ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 4ης Φεβρουαρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑434/08
Arnold und Johann Harms ενεργούντες ως αστική εταιρία του γερμανικού δικαίου
κατά
Freerk Heidinga
[αίτηση του Oberlandesgericht Oldenburg (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή γεωργική πολιτική – Καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Μεταβίβαση δικαιωμάτων ενισχύσεως»
1. Η υπό κρίση αίτηση του Oberlandesgericht Oldenburg (Εφετείου Oldenburg) (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου (2).
2. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η διάταξη αυτή απαγορεύει (i) συμβατικές ρήτρες με τις οποίες τυπικώς πραγματοποιείται μεν πλήρης και οριστική μεταβίβαση δικαιωμάτων ενισχύσεως, πλην όμως κατά τη συμφωνία των μερών τα δικαιώματα ενισχύσεως εξακολουθούν να ανήκουν, από οικονομικής απόψεως, στον πωλητή, ενώ ο αγοραστής, ως τυπικός δικαιούχος, οφείλει να ενεργοποιήσει τα δικαιώματα αυτά καλλιεργώντας αντίστοιχες εκτάσεις και να καταβάλει εξ ολοκλήρου στον πωλητή την εισπραχθείσα από τον ίδιο ενιαία ενίσχυση ή (ii) συμβατικές ρήτρες βάσει των οποίων μεταβιβάζονται στον αγοραστή στρεμματικές ενισχύσεις κατά τρόπον ώστε να υποχρεούται να καταβάλλει περιοδικώς στον πωλητή ένα μέρος της ενιαίας ενισχύσεως (το μέρος που αφορά ατομικά την εκμετάλλευση). Αν το Δικαστήριο δώσει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι εν λόγω συμβατικές ρήτρες είναι ανίσχυρες.
I – Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
3. Ο κανονισμός προβλέπει καθεστώς στηρίξεως του εισοδήματος των γεωργών, το οποίο καλείται καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως (στο εξής: ΚΕΕ).
4. Το άρθρο 33, παράγραφος 1, του κανονισμού (όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης) ορίζει ότι «οι γεωργοί έχουν πρόσβαση στο [ΚΕΕ] εφόσον:
α) τους έχει χορηγηθεί ενίσχυση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 38, στα πλαίσια τουλάχιστον ενός από τα καθεστώτα στήριξης που αναφέρονται στο παράρτημα VI, ή
β) έχουν λάβει την εκμετάλλευση ή τμήμα της εκμετάλλευσης, ως υφιστάμενη ή αναμενόμενη κληρονομιά, από γεωργό ο οποίος πληρούσε τους όρους που αναφέρονται στο στοιχείο α΄, ή
γ) έχουν λάβει δικαίωμα ενίσχυσης από το εθνικό απόθεμα ή μέσω μεταβίβασης.»
5. Το άρθρο 46 του κανονισμού που αφορά τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως ορίζει τα εξής:
«1. Τα δικαιώματα ενίσχυσης μπορούν να μεταβιβάζονται μόνο σε άλλο γεωργό εγκατεστημένο στο ίδιο κράτος μέλος, πλην της περιπτώσεως μεταβίβασης υφισταμένης ή αναμενόμενης κληρονομιάς.
Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση υφιστάμενης ή αναμενόμενης κληρονομίας, τα δικαιώματα ενίσχυσης επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον στο κράτος μέλος όπου γεννήθηκαν.
Ένα κράτος μέλος μπορεί να αποφασίζει ότι τα δικαιώματα ενίσχυσης δύνανται να μεταβιβάζονται ή να χρησιμοποιούνται μόνον μεταξύ γεωργών της ίδιας περιφέρειας.
2. Τα δικαιώματα ενίσχυσης είναι δυνατόν να μεταβιβάζονται με πώληση ή με οποιαδήποτε άλλη οριστική μεταβίβαση, συνοδευόμενα ή μη από γη. Αντίθετα, η χρονομίσθωση ή συναλλαγή παρόμοιου τύπου επιτρέπεται μόνον εάν η μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενίσχυσης συνοδεύεται και από τη μεταβίβαση ισοδύναμου αριθμού επιλέξιμων εκταρίων.
Πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 40, παράγραφος 4, ένας γεωργός μπορεί να μεταβιβάζει τα δικαιώματα ενίσχυσής του χωρίς γη μόνον αφού χρησιμοποιήσει, κατά την έννοια του άρθρου 44, τουλάχιστον το 80 % των δικαιωμάτων του κατά τη διάρκεια ενός τουλάχιστον ημερολογιακού έτους ή, αφού παραδώσει οικειοθελώς στο εθνικό απόθεμα όλα τα δικαιώματα ενίσχυσης που δεν έχει χρησιμοποιήσει κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του [ΚΕΕ].
3. Σε περίπτωση πώλησης δικαιωμάτων ενίσχυσης, με ή χωρίς γη, τα κράτη μέλη μπορούν, σεβόμενα τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, να αποφασίζουν ότι μέρος των πωλούμενων δικαιωμάτων ενίσχυσης επιστρέφεται στο εθνικό απόθεμα ή ότι η μοναδιαία αξία τους μειώνεται υπέρ του εθνικού αποθέματος, σύμφωνα με κριτήρια που θα καθορίσει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 144, παράγραφος 2.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και το προδικαστικό ερώτημα
6. Η Amkeline Gertha Harms και ο Johann Harms, εταίρος της εκκαλούσας στην υπόθεση της κύριας δίκης (στο εξής: πωλητές), πώλησαν στον Freerk Heidinga, εφεσίβλητο στην υπόθεση της κύριας δίκης (στο εξής: αγοραστής), με συμβολαιογραφική πράξη της 8ης Νοεμβρίου 2005, αγροτικό ακίνητο στις τοποθεσίες Schirum και Wiesens (Γερμανία) με κατοικία και γεωργικά κτίρια. Μεταβίβασαν επίσης τα υπάρχοντα στη γεωργική εκμετάλλευση αποθέματα ζωοτροφών, τις ποσότητες αναφοράς γάλακτος και τα δικαιώματα ενισχύσεως για τα οποία είχε υποβληθεί αίτηση. Το συνολικό τίμημα ήταν 690 000 ευρώ (3). Ως προς τα δικαιώματα ενισχύσεως, η σύμβαση πωλήσεως περιείχε στο σημείο 9 την ακόλουθη ρήτρα:
«Κατά πάγια πρακτική στη [Γερμανία], συνεπεία της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (μεταρρύθμιση της ΚΓΠ), τα δικαιώματα ενισχύσεως χορηγούνται […] από την 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής υπό τη μορφή ενιαίων για κάθε περιοχή ενισχύσεων για αρόσιμη γη και μόνιμους βοσκότοπους, καθώς και συμπληρωματικών ενισχύσεων οι οποίες αφορούν ατομικά την εκμετάλλευση. Κατόπιν των ανωτέρω, οι συμβαλλόμενοι συνομολογούν τα ακόλουθα:
Οι πωλητές έχουν υποβάλει αιτήσεις για ενίσχυση στο πλαίσιο της διαδικασίας αιτήσεων της ΚΓΠ για το 2005. Με την παρούσα σύμβαση, οι πωλητές μεταβιβάζουν στον αγοραστή όλα τα δικαιώματα ενισχύσεως που τους χορηγούνται λόγω της καλλιέργειας του πωλούμενου κτήματος και των εκτάσεων που τους έχουν εκμισθωθεί ή των οποίων η χρήση τους έχει παραχωρηθεί και τις οποίες αναλαμβάνει ο αγοραστής. Η μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως πραγματοποιείται χωρίς αντάλλαγμα.
