ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 29ης Οκτωβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑456/08
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιρλανδίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Συμβάσεις δημοσίων έργων – Οδηγίες 93/37/ΕΟΚ και 89/665/EΟΚ – Υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να γνωστοποιήσει την απόφαση αναθέσεως σε απορριφθέντα προσφέροντα – Διαδικασία προσφυγής κατά το εσωτερικό δίκαιο – Αποτελεσματική ένδικη προστασία – Προσβαλλόμενες αποφάσεις – Αποκλειστικές προθεσμίες – Διάρκεια της προθεσμίας – Απαίτηση να ασκηθεί “αμελλητί” προσφυγή (“το συντομότερο δυνατόν”)»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία λόγω παραβάσεως παρέχει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την ευκαιρία να επεξεργαστεί περαιτέρω τη νομολογία του που αφορά τα ένδικα βοηθήματα των απορριφθέντων που είχαν υποβάλει προσφορά για σύναψη δημοσίων συμβάσεων.
2. Αφενός, η Επιτροπή αιτιάται την Ιρλανδία διότι, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, μια ιρλανδική αρχή δεν ενημέρωσε, κατά την ανάθεση έργου οδοποιίας, την απορριφθείσα κοινοπραξία που είχε υποβάλει προσφορά για την οριστική απόφαση αναθέσεως.
3. Αφετέρου, η Επιτροπή και η Ιρλανδία διαφωνούν κατά πόσον οι προβλεπόμενες στο ιρλανδικό δικονομικό δίκαιο προθεσμίες είναι διατυπωμένες κατά τρόπο επαρκώς σαφή, ορισμένο και προβλέψιμο, ώστε να καθίσταται δυνατός ο αποτελεσματικός έλεγχος των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών.
4. Όσον αφορά την τελευταία αυτή προβληματική, η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει σημεία ομοιότητας προς την υπόθεση Uniplex (UK) (C-406/08), επί της οποίας αναπτύσσω επίσης σήμερα τις προτάσεις μου.
II – Το νομοθετικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
5. Όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, το πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως προσδιορίζεται από τις οδηγίες 93/37/EΟΚ (2) και 89/665/EΟΚ (3).
6. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ (4), περιέχει την ακόλουθη ρύθμιση:
«Οι αναθέτουσες αρχές ενημερώνουν, το συντομότερο δυνατόν, τους υποψηφίους και τους προσφέροντες σχετικά με τις αποφάσεις ανάθεσης της σύμβασης, καθώς και για τους λόγους για τους οποίους αποφάσισαν να μην συνάψουν κάποια προκηρυχθείσα σύμβαση ή να κινήσουν εκ νέου τη διαδικασία. Οι αποφάσεις αυτές κοινοποιούνται και στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
7. Στο άρθρο 1 της οδηγίας 89/665, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ (5), (6), ορίζεται:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε, όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 71/305/ΕΟΚ, 77/62/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ […], οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, σύμφωνα με τους όρους που τίθενται στα ακόλουθα άρθρα καθώς και, ιδίως, στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στην περίπτωση όπου οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την κοινοτική νομοθεσία στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες που θέτουν σε εφαρμογή την κοινοτική νομοθεσία.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην υφίσταται καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που μπορούν να επικαλεσθούν ζημία στα πλαίσια διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεως του δημοσίου, λόγω της διάκρισης που γίνεται με την παρούσα οδηγία μεταξύ των εθνικών κανόνων που μεταγράφουν το κοινοτικό δίκαιο και των άλλων εθνικών κανόνων.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες προσφυγής μπορούν να κινηθούν, σύμφωνα με προϋποθέσεις που μπορούν να καθορίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον από οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση κρατικών προμηθειών ή δημοσίων έργων και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από μια εικαζόμενη παράβαση. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από το πρόσωπο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία αυτή να ενημερώνει προηγουμένως την αναθέτουσα αρχή για την εικαζόμενη παράβαση και για την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή» (7).
Το εθνικό δίκαιο
8. Όσον αφορά το εσωτερικό δίκαιο, σημαντικοί για την υπό κρίση υπόθεση είναι, αφενός, οι ιρλανδικοί European Communities (Award of Public Authorities’ Contracts) Regulations 2006 (8) (κανονιστική απόφαση APAC) και, αφετέρου, οι ιρλανδικοί «Rules of the Superior Courts» (9) (RSC).
