής και αν οι λοιποί παραγωγοί απλώς ακολουθούσαν την αύξηση αυτή, η BPB δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τον Οκτώβριο του 1994 ότι προβλεπόταν αύξηση των τιμών για την 1η Φεβρουαρίου 1995, δεδομένου ότι η Knauf ανήγγειλε την αύξηση αυτή μόλις τον Νοέμβριο του 1994».
28. Από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε μεμονωμένα το εν λόγω υπόμνημα. Αντιθέτως, το υπόμνημα αυτό εξετάσθηκε σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας. Ως εκ τούτου, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το αληθές περιεχόμενο του υπομνήματος του Οκτωβρίου του 1994 διασαφηνίσθηκε από άλλα στοιχεία της δικογραφίας. Συναφώς, τα άλλα στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη προκειμένου να θεμελιωθεί η ύπαρξη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, συντονισμένης δράσεως μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων ήταν, πρώτον, δήλωση της Knauf κατά την οποία υπήρχε μακροχρόνια πρακτική αποστολής των αναγγελιών αυξήσεως των τιμών, μαζί με τους τιμοκαταλόγους, κατευθείαν στους ανταγωνιστές συγχρόνως με τους πελάτες (σκέψη 430 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), δεύτερον, πολυάριθμα αντίγραφα αναγγελιών αυξήσεων τιμών εκ μέρους των ανταγωνιστών, τα οποία βρέθηκαν κατά την εκ μέρους της Επιτροπής έρευνα στα γραφεία της BPB και της Lafarge (σκέψη 430 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, τρίτον, το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε αύξηση τιμών την 1η Φεβρουαρίου 1995 (σκέψη 430 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
29. Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε αυτά τα επιπλέον στοιχεία.
30. Φρονώ ότι, υπό το πρίσμα των εν λόγω επιπλέον μη αμφισβητηθέντων στοιχείων και της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (19), η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι το Πρωτοδικείο σαφώς παρερμήνευσε το υπόμνημα του Οκτωβρίου του 1994.
31. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
V – Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: Παράβαση των κανόνων που διέπουν το βάρος αποδείξεως, παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας και της συνακόλουθης αρχής in dubio pro reo, καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι η αναιρεσείουσα είχε μετάσχει σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
32. Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Lafarge μετέσχε στην εν λόγω παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992 μέχρι τις 25 Νοεμβρίου 1998. Στον πρώτο βαθμό, η Lafarge ισχυρίστηκε ότι η συμμετοχή της στις συμφωνίες περί ανταλλαγής πληροφοριών άρχισε οπωσδήποτε μετά τον Ιούνιο του 1993, πιθανώς μάλιστα από τις αρχές του 1994 (20). Προκειμένου να δεχθεί ότι η διάρκεια της συμμετοχής της Lafarge στην παράβαση είναι η καθορισθείσα στην προσβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του ορισμένες δηλώσεις της BPB. Συναφώς, η BPB δήλωσε ότι, μετά τη συνεδρίαση, η διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών επεκτάθηκε στη Lafarge (21). Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η φράση «μετά τη συνεδρίαση εκείνη» την οποία χρησιμοποίησε η BPB σήμαινε ότι η συμμετοχή της Lafarge δεν μπορεί να άρχισε πολύ μετά τη συνεδρίαση του Λονδίνου (22). Επιπλέον, με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, η BPB δήλωσε ότι συμφώνησε να ανταλλάσσει στοιχεία με τη Lafarge στα μέσα του 1992 (23). Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι δηλώσεις της BPB ήταν ακριβέστερες από εκείνες της Lafarge. Η Lafarge στηρίχτηκε σε δήλωση του κ. N της Lafarge περί του ότι, λαμβανομένης υπόψη τις σοβαρής ελλείψεως στοιχείων στις σχετικές αγορές της Ευρώπης, οι ανταγωνιστές της Lafarge τού είχαν προτείνει να ανταλλάσσουν ορισμένες γενικές πληροφορίες περί των όγκων πωλήσεων (24). Το Πρωτοδικείο επισήμανε, με τη σκέψη 508 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Lafarge δεν είχε παράσχει την ακριβή ημερομηνία ούτε λεπτομέρειες επί των περιστάσεων που οδήγησαν στη συμμετοχή της στην ανταλλαγή εκείνη και, ειδικότερα, επί των επαφών που πρέπει να πραγματοποιήθηκαν πριν από την ανταλλαγή προκειμένου να καθορισθούν οι βασικοί όροι της ανταλλαγής αυτής και συγκεκριμένα ο σκοπός της, τα εμπλεκόμενα μέρη και η συχνότητα των ανταλλαγών (25). Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε επίσης ότι η αλήθεια των δηλώσεων της BPB ενισχύεται από το γεγονός ότι το μερίδιο της Lafarge στις κύριες ευρωπαϊκές αγορές αναγράφεται στους πίνακες του κ. D της BPB, σε απόλυτους αριθμούς και ποσοστά επί τοις εκατό, από το 1991 και μετά (26).
Επιχειρηματολογία
33. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τους κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως, παραβίασε την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και τη συνακόλουθη αρχή in dubio pro reo, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι η αναιρεσείουσα είχε μετάσχει σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992. Η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγξει αν διαπράχθηκαν πλημμέλειες κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας και οφείλει να εξακριβώσει ότι οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων έχουν τηρηθεί(27). Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού και τη διάρκεια της παραβάσεως (28). Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή απέδειξε προσηκόντως τη συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην παράβαση από τις 31 Αυγούστου1992, παρά τις αντιφατικές και ανακριβείς δηλώσεις της BPB, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν επισήμανε την ακριβή ημερομηνία ενάρξεως της συμμετοχής της ή τις περιστάσεις που οδήγησαν στη συμμετοχή της σε αντίθετη στον ανταγωνισμό ανταλλαγή πληροφοριών.
34. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Νομική εκτίμηση
35. Κατά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Aalborg Portland κ.λπ., η πλευρά ή η αρχή που προβάλλει τον ισχυρισμό περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού είναι εκείνη που οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως, η δε επιχείρηση ή η ένωση επιχειρήσεων που επικαλείται προς όφελός της ένα μέσο άμυνας, έναντι της διαπιστώσεως μιας παραβάσεως, είναι εκείνη η οποία οφείλει να αποδείξει ότι πληρούνται οι όροι για την εφαρμογή αυτού του μέσου άμυνας, οπότε η εν λόγω αρχή θα πρέπει να κάνει χρήση άλλων αποδεικτικών στοιχείων. Έστω και αν το νόμιμο βάρος αποδείξεως το φέρει, σύμφωνα με τις αρχές αυτές, είτε η Επιτροπή είτε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ή ένωση, τα πραγματικά στοιχεία τα οποία επικαλείται η μία πλευρά μπορεί να είναι ικανά να υποχρεώσουν την άλλη πλευρά να παράσχει εξήγηση ή αιτιολογία, ελλείψει της οποίας να επιτρέπεται να συναχθεί ότι η πρώτη πλευρά ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της (29).
36. Από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή απέδειξε προσηκόντως ότι η BPB είχε πληροφορήσει τη Lafarge το αργότερο κατά το τέλος Αυγούστου 1992 για τη συμφωνία μεταξύ της BPB και της Knauf περί ανταλλαγής πληροφοριών και ότι τότε η Lafarge προσχώρησε στη συμφωνία αυτή (30). Για να καταλήξει στη διαπίστωση αυτή το Πρωτοδικείο στηρίχτηκε, ιδίως, σε ορισμένες δηλώσεις της BPB και στο γεγονός ότι το μερίδιο της Lafarge στις κύριες ευρωπαϊκές αγορές αναγραφόταν σε πίνακες τους οποίους κατείχε η BPB. Το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι οι σχετικές εξηγήσεις της Lafarge δεν ήταν πειστικές.
37. Διαπιστώνοντας ότι η Lafarge δεν παρέσχε, μεταξύ άλλων, την ακριβή ημερομηνία ενάρξεως της συμμετοχής της και ότι αυτή είχε πράγματι τη μεγαλύτερη ευχέρεια να το πράξει (31), το Πρωτοδικείο δεν κατένειμε εσφαλμένα το βάρος αποδείξεως ούτε παραβίασε την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και τη συνακόλουθη αρχή in dubio pro reo. Το Πρωτοδικείο απλώς επισήμανε ότι, παρά τον ισχυρισμό της Lafarge στη σκέψη 494 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι προσχώρησε στην ανταλλαγή οπωσδήποτε μετά τον Ιούνιο του 1993 και πιθανώς στην αρχή του 1994, αυτή δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού.
38. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VI – Τρίτος λόγος αναιρέσεως: Παράβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου της υποχρεώσεως επαρκούς αιτιολογήσεως και παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, κατά το μέτρο που διαπίστωσε ότι η Επιτροπή απέδειξε προσηκόντως ότι η αναιρεσείουσα διέπραξε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992
Επιχειρηματολογία
39. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε, ούτε καν εμμέσως, τον ισχυρισμό τον οποίο αυτή προέβαλε πρωτοδίκως όσον αφορά την άνιση μεταχείριση της Lafarge σε σύγκριση με την Gyproc. Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι προέβαλε τον εν λόγω ισχυρισμό προκειμένου να αποδείξει ότι αυτή δεν είχε μετάσχει σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992.
40. Στις σκέψεις 500 έως 518 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα στοιχεία τα οποία επικαλέσθηκε η Επιτροπή και συγκεκριμένα η μνεία του μεριδίου αγοράς της Lafarge στους πίνακες του κ. [D] και σε ορισμένες δηλώσεις της BPB αποδεικνύουν προσηκόντως τη συμμετοχή της Lafarge σε ενιαία, σύνθετη και συνεχή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992. Κατά την αναιρεσείουσα, η Επιτροπή έκρινε ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία ήταν ανεπαρκή όσον αφορά την Gyproc. Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διαπιστώνοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλέσθηκε η Επιτροπή απέδειξαν προσηκόντως τη συμμετοχή της Lafarge σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992, ενώ τα ίδια αυτά στοιχεία θεωρήθηκαν ανεπαρκή στην περίπτωση της Gyproc.
41. Η αναιρεσείουσα, στο υπόμνημα απαντήσεώς της, ισχυρίζεται ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός δεδομένου ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής της, η αναιρεσείουσα ανέφερε επανειλημμένως την εκ μέρους της Επιτροπής παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
42. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Lafarge δεν προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου ισχυρισμό αφορώντα την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Στο σχετικό κεφάλαιο της προσφυγής της, η Lafarge απλώς ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι «η Επιτροπή έκρινε ότι η συμμετοχή της Gyproc σ’ αυτές τις ίδιες “εκφάνσεις” ήταν ανεπαρκής προκειμένου να θεμελιωθεί προσχώρηση σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η Gyproc δεν βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τη Lafarge.