Τα δικαιώματα ενισχύσεως περιλαμβάνουν, με την εξαίρεση των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας, συμπληρωματικές ενισχύσεις που αφορούν ατομικά την εκμετάλλευση [...]
Μετά τον οριστικό καθορισμό και τη χορήγηση των δικαιωμάτων ενισχύσεως, οι πωλητές θα ανακοινώσουν στον αγοραστή την αξία τους, εντός δύο εβδομάδων αφότου λάβουν γνώση αυτής, και το αργότερο μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 2006.
Οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται να συνάψουν μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 2006, με βάση τους ανωτέρω συμφωνηθέντες όρους, σύμβαση για τη μεταβίβαση των συγκεκριμένων δικαιωμάτων ενισχύσεως, προσδιορίζοντας τα αναγνωριστικά στοιχεία τους και την αξία τους.
Εντός μηνός από τη σύναψη της ανωτέρω συμβάσεως, οι συμβαλλόμενοι θα γνωστοποιήσουν τη μεταβίβαση στην αρμόδια περιφερειακή αρχή και, εφόσον απαιτείται, θα μεριμνήσουν για την καταχώριση της ανακοινωθείσας διαδικασίας στην κεντρική βάση δεδομένων του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου.
Οι συμβαλλόμενοι συνομολογούν στην εσωτερική τους σχέση ότι στον αγοραστή ανήκουν 40 δικαιώματα ενισχύσεως για αρόσιμη γη και 40 δικαιώματα ενισχύσεως για μόνιμους βοσκότοπους, καθώς και το μέρος μόνον των συμπληρωματικών δικαιωμάτων ενισχύσεως που αφορούν ατομικά την εκμετάλλευση (top up’s) το οποίο αναλογεί στην ποσότητα αναφοράς γάλακτος (περίπου 622 000 κιλά), η οποία περιέρχεται, βάσει της μισθώσεως, στον αγοραστή στο πλαίσιο της μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως.
Ο αγοραστής δεσμεύεται να καταβάλει στους πωλητές, μετά την ετήσια εξόφλησή τους, τα συμπληρωματικά ποσά που θα εισπράξει ως ενίσχυση με βάση την έκταση και βάσει δικαιωμάτων ενισχύσεως που αφορούν ατομικά την εκμετάλλευση (περίπου 15 δικαιώματα για αρόσιμη γη, περίπου 15 δικαιώματα για μόνιμους βοσκότοπους και αντισταθμιστικές πληρωμές για ποσότητα αναφοράς γάλακτος περίπου 1 000 000 κιλών).»
7. Η σύμβαση πωλήσεως εκτελέστηκε και οι πωληθείσες γεωργικές εκτάσεις μεταβιβάστηκαν στον αγοραστή. Επιπροσθέτως, την 1η Απριλίου 2006, μεταβιβάστηκαν στον αγοραστή 111,79 δικαιώματα ενισχύσεως. Ο αγοραστής εκμεταλλεύεται πλέον από κοινού με τρίτο πρόσωπο, ως εταιρία αστικού δικαίου, τη γεωργική εκμετάλλευση που απέκτησε.
8. Η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης άσκησε, σε σχέση με τη σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου και με μια συναφή προς τη σύμβαση αυτή συμφωνία της 6ης Ιανουαρίου 2006 που αφορούσε την ανάληψη υποχρεώσεως καταβολής μισθωμάτων, αγωγή με αντικείμενο την αξίωση καταβολής του υπολειπόμενου μισθώματος για ποσότητα αναφοράς γάλακτος, ύψους 4 378,16 ευρώ, καθώς και εκχωρηθείσες σ’ αυτήν αξιώσεις επί εισπραχθείσας για το 2006 ενιαίας ενισχύσεως συνολικού ύψους 40 823,05 ευρώ, η οποία κατά την εσωτερική σχέση των μερών ανήκε στους πωλητές. Η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης στήριξε την τελευταία αξίωση, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί εν μέρει αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης στο πλαίσιο της κύριας υποθέσεως, στην προαναφερθείσα ρήτρα του σημείου 9 της συμβάσεως πωλήσεως και στην προβλεπόμενη στην εσωτερική σχέση των μερών της συμβάσεως πωλήσεως συμφωνία περί καταβολής στους πωλητές των ποσών της εισπραχθείσας ενιαίας ενισχύσεως.
9. Το Landgericht Aurich (πρωτοδικείο του Aurich) δέχτηκε την αγωγή ως προς τις αξιώσεις από την ανάληψη των μισθωμάτων. Κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή, ιδίως στο μέτρο που με αυτήν προβάλλονταν αξιώσεις για την καταβολή ενιαίας ενισχύσεως. Δέχτηκε συναφώς ότι οι αξιώσεις που απέρρεαν από το σημείο 9 της συμβάσεως πωλήσεως εξοφλήθηκαν με αναμεταβίβαση στους πωλητές και στην εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης δικαιωμάτων ενισχύσεως που αντιστοιχούσαν σε 29,79 εκτάρια.