9. Το άρθρο 49 της κανονιστικής αποφάσεως APAC έχει, αποσπασματικά, ως εξής:
«1. Μόλις καταστεί δυνατό, μετά τη λήψη αποφάσεως σχετικά με τη σύναψη δημοσίας συμβάσεως ή συμφωνίας πλαισίου ή με την πρόσβαση σε δυναμικό σύστημα αγορών, η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει τους υποψήφιους και προσφέροντες, με τη βοήθεια των ταχύτερων μέσων επικοινωνίας (όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τηλεομοιοτυπία), σχετικά με την απόφαση […].
[…]
5. Η αναθέτουσα αρχή συνάπτει δημόσια σύμβαση με επιτυχόντα προσφέροντα μετά την πάροδο τουλάχιστον 14 ημερών από το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι προσφέροντες ενημερώθηκαν, σύμφωνα με την παράγραφο 1, για την απόφαση περί αναθέσεως της συμβάσεως.
[…]»
10. Το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC (10) ορίζει τα εξής:
«Κάθε προσφυγή στρεφόμενη κατά αποφάσεως περί αναθέσεως ή κατά της αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως πρέπει να ασκείται το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία γενέσεως των λόγων στους οποίους στηρίζεται, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει ότι η σχετική προθεσμία πρέπει να παρεκταθεί.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η προηγηθείσα της άσκησης της προσφυγής διαδικασία
11. Η Irish National Roads Authority (NRA) είναι αρχή επιφορτισμένη με την κατασκευή και συντήρηση του οδικού δικτύου στην Ιρλανδία.
12. Στις 10 Ιουλίου 2001, η NRA δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόσκληση υποβολής προσφορών για τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη χρηματοδότηση και την εκμετάλλευση παρακαμπτηρίου οδού, γνωστής ως Dundalk Western Bypass Motorway. Ο προς ον η ανάθεση θα συνιστούσε με τη NRA κοινοπραξία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (11) και θα εκμεταλλευόταν την οδό για προβλεπόμενη περίοδο 30 ετών.
13. Τον Δεκέμβριο 2001, η NRA κάλεσε σε διαπραγματεύσεις τέσσερις ενδιαφερόμενους. Τον Απρίλιο 2003, η NRA επέλεξε δύο από αυτούς, και συγκεκριμένα τις κοινοπραξίες EuroLink και Celtic Roads Group, για να προχωρήσει μαζί τους σε λεπτομερέστερες διαπραγματεύσεις. Στις 8 Αυγούστου 2003, η NRA κάλεσε αυτές τις δύο κοινοπραξίες να υποβάλουν εκάστη την οριστική της προσφορά («best and final offer»).
14. Με έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 2003, η EuroLink ενημερώθηκε από τη NRA ότι η τελευταία αποφάσισε να επιλέξει τη Celtic Roads Group ως προτιμώμενη προσφέρουσα. Η NRA διευκρίνισε, εντούτοις, ότι η προσφορά της EuroLink δεν απορρίφθηκε. Πράγματι, σε περίπτωση που οι περαιτέρω συζητήσεις με τη Celtic Roads Group δεν κατέληγαν σε σύναψη συμβάσεως, η NRA επιφυλάχθηκε να καλέσει σε συνομιλίες τη EuroLink, στη θέση της Celtic Roads Group.
15. Στις 9 Δεκεμβρίου 2003, η NRA αποφάσισε να προβεί σε ανάθεση στη Celtic Roads Group. Η σύμβαση με τη Celtic Roads Group υπογράφηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2004. Από τις 9 Φεβρουαρίου 2004 είχε αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της NRA στο διαδίκτυο ανακοίνωση με αυτό το περιεχόμενο και, πέραν αυτού, σχετική ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στις 3 Απριλίου 2004 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
16. Στις 8 Απριλίου 2004, η SIAC Construction Limited (SIAC), επιχείρηση μετέχουσα στην απορριφθείσα κοινοπραξία EuroLink, άσκησε ενώπιον του High Court of Ireland αγωγή αποζημιώσεως στηριζόμενη σε διάφορα προβαλλόμενα σφάλματα κατά τη διαδικασία αναθέσεως.
17. Το High Court, με απόφαση της 16ης Ιουλίου 2004 (12), απέρριψε την αγωγή αυτή ως απαράδεκτη, διότι ήταν εκπρόθεσμη. Αντίθετα προς ό,τι υποστήριξε η SIAC, το ιρλανδικό δικαστήριο δέχθηκε ότι η SIAC όφειλε να γνωρίζει τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η αγωγή της το αργότερο από τις 14 Οκτωβρίου 2003, όταν η EuroLink ενημερώθηκε από τη NRA σχετικά με την ταυτότητα του προτιμωμένου προσφέροντος. Σύμφωνα με το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC, η SIAC έπρεπε να ασκήσει την αγωγή της εντός τριών μηνών από της ημερομηνίας αυτής.