43. Επιπλέον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί, στην κατ’ αναίρεση δίκη, να προβάλει λόγο βασιζόμενο στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ο οποίος δεν έχει προβληθεί πρωτοδίκως. Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
44. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που προέβαλε η αναιρεσείουσα με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής της, αναφέρθηκε επανειλημμένως στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι αναφορές αυτές περιλαμβάνονταν σε πολύ διαφορετικά κεφάλαια της προσφυγής, προς στήριξη άλλων λόγων ακυρώσεως, ως προς τους οποίους η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίστηκε ότι έμειναν αναπάντητοι από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στο υπόμνημα απαντήσεως συνιστά νέο ισχυρισμό ο οποίος είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίστηκε με την αίτηση αναιρέσεως ότι άλλα κεφάλαια της προσφυγής της παρέμειναν αναπάντητα.
Νομική εκτίμηση
45. Με την αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επισήμανε ότι το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (32) το οποίο αφορά ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως σχετίζεται με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που εξετάσθηκε πρωτοδίκως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προέβαλε παράβαση του άρθρου 81 παράγραφος 1, καθόσον με την προσβαλλομένη απόφαση διαπιστώθηκε η ύπαρξη ενιαίας, σύνθετης και διαρκούς παραβάσεως και η συμμετοχή της Lafarge στην παράβαση αυτή. Το σκέλος του λόγου ακυρώσεως αφορά ειδικώς τη διάρκεια της συμμετοχής της Lafarge στην παράβαση.
46. Κατά τη γνώμη μου, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως έχει δύο σκέλη. Πρώτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει την εκ μέρους του Πρωτοδικείου παράβαση της υποχρεώσεως επαρκούς αιτιολογήσεως. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον διαπίστωσε ότι η Επιτροπή απέδειξε προσηκόντως ότι η αναιρεσείουσα μετέσχε σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση, από τις 31 Αυγούστου 1992.
47. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την υποχρέωσή του να παραθέσει επαρκή αιτιολογία, το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας δικαστικής αποφάσεως είναι ανεπαρκής ή αντιφατική αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο μπορεί, ως τέτοιο, να προβληθεί κατ’ αναίρεση (33).
48. Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση του Πρωτοδικείου να αιτιολογεί τις αποφάσεις του δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη την υποχρέωσή του να απαντήσει λεπτομερώς σε κάθε προβληθέν από την αναιρεσείουσα επιχείρημα, ειδικότερα αν δεν είναι αρκούντως σαφές και ακριβές (34).
49. Υπενθυμίζεται επίσης ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν επιβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο να εκθέτει αιτιολογία ακολουθούσα αναλυτικά έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι και ότι η αιτιολογία μπορεί, ως εκ τούτου, να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι επιτρέπει μεν στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, παρέχει δε στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (35).
50. Κατά την άποψή μου, η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη με το δικόγραφο της προσφυγής της ότι «η Επιτροπή έκρινε ότι η συμμετοχή της Gyproc σ’ αυτές τις ίδιες “εκφάνσεις” (36) ήταν ανεπαρκής προκειμένου να θεμελιωθεί προσχώρηση σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση» (37), αναφέρθηκε σαφώς σε δυσμενή διάκριση, το δε Πρωτοδικείο όφειλε να απαντήσει στην αναφορά αυτή. Μολονότι η Lafarge δεν χρησιμοποίησε τις λέξεις «δυσμενής διάκριση» ή «άνιση μεταχείριση» πρωτοδίκως, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, είμαι της γνώμης ότι η διατύπωση της προσφυγής της Lafarge όσον αφορά τον λόγο αυτόν ήταν αρκούντως σαφής και ακριβής προκειμένου το Πρωτοδικείο να κατανοήσει το περιεχόμενο του λόγου αυτού.
51. Φρονώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία περί του ότι προβλήθηκε ισχυρισμός περί δυσμενούς διακρίσεως στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως που εξετάσθηκε πρωτοδίκως. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι ο ισχυρισμός ότι η Lafarge δεν προέβαλε λόγο ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου αφορώντα παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
52. Κατά την άποψή μου, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε ούτε καν εμμέσως το ζήτημα της δυσμενούς διακρίσεως στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, παρά το γεγονός ότι από τη σκέψη 496 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το ίδιο το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το ζήτημα της δυσμενούς διακρίσεως συνιστούσε αδιάσπαστο μέρος των ισχυρισμών της Lafarge πρωτοβαθμίως. Κατά τη γνώμη μου, η Lafarge προέβαλε το ζήτημα της δυσμενούς διακρίσεως προκειμένου να θέσει υπό αμφισβήτηση την αποδεικτική αξία των στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή στην προσβαλλομένη απόφαση προκειμένου να διαπιστώσει ότι η Lafarge είχε μετάσχει σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η Επιτροπή θεώρησε τα ίδια στοιχεία ως ανεπαρκή για μια τέτοια διαπίστωση σε σχέση με την Gyproc. Επιπλέον, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο όφειλε κατά την άποψή μου να εξετάσει τον ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε η Lafarge συναφώς σε σχέση με τα στοιχεία τα οποία επικαλέσθηκε η Επιτροπή στην προσβαλλομένη απόφαση, προκειμένου να αποδείξει ότι η Lafarge μετέσχε σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992 (38).
53. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν εξετάζει προσηκόντως το επιχείρημα που προέβαλε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα όσον αφορά τη δυσμενή διάκριση και τη διάρκεια της παραβάσεως. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει την εξουσία δικαστικού ελέγχου την οποία διαθέτει, οπότε το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να κριθεί βάσιμο.
54. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, το οποίο στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, εκτιμώ ότι, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να ελέγξει την απόφαση του Πρωτοδικείου, η απόφαση αυτή πρέπει να είναι αρκούντως αιτιολογημένη. Στην υπό κρίση υπόθεση, η πλήρης έλλειψη συλλογιστικής του Πρωτοδικείου επί του ζητήματος της δυσμενούς διακρίσεως σε σχέση με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως τον οποίο εξέτασε εμποδίζει το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του αν το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επί του σημείου αυτού.
55. Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, κρίνω ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί όσον αφορά τις διαπιστώσεις τις περί της διαρκείας της συμμετοχής της αναιρεσείουσας σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992. Ελλείψει πρωτόδικης κρίσεως επί της αιτιάσεως που προβλήθηκε σε σχέση με τη δυσμενή διάκριση και τη διάρκεια της συμμετοχής της Lafarge σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί οριστικώς επί του ζητήματος αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και πρέπει να το αναπέμψει στο Πρωτοδικείο (39).
VII – Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: Παραβίαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον καθορισμό του αρχικού ποσού του επιβληθέντος προστίμου
Επιχειρηματολογία
56. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι δέχθηκε το αρχικό ποσό προστίμου το οποίο καθόρισε η Επιτροπή, το οποίο είναι δυσανάλογο σε σχέση με το αρχικό ποσό που καθορίστηκε για τους λοιπούς αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου στη σκέψη 634 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το ύψος του προστίμου μπορεί να υπολογίζεται ανεξαρτήτως του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων. Ακόμη και αν η διαπίστωση αυτή είναι ακριβής, η Επιτροπή επέλεξε με την προσβαλλομένη απόφαση να κατανείμει τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις σε κατηγορίες αναλόγως του μεριδίου αγοράς τους. Ως εκ τούτου, κατά την απόφαση Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής (40), εφόσον η Επιτροπή αποφάσισε να κατανείμει τις επιχειρήσεις σε κατηγορίες με βάση τα μερίδια αγοράς, η Επιτροπή και, ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο ασκώντας δικαστικό έλεγχο πρέπει να διασφαλίσει σχέση αναλογίας μεταξύ, αφενός, των ορίων των διαφόρων κατηγοριών και, αφετέρου, του μεριδίου αγοράς μιας επιχειρήσεως και της κατατάξεώς της στην τάδε ή στη δείνα κατηγορία.
57. Συγκεκριμένα, το αρχικό ποσό που καθορίστηκε για τη Lafarge ήταν 6,5 φορές υψηλότερο από αυτό της Gyproc, μολονότι το μερίδιο αγοράς της Lafarge (24 % –καταταγείσας στη δεύτερη κατηγορία), ήταν μόνον 3,4 φορές υψηλότερο από αυτό της Gyproc (7 % ‑καταταγείσας στην τρίτη κατηγορία). Επιπλέον, μολονότι το μερίδιο αγοράς της Lafarge το 1997 ήταν λιγότερο από το 81 % του μεριδίου της Knauf, οι επιχειρήσεως αυτές κατατάχθηκαν στην ίδια κατηγορία και το αρχικό ποσό του προστίμου καθορίστηκε σε 52 εκατομμύρια ευρώ.
58. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, δεδομένου ότι τα εν λόγω επιχειρήματα προβλήθηκαν πρωτοδίκως.
59. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 634 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν έκρινε ότι το ποσό το προστίμου μπορεί να υπολογίζεται ανεξαρτήτως του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, με τον οποίο τίθεται υπό αμφισβήτηση η δυνατότητα της Επιτροπής να κατατάσσει τις επιχειρήσεις σε κατηγορίες ή τουλάχιστον η μέθοδος την οποία ακολούθησε, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως.
60. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός αυτός είναι προδήλως αβάσιμος. Με την απόφαση SGL Carbon κατά Επιτροπής (41), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι τα μέλη συμπράξεως μπορούν να καταταγούν σε διάφορες κατηγορίες κατά τον καθορισμό του αρχικού ποσού του προστίμου. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Lafarge, όταν η Επιτροπή αποφασίζει να κατατάξει τις επιχειρήσεις σε κατηγορίες με βάση τα μερίδια αγοράς τους, δεν υποχρεούται να διασφαλίσει ότι το αρχικό ποσό του προστίμου εκάστης επιχειρήσεως είναι αυστηρώς ανάλογο προς το μερίδιο αγοράς της. Δεδομένου ότι τα μερίδια αγοράς των επιχειρήσεων είναι κατ’ ανάγκη διαφορετικά, τούτο θα υποχρέωνε την Επιτροπή να δημιουργήσει τον ίδιο αριθμό κατηγοριών με τον αριθμό των επιχειρήσεων στις οποίες επιβάλλει πρόστιμο και, ως εκ τούτου, η κατάταξη σε κατηγορίες θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι επέλεξε να κατατάξει τις εν λόγω επιχειρήσεις σε τρεις κατηγορίες βάσει της αναλογίας μεταξύ των μεριδίων αγοράς τους για το 1997. Ως εκ τούτου, η BPB, λόγω του μεριδίου αγοράς της ποσοστού 42 % και της θέσεώς της ως μεγάλης παραγωγού, κατατάχθηκε στην πρώτη κατηγορία. Η Knauf και η Lafarge, οι οποίες είχαν μερίδια αγοράς 28 % και 24 % αντιστοίχως, κατατάχθηκαν στη δεύτερη κατηγορία. Η Gyproc, με μερίδιο αγοράς 7 % και ως επιχείρηση μικρού βεληνεκούς κατατάχθηκε στην τρίτη κατηγορία.