10. Κατά της αποφάσεως αυτής βάλλει η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης με την έφεσή της. Η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης ζητεί από το Oberlandesgericht Oldenburg να μεταρρυθμίσει την απόφαση του Landgericht και να υποχρεώσει τον αγοραστή να καταβάλει στους πωλητές το πρόσθετο ποσό των 23 113,73 ευρώ, πλέον τόκων από 2 Φεβρουαρίου 2007, υπολογιζόμενων με επιτόκιο κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο του βασικού επιτοκίου. Ο αγοραστής ζητεί την απόρριψη της εφέσεως.
11. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ευόδωση της εφέσεως εξαρτάται από την εγκυρότητα της συμβατικής ρήτρας που περιέχει το σημείο 9 της συμβάσεως πωλήσεως της 8ης Νοεμβρίου 2005.
12. Διατηρώντας σοβαρές επιφυλάξεις για την εγκυρότητα της ανωτέρω συμβατικής ρήτρας, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 46 του κανονισμού, ιδίως ενόψει των περιοριστικά απαριθμούμενων δυνατοτήτων μεταβιβάσεως δικαιωμάτων ενισχύσεως βάσει του άρθρου αυτού, καθώς και του σκοπού της επιχορηγήσεως που προφανώς επιδιώκεται με τις άμεσες ενισχύσεις, ο οποίος πιθανώς δεν εξυπηρετείται εν προκειμένω, το Oberlandesgericht Oldenburg έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 46, παράγραφος 2, του [κανονισμού 1782/2003], την έννοια ότι δεν συμβιβάζονται με την ως άνω διάταξη και είναι συνεπώς ανίσχυρες οι συμβατικές ρήτρες με τις οποίες τυπικώς πραγματοποιείται μεν πλήρης και οριστική μεταβίβαση δικαιωμάτων ενισχύσεως, πλην όμως κατά τη συμφωνία των μερών τα δικαιώματα ενισχύσεως εξακολουθούν να ανήκουν, από οικονομικής απόψεως, στον πωλητή, ενώ ο αγοραστής, ως τυπικός δικαιούχος, οφείλει να ενεργοποιήσει τα δικαιώματα αυτά καλλιεργώντας αντίστοιχες εκτάσεις και να καταβάλει εξ ολοκλήρου στον πωλητή την εισπραχθείσα από τον ίδιο ενιαία ενίσχυση ή βάσει των οποίων μεταβιβάζονται στον αγοραστή στρεμματικές ενισχύσεις κατά τρόπον ώστε να υποχρεούται, εν πάση περιπτώσει μετά την ενεργοποίηση και την εξόφληση της ενιαίας ενισχύσεως, να καταβάλλει περιοδικώς στον πωλητή ένα μέρος αυτής (το μέρος που αφορά ατομικά την εκμετάλλευση);
13. Οι μετέχοντες στη διαδικασία αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 3ης Δεκεμβρίου 2009.
III – Εκτίμηση
Α – Κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
14. Η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, αστική εταιρία του γερμανικού δικαίου με εταίρους τους Arnold και Johann Harms, αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά που παραθέτει η διάταξη περί παραπομπής και υποστηρίζει ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης.
15. Κατά την εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει ρητώς, στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού, τη δυνατότητα μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων ενισχύσεως με πώληση σε άλλο γεωργό. Η εγκυρότητα αυτής της συμβατικής ρυθμίσεως δεν πρέπει να υπόκειται ούτε σε πρόσθετες προϋποθέσεις του δημοσίου δικαίου ούτε στην προϋπόθεση της προηγούμενης χορηγήσεως διοικητικής άδειας. Ισχυρίζεται ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει καμία διάταξη σχετικά με τον καθορισμό του τρόπου πληρωμής βάσει συμβάσεως πωλήσεως όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης. Η πώληση δικαιωμάτων ενισχύσεως πρέπει να διενεργείται αποκλειστικά σύμφωνα με τις αρχές του αστικού δικαίου, κατά το οποίο η ελευθερία των συμβάσεων συνιστά υπέρτερη αρχή και τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ελεύθερα να ορίσουν το είδος του ανταλλάγματος. Ως εκ τούτου, τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν, αντί για μια εφάπαξ καταβολή, την εξόφληση του τιμήματος με διαδοχικές τμηματικές καταβολές. Τούτο δεν θίγει τον σκοπό του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού και, εν πάση περιπτώσει, ο αγοραστής διατηρεί το δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση.
16. Η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης υποστηρίζει επίσης ότι δεν παρέβη τη νομική διάταξη που προβλέπει ότι η μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως επιτρέπεται μόνον εάν συνοδεύεται από τη μεταβίβαση ισοδύναμου αριθμού επιλέξιμων εκταρίων. Ισχυρίζεται ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο μεταβιβάσεως του δικαιώματος εισπράξεως δικαιωμάτων ενισχύσεως βάσει μόνιμης ή μακροπρόθεσμης συμφωνίας αποκλειστικά οικονομικής φύσεως. Πράγματι, το δικαίωμα εισπράξεως δικαιωμάτων ενισχύσεως επιστρέφει, μετά τη λύση της μισθώσεως, στον ιδιοκτήτη της γης, ο οποίος μπορεί ακολούθως να τα μεταβιβάσει σε τρίτο πρόσωπο. Όμως αυτό ακριβώς δεν μπορούν να κάνουν εν προκειμένω οι πωλητές. Τα δικαιώματα ενισχύσεως έχουν μεταβιβαστεί οριστικώς στον αγοραστή, ο οποίος μπορεί να τα μεταβιβάσει σε τρίτους. Εν πάση περιπτώσει, στην υπόθεση της κύριας δίκης τα δικαιώματα ενισχύσεως μεταβιβάστηκαν στον αγοραστή με τη γεωργική εκμετάλλευση στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένων των γεωργικών εκτάσεων.
17. Ως εκ τούτου, η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτο το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού δεν απαγορεύει συμβατικές ρήτρες, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία το αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως στον αγοραστή είναι η υποχρέωση του αγοραστή να καταβάλει στον πωλητή μέρος της ενιαίας ενισχύσεως που θα χορηγηθεί στον αγοραστή στο μέλλον.
18. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού δεν απαγορεύει μεταβιβάσεις, όπως η συγκεκριμένη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η εν λόγω μεταβίβαση είναι έγκυρη ως «άλλη οριστική μεταβίβαση» κατά την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού. Ο αγοραστής και ο πωλητής δικαιούνται, βάσει των κανόνων που διέπουν την ελευθερία των συμβάσεων, να ορίσουν, για τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως, προϋποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου· οι συμφωνίες αυτού του είδους δεν επηρεάζονται από τους κανόνες που διέπουν το ΚΕΕ, εφόσον δεν παραβαίνουν διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και δεν αντιτίθενται στους σκοπούς της επιχορηγήσεως του ΚΕΕ. Οι κανόνες αυτοί προβλέπουν τη χορήγηση στους γεωργούς, εν προκειμένω στον αγοραστή, ενιαίας ενισχύσεως ανά γεωργική εκμετάλλευση αναδρομικά, εφόσον η γεωργική εκμετάλλευσή τους πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις. Κατά το κοινοτικό δίκαιο, ο λήπτης της ενιαίας ενισχύσεως είναι ελεύθερος να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιήσει το ποσό που έλαβε. Συνεπώς, το ποσό αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί επίσης για την πληρωμή του προσώπου που του πώλησε τα δικαιώματα ενισχύσεως. Η Γερμανική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού δεν απαγορεύει συμφωνίες όπως η συγκεκριμένη στην υπόθεση της κύριας δίκης.
19. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, εν προκειμένω, η μεταβίβαση και η ενεργοποίηση των δικαιωμάτων ενισχύσεως είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή των αρχών του ΚΕΕ. Ισχυρίζεται ότι οι διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης προέβησαν σε νομική ενέργεια με την οποία καταστρατήγησαν διατάξεις του κανονισμού. Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 46, παράγραφοι 1 και 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχεία α΄ και γ΄, και το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού έχουν την έννοια ότι συμβατικές ρήτρες όπως οι συγκεκριμένες στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν συνάδουν με τις ανωτέρω διατάξεις.
Αξιολόγηση
20. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού απαγορεύει συμβατικές ρήτρες όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, αν οι εν λόγω ρήτρες είναι ανίσχυρες.
21. Ειδικότερα, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο διακρίνει δύο ειδών ρήτρες: (i) εκείνες με τις οποίες εξωτερικώς πραγματοποιείται μεν πλήρης και οριστική μεταβίβαση δικαιωμάτων ενισχύσεως, πλην όμως κατά τη συμφωνία των μερών τα δικαιώματα ενισχύσεως εξακολουθούν να ανήκουν, από οικονομικής απόψεως, στον πωλητή, ενώ ο αγοραστής, ως τυπικός δικαιούχος, οφείλει να ενεργοποιήσει τα δικαιώματα αυτά καλλιεργώντας αντίστοιχες εκτάσεις και να καταβάλει εξ ολοκλήρου στον πωλητή την εισπραχθείσα από τον ίδιο ενιαία ενίσχυση και (ii) εκείνες βάσει των οποίων μεταβιβάζονται στον αγοραστή στρεμματικές ενισχύσεις κατά τρόπον ώστε να υποχρεούται να καταβάλλει περιοδικώς στον πωλητή ένα μέρος της ενιαίας ενισχύσεως (το μέρος που αφορά ατομικά την εκμετάλλευση). Φρονώ, εντούτοις, ότι, εν προκειμένω, οι δύο ειδών ρήτρες που αναφέρει το προδικαστικό ερώτημα δεν διαφέρουν από νομικής απόψεως.
22. Πρώτον, θα εξετάσω το επιχείρημα της εκκαλούσας στην υπόθεση της κύριας δίκης ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο διότι δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης.
23. Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να διαπιστώνει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι σ’ αυτό «απόκειται να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών και των εθνικών δικαστηρίων, το πραγματικό […] πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα, όπως το εξειδικεύει η απόφαση περί παραπομπής» (4). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερόμενων μερών (5). Ως εκ τούτου, η ένσταση απαραδέκτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή και το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα εντός του πλαισίου των πραγματικών περιστατικών που έθεσε το Oberlandesgericht Oldenburg με τη διάταξή του περί παραπομπής.
1. Προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με το ΚΕΕ
24. Καταρχάς, μόνον οι γεωργοί που έχουν αποκτήσει δικαίωμα ενισχύσεως από το εθνικό απόθεμα ή κατόπιν μεταβιβάσεως δικαιούνται να έχουν πρόσβαση στο ΚΕΕ (6). Ως «γεωργοί» νοούνται μόνον τα πρόσωπα που ασκούν «γεωργική δραστηριότητα», όπως η έννοια αυτή ορίζεται στον κανονισμό (7). Εντούτοις, το γεγονός και μόνον ότι ένας γεωργός έχει λάβει δικαιώματα ενισχύσεως δεν συνεπάγεται αυτομάτως στην πράξη τη χορήγηση σ’ αυτόν ενισχύσεως βάσει των εν λόγω δικαιωμάτων. Για να επωφεληθεί της ενιαίας ενισχύσεως, ο γεωργός δεν αρκεί μόνο να κατέχει τα δικαιώματα ενισχύσεως, αλλά πρέπει επιπλέον να τα ενεργοποιήσει έχοντας στη διάθεσή του τον αντίστοιχο αριθμό εκταρίων γεωργικών εκτάσεων και εφόσον πληροί διάφορες άλλες προϋποθέσεις διαχειρίσεως, όπως προϋποθέσεις που επιβάλλονται βάσει περιβαλλοντικών διατάξεων και κανόνων για την προστασία των ζώων και την ασφάλεια των τροφίμων (η καλούμενη πολλαπλή συμμόρφωση) (8).
2. Κύριο ζήτημα: η ερμηνεία του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού
25. Παρά τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος και τη σύνδεσή του με τις συμβατικές ρήτρες (9) που συμφώνησαν οι πωλητές και ο αγοραστής, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να επικεντρωθεί αποκλειστικά και μόνο στην ερμηνεία του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού. Μολονότι είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, το Δικαστήριο πρέπει να τα λάβει υπόψη μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την ορθή ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως.
