ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 29ης Οκτωβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑414/08 P
Sviluppo Italia Basilicata SpA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ) – Συνολική επιδότηση για την εφαρμογή μέτρων ενθαρρύνσεως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα στην Περιφέρεια Basilicata – Κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 – Άρθρο 24 – Μείωση της οικονομικής συνδρομής που είχε χορηγηθεί αρχικώς από το ΕΤΠΑ – Διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής – Κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 – Άρθρα 25 και 26 – Υποχρεώσεις παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως»Πίνακας περιεχομένων
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Οι βασικοί κοινοτικοί κανονισμοί
Β – Οι αποφάσεις της Επιτροπής που περιέχουν τους εφαρμοστέους στις επίμαχες κοινοτικές παρεμβάσεις κανόνες
II – Τα προ της ασκήσεως της προσφυγής περιστατικά
Α – Οι πράξεις που εκδόθηκαν σχετικά με τη χορήγηση της συνολικής επιδοτήσεως υπέρ της Περιφερείας Basilicata
Β – Η σύσταση και η θέση σε λειτουργία του ΤΚΚ
III – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
V – Τα επιχειρήματα της Επιτροπής όσον αφορά το παραδεκτό της ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής
VI – Η αίτηση της αναιρεσείουσας
Α – Οι οκτώ λόγοι που αφορούν την απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως
1. Επί του πρώτου λόγου ο οποίος αντλείται από το ότι το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παραμόρφωσε την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα προσφυγή ακυρώσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
i) Η αφορώσα την παραμόρφωση της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτίαση
ii) Η αφορώσα την παρερμηνεία της εννοίας και του περιεχομένου της ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής αιτίαση
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
2. Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πεπλανημένη ερμηνεία των διατάξεων του Δελτίου αριθ. 19
α) Το πρώτο σκέλος (οι αιτιάσεις οι οποίες αφορούν τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
ii) Νομική εκτίμηση
– Η αιτίαση περί υποκαταστάσεως στην αιτιολογία
– Η αιτίαση περί κατασκευασμένης ερμηνείας
– Η αφορώσα την αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 1685/2000 αιτίαση
– Η αφορώσα την αντίφαση μεταξύ της ερμηνείας του Πρωτοδικείου και της πρακτικής της Επιτροπής αιτίαση
– Ενδιάμεσο συμπέρασμα
β) Το δεύτερο σκέλος (η αιτίαση η οποία αφορά τη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
γ) Το τρίτο σκέλος (οι αιτιάσεις που αφορούν τη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
ii) Νομική εκτίμηση
δ) Το τέταρτο σκέλος (οι αιτιάσεις οι οποίες αφορούν τις σκέψεις 57 και 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
ii) Νομική εκτίμηση
– Η αιτίαση του τετάρτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως δεν είναι λυσιτελής
– Η αφορώσα τη μη συμμόρφωση με τη διάταξη που επιβάλλει χρηματοδότηση τουλάχιστον δέκα εταιριών αιτίαση
– Η αφορώσα την αντιφατική συλλογιστική αιτίαση
ε) Το πέμπτο σκέλος (οι αιτιάσεις οι οποίες αφορούν τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
ii) Νομική εκτίμηση
στ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
3. Επί του τρίτου λόγου στο πλαίσιο του οποίου υποστηρίζεται ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε πεπλανημένα την προϋπόθεση της λυσιτελείας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
4. Επί του τετάρτου και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
α) Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από την πεπλανημένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή, στη συνέχεια, των αρχών τις οποίες εξήγγειλε το Δικαστήριο με την απόφαση Mediocurso κατά Επιτροπής
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
ii) Νομική εκτίμηση
– Η αφορώσα τη μη τήρηση του συσχετισμού μεταξύ της διαδικασίας μειώσεως και των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως αιτίαση
– Η εφαρμογή διαδικαστικών κανόνων που δεν προβλέπει ρητά ο κοινοτικός νομοθέτης
– Η αφορώσα την υποχρέωση επικλήσεως της ανάγκης σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας αιτίαση
– Η αφορώσα την παραβίαση της αρχής της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας αιτίαση
– Ενδιάμεσο συμπέρασμα
β) Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παράβαση των άρθρων 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 σχετικά με τις υποχρεώσεις εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
ii) Νομική εκτίμηση
5. Επί του έκτου και του εβδόμου λόγου αναιρέσεως
α) Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου
β) Επί του εβδόμου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων και παραβίαση των γενικών αρχών που διέπουν το βάρος της αποδείξεως
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
ii) Νομική εκτίμηση
– Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής
– Η πρώτη αιτίαση η οποία αντλείται από το ότι η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει έγγραφα αφορώντα τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολουθήσεως
– Η δεύτερη αιτίαση η οποία αφορά το ότι το Πρωτοδικείο δεν στηρίχθηκε σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά
– Η τρίτη αιτίαση περί μη διεξαγωγής αποδείξεων
– Η τέταρτη αιτίαση η οποία αφορά προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα
– Η πέμπτη αιτίαση η οποία αφορά τη μη συνεκτίμηση των καταβολών στις οποίες προέβη η Επιτροπή
– Η έκτη αιτίαση περί ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας
– Ενδιάμεσο συμπέρασμα
6. Επί του ογδόου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παραβίαση της κοινοτικής νομολογίας σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στις περιπτώσεις μειώσεως της κοινοτικής συνδρομής
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
i) Η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής στο πλαίσιο του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88.
ii) Η αιτίαση η οποία αφορά τη μη διάπραξη απάτης
iii) Η συνεκτίμηση ενδεχομένης μη τηρήσεως εκ μέρους της Επιτροπής των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως
iv) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
7. Συμπέρασμα
Β – Επί των δύο λόγων αναιρέσεως που άπτονται του αιτήματος αποζημιώσεως
1. Επί του ενάτου λόγου αναιρέσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
2. Επί του δεκάτου λόγου αναιρέσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
i) Η ύπαρξη ευθύνης από νόμιμη πράξη
ii) Οι αιτιάσεις οι οποίες αφορούν τον ασυνήθη χαρακτήρα της ζημίας
iii) Η αιτίαση περί ειδικής ζημίας
Γ – Συνολικό συμπέρασμα της νομικής αναλύσεως
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
VIII – Πρόταση
1. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η Sviluppo Italia Basilicata SpA (στο εξής: αναιρεσείουσα) ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Ιουλίου 2008, Sviluppo Italia Basilicata κατά Επιτροπής (2) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Με την απόφαση εκείνη, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της νυν αναιρεσείουσας, αφενός, περί ακυρώσεως της αποφάσεως C(2006) 1706 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2006, σχετικά με μείωση της χρηματοπιστωτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως όσον αφορά τη συνολική επιδότηση για την εφαρμογή μέτρων ενθαρρύνσεως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα στην Περιφέρεια Basilicata της Ιταλίας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) και, αφετέρου, περί αποκαταστάσεως της ζημίας την οποία υπέστη από την εν λόγω απόφαση.
I – Το νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 158 ΕΚ ορίζει ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα επιδιώκει να μειώσει τις διαφορές στο επίπεδο αναπτύξεως των διαφόρων περιοχών και την καθυστέρηση των λιγότερο ευνοημένων από αυτές, προκειμένου να προωθήσει μια αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της Κοινότητας. Κατά τα άρθρα 159 ΕΚ και 160 ΕΚ, η Κοινότητα υποστηρίζει την υλοποίηση του στόχου αυτού, μεταξύ άλλων, με τη δράση που αναλαμβάνει μέσω των διαρθρωτικών ταμείων, και ιδίως του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ), σκοπός του οποίου είναι να συμβάλλει στη διόρθωση των κυριότερων περιφερειακών ανισοτήτων στην Ένωση.
Οι βασικοί κοινοτικοί κανονισμοί
3. Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και το συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (3), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (4), ορίζει ότι, προκειμένου να επιτευχθεί η υλοποίηση των γενικών στόχων που αναφέρονται στα άρθρα 158 ΕΚ και 160 ΕΚ, τα διαρθρωτικά ταμεία συμβάλλουν στην επίτευξη πέντε πρωταρχικών στόχων. Ο πρώτος από τους στόχους αυτούς («στόχος αριθ. 1») συνίσταται στην «προώθηση της ανάπτυξης και της διαρθρωτικής προσαρμογής των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών». Η Περιφέρεια Basilicata είναι μία από εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στον ανωτέρω, σύμφωνα με το παράρτημα του εν λόγω κανονισμού, στόχο.
4. Στο άρθρο 5 του κανονισμού 2052/88 απαριθμούνται οι δυνατές μορφές χρηματοοικονομικής παρεμβάσεως των διαρθρωτικών ταμείων. Μεταξύ αυτών, η παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της εν λόγω διατάξεως αναφέρει τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως της παρεμβάσεως με τη μορφή «συνολικής επιδοτήσεως», την οποία διαχειρίζεται, κατά κανόνα, ένας ενδιάμεσος φορέας, οριζόμενος από το κράτος μέλος σε συμφωνία με την Επιτροπή, ο οποίος εξασφαλίζει την κατανομή σε επιμέρους επιχορηγήσεις προς τους τελικούς δικαιούχους.
5. Οι εφαρμοστέοι διαδικαστικοί κανόνες προκειμένου για τις παρεμβάσεις αυτές περιέχονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (5), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (6), καθώς και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4254/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, περί διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (7), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2083/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (8).
6. Στο άρθρο 6 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4254/88 ορίζεται ότι οι λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των συνολικών επιδοτήσεων αποτελούν αντικείμενο συμβάσεως που συνάπτεται, σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, μεταξύ της Επιτροπής και του συγκεκριμένου ενδιάμεσου φορέα, στην οποία πρέπει να προσδιορίζονται, ιδίως, οι μορφές δράσης που πρόκειται να αναληφθούν, τα κριτήρια για την επιλογή των δικαιούχων, οι όροι και τα ποσοστά χορηγήσεως της συνδρομής του ΕΤΠΑ καθώς και οι τρόποι παρακολούθησης της χρήσης των συνολικών επιχορηγήσεων.
7. Το άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 ορίζει, υπό τον τίτλο «Μείωση, αναστολή και ακύρωση της συνδρομής»:
«1. Αν η υλοποίηση δράσης ή μέτρου δεν φαίνεται να δικαιολογεί ούτε τμήμα ούτε το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη εξέταση της περίπτωσης στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης, ζητώντας ιδίως από το κράτος μέλος ή τις λοιπές αρμόδιες αρχές που αυτό ορίζει για την υλοποίηση της δράσης, να της υποβάλουν παρατηρήσεις εντός τακτής προθεσμίας.
2. Μετά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει ή αναστείλει τη συνδρομή για την εν λόγω δράση ή το σχετικό μέτρο, αν από την εξέταση επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει παρατυπία ή σημαντική αλλαγή της φύσης ή των συνθηκών υλοποίησης της δράσης ή του μέτρου, για την οποία δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής.
[…]»
8. Τα άρθρα 25 και 26 του κανονισμού 4253/88 ορίζουν τους κανόνες παρακολούθησης και αξιολόγησης της εφαρμογής της χρηματοδοτικής συνδρομής. Ειδικότερα, στο άρθρο 25, παράγραφοι 1 και 3, προβλέπεται ότι:
«1. Στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής της συνδρομής των ταμείων σε επίπεδο κοινοτικού πλαισίου στήριξης και ειδικών ενεργειών (προγραμμάτων, κλπ). [...]
[…]
3. Οι επιτροπές παρακολούθησης δημιουργούνται, στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης, βάσει συμφωνίας μεταξύ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και της Επιτροπής.
Η Επιτροπή και, κατά περίπτωση, η ΕΤΕ μπορούν να εκπροσωπούνται στις επιτροπές αυτές.»
Οι αποφάσεις της Επιτροπής που περιέχουν τους εφαρμοστέους στις επίμαχες κοινοτικές παρεμβάσεις κανόνες
9. Στις 29 Ιουλίου 1994, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 94/629/ΕΚ σχετικά με τη θέσπιση του κοινοτικού πλαισίου στήριξης για τις κοινοτικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις στις ιταλικές περιφέρειες τις οποίες αφορά ο στόχος αριθ. 1, δηλαδή Abruzzo, Basilicata, Calabria, Campania, Molise, Puglia, Sardegna και Sicilia (9), για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1994 και 31ης Δεκεμβρίου 1999.
10. Με την απόφαση 97/322/ΕΚ της 23ης Απριλίου 1997 (10), η Επιτροπή όρισε τους κανόνες σχετικά με τις επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο των διαφόρων κοινοτικών παρεμβάσεων που αποφασίστηκαν για την Ιταλική Δημοκρατία. Το παράρτημα της εν λόγω αποφάσεως περιέχει ένα Δελτίο αριθ. 19, αφορών την επιλεξιμότητα των δαπανών στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων όσον αφορά τη λήψη μέτρων χρηματοοικονομικής μηχανικής συνισταμένων στη δημιουργία ταμείων κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου (στο εξής: Δελτίο αριθ. 19).
11. Οι γενικές αρχές όσον αφορά τις πράξεις χρηματοοικονομικής μηχανικής που περιέχονται στο εν λόγω Δελτίο έχουν ως εξής:
«[...]
vii) οι κανόνες λειτουργίας των εν λόγω ταμείων πρέπει να προσαρμόζονται στις διατάξεις δημοσιονομικής εκτέλεσης των παρεμβάσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά την έννοια της δέσμευσης και των πραγματοποιηθεισών δαπανών καθώς και το κλείσιμο της παρέμβασης,
viii) τα Ταμεία κεφαλαίων κινδύνου πραγματοποιούν παρεμβάσεις υπέρ χρηματοοικονομικά και οικονομικά βιώσιμων επιχειρήσεων,
[…]».
12. Όσον αφορά ειδικότερα τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, το Δελτίο αριθ. 19 προβλέπει, στο σημείο Β που φέρει τον τίτλο «Λεπτομέρειες λειτουργίας των κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου», τα εξής:
«[...]
2. Οι παρεμβάσεις των Ταμείων Κεφαλαίων Κινδύνου συνίστανται σε απόκτηση συμμετοχών, δηλαδή, μεταξύ άλλων: εγγραφές σε μετοχικά κεφάλαια (μετοχές ή τίτλοι ιδιοκτησίας) στις ενισχυόμενες επιχειρήσεις, δάνεια (ενδεχομένως συμμετοχικά), ομόλογα (ενδεχομένως μετατρέψιμα), κ.λπ.
[…]
8. Κατά την περίοδο της κοινοτικής παρέμβασης, τα έσοδα ενός Ταμείου Κεφαλαίων Κινδύνου (ιδιαίτερα τα ενδεχόμενα μερίσματα, τα κεφαλαιουχικά κέρδη και το προϊόν των τόκων επενδύσεων) πρέπει να επανατροφοδοτούν το ταμείο και να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση της συμμετοχής σε μετοχικά κεφάλαια καθώς και για τις δαπάνες διαχείρισης εντός των προβλεπομένων ορίων.
[…]
10. Οι δραστηριότητες των Ταμείων Κεφαλαίων Κινδύνου παρουσιάζονται σε εκθέσεις οι οποίες υποβάλλονται ετησίως στην Επιτροπή μετά γνωμοδότηση της επιτροπής παρακολούθησης. Οι εν λόγω εκθέσεις πρέπει να περιλαμβάνουν απολογισμό και ανάλυση των εσόδων και ζημιών του Ταμείου Κεφαλαίων Κινδύνου, λεπτομερή παρουσίαση των πραγματοποιηθεισών δαπανών διαχείρισης, ανάλυση των πραγματοποιηθεισών καταβολών προς το ταμείο, λεπτομερή κατάλογο των συμμετοχών που πραγματοποιήθηκαν (επενδύσεις, χορηγηθέντα δάνεια, κ.λπ., ανά επιχείρηση και ανά τομέα, με την επιφύλαξη των αρχών της εμπιστευτικότητας) και τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίστηκαν και τις λύσεις οι οποίες ενδεχομένως προτάθηκαν ή υιοθετήθηκαν.
11. Η Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν δικαίωμα ελέγχου των δραστηριοτήτων των Ταμείων Κεφαλαίων Κινδύνου, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος διενεργείας λογιστικού ελέγχου των επιχειρήσεων στις οποίες τα ΤΚΚ έχουν ή είχαν συμμετοχές, από τα ίδια τα εν λόγω όργανα ή κατ’ ανάθεση σε τρίτους.
[…]»
13. Στο σημείο Γ του Δελτίου αριθ. 19 ως «νομική και δημοσιονομική δέσμευση» ορίζεται η «νομική πράξη της σύστασης ή αύξησης του αρχικού κεφαλαίου ενός Ταμείου Κεφαλαίου Κινδύνου». Ως «πραγματοποιηθείσες δαπάνες» το ίδιο σημείο Γ ορίζει την «καταβολή σε ρευστά των τμημάτων κεφαλαίου του ΤΚΚ […] από τους συμμετέχοντες σε στενή σχέση με τις εκθέσεις εκτέλεσης οι οποίες αναφέρουν τις πραγματοποιηθείσες συμμετοχές σε μετοχικά κεφάλαια, οι οποίες αποτελούν την αιτιολόγηση της καλής εφαρμογής του μέτρου».
14. Στο σημείο Δ του Δελτίου αριθ. 19, υπό τον τίτλο «Κλείσιμο της παρέμβασης», ορίζεται ότι:
«1. Τα ΤΚΚ πρέπει να συγκροτούνται για μια επαρκή διάρκεια σε συνάρτηση προς τους επιδιωκόμενους στόχους. Η ελάχιστη διάρκεια ενός ΤΚΚ είναι ίση προς τη διάρκεια της μορφής παρέμβασης.
2. Κατά το κλείσιμο της κοινοτικής παρέμβασης (μετά τη λήξη της προθεσμίας για τις πληρωμές) πρέπει να κλείσει η καθαρή χρηματοοικονομική θέση των ΤΚΚ μετά από σύγκριση της χρησιμοποίησης του συνολικού καταβεβλημένου κεφαλαίου προς το συνολικό ποσό των παρεμβάσεων στις επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου.
– Εάν διαπιστωθεί ότι το ποσό το οποίο προκύπτει από το σωρευτικό σύνολο των παρεμβάσεων στις επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου καλύπτει τουλάχιστον το 100 % του καταβεβλημένου κεφαλαίου, θεωρείται ότι το μέτρο εκτελέστηκε πλήρως.
[…]
– Εάν παρά την εποπτεία της επιτροπής παρακολούθησης, κατά τη στιγμή του κλεισίματος, το συνολικό ποσό των παρεμβάσεων στις επιχειρήσεις κατά την περίοδο ήταν κατώτερο του συνολικού καταβεβλημένου κεφαλαίου, το τελικό υπόλοιπο το οποίο θα καταβληθεί στο κράτος μέλος από την Κοινότητα επί της σχετικής μορφής παρέμβασης μειώνεται κατά ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο υπερβάλλον ποσό.