Νομική εκτίμηση
61. Κατά τη άποψή μου, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Μολονότι είναι αληθές ότι η αναιρεσείουσα έβαλε πρωτοδίκως κατά του ότι το αρχικό ποσό του προστίμου που της επιβλήθηκε καθορίστηκε σε 52 εκατομμύρια ευρώ, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να επηρεάσει τις αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας. Η Lafarge δεν προσέβαλε πρωτοδίκως, όπως έπραξε με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, τη δυνατότητα της Επιτροπής να κατατάσσει επιχειρήσεις σε κατηγορίες ή, τουλάχιστον, τη μέθοδο που ακολούθησε. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι, άπαξ η Επιτροπή αποφάσισε να κατατάξει τις επιχειρήσεις σε κατηγορίες με βάση το μερίδιό τους αγοράς, προκειμένου να καθορίσει το αρχικό ποσό του προστίμου, ήταν υποχρεωμένη να διασφαλίσει ότι το πρόστιμο εκάστης επιχειρήσεως ήταν αυστηρώς ανάλογο προς το μερίδιό της αγοράς.
62. Εν πάση περιπτώσει, υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση SGL Carbon κατά Επιτροπής (42), είμαι της γνώμης ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Από την προπαρατεθείσα απόφαση προκύπτει σαφώς ότι δεν είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη κάθε διαφορά μεταξύ των επιχειρήσεων όσον αφορά τα μερίδια αγοράς, κατά την κατάταξη των επιχειρήσεων που μετέσχαν σε καρτέλ σε κατηγορίες προς καθορισμό του βασικού ποσού.
63. Επιπλέον, έχει παγίως κριθεί ότι η Επιτροπή τυγχάνει ευρείας διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων και ότι, στο πλαίσιο αυτό, δύναται να λάβει υπόψη πλειάδα στοιχείων, αρκεί να τηρείται το κατ’ άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 ανώτατο όριο σχετικά με τον κύκλο εργασιών. Το Δικαστήριο έχει επίσης υπογραμμίσει ότι η μέθοδος υπολογισμού την οποία εκθέτουν οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 (43) έχει διάφορα στοιχεία ευελιξίας τα οποία δίνουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 17, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο (44).
64. Κατά τη γνώμη μου, μολονότι είναι σαφές ότι δεν υπάρχει αυστηρή αναλογικότητα μεταξύ αφενός των μεριδίων αγοράς της Lafarge και των λοιπών επιχειρήσεων που μετέσχαν στην παράβαση και αφετέρου του αρχικού ποσού του προστίμου που καθορίστηκε για αυτές, υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων στη σκέψη 60 επιχειρημάτων, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η μέθοδος κατατάξεως την οποία διαμόρφωσε η Επιτροπή για τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως.
VIII – Πέμπτος λόγος αναιρέσεως: Νομικά σφάλματα και παράβαση της υποχρεώσεως επαρκούς αιτιολογήσεως όσον αφορά την αύξηση του προστίμου λόγω υποτροπής
65. Ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως έχει δύο σκέλη.
Επί του πρώτου σκέλους
1. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
66. Πρωτοδίκως, η Lafarge ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι, δεδομένου ότι δεν υπάρχει νομικό έρεισμα για τις προϋποθέσεις αυξήσεως του προστίμου λόγω υποτροπής και δεδομένου ότι δεν έχει καθορισθεί προθεσμία παραγραφής όσον αφορά τον χρόνο μεταξύ δύο παραβάσεων, η αύξηση του προστίμου υπό τις συνθήκες αυτές συνιστά παραβίαση της αρχής της νομιμότητας των ποινών και της αρχής της ασφαλείας δικαίου(45).
67. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, υπό το πρίσμα της αποφάσεως Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (46), η υποτροπή αποτελεί έναν από τους παράγοντες που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως (47). Όσον αφορά την παραγραφή, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, στη σκέψη 724 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή έχει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, όπως οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως, το πλαίσιό της και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει παραπομπή σε δεσμευτικό ή εξαντλητικό κατάλογο κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να ληφθούν υπόψη. Το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 725 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από περίοδο παραγραφής όταν λαμβάνει υπόψη της την υποτροπή. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η υποτροπή αποτελεί σημαντικό παράγοντα τον οποίο πρέπει να εκτιμά η Επιτροπή και ότι μπορεί, σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση, να λαμβάνει υπόψη τις ενδείξεις που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη τάσεως προς παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού, περιλαμβανομένου του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ των εν λόγω παραβάσεων. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αν έχει παρέλθει διάστημα συντομότερο των δέκα ετών μεταξύ των διαπιστώσεων δύο παραβάσεων, τούτο μαρτυρεί την τάση μιας επιχειρήσεως να μην αντλεί τα δέοντα συμπεράσματα από τη διαπίστωση της εκ μέρους της παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού (48). Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Lafarge επέδειξε τέτοιου είδους τάση δεδομένου ότι, αφού μια θυγατρική της Lafarge υπήρξε αποδέκτρια της αποφάσεως 94/815, εξακολούθησε επί τετραετία μετά την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως προς αυτήν να μετέχει ενεργά στην εν λόγω σύμπραξη (49).
2. Επιχειρηματολογία
68. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβιάζει τη γενική αρχή του δικαίου nulla poena sine lege και τις κοινές στα κράτη μέλη αρχές του δικαίου, καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής να αυξήσει το ύψος του προστίμου λόγω υποτροπής είχε νομικό έρεισμα. Ο κανονισμός 17 δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να αυξάνει το πρόστιμο λόγω υποτροπής.
69. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει επίσης ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβιάζει την κοινή στα κράτη μέλη γενική αρχή της ασφαλείας δικαίου, καθόσον με αυτήν διαπιστώθηκε ότι η Επιτροπή μπορούσε να κρίνει ότι υπήρχε υποτροπή, χωρίς προθεσμία παραγραφής. Τα πρόσωπα δεν μπορούν να τιμωρούνται επ’ αόριστον για πράξεις που τέλεσαν στο παρελθόν. Στα περισσότερα κράτη μέλη, ο νόμος καθορίζει για την υποτροπή ανώτατο χρονικό διάστημα μεταξύ της υπό εξέταση παραβάσεως και ενδεχόμενης προηγούμενης διαπιστώσεως παραβάσεως, μετά από το οποίο διάστημα μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη η προηγούμενη παράβαση. Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα καλεί το Δικαστήριο να επανεξετάσει τη θέση του στην υπόθεση Groupe Danone κατά Επιτροπής (50).
70. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι παρόμοια επιχειρήματα απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο στην υπόθεση Groupe Danone κατά Επιτροπής. Τα πρόστιμα μπορούν να αυξάνονται λόγω υποτροπής βάσει του κανονισμού 17. Όσον αφορά την παραγραφή, στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι αναγκαίο να εκτιμηθεί αν οι διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου καταλήγουν στη δυνατότητα διαρκούς επιβολής κυρώσεως λόγω υποτροπής, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι μια θυγατρική της αναιρεσείουσας εξακολούθησε να μετέχει ενεργώς στη σύμπραξη επί τέσσερα έτη μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως 94/815, ενώ το Δικαστήριο, με την απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, έκρινε ότι διάστημα συντομότερο των δέκα ετών μεταξύ των παραβάσεων μαρτυρεί τάση της εταιρίας να μην αντλεί τα δέοντα συμπεράσματα από τη διαπίστωση της εκ μέρους της παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού.
3. Νομική εκτίμηση
71. Είναι σαφές ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 ουδόλως περιλαμβάνει ειδική μνεία της υποτροπής (51). Ωστόσο, το Δικαστήριο, με την απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, επιβεβαίωσε ότι η διάταξη αυτή αποτελεί τη νομική βάση δυνάμει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων για παραβάσεις των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η διάρκεια και η σοβαρότητα της παραβάσεως (52). Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την πάγια νομολογία του ότι, ενώ το βασικό ποσό του προστίμου καθορίζεται με γνώμονα την παράβαση, η σοβαρότητά της καθορίζεται με βάση πολλούς άλλους παράγοντες, ως προς τους οποίους η Επιτροπή έχει διακριτική ευχέρεια. Κατά το Δικαστήριο, το γεγονός ότι, κατά τον καθορισμό του προστίμου, λαμβάνονται υπόψη επιβαρυντικές περιστάσεις συνάδει με την αποστολή της Επιτροπής να εξασφαλίζει την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού. Τυχόν υποτροπή περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της σοβαρότητας της εκάστοτε παραβάσεως. Ως εκ τούτου, κατά το Δικαστήριο στην απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, ο χαρακτηρισμός της υποτροπής ως επιβαρυντικής περιστάσεως δεν συνιστά παραβίαση της αρχής nulla poena sine lege (53).
72. Επιπλέον, με την απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποτροπή αποτελεί έναν από τους παράγοντες που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως (54).
73. Πέραν των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Groupe Danone κατά Επιτροπής και Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σημειωτέον ότι, κατά πάγια νομολογία, καθήκον της Επιτροπής αποτελεί η δίωξη και καταστολή των ατομικών παραβάσεων καθώς και η άσκηση μιας γενικής πολιτικής με στόχο την εφαρμογή στον τομέα του ανταγωνισμού των αρχών που καθορίζονται στη Συνθήκη και τον προσανατολισμό της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων προς την κατεύθυνση αυτή. Επομένως, κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας μιας παραβάσεως για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως, αλλά και το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η παράβαση και να μεριμνά ώστε η δράση της να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα (55).
74. Κατά τη γνώμη μου, αν η Επιτροπή, στο πλαίσιο της εκ μέρους της εκτιμήσεως της σοβαρότητας συγκεκριμένης παραβάσεως, περιοριζόταν στις συνθήκες της παραβάσεως αυτής, αποκλειομένων όλων των λοιπών ουσιωδών συνθηκών που την πλαισιώνουν, μεταξύ των οποίων ιδίως η υποτροπή, δεν θα μπορούσε να εκτιμήσει την αληθή σοβαρότητα της εν λόγω παραβάσεως και θα διακυβευόταν το καθήκον της να διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τους κανόνες ανταγωνισμού. Εκτιμώ ότι η ερμηνεία αυτή αντιβαίνει στην ανάγκη διασφαλίσεως του αποτρεπτικού αποτελέσματος των κυρώσεων που επιβάλλονται λόγω παραβάσεων των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού (56).
75. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε κανέναν αποχρώντα λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να αποστεί από τη διαπίστωσή του στην απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής ότι η υποτροπή αποτελεί ζήτημα το οποίο πρέπει να εκτιμάται ως επιβαρυντική περίσταση σε σχέση με τη σοβαρότητα μιας παραβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε, κατά τη γνώμη μου, τη γενική αρχή του δικαίου nulla poena sine lege και τις κοινές στα κράτη μέλη γενικές αρχές δικαίου, καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής να αυξήσει το ύψος του προστίμου λόγω υποτροπής είχε νομικό έρεισμα.