18. Κατόπιν αυτού, η SIAC υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή. Με την καταγγελία αυτή, η επιχείρηση ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από τη NRA σχετικά με την απόφαση περί αναθέσεως.
19. Κατόπιν της καταγγελίας αυτής, η Επιτροπή απηύθυνε αρχικά, στις 15 Νοεμβρίου 2004, διοικητικό έγγραφο στις ιρλανδικές αρχές, ζητώντας περαιτέρω στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά. Η από 25 Απριλίου 2005 απαντητική επιστολή της Ιρλανδίας δεν ήρε τις αμφιβολίες της Επιτροπής. Ακολούθως, στις 10 Απριλίου 2006, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιρλανδία έγγραφο οχλήσεως και, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως, στα οποία απάντησε εγγράφως το εν λόγω κράτος μέλος στις 30 Μαΐου 2006 και στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
20. Δεδομένου όμως ότι οι εξηγήσεις της Ιρλανδίας δεν ικανοποίησαν την Επιτροπή, η τελευταία εξέδωσε την 1η Φεβρουαρίου 2008 αιτιολογημένη γνώμη κατά την έννοια του άρθρου 226, παράγραφος 1, ΕΚ, επιτάσσοντας την Ιρλανδία να λάβει εντός δύο μηνών τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτή την αιτιολογημένη γνώμη. Στις 25 Ιουνίου 2008, η Ιρλανδία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι εξεταζόταν η τροποποίηση των νομοθετικών και διοικητικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας 2007/66. Ούτε η απάντηση αυτή κρίθηκε επαρκής από την Επιτροπή.
IV – Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
21. Με δικόγραφο της 14ης Οκτωβρίου 2008, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή άσκησε, σύμφωνα με το άρθρο 226, παράγραφος 2, ΕΚ, την παρούσα προσφυγή.
22. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να διαπιστώσει ότι η Ιρλανδία, μέσω των διατάξεων περί προθεσμιών στην εθνική νομοθεσία που διέπει την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προσφυγής των διαγωνιζομένων στον τομέα των συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων και παραλείποντας να γνωστοποιήσει την απόφαση περί αναθέσεως στον προσφεύγοντα κατά της αποφάσεως αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει, όσον αφορά τις προθεσμίες, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο και, όσον αφορά την παράλειψη γνωστοποιήσεως, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 και
– να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
23. Η Ιρλανδία ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
24. Σχετικά με την προσφυγή της Επιτροπής ακολουθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αρχικά έγγραφη διαδικασία και ακολούθως, στις 24 Σεπτεμβρίου 2009, έλαβε χώρα η επ’ ακροατηρίου συζήτηση (13).
V – Εκτίμηση
25. Η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη, στο μέτρο που η Ιρλανδία παρέβη κάποια από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ. Σε αυτές συγκαταλέγεται, σύμφωνα με το άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ και το άρθρο 10 ΕΚ και η υποχρέωση υλοποιήσεως των σκοπών των κοινοτικών οδηγιών.
26. Στην υπό κρίση περίπτωση η Επιτροπή στηρίζει την προσφυγή της σε δύο αιτιάσεις. Η πρώτη από αυτές τις αιτιάσεις αφορά μια συγκεκριμένη περίπτωση· έχει ως αντικείμενο την προβαλλόμενη έλλειψη γνωστοποιήσεως στην απορριφθείσα κοινοπραξία που είχε υποβάλει προσφορά της αποφάσεως περί αναθέσεως του έργου οδοποιίας Dundalk Western Bypass Motorway. Η δεύτερη αιτίαση βαίνει πέραν της συγκεκριμένης αυτής περιπτώσεως· με αυτή κατηγορείται η ρύθμιση του ιρλανδικού δικαίου περί των προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC, ως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Πρώτη αιτίαση: Παράλειψη γνωστοποιήσεως της αποφάσεως περί αναθέσεως
27. Με την πρώτη της αιτίαση η Επιτροπή κατηγορεί την Ιρλανδία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 καθώς και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, διότι η NRA δεν γνωστοποίησε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις σχετικές διατάξεις, την απόφασή της για την ανάθεση του έργου οδοποιίας Dundalk Western Bypass Motorway στον απορριφθέντα προσφέροντα.