26. Από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ προκύπτει σαφώς ότι οι κοινοτικοί κανονισμοί έχουν άμεση εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη. Ακριβώς λόγω της φύσεώς τους και της λειτουργίας τους εντός του συστήματος των πηγών του κοινοτικού δικαίου, οι διατάξεις των κανονισμών παράγουν, καταρχήν, άμεσα αποτελέσματα στις εθνικές έννομες τάξεις, χωρίς να απαιτείται από τις εθνικές αρχές να λάβουν μέτρα εφαρμογής. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, «για τη θέση σε εφαρμογή ορισμένων από τις διατάξεις τους ενδέχεται να απαιτείται ωστόσο η λήψη μέτρων εφαρμογής από τα κράτη μέλη» (10). Εντούτοις, δεν φρονώ ότι τούτο ισχύει στην περίπτωση του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού. Ως εκ τούτου, αρκεί το Δικαστήριο να επικεντρωθεί στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού χωρίς να χρειάζεται να εξετάσει τυχόν ληφθέντα εθνικά μέτρα εφαρμογής του άρθρου αυτού.
27. Το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού προβλέπει ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως μπορούν να μεταβιβάζονται «με πώληση ή με οποιαδήποτε άλλη οριστική μεταβίβαση», συνοδευόμενα ή μη από γη. Αντίθετα, μη οριστικές μεταβιβάσεις, όπως χρονομισθώσεις ή παρόμοιες δικαιοπραξίες, επιτρέπονται μόνον εάν η μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως συνοδεύεται από τη μεταβίβαση ισοδύναμου αριθμού επιλέξιμων εκταρίων.
28. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αναγκαίο, εν προκειμένω, να εξετασθούν άλλες προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση δικαιωμάτων ενισχύσεως που προβλέπει ο κανονισμός, διότι το αιτούν δικαστήριο δεν ζήτησε την ερμηνεία τους. Εν πάση περιπτώσει, εκτιμώ ότι η εξέτασή τους δεν είναι αναγκαία για την ερμηνεία του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού.
29. Ως εκ τούτου, το κύριο ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση είναι η ερμηνεία της φράσεως «με πώληση ή με οποιαδήποτε άλλη οριστική μεταβίβαση [των δικαιωμάτων ενισχύσεως]», η οποία περιέχεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού.
30. Για τις ανάγκες της εν λόγω ερμηνείας, είναι απαραίτητο να ληφθούν πλήρως υπόψη ο σκοπός του καθεστώτος που διέπει τα δικαιώματα ενισχύσεως και οι κανόνες που αφορούν τη μεταβίβασή τους.
31. Πρώτον, κάθε δικαίωμα ενισχύσεως που συνοδεύεται από επιλέξιμο εκτάριο γεννά δικαίωμα καταβολής του ποσού που καθορίζεται στο δικαίωμα ενισχύσεως (11). Όπως επισημάνθηκε στο σημείο 24 ανωτέρω, το ΚΕΕ αφορά τους γεωργούς και, ειδικότερα, τους εν ενεργεία γεωργούς (12). Πρέπει να σημειωθεί ότι, αντιθέτως προς τα δικαιώματα παραγωγής (droits à produire) και τα δικαιώματα πριμοδοτήσεως (droits à prime) που προέρχονται από τις μεταρρυθμίσεις της κοινής γεωργικής πολιτικής του 1992 και του 1999, η ενιαία ενίσχυση ανά γεωργική εκμετάλλευση συνιστά απλώς «στήριξη του εισοδήματος των γεωργών» (13).
32. Δεύτερον, όσον αφορά τη μεταβίβασή τους, καθίσταται σαφές ότι σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να επιτρέψει τη μεταβίβαση και εμπορία των δικαιωμάτων ενισχύσεως. Η ενιαία ενίσχυση ανά γεωργική εκμετάλλευση επιμερίστηκε σε δικαιώματα ενισχύσεως ακριβώς για να διευκολύνει τη μεταβίβασή της (14). Πράγματι, αντιθέτως προς τις ποσοστώσεις γάλακτος, για παράδειγμα, τα δικαιώματα ενισχύσεως είναι, καταρχήν, ελευθέρως μεταβιβάσιμα και δεν συνδέονται με συγκεκριμένη γεωργική έκταση. Εντούτοις, ο κανονισμός θεσπίζει σαφείς κανόνες που διέπουν και περιορίζουν τη μεταβίβαση αυτή: συγκεκριμένα, τα δικαιώματα ενισχύσεως μπορούν να μεταβιβάζονται μόνο σε άλλο γεωργό (15).
33. Η δυνατότητα μεταβιβάσεως και εμπορίας των δικαιωμάτων ενισχύσεως υποκρύπτει, εντούτοις, το ενδεχόμενο επιδιώξεως ενός διαφορετικού σκοπού από εκείνον που επεδίωκε ο κοινοτικός νομοθέτης, και μάλιστα ενός σκοπού τον οποίο προσπάθησε σαφώς να αποφύγει.
34. Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 30 στο προοίμιο του κανονισμού ορίζει ότι: «[…] Προκειμένου να αποφευχθούν οι κερδοσκοπικές μεταβιβάσεις που θα οδηγήσουν σε σώρευση δικαιωμάτων τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, θα πρέπει, να προβλεφθεί, για τη χορήγηση της ενίσχυσης, συσχέτιση μεταξύ των δικαιωμάτων και ορισμένου αριθμού επιλέξιμων εκταρίων, καθώς και η δυνατότητα περιορισμού της μεταβίβασης των δικαιωμάτων εντός μιας μόνο περιοχής […]».
35. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι βασικός σκοπός των λεπτομερών διατάξεων περί μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων ενισχύσεως είναι να αποφευχθούν οι κερδοσκοπικές μεταβιβάσεις. Όπως έχει σημειωθεί, σκοπός του ΚΕΕ είναι η στήριξη του εισοδήματος των εν ενεργεία γεωργών (16), και όχι προσώπων που με την εμπορία δικαιωμάτων ενισχύσεως επιδιώκουν άλλους οικονομικούς σκοπούς, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στον τομέα της γεωργίας (17). Πράγματι, με τον κανονισμό επιδιώκεται να αποφευχθεί η χορήγηση δικαιωμάτων ενισχύσεως σε πρόσωπα που δεν ασκούν γεωργική δραστηριότητα κατά την έννοια του κανονισμού και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να επωφελούνται από κοινοτικές χρηματοδοτήσεις στον τομέα αυτό (18).
36. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, το ενδεχόμενο καταστρατηγήσεως των διατάξεων του κανονισμού απασχόλησε τον κοινοτικό νομοθέτη, ο οποίος επιθυμούσε όντως την πρόληψη και καταστολή της απάτης (19), μεταξύ άλλων λόγω του κινδύνου κερδοσκοπίας ο οποίος ελλοχεύει σε ένα σύστημα που έχει αποσυνδεθεί από την παραγωγή (20).
37. Συναφώς, ένας από τους πιο σημαντικούς περιορισμούς που επιβάλλεται στις μεταβιβάσεις των δικαιωμάτων ενισχύσεως είναι ότι οι μεταβιβάσεις αυτές πρέπει να είναι πλήρεις και οριστικές, εκτός αν πρόκειται για χρονομίσθωση ή παρόμοια μη οριστική μεταβίβαση, η οποία πρέπει να συνοδεύεται και από τη μεταβίβαση ισοδύναμου αριθμού επιλέξιμων εκταρίων.
38. Ως εκ τούτου, ο αρχικός κάτοχος και πωλητής των δικαιωμάτων ενισχύσεως οφείλει να μεταβιβάσει ανεπιφύλακτα το δικαίωμά του επί της ενισχύσεως κατά την πώληση των δικαιωμάτων ενισχύσεως σε άλλο γεωργό, έτσι ώστε η μεταβίβαση να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός νέου δικαιώματος επί της ενισχύσεως υπέρ του αγοραστή, ο οποίος να μπορεί ακολούθως να προβεί στην ενεργοποίηση των δικαιωμάτων ενισχύσεως. Ο αγοραστής είναι όντως το πρόσωπο που δικαιούται να λάβει τα αντίστοιχα ποσά (της ενιαίας ενισχύσεως) προς στήριξη του εισοδήματός του, διότι αυτός εκμεταλλεύεται την οικεία γεωργική έκταση (21). Το δικαίωμα εισπράξεως χρηματικών ποσών βάσει των δικαιωμάτων ενισχύσεως πρέπει σαφώς να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το δικαίωμα κυριότητας των δικαιωμάτων ενισχύσεως.
39. Αν, λόγω των εννόμων συνεπειών και των εννόμων αποτελεσμάτων της (22), η μεταβίβαση δικαιωμάτων ενισχύσεως δεν συνεπάγεται την εκ μέρους του πωλητή πλήρη μεταβίβαση του δικαιώματος εισπράξεως χρηματικών ποσών βάσει των εν λόγω δικαιωμάτων ενισχύσεως και τη δημιουργία ενός αντίστοιχου δικαιώματος εισπράξεως των ποσών αυτών (23) υπέρ του αγοραστή, για παράδειγμα λόγω της εσωτερικής τους σχέσεως (accidentalia negotii), τότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη νόμιμη μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως.
40. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση που ο πωλητής των δικαιωμάτων ενισχύσεως εξακολουθεί μέσω της συμβάσεως πωλήσεως να παρακρατεί το δικαίωμα εισπράξεως χρηματικών ποσών βάσει των εν λόγω δικαιωμάτων ενισχύσεως, καθόσον το δικαίωμα εισπράξεως των ποσών αυτών είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την κυριότητα των δικαιωμάτων ενισχύσεως, ανεξαρτήτως του αν το δικαίωμα εισπράξεως των εν λόγω ποσών αφορά το σύνολο ή μέρος μόνον των μεταβιβαζομένων δικαιωμάτων ενισχύσεως.
41. Ως εκ τούτου, συμφωνώ με την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου ότι η συνομολογηθείσα εν προκειμένω συμβατική ρήτρα θέτει το ζήτημα αν με την τυπική μεταβίβαση δικαιωμάτων ενισχύσεως, τα οποία βάσει της εσωτερικής σχέσεως των συμβαλλομένων εξακολουθούν στην πραγματικότητα να ανήκουν στον πωλητή, και με τη συμφωνηθείσα καλλιέργεια εκ μέρους του αγοραστή των αντίστοιχων προς τα δικαιώματα ενισχύσεως εκτάσεων σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού (24) δημιουργείται εν προκειμένω ένας τύπος μεταβιβάσεως («καταπιστευτική μεταβίβαση»), η οποία δεν καλύπτεται πλέον από τις προϋποθέσεις του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού, δηλαδή πώληση ή άλλη «οριστική» μεταβίβαση. Πράγματι, η μεταβίβαση αυτή έχει προφανώς ως συνέπεια να παραμένει σταθερά ανεκπλήρωτος ο επιδιωκόμενος με την ενιαία ενίσχυση σκοπός επιχορηγήσεως, δηλαδή η εισοδηματική ενίσχυση για τον πραγματικό καλλιεργητή των εκτάσεων που αντιστοιχούν στα δικαιώματα ενισχύσεως. Αντιθέτως, από τη σύμβαση πωλήσεως προκύπτει ότι τα αντίστοιχα ποσά της ενιαίας ενισχύσεως ή μέρος αυτών περιέρχονται τελικώς σε άλλο πρόσωπο επί μονίμου βάσεως (25).
42. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού έχει την έννοια ότι η πώληση ή οποιαδήποτε άλλη οριστική μεταβίβαση δικαιωμάτων ενισχύσεως με ή χωρίς γη πρέπει να διασφαλίζει ότι ο πωλητής ή μεταβιβάζων τα εν λόγω δικαιώματα ενισχύσεως δεν δύναται να διατηρεί για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, δυνάμει συμβάσεως ή συμβατικής ρήτρας, το δικαίωμα εισπράξεως χρηματικών ποσών βάσει των εν λόγω δικαιωμάτων (ενιαία ενίσχυση), καθόσον το δικαίωμα εισπράξεως χρηματικών ποσών βάσει των δικαιωμάτων ενισχύσεως (ενιαία ενίσχυση) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την κυριότητα των δικαιωμάτων αυτών.
43. Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να ερευνήσει τις έννομες συνέπειες που θα είχε η ερμηνεία αυτή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις επίμαχες συμβατικές ρυθμίσεις και την οικεία ρήτρα.