3. Μετά την πληρωμή του τελικού υπολοίπου της μορφής παρέμβασης, η Επιτροπή δεν παρεμβαίνει πλέον στην εκτέλεση ή την παρακολούθηση της δράσεως […]
[...]».
15. Τέλος, το Δελτίο αριθ. 19 διευκρινίζει ότι οι παρεμβάσεις των Ταμείων Κεφαλαίων Κινδύνου που συγχρηματοδοτούνται από το ΕΤΠΑ πραγματοποιούνται αποκλειστικά υπέρ των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ).
II – Τα προ της ασκήσεως της προσφυγής περιστατικά
Οι πράξεις που εκδόθηκαν σχετικά με τη χορήγηση της συνολικής επιδοτήσεως υπέρ της Περιφερείας Basilicata
16. Σε εκτέλεση του βασικού κανονισμού σχετικά με τα διαρθρωτικά ταμεία, ήτοι του κανονισμού 2052/88, η Επιτροπή, με την απόφαση 94/629, ενέκρινε το κοινοτικό νομικό πλαίσιο σχετικά με τις παρεμβάσεις υπέρ των ιταλικών περιφερειών τις οποίες αφορούσε ο στόχος αριθ. 1, και ιδίως την Basilicata, για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1994 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1999.
17. Προκειμένου να ευνοήσει την ανάπτυξη των εγκατεστημένων στην Basilicata ΜΜΕ, η Ιταλική Κυβέρνηση υπέβαλε στην Επιτροπή, στις 24 Φεβρουαρίου 1998, αίτηση κοινοτικής συνδρομής για τη χορήγηση συνολικής επιδοτήσεως (11). Το μέτρο αριθ. 2 που προτεινόταν στην αίτηση προέβλεπε τη σύσταση ταμείου κεφαλαίου επιχειρηματικού κινδύνου (στο εξής: ΤΚΚ) με κεφάλαια προερχόμενα από το ΕΤΠΑ και από τον ιδιωτικό τομέα, για την πραγματοποίηση χρηματοοικονομικών παρεμβάσεων (απόκτηση συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο, συμμετοχικά δάνεια και μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια) υπέρ επιχειρήσεων εγκατεστημένων στην εν λόγω περιοχή ή που είχαν την πρόθεση να εγκατασταθούν σ’ αυτήν (στο εξής: μέτρο αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως).
18. Με την απόφαση C(1999) 314 της 2ας Μαρτίου 1999, σχετικά με την παροχή συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης σε συνολική επιδότηση για την υλοποίηση μέτρων στήριξης υπέρ των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Περιφέρεια της Basilicata, απόφαση εντασσόμενη στο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης των διαρθρωτικών παρεμβάσεων που προβλέπει ο στόχος αριθ. 1 για την Ιταλία, η Επιτροπή ενέκρινε την παροχή της συνδρομής που ζήτησαν οι ιταλικές αρχές (στο εξής: απόφαση παροχής της συνδρομής). Κατά το άρθρο 5 της εν λόγω αποφάσεως, η «κοινοτική συνδρομή αφορά τις δαπάνες που συνδέονται με τις πράξεις που προβλέπει η συνολική επιδότηση, ως προς τις οποίες θα έχουν αναληφθεί, στο επίπεδο του κράτους μέλους, νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις, και για τις οποίες θα έχουν δεσμευθεί ειδικά, το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 1999, οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι», η δε «προθεσμία για την λογιστική εγγραφή των δαπανών που αφορούν τις δράσεις αυτές λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2001».
19. Το σχέδιο συνολικής επιδοτήσεως που διαβίβασαν οι εθνικές αρχές στην Επιτροπή προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνδρομή προσαρτήθηκε στην απόφαση περί παροχής της εν λόγω συνδρομής (στο εξής: σχέδιο συνολικής επιδοτήσεως) και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η εκτέλεση του μέτρου θα χωρούσε σε τρεις φάσεις, ήτοι φάση «προωθήσεως», φάση «συστάσεως» και φάση «διαχειρίσεως» του ΤΚΚ (σημείο 5.2.2). Εξάλλου, στο σημείο 5.2.5 αναφερόταν ότι το κεφάλαιο ανερχόταν σε 9,7 εκατομμύρια ευρώ, από τα οποία 4,7 εκατομμύρια ευρώ προέρχονταν από το ΕΤΠΑ, και ότι, σύμφωνα με το Δελτίο αριθ. 19, το οποίο προσηρτάτο στην απόφαση 97/322, έπρεπε να νοείται ως «δέσμευση» η «νομική πράξη της σύστασης του κεφαλαίου του Ταμείου» και ως «δαπάνες» η «καταβολή σε μετρητά των τμημάτων κεφαλαίου του ΤΚΚ που καταβάλλεται από τους συμμετέχοντες». Τέλος, στο σχέδιο οριζόταν ότι οι δεσμεύσεις έπρεπε να αναληφθούν «το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 1999» (σημείο 5.2.6) και ότι το ταμείο θα είχε διάρκεια δέκα ετών από της συστάσεώς του.
20. Οι λεπτομέρειες χορηγήσεως της συνολικής επιδοτήσεως ορίστηκαν με σύμβαση που συνήφθη στις 22 Ιουλίου 1999 μεταξύ της Επιτροπής και του Centro europeo di impresa e innovazione Systema BIC Basilicata, το οποίο αρχικά είχε ενεργήσει ως ενδιάμεσος φορέας για τη συνολική επιδότηση και το οποίο διαδέχθηκε στη συνέχεια η προσφεύγουσα (στο εξής: σύμβαση). Η εν λόγω σύμβαση προβλέπει, στο άρθρο 9, τη σύσταση επιτροπής παρακολουθήσεως, απαρτιζομένης από τους εκπροσώπους της Επιτροπής, τους εκπροσώπους των αρμοδίων εθνικών αρχών και από τους εκπροσώπους του ενδιάμεσου φορέα.
21. Στο άρθρο 13 της συμβάσεως ορίζονται τα εξής:
«[...]
2. […] η καταβολή του τελικού υπολοίπου εξαρτάται από τις κατωτέρω προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς:
– υποβολή από τη Regione Basilicata στην Επιτροπή αιτήσεως καταβολής, δεόντως θεωρημένης [από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών], εντός έξι μηνών από της υλοποιήσεως της δράσεως για την οποία πρόκειται,
[…]
4. Οι δεσμεύσεις σχετικά με δαπάνες υπέρ των πρωτοβουλιών που τυγχάνουν της συνδρομής της συνολικής επιδοτήσεως (απόφαση χορηγήσεως, σύναψη των συμβάσεων για τις εξωτερικές δράσεις) πρέπει να αναληφθούν το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999. Οι καταβολές που πραγματοποιούνται από τον ενδιάμεσο φορέα προς εκτέλεση της συνολικής επιδοτήσεως χωρούν το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 2001 και η υποβολή στην Επιτροπή των λογαριασμών που αφορούν τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενδιάμεσος φορέας για την υλοποίηση της εν λόγω επιδοτήσεως χωρεί το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2002.»
22. Στο άρθρο 16, παράγραφος 5, της συμβάσεως ορίζονται τα εξής:
«Αν ο ενδιάμεσος φορέας αθετήσει κάποια από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στη σύμβαση ή δεν την εκπληρώνει προσηκόντως, η Επιτροπή –κατόπιν συνεννοήσεως με τη Regione Basilicata– μπορεί να τον καλέσει, με συστημένη επιστολή, να εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωση. Αν η υποχρέωση δεν εκπληρωθεί εντός μηνός από της οχλήσεως, η Επιτροπή μπορεί, ενεργώντας συντονισμένα με τη Regione Basilicata, ανεξάρτητα από τις συνέπειες που προβλέπει η διέπουσα τη σύμβαση νομοθεσία, να λύσει τη σύμβαση χωρίς άλλη διατύπωση.»
23. Το άρθρο 18 της συμβάσεως προβλέπει ότι η σύμβαση λήγει στις 30 Ιουνίου 2002.
Η σύσταση και η θέση σε λειτουργία του ΤΚΚ
24. Το ΤΚΚ συστάθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1999, με χρηματοδότηση 9,7 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων το ΕΤΠΑ εισέφερε 4,7 εκατομμύρια ευρώ και ιδιώτες επενδυτές 5 εκατομμύρια ευρώ. Οι καταβολές του μετοχικού κεφαλαίου πραγματοποιήθηκαν στο σύνολό τους μεταξύ του Φεβρουαρίου του 2000 και του Δεκεμβρίου του 2001.
25. Με έγγραφο της 18ης Μαρτίου 2003, η Περιφέρεια Basilicata διαβίβασε στο ιταλικό Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών την τελική δήλωση των δαπανών και την αίτηση πληρωμής που της υπέβαλε η αναιρεσείουσα. Στις 20 Μαρτίου 2003, το εν λόγω υπουργείο διαβίβασε τα έγγραφα αυτά στην Επιτροπή.
26. Με έγγραφο της 10ης Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή ανακοίνωσε στις ιταλικές αρχές και στην αναιρεσείουσα ότι θεωρούσε ότι, κατ’ εφαρμογή του σημείου Δ του Δελτίου αριθ. 19, δεν δικαιολογούνταν ένα μέρος της παρασχεθείσης συνδρομής, καθότι δεν είχε επενδυθεί στις ΜΜΕ πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2001.
27. Στις 20 Απριλίου 2006, μετά από ανταλλαγή επιστολών με την αναιρεσείουσα, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Θεωρώντας ότι ένα μέρος της συνδρομής του ΕΤΠΑ δεν είχε χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση συμμετοχών στις επιχειρήσεις εντός της προθεσμίας που είχε τάξει η απόφαση χορηγήσεως της συνδρομής, ήτοι μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001, μείωσε την παρεχόμενη στο πλαίσιο της συνολικής επιδοτήσεως υπέρ της Περιφερείας της Basilicata συνδρομή κατά 4 554 108,91 ευρώ και ζήτησε την επιστροφή ποσού 3 434 108,91 ευρώ από την καταβληθείσα συνδρομή.
III – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
28. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Ιουνίου 2006, η νύν αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτούμενη και την καταβολή αποζημιώσεως.
29. Προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προέβαλε τους κάτωθι έξι λόγους:
– έλλειψη λογικής αλληλουχίας, ανεπιεικής χαρακτήρας και μη συνδρομή των νομικών και πραγματικών προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως,
– παράβαση των διατάξεων του Δελτίου αριθ. 19,
– καταστρατήγηση των διαδικαστικών κανόνων που περιέχονται στο άρθρο 16 της συμβάσεως καθώς και στα άρθρα 25 και 26 του κανονισμού 4253/88,
– παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου,
– παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθώς και
– της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
30. Η προσφεύγουσα στήριξε το αίτημά της περί αποζημιώσεως στην υποκειμενική ευθύνη που απορρέει από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και στην αντικειμενική ευθύνη από νόμιμη πράξη.
31. Το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι, χάριν οικονομίας της διαδικασίας, ήταν σκόπιμο να εξετάσει απευθείας τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα, χωρίς να αποφανθεί προηγουμένως επί του παραδεκτού της προσφυγής. Στη συνέχεια, διαπίστωσε ότι η προσφυγή ακυρώσεως ήταν αβάσιμη. Τέλος, απέρριψε το αίτημα περί αποζημιώσεως ως αβάσιμο.
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
32. Η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Με την αίτηση αναιρέσεως, ζητεί από το Δικαστήριο:
– να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας υπό το φως των κριτηρίων του Δικαστηρίου, και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της παρούσης διαδικασίας καθώς και στα έξοδα που συνδέονται με την εκδίκαση της υποθέσεως T-176/06.
33. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, και
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης καθώς και σε αυτά της πρωτόδικης διαδικασίας.
34. Μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο προχώρησε σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στις 3 Σεπτεμβρίου 2009, συζήτηση στην οποία έλαβαν μέρος οι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας και της Επιτροπής. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας και οι εκπρόσωποι της Επιτροπής συμπλήρωσαν τις γραπτές παρατηρήσεις τους.
V – Τα επιχειρήματα της Επιτροπής όσον αφορά το παραδεκτό της ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής
35. Στην υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή προέβαλε ορισμένα επιχειρήματα προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως ήταν απαράδεκτη. Εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορούσε άμεσα την προσφεύγουσα κατά την έννοια του άρθρου 230, παράγραφος 4, ΕΚ.
36. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να εξεταστεί εν προκειμένω η βασιμότητα των επιχειρημάτων αυτών. Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι τα επιχειρήματα σχετικά με το παραδεκτό της ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής ακυρώσεως θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά μόνο στο πλαίσιο αναιρέσεως σκοπούσας στην εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ο διάδικος εκείνος που επιδιώκει να υποκαταστήσει απόφαση του Πρωτοδικείου, κατά την οποία προσφυγή ακυρώσεως είναι αβάσιμη, με απόφαση κατά την οποία η εν λόγω προσφυγή είναι απαράδεκτη πρέπει να ζητήσει από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την απόφαση του Πρωτοδικείου και να αποφανθεί οριστικά επί της προσφυγής που αποτέλεσε το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας (12). Όμως, διαπιστώνεται ότι, στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή δεν άσκησε παρεμπίπτουσα αναίρεση με αντικείμενο την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (13). Αντίθετα, ζήτησε ρητά την επικύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της. Από το γεγονός αυτό συνάγω ότι η Επιτροπή θέλησε να διατυπώσει ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το Πρωτοδικείο έκρινε το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής, χωρίς, ωστόσο, να ζητήσει την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, δεδομένου ότι η Επιτροπή επιβεβαίωσε την ερμηνεία αυτή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παρέλκει η εξέταση της βασιμότητας των εν λόγω επιχειρημάτων της.
VI – Η αίτηση της αναιρεσείουσας
37. Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει δέκα λόγους αναιρέσεως. Με τους οκτώ εξ αυτών, αμφισβητεί το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημά της για ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής (Α). Οι δύο άλλοι λόγοι αφορούν το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημά της περί αποζημιώσεως (Β).
Οι οκτώ λόγοι που αφορούν την απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως
1. Επί του πρώτου λόγου ο οποίος αντλείται από το ότι το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παραμόρφωσε την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα προσφυγή ακυρώσεως
38. O πρώτος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 36 και 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
39. Στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, με την ενώπιόν του ασκηθείσα προσφυγή της, η προσφεύγουσα και νύν αναιρεσείουσα στρεφόταν κατ’ ουσίαν κατά της θέσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι συμμετοχές του ΤΚΚ στις ΜΜΕ έπρεπε να αποκτηθούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το ζήτημα αυτό αναγόταν ιδίως στον λόγο που αφορούσε τη μη τήρηση του Δελτίου αριθ. 19, λόγο τον οποίο εξέτασε στις σκέψεις 37 έως 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
40. Κατόπιν, στις σκέψεις 60 έως 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τον λόγο ακυρώσεως, σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή θεμελίωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στην «προϋπόθεση της λυσιτελείας» η οποία δεν αποτελούσε στοιχείο των εφαρμοστέων στην κοινοτική συνδρομή διατάξεων. Στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο αυτόν. Διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε στηρίξει την προσβαλλόμενη απόφαση ιδίως στις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19 και ότι οι υπόλοιπες σκέψεις χρησίμευαν απλώς για να ενισχύσουν περαιτέρω την υιοθετηθείσα ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων. Επικαλούμενο την προηγηθείσα εξέταση του λόγου που αφορούσε τη μη τήρηση του Δελτίου αριθ. 19, στις σκέψεις 37 έως 59 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η Επιτροπή νομιμοποιούνταν να μειώσει την κοινοτική συνδρομή με βάση τις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19. Στηριζόμενο στη διαπίστωση αυτή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν ο ισχυρισμός περί ανυπαρξίας της «προϋποθέσεως της λυσιτελείας» ήταν βάσιμος, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, ο προβληθείς από την προσφεύγουσα λόγος ακυρώσεως δεν ήταν βάσιμος.
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
41. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο, πρώτον, ότι παρερμήνευσε την προσβαλλόμενη απόφαση στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεχόμενο ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της ιδίως στις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19 και ότι οι υπόλοιπες αιτιολογικές σκέψεις χρησίμευαν απλώς για να ενισχύσουν την υιοθετηθείσα ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων. Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτίστως στην «προϋπόθεση της λυσιτελείας» στην οποία αναφέρεται η 22η αιτιολογική σκέψη και ότι οι εκτιθέμενες στη συνέχεια αιτιολογικές σκέψεις σχετικά με το Δελτίο αριθ. 19 εξαρτώνται από τον ουσιαστικό έλεγχο της εν λόγω «προϋποθέσεως της λυσιτελείας».
42. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρερμήνευσε την έννοια και, κατά συνέπεια, το περιεχόμενο της προσφυγής ακυρώσεως. Στην εν λόγω προσφυγή ακυρώσεως, η νύν αναιρεσείουσα επέκρινε, πρωτίστως, το ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της στην «προϋπόθεση της λυσιτελείας», η οποία δεν υφίσταται. Δεχόμενο ότι η προσφυγή της στρεφόταν κατ’ ουσίαν κατά της εκτιμήσεως της Επιτροπής ότι οι συμμετοχές του ΤΚΚ στο κεφάλαιο των ΜΜΕ έπρεπε να αποκτηθούν το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001, το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε την έννοια της ενώπιόν του προσφυγής της. Η αναιρεσείουσα καταγγέλλει το γεγονός ότι η αντιστροφή της σειράς εξετάσεως των ισχυρισμών της, στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βασίζεται στην πεπλανημένη αυτή εκτίμηση του περιεχομένου της προσφυγής της. Κατά τη γνώμη της, το Πρωτοδικείο δεν θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός της περί ανυπαρξίας της «προϋποθέσεως της λυσιτελείας» δεν ασκούσε επιρροή αν δεν είχε προβεί στην αντιστροφή αυτή της σειράς των λόγων ακυρώσεως. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε το περιεχόμενο της προσφυγής της.
43. Η Επιτροπή εκτιμά, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο δεν παρερμήνευσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση στο Δελτίο αριθ. 19. Η «προϋπόθεση της λυσιτελείας» στην οποία αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι το στοιχείο στο οποίο βασίστηκε η εκδοθείσα απόφαση αλλά έννοια που αποτελεί τον λόγο υπάρξεως των κανόνων λειτουργίας του ΤΚΚ καθώς και το κλειδί της ερμηνείας τους.
44. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνιστούν απλώς ένα λογικό και οργανωτικής φύσεως συλλογισμό του Πρωτοδικείου ο οποίος ουδόλως επηρέασε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο προέβη σε χωριστή εξέταση του ισχυρισμού περί ανυπαρξίας της «προϋποθέσεως της λυσιτελείας».
β) Νομική εκτίμηση
45. Η αναιρεσείουσα στηρίζει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως σε δύο αιτιάσεις οι οποίες αφορούν την παραμόρφωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την παρερμηνεία της εννοίας και του περιεχομένου της ασκηθείσας προσφυγής ακυρώσεως.
i) Η αφορώσα την παραμόρφωση της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτίαση
46. Η αιτίαση προβάλλεται παραδεκτώς, επειδή η παραμόρφωση μιας αποφάσεως της Επιτροπής είναι δυνατό να προβληθεί στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (14). Ωστόσο, δεν είναι βάσιμη. Το Πρωτοδικείο δεν παραμόρφωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενο ότι η Επιτροπή στήριξε την εν λόγω απόφαση ιδίως στις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19.