28. Τόσο η Επιτροπή όσο και η Ιρλανδία δέχονται σιωπηρώς ότι το έργο οδοποιίας Dundalk Western Bypass Motorway, το οποίο αφορά η προκήρυξη της NRA, αποτελεί σύμβαση δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 93/37.
29. Κατά συνέπεια, η NRA, ως αναθέτουσα αρχή, ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 να ενημερώσει, το συντομότερο δυνατόν, τους υποψηφίους και τους προσφέροντες σχετικά με την απόφασή της για την ανάθεση της συμβάσεως αυτής.
30. Η ίδια υποχρέωση προκύπτει, περαιτέρω, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, διότι η αποτελεσματική ένδικη προστασία έναντι των αποφάσεων αναθέσεως μπορεί να εξασφαλιστεί μόνον εφόσον όλοι οι υποψήφιοι και προσφέροντες ενημερώνονται πλήρως και εγκαίρως σχετικά με τις αποφάσεις αυτές (14).
31. Είναι όμως αναμφισβήτητο ότι η NRA στην προκειμένη περίπτωση ουδέποτε γνωστοποίησε επισήμως στην απορριφθείσα κοινοπραξία Eurolink, που είχε υποβάλει προσφορά και στην οποία μετείχε η SIAC, την απόφασή της να αναθέσει το επίμαχο έργο οδοποιίας στην ανταγωνίστρια κοινοπραξία Celtic Roads Group.
32. H ανακοίνωση της 9ης Φεβρουαρίου 2004 στην ιστοσελίδα της NRA στο διαδίκτυο και η δημοσίευση της 3ης Απριλίου 2004 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να αποτελέσουν προσήκον υποκατάστατο της γνωστοποιήσεως αυτής. Και τούτο διότι με αυτές ενημερώθηκε απλώς το κοινό για την οριστική σύναψη συμβάσεως της NRA με τη Celtic Roads Group. Για να καταστεί όμως δυνατή η αποτελεσματική ένδικη προστασία των απορριφθέντων υποψηφίων και προσφερόντων θα έπρεπε αυτοί να έχουν ενημερωθεί για την απόφαση της NRA περί αναθέσεως εγκαίρως, πριν τη σύναψη της συμβάσεως, και όχι να βρεθούν προ τετελεσμένων γεγονότων (15).
33. Κατά συνέπεια, η NRA παρέβη, όσον αφορά το έργο οδοποιίας Dundalk Western Bypass Motorway, την υποχρέωση ενημερώσεως που υπέχει κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 και του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665.
34. Η Ιρλανδία αντιτάσσει ότι, παρ’ όλα αυτά, στην προκειμένη περίπτωση η SIAC δεν ζημιώθηκε. Υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, σε κανένα χρονικό σημείο δεν υπήρξε, για την επιχείρηση, αβεβαιότητα ως προς το πρόσωπο στο οποίο επρόκειτο να αναθέσει η NRA το έργο οδοποιίας. Η Ιρλανδία επικαλείται σχετικά την επιστολή της NRA με ημερομηνία 14 Οκτωβρίου 2003, με την οποία ενημερώθηκε η κοινοπραξία EuroLink σχετικά με την επιλογή της Celtic Roads Group ως του προσφέροντος που προτίμησε η NRA. Το αργότερο κατά το χρονικό αυτό σημείο θα έπρεπε η SIAC, κατά την άποψη της Ιρλανδίας, να γνωρίζει ότι η κατάληξη –πλην εξαιρετικών περιστάσεων (16)– θα ήταν απόφαση αναθέσεως υπέρ της Celtic Roads Group. Στο σημείο αυτό, η Ιρλανδία συντάσσεται ρητώς με την επιχειρηματολογία του High Court of Ireland στη διαδικασία προσφυγής του εσωτερικού δικαίου (17).
35. Αυτή όμως η ένσταση δεν ευσταθεί. Με την επιστολή της της 14ης Οκτωβρίου 2003, η NRA δεν γνωστοποίησε οριστική απόφαση περί αναθέσεως, αντιθέτως μάλιστα επεσήμανε στην EuroLink ρητώς ότι η προσφορά της δεν είχε απορριφθεί. Η επιλογή «προτιμωμένου προσφέροντος» από τη NRA μπορεί, βέβαια, να αποτελούσε σημαντική επιλογή, δεν συνδεόταν όμως ακόμη με οριστικό καθορισμό ενός προσφέροντος. Και τούτο διότι η NRA επιφυλάχθηκε ρητώς να καλέσει ενδεχομένως σε μεταγενέστερο χρόνο σε συνομιλίες την EuroLink στη θέση της Celtic Roads Group. Κατά συνέπεια η EuroLink μπορούσε, μέχρι νεωτέρας, να θεωρεί ότι δεν είχε τεθεί εκποδών.