IV – Πρόταση
44. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Oberlandesgericht Oldenburg ως εξής:
Το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2019/93 και διαφόρων άλλων κανονισμών, έχει την έννοια ότι η πώληση ή οποιαδήποτε άλλη οριστική μεταβίβαση δικαιωμάτων ενισχύσεως με ή χωρίς γη πρέπει να διασφαλίζει ότι ο πωλητής ή μεταβιβάζων τα εν λόγω δικαιώματα ενισχύσεως δεν δύναται να διατηρεί για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, δυνάμει συμβάσεως ή συμβατικής ρήτρας, το δικαίωμα εισπράξεως χρηματικών ποσών βάσει των εν λόγω δικαιωμάτων, καθόσον το δικαίωμα εισπράξεως χρηματικών ποσών βάσει των δικαιωμάτων ενισχύσεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την κυριότητα των δικαιωμάτων αυτών.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2019/93, (ΕΚ) αριθ. 1452/2001, (ΕΚ) αριθ. 1453/2001, (ΕΚ) αριθ. 1454/2001, (ΕΚ) αριθ. 1868/94, (ΕΚ) αριθ. 1251/1999, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΟΚ) αριθ. 2358/71 και (ΕΚ) αριθ. 2529/2001 (ΕΕ 2003, L 270, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός).
3 – Οι πωλητές διέθεταν για γεωργική εκμετάλλευση, εκτός από τις μεταβιβασθείσες ιδιόκτητες εκτάσεις εμβαδού 9,6 εκταρίων περίπου, και 100 εκτάρια γεωργικών εκτάσεων που είχαν μισθώσει από διάφορους εκμισθωτές ή είχαν αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως παραχωρήσεως της χρήσεως με τους ιδιοκτήτες τους. Σύμφωνα με τη σύμβαση πωλήσεως, ο αγοραστής θα επεδίωκε να αναλάβει τις πρόσθετες αυτές εκτάσεις μέσω συμφωνίας με τους ιδιοκτήτες ή τους δικαιούχους τους. Οι πωλητές δεσμεύτηκαν να βοηθήσουν προς τούτο στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους.
4 – Βλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-153/02, Neri (Συλλογή 2003, σ. I-13555, σκέψεις 33 έως 36).
5 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1978, 104/77, Oehlschläger (Συλλογή τόμος 1978, σ. 277, σκέψη 4)· της 29ης Απριλίου 1982, 17/81, Pabst & Richarz (Συλλογή 1982, σ. 1331, σκέψεις 10 έως 12)· της 29ης Απριλίου 2004, C‑482/01 και C‑493/01, Ορφανόπουλος και Oliveri (Συλλογή 2004, σ. I‑5257, σκέψη 42)· της 12ης Απριλίου 2005, C‑145/03, Keller (Συλλογή 2005, σ. I‑2529, σκέψεις 32 έως 34)· της 21ης Απριλίου 2005, C‑267/03, Lindberg (Συλλογή 2005, σ. I‑3247, σκέψεις 41 και 42), και προτάσεις μου επί της υποθέσεως C‑305/08, CoNISMa (απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2009, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, υποσημείωση 12).
6 – Βλ. άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχεία α΄ και γ΄, του κανονισμού. Το δεύτερο άρθρο περιέχει τον ορισμό του «γεωργού» και της «γεωργικής δραστηριότητας» αντίστοιχα.
7 – Ως «γεωργική δραστηριότητα» νοείται η παραγωγή, η εκτροφή ή η καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων, ή η διατήρηση της γης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση.
8 – Στο σημείο αυτό παραπέμπω στο άρθρο 1 επ., σε συνδυασμό με το παράρτημα III, και τα άρθρα 33, 36, 43 επ. του κανονισμού. Η υποχρέωση χρησιμοποιήσεως των δικαιωμάτων ενισχύσεως σε αντίστοιχο αριθμό εκταρίων μπορεί να συγκριθεί με την υποχρέωση παραγωγής στην περίπτωση χορηγήσεως ποσοστώσεων γάλακτος. Σε εκμεταλλευόμενο γεωργική επιχείρηση μπορεί να χορηγείται αποζημίωση λόγω πλήρους και οριστικής εγκαταλείψεως της γαλακτοπαραγωγής μόνον όταν αυτός, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, παράγει γάλα ως παραγωγός κατά την έννοια του άρθρου 12, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 857/84 και διαθέτει προς τούτο ατομική ποσότητα αναφοράς για απευθείας πωλήσεις. Αν, όμως, ο γεωργός εγκατέλειψε οικειοθελώς τη γαλακτοπαραγωγή, δεν είναι πλέον παραγωγός κατά την έννοια των διατάξεων αυτών. Βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1997, C‑152/95, Macon κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I‑5429)· βλ., επίσης, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑275/05, Kibler (Συλλογή 2006, σ. I‑10569, σκέψη 24).
9 – Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι εταιρία στην οποία αμφότεροι οι πωλητές εκχώρησαν, με έγγραφη πράξη εκχωρήσεως της 29ης Ιανουαρίου 2007, τις σχετικές αξιώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση πωλήσεως.
10 – Βλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-403/98, Azienda Agricola Monte Arcosu (Συλλογή 2001, σ. I-103, σκέψη 26).
11 – Βλ. άρθρο 44 του κανονισμού.
12 – Τούτο είναι σημαντικό, διότι το όλο σχέδιο και σκεπτικό της πρόσφατης μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ήταν η εγκατάλειψη της προηγούμενης αρχής περί στηρίξεως της παραγωγής (συγκεκριμένων) γεωργικών προϊόντων και η καθιέρωση ενός συστήματος για τη στήριξη των προσώπων που ασκούν γεωργικές δραστηριότητες. Έτσι, παρέχεται στους γεωργούς ευελιξία κατά τη λήψη αποφάσεων που αφορούν την παραγωγή ενώ παράλληλα κατοχυρώνεται η σταθερότητα του εισοδήματος σύμφωνα με τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως ορίζει το άρθρο 33 ΕΚ. Σκοπός της μεταρρυθμίσεως ήταν να καταστήσει την ευρωπαϊκή γεωργία περισσότερο ανταγωνιστική, αειφόρο και προσανατολισμένη προς τις αγορές.
13 – Βλ. άρθρο 1 του κανονισμού. Συναφώς, φρονώ ότι, καταρχήν, τα δικαιώματα ενισχύσεως πρέπει να ανήκουν στον γεωργό και όχι στον ιδιοκτήτη ή στον εκμισθωτή. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως έχουν καταστεί μάλλον ουσιώδες μέρος του εισοδήματος των γεωργών. Βλ. «Les 50 ans de la Politique agricole commune et du Comité européen de droit rural – Un droit rural évolué en Europe», European Council for Agricultural Law, L’Harmattan, Παρίσι, 2008, σ. 416.