47. Οι λόγοι στους οποίους στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή δεν μπορούν να περιοριστούν στα όσα εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 22 επ. της εν λόγω αποφάσεως. Όπως υποστηρίζει ορθώς η Επιτροπή, η ανάλυση πρέπει να καλύπτει το σύνολο της αιτιολογίας. Από την εξέταση δε του συνόλου της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση στηρίχθηκε πρωτίστως στις προϋποθέσεις του Δελτίου αριθ. 19. Συγκεκριμένα, από την τελευταία περίοδο της 8ης αιτιολογικής σκέψεως καθώς και από τη 10η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία κλεισίματος η οποία κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή στηρίχθηκε στις προϋποθέσεις που προβλέπει το Δελτίο αριθ. 19. Εξάλλου, η Επιτροπή αναφέρθηκε ρητά στη μη τήρηση των προϋποθέσεων του Δελτίου αριθ. 19, στις αιτιολογικές σκέψεις 14 και 15 της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχονται στο τμήμα της αποφάσεως υπό τον τίτλο «Φύση των διαπιστωθεισών παρατυπιών». Συνεπώς, η Επιτροπή αναφέρθηκε στο Δελτίο αριθ. 19 και σε άλλα σημεία της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι μόνο στην αιτιολογική σκέψη 22.
48. Επίσης, η Επιτροπή θεώρησε ορθώς ότι η αναφορά στην «προϋπόθεση της λυσιτελείας» στην αιτιολογική σκέψη 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστά αναφορά σε μια γενική έννοια, η οποία αποτελεί έκφραση μιας αρχής που διαπνέει τις εφαρμοστέες διατάξεις. Πρόκειται, συνεπώς, όχι για «προϋπόθεση» με την στενή έννοια του όρου αλλά μάλλον για στοιχείο που υποβοηθεί την ερμηνεία των κανόνων που διέπουν την κοινοτική παρέμβαση.
49. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτίστως στη μη τήρηση των κανόνων του Δελτίου αριθ. 19. Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί.
ii) Η αφορώσα την παρερμηνεία της εννοίας και του περιεχομένου της ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής αιτίαση
50. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρερμήνευσε την έννοια και το περιεχόμενο της προσφυγής της. Υποστηρίζει ότι η αντιστροφή της σειράς εξετάσεως των λόγων ακυρώσεως είχε ως συνέπεια την παρερμηνεία της προσφυγής της.
51. Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, οι λόγοι που μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση αναιρέσεως είναι αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία θίγουσες τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο, η απλή αντιστροφή της σειράς εξετάσεως των λόγων ακυρώσεως που δεν επηρεάζει την έκβαση της διαδικασίας συνιστά μέτρο αμιγώς οργανωτικού χαρακτήρα το οποίο δεν θίγει τα συμφέροντα του προσφεύγοντος (15). Επομένως, η αντιστροφή της σειράς των λόγων ακυρώσεως της προσφεύγουσας στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστά αφεαυτής νομική πλάνη δυνάμενη να προβληθεί ως λόγος αναιρέσεως στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
52. Κατά την αναιρεσείουσα, η αντιστροφή επηρέασε την έκβαση της δίκης. Αν δεν είχε χωρήσει η αντιστροφή, το Πρωτοδικείο δεν θα είχε διαπιστώσει στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας περί απουσίας της «προϋποθέσεως της λυσιτελείας» δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ακόμη και αν ήταν βάσιμος.
53. Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη. Γεγονός είναι ότι το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε, στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην ερμηνεία του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως την οποία είχε υιοθετήσει προηγουμένως, στις σκέψεις 52 έως 59 της αποφάσεώς του. Από τυπικής απόψεως, επομένως, η αναφορά αυτή σε υιοθετηθείσα νωρίτερα ερμηνεία ήταν συνέπεια της αντιστροφής της σειράς εξετάσεως των λόγων ακυρώσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται κανέναν πειστικό λόγο θεμελιούντα την άποψη ότι η αντιστροφή της σειράς εξετάσεως των λόγων ακυρώσεως επηρέασε ουσιωδώς την έκβαση της δίκης, και ιδίως την ερμηνεία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πρόκειται, επομένως, για απλή αντιστροφή της σειράς εξετάσεως των λόγων ακυρώσεως, που δεν επηρέασε το αποτέλεσμα της εξετάσεως της προσφυγής από το Πρωτοδικείο και η οποία, συνεπώς, δεν μπορεί να προσβληθεί στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (16).
54. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση περί παρερμηνείας της εννοίας και του περιεχομένου της προσφυγής ακυρώσεως.
55. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο προέβη στην εξέταση του λόγου περί ανυπαρξίας της «προϋποθέσεως της λυσιτελείας» στην σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και απέρριψε τον συγκεκριμένο λόγο ακυρώσεως.
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
56. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
2. Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πεπλανημένη ερμηνεία των διατάξεων του Δελτίου αριθ. 19
57. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 42 έως 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με τις οποίες το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19.
58. Στο σημείο Δ του Δελτίου αριθ. 19 αναφέρεται ως καταληκτική ημερομηνία για την πραγματοποίηση των πληρωμών η ημερομηνία «κλεισίματος της κοινοτικής παρέμβασης». Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε, πρώτον, ότι οι πληρωμές κατά την έννοια του σημείου Δ συνίσταντο όχι μόνο στις απαραίτητες για την σύσταση του ΤΚΚ καταβολές αλλά και στις αποκτήσεις συμμετοχών του ΤΚΚ στο κεφάλαιο των ΜΜΕ και, δεύτερον, ότι καταληκτική ημερομηνία για την πραγματοποίηση των πληρωμών κατά την έννοια του σημείου Δ ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2001.
59. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η ερμηνεία αυτή είναι πεπλανημένη, καθόσον στηρίζεται σε κακή ερμηνεία του στόχου του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως. Το εν λόγω μέτρο αριθ. 2 αφορά τη σύσταση και τη χρηματοδότηση του ΤΚΚ και μόνο. Επομένως, τα αναγκαία για τη χρηματοδότηση του ΤΚΚ κεφάλαια θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001. Αντίθετα, η απόκτηση συμμετοχών από το ΤΚΚ στις οικείες ΜΜΕ μπορούσε να χωρήσει και μετά την 31η Δεκεμβρίου 2001. Συνεπώς, καταληκτική ημερομηνία για την απόκτηση από το ΤΚΚ συμμετοχών στις ΜΜΕ είναι η ημερομηνία λήξεως της διαρκείας του ΤΚΚ, ήτοι η 16η Δεκεμβρίου 2009.
60. Στις σκέψεις 47 έως 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επικύρωσε την ερμηνεία της Επιτροπής. Στις σκέψεις 47 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο η διάρκεια της παρεμβάσεως συμπίπτει με την διάρκεια του ΤΚΚ. Στις σκέψεις 51 έως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε ότι οι αποκτήσεις συμμετοχών στις ΜΜΕ έπρεπε να πραγματοποιηθούν πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001. Το Πρωτοδικείο στήριξε την ερμηνεία αυτή στις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19, στο σημείο 5.2.5 του σχεδίου παρεμβάσεως, στο άρθρο 5 της αποφάσεως χορηγήσεως της συνδρομής και στο άρθρο 13, παράγραφος 4, της συμβάσεως. Στις σκέψεις 56 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι μόνον η δική της ερμηνεία του Δελτίου αριθ. 19 ήταν λογική από οικονομικής απόψεως.
61. Καθό μέτρο η αναιρεσείουσα επικρίνει την ερμηνεία του Πρωτοδικείου, χωρίς να προσδιορίζει σαφώς ποιο μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορούν οι επικρίσεις της, οι οικείες αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες σύμφωνα με τα άρθρα 225 ΕΚ, 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας (17).
62. Καθό μέτρο η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 52, 53, 55, 57 και 58 καθώς και 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως μπορεί να κατατμηθεί σε πέντε σκέλη.
α) Το πρώτο σκέλος (οι αιτιάσεις οι οποίες αφορούν τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
63. Στις σκέψεις 51 και 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την προσφεύγουσα, οι όροι «δέσμευση σε εθνικό επίπεδο» και «πραγματοποιηθείσες δαπάνες» του σημείου Γ του Δελτίου αριθ. 19 δεν άφηναν καμία αμφιβολία ως προς το ότι οι συμμετοχές στις ΜΜΕ έπρεπε να είχαν αποκτηθεί πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001. Μολονότι ο ορισμός της «δεσμεύσεως», που περιέχεται στο σημείο Γ του Δελτίου αριθ. 19, μπορεί να εκληφθεί ως αναφερόμενος μόνο στη νομική πράξη της συστάσεως του ΤΚΚ, η έννοια των «πραγματοποιηθεισών δαπανών», που έπρεπε να ολοκληρωθούν πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001, δεν μπορεί να καλύπτει μόνον τις δαπάνες που αντιστοιχούν στην αρχική σύσταση του ΤΚΚ αλλά τόσο τις δαπάνες που αντιστοιχούν στις εισφορές του ΤΚΚ όσο και τις δαπάνες που αντιστοιχούν στην απόκτηση συμμετοχών στις ΜΜΕ.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
64. Η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι ο ορισμός που έδωσε το Πρωτοδικείο στην έννοια των «πραγματοποιηθεισών δαπανών» στο πλαίσιο του σημείου Γ του Δελτίου αριθ. 19 πάσχει πλάνη περί το δίκαιο.
65. Πρώτον, καταγγέλλει ότι, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υποκατέστησε με τη δική του αιτιολογία εκείνη της Επιτροπής. Από την αιτιολογική σκέψη 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή αγνόησε το επιχείρημα της προσφεύγουσας που στηριζόταν στη διάκριση μεταξύ της εννοίας της «δεσμεύσεως» και των «πραγματοποιηθεισών δαπανών». Προβαίνοντας στη διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υποκατέστησε με τη δική του την αιτιολογία της Επιτροπής.
66. Δεύτερον, η ερμηνεία του Πρωτοδικείου αντιφάσκει προς τις εφαρμοστέες διατάξεις. Το κείμενο των διατάξεων του Δελτίου αριθ. 19 δεν αναφέρεται ευθέως στην απόκτηση συμμετοχών. Εξάλλου, η ερμηνεία της εννοίας των «πραγματοποιηθεισών δαπανών» που υιοθετήθηκε από το Πρωτοδικείο συμπίπτει με την ερμηνεία που υιοθετήθηκε στον κανονισμό (ΕΚ) 1685/2000 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία (18). Δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός δεν είχε τεθεί ακόμη σε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο, η ερμηνεία του Πρωτοδικείου συνιστούσε αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού, πράγμα που ήταν αντίθετο προς τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη.
67. Τρίτον, ο ορισμός τον οποίο υιοθέτησε το Πρωτοδικείο αφίσταται της πρακτικής της Επιτροπής. Σε έγγραφό της της 4ης Ιουνίου 2004, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι επιλέξιμες δαπάνες συνίστανται στις καταβολές σε μετρητά των μερών μετοχικού κεφαλαίου του ΤΚΚ.
68. Η Επιτροπή αντιτείνει, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο δεν επινόησε, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ένα νέο ορισμό της εννοίας των «πραγματοποιηθεισών δαπανών», αντίθετο προς τον ορισμό που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Το Πρωτοδικείο στήριξε την ερμηνεία του στην αρχή, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των όρων λειτουργίας του ΤΚΚ, αφενός, και των κανόνων που αφορούν τη συμμετοχή των διαρθρωτικών ταμείων, αφετέρου. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 12 και 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή εφήρμοσε την ίδια ιδέα.
69. Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δελτίο αριθ. 19 αναγνωρίζει την αρχή ότι οι όντως πραγματοποιηθείσες δαπάνες πρέπει να συνδέονται ρητά με την πραγματική παρέμβαση χρηματοοικονομικής μηχανικής υπέρ των ΜΜΕ. Επομένως, δεν πρόκειται για καινοφανή ιδέα που εισάγεται το πρώτον με τον κανονισμό 1685/2000.
70. Τρίτον, στην επιστολή της της 4ης Ιουνίου 2004, διευκρίνισε ότι η υλοποίηση των χρηματοοικονομικών παρεμβάσεων στο επίπεδο των ΜΜΕ, και μόνον αυτή, δικαιολογεί την χορηγούμενη οικονομική συνδρομή και ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις εξηγήθηκαν από τον κοινοτικό νομοθέτη στο Δελτίο αριθ. 19.
ii) Νομική εκτίμηση
– Η αιτίαση περί υποκαταστάσεως στην αιτιολογία
71. Η αιτίαση περί υποκαταστάσεως στην αιτιολογία δεν είναι βάσιμη.
72. Είναι αληθές ότι το Πρωτοδικείο δεν επιτρέπεται να υποκαθιστά με τη δική του αιτιολογία εκείνη των αποφάσεων της Επιτροπής (19). Ωστόσο, το να εκφραστεί το Πρωτοδικείο επί των επιχειρημάτων που προβάλλει ένας διάδικος στο πλαίσιο προσφυγής δεν συνιστά αφεαυτού υποκατάσταση στην αιτιολογία, εφόσον το Πρωτοδικείο δεν αντικαθιστά με τη δική του τη θεμελίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
73. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 37, 38, 51 και 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αρκέστηκε, στη σκέψη 52 της αποφάσεώς του, στο να απορρίψει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με τα οποία η Επιτροπή ερμήνευσε πεπλανημένα τον όρο «πραγματοποιηθείσες δαπάνες» του σημείου Γ του Δελτίου αριθ. 19, χωρίς, ωστόσο, να αντικαταστήσει με τη δική της αιτιολογία τη θεμελίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο ορισμός του όρου «πραγματοποιηθείσες δαπάνες», τον οποίο υιοθέτησε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ταυτίζεται με τον ορισμό που υιοθέτησε η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 12, 13, 15 και 18 έως 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο, όπως και η Επιτροπή, διαπίστωσαν ότι η έννοια αυτή καλύπτει τις αποκτήσεις συμμετοχών στις ΜΜΕ.
74. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση περί υποκαταστάσεως στην αιτιολογία.
– Η αιτίαση περί κατασκευασμένης ερμηνείας
75. Η αιτίαση περί κατασκευασμένης ερμηνείας της εννοίας των πραγματοποιηθεισών δαπανών δεν είναι βάσιμη. Η ερμηνεία του Πρωτοδικείου στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται στις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19. Το Πρωτοδικείο θεώρησε ορθώς ότι, σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στο σημείο Γ του Δελτίου αριθ. 19, οι όντως πραγματοποιηθείσες δαπάνες αντιστοιχούν στην καταβολή σε μετρητά του αποδεσμευθέντος κεφαλαίου του ΤΚΚ από τους συμμετέχοντες σ’ αυτό σε αυστηρή αντιστοιχία με τις εκθέσεις εκτελέσεως όπου μνημονεύονται οι πραγματοποιηθείσες χρηματοδοτήσεις των συμμετοχών οι οποίες αποτελούν τη δικαιολογία της εύρυθμης εξελίξεως του μέτρου. Περαιτέρω, συνήγαγε ορθώς από το σημείο vii) των γενικών αρχών του Δελτίου αριθ. 19 ότι οι λεπτομέρειες λειτουργίας του ΤΚΚ πρέπει να προσαρμόζονται στις διατάξεις περί χρηματοοικονομικής υλοποιήσεως των παρεμβάσεων, ιδίως όσον αφορά τις έννοιες της δεσμεύσεως και των όντως πραγματοποιηθεισών δαπανών, και ότι, συνεπώς, η έννοια των όντως πραγματοποιηθεισών δαπανών πρέπει να συμπεριλαμβάνει την απόκτηση συμμετοχών στις ΜΜΕ.
– Η αφορώσα την αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 1685/2000 αιτίαση
76. Η αιτίαση στο πλαίσιο της οποίας καταγγέλλεται η αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 1685/2000 πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμη. Όπως επισήμανε ορθώς η Επιτροπή, οι διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19 αναγνωρίζουν την ίδια αρχή που περιέχεται στον κανόνα αριθ. 8 του κανονισμού 1685/2000, αν και με διαφορετικό τρόπο. Επομένως, ο κανόνας αριθ. 8 του κανονισμού 1685/2000 δεν εισάγει μια νέα ιδέα. Επιπλέον, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο, στη απόφασή του, ουδόλως αναφέρθηκε στον κανονισμό 1685/2000. Η συλλογιστική του στηρίζεται μόνο στους ratione temporis εφαρμοστέους κανόνες.
– Η αφορώσα την αντίφαση μεταξύ της ερμηνείας του Πρωτοδικείου και της πρακτικής της Επιτροπής αιτίαση
77. Τέλος, η αιτίαση περί αντιφάσεως μεταξύ της ερμηνείας του Πρωτοδικείου και της πρακτικής της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η επιστολή της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 2004 περιείχε κάποια ένδειξη ότι η Επιτροπή συμφωνούσε με την ερμηνεία της προσφεύγουσας (πράγμα που η Επιτροπή αρνείται), το γεγονός αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να στηρίξει την άποψη ότι η ερμηνεία του Πρωτοδικείου πάσχει πλάνη περί το δίκαιο. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η ερμηνεία του Πρωτοδικείου συμπίπτει με την ερμηνεία της Επιτροπής, αλλά μάλλον αν η εν λόγω ερμηνεία είναι σύμφωνη με του εφαρμοστέους κανόνες.
– Ενδιάμεσο συμπέρασμα
78. Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
β) Το δεύτερο σκέλος (η αιτίαση η οποία αφορά τη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
79. Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι οι ορισμοί που περιέχονται στο σημείο 5.2.5 του σχεδίου συνολικής επιδοτήσεως ταυτίζονται με τους ορισμούς που περιέχονται στο σημείο Γ του Δελτίου αριθ. 19.
80. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο ορισμός που έδωσε το Πρωτοδικείο στον όρο «όντως πραγματοποιηθείσες δαπάνες» που περιέχεται στο σημείο Γ του Δελτίου αριθ. 19 ανατρέπεται από τον ορισμό του όρου «δαπάνες» που περιέχεται στο σημείο 5.2.5 του σχεδίου της συνολικής επιδοτήσεως. Σε αντίθεση με τα γενόμενα δεκτά από το Πρωτοδικείο, το εν λόγω σημείο 5.2.5 δεν διαλαμβάνει απλώς εκ νέου τον ορισμό που δίδεται στο σημείο Γ του Δελτίου αριθ. 19, αλλ’ αποκλείει σαφώς του περιεχομένου και του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω εννοίας τις αποκτήσεις συμμετοχών στις ΜΜΕ.
81. Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη. Σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στο σημείο 5.2.5 του σχεδίου συνολικής επιδοτήσεως, με τον όρο «δαπάνες» νοείται η καταβολή σε μετρητά των τμημάτων κεφαλαίου που αποδεσμεύεται από το ΤΚΚ σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου Γ του Δελτίου αριθ. 19. Επομένως, ο όρος «δαπάνες» στον οποίο αναφέρεται το σημείο 5.2.5 παραπέμπει στον όρο «όντως πραγματοποιηθείσες δαπάνες» που περιέχεται στο σημείο Γ του Δελτίου αριθ. 19.
82. Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου πρέπει να απορριφθεί.
γ) Το τρίτο σκέλος (οι αιτιάσεις που αφορούν τη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
83. Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι το άρθρο 13, παράγραφος 4, της συμβάσεως βρίσκεται σε προφανή αντίφαση προς την ερμηνεία της προσφεύγουσας. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι οι δεσμεύσεις για πραγματοποίηση δαπανών υπέρ των πρωτοβουλιών που τυγχάνουν της συνδρομής της συνολικής επιδοτήσεως (απόφαση χορηγήσεως, σύναψη των συμβάσεων για τις εξωτερικές δραστηριότητες) πρέπει να αναληφθούν το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1999 και ότι οι καταβολές εκ μέρους του ενδιάμεσου φορέα που προβλέπονται προς υλοποίηση της συνολικής επιδοτήσεως θα πραγματοποιηθούν το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, αφενός, «οι πρωτοβουλίες που τυγχάνουν των συνδρομών της επιδοτήσεως» είναι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αιτήσεις που υποβάλλονται από τις ΜΜΕ για απόκτηση συμμετοχών στο κεφάλαιό τους και, αφετέρου, «οι καταβολές που πραγματοποιεί ο μεσάζων» δεν μπορούν να είναι τίποτε άλλο παρά οι εν λόγω αποκτήσεις συμμετοχών.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
84. Η αναιρεσείουσα θεωρεί, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε πεπλανημένα το περιεχόμενο και τους στόχους του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως. Υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι το εν λόγω μέτρο αριθ. 2 έχει ως στόχο τη σύσταση και τη χρηματοδότηση του ΤΚΚ, οι όροι «δεσμεύσεις» και «καταβολές» που περιέχονται στο άρθρο 13, παράγραφος 4, της συμβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορούν τη σύσταση και τη χρηματοδότηση του ΤΚΚ. Στο πλαίσιο αυτό, επικαλείται τα σημεία 5.2.1 και 5.2.3 του σχεδίου της συνολικής επιδοτήσεως.
85. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη δεχόμενο ότι οι πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των οποίων προορίζονται οι συνδρομές είναι οι αιτήσεις των ΜΜΕ για απόκτηση συμμετοχών στο μετοχικό τους κεφάλαιο. Αυτό διαψεύδεται από το γεγονός ότι ο αποδέκτης του ευεργετήματος του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως είναι ο ενδιάμεσος φορέας και όχι οι ΜΜΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα επικαλείται το σημείο 5.2.7 του σχεδίου της συνολικής επιδοτήσεως.
86. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι το άρθρο 13, παράγραφος 4, της συμβάσεως είναι πολύ σαφώς διατυπωμένο και ότι η αναιρεσείουσα στηρίζεται σε μια τεχνητή διάκριση μεταξύ της «φάσεως υλοποιήσεως» και της «φάσεως λειτουργίας» του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως. Ο στόχος του μέτρου αριθ. 2 δεν μπορεί να περιοριστεί στη φάση της υλοποιήσεως, αλλά συμπεριλαμβάνει και τη φάση της λειτουργίας. Η γενική αρχή που διέπει όλες τις παρεμβάσεις των διαρθρωτικών ταμείων είναι ότι η κοινοτική συγχρηματοδότηση πρέπει να επιτυγχάνει ένα συγκεκριμένο στόχο εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Ο στόχος του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως είναι η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσεως των ΜΜΕ στην Περιφέρεια Basilicata.
ii) Νομική εκτίμηση
87. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν είναι βάσιμες.
88. Πρώτον, από το γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 4, της συμβάσεως προκύπτει ότι οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον ενδιάμεσο φορέα (ήτοι την αναιρεσείουσα) σε εκτέλεση της συνολικής επιδοτήσεως έπρεπε να χωρήσουν το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 2001 και ότι η υποβολή των λογαριασμών στην Επιτροπή, όσον αφορά τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενδιάμεσος φορέας για την εκτέλεση αυτή, έπρεπε να χωρήσει το αργότερο στις 20 Ιουνίου 2002.
89. Δεύτερον, ούτε στο σημείο 5.2.1 ούτε στο σημείο 5.2.3 του σχεδίου της συνολικής επιδοτήσεως περιέχονται στοιχεία ικανά να κλονίσουν την ορθότητα της ερμηνείας του Πρωτοδικείου που στηρίζεται στο Δελτίο αριθ. 19 και στη σαφέστατη διατύπωση του άρθρου 13, παράγραφος 4, της συμβάσεως. Κατά το σημείο 5.2.1 του σχεδίου της συνολικής επιδοτήσεως, η σύσταση του ΤΚΚ, στο οποίο θα ανετίθετο η χορήγηση των χρηματοοικονομικών παρεμβάσεων σε ΜΜΕ εγκατεστημένες στην Basilicata ή προτιθέμενες να εγκατασταθούν στην εν λόγω περιφέρεια, έπρεπε να χωρήσει σύμφωνα με το Δελτίο αριθ. 19. Άλλωστε, ο προορισμός και ο σκοπός του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως στους οποίους αναφέρεται η εν λόγω διάταξη ανάγονται σαφώς στην προώθηση των ΜΜΕ στην Περιφέρεια Basilicata. Εξάλλου, το σημείο 5.2.3 του σχεδίου της συνολικής επιδοτήσεως ορίζει ότι η υλοποίηση του μέτρου θα πρέπει να συνίσταται στη σύσταση ενός ΤΚΚ σύμφωνα με το ανωτέρω νομικό πλαίσιο. Το νομικό δε πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται είναι το Δελτίο αριθ. 19.
90. Τρίτον, τυχόν ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 4, της συμβάσεως, σύμφωνα με την οποία η έκφραση «στηριζόμενες πρωτοβουλίες» αφορά μόνον την αναιρεσείουσα, δεν συνάδει με το γράμμα της εν λόγω διατάξεως που ορίζει ότι οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον μεσάζοντα υπέρ των στηριζομένων πρωτοβουλιών σε εκτέλεση της συνολικής επιδοτήσεως πρέπει να χωρήσουν το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001.
91. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
δ) Το τέταρτο σκέλος (οι αιτιάσεις οι οποίες αφορούν τις σκέψεις 57 και 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
92. Στο πλαίσιο του τετάρτου σκέλους, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 57 και 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στις σκέψεις 56 έως 58 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με τα οποία μόνον η δική της ερμηνεία ευσταθούσε από οικονομικής απόψεως, καθόσον θα ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να πραγματοποιηθούν οι χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001, ημερομηνία απέχουσα πολύ λίγο από την 31η Δεκεμβρίου 1999, ημερομηνία συστάσεως του ΤΚΚ. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα αυτά.
93. Στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι το σχέδιο της επιδοτήσεως προέβλεπε, στο σημείο 5.2.2, μια πρώτη φάση υλοποιήσεως της κοινοτικής παρεμβάσεως, γνωστή ως φάση «προωθήσεως του ταμείου». Δέχθηκε ότι, διαρκούσης της φάσεως αυτής, που προηγήθηκε της φάσεως συστάσεως του ταμείου, έπρεπε να γίνει η προπαρασκευαστική εργασία που συνίστατο στον εντοπισμό των επιχειρήσεων που ενδεχομένως θα ενδιαφέρονταν για το ΤΚΚ και να πραγματοποιηθεί μια προκαταρκτική εκτίμηση. Εξ αυτού συνήγαγε ότι το γεγονός ότι η προθεσμία για την απόκτηση συμμετοχών είχε ορισθεί στις 31 Δεκεμβρίου 2001 δεν καθιστούσε οπωσδήποτε αδύνατη την υλοποίηση των χρηματοοικονομικών παρεμβάσεων. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, δεδομένου ότι τα ποσά που θα επενδύονταν σε κάθε ΜΜΕ δεν θα υπερέβαιναν το 1 εκατομμύριο ευρώ, δεν ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί μεγάλος αριθμός πράξεων για να εξαντληθεί το συνολικό ποσό της κοινοτικής συνδρομής το οποίο ανερχόταν σε 5 εκατομμύρια ευρώ περίπου.
94. Στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αντέδρασε στο επιχείρημα της προσφεύγουσας που στηριζόταν στο γεγονός ότι οι καταβολές των τμημάτων κεφαλαίου του ΤΚΚ μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001. Θεώρησε ότι, μολονότι δεν προβλεπόταν ημερομηνία διαφορετική από την 31η Δεκεμβρίου 2001 για τις εν λόγω καταβολές, από τους εφαρμοστέους κανόνες προέκυπτε ότι οι εν λόγω καταβολές υπέρ του ΤΚΚ έπρεπε να πραγματοποιηθούν αρκετά νωρίς ώστε να καταστεί δυνατή η χρησιμοποίηση του συνόλου των κοινοτικών κεφαλαίων προς επένδυση στις ΜΜΕ πριν από τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί για τις πληρωμές.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
95. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο υπαινίχθηκε στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι πέντε τοποθετήσεις αρκούσαν για να εξαντληθεί το ποσό της κοινοτικής συνδρομής, καθόσον μια επένδυση μπορούσε να φτάσει μέχρι το ποσό του 1 εκατομμυρίου ευρώ. Η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν συμβιβάζεται ούτε με το γράμμα του σχεδίου, που απαιτούσε ύπαρξη δέκα τουλάχιστον εταιριών προς χρηματοδότηση, ούτε με τον στόχο της χρηματοδοτήσεως του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού επιχειρήσεων.
96. Υποστήριξε περαιτέρω ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου, στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι αντιφατική. Αφενός, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι δεν υπήρχε νομική υποχρέωση να χρηματοδοτηθεί το ΤΚΚ πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001. Αφετέρου, δέχθηκε ότι υπήρχε νομική υποχρέωση για χρηματοδότηση της προσφεύγουσας προ της 31ης Δεκεμβρίου 2001. Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι στο σημείο 5.2.6 του σχεδίου της συνολικής επιδοτήσεως ορίζεται ότι η «δαπάνη», ήτοι μόνον η καταβολή στο ΤΚΚ, έπρεπε να πραγματοποιηθεί εντός δύο ετών μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την ανάληψη των δεσμεύσεων, ήτοι μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001.
97. Κατά την Επιτροπή, η τέταρτη αιτίαση της αναιρεσείουσας δεν είναι λυσιτελής. Υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε πρωτίστως στη συλλογιστική που περιέχεται στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία οι εφαρμοστέες διατάξεις είναι διατυπωμένες με ακρίβεια. Η συλλογιστική που περιέχεται στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχει μόνον επικουρικό χαρακτήρα.
98. Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά του Πρωτοδικείου στο ότι αρκεί περιορισμένος αριθμός χρηματοοικονομικών πράξεων για να εξαντληθεί η συγχρηματοδότηση συνιστά ένα μόνο στοιχείο μιας πολύ συνθετότερης συλλογιστικής. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε πρωτίστως ότι το σχέδιο της συνολικής επιδοτήσεως προέβλεπε μια πρώτη φάση προωθήσεως του ταμείου και ότι η φάση αυτή παρείχε τη δυνατότητα να υπάρξει προετοιμασία πριν από τη μετάβαση στη φάση συστάσεως του ταμείου.
99. Εξάλλου, η Επιτροπή εκτιμά ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου, που περιέχεται στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι αντιφατική. Αφού η έννοια των δαπανών καλύπτει τις αποκτήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιο των ΜΜΕ, είναι προφανές ότι οι καταβολές έπρεπε να είχαν πραγματοποιηθεί αρκετά νωρίς ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης χρησιμοποίηση των κοινοτικών κεφαλαίων για την πραγματοποίηση επενδύσεων στις ΜΜΕ προ της λήξεως της ταχθείσης για τις πληρωμές προθεσμίας.
ii) Νομική εκτίμηση
– Η αιτίαση του τετάρτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως δεν είναι λυσιτελής
100. Όπως υποστηρίζει ορθώς η Επιτροπή, η αιτίαση που αποτελεί το τέταρτο σκέλος δεν είναι λυσιτελής. Όπως προκύπτει ιδίως από τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο στήριξε την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως της προσφεύγουσας πρωτίστως στο ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις είναι σαφείς και συγκλίνουσες. Συνεπώς, οι σκέψεις 57 και 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περιέχουν λόγους επικουρικού μόνο χαρακτήρα. Επομένως, οι αιτιάσεις που στρέφονται κατά των σκέψεων αυτών πρέπει να απορριφθούν ως μη ασκούσες επιρροή, καθότι, και αν ακόμη ήταν βάσιμες, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (20).
101. Εν πάση περιπτώσει, οι διάφορες αιτιάσεις που διατυπώνονται στο πλαίσιο του τετάρτου σκέλους δεν μπορούν να γίνουν δεκτές.
– Η αφορώσα τη μη συμμόρφωση με τη διάταξη που επιβάλλει χρηματοδότηση τουλάχιστον δέκα εταιριών αιτίαση
102. Η αιτίαση περί μη συμμορφώσεως με τη διάταξη που απαιτεί τη χρηματοδότηση τουλάχιστον δέκα εταιριών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη όχι μόνο για τον λόγο που εκτίθεται στο σημείο 100 των παρουσών προτάσεων αλλά και για τον κατωτέρω εκτιθέμενο λόγο. Όπως επισημαίνει ορθώς η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα της προσφεύγουσας περί αδυναμίας πραγματοποιήσεως των αποκτήσεων συμμετοχών πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001 στηριζόμενο, πρώτα, στην ύπαρξη μιας φάσεως προωθήσεως του ταμείου, κατά την οποία η προσφεύγουσα μπορούσε να είχε κάνει την αναγκαία προετοιμασία. Η θεμελίωση αυτή αρκεί από μόνη της για να στηρίξει τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου. Δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε από την προσφεύγουσα, η αιτίαση περί μη συμμορφώσεως με τη διάταξη που απαιτούσε να χρηματοδοτηθούν τουλάχιστον δέκα εταιρίες πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
103. Οπωσδήποτε δε, η αιτίαση της αναιρεσείουσας δεν είναι βάσιμη.
104. Σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την νυν αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν απεφάνθη ότι η προσφεύγουσα έπρεπε να χρηματοδοτήσει μόνον πέντε εταιρίες. Στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε μόνο στην οικονομική συνεισφορά του ΕΤΠΑ στο ΤΚΚ, που ανερχόταν σε 4,7 εκατομμύρια ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι το συνολικό κεφάλαιο του ΤΚΚ ανερχόταν σε 9,7 εκατομμύρια ευρώ. Και αν ακόμη η αναιρεσείουσα είχε προβεί σε αποκτήσεις συμμετοχών 1 εκατομμυρίου ευρώ το πολύ (21), θα είχε χρειαστεί να πραγματοποιήσει δέκα χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις για να επενδύσει ολόκληρο το εισφερθέν στο ΤΚΚ ποσό. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν πρότεινε ερμηνεία αντιφατική προς το σχέδιο της συνολικής επιδοτήσεως, κατά το οποίο έπρεπε να χρηματοδοτηθούν τουλάχιστον δέκα εταιρίες.
105. Περαιτέρω, στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν ανέφερε ότι έπρεπε να χρηματοδοτηθεί ο μικρότερος δυνατός αριθμός ΜΜΕ. Κατέδειξε απλώς ότι δεν ήταν βάσιμο το επιχείρημα της προσφεύγουσας σχετικά με την αδυναμία πραγματοποιήσεως των αποκτήσεων συμμετοχών στο κεφάλαιο των ΜΜΕ.
106. Επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
– Η αφορώσα την αντιφατική συλλογιστική αιτίαση
107. Η αιτίαση ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατική δεν είναι βάσιμη. Η συλλογιστική του Πρωτοδικείου δεν περιέχει αντιφάσεις. Είναι αληθές ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε, στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις δεν προέβλεπαν ρητώς καταληκτική ημερομηνία για την καταβολή του ποσού χρηματοδοτήσεως του ΤΚΚ. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο θεώρησε ορθώς ότι η 31η Δεκεμβρίου 2001 ήταν η καταληκτική ημερομηνία για την απόκτηση συμμετοχών στο κεφάλαιο των ΜΜΕ από το ΤΚΚ (22) και ότι η καταβολή του κεφαλαίου χρηματοδοτήσεως του ΤΚΚ ήταν προαπαιτούμενο της αποκτήσεως των εν λόγω συμμετοχών. Επομένως, το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου ότι η χορήγηση του κεφαλαίου χρηματοδοτήσεως του ΤΚΚ έπρεπε να χωρήσει αρκετό χρόνο πριν προκειμένου να καταστεί δυνατό να αποκτηθούν οι συμμετοχές πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 31ης Δεκεμβρίου 2001 είναι, κατά τη γνώμη μου, απόλυτα λογικό. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου είναι αντιφατική.
108. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί πεπλανημένης ερμηνείας του όρου «δαπάνες» που περιέχεται στο σημείο 5.2.5 του σχεδίου της συνολικής επιδοτήσεως πρέπει να απορριφθεί, λαμβανομένου υπόψη του σημείου 81 των παρουσών προτάσεων.
ε) Το πέμπτο σκέλος (οι αιτιάσεις οι οποίες αφορούν τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)
109. Στο πλαίσιο του πέμπτου σκέλους, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημά της ότι η διάρκεια του οικείου τύπου παρεμβάσεως ταυτιζόταν με την ελάχιστη διάρκεια του ΤΚΚ, οπότε οι αποκτήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιο των ΜΜΕ μπορούσαν να χωρήσουν μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου 2009. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι από τα σημεία Δ.1 και B.8 του Δελτίου αριθ. 19 προέκυπτε ότι η διάρκεια του ΤΚΚ και η διάρκεια του οικείου τύπου παρεμβάσεως δεν ήταν απαραίτητο να ταυτίζονται και ότι η διάρκεια του τύπου παρεμβάσεως μπορούσε να είναι βραχύτερη από τη διάρκεια του ΤΚΚ.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
110. H αναιρεσείουσα εκτιμά ότι η εν λόγω σκέψη 48 είναι αναιρετέα λόγω ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας. Το Πρωτοδικείο αρκέστηκε στο να προτείνει μια εναλλακτική λύση αντί της λύσεως που προτάθηκε από την προσφεύγουσα. Η συλλογιστική του Πρωτοδικείου δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να κατανοήσει γιατί το Πρωτοδικείο προτίμησε τη δική του λύση αντί της λύσεως που πρότεινε η προσφεύγουσα. Η λύση που πρότεινε η προσφεύγουσα δεν ήταν εσφαλμένη και φαίνεται να συνάδει περισσότερο με τη φύση του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναιρεσείουσα εμμένει στις αιτιάσεις της σχετικά με την καταληκτική ημερομηνία για τη χρηματοδότηση του ΤΚΚ και για την απόκτηση των συμμετοχών.
111. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τρόπο που δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας, ότι προκύπτει σαφώς από τις εφαρμοστέες διατάξεις ότι η διάρκεια του ΤΚΚ δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με τη διάρκεια της παρεμβάσεως.
ii) Νομική εκτίμηση
112. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν είναι βάσιμες. Στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε σαφώς το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η διάρκεια της παρεμβάσεως και η διάρκεια του ΤΚΚ έπρεπε να ταυτίζονται. Το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε συναφώς σε μια πειστική ερμηνεία των σημείων Δ.1. και B.8 του Δελτίου αριθ. 19 την οποία δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα.
113. Πρέπει, εξάλλου, να παρατηρηθεί ότι, στις σκέψεις 47 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αρκέστηκε όντως στο να απορρίψει το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η διάρκεια της παρεμβάσεως και η διάρκεια του ΤΚΚ έπρεπε να ταυτίζονται. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο δεν πρότεινε απλώς μια εναλλακτική λύση. Στις σκέψεις 51 έως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η καταληκτική ημερομηνία για την απόκτηση συμμετοχών στις ΜΜΕ ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2001 και όχι η 16η Δεκεμβρίου 2009. Συνεπώς, έκρινε, χωρίς να αφήσει περιθώρια αμφιβολίας, ότι η προτεινόμενη από την προσφεύγουσα ερμηνεία δεν συμβιβαζόταν με τις εφαρμοστέες διατάξεις.
114. Καθόσον η αναιρεσείουσα εμμένει και επαναλαμβάνει τις αιτιάσεις της σχετικά με τα συμπεράσματα του Πρωτοδικείου όσον αφορά την καταληκτική ημερομηνία για τη χρηματοδότηση του ΤΚΚ και για την απόκτηση συμμετοχών, οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν με βάση, ιδίως, τα σημεία 75, 81 και 87 έως 90 των παρουσών προτάσεων.
115. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το πέμπτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
στ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
116. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
3. Επί του τρίτου λόγου στο πλαίσιο του οποίου υποστηρίζεται ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε πεπλανημένα την προϋπόθεση της λυσιτελείας
117. Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 69 και 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στις σκέψεις 66 έως 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας στο πλαίσιο του οποίου η τελευταία επέκρινε την Επιτροπή για το ότι στήριξε την απόφασή της στην προϋπόθεση της λυσιτελείας. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατ’ αρχάς, στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε πρωτίστως όχι στην προϋπόθεση της λυσιτελείας, αλλά στο σημείο Δ του Δελτίου αριθ. 19. Στη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τόνισε ότι σε κάθε περίπτωση, μολονότι η έκφραση «προϋπόθεση της λυσιτελείας» δεν περιέχεται στις διατάξεις που διέπουν την επίμαχη συνολική επιδότηση, ο κανόνας που επιβάλλει να χρησιμεύουν οι παρεμβάσεις του ΕΤΠΑ για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων ενεργειών, όπου αυτές χρειάζονται, και να μη μένουν αδρανείς σε ένα ΤΚΚ μέχρι τη λήξη της παρεμβάσεως, προκύπτει σαφέστατα από το σύνολο των εφαρμοστέων διατάξεων και δεν είναι καινοφανής.
Επιχειρήματα των διαδίκων
118. Η αναιρεσείουσα εκτιμά, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Θεωρεί ότι κακώς το Πρωτοδικείο συνήγαγε την ύπαρξη της προϋποθέσεως της λυσιτελείας από διατάξεις οι οποίες ορίζουν απλώς την τελευταία προθεσμία για την πραγματοποίηση των διαφόρων καταβολών υπέρ του ΤΚΚ. Καμία από τις διατάξεις ή τα έγγραφα που παραθέτει το Πρωτοδικείο δεν κάνει λόγο για μια τέτοια προϋπόθεση. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δεν αναφέρθηκε σε κάποιο προηγούμενο για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη της προϋποθέσεως της λυσιτελείας. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η πλάνη αυτή είναι αναπόφευκτο επακόλουθο της κακής κατανοήσεως του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως.
119. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα επικαλείται τη σκέψη 75 της αποφάσεως Γερμανία κατά Επιτροπής (23), κατά την οποία η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής σε σχέση με τη μείωση της συνδρομής δεν της παρέχει το δικαίωμα να εκδίδει αποφάσεις που αφίστανται των πράξεών της και ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής αποτελεί για τους συναλλασσομένους θεμελιώδη παράγοντα για την εκτίμηση της ορθότητας και του κύρους της δράσεώς τους.
120. Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η έκφραση «προϋπόθεση της λυσιτελείας» δεν περιεχόταν στις εφαρμοστέες διατάξεις, αλλά συνήγαγε από τις διατάξεις αυτές ότι οι παρεμβάσεις του ΕΤΠΑ πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων ενεργειών, όπου αυτές είναι αναγκαίες, και να μη μένουν ακινητοποιημένες εντός του ΤΚΚ μέχρι το πέρας της παρεμβάσεως. Το Πρωτοδικείο επικαλέστηκε συναφώς ως νομολογιακό προηγούμενο τις σκέψεις 92 και 93 της αποφάσεώς του Regione Marche κατά Επιτροπής (24).
β) Νομική εκτίμηση
121. Η αφορώσα την ανυπαρξία της προϋποθέσεως της λυσιτελείας αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
122. Πρώτον, η εν λόγω αιτίαση δεν είναι λυσιτελής. Όπως διαπίστωσε ορθώς το Πρωτοδικείο στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή στηρίχθηκε πρωτίστως στο σημείο Δ του Δελτίου αριθ. 19 (25). Η διαπίστωση αυτή αρκεί αφεαυτής, από νομικής απόψεως, για να θεμελιώσει δεόντως το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου. Επομένως, ενδεχόμενη πλάνη του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο της εξετάσεως των επικουρικών αιτιολογικών σκέψεων της Επιτροπής, στις σκέψεις 69 και 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να θίξει το κύρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
123. Δεύτερον, η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη.
124. Όπως διαπίστωσε ορθώς το Πρωτοδικείο, η προϋπόθεση της λυσιτελείας δεν ήταν νέα προϋπόθεση την οποία αγνοούσε η προσφεύγουσα. Μολονότι η έκφραση «προϋπόθεση της λυσιτελείας» δεν περιείχετο στους εφαρμοστέους κανόνες, από το άρθρο 1 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4254/88 προκύπτει ότι οι παρεμβάσεις του ΕΤΠΑ έχουν ως στόχο να υποστηρίζουν τις δραστηριότητες των ΜΜΕ, ιδίως μέσω της βελτιώσεως της προσβάσεως των επιχειρήσεων στην κεφαλαιαγορά. Οι στόχοι αυτοί ορίστηκαν επακριβώς, όσον αφορά τα ΤΚΚ, στο Δελτίο αριθ. 19, τα σημεία Γ και Δ του οποίου ορίζουν ότι οι αποκτήσεις συμμετοχών στις ΜΜΕ έπρεπε να χωρήσουν πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001 (26).
125. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας με την οποία αυτή καταλογίζει στο Πρωτοδικείο παρανόηση του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως προκύπτει από τα σημεία 75, 81 και 87 έως 90 των παρουσών προτάσεων.
126. Όσον αφορά την αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η απόφαση της Επιτροπής αντιφάσκει προς τις πράξεις της, φρονώ ότι δεν είναι βάσιμη. Στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε αν η συνδρομή ήταν δικαιολογημένη με βάση του κανόνες που διέπουν την κοινοτική συνδρομή. Η Επιτροπή δεν επέβαλε εκ των υστέρων νέους όρους.
127. Τέλος, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν αναφέρεται σε νομολογιακό προηγούμενο δεν συνιστά αφεαυτού νομική πλάνη δυνάμενη να αποτελέσει λόγο αναιρέσεως. Άρα, θα επισημάνω όλως επικουρικώς ότι, σε αντίθεση προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο επικαλέστηκε νομολογιακό προηγούμενο, αναφερόμενο στις σκέψεις 92 και 93 της αποφάσεως Regione Marche κατά Επιτροπής (27), κατά τις οποίες οι τελικοί αποδέκτες και, συνεπώς, οι αντλούντες τα οφέλη της κοινοτικής συνδρομής είναι οι ΜΜΕ και όχι το ΤΚΚ, οπότε η επιλεξιμότητα των δαπανών συναρτάται προς τις όντως πραγματοποιηθείσες δαπάνες υπέρ των ΜΜΕ.
128. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
4. Επί του τετάρτου και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
129. Στο πλαίσιο του τετάρτου και του πέμπτου λόγου, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 79 και 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή δεν μπορούσε να κινήσει διαδικασία μειώσεως της κοινοτικής συνδρομής κατά το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, χωρίς να έχει προβάλει αντιρρήσεις ως προς την εκτέλεση κατά τη διάρκεια της φάσεως υλοποιήσεως της συνολικής επιδοτήσεως και ιδίως κατά τις συσκέψεις της επιτροπής παρακολούθησης.
130. Στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, ότι οι διατάξεις του κανονισμού 4253/88 δεν περιέχουν κανένα διαδικαστικό κανόνα εξαρτώντα το δικαίωμα της Επιτροπής να μειώσει ή να καταργήσει την κοινοτική συνδρομή από το αν διατηρούσε αμφιβολίες όσον αφορά την καλή εκτέλεση του σχεδίου πριν από το κλείσιμο της παρεμβάσεως. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι διαδικαστικοί κανόνες που δεν προβλέπονται ρητά από τον κοινοτικό νομοθέτη δεν μπορούν να συνάγονται από τον κοινοτικό δικαστή παρά μόνον όταν καθίστανται αναγκαίοι προκειμένου να τηρηθούν θεμελιώδεις αρχές όπως η αρχή του δικαιώματος άμυνας και μόνο στο μέτρο που αυτό επιβάλλεται για να διασφαλιστεί η τήρηση των εν λόγω αρχών.
131. Στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο στήριξε την απόρριψη του ισχυρισμού της προσφεύγουσας σε ένα επικουρικό επιχείρημα. Διαπίστωσε ότι ένας διαδικαστικός κανόνας, όπως ο προτεινόμενος από την προσφεύγουσα, έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει την Επιτροπή, σε πολλές περιπτώσεις, να εκδώσει απόφαση που καταργεί ή μειώνει την κοινοτική συνδρομή. Θεώρησε ότι, δεδομένου του μεγάλου αριθμού προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα, θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για την Επιτροπή να εντοπίσει το μεγαλύτερο μέρος των παραβάσεων κατά την υλοποίηση των προγραμμάτων, ιδίως όταν αφορούν τη δικαιολόγηση ή την κατάταξη των επιλεξίμων δαπανών.
α) Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από την πεπλανημένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή, στη συνέχεια, των αρχών τις οποίες εξήγγειλε το Δικαστήριο με την απόφαση Mediocurso κατά Επιτροπής
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
132. Στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
133. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον περιόρισε τη δυνατότητα συναγωγής διαδικαστικών κανόνων, μη προβλεπομένων ρητώς στη νομοθεσία, μόνο στις περιπτώσεις που οι οικείοι κανόνες είναι αναγκαίοι για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων άμυνας.
134. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δέχθηκε ότι η προσφεύγουσα θα έπρεπε να είχε επικαλεστεί την ανάγκη συναγωγής του διαδικαστικού κανόνα προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματά της άμυνας και καθόσον διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα δεν θεώρησε ότι η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων που προβλέπονται στα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της άμυνας.
135. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι δεν διακυβεύονταν τα δικαιώματα άμυνας της αναιρεσείουσας, καθότι δεν είχε κινηθεί διαδικασία που θα μπορούσε να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής για την ίδια πράξεως. Εξάλλου, το άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, αφενός, και τα άρθρα 25 και 26 του εν λόγω κανονισμού, αφετέρου, δεν υπάγονται στον αυτό Τίτλο. Ο μοναδικός στόχος των εν λόγω άρθρων 25 και 26 είναι να εξασφαλίσουν την παρακολούθηση καθώς και την αποτελεσματική αξιολόγηση της λειτουργίας των διαρθρωτικών ταμείων. Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι τα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 δεν περιέχουν κανένα διαδικαστικό κανόνα επιβάλλοντα στην Επιτροπή την υποχρέωση να αμφισβητήσει την καλή εκτέλεση ενός προγράμματος πριν από το κλείσιμο της παρεμβάσεως. Τέλος, δεν υπήρχε νομικό κενό το οποίο θα μπορούσε να θίξει τα δικαιώματα άμυνας.
ii) Νομική εκτίμηση
136. Οι αιτιάσεις περί εξαιρετικά στενής εφαρμογής των άρθρων 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 καθώς και της αρχής της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
– Η αφορώσα τη μη τήρηση του συσχετισμού μεταξύ της διαδικασίας μειώσεως και των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως αιτίαση
137. Η αιτίαση περί μη τηρήσεως του συσχετισμού μεταξύ της διαδικασίας μειώσεως της συνδρομής κατά το άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, αφενός, και των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως κατά την έννοια των άρθρων 25 και 26 αυτού, αφετέρου, πρέπει να απορριφθεί. Το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε ότι η κίνηση μιας διαδικασίας μειώσεως της συνδρομής, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 24, δεν εξαρτάται από την τήρηση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως που επιβάλλουν τα εν λόγω άρθρα 25 και 26 (28).
138. Κατ’ αρχάς, το γράμμα του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 δεν προβλέπει ότι η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 24 εξαρτάται από την τήρηση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως ή αξιολογήσεως κατά την έννοια των άρθρων 25 και 26 του ιδίου κανονισμού.
139. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι, θεωρούμενο στο πλαίσιο του συστήματος του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, το άρθρο 24 εντάσσεται στον Τίτλο VI, «Χρηματοδοτικές Διατάξεις», ενώ τα άρθρα 25 και 26 του εν λόγω κανονισμού υπάγονται στον Τίτλο VII, «Παρακολούθηση και αξιολόγηση».
140. Τέλος, η ερμηνεία ότι η τήρηση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως κατά τα εν λόγω άρθρα 25 και 26 αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της κινήσεως διαδικασίας μειώσεως της συνδρομής κατά το τροποποιημένο άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, θα περιόριζε κατά τη γνώμη μου υπερβολικά την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 24 αυτού. Η τελευταία αυτή διάταξη υποτίθεται ότι εξασφαλίζει την πραγματική τήρηση των όρων χορηγήσεως των κοινοτικών συνδρομών. Η δυνατότητα μειώσεως μιας κοινοτικής συνδρομής σε περίπτωση παρατυπίας αποτελεί σημαντικό εργαλείο στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης διαχειρίσεως των παρεμβάσεων του ΕΤΠΑ. Επιτρέπει να ελέγχεται εκ των υστέρων από τον ενδιάμεσο φορέα η χρησιμοποίηση της κοινοτικής συνδρομής. Όμως, η ερμηνεία την οποία προτείνει η αναιρεσείουσα θα είχε ως αποτέλεσμα να απαλλάξει τον ενδιάμεσο φορέα της ευθύνης για όλες τις παρατυπίες που δεν επισημάνθηκαν από την Επιτροπή στη φάση υλοποιήσεως του μέτρου. Φρονώ ότι η εν λόγω απαλλαγή του ενδιάμεσου φορέα από τις ευθύνες του δεν συμβιβάζεται με την επιδιωκόμενη εξασφάλιση της αποτελεσματικής τηρήσεως των όρων χορηγήσεως της κοινοτικής συνδρομής.
141. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή μπορεί να κινήσει τη διαδικασία μειώσεως της συνδρομής που προβλέπεται στο άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί, ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις της παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως που προβλέπονται στα άρθρα 25 και 26 αυτού. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας που προβάλλεται στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου αναιρέσεως.
142. Ωστόσο, το ζήτημα αν η μη τήρηση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως κωλύειτην κίνηση της περί μειώσεως της συνδρομής διαδικασίας του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 διαφέρει από το ζήτημα αν η Επιτροπή υποχρεούται να λάβει υπόψη τη μη τήρηση των υποχρεώσεών της παρακολουθήσεως και εκτιμήσεως στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας. Το τελευταίο αυτό ερώτημα δεν είναι κρίσιμο στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου αναιρέσεως. Θα εξεταστεί στο πλαίσιο του ογδόου λόγου, στα σημεία 213 έως 217 των παρουσών προτάσεων.
– Η εφαρμογή διαδικαστικών κανόνων που δεν προβλέπει ρητά ο κοινοτικός νομοθέτης
143. Η αιτίαση που αφορά τη μη εφαρμογή από το Πρωτοδικείο διαδικαστικών κανόνων που δεν προβλέπει ρητά ο κοινοτικός νομοθέτης πρέπει επίσης να απορριφθεί. Το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να συναγάγει διαδικαστικούς κανόνες που δεν προβλέπει ρητά ο κοινοτικός νομοθέτης παρά μόνον εφόσον και στο μέτρο που η συναγωγή αυτή καθίσταται αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση θεμελιωδών αρχών όπως η αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας.
144. Πρωτίστως, υπενθυμίζεται ότι ο ρόλος του Πρωτοδικείου περιορίζεται στην ερμηνεία και στην εφαρμογή κανόνων. Αναφερόμενο στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στα δικαιώματα άμυνας, το Πρωτοδικείο επικαλέστηκε γενική αρχή του δικαίου, ήτοι κανόνα πρωτογενούς δικαίου (29), ο οποίος εφαρμόζεται ακόμη και αν δεν περιελήφθη ρητά από τον κοινοτικό νομοθέτη στις διατάξεις δευτερογενούς δικαίου για τις οποίες πρόκειται.
145. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει προφανώς ότι το Πρωτοδικείο οφείλει να εφαρμόσει συγκεκριμένο διαδικαστικό κανόνα ακόμη και στην περίπτωση που τέτοιος κανόνας ούτε προβλέπεται από τον κοινοτικό νομοθέτη ούτε είναι αναγκαίος για να διασφαλιστεί η τήρηση κανόνων του πρωτογενούς δικαίου. Η προσέγγιση αυτή είναι πεπλανημένη. Έχει ως συνέπεια το Πρωτοδικείο να δημιουργεί το ίδιο νέο κανόνα δικαίου και με τον τρόπο αυτόν να ενεργεί καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του. Σε αντίθεση προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, ούτε η απόφαση Mediocurso κατά Επιτροπής (30) ούτε οι άλλες αποφάσεις τις οποίες αυτή επικαλείται (31) θέτουν υπό αμφισβήτηση την ανωτέρω αρχή η οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι εξίσου πρόδηλη και στοιχειώδης.
146. Ορθώς, επομένως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο προτεινόμενος από την προσφεύγουσα και μη προβλεπόμενος από την κοινοτική νομοθεσία διαδικαστικός κανόνας μπορούσε να εφαρμοστεί μόνον αν ήταν αναγκαίος για να διασφαλιστεί η τήρηση του πρωτογενούς δικαίου, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας.