36. Ανεξαρτήτως αυτού, σε διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά το άρθρο 226 ΕΚ, που έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, δεν ασκεί επιρροή το κατά πόσον η συμπεριφορά των δημοσίων αρχών κράτους μέλους προκάλεσε συγκεκριμένη ζημία ή άλλες αρνητικές συνέπειες (18).
37. Τέλος, η Ιρλανδία τονίζει ότι η εσωτερική της νομοθεσία είναι σύμφωνη προς τις υποχρεώσεις ενημερώσεως που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο· αυτές έχουν ορθά μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού APAC. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν πρέπει μια μεμονωμένη περίπτωση, στην οποία δεν έλαβε χώρα γνωστοποίηση της αποφάσεως αναθέσεως, να στιγματίζεται ως παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
38. Ούτε αυτό το επιχείρημα της Ιρλανδίας είναι όμως πειστικό. Αφενός, αμφισβητείται κατά πόσον πράγματι το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού APAC μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο· αυτό αποτελεί το αντικείμενο ειδικής προσφυγής λόγω παραβάσεως που εκκρεμεί κατά της Ιρλανδίας (19). Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία λόγω παραβάσεως επιτρέπει όχι μόνον τον έλεγχο της συμφωνίας των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών προς το κοινοτικό δίκαιο, αλλά και τη διαπίστωση ότι οι εθνικές αρχές παραβίασαν σε συγκεκριμένη περίπτωση το κοινοτικό δίκαιο (20).
39. Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι, συνολικά, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
B – Δεύτερη αιτίαση: Αντίθεση προς το κοινοτικό δίκαιο της ρυθμίσεως των προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων στο ιρλανδικό δικονομικό δίκαιο
40. Με τη δεύτερη αιτίασή της, η Επιτροπή επιρρίπτει στην Ιρλανδία παράβαση του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, συνιστάμενη στο γεγονός ότι το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC ρυθμίζει την αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά τρόπο αντίθετο προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου.
41. Η οδηγία 89/665 δεν περιέχει κάποια ρητή ρύθμιση σχετικά με τις προθεσμίες που θα πρέπει να ισχύουν επί των προσφυγών που ασκούνται βάσει του άρθρου της 1 (21). Το Δικαστήριο όμως αναγνωρίζει, κατά πάγια νομολογία, ότι τα κράτη μέλη μπορούν, στο πλαίσιο της δικονομικής τους αυτονομίας, να τάσσουν εύλογες αποκλειστικές προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής, εφόσον τηρούν, κατά τον καθορισμό τους, τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (22). Αμφότερες οι αρχές αυτές εκφράζονται και στο άρθρο 1 της οδηγίας 89/665: η αρχή της ισοδυναμίας στην παράγραφο 2 και η αρχή της αποτελεσματικότητας στην παράγραφο 1 (23).
42. Στην υπό κρίση υπόθεση, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η αρχή της αποτελεσματικότητας. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η Ιρλανδία μπορεί να θεσπίσει αποκλειστικές προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεων αναθέτουσας αρχής (24). Οι διάδικοι διαφωνούν μόνον ως προς ορισμένες λεπτομέρειες της ρυθμίσεως του εσωτερικού δικαίου σχετικά με την προθεσμία. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο έλεγχος κατά πόσον αυτή η ρύθμιση των προθεσμιών είναι επαρκώς σαφής, ώστε να καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικών προσφυγών, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665. Η Επιτροπή το αρνείται. Επικαλείται, αφενός, ασάφειες σε σχέση με τον καθορισμό του είδους των αποφάσεων, για την προσβολή των οποίων ισχύει η προθεσμία του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC και, αφετέρου, ασάφειες σχετικά με τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής.
1. Επί του καθορισμού του είδους των αποφάσεων, για τις οποίες ισχύει η αποκλειστική προθεσμία (πρώτο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως)
43. Με το πρώτο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως, η Επιτροπή επικρίνει το γεγονός ότι υφίσταται ανασφάλεια δικαίου όσον αφορά το είδος των αποφάσεων που αφορούν τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, η προσβολή των οποίων υπόκειται στην προθεσμία του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC. Πράγματι, το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC εφαρμόζεται, κατά το γράμμα αυτού, μόνον επί προσφυγών στρεφομένων «κατά αποφάσεως για την ανάθεση ή κατά της αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως». Στην πράξη, όμως, το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής επεκτείνεται και στις μη οριστικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα και κατ’ αυτών να χωρεί προσφυγή μόνον εντός της προθεσμίας του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC.
44. Τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται συναφώς η Επιτροπή, δεν αμφισβητούνται: Τόσο οι απαντήσεις της Ιρλανδίας στην παρούσα διαδικασία λόγω παραβάσεως, όσο και η απόφαση του High Court of Ireland σχετικά με το έργο οδοποιίας Dundalk Western Bypass Motorway (25) επιβεβαιώνουν ότι η τασσόμενη με το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC προθεσμία για την άσκηση προσφυγής εφαρμόζεται, στην πράξη, από τις αρμόδιες ιρλανδικές αρχές όχι μόνον για την ακύρωση οριστικών αποφάσεων («απόφαση για την ανάθεση ή ανάθεση δημοσίας συμβάσεως»), αλλά και για την ακύρωση μη οριστικών αποφάσεων των αναθετουσών αρχών (26).
45. Αντιθέτως, υπάρχει σφοδρή διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς το κατά πόσον το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC, ερμηνευόμενο και εφαρμοζόμενο κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε από τις εθνικές αρχές, ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665.
46. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 απαιτεί οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών να υπόκεινται στην άσκηση «αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων» προσφυγών, στην περίπτωση όπου οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν τη νομοθεσία στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
47. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού της οδηγίας, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΕΚ, να λαμβάνουν κάθε κατάλληλο γενικό ή ειδικό μέτρο. Κατά πάγια νομολογία, είναι υποχρεωμένα να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα (27). Είναι υποχρεωμένα να δημιουργήσουν μια εσωτερική έννομη τάξη επαρκώς ακριβή, σαφή και διαφανή που να παρέχει στους ιδιώτες τη δυνατότητα να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (28).
48. Το ίδιο, εξάλλου, συνάγεται και από την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία, ως γενική αρχή, περιλαμβάνεται στην κοινοτική έννομη τάξη και δεσμεύει τα κράτη μέλη κατά την άσκηση των εξουσιών τους στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (29). Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς, τα δε αποτελέσματά τους να μπορούν να προβλεφθούν, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις (30).
49. Οι απαιτήσεις της σαφήνειας, ακρίβειας και προβλεψιμότητας ισχύουν με ιδιαίτερη ένταση για μια ρύθμιση προθεσμίας όπως αυτή του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC. Πράγματι, μια ασαφής ρύθμιση σχετικά με την προθεσμία είναι ικανή να επιφέρει, σε μεγάλη έκταση, δυσμενείς συνέπειες για ιδιώτες και επιχειρήσεις. Εάν ένας προσφέρων ή υποψήφιος δεν τηρήσει την προθεσμία προσφυγής του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC, χάνει το δικαίωμα να προβάλει αιτίαση για ενδεχόμενες παραβιάσεις της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά της οικείας αποφάσεως αναθέσεως. Δεν έχει πλέον δικαίωμα να διεκδικήσει δικαστικώς την ίδια τη δημόσια σύμβαση ή, τουλάχιστον, αποζημίωση για τη δημόσια σύμβαση που δεν συνήφθη με αυτόν (31).
50. H εφαρμογή αποκλειστικής προθεσμίας δεν πρέπει όμως να έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής κατά αποφάσεων περί αναθέσεως (32).
51. Μόνον εφόσον προκύπτει, πέραν κάθε αμφιβολίας, ότι και οι προπαρασκευαστικές ενέργειες των αναθετουσών αρχών ή οι επίδικες εν προκειμένω μη οριστικές αποφάσεις έχουν ως αποτέλεσμα την έναρξη της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC, μπορούν οι προσφέροντες και οι υποψήφιοι να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για τον αποτελεσματικό, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, έλεγχο ενδεχόμενων παραβιάσεων της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και την αποτροπή του ενδεχομένου της απώλειας του δικαιώματος προβολής των αιτιάσεών τους.
52. Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι η επέκταση, στην Ιρλανδία, του πεδίου εφαρμογής της προθεσμίας του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC στην άσκηση προσφυγής κατά μη οριστικών αποφάσεων, χωρίς σαφή σχετική πρόβλεψη στο γράμμα της διατάξεως, δεν είναι σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665. Και τούτο διότι, με τον τρόπο αυτό, οι προσφέροντες και οι υποψήφιοι στη διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων δεν μπορούν να προβλέψουν, με επαρκή ασφάλεια, τις συνέπειες της ρυθμίσεως της προθεσμίας, ιδίως την έκταση του αποκλεισμού που επισύρει. Αυτό υπονομεύει τον σκοπό της ασκήσεως αποτελεσματικών προσφυγών κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών, όπως επιτάσσει στα κράτη μέλη το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665.