76. Όσον αφορά το ζήτημα της μη υπάρξεως παραγραφής σε σχέση με τη διαπίστωση της υποτροπής, το Δικαστήριο, με την απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, διαπίστωσε ότι ούτε το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές επιβάλλουν συγκεκριμένη παραγραφή (57) σε σχέση με τη διαπίστωση υποτροπής (58). Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε στη σκέψη 38 ότι η διαπίστωση και η εκτίμηση των ειδικών χαρακτηριστικών της υποτροπής εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής και ότι η τελευταία δεν μπορεί να δεσμεύεται από ενδεχόμενη προθεσμία παραγραφής, προκειμένου να προβεί σε μια τέτοια διαπίστωση. Παρά ταύτα, η αναιρεσείουσα κάλεσε το Δικαστήριο να επανεξετάσει τη σχετική διαπίστωση στην οποία προέβη με την απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής.
77. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής έκρινε ότι η υποτροπή συνιστά σημαντικό στοιχείο που η Επιτροπή καλείται να εκτιμήσει, δεδομένου ότι η στάθμισή της αποβλέπει στο να παρακινήσει τις επιχειρήσεις που έχουν εκδηλώσει την τάση να παραβούν κανόνες του ανταγωνισμού να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους. Επομένως, η Επιτροπή μπορεί, σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση, να λάβει υπόψη τις ενδείξεις που τείνουν να επιβεβαιώσουν την τάση αυτή, περιλαμβανομένου, για παράδειγμα, του χρονικού διαστήματος που παρήλθε μεταξύ των εν λόγω παραβάσεων (59).
78. Κατά τη γνώμη μου, από τη σκέψη 38 της αποφάσεως Groupe Danone κατά Επιτροπής προκύπτει ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι μια στατική και άκαμπτη προθεσμία παραγραφής θα διακύβευε τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής κατά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων. Συναφώς, κρίνω ότι μια πολύ σοβαρή παράβαση μπορεί να αποτελέσει μέρος της εκτιμήσεως της σοβαρότητας μιας μεταγενέστερης παραβάσεως, παρά την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος, ενώ μια προηγούμενη ήσσων παράβαση μπορεί να μη δικαιολογεί τέτοια εκτίμηση μετά την παρέλευση κατά πολύ συντομότερου χρονικού διαστήματος.
79. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής ενισχύει την υπόθεση ότι πρόσωπα μπορούν να τιμωρούνται επ’ αόριστον για πράξεις που τέλεσαν στο παρελθόν.
80. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο επισήμανε, ορθώς κατά την άποψή μου, ότι, βάσει των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι σχετικώς σύντομο χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα λιγότερο από 10 έτη, μεσολάβησε μεταξύ των παραβάσεων, η εκ μέρους της Groupe Danone επανάληψη παράνομης συμπεριφοράς μαρτυρούσε την τάση της να μην αντλεί τις κατάλληλες συνέπειες από τη διαπίστωση της εκ μέρους της παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού (60).
81. Μολονότι καθίσταται ως εκ τούτου σαφές ότι δεν έχει προβλεφθεί συγκεκριμένη παραγραφή για τη διαπίστωση της υποτροπής, το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει, εφόσον κριθεί να το πράξει, αν η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας λαμβάνοντας υπόψη της προηγούμενη παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού. Συνεπώς, κρίνω ότι η αναιρεσείουσα δεν παράθεσε λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο πρέπει να επανεξετάσει τις διαπιστώσεις του στην απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής όσον αφορά τη μη ύπαρξη συγκεκριμένης παραγραφής για την υποτροπή.
82. Επιπλέον, ως εκ περισσού, επισημαίνω ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι, παρά την κοινοποίηση της αποφάσεως 94/815, η θυγατρική της Lafarge συνέχισε επί τέσσερα έτη να μετέχει ενεργά στην εν λόγω παράβαση. Κατά τη γνώμη μου, τόσο σύντομο χρονικό διάστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικό και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας συναφώς.
83. Κατά την γνώμη μου, το Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε την κοινή στα κράτη μέλη αρχή της ασφαλείας δικαίου, δεχόμενο ότι η Επιτροπή μπορούσε να διαπιστώσει την ύπαρξη υποτροπής χωρίς συγκεκριμένη περίοδο παραγραφής.
84. Συνεπώς, κρίνω ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμο.
Δεύτερο σκέλος
1. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
85. Η Lafarge ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι στην πλειονότητα των κρατών μελών το ζήτημα της υποτροπής δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, εκτός αν η δεύτερη παράβαση διαπραχθεί αφού η δικαστική απόφαση που διαπιστώνει την πρώτη παράβαση καταστεί αμετάκλητη (61).
86. Το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 734 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι αρκεί το ότι η επιχείρηση κρίθηκε ένοχη για παράβαση του ίδιου είδους, ακόμη και αν η απόφαση της Επιτροπής εξακολουθεί να υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής απολαύουν τεκμηρίου νομιμότητας μέχρι να ακυρωθούν ή να ανακληθούν και οι προσφυγές δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο έκρινε στη σκέψη 737 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως «[μ]πορεί, ομολογουμένως, να ανακύψει πρόβλημα, αν προγενέστερη απόφαση της Επιτροπής η οποία αποτέλεσε τη βάση για την αύξηση του προστίμου σε μεταγενέστερη απόφαση της Επιτροπής, ακυρωθεί αφού αυτή η μεταγενέστερη απόφαση έχει καταστεί απρόσβλητη. Στην περίπτωση εκείνη, δεν θα υπάρχει στην πραγματικότητα υποτροπή. Ωστόσο, αν η πρώτη απόφαση που κολάζει μια παράβαση αποδειχθεί αβάσιμη, τούτο θα αποτελεί νέο πραγματικό περιστατικό, το οποίο ανανεώνει την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως».
2. Επιχειρηματολογία
87. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και παρέβη την υποχρέωσή του να παραθέσει επαρκή αιτιολογία, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή μπορούσε να αυξήσει το πρόστιμο που της επιβλήθηκε λόγω υποτροπής, μολονότι η απόφαση της Επιτροπής που διαπιστώνει την πρώτη παράβαση δεν είχε καταστεί απρόσβλητη κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών τα οποία αφορά η προσβαλλομένη απόφαση.
88. Σύμφωνα με τα ποινικά νομικά συστήματα των κρατών μελών, ένα πρόσωπο θεωρείται κατά κανόνα ως εγκληματίας καθ’ υποτροπήν αν, αφού έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για την πρώτο έγκλημα, διαπράττει ένα άλλο. Ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της υποτροπής είναι η αμετάκλητη διαπίστωση της παραβάσεως, η οποία επιβάλλει να έχουν εξαντληθεί τα μέσα παροχής ενδίκου προστασίας κατά τον χρόνο τελέσεως της δεύτερης παραβάσεως. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή επικαλέσθηκε την απόφαση 94/815, προκειμένου να διαπιστώσει ότι η Lafarge υπέπεσε σε παράβαση καθ’ υποτροπήν. Ωστόσο, η Lafarge άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως εκείνης και το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε στις 15 Μαΐου 2000 (62). Η απόφαση εκείνη κατέστη αμετάκλητη δύο μήνες μετά την κοινοποίησή της στη Lafarge, δεδομένου ότι αυτή δεν άσκησε αναίρεση. Οι πρακτικές τις οποίες αφορούσε η προσβαλλομένη απόφαση έληξαν, κατά την Επιτροπή, τον Νοέμβριο του 1998. Ωστόσο, κατά την ημερομηνία εκείνη, η Lafarge δεν είχε καταδικασθεί αμετακλήτως για καμία σύμπραξη, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν είχε ακόμη εκδώσει απόφαση στην υπόθεση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής.
89. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο, επιτρέποντας στην Επιτροπή να αυξήσει αυθαιρέτως το ποσό του προστίμου, παραβίασε τη γενική αρχή nulla poena sine lege.
90. Το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διαπιστώνοντας ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως ανανεώνεται σε περίπτωση που, μετά την έκδοση της δεύτερης αποφάσεως της Επιτροπής, η πρώτη απόφαση ακυρωθεί αμετακλήτως. Η Συνθήκη και οι λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν προβλέπουν την ανανέωση προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατ’ αποφάσεως της Επιτροπής. Παραπέμποντας σε ανύπαρκτη διαδικασία προκειμένου να δικαιολογήσει τη διαπίστωση υποτροπής, χωρίς να υπάρχει απρόσβλητη απόφαση που διαπιστώνει την ύπαρξη παραβάσεως, το Πρωτοδικείο παρέλειψε επίσης να παραθέσει επαρκή αιτιολογία.
91. Αν μια δικαστική απόφαση η οποία ακυρώνει απόφαση της Επιτροπής θεωρούνταν πραγματικό περιστατικό το οποίο συνεπάγεται την ανανέωση των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά μιας δεύτερης αποφάσεως της Επιτροπής η οποία επέβαλε εσφαλμένως κύρωση λόγω υποτροπής, η λύση αυτή θα επιβάρυνε αφύσικα και άδικα την εν λόγω επιχείρηση και, ως εκ τούτου, θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της ορθής απονομής δικαιοσύνης και της οικονομίας της δίκης.
92. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η φύση και η αυστηρότητα των κυρώσεων στον τομέα του ανταγωνισμού επιβάλλει όπως οι ίδιες εγγυήσεις που έχουν εφαρμογή σε περίπτωση υποτροπής στο ποινικό δίκαιο έχουν εφαρμογή στην περίπτωση υποτροπής σε υποθέσεις ανταγωνισμού. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των επιδίκων παραβάσεων, καθώς και της φύσεως και του βαθμού αυστηρότητας των κυρώσεων τις οποίες επισύρουν, η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας εφαρμόζεται επί των διαδικασιών των σχετικών με παραβάσεις των ισχυόντων επί επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού που μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών (συναφώς βλ. ιδίως ΕΔΔΑ., αποφάσεις Öztürk κατά Γερμανίας της 21ης Φεβρουαρίου 1984, σειρά A αριθ. 73, και Lutz κατά Γερμανίας της 25ης Αυγούστου 1987, σειρά A αριθ. 123‑A) (63). Συνεπώς, το Δικαστήριο δέχθηκε εμμέσως ότι, δεδομένης της φύσεως και της αυστηρότητάς τους, οι κυρώσεις στον τομέα του ανταγωνισμού αποτελούν ποινικές κυρώσεις.
93. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Επιτροπής (64) σχετικά με την απόφαση Queenborough Rolling Mill Company κατά Επιτροπής (65), η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου αφορά συγκεκριμένα την εφαρμογή της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1981, περί εισαγωγής συστήματος επιτηρήσεως και νέου συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις τη βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβος (66). Δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αποφάσεως 1831/81, η οποία καθόρισε ρητώς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το ποσό του προστίμου λόγω υπερβάσεως των ποσοστώσεων μπορεί να αυξηθεί λόγω υποτροπής, στην περίπτωση παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού.
94. Η Επιτροπή σημειώνει ότι οι αποφάσεις της απολαύουν τεκμηρίου νομιμότητας μέχρι την ακύρωση ή την ανάκλησή τους και ότι οι προσφυγές ενώπιον των δικαστηρίων δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, κάθε αναλογία με το ποινικό δίκαιο πρέπει να αποφεύγεται. Το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει τη διοικητική φύση της διαδικασίας στις υποθέσεις ανταγωνισμού (67). Επιπλέον, όπως αναγνωρίζει η Lafarge, η απόφαση 94/815 είχε καταστεί απρόσβλητη όταν εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
95. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι τα κοινοτικά δικαστήρια εφαρμόζουν ορισμένες κοινές στα κράτη μέλη αρχές του ποινικού δικαίου δεν σημαίνει ότι όλες οι αρχές τέτοιου είδους οι οποίες έχουν εφαρμογή σε κάθε κράτος μέλος έχουν ευθεία ή κατ’ αναλογίαν εφαρμογή. Τα κράτη μέλη έχουν αποφασίσει, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 17, ότι «[ο]ι αποφάσεις, οι οποίες λαμβάνονται δυνάμει των παραγράφων 1 και 2, δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα». Αυτή η νομοθετική επιλογή επιβεβαιώθηκε από το Συμβούλιο με το άρθρο 23, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (68). Η Επιτροπή σημειώνει ότι το μόνο δικαστήριο κράτους μέλους το οποίο έχει αποφανθεί επί παρεμφερούς ζητήματος, και συγκεκριμένα το ισπανικό ανώτατο δικαστήριο το 2005, υιοθέτησε την ίδια γνώμη επί του ζητήματος με την Επιτροπή.
96. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο απρόσβλητος χαρακτήρας της προγενέστερης αποφάσεως δεν είναι εγγενής στον σκοπό της εννοίας της υποτροπής. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Queenborough Rolling Mill Company κατά Επιτροπής (69) επιβεβαιώνει ότι η αύξηση του προστίμου λόγω υποτροπής δεν επιβάλλει την εξάντληση όλων των μέσων παροχής ενδίκου προστασίας. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η πολιτική ανταγωνισμού και οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει η Επιτροπή θα διακυβεύονταν αν μια προσφυγή ασκηθείσα κατά της πρώτης αποφάσεως της Επιτροπής εμπόδιζε τη συνεκτίμηση της υποτροπής στο πλαίσιο μιας δεύτερης αποφάσεως.
97. Η Επιτροπή συμφωνεί ωστόσο με την αναιρεσείουσα ότι, αντιθέτως προς την κρίση του Πρωτοδικείου στη σκέψη 737 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν προβλέπει τη δυνατότητα ανανεώσεως των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατ’ αποφάσεως της Επιτροπής. Δεδομένης της σπουδαιότητας του υπό εξέταση ζητήματος, η Επιτροπή εκτιμά ότι το Δικαστήριο πρέπει να υποκαταστήσει τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου με τη δική του. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, εφόσον η πρώτη απόφαση η οποία διαπιστώνει την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού ακυρωθεί, η οικεία επιχείρηση μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να επανεξετάσει τη δεύτερη απόφαση. Η άρνηση της Επιτροπής να προβεί σε τέτοια επανεξέταση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Η λύση αυτή είναι σύμφωνη με τη λογική του συστήματος που έχει διαμορφώσει η Συνθήκη και επικυρώσει η νομολογία. Είναι επίσης σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της ασφαλείας δικαίου καθόσον προλαμβάνει τον κίνδυνο των αμιγώς παρελκυστικών προσφυγών. Το άρθρο 233 ΕΚ ορίζει ότι το όργανο του οποίου η πράξη έχει κηρυχθεί άκυρη οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η επέλευση νέων και ουσιωδών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως για επανεξέταση προγενέστερης αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη. Το Γενικό Δικαστήριο, ασκώντας την απεριόριστη δικαιοδοσία του, θα μπορούσε να αναπροσαρμόσει το πρόστιμο. Η λύση αυτή υιοθετήθηκε με την απόφαση Usinor κατά Επιτροπής (70). Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η λύση την οποία προτείνει η αναιρεσείουσα θα διακύβευε την αρχή του τεκμηρίου νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων και το μη ανασταλτικό αποτέλεσμα των προσφυγών.
Εκτίμηση
98. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις κοινές στα κράτη μέλη γενικές αρχές του δικαίου, την αρχή nulla poena sine lege, την αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραπέμποντας σε ανύπαρκτη διαδικασία και παρέβη την υποχρέωσή του να παραθέσει επαρκή αιτιολογία, αποφαινόμενο ότι η Επιτροπή μπορούσε να διαπιστώσει την ύπαρξη υποτροπής, μολονότι η απόφαση που διαπιστώνει την πρώτη παράβαση δεν είχε καταστεί απρόσβλητη.
99. Το Πρωτοδικείο, κατά την άποψή μου, σαφώς υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας, στη σκέψη 737 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, αν η πρώτη απόφαση της Επιτροπής που κολάζει μια παράβαση αποδειχθεί αβάσιμη, τούτο θα αποτελεί νέο πραγματικό περιστατικό, το οποίο ανανεώνει την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως. Συμφωνώ απολύτως με τα επιχειρήματα τόσο της αναιρεσείουσας όσο και της Επιτροπής ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατ’ αποφάσεως την Επιτροπής την οποία καθορίζει το άρθρο 230 ΕΚ δεν μπορεί να ανανεωθεί (71).
100. Δεδομένου ότι η εν λόγω εσφαλμένη συλλογιστική αποτελεί αδιαχώριστο μέρος της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου, κατά τη γνώμη μου, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά το μέτρο που απέρριψε τον ισχυρισμό της Lafarge ότι η Επιτροπή έσφαλε διαπιστώνοντας ότι υπήρχε υποτροπή, μολονότι η διαπίστωση περί της υπάρξεως της πρώτης παραβάσεως δεν είχε καταστεί απρόσβλητη (72).
101. Κατά το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.
102. Εν προκειμένω, φρονώ ότι η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί οριστικά επ’ αυτής.
103. Δεν αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στις 27 Νοεμβρίου 2002, το κύρος της αποφάσεως 94/815, επί της οποίας η Επιτροπή στήριξε τις διαπιστώσεις της στην προσβαλλομένη απόφαση περί υποτροπής, δεν μπορούσε πλέον να προσβληθεί από τη Lafarge με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, λόγω της κοινοποιήσεως της αποφάσεως Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής (73) το 2000 και λόγω της μη ασκήσεως αναιρέσεως εντός της απαιτούμενης προθεσμίας.
104. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν πρέπει να αυξήσει το πρόστιμο λόγω υποτροπής, εφόσον η αναγνωρίζουσα την πρώτη παράβαση απόφαση δεν είχε καταστεί απρόσβλητη (74) κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών τα οποία αφορά η προσβαλλομένη απόφαση.
105. Υπενθυμίζεται ότι η παράβαση στην οποία υπέπεσε η Lafarge και η οποία εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση εξακολούθησε μέχρι τις 25 Νοεμβρίου 1998. Με τους ισχυρισμούς της πρωτοδίκως και ενώπιον του Δικαστηρίου, η Lafarge ισχυρίστηκε ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρεί καθ’ υποτροπήν παραβάτης για πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τον Ιούλιο του 2000 (75).
106. Η Lafarge, με τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε εκτεταμένα στους ποινικούς κώδικες και στη νομολογία ορισμένων κρατών μελών, σύμφωνα με τα οποία η έννοια της υποτροπής δεν μπορεί να εφαρμοσθεί μέχρι η πρώτη καταδίκη να καταστεί αμετάκλητη. Κατά τη γνώμη μου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η φύση και η αυστηρότητα των κυρώσεων στον τομέα του ανταγωνισμού επιβάλλει όπως οι ίδιες εγγυήσεις που έχουν εφαρμογή σε περίπτωση υποτροπής στο ποινικό δίκαιο έχουν εφαρμογή στην περίπτωση υποτροπής σε υποθέσεις ανταγωνισμού δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
107. Από το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 4 του κανονισμού 17 προκύπτει ότι απόφαση της Επιτροπής επιβάλλουσα πρόστιμα για αντίθετες στον ανταγωνισμό πρακτικές δεν έχει τον χαρακτήρα ποινικού νόμου (76). Συνεπώς κρίνω, υπό το πρίσμα της σαφούς, ρητής βουλήσεως του κοινοτικού νομοθέτη, ότι κάθε αυστηρή αναλογία μεταξύ ποινικών κυρώσεων και κυρώσεων τις οποίες επιβάλλει η Επιτροπή λόγω παραβάσεως των κανόνων του δικαίου ανταγωνισμού πρέπει να αποφεύγεται.
108. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της ενώπιον της Επιτροπής διοικητικής διαδικασίας σε υποθέσεις ανταγωνισμού, η Επιτροπή υποχρεούται να τηρεί τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου (77). Επομένως, είναι αναγκαίο να εξετασθεί το ζήτημα της υποτροπής υπό αυτή την οπτική γωνία.
109. Μολονότι η αναιρεσείουσα έχει αναφερθεί επανειλημμένα στην αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, στην οικονομία της δίκης και στην αρχή της ασφαλείας δικαίου με τους ισχυρισμούς της, είμαι της γνώμης ότι ουδόλως απέδειξε πώς οι αρχές αυτές, οι οποίες, κατά την άποψή μου, συγκαταλέγονται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου, προσβλήθηκαν όσον αφορά συγκεκριμένα την αναιρεσείουσα.
110. Δεν αμφισβητείται ότι, στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, ουδόλως επιβλήθηκε αυξημένο πρόστιμο λόγω υποτροπής με μια δεύτερη απόφαση της Επιτροπής, ενώ η απόφαση της Επιτροπής που αφορούσε την πρώτη παράβαση, δηλαδή η απόφαση 94/815, μπορούσε ακόμη να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως, στη συνέχεια δε να ασκηθεί αναίρεση. Επομένως, η αναιρεσείουσα ουδέποτε επιβαρύνθηκε «αφύσικα» ή «άδικα», κατά την έκφραση που χρησιμοποίησε (78). Η αναιρεσείουσα ουδέποτε χρειάστηκε να ζητήσει από την Επιτροπή να τροποποιήσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση λόγω υπερβολικά υψηλού ποσού προστίμου ή να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως κατά ενδεχόμενης αρνήσεως της Επιτροπής να το πράξει. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας συναφώς είναι αφηρημένοι και υποθετικοί, δεδομένου ότι δεν άπτονται στις συγκεκριμένης καταστάσεώς της.
111. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το ζήτημα το οποίο εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά στενό και ότι το Δικαστήριο πρέπει να περιορίσει την εκτίμησή του υπό το πρίσμα των μη αμφισβητούμενων πραγματικών περιστατικών.
112. Κατά τη γνώμη μου, η περιοριστική ερμηνεία του ζητήματος της υποτροπής την οποία πρεσβεύει η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα ότι το πρόστιμο δεν μπορεί να αυξηθεί λόγω υποτροπής, εκτός αν η πρώτη απόφαση που διαπιστώνει την παράβαση έχει καταστεί απρόσβλητη κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών τα οποία αφορά η προσβαλλομένη απόφαση, είναι υπερβολικά περιοριστική στο πλαίσιο των κυρώσεων στον τομέα του ανταγωνισμού, οι οποίες δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα.
113. Η ερμηνεία αυτή θα περιόριζε κατά τρόπο περιττό και τεχνητό τη δυνατότητα της Επιτροπής να επικαλείται την υποτροπή ως μέσο για τον κολασμό παράνομων δραστηριοτήτων και για την πρόληψη της επαναλήψεώς τους. Θα είχε ως αποτέλεσμα να υποτιμάται και να μην κολάζεται προσηκόντως η αληθής σοβαρότητα ορισμένων παραβάσεων. Επιπλέον, φρονώ ότι πρέπει πάντοτε να τονίζεται το τεκμήριο νομιμότητας των πράξεων των οργάνων της Ενώσεως και το γεγονός ότι αυτές παράγουν έννομα αποτελέσματα μέχρι να ανακληθούν, να ακυρωθούν κατόπιν της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως ή να κριθούν ανίσχυρες κατόπιν προδικαστικής παραπομπής ή κατόπιν ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας. Κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και έχει προβλεφθεί για να εγγυάται την ασφάλεια δικαίου. Ενώ το εν λόγω τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί σε δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν υπάρχει πρόδηλος λόγος στο πλαίσιο της παρούσας δίκης προκειμένου να περιορισθεί περαιτέρω το τεκμήριο αυτό.
114. Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, κρίνω ότι η ερμηνεία την οποία πρεσβεύει η αναιρεσείουσα όχι μόνο διακυβεύει την εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα προκειμένου να καταπολεμά αντίθετες στον ανταγωνισμό συμπεριφορές, αλλά διακυβεύει επίσης το τεκμήριο νομιμότητας των πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, χωρίς να έχει αποδειχθεί επιτακτικός λόγος προς τούτο.
115. Επιπλέον, σημειωτέον χάριν πληρότητος ότι η ερμηνεία της αναιρεσείουσας, αν γινόταν δεκτή, ακόμη και αν ασκούσε επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, θα είχε ως αποτέλεσμα ότι ένας παραβάτης θα μπορούσε, λόγω της διάρκειας της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου (79), να αποφύγει τις συνέπειες της υποτροπής, εμποδίζοντας κατά τον τρόπο αυτόν τη λειτουργία της Επιτροπής κατά την επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού. Αντιθέτως, ένας παραβάτης μπορεί πάντοτε να ζητήσει από την Επιτροπή, σε περίπτωση, ιδίως, ακυρώσεως της αποφάσεώς της που διαπιστώνει την πρώτη παράβαση, να επανεξετάσει τη μεταγενέστερη απόφασή της περί διαπιστώσεως υποτροπής και να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να το πράξει.
116. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της Lafarge που αφορά παραβίαση της αναγνωρισθείσας από τα κράτη μέλη αρχής ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραβάτης καθ’ υποτροπήν, εκτός αν η νέα παράβαση τελέσθηκε αφότου κατέστη απρόσβλητη η απόφαση που διαπιστώνει την πρώτη παράβαση, είναι κατά τη γνώμη μου αβάσιμος και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί.
IX – Έκτος λόγος αναιρέσεως: Πλάνη περί το δίκαιο, λόγω της αυξήσεως του αρχικού ποσού του προστίμου προκειμένου αυτό να έχει αποτρεπτική λειτουργία
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
117. Η Lafarge ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι η ανάγκη διασφαλίσεως του αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου έπρεπε να έχει εξετασθεί κατά το πέρας του υπολογισμού του προστίμου και, αν η Επιτροπή το είχε πράξει, θα είχε καταλήξει οπωσδήποτε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σκόπιμο να αυξήσει το πρόστιμο προκειμένου να διασφαλίσει το αποτρεπτικό του αποτέλεσμα. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε, στη σκέψη 683 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «ότι η απόφαση σχετικά με την ανάγκη να εφαρμοστεί ένας αποτρεπτικός συντελεστής βάσει του μεγέθους και των συνολικών πόρων, καθόσον δεν αφορά τη λυσιτέλεια ενός συγκεκριμένου ποσού, δεν επηρεάζεται από το στάδιο του υπολογισμού του προστίμου κατά το οποίο αυτή λαμβάνεται». Το Πρωτοδικείο προσέθεσε, στη σκέψη 684, ότι «η αύξηση του προστίμου προκειμένου αυτό να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα δεν στηρίζεται στη διαπίστωση ότι το αρχικό ποσό ενός προστίμου είναι πρόσφορο για τον αποτρεπτικό σκοπό του, οπότε το ύψος του προστίμου δεν ασκεί επιρροή στο παρόν πλαίσιο».
Επιχειρηματολογία
118. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέβη, στις σκέψεις 680 έως 684 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 81 ΕΚ και τον κανονισμό 17, διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή μπορούσε να εκτιμήσει την ανάγκη αυξήσεως του ποσού του προστίμου, προκειμένου να έχει αυτό αποτρεπτικό αποτέλεσμα, κατά το στάδιο υπολογισμού του βασικού ποσού του προστίμου και όχι κατά το πέρας του υπολογισμού του προστίμου. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το αποτρεπτικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με την αύξηση του ποσού του προστίμου, υπολογιζόμενου βάσει της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως και οποιωνδήποτε επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων, σε περίπτωση που το τελικό ποσό προφανώς είναι ανεπαρκές προκειμένου να πείσει την εν λόγω επιχείρηση και τους λοιπούς επιχειρηματίες για τη σοβαρότητα της παραβάσεως και την ανάγκη να μην την επαναλάβουν. Εξ ορισμού, προκειμένου να εκτιμηθεί αν το τελικό ποσό του προστίμου αρκεί προκειμένου να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα, το ποσό αυτό πρέπει να είναι γνωστό.
119. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, στις κατευθυντήριες γραμμές του 2006 για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο α΄ του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (80) (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2006), η απόφαση περί εφαρμογής συγκεκριμένης αυξήσεως του προστίμου, προκειμένου να έχει αυτό αποτρεπτικό αποτέλεσμα, εκτιμάται σε σχέση με το τελικό ποσό του προστίμου και, ως εκ τούτου, μετά την εκτίμηση του βασικού ποσού του προστίμου και κατόπιν της αναπροσαρμογής του λόγω επιβαρυντικών και ελαφρυντικών περιστάσεων.
120. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το αποτρεπτικό αποτέλεσμα δεν επιτυγχάνεται με την αύξηση του ποσού του προστίμου αποκλειστικώς και μόνον εφόσον το τελικό ποσό προφανώς είναι ανεπαρκές προκειμένου να πείσει την εν λόγω επιχείρηση και τους λοιπούς επιχειρηματίες να μην επαναλάβουν τις παραβάσεις. Το αποτρεπτικό αποτέλεσμα αποτελεί αδιαχώριστο μέρος της πολιτικής ανταγωνισμού και σκοπεί στην καθοδήγηση της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων. Η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών του 1998 και όχι του 2006. Οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 ορίζουν ότι το μέγεθος και οι συνολικοί πόροι της επιχειρήσεως μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως (σημείο 1.Α), προτού ληφθεί υπόψη η διάρκεια (σημείο 1.Β) και, εν τέλει, οποιεσδήποτε επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις. Προς τούτο, η Επιτροπή μπορεί να μεταβάλλει την πολιτική της περί προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού. Το γράμμα των κατευθυντηρίων γραμμών του 1998 είναι παρεμφερές με αυτό των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006, δεδομένου ότι αμφότερες παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη της το μέγεθος και τους συνολικούς πόρους των επιχειρήσεων κατά τον υπολογισμό των προστίμων. Επιπλέον, το στάδιο κατά το οποίο λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος της επιχειρήσεως δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η αύξηση του προστίμου επί της βάσεως αυτής είναι ανεξάρτητη από το τελικό ποσό του προστίμου. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι το Δικαστήριο, όταν αποφαίνεται κατ’ αναίρεση, δεν μπορεί να υποκαθιστά, για λόγους επιείκειας, το Γενικό Δικαστήριο αποφαινόμενο, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, επί του ύψους των προστίμων που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις.
Νομική εκτίμηση
121. Ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως αφορά την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση της εφαρμογής από την Επιτροπή ενός αποτρεπτικού συντελεστή κατά τον υπολογισμό του επιβληθέντος στην αναιρεσείουσα προστίμου, υπό το πρίσμα του μεγέθους και των συνολικών πόρων της επιχειρήσεως αυτής, και ειδικότερα το στάδιο του υπολογισμού κατά το οποίο εφαρμόσθηκε ο συντελεστής αυτός.
122. Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή έχει ιδιαίτερα ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων, όπως, μεταξύ άλλων, οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως, το πλαίσιό της και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει παραπομπή σε δεσμευτικό ή εξαντλητικό κατάλογο των κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη (81).
123. Το Δικαστήριο υπογράμμισε στην απόφαση Showa Denko κατά Επιτροπής ότι η «αποτροπή» αποτελεί ένα από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου (82). Αποτελεί πάγια νομολογία ότι τα πρόστιμα τα οποία επιβάλλονται λόγω παραβάσεων του άρθρου 81 ΕΚ και τα οποία προβλέπονται από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 έχουν ως αντικείμενο να κολάσουν τις παράνομες πράξεις των εμπλεκομένων επιχειρήσεων και να αποτρέψουν τόσο τις εν λόγω επιχειρήσεις όσο και άλλους επιχειρηματίες από τη μελλοντική παράβαση των κανόνων του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού. Έτσι, η Επιτροπή, όταν υπολογίζει το ποσό του προστίμου, μπορεί να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, το μέγεθος και την οικονομική ισχύ της οικείας επιχειρήσεως (83). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς ότι η Showa Denko ΚΚ, λόγω του «τεράστιου» συνολικού κύκλου εργασιών της σε σχέση με αυτόν των άλλων μερών της συμπράξεως, θα συγκέντρωνε ευκολότερα τα αναγκαία κεφάλαια για την πληρωμή του προστίμου, πράγμα το οποίο, για να έχει επαρκές αποτρεπτικό αποτέλεσμα το πρόστιμο αυτό, δικαιολογούσε την εφαρμογή πολλαπλασιαστή (84). Το Δικαστήριο τον ονόμασε «αποτρεπτικό πολλαπλασιαστή».