– Η αφορώσα την υποχρέωση επικλήσεως της ανάγκης σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας αιτίαση
147. Η αναιρεσείουσα επικρίνει τη διαπίστωση των Πρωτοδικείου, στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσφεύγουσα θα έπρεπε να είχε επικαλεστεί το γεγονός ότι ο διαδικαστικός κανόνας τον οποίο πρότεινε ήταν αναγκαίος για την εξασφάλιση της τηρήσεως των δικαιωμάτων άμυνας. Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη. Είναι αποτέλεσμα πεπλανημένης ερμηνείας της σκέψεως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι η προσφεύγουσα θα έπρεπε να είχε επικαλεστεί την ανάγκη εφαρμογής του προταθέντος από αυτή διαδικαστικού κανόνα προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας. Έχω την εντύπωση ότι αυτό που μάλλον εννοούσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ήταν ότι ούτε καν η ίδια η προσφεύγουσα δεν υποστήριξε ότι ο εν λόγω διαδικαστικός κανόνας ήταν αναγκαίος προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των δικαιωμάτων της άμυνας.
– Η αφορώσα την παραβίαση της αρχής της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας αιτίαση
148. Τέλος, η νυν αναιρεσείουσα επικρίνει τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η ίδια ως προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε την αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο της προσφυγής της.
149. Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη.
150. Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι, στην προσφυγή την οποία άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η αναιρεσείουσα στηρίχθηκε σε διαδικαστικό κανόνα τον οποίο συνήγαγε μετά από πεπλανημένη ερμηνεία των άρθρων 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88. Δεν αναφέρθηκε στην αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας. Το Πρωτοδικείο ήταν εκείνο που διερωτήθηκε αν ένας τέτοιος διαδικαστικός κανόνας, που δεν προβλέπεται ρητά στα άρθρα 25 και 26, θα μπορούσε ενδεχομένως να απορρέει από το πρωτογενές δίκαιο.
151. Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο προταθείς από την προσφεύγουσα διαδικαστικός κανόνας δεν είναι αναγκαίος για να εξασφαλιστεί η τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται κατά ορισμένου προσώπου και ενδέχεται να καταλήξει σε βλαπτική γι’ αυτό πράξη, να παρέχεται στο εν λόγω πρόσωπο η δυνατότητα να καθιστά λυσιτελώς γνωστή την άποψή του (32). Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 24 έως 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δόθηκε στην προσφεύγουσα η δυνατότητα να καταστήσει γνωστές τις απόψεις της τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Από τις σκέψεις αυτές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε ενστάσεις επί των οποίων αντηλλάγησαν εκατέρωθεν απόψεις προτού εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς θεώρησε το Πρωτοδικείο ότι έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας και ότι, επομένως, ο προταθείς από την προσφεύγουσα διαδικαστικός κανόνας δεν ήταν αναγκαίος προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των εν λόγω δικαιωμάτων.
– Ενδιάμεσο συμπέρασμα
152. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
β) Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παράβαση των άρθρων 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 σχετικά με τις υποχρεώσεις εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής
153. Με τον πέμπτο λόγο, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (33).
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
154. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η συλλογιστική που αναπτύσσεται στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενθαρρύνει την περιέλευση σε αχρησία και τη μη συμμόρφωση με το σύστημα εποπτείας και ελέγχου που καθιερώνεται στα άρθρα 25 και 26, για τον λόγο ότι η Επιτροπή, στην πράξη, δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει την εν λόγω αποστολή. Η συλλογιστική αυτή αντίκειται στη βούληση του νομοθέτη, σκοπός του οποίου ήταν να δημιουργήσει ένα σύστημα ελέγχου που θα εφαρμόζεται σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.
155. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο λόγος της αναιρεσείουσας στηρίζεται στην πρόδηλη και κακόβουλη παρερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο δεν παρακίνησε την Επιτροπή να μη συμμορφωθεί με τα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88. Κατέδειξε απλώς μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι συνέπειες της προτάσεως της προσφεύγουσας, σύμφωνα με την οποία τα άρθρα 25 και 26 του ανωτέρω κανονισμού περιέχουν διαδικαστικό κανόνα ο οποίος εξαρτά το δικαίωμα της Επιτροπής να μειώσει ή να καταργήσει τη συνδρομή από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως.
156. Κατά την Επιτροπή, η πρόταση της αναιρεσείουσας δεν συνάδει προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των διαρθρωτικών ταμείων. Οι παρεμβάσεις των διαρθρωτικών ταμείων αποτελούν αντικείμενο μιας αποκεντρωμένης διαχειρίσεως, η οποία δίδει το προβάδισμα στις αρχές των κρατών μελών. Επομένως, εναπόκειται πρωτίστως στα κράτη μέλη –και, στην προκειμένη περίπτωση, στην αναιρεσείουσα, υπό την ιδιότητά της ως ενδιαμέσου φορέα που έχει οριστεί από το κράτος μέλος– να ελέγχουν την ορθή εφαρμογή της κοινοτικής παρεμβάσεως και, ιδίως, την επιλεξιμότητα των δαπανών.
ii) Νομική εκτίμηση
157. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι λυσιτελής. Το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε κυρίως στο απαντών στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επιχείρημα ότι τα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 δεν καθιερώνουν διαδικαστικό κανόνα εξαρτώντα το δικαίωμα της Επιτροπής να μειώσει ή να καταργήσει τη συνδρομή από το αν διατύπωσε επιφυλάξεις ως προς την ορθή εκτέλεση του σχεδίου πριν από το κλείσιμο της παρεμβάσεως. Επομένως, ο πέμπτος λόγος δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτός ακόμη και αν ήταν βάσιμος (34).
158. Όμως, ούτως ή άλλως, ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος.
159. Πρώτον, στηρίζεται σε μη προσήκουσα ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη 80 της αποφάσεως αυτής, το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με τα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 επειδή δεν είναι σε θέση να συμμορφώνεται με τις διατάξεις αυτές. Διαπίστωσε απλώς ότι ένας διαδικαστικός κανόνας όπως αυτόςπου επιδιώκει να συναγάγει η προσφεύγουσα από τις εν λόγω διατάξεις θα εμπόδιζε, σε πολλές περιπτώσεις, την Επιτροπή να εκδώσει αποφάσεις περί καταργήσεως ή μειώσεως της συνδρομής των κοινοτικών ταμείων. Επομένως, το Πρωτοδικείο περιέγραψε απλώς τις συνέπειες της εφαρμογής ενός διαδικαστικού κανόνα όπως αυτός που πρότεινε η προσφεύγουσα (ο οποίος, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να συναχθεί από τα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88) (35). Σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο ούτε περιόρισε την εφαρμογή ενός υφισταμένου διαδικαστικού κανόνα ούτε παρότρυνε την Επιτροπή να παραβιάσει τα άρθρα 25 και 26.
160. Δεύτερον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο προταθείς από την αναιρεσείουσα διαδικαστικός κανόνας, κατά τον οποίο η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και εκτιμήσεως που απορρέουν από τα άρθρα 25 και 26 του κανονισμού 4253/88 κωλύει την κίνηση της διαδικασίας μειώσεως της συνδρομής που προβλέπεται στο άρθρο 24 του ιδίου κανονισμού, δεν αποτελεί τη μόνη δυνατότητα επιβολής κυρώσεως σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και εκτιμήσεως. Σχετικώς, παραπέμπω στα σημεία 213 έως 217 των παρουσών προτάσεων, όπου εξετάζεται το ζήτημα αυτό.
161. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως.
5. Επί του έκτου και του εβδόμου λόγου αναιρέσεως
162. Με τον έκτο και τον έβδομο λόγο, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 88 έως 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως της προσφεύγουσας περί παραβιάσεως των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου. Διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, ότι το δικαίωμα επικλήσεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων, η πρώτη εκ των οποίων είναι να έχουν δοθεί συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και μη αντιφατικές μεταξύ τους διαβεβαιώσεις από εξουσιοδοτημένες και αξιόπιστες πηγές, η δεύτερη οι διαβεβαιώσεις αυτές να είναι ικανές να δημιουργήσουν θεμιτές προσδοκίες στη συνείδηση του αποδέκτη τους και η τρίτη οι εν λόγω διαβεβαιώσεις να είναι σύμφωνες με τους εφαρμοστέους κανόνες.
α) Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου
163. Με τον έκτο λόγο, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι δεν επληρούτο η τρίτη προϋπόθεση για τη θεμελίωση δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (διαβεβαιώσεις σύμφωνες με τους εφαρμοστέους κανόνες), επειδή οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν ενδεχομένως από την Επιτροπή ήσαν αντίθετες προς τις εφαρμοστέες διατάξεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, δέχθηκε ότι, με βάση του εφαρμοστέους κανόνες, οι αποκτήσεις συμμετοχών στις ΜΜΕ έπρεπε να είχαν χωρήσει πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001.
164. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η διαπίστωση του Πρωτοδικείου βασίζεται σε πεπλανημένη εκτίμηση του περιεχομένου της υλοποιήσεως του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως. Αποδέκτης του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως είναι το ΤΚΚ και όχι οι ΜΜΕ. Η προθεσμία για την απόκτηση των συμμετοχών στις ΜΜΕ λήγει στις 16 Δεκεμβρίου 2009 και όχι στις 31 Δεκεμβρίου 2001.
165. Η Επιτροπή εκτιμά ότι είναι ορθή η ερμηνεία του Πρωτοδικείου σχετικά με το μέτρο αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως και την ημερομηνία κλεισίματος της παρεμβάσεως. Προσθέτει ότι ουδέποτε παρέσχε στην αναιρεσείουσα τις συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και μη αντιφατικές διαβεβαιώσεις τις οποίες αυτή της αποδίδει.
166. Ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος. Θα υπενθυμίσω, παραπέμποντας ιδίως στα σημεία 75, 81 και 87 έως 90 των παρουσών προτάσεων, ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου σχετικά με το περιεχόμενο και την υλοποίηση του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως δεν είναι πεπλανημένη, ιδίως όσον αφορά την ταυτότητα του δικαιούχου του μέτρου αριθ. 2 της συνολικής επιδοτήσεως και την προθεσμία για την απόκτηση συμμετοχών στις ΜΜΕ.
β) Επί του εβδόμου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων και παραβίαση των γενικών αρχών που διέπουν το βάρος της αποδείξεως
167. Με τον έβδομο λόγο, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, κατά τις δηλώσεις της Επιτροπής, από τις πληροφορίες που διαβιβάστηκαν στην επιτροπή παρακολουθήσεως, μπορούσε να υποτεθεί ότι ολόκληρο το ποσό της επιδοτήσεως ήταν δυνατό να επενδυθεί στις ΜΜΕ πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε προσκομίσει ούτε τις υποβληθείσες στην επιτροπή παρακολουθήσεως εξαμηνιαίες εκθέσεις από τις οποίες, κατά την προσφεύγουσα, προέκυπτε σαφώς ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί καμία χρηματοοικονομική πράξη, ούτε την ενημερωτική έκθεση της 21ης Νοεμβρίου της οποίας γίνεται μνεία στο πρακτικό της συσκέψεως της επιτροπής παρακολουθήσεως που πραγματοποιήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2001. Το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ήταν σε θέση να εξετάσει αν η επιτροπή παρακολουθήσεως είχε λάβει γνώση του γεγονότος ότι το σύνολο του καταβληθέντος κεφαλαίου δεν επρόκειτο να επενδυθεί στις ΜΜΕ πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001.
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
168. Η αναιρεσείουσα στηρίζει τον λόγο της αναιρέσεως στην κατάφωρη παραβίαση των γενικών αρχών που διέπουν την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, στην παραμόρφωση των στοιχείων αυτών καθώς και στην άρνηση του Πρωτοδικείου να λάβει υπόψη τα στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα.
169. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι κατέθεσε στο Πρωτοδικείο έγγραφα αφορώντα τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολουθήσεως τα οποία αποδεικνύουν την εκφρασθείσα τον Δεκέμβριο του 2001 έγκριση της εν λόγω επιτροπής όσον αφορά την πρόοδο του σχεδίου συνολικής επιδοτήσεως.
170. Δεύτερον, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη ορισμένα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά. Αναγνωρίστηκε από αμφοτέρους τους διαδίκους ότι οι εξαμηνιαίες εκθέσεις αποδείκνυαν ότι η Επιτροπή είχε πλήρη γνώση της προόδου του σχεδίου, ότι ενέκρινε τη δράση του ενδιαμέσου φορέα και ότι συμφωνούσε με την ερμηνεία της προσφεύγουσας σχετικά με τις εφαρμοστέες διατάξεις.
171. Τρίτον, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να είχε ζητήσει να προσκομισθούν ενώπιόν του οι εξαμηνιαίες εκθέσεις που υποβλήθηκαν στην επιτροπή παρακολουθήσεως καθώς και η ενημερωτική έκθεση της 21ης Νοεμβρίου της οποίας γινόταν μνεία στο πρακτικό της συσκέψεως της επιτροπής παρακολουθήσεως της 10ης Δεκεμβρίου 2001, αν έκρινε πράγματι ότι του ήταν απαραίτητες. Παραλείποντας να το πράξει, στέρησε από την προσφεύγουσα τη δυνατότητα να συμμετάσχει στην κατ’ αντιδικία διαδικασία.
172. Τέταρτον, η αναιρεσείουσα επικαλείται ορισμένα έγγραφα περιλαμβανόμενα στα παραρτήματα 4 έως 7 της αιτήσεως αναιρέσεως, τα οποία αποδεικνύουν, κατά τη γνώμη της, ότι η Επιτροπή αναγνώρισε την επιλεξιμότητα και τη νομιμότητα των πραγματοποιηθεισών δαπανών της, καθώς και την ερμηνεία της ίδιας.
173. Πέμπτον, η αναιρεσείουσα επικρίνει το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή προχώρησε στην καταβολή των διαφόρων τμημάτων της συνδρομής. Το Πρωτοδικείο έπρεπε να είχε συναγάγει από το γεγονός αυτό ότι η Επιτροπή επικύρωσε την επιλεξιμότητα των δαπανών της προσφεύγουσας.
174. Έκτον, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του, καθόσον δεν έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που προβλήθηκαν από την προσφεύγουσα.
175. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο έβδομος λόγος αναιρέσεως δεν είναι λυσιτελής. Το Πρωτοδικείο στήριξε τη συλλογιστική του σχετικά με την ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρωτίστως στο επιχείρημα που εκτίθεται στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία τυχόν διαβεβαίωση εκ μέρους της Επιτροπής θα αντέκειτο στις εφαρμοστέες διατάξεις και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη συνείδηση της προσφεύγουσας.
176. Όσον αφορά την ουσία, εκτιμά ότι ο έβδομος λόγος στηρίζεται σε πεπλανημένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Διευκρινίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει ότι, στις 30 Ιουνίου 2001, δεν είχε πραγματοποιηθεί καμία πράξη και ότι η πρώτη εξ αυτών επρόκειτο να λάβει χώρα στις 19 Νοεμβρίου 2001. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε απλώς ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η επιτροπή παρακολουθήσεως είχε ενημερωθεί για το ότι οι αποκτήσεις συμμετοχών στις ΜΜΕ δεν επρόκειτο να χωρήσουν πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας διαδικασίας δεν περιείχαν σαφή στοιχεία επί του θέματος. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε πεπλανημένα ούτε παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία.
177. Όσον αφορά τα έγγραφα που υποβλήθηκαν ως παραρτήματα 4 έως 7 της αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, καθότι η υποβολή τους είναι εκπρόθεσμη και το περιεχόμενό τους αφορά πραγματικά περιστατικά.
178. Τέλος, εναπόκειται στην αναιρεσείουσα να θεμελιώσει τους λόγους που προέβαλε σε αντίκρουση των ενστάσεων της Επιτροπής και να προσκομίσει τις σχετικές αποδείξεις.
ii) Νομική εκτίμηση
– Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής
179. Κατ’ αρχάς, πρέπει να διαπιστωθεί ότι ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά της σκέψεως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι λυσιτελής (36). Όπως τονίζει ορθώς η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως της προσφεύγουσας περί δήθεν παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στηριζόμενο πρωτίστως στο επιχείρημα που αναπτύσσεται στη σκέψη 90 της αποφάσεώς του ότι οι δοθείσες διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες με το εφαρμοστέο δίκαιο. Δεδομένου ότι ο έκτος λόγος, ο οποίος βάλλει κατά της σκέψεως 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί (37), η διαπίστωση που περιέχεται στην εν λόγω σκέψη 90 δικαιολογεί αφεαυτής την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως της αναιρεσείουσας περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας οι οποίες αφορούν τη σκέψη 91 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς, χωρίς να είναι ανάγκη να εξεταστεί αν είναι βάσιμες.
180. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω αιτιάσεις δεν είναι βάσιμες.
– Η πρώτη αιτίαση η οποία αντλείται από το ότι η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει έγγραφα αφορώντα τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολουθήσεως
181. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι προσκόμισε έγγραφα σχετικά με τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολουθήσεως, τα οποία αποδεικνύουν την παροχή εγκρίσεως από την Επιτροπή, εκφρασθείσα τον Δεκέμβριο του 2001, όσον αφορά την πρόοδο του σχεδίου της συνολικής επιδοτήσεως.
182. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιόρισε με ακρίβεια τη νομική πλάνη στην οποία στηρίζει την αιτίασή της, πρέπει πρώτα να υπενθυμίσω ότι, κατά τα άρθρα 225, παράγραφος 1, ΕΚ και 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ο ρόλος του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων, αποκλειομένης οποιασδήποτε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών (38). Συνεπώς, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, καθόσον δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ως επίκριση της εκτιμήσεως από το Πρωτοδικείο των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτη. Υπό την επιφύλαξη πρόδηλης παραμορφώσεως, το Πρωτοδικείο είναι μόνο αρμόδιο να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία (39). Η αναιρεσείουσα όμως δεν προσκόμισε στοιχεία αποδεικνύοντα παραμόρφωση των εγγράφων που είχε προσκομίσει η ίδια ως προσφεύγουσα στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.
183. Καθόσον η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα αφορώντα τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολουθήσεως έγγραφα, τα οποία του είχε προσκομίσει, η αιτίασή της είναι παραδεκτή, καθότι πρόκειται για διαδικαστική πλάνη. Εντούτοις, δεν είναι βάσιμη. Από τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αφορούν τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολουθήσεως. Ωστόσο, εκτίμησε ότι, δεδομένου ότι δεν διέθετε τις εξαμηνιαίες εκθέσεις και την ενημερωτική έκθεση της 21ης Νοεμβρίου 2001, δεν μπορούσε να συναγάγει από τα εν λόγω έγγραφα ότι η επιτροπή παρακολουθήσεως είχε ενημερωθεί για το ότι το σύνολο του καταβληθέντος κεφαλαίου δεν επρόκειτο να επενδυθεί στις ΜΜΕ πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001.