– Επί της ενστάσεως της Ιρλανδίας, σύμφωνα με την οποία η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά των μη οριστικών αποφάσεων ανταποκρίνεται στους σκοπούς της οδηγίας 89/665, ιδίως στην επιταγή της ταχείας διεκπεραιώσεως
53. Η Ιρλανδία αντιτάσσει, κατ’ αρχάς, ότι, σύμφωνα με την οδηγία 89/665 και την επ’ αυτής εκδοθείσα νομολογία, προσφυγή μπορεί να ασκηθεί καθ’ όλων των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών. Η επέκταση της ρυθμίσεως της προθεσμίας του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC σε μη οριστικές αποφάσεις είναι σύμφωνη προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Πέραν αυτού, βάση της οδηγίας 89/665 αποτελεί η επιταγή της ταχείας διεκπεραιώσεως. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας επιτάσσει την άσκηση όχι μόνον αποτελεσματικών, αλλά και όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών κατά των αποφάσεων αναθετουσών αρχών. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να υπόκειται στην προθεσμία του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC η άσκηση προσφυγής καθ’ όλων των αποφάσεων αναθετουσών αρχών. Εάν γινόταν δεκτό ότι οι προσφέροντες που απερρίφθησαν προβάλλουν συνολικά τις αιτιάσεις τους το πρώτον μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως περί αναθέσεως, θα υπήρχε ο κίνδυνος να επικρατήσει μεγάλης διάρκειας ανασφάλεια δικαίου και σημαντική απώλεια χρόνου κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. Εκτός αυτού, με τον τρόπο αυτό θα ήταν αδύνατον να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες παραβιάσεις της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων ενόσω είναι εκκρεμής η διαδικασία της αναθέσεως.
54. Πρέπει, συναφώς, να επισημανθεί ότι η Ιρλανδία διατηρεί, φυσικά, το δικαίωμα να τάσσει αποκλειστικές προθεσμίες και για την άσκηση, στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, προσφυγών κατά προπαρασκευαστικών ενεργειών και μη οριστικών αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής –π.χ. κατά της συντάξεως «περιορισμένου καταλόγου» ή κατά του ορισμού προτιμώμενου προσφέροντος. Όπως προαναφέρθηκε (33), η θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Τέτοιου είδους αποκλειστικές προθεσμίες –ακόμη και συγκριτικά σύντομες προθεσμίες– μπορεί να είναι νόμιμες και σκόπιμες, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν το κοινοτικό δίκαιο επιτάσσει για συγκεκριμένο τομέα την ταχεία διεκπεραίωση, απαιτώντας –όπως στο δίκαιο της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων– μια «όσο το δυνατόν ταχύτερη» διαδικασία (34) (άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 (35)).
55. Ευσταθεί, συνεπώς, απολύτως ότι η Ιρλανδία, επεκτείνοντας τη ρύθμιση της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC σε μη οριστικές αποφάσεις, επιδιώκει νόμιμο σκοπό, σύμφωνο προς την οδηγία (36). Ο σκοπός αυτός πρέπει, πάντως, να υλοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο τηρουμένων των επιταγών της ασφάλειας δικαίου. Η ρύθμιση της προθεσμίας πρέπει να διατυπώνεται με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο και οι συνέπειές της να είναι προβλέψιμες. Η ύπαρξη εσωτερικής πρακτικής που εξυπηρετεί τους σκοπούς οδηγίας δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση να δημιουργήσουν κατάσταση αρκετά ακριβή, σαφή και διαφανή, ώστε να επιτραπεί στους ιδιώτες να γνωρίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (37).
56. Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει, πέραν αυτού, να ληφθεί υπόψη ότι η οδηγία 89/665 δεν προδιαγράφει για τα κράτη μέλη μόνον τον σκοπό της ταχείας ασκήσεως προσφυγών αλλά και τον σκοπό της ασκήσεως αποτελεσματικών προσφυγών (βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665). Μια εσωτερική πρακτική που πραγματώνει μόνον τον ένα από τους δύο αυτούς σκοπούς, εις βάρος του ετέρου, δεν είναι σύμφωνη προς την οδηγία. Η επέκταση της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC σε μη οριστικές αποφάσεις μπορεί, βέβαια, να εξυπηρετεί τον σκοπό της ταχείας ασκήσεως προσφυγών· η πρακτική όμως αυτή των ιρλανδικών αρχών, μη συνοδευόμενη από σύγχρονη διευκρίνιση του γράμματος του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC, πλήττει την ασφάλεια του δικαίου και, τελικώς, θέτει, με τον τρόπο αυτό, σε κίνδυνο την επίτευξη του σκοπού της ασκήσεως αποτελεσματικών προσφυγών (38).