124. Από την απόφαση Showa Denko κατά Επιτροπής προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορεί να εφαρμόζεται αποτρεπτικός συντελεστής προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη ο σχετικός αντίκτυπος τον οποίο ένα πρόστιμο μπορεί να έχει στα μέλη μιας συμπράξεως.
125. Δεδομένου ότι ο αποτρεπτικός συντελεστής, υπό τέτοιες συνθήκες, έχει σχέση με το διαφορετικό μέγεθος και τη διαφορετική οικονομική δύναμη των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, εκτιμώ ότι η Επιτροπή μπορεί, υπό το πρίσμα της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που της έχει απονεμηθεί συναφώς, να καθορίσει αποτρεπτικό συντελεστή αναφερόμενη σ’ αυτή τη συγκεκριμένη διαφορά.
126. Στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι ο αποτρεπτικός συντελεστής βασίζεται μάλλον στο σχετικό μέγεθος και στην οικονομική δύναμη των μελών της συμπράξεως και όχι στην εκτίμηση του πραγματικού, συγκεκριμένου ποσού του προστίμου, είμαι της γνώμης ότι το στάδιο υπολογισμού του προστίμου κατά το οποίο εφαρμόζεται τέτοιος αποτρεπτικός συντελεστής μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ασκεί επιρροή. Επιπλέον, το ζήτημα αν η Επιτροπή, με τη θέσπιση των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006 (85), τροποποίησε το στάδιο υπολογισμού του προστίμου κατά το οποίο μπορεί να εφαρμοσθεί αποτρεπτικός συντελεστής μπορεί επίσης, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί ότι δεν ασκεί επιρροή, εφόσον ο συντελεστής αυτός σχετίζεται προς το σχετικό μέγεθος και την οικονομική δύναμη των εμπλεκομένων επιχειρήσεων (86).
127. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι δεν ασκεί επιρροή το στάδιο υπολογισμού ενός προστίμου από την Επιτροπή κατά το οποίο εφαρμόζεται αποτρεπτικός συντελεστής, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος και οι συνολικοί πόροι μιας επιχειρήσεως και να αντικατοπτρίζεται, ως εκ τούτου, ο τρόπος κατά τον οποίο τα μέλη της συμπράξεως πράγματι επηρεάζονται από το πρόστιμο.
128. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή μου, ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
X – Δικαστικά έξοδα
129. Δεδομένου ότι μέρος της υποθέσεως πρέπει, κατά τη γνώμη μου να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα σχετικά με την παρούσα αναιρετική διαδικασία δικαστικά έξοδα.
XI – Πρόταση
130. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
– να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) της 8ης Ιουλίου 2008 στην υπόθεση T-54/03, Lafarge SA κατά Επιτροπής, κατά το μέτρο που το δικαστήριο αυτό απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως της Lafarge ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τη συμμετοχή της Lafarge σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992,
– να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, προκειμένου να εκτιμήσει αν η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τη συμμετοχή της Lafarge σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση από τις 31 Αυγούστου 1992,
– να απορρίψει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως,
– να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Απόφαση σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ [κατά] των επιχειρήσεων BPB PLC, Gebrüder Knauf Westdeutsche Gipswerke KG, Société Lafarge SA και Gyproc Benelux NV (Υπόθεση COMP/E-1/37.152 – Γυψοσανίδες) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2002) 4570] (ΕΕ 2005, L 166, σ. 8).
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25
4 – Βλ. άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
5 – Άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
6 – Βλ. παράγραφο 549 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή έλαβε ως αφετηρία τα μερίδια αγοράς των επιχειρήσεων, βάσει του κύκλου εργασιών από τις πωλήσεις του προϊόντος στις τέσσερις κύριες αγορές της Κοινότητας (παράγραφος 546 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
7 – Με την απόφαση της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1994, σχετικά με μια διαδικασία βάσει του άρθρου [81] της Συνθήκης ΕΚ (Υπόθεση IV/C/33.833 – Χαρτόνι) (ΕΕ L 243, σ. 1), επιβλήθηκε πρόστιμο 1 750 000 ECU. Στις 14 Μαΐου 1998, με την απόφαση της 14ης Μαΐου 1998, T-311/94, BPB κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ II-1129), το Πρωτοδικείο μείωσε το πρόστιμο σε 750 000 ECU.
8 – Με την απόφαση της Επιτροπής. της 30ής Νοεμβρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου [81] της Συνθήκης ΕΚ (Υποθέσεις IV/33.126 και 33.322 – Τσιμέντο) (ΕΕ L 343, σ. 1), επιβλήθηκε πρόστιμο 22 872 000 ECU. Με την απόφαση της 15ης Μαρτίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-25/95, T-26/95, T-30/95 έως T-32/95, T-34/95 έως T-39/95, T-42/95 έως T-46/95, T-48/95, T-50/95 έως T-65/95, T-68/95 έως T-71/95, T-87/95, T-88/95, T-103/95 και T-104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II-491), το Πρωτοδικείο μείωσε το πρόστιμο σε 14 248 000 ευρώ (βλ. υπόθεση T-43/95).
9 – ΕΕ 1996, C 207, σ. 4.
10 – Βλ. άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
11 – Βλ. σκέψη 282 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
12 – Βλ. σκέψη 301 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
13 – Σκέψη 324 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Βλ. επίσης τη συλλογιστική στη σκέψη 325 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
14 – Βλ. σκέψη 326 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Απριλίου 2006, C-551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I-3173, σκέψη 52), της 22ας Μαΐου 2008, C-266/06 P, Evonik Degussa κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. Ι-81, σκέψη 73), και της 18ης Δεκεμβρίου 2008, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-101/07 P και C-110/07 P Coop de France bétail et viande κλ.π. κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 59).
16 – Βλ., μεταξύ άλλων, Evonik Degussa κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 74, και Coop de France bétail et viande κλ.π. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 60.
17 – Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 50).
18 – Σκέψη 429 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
19 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17. Στις σκέψεις 55 έως 57, το Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι η απαγόρευση της συμμετοχής σε πρακτικές ή συμφωνίες θίγουσες τον ανταγωνισμό καθώς και οι κυρώσεις που δύνανται να επιβληθούν στους παραβάτες είναι τοις πάσι γνωστές, είναι σύνηθες να αναπτύσσονται λαθραίως οι δραστηριότητες τις οποίες συνεπάγονται αυτές οι πρακτικές και συμφωνίες, να πραγματοποιούνται μυστικές συναντήσεις, τις περισσότερες φορές σε τρίτες χώρες, και να περιορίζονται στο ελάχιστο τα συναφή έγγραφα. Ακόμα και όταν η Επιτροπή ανακαλύπτει στοιχεία τα οποία πιστοποιούν ρητώς παράνομες επαφές μεταξύ των επιχειρηματιών, όπως τα πρακτικά μιας συνεδριάσεως, τα στοιχεία αυτά είναι συνήθως αποσπασματικά και διάσπαρτα, οπότε είναι συχνά απαραίτητη η ανασύσταση ορισμένων λεπτομερειών διά της επαγωγής. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ύπαρξη θίγουσας τον ανταγωνισμό πρακτικής ή συμφωνίας πρέπει να συναχθεί από έναν ορισμένο αριθμό συμπτώσεων και ενδείξεων οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης εύλογης εξηγήσεως, απόδειξη περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού.
20 – Βλ. σκέψη 494 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
21 – Βλ. παράγραφο 127 της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής και σκέψη 503 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
22 – Βλ. σκέψεις 503 και 504 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
23 – Βλ. σκέψη 506 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
24 – Βλ. σκέψη 507 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
25 – Βλ. επίσης σκέψη 510 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26 – Βλ. επίσης σκέψη 512 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
27 – Διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-4435, σκέψη 40), και απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-8417, σκέψη 19).
28 – Αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1994, T-43/92, Dunlop Slazenger International κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-441, σκέψη 79), και της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. I-4125, σκέψη 86).
29 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 78 και 79.
30 – Βλ. σκέψη 515 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
31 – Βλ. σκέψη 510 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
32 – Η αναιρεσείουσα παρέπεμψε ειδικώς στη σκέψη 496 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
33 – Βλ., συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1998, C-401/96 P, Somaco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-2587, σκέψη 53), και της 11ης Ιανουαρίου 2007, C-404/04 P, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, σκέψη 90.
34 – Αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2001, C-274/99 P, Connolly κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-1611, σκέψη 121), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑197/99 P, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-8461, σκέψη 81).
35 – Βλ., ειδικότερα, αποφάσεις Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 372, και της 25ης Οκτωβρίου 2007, C-167/06 P, Κομνηνού κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 22.
36 – Συγκεκριμένα η μνεία του μεριδίου αγοράς της Lafarge στους πίνακες του κ. C. και ορισμένες δηλώσεις της BPB.
37 – Με την προσφυγή της, η Lafarge παρέθεσε επίσης την υποσημείωσε 413 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία προβλέπει ότι «η Επιτροπή επισημαίνει ότι υπάρχουν ορισμένα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η Gyproc μετέσχε σε συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αντίθετη στον ανταγωνισμό πριν διεξαχθεί η συνεδρίαση των Βερσαλλιών […]. Ωστόσο, όσον αφορά τη συμπεριφορά αυτή, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες αποδείξεις περί του ότι η Gyproc γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι προσχωρούσε στη συμφωνία του Λονδίνου περί ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ [διευθυντικών στελεχών] στις τέσσερις κύριες αγορές».
38 – Κατά την άποψή μου, η Lafarge προέβαλε λυσιτελώς πρωτοδίκως την αρχή της δικονομικής ισότητας, κατά την οποία τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να αξιολογούνται κατά τον ίδιο τρόπο σε σχέση με διαφορετικούς διαδίκους που βρίσκονται στην ίδια θέση από δικονομικής απόψεως.
39 – Βλ., κατ’ αναλογίαν αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2009, C-89/08, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ιρλανδίας και λοιπών (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 89), της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, C-519/07, Επιτροπή κατά Koninklijke FrieslandCampina NV (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 106 έως 109), της 3ης Ιουλίου 2003, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-83/01 P, C-93/01 P και C-94/91 P, Chronopost κ.λπ. κατά Ufex κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. Ι-6993, σκέψη 45), και της 11ης Νοεμβρίου 1997, Επιτροπή και Γαλλία κατά Ladbroke Racing (Συλλογή 1997, σ. Ι-6265, σκέψη 39).
40 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-236/01, T-239/01, T-244/01έως T-246/01, T-251/01 και T-252/01 (Συλλογή 2004, σ. II-1181).
41 – Απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006 C-308/04 P (Συλλογή 2006, σ. I-5977, σκέψεις 52 και 53).