184. Επομένως, η πρώτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
– Η δεύτερη αιτίαση η οποία αφορά το ότι το Πρωτοδικείο δεν στηρίχθηκε σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά
185. Κατά την αναιρεσείουσα, αναγνωρίζεται από αμφοτέρους τους διαδίκους ότι οι εξαμηνιαίες εκθέσεις αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή, πρώτον, ήταν απολύτως ενήμερη για την πρόοδο του σχεδίου, δεύτερον, ενέκρινε τη δράση της αναιρεσείουσας και, τρίτον, συμφωνούσε με την ερμηνεία της αναιρεσείουσας όσον αφορά τις εφαρμοστέες διατάξεις. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν στηρίχθηκε στα αποδεδειγμένα αυτά πραγματικά περιστατικά.
186. Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη. Σε αντίθεση προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν έγιναν δεκτά από αμφοτέρους του διαδίκους. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και από τα σημεία 83 έως 91 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία, η Επιτροπή αμφισβήτησε τους οικείους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας.
– Η τρίτη αιτίαση περί μη διεξαγωγής αποδείξεων
187. Με την τρίτη αιτίασή της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων. Παρέλειψε να ζητήσει από την προσφεύγουσα να προσκομίσει τις εξαμηνιαίες εκθέσεις κατά τη διάρκεια της δίκης. Η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να είχε ζητήσει να του υποβληθούν τα οικεία έγγραφα στη διάρκεια της διαδικασίας, αντί να αναμείνει την έκδοση της αποφάσεως για να επισημάνει την απουσία τους. Το Πρωτοδικείο είχε καθήκον να χρησιμοποιήσει αυτεπαγγέλτως τα κατάλληλα διαδικαστικά μέσα προκειμένου να φέρει στο φως όλες τις πληροφορίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση της δίκης.
188. Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη.
189. Επισημαίνω, κατ’ αρχάς, ότι η προσφεύγουσα ήταν εκείνη που έφερε το βάρος της αποδείξεως. Δεδομένου ότι επικαλέστηκε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης με την προσφυγή ακυρώσεως, εναπέκειτο στην ίδια να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς της και να αποδείξει ότι συνέτρεχαν οι δικαιολογητικές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της προϋποθέσεις.
190. Όσον αφορά δε την ευχέρεια του Πρωτοδικείου να συμβάλει στην ανάδειξη των πραγματικών περιστατικών διατάσσοντας τη διεξαγωγή αποδείξεων σύμφωνα με το άρθρο 66, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η δυνατότητα αυτή έχει μη δεσμευτικό και παρεπόμενο χαρακτήρα, αφού το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει την ενδεχόμενη ανάγκη συμπληρώσεως των πληροφοριακών στοιχείων που διαθέτει στις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται (40). Το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, το Πρωτοδικείο υποχρεούται να διατάξει περαιτέρω αποδείξεις (41). Εντούτοις, θεωρώ ότι εν προκειμένω οι περιστάσεις δεν επάγονται τέτοια υποχρέωση. Η αναιρεσείουσα, η οποία έφερε το βάρος αποδείξεως, δεν επικαλέστηκε εξαιρετικές περιστάσεις ικανές να θεμελιώσουν τέτοια υποχρέωση, όπως, παραδείγματος χάριν, την αδυναμία προσκομίσεως των επίμαχων εκθέσεων.
– Η τέταρτη αιτίαση η οποία αφορά προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα
191. Καθόσον η αναιρεσείουσα στηρίζεται στα έγγραφα που περιέχονται στα παραρτήματα 4 έως 7 της αιτήσεώς της, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν προσκόμισε τα εν λόγω έγγραφα κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ζητεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Κατά συνέπεια, αιτιάσεις στηριζόμενες στα έγγραφα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
– Η πέμπτη αιτίαση η οποία αφορά τη μη συνεκτίμηση των καταβολών στις οποίες προέβη η Επιτροπή
192. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή προχώρησε σε διάφορες καταβολές ποσών της κοινοτικής συνδρομής και ότι, επομένως, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την ορθότητα της ερμηνείας της προσφεύγουσας καθώς και τη νομιμότητα και την επιλεξιμότητα των πραγματοποιηθεισών δαπανών, είναι παραδεκτή αλλ’ όχι βάσιμη.
193. Με την αιτίαση αυτή, η αναιρεσείουσα δεν επικρίνει μόνον την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, αλλά βάλλει μάλλον κατά του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών στο πλαίσιο του ελέγχου συνδρομής των προϋποθέσεων προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Πρόκειται, επομένως, για νομικό ζήτημα το οποίο υποβάλλεται παραδεκτώς στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
194. Ωστόσο, η εν λόγω αιτίαση δεν είναι βάσιμη. Το γεγονός ότι η Επιτροπή προέβη στην καταβολή διαφόρων τμημάτων της κοινοτικής συνδρομής δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη διαβεβαίωση ικανή να γεννήσει θεμιτή προσδοκία στη συνείδηση της αναιρεσείουσας. Πρώτον, από το άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 προκύπτει ότι οι καταβολές πραγματοποιούνται υπό την επιφύλαξη ότι δεν υπάρχουν σημαντικές παρατυπίες ή τροποποιήσεις επηρεάζουσες τη φύση ή τους όρους υλοποιήσεως του σχεδίου (42). Δεύτερον, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή γνώριζε ότι οι αποκτήσεις συμμετοχών δεν ήταν πλέον δυνατό να χωρήσουν πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001, καίτοι έφερε το σχετικό βάρος αποδείξεως.
195. Επομένως, η πέμπτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
– Η έκτη αιτίαση περί ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας
196. Τέλος, η έκτη αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη δεν είναι βάσιμη. Το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου δεν είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένο. Η προσφεύγουσα έφερε το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών της. Στη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε σαφώς στο ότι, κατά την κρίση του, τα πραγματικά στοιχεία που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα δεν του επέτρεπαν να διαπιστώσει αν η Επιτροπή είχε λάβει γνώση του ότι οι αποκτήσεις συμμετοχών στις ΜΜΕ δεν ήταν πλέον δυνατό να χωρήσουν πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001.
– Ενδιάμεσο συμπέρασμα
197. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
6. Επί του ογδόου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παραβίαση της κοινοτικής νομολογίας σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στις περιπτώσεις μειώσεως της κοινοτικής συνδρομής
198. Με τον όγδοο λόγο, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν διέθετε διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τις συνέπειες που έπρεπε να επισύρει το γεγονός ότι, στις 31 Δεκεμβρίου 2001, ένα μέρος του καταβληθέντος στο ΤΚΚ κεφαλαίου δεν είχε επενδυθεί στις ΜΜΕ. Συναφώς, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε στις σκέψεις 22, 23 και 47 της αποφάσεως του Δικαστηρίου Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (43).
199. Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι, αν λαμβάνονταν υπόψη οι περιστάσεις που επικαλέστηκε η νυν αναιρεσείουσα, θα στοιχειοθετούνταν μη τήρηση του Δελτίου αριθ. 19 και θα ήταν απαράδεκτο να επωφεληθεί η προσφεύγουσα από την πεπλανημένη ερμηνεία την οποία υιοθέτησε, πράγμα που δεν θα ίσχυε για τους άλλους ενδιάμεσους φορείς οι οποίοι, αν βρίσκονταν στην ίδια θέση, δεν θα ζητούσαν την καταβολή του τμήματος της συνδρομής το οποίο δεν μπόρεσαν να επενδύσουν εμπρόθεσμα.
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
200. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 δεν περιέχει καμία αναφορά σε αυτόματο σύστημα ανακτήσεως το οποίο δεν αφήνει καμία διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή. Προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι στηρίχθηκε στην απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (44), η οποία αφορά το άρθρο 12 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 και όχι το άρθρο 24 αυτού.
201. Κατά την αναιρεσείουσα, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη τη συμπεριφορά της και ιδίως το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν διέπραξε απάτη. Θεωρεί ότι η μείωση της συνδρομής πρέπει να είναι ανάλογη προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως της αναιρεσείουσας και προς το ύψος του ποσού που αυτή αφορά. Συναφώς, παραπέμπει στις σκέψεις 135 έως 153 της αποφάσεως Conserve Italia κατά Επιτροπής (45).
202. Η Επιτροπή εκτιμά ότι οφείλει να παρέμβει δυνάμει του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, εφόσον διαπιστώσει παρατυπία ή σημαντική αλλαγή. Υπέχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις όσον αφορά τη χρηστή διαχείριση του κοινοτικού προϋπολογισμού.
203. Θεωρεί ότι οι σκέψεις 130 επ. της αποφάσεως Conserve Italia κατά Επιτροπής (46) επιβεβαιώνουν ότι η Επιτροπή οφείλει να προβεί σε απλή οικονομική διόρθωση, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας ή ενδεχομένης απόπειρας διαπράξεως απάτης εκ μέρους της προσφεύγουσας. Οι σκέψεις 135 έως 138 της εν λόγω αποφάσεως δεν αναιρούν την αρχή αυτή. Αφορούν τρόπο υπολογισμού διαφορετικό από αυτόν που χρησιμοποίησε εν προκειμένω η Επιτροπή. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την αφορώσα την αρχή της αναλογικότητας νομολογία δεχόμενο ότι η Επιτροπή δεν είχε την παραμικρή διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη μείωση της συγχρηματοδοτήσεως.
204. Εν πάση δε περιπτώσει, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εκπροσωπείται στην επιτροπή παρακολουθήσεως.
β) Νομική εκτίμηση
205. Ο όγδοος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Μολονότι η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ορθώς ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια στο πλαίσιο της διαδικασίας μειώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, δεν επικαλέστηκε, ωστόσο, περιστάσεις από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί καταχρηστική άσκηση της εν λόγω διακριτικής ευχερείας.
i) Η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής στο πλαίσιο του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88.
206. Υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι το σύστημα του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 βασίζεται ιδίως στην πλήρωση μιας σειράς προϋποθέσεων που γεννούν δικαίωμα στη λήψη της προβλεπομένης οικονομικής συνδρομής. Εφόσον δεν πληρούνται όλες αυτές οι προϋποθέσεις, το άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να επανεξετάσει την έκταση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει με βάση την απόφαση περί χορηγήσεως της εν λόγω συνδρομής (47).
207. Το σε ποιά έκταση έχει υλοποιηθεί ένα σχέδιο επιδοτήσεως συνιστά πολύ σημαντικό κριτήριο για την Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας μειώσεως. Η αρχή της χρηστής διαχειρίσεως του κοινοτικού προϋπολογισμού αποτελεί ισχυρό επιχείρημα υπέρ της μειώσεως της κοινοτικής συνδρομής στις περιπτώσεις και στο μέτρο που τα κοινοτικά κεφάλαια δεν έχουν χρησιμοποιηθεί όπως επιτάσσουν οι εφαρμοστέοι κανόνες.
208. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα επισημαίνει ορθώς ότι η λήψη της αποφάσεως για μείωση, δυνάμει του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, δεν συνιστά μια μηχανική ενέργεια. Το γράμμα του άρθρου 24, ιδίως η χρήση του ρήματος «μπορεί», καταδεικνύει ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια. Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει η νομολογία του Δικαστηρίου (48). Επομένως, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου, στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η Επιτροπή δεν είχε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως, πάσχει πλάνη περί το δίκαιο.
209. Ωστόσο, μολονότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πάσχει πλάνη περί το δίκαιο, το συμπέρασμά του ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη αποφασίζοντας να μειώσει τη συνδρομή του ΕΤΠΑ, επειδή η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε τις συμμετοχές πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2001, είναι, κατά τη γνώμη μου, ορθό. Πράγματι, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι συνέτρεχαν προϋποθέσεις οι οποίες επέβαλαν στην Επιτροπή να μην προβεί στις ενέργειες που υπαγόρευε η αρχή της χρηστής διαχειρίσεως του κοινοτικού προϋπολογισμού, ήτοι, στη μείωση της κοινοτικής συνδρομής καθόσον το ΤΚΚ δεν είχε προχωρήσει στην απόκτηση των προβλεπομένων συμμετοχών πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001.
ii) Η αιτίαση η οποία αφορά τη μη διάπραξη απάτης
210. Η νυν αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν αποδοκίμασε την Επιτροπή η οποία δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι δεν διεπράχθη απάτη εκ μέρους της.
211. Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη. Όπως προεκτέθηκε, σκοπός του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 είναι να ανακτάται το τμήμα εκείνο μιας κοινοτικής συνδρομής το οποίο δεν δικαιολογείται με βάση τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της εν λόγω κοινοτικής συνδρομής. Επομένως, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη ως ελαφρυντικό στοιχείο τη μη διάπραξη απάτης. Αντίθετα, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία, μια παρατυπία μπορεί να επισύρει όχι μόνο μείωση της κοινοτικής συνδρομής κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην εν λόγω παρατυπία αλλά και πλήρη κατάργησή της. Η νομολογία αυτή, απορρέουσα εκ του ότι οι κυρώσεις πρέπει να έχουν αποτρεπτικά αποτελέσματα ώστε να εξασφαλίζεται η χρηστή διαχείριση των κοινοτικών πόρων, ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν αποδεικνύεται η διάπραξη απάτης (49).
212. Επομένως, η Επιτροπή δεν άσκησε καταχρηστικά τη διακριτική της ευχέρεια ως εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν διέπραξε απάτη.
iii) Η συνεκτίμηση ενδεχομένης μη τηρήσεως εκ μέρους της Επιτροπής των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως
213. Όπως προανέφερα, τυχόν παράβαση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως κατά τα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 εκ μέρους της Επιτροπής δεν κωλύει την κίνηση μιας από τις διαδικασίες του άρθρου 24 του εν λόγω κανονισμού. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα αν η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη αθέτηση των εν λόγω υποχρεώσεων στο πλαίσιο της εκδόσεως αποφάσεως περί μειώσεως στηριζομένης στο άρθρο 24 του ανωτέρω κανονισμού.
214. Η Επιτροπή επιδιώκει προφανώς να διαχωρίσει πλήρως την εφαρμογή του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, αφενός, και την εφαρμογή των άρθρων 25 και 26 αυτού, αφετέρου. Επομένως, κατά τη γνώμη της, τυχόν μη συμμόρφωση με τα άρθρα 25 και 26 του ανωτέρω κανονισμού ουδόλως μπορεί να επηρεάσει την απόφαση μειώσεως σύμφωνα με το άρθρο 24 αυτού. Το Πρωτοδικείο ερμηνεύει προφανώς τις διατάξεις αυτές με τον ίδιο τρόπο, καθόσον διαπιστώνει ότι η μη εκπλήρωση εκ μέρους της Επιτροπής των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως των άρθρων 25 και 26 ουδόλως επηρεάζει την εκτίμηση ως προς τη νομιμότητα της αποφάσεως περί μειώσεως (50) .
215. Φρονώ ότι η προσέγγιση αυτή δεν είναι καθόλου πειστική. Από τα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 προκύπτει ότι η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της συνδρομής των ΤΚΚ χωρεί στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσεως της Επιτροπής και των κρατών μελών. Κατ’ εμέ, η ιδέα αυτή της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών αντίκειται στον πλήρη διαχωρισμό του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, αφενός, και των άρθρων 25 και 26 αυτού, αφετέρου. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί εκ των προτέρων ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως σύμφωνα με τα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή στο πλαίσιο της εκδόσεως αποφάσεως περιορισμού της συνδρομής, με βάση το άρθρο 24 του ιδίου κανονισμού.
216. Ωστόσο, οι περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή υποχρεούται να λάβει υπόψη τη μη τήρηση των υποχρεώσεών της παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως κατά τα άρθρα 25 και 26 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 πρέπει να είναι πολύ περιορισμένες. Για να φέρει την υποχρέωση αυτή, απαιτείται, πρώτον, να αποδεικνύεται αθέτηση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως της Επιτροπής. Για να μην περιοριστεί υπερβολικά η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88, εκτιμώ ότι, δεύτερον, η μη τήρηση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως πρέπει να είναι ένας από τους βασικούς λόγους της μη κανονικής διαχειρίσεως της κοινοτικής συνδρομής, οπότε, για την εν λόγω μη κανονική διαχείριση πρέπει να ευθύνεται κατά κύριο λόγο η Επιτροπή. Υπενθυμίζω, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι παρεμβάσεις των διαρθρωτικών ταμείων υπόκεινται σε αποκεντρωμένη διαχείριση η οποία δίδει το προβάδισμα στις αρχές των κρατών μελών και στους ενδιαμέσους φορείς που αυτές ορίζουν. Επομένως, τα κράτη μέλη ή οι οριζόμενοι από αυτά ενδιάμεσοι φορείς αναλαμβάνουν υποχρέωση ενημερώσεως και εντιμότητας που τους επιβάλλει να μεριμνούν ώστε να παρέχουν στην Επιτροπή αξιόπιστες πληροφορίες που δεν θα την παραπλανούν, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ορθά το σύστημα ελέγχου και αποδείξεως που προβλέπεται για να εξακριβώνεται αν πληρούνται οι όροι χορηγήσεως της συνδρομής (51).
217. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν ήταν σε θέση να εξετάσει αν η επιτροπή παρακολουθήσεως είχε ενημερωθεί για το ότι το σύνολο του καταβληθέντος κεφαλαίου δεν επρόκειτο να επενδυθεί στις ΜΜΕ πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001. Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν αποδείχθηκε αθέτηση των υποχρεώσεων παρακολουθήσεως και αξιολογήσεως.
iv) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
218. Σε αντίθεση προς τις σκέψεις του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια κατά τη λήψη αποφάσεων περί μειώσεως με βάση το άρθρο 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88. Ωστόσο, η αρχή της χρηστής διαχειρίσεως του κοινοτικού προϋπολογισμού συνηγορεί έντονα υπέρ της μειώσεως της κοινοτικής συνδρομής, εφόσον η συνδρομή αυτή δεν δικαιολογείται. Η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι συνέτρεχαν προϋποθέσεις τις οποίες η Επιτροπή είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν άσκησε καταχρηστικά τη διακριτική της ευχέρεια. Σε τελική ανάλυση, το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έπασχε πλάνη.
219. Επομένως, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
7. Συμπέρασμα
220. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν και οι οκτώ λόγοι αναιρέσεως τους οποίους προέβαλε η αναιρεσείουσα σε σχέση με την απόρριψη της προσφυγής της ακυρώσεως.
Επί των δύο λόγων αναιρέσεως που άπτονται του αιτήματος αποζημιώσεως
221. Στις σκέψεις 111 έως 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα αιτήματα περί αποζημιώσεως της προσφεύγουσας που στηρίζονταν στην εξωσυμβατική ευθύνη της Επιτροπής, κατ’ εφαρμογήν τόσο των κανόνων περί ευθύνης λόγω παράνομης πράξεως όσον και των κανόνων περί ευθύνης ανεξαρτήτως παράνομης συμπεριφοράς.