14 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 30 στο προοίμιο του κανονισμού.
15 – Οι οποίοι πρέπει να είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος. Βλ. άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού.
16 – Δηλαδή όσων ασκούν όντως γεωργική δραστηριότητα, όπως αυτή ορίζεται στον κανονισμό. Η ίδια αρχή εφαρμόζεται, για παράδειγμα, στις ποσοστώσεις γάλακτος. Δεν επιτρέπονται οι μεταβιβάσεις των εν λόγω ποσοστώσεων σε μη παραγωγούς, για να αποφευχθεί η κερδοσκοπία με αντικείμενο αυτά τα δικαιώματα πριμοδοτήσεως. Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, Barthélemy, D. και David, J. (επιμέλεια), L’agricultureeuropéenneetlesdroits à produire, INRA, Παρίσι, 1999, σ. 172.
17 – Για παράδειγμα, στο Venteetdroits à paiementunique (visited’unHuronauroyaumedesimprimés), Droit rural, αριθ. 348, Δεκέμβριος 2006, étude 34, ο Barbiéri, J.-J., εκθέτει ότι, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, το γαλλικό Υπουργείο Γεωργίας για να αποθαρρύνει κερδοσκοπικές ενέργειες κατέστησε γνωστό ότι δεν ήταν δυνατή η χρησιμοποίηση δικαιωμάτων ενισχύσεως χωρίς ορισμένη γεωργική έκταση.
18 – Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στο άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού.
19 – Βλ. Gadbin, D., Lesdroits à paiementunique, pourqui, pourquoi?; Droit rural, αριθ. 334, Ιούνιος 2005, colloque 8. Για παράδειγμα, γίνεται παραπομπή: (i) στην αιτιολογική σκέψη 21 στο προοίμιο του κανονισμού («[…] Προκειμένου να αποφευχθεί η ανορθολογική κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων, δεν θα πρέπει να παρέχονται ενισχύσεις στους γεωργούς εκείνους που δημιούργησαν τεχνητά τις συνθήκες που απαιτούνται για να λάβουν τέτοιες ενισχύσεις»)· και (ii) στο άρθρο 29 του κανονισμού («[…] δεν πραγματοποιούνται πληρωμές σε δικαιούχους για τους οποίους έχει αποδειχθεί ότι δημιούργησαν τεχνητά τους όρους που απαιτούνται για την καταβολή τέτοιων ενισχύσεων, με στόχο να αποκομίσουν οφέλη αντίθετα με τους στόχους του εν λόγω καθεστώτος στήριξης»). Οι διατάξεις αυτές αντανακλούν τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την κατάχρηση δικαιώματος. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1991, C-44/89, von Deetzen (von Deetzen II) (Συλλογή 1991, σ. I‑5119, σκέψεις 24 έως 29)· της 20ής Ιουνίου 2002, C‑313/99, Mulligan κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑5719, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C‑255/02, Halifax κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑1609, σκέψη 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· της 11ης Ιανουαρίου 2007, C‑279/05, Vonk Dairy Products (Συλλογή 2007, σ. I‑239, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, C‑278/06, Otten (Συλλογή 2007, σ. I‑4513, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20 – Βλ. Bianchi, D., La politique agricole commune (PAC) – Toute la PAC, rien d’autre que la PAC, Bruylant, 2006, σ. 332.
21 – Γι’ αυτόν τον λόγο ο αγοραστής δεν αρκεί μόνο να κατέχει δικαιώματα ενισχύσεως από νομικής απόψεως, αλλά πρέπει να είναι και ο δικαιούχος της ενιαίας ενισχύσεως από οικονομικής απόψεως. Τα δικαιώματα ενισχύσεως δεν πρέπει να διακρίνονται σε τυπικά δικαιώματα κυριότητας και ουσιαστικά δικαιώματα οικονομικής εκμεταλλεύσεως, κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατή η μεταβίβαση της ενιαίας ενισχύσεως τελικώς σε πρόσωπο το οποίο δεν καλλιεργεί την αντίστοιχη έκταση.
22 – Είναι άνευ σημασίας το τι προκάλεσε τις εν λόγω έννομες συνέπειες και τα εν λόγω έννομα αποτελέσματα, διότι το ζήτημα εν προκειμένω είναι η ευθύνη για το αποτέλεσμα της δικαιοπραξίας και όχι ο τύπος ή τα παρεμπίπτοντα στοιχεία της. Τούτο παρατηρείται κατά κανόνα σε νομικές καταστάσεις κατά τις οποίες οι συμβαλλόμενοι έχουν αξιώσεις που στηρίζονται στο δημόσιο δίκαιο, όπως σαφώς συμβαίνει εν προκειμένω με τα δικαιώματα ενισχύσεως βάσει του κανονισμού. Δηλαδή, αν η μεταβίβαση δεν συνεπάγεται την πλήρη και οριστική μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως και, ως εκ τούτου, την οριστική μεταβίβαση του δικαιώματος εισπράξεως χρηματικών ποσών βάσει των δικαιωμάτων ενισχύσεως, τότε είναι από νομικής απόψεως άνευ σημασίας αν τα συμβαλλόμενα μέρη ενήργησαν εξ αμελείας ή εκ προθέσεως. Αυτό που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι λόγω της μεταξύ τους συμφωνίας δεν έγινε οριστική μεταβίβαση.
23 – Εφόσον πληρούνται όλες οι λοιπές εφαρμοστέες προϋποθέσεις.
24 – Δηλαδή, σύμφωνα με τις απαιτήσεις περί καλλιέργειας που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού.
25 – Η Επιτροπή μάλλον ορθώς υποστηρίζει ότι, καθόσον τα δικαιώματα ενισχύσεως μεταβιβάστηκαν άνευ ανταλλάγματος, ο αγοραστής και νέος κάτοχος των δικαιωμάτων ενισχύσεως έχει μάλλον τον ρόλο «αχυρανθρώπου» προς όφελος του πωλητή ο οποίος, από οικονομικής απόψεως, εξακολουθεί να εισπράττει την ενιαία ενίσχυση, χωρίς περιορισμό ως προς το ποσό ή τη διάρκειά της, μολονότι από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι δεν είναι πλέον γεωργός, κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχεία α΄ και γ΄, του κανονισμού, ή, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν καλλιεργεί τη συγκεκριμένη έκταση.
Full & Egal Universal Law Academy