42 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41, σκέψεις 52 και 53.
43 – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 1998).
44 – Απόφαση SGL Carbon κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41, σκέψεις 46 και 47.
45 – Βλ. σκέψη 701 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
46 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 91.
47 – Βλ. σκέψεις 721 και 722 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
48 – Βλ. σκέψεις 725 και 726 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
49 – Βλ. σκέψη 727 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
50 – Απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C-3/06 (Συλλογή 2007, σ. Ι-1331).
51 – Με τις προτάσεις του στην υπόθεση Groupe Danone κατά Επιτροπής, ο γενικός εισαγγελέας Μ. Poiares Maduro έκρινε ότι «[γ]ίνεται δεκτό ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, μολονότι ορίζει ένα σαφές όριο, αναφέρεται γενικά μόνο στα στοιχεία υπολογισμού του ακριβούς ποσού του προστίμου. Εντούτοις, σε μια υπόθεση δικαίου του ανταγωνισμού, φρονώ ότι ευλόγως μπορούσε να προβλεφθεί ότι η Επιτροπή, κατά την άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως, θα εξέταζε το στοιχείο της υποτροπής σε σχέση με τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να τείνει και η νομολογία του Δικαστηρίου». Υπόθεση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 50, βλ. σημείο 21.
52 – Όπ.π., σκέψη 24.
53 – Όπ.π., σκέψεις 25, 26 και 30.
54 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 91.
55 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 106).
56 – Το Δικαστήριο τόνισε την ανάγκη διασφαλίσεως του αποτρεπτικού αποτελέσματος των κυρώσεων στον τομέα του ανταγωνισμού με τις αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, C-76/06 P, Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I-4405), και Coop de France bétail et viande κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
57 – Στην υπόθεση εκείνη, οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998.
58 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψεις 36 και 37.
59 – Όπ.π., σκέψη 39.
60 – Όπ.π., σκέψη 40.
61 – Βλ. σκέψη 704 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
62 – Απόφαση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8.
63 – Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-235/92 P, Montecatini κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-4539, σκέψη 176).
64 – Βλ. σημείο 96 κατωτέρω.
65 – Απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, 64/84 (Συλλογή 1985, σ. 1829).
66 – ΕΕ L 180, σ. 1.
67 – Απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 200.
68 – ΕΕ 2003, L 1, σ. 1.
69 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 65.
70 – Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984, 78/83 (Συλλογή 1984, σ. 4177, σκέψεις 7 έως 11).
71 – Σημειωτέον ωστόσο ότι είναι δυνατό, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να ζητηθεί από το Δικαστήριο η αναθεώρηση μιας αποφάσεως εφόσον γίνει γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας το οποίο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο και στο διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση, πριν από την έκδοση της αποφάσεως. Κατά πάγια νομολογία, η αναθεώρηση δεν αποτελεί κατ’ αναίρεση δίκη, αλλά μια εξαιρετική διαδικασία αναθεωρήσεως που επιτρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ισχύς δεδικασμένου την οποία έχει περιβληθεί μια αμετάκλητη απόφαση βάσει των πραγματικών διαπιστώσεων στις οποίες στηρίζεται το Δικαστήριο. Η αναθεώρηση προϋποθέτει την ανακάλυψη πραγματικών στοιχείων τα οποία προϋπήρχαν της αποφάσεως ή της διατάξεως και τα οποία ήταν άγνωστα κατά τον χρόνο εκείνο στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ή τη διάταξη καθώς και στον διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση και τα οποία, αν το Δικαστήριο ήταν σε θέση να τα λάβει υπόψη, θα είχαν οδηγήσει σε διαφορετική έκβαση της δίκης. Βλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C-255/06 P-REV Yedaş Tarim ve Otomotiv Sanayi ve Ticaret κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (σκέψεις 14 έως 16). Το Πρωτοδικείο, στο σχετικό κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν αναφέρθηκε στη διαδικασία αναθεωρήσεως.
72 – Η χρήση του όρου «τελειωτική» από το Πρωτοδικείο και τα επιχειρήματα των διαδίκων σε σχέση με μια απόφαση της Επιτροπής είναι κατά τη γνώμη μου κάπως παραπλανητική, δεδομένου ότι φαίνεται να παραπέμπει στην εκ μέρους του αποδέκτη της αποφάσεως εξάντληση της δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως και της δυνατότητας ασκήσεως αναιρέσεως στη συνέχεια. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων απολαύουν τεκμηρίου νομιμότητας. Τούτο συνεπάγεται ότι οι πράξεις αυτές παράγουν έννομα αποτελέσματα, εφόσον δεν έχουν ανακληθεί, ακυρωθεί κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως ή κριθεί ανίσχυρες κατόπιν προδικαστικής παραπομπής ή κατόπιν ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας. Βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-475/01, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2004, σ. I-8923, σκέψη 18), και απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C-199/06, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (Συλλογή 2008, σ. I-469, σκέψη 60). Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τελειωτικές από την έκδοσή τους, υπό την επιφύλαξη όμως της ενδεχόμενης προσβολής τους από ορισμένες διαφορετικές διαδικαστικές πράξεις, οι οποίες περιλαμβάνουν τις προσφυγές ακυρώσεως και τη μεταγενέστερη αναίρεση, αλλά δεν περιορίζονται σ’ αυτές.
73 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8.
74 – Θεωρώ ότι τούτο σημαίνει ότι δεν είχε εξαντληθεί η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατ’ άρθρο 230 ΕΚ και στη συνέχεια ασκήσεως αναιρέσεως.
75 – Βλ. σκέψη 706 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
76 – Βλ. επίσης άρθρο 23, παράγραφος 5, του κανονισμού 1/2003.
77 – Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Michelin κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 7), βλ. επίσης Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 55, σκέψη 8.
78 – Βλ. σημείο 91 ανωτέρω.
79 – Η οποία δεν μπορεί να προβλεφθεί και να εξακριβωθεί εκ προοιμίου.
80 – ΕΕ 2006, C 210, σ. 2.
81 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, C-289/04 P, Showa Denko κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I-5859, σκέψη 36), διάταξη της 25ης Μαρτίου 1996, C-137/95 P, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-1611, σκέψη 54), και απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-4411, σκέψη 33). Ωστόσο, η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής δεν είναι απόλυτη, δεδομένου ότι πρέπει να τηρεί τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου όταν καθορίζει πρόστιμα, όπως είναι οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας.
82 – Στη σκέψη 15 της αποφάσεως Showa Denko κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 81), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών ελήφθη υπόψη από την Επιτροπή μόνο για τον καθορισμό του «αποτρεπτικού πολλαπλασιαστή». Αντιθέτως, για τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη μόνο τον παγκόσμιο κύκλο εργασιών για τα προϊόντα που αποτελούσαν το αντικείμενο της συμπράξεως. Όσον αφορά την παρούσα δίκη, βλ. σημεία 5 και 6 ανωτέρω, σε συνδυασμό με την υποσημείωση 6
83 – Βλ. αποφάσεις Showa Denko κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 81, σκέψη 16, και Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 55, σκέψεις 119 έως 121. Με τις προτάσεοις του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 56), ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot επισήμανε στην υποσημείωση 21 ότι «το Δικαστήριο αναγνώρισε πολύ νωρίς με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397), ότι οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 του κανονισμού 17 “σκοπούν στην καταστολή των παράνομων συμπεριφορών καθώς και στην αποτροπή επαναλήψεώς τους ” (σκέψη 173)».
84 – Βλ. απόφαση Showa Denko κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 81), σκέψη 18.
85 – Δεν αμφισβητείται ότι κατά τον χρόνο επιβολής του προστίμου στη Lafarge σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, είχαν εφαρμογή οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998. Το τμήμα 1.A των κατευθυντηρίων γραμμών του 1998, το οποίο αφορά τη σοβαρότητα, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «[α]κόμη θα είναι αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική οικονομική δυνατότητα του αυτουργού της παράβασης να προξενήσει σημαντική ζημία σε άλλους οικονομικούς παράγοντες ιδίως στους καταναλωτές. Επίσης, το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται κάθε φορά πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να έχει την ενδεδειγμένη αποτρεπτική χρησιμότητα». Συνεπώς, το περιεχόμενο των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006 δεν έχει εφαρμογή κατά χρόνο στα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά. Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η ορθή εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού επιβάλλει όπως η Επιτροπή είναι οποτεδήποτε σε θέση να προσαρμόσει το ύψος των προστίμων στις ανάγκες της πολιτικής αυτής. Βλ. αποφάσεις Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 55, σκέψη 109, και της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-196/99 P Aristrain κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-11005, σκέψη 81). Η Επιτροπή μπορεί συνεπώς να τροποποιήσει τις κατευθυντήριες γραμμές περί των προστίμων χωρίς κατ’ ανάγκη να θέσει υπό αμφισβήτηση την προηγούμενη θέση της επί του ζητήματος αυτού.
86 – Σημειωτέον ωστόσο ότι, στην απόφαση Showa Denko κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 81), το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρόστιμο που επιβάλλεται σε μια επιχείρηση μπορεί να υπολογιστεί με την εφαρμογή αποτρεπτικού συντελεστή και ότι ο πιο πάνω συντελεστής αξιολογείται με γνώμονα πλειάδα στοιχείων και όχι μόνο την ιδιαίτερη κατάσταση της σχετικής επιχειρήσεως. (βλ. σκέψη 23). Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι το μέγεθος και η οικονομική δύναμη των εμπλεκομένων επιχειρήσεων μπορεί να αποτελεί ένα μόνον από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του αποτρεπτικού συντελεστή. Συναφώς, οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 προβλέπουν, υπό τον τίτλο «Ειδική προσαύξηση για αποτρεπτικούς λόγους», ότι, εκτός από τον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων, υπό ορισμένες περιστάσεις, «η Επιτροπή θα λαμβάνει επίσης υπόψη της την ανάγκη προσαύξησης του προστίμου, ώστε αυτό να υπερβεί το ποσό των παράνομων κερδών που οι επιχειρήσεις αποκόμισαν συνεπεία της παράβασης, όποτε είναι δυνατόν να υπολογιστεί το εν λόγω ποσό» (βλ. παραγράφους 30 και 31 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006). Οσάκις ο αποτρεπτικός συντελεστής καθορίζεται με αναφορά, μεταξύ άλλων, στο ποσό των κερδών που απορρέουν από την παράβαση, κρίνω ότι το στάδιο υπολογισμού του προστίμου κατά το οποίο εφαρμόζεται ο αποτρεπτικός συντελεστής μπορεί να ασκεί επιρροή. Το ζήτημα της υπάρξεως και του σκοπού αθεμίτως αποκομισθέντων κερδών συνεπεία της παραβάσεως δεν έχει εντούτοις σχέση με την παρούσα δίκη.
Full & Egal Universal Law Academy