1. Επί του ενάτου λόγου αναιρέσεως
222. Στις σκέψεις 112 έως 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας για αναγνώριση ευθύνης λόγω παράνομης πράξεως. Υπενθύμισε, κατ’ αρχάς, ότι η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας απαιτεί τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων, ήτοι, παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα κοινοτικά όργανα, πραγματική ζημία και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της καταγγελλομένης συμπεριφοράς και της προβαλλομένης ζημίας. Στη συνέχεια, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, από την εξέταση των λόγων που προέβαλε η προσφεύγουσα, δεν προέκυψε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν παράνομη και ότι, επομένως, δεν συνέτρεχε μία από τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
223. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η συλλογιστική της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι πεπλανημένη και προδήλως ανεπαρκής. Πρώτον, θεωρεί ότι απέδειξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνες περί το δίκαιο και, κατά συνέπεια, εκτιμά ότι απέδειξε τον παράνομο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Δεύτερον, επικρίνει το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τα επιχειρήματά της σχετικά με τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο.
224. Η Επιτροπή εκτιμά ότι, εφόσον διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχε μία από τις τρεις αναγκαίες προϋποθέσεις θεμελιώσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης των κοινοτικών οργάνων, το Πρωτοδικείο είχε κάθε λόγο να μην προχωρήσει στην εξέταση των δύο άλλων προϋποθέσεων.
β) Νομική εκτίμηση
225. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν είναι βάσιμες.
226. Όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία, οι τρεις προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρεται η σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς για να μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη της Κοινότητας για παράνομη πράξη (52). Στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι η προσφεύγουσα δεν έφερε στο φως παρανομίες όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, αφού δεν συνέτρεχε η πρώτη προϋπόθεση θεμελιώσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας λόγω παρανόμου χαρακτήρα πράξεώς της, το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούτο πλέον να εξετάσει τις λοιπές προϋποθέσεις.
2. Επί του δεκάτου λόγου αναιρέσεως
227. Με τον δέκατο λόγο, η νυν αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 116 και 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα της ιδίας ως προσφεύγουσας για αποζημίωση λόγω παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής.
228. Στη σκέψη 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επισήμανε, κατ’ αρχάς, ότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας για ζημία που προκλήθηκε από συμπεριφορά της οποίας ο παράνομος χαρακτήρας δεν έχει αποδειχθεί μπορεί να στοιχειοθετηθεί εφόσον πληρούνται σωρευτικώς τρείς προϋποθέσεις, ήτοι, πρώτον, υποστατό της ζημίας, δεύτερον, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ως άνω ζημίας και της συμπεριφοράς των κοινοτικών οργάνων, και, τρίτον, ασυνήθης και ειδικός χαρακτήρας της ζημίας. Στη συνέχεια, τόνισε ότι η ζημία είναι ασυνήθης όταν βρίσκεται εκτός των ορίων του οικονομικού κινδύνου που είναι συμφυής με τις δραστηριότητες του οικείου κλάδου και είναι ειδική όταν θίγει μια συγκεκριμένη κατηγορία συναλλασσομένων σε βαθμό δυσανάλογα μεγαλύτερο απ’ ό,τι όλους τους άλλους. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η ζημία την οποία υπέστη η προσφεύγουσα δεν ήταν ούτε ασυνήθης ούτε ειδική. Όπως επισήμανε στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα σχετικά με τον ειδικό χαρακτήρα της ζημίας της. Στη συνέχεια, διαπίστωσε ότι η Επιτροπή εφήρμοσε απλώς τις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19 και ότι, επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι η Επιτροπή τροποποίησε τις λεπτομέρειες σχετικά με τη χρησιμοποίηση της συνδρομής καθιστώντας έτσι τη ζημία της προσφεύγουσας ασυνήθη, καθότι η τελευταία δεν μπορούσε ούτε να την προβλέψει ούτε να την αποφύγει. Ομοίως, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να ισχυριστεί λυσιτελώς ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν πραγματοποίησε κανέναν έλεγχο ή εξακρίβωση και δεν διατύπωσε το παραμικρό σχόλιο σχετικά με τη διαχείριση της συνολικής επιδοτήσεως εμπόδισε την προσφεύγουσα να αποφύγει τη ζημία που υποστηρίζει ότι υπέστη.
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
229. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι η απόφασή του στηρίζεται σε πεπλανημένη και προδήλως ανεπαρκή συλλογιστική.
230. Πρώτον, επικρίνει το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο απέκλεισε τον ασυνήθη και απρόβλεπτο χαρακτήρα της ζημίας με το σκεπτικό ότι η Επιτροπή εφήρμοσε απλώς τις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19. Κατά την αναιρεσείουσα, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνες όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή του Δελτίου αριθ. 19.
231. Δεύτερον, επικρίνει τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι δεν μπορούσε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν πραγματοποίησε κανέναν έλεγχο ή εξακρίβωση και ουδέποτε σχολίασε αρνητικά τη διαχείριση της συνολικής επιδοτήσεως την εμπόδισε να αποφύγει την προκληθείσα σε βάρος της ζημία. Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα τονίζει ότι η μη αμφισβήτηση και ακόμη περισσότερο η έγκριση της Επιτροπής κατέστησαν την απόφαση περί ανακτήσεως της συνδρομής εντελώς απρόβλεπτη.
232. Τρίτον, υποστηρίζει ότι ο ειδικός χαρακτήρας της ζημίας θεμελιώνεται στο ότι υπήρξε θύμα διακρίσεως συνεπεία του ότι η Επιτροπή δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τις υποχρεώσεις της ελέγχου και ερμήνευσε πεπλανημένα το Δελτίο αριθ. 19.
233. Η Επιτροπή διαπιστώνει, κατ’ αρχάς, ότι η αρχή της ευθύνης από μη παράνομη συμπεριφορά δεν κατοχυρώνεται σε καμία περίπτωση στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Άλλωστε, εκτιμά ότι η αναιρεσείουσα στηρίζεται πρωτίστως στην ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής.
234. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα δεν εξετέθη σε ασυνήθη κίνδυνο σημαντικότερο από εκείνον που είναι συνήθως συμφυής με τις δραστηριότητες των ΤΚΚ στο πλαίσιο των συνολικών επιδοτήσεων. Τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν έχουν καμία σχέση με την ευθύνη της Κοινότητας.
235. Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας όσον αφορά τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η ζημία δεν είναι ειδική, συγκρινόμενη με τη μεταχείριση άλλων συναλλασσομένων, είναι νέα αιτίαση η οποία, κατά συνέπεια, δεν προβάλλεται παραδεκτώς.
β) Νομική εκτίμηση
i) Η ύπαρξη ευθύνης από νόμιμη πράξη
236. Στην απόφαση FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (53), το Δικαστήριο απέκλεισε, στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, την ύπαρξη ευθύνης της Κοινότητας από νόμιμη πράξη κατά την άσκηση των κανονιστικών αρμοδιοτήτων της. Γενικότερα, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν έχει αναγνωρίσει μέχρι σήμερα την ύπαρξη ευθύνης από νόμιμη πράξη, μολονότι απαρίθμησε ορισμένες από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί τέτοιου είδους ευθύνη, στην περίπτωση που θα αναγνωριζόταν η αρχή της ευθύνης της Κοινότητας από νόμιμη πράξη (54). Οι προϋποθέσεις αυτές είναι ο ασυνήθης και ειδικός χαρακτήρας της προκληθείσης ζημίας.
237. Στην παρούσα υπόθεση, δεν είναι κατά τη γνώμη μου αναγκαίο να εξεταστεί διεξοδικά το ζήτημα της υπάρξεως ευθύνης από νόμιμη πράξη κατά την άσκηση μη κανονιστικών αρμοδιοτήτων. Πράγματι, ακόμη και αν αναγνωριζόταν τέτοια ευθύνη, το Πρωτοδικείο θα είχε διαπιστώσει ορθώς ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της εν λόγω ευθύνης, αφού η ζημία την οποία επικαλέστηκε η προσφεύγουσα δεν ήταν ούτε ασυνήθης ούτε ειδική.
ii) Οι αιτιάσεις οι οποίες αφορούν τον ασυνήθη χαρακτήρα της ζημίας
238. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας οι οποίες αφορούν στον ασυνήθη χαρακτήρα της ζημίας πρέπει να απορριφθούν.
239. Καθόσον η αναιρεσείουσα αποδίδει τον ασυνήθη χαρακτήρα της ζημίας της στο ότι η Επιτροπή ερμήνευσε πεπλανημένα τις διατάξεις του Δελτίου αριθ. 19, η αιτίασή της δεν είναι βάσιμη. Πρώτον, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του Δελτίου αριθ. 19 (55). Δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει ορθώς ότι ο παράνομος χαρακτήρας μιας συμπεριφοράς δεν μπορεί να αποτελεί αφεαυτού καθοριστικό παράγοντα για τον χαρακτηρισμό μιας ζημίας ως ασυνήθους, στο πλαίσιο της θεμελιώσεως ευθύνης από νόμιμη πράξη.
240. Ακολούθως, καθόσον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την έλλειψη ελέγχων ή εξακριβώσεων εκ μέρους της Επιτροπής καθώς και τη μη αμφισβήτηση και μάλιστα την έγκρισή της, για να εκτιμήσει τον απρόβλεπτο ή μη χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οικεία αιτίαση πρέπει επίσης να απορριφθεί. Δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εκτέθηκε σε κίνδυνο υπερβαίνοντα τα όρια των οικονομικών κινδύνων που είναι συμφυείς με τις δραστηριότητες του οικείου τομέα. Πρώτον, από την εξέταση των εφαρμοστέων διατάξεων, ιδίως δε του Δελτίου αριθ. 19, προέκυψε ότι οι εν λόγω διατάξεις ήσαν αρκετά σαφείς ώστε να αποκλείουν οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ως προς την ερμηνεία τους (56). Δεύτερον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή είχε γνώση του γεγονότος ότι οι αποκτήσεις συμμετοχών στις ΜΜΕ δεν ήταν πλέον δυνατό να χωρήσουν πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2001. Υπενθυμίζω συναφώς ότι οι ενδιάμεσοι φορείς αναλαμβάνουν υποχρέωση πληροφορήσεως και εντιμότητας η οποία τους επιβάλλει να μεριμνούν ώστε να παρέχουν στην Επιτροπή αξιόπιστες πληροφορίες που δεν θα την παραπλανήσουν, αφού διαφορετικά δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ικανοποιητικά το σύστημα ελέγχου και αποδείξεων που τίθεται σε κίνηση για να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της συνδρομής (57). Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι εκπλήρωσε την εν λόγω υποχρέωση, το ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε αντιρρήσεις δεν συνιστά ασυνήθη κίνδυνο.
241. Επομένως, η αιτίαση περί του ασυνήθους χαρακτήρα της ζημίας πρέπει να απορριφθεί.
iii) Η αιτίαση περί ειδικής ζημίας
242. Καθό μέτρο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι δεν αναγνώρισε τον ειδικό χαρακτήρα της ζημίας της, που οφείλεται στην εσφαλμένη ερμηνεία από την Επιτροπή των διατάξεων του Δελτίου αριθ. 19 και στο ότι η Επιτροπή δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της ελέγχου και χρηστής διαχειρίσεως, οι σχετικές αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν. Ο παράνομος χαρακτήρας ορισμένης συμπεριφοράς δεν συνιστά αφεαυτού κρίσιμο στοιχείο για τον χαρακτηρισμό της ζημίας ως ασυνήθους στο πλαίσιο του καταλογισμού ευθύνης από νόμιμη πράξη. Εν πάση δε περιπτώσει, από την εξέταση των λόγων που προέβαλε η αναιρεσείουσα δεν προέκυψε ούτε πεπλανημένη ερμηνεία του Δελτίου αριθ. 19 ούτε αμέλεια της Επιτροπής. Επομένως, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
Συνολικό συμπέρασμα της νομικής αναλύσεως
243. Από τις προεκτεθείσες σκέψεις συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν είναι βάσιμη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
244. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην κατ’ αναίρεση διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VIII – Πρόταση
245. Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Sviluppo Italia Basilicata SpA, και
– να καταδικάσει τη Sviluppo Italia Basilicata SpA στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – T‑176/06.
3 – ΕΕ L 185, σ. 9.
4 – ΕΕ L 193, σ. 5 (στο εξής: κανονισμός 2052/88).
5 – ΕΕ L 374, σ. 1.
6 – ΕΕ L 193, σ. 20 (στο εξής : κανονισμός 4253/88).
7 – ΕΕ L 374, σ. 15.
8 – ΕΕ L 193, σ. 34 (στο εξής: κανονισμός 4254/88).
9 – ΕΕ L 250, σ. 21.
10 – Απόφαση τροποποιητική των αποφάσεων με τις οποίες εγκρίνονται τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, τα ενιαία έγγραφα προγραμματισμού και οι κοινοτικές πρωτοβουλίες, οι οποίες αναλαμβάνονται αναφορικά με την Ιταλία (ΕΕ L 146, σ. 11).
11 – Θεωρείται ως «συνολική επιδότηση» η παρέμβαση των κοινοτικών διαρθρωτικών ταμείων, η διαχείριση της οποίας γίνεται, κατά κανόνα, από έναν ενδιάμεσο φορέα τον οποίον ορίζει το κράτος μέλος σε συμφωνία με την Επιτροπή και ο οποίος εξασφαλίζει την κατανομή σε επιμέρους επιχορηγήσεις προς τους τελικούς δικαιούχους (βλ. άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2052/88).
12 – Βλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2005, C‑141/02 P, Επιτροπή κατά max.mobil (Συλλογή 2005, σ. I‑1283, σκέψεις 74 και 75). Επομένως, δεν πρόκειται για αίτημα αντικαταστάσεως σκεπτικού.
13 – Βλ. σημείο 34 των παρουσών προτάσεων.
14 – Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C‑164/98 P, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑447, σκέψεις 43 έως 49).
15 – Βλ. διατάξεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I‑4435, σκέψη 36), της 10ης Μαΐου 2001, C‑345/00 P, FNAB κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I‑3811, σκέψη 28), καθώς και της 25ης Οκτωβρίου 2007, C‑495/06 P, Nijs κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 2007, σ. I-146, σκέψη 64).
16 – Επομένως, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί αν ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά το στοιχείο που η προσφεύγουσα θεωρούσε ως το κεντρικό στοιχείο της προσφυγής της.
17 – Βλ. διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C‑173/95 P, Hogan κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 1995, σ. I‑4905, σκέψη 20).
18 – ΕΕ L 193, σ. 39.
19 – Προπαρατεθείσα στη σκέψη 14 απόφαση, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 49).
20 – Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C‑302/99 P και C‑308/99 P, Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1 (Συλλογή 2001, σ. I‑5603, σκέψεις 26 και 27).
21 – Για την ακρίβεια, εννέα συμμετοχές ύψους 1 εκατομμυρίου και μία ύψους 700 000 ευρώ.
22 – Βλ. σημεία 88 έως 90 των παρουσών προτάσεων.
23 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, T‑349/06 (Συλλογή 2008, σ. II-2181).
24 – Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2006, T-107/03.
25 – Βλ. σημεία 46 έως 49 των παρουσών προτάσεων.
26 – Βλ., επίσης, σημείο 75 των παρουσών προτάσεων.
27 – Προπαρατεθείσα.
28 – Βλ., ομοίως, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2004, T‑180/01, Euroagri κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑369, σκέψη 72).
29 – Για λεπτομερέστερη ανάλυση της ιδέας των γενικών αρχών του δικαίου, βλ. σημεία 66 έως 73 των προτάσεών μου της 30ής Ιουνίου 2009 στην υπόθεση Audiolux κ.λπ. (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2009, C-101/08, Συλλογή 2009, σ. Ι-9823). Όσον αφορά τον πρωτογενή χαρακτήρα των αρχών αυτών στο πλαίσιο της ιεραρχήσεως των κανόνων της κοινοτικής έννομης τάξεως, βλ. σημείο 70 των εν λόγω προτάσεων.
30 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C-462/98 P (Συλλογή 2000, σ. I‑7183).
31 – Αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2005, C‑287/02, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑5093, σκέψη 37), της 8ης Μαρτίου 2007, C‑44/06, Gerlach (Συλλογή 2007, σ. I‑2071, σκέψεις 37 και 38), καθώς και του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 2007, T‑65/04, Nuova Gela Sviluppo κατά Επιτροπής (σκέψεις 53 έως 55).
32 – Απόφαση Mediocurso κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 36) και απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2006, C‑240/03 P, Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑731, σκέψη 129).
33 – Βλ. σημείο 131 των παρουσών προτάσεων.
34 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 νομολογία.
35 – Βλ. σημεία 137 έως 142 των παρουσών προτάσεων.
36 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 νομολογία.
37 – Βλ. σημεία 163 έως 166 των παρουσών προτάσεων.
38 – Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψεις 47 και 48).
39 – Διατάξεις της 11ης Νοεμβρίου 2003, C‑488/01 P, Martinez κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I‑13355, σκέψη 53), και της 26ης Ιανουαρίου 2005, C‑153/04 P, Euroagri κατά Επιτροπής (σκέψη 62).
40 – Διάταξη Euroagri κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 61).
41 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999, C‑119/97 P, Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑1341, σκέψεις 107 έως 111).
42 – Βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Σεπτεμβρίου 1994, T-461/93, An Taisce και WWF UK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-733, σκέψη 36). Όπως δέχθηκε ορθώς το Πρωτοδικείο, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του άρθρου 24 του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88 θα διακύβευε την αποτελεσματικότητα της υποχρεώσεως της Επιτροπής και των κρατών μελών να ελέγχουν την προσήκουσα χρησιμοποίηση των κοινοτικών οικονομικών συνδρομών.
43 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, C‑84/96 (Συλλογή 1999, σ. I‑6547).
44 – Προπαρατεθείσα.
45 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Δεκεμβρίου 2003, T‑306/00 (Συλλογή 2003, σ. II-5705).
46 – Προπαρατεθείσα.
47 – Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 2001, T‑141/01 R, Entorn κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II‑3123, σκέψεις 41 και 42).
48 – Βλ. απόφαση Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 140).
49 – Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, C‑500/99 P, Conserve Italia κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑867, σκέψεις 100 και 101), καθώς και Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 144).
50 – Βλ., συναφώς, απόφαση Euroagri κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 72).
51 – Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 2002, T‑180/00, Astipesca κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑3985, σκέψη 93 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, T‑290/02, Ascontex κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑3085, σκέψη 65).
52 – Βλ. απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 153/73, Holtz & Willemsen κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ 347, σκέψη 7).
53 – Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑120/06 P και C‑121/06 P (Συλλογή 2008, σ. I‑6513, σκέψη 169).
54 – Βλ. σκέψη 168 της εν λόγω αποφάσεως.
55 – Βλ. σημεία 75, 81 και 87 έως 90 των παρουσών προτάσεων.
56 – Βλ. σημεία 75, 81 και 87 έως 90 των παρουσών προτάσεων.
57 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Astipesca κατά Επιτροπής (σκέψη 93 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και Ascontex κατά Επιτροπής (σκέψη 65).
Full & Egal Universal Law Academy