57. Δεν υφίσταται, εξάλλου, θεμελιώδης αντίφαση μεταξύ της επιταγής της ασφάλειας δικαίου και της επιταγής της ταχείας διεκπεραιώσεως, στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (39). Αντιθέτως, η άσκηση όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών κατά αποφάσεων αναθετουσών αρχών εξυπηρετεί την δημιουργία ασφάλειας δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμοζόμενη για τον σκοπό αυτό διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των αποκλειστικών προθεσμιών, ρυθμίζεται στο εσωτερικό δίκαιο κατά τον πλέον σαφή, ακριβή και διαφανή τρόπο.
58. Η πρώτη ένσταση της Ιρλανδίας πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
– Επί της ενστάσεως της Ιρλανδίας, σύμφωνα με την οποία το εθνικό της δίκαιο διαμορφώνεται από το «common law»
59. Η Ιρλανδία αντιτάσσει, περαιτέρω, ότι το εθνικό της δίκαιο διαμορφώνεται από το «common law». Κρίσιμες σε ένα σύστημα «common law», όπως το ιρλανδικό, δεν είναι μόνον οι νομοθετικές διατάξεις, αλλά και η νομολογία. Οι προσφέροντες και οι υποψήφιοι θα έπρεπε, εν ανάγκη, να αναζητήσουν νομικές συμβουλές.
60. Επ’ αυτού πρέπει να επισημανθεί ότι οι οδηγίες αφήνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών την επιλογή του τύπου και των μέσων για την επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος (άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ). Για τον λόγο αυτό, η μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτεί, κατ’ ανάγκη, την έκδοση ρητών, ειδικών νομοθετικών διατάξεων, αλλά μπορεί, στο μέτρο αυτό, να αρκεί και ένα γενικό νομικό πλαίσιο. Κρίσιμο είναι όμως, στην περίπτωση αυτή, να εξασφαλίζεται αποτελεσματικά η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας με επαρκώς σαφή και συγκεκριμένο τρόπο (40).
61. Εάν η εσωτερική έννομη τάξη προκύπτει από έναν συνδυασμό νομοθετικών διατάξεων και «νομολογιακού δικαίου», αυτό δεν πρέπει να αποβαίνει εις βάρος της σαφήνειας και ακρίβειας των εν λόγω διατάξεων και κανόνων. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν μια οδηγία αποβλέπει στη γένεση δικαιωμάτων για τους ιδιώτες (41) και μια ασαφής ή πολύπλοκη έννομη κατάσταση θα μπορούσε, λαμβανομένων υπόψη ενδεχόμενων αποκλειστικών προθεσμιών, να οδηγήσει σε απώλεια αξιώσεων –στην προκειμένη περίπτωση σε απώλεια του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής κατά αποφάσεων αναθετουσών αρχών. Μια σύνθετη και αδιαφανής έννομη κατάσταση θα μπορούσε να αποτρέψει ιδίως τους αλλοδαπούς προσφέροντες και υποψηφίους από το να υποβάλουν προσφορά για δημόσιες συμβάσεις στην Ιρλανδία.
62. Τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία (42). Ειδικώς όσον αφορά τη διαδικασία προσφυγής στο δίκαιο συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, οι εθνικές διατάξεις που τάσσουν αποκλειστική προθεσμία πρέπει να ερμηνεύονται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της απορρέουσας από την οδηγία 89/665 αρχής της αποτελεσματικότητας (43).
63. Δεν συμβιβάζεται με τις επιταγές αυτές να εφαρμόζει ένα εθνικό δικαστήριο την οριζόμενη στον νόμο αποκλειστική προθεσμία για το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής –στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC– καθ’ υπέρβαση του γράμματος της σχετικής διατάξεως, μέσω αναλογίας, και στην άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεων για τις οποίες ο νομοθέτης δεν προέβλεψε τέτοια αποκλειστική προθεσμία. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται λιγότερο διαφανής η νομική κατάσταση. Οι ενδιαφερόμενοι προσφέροντες και υποψήφιοι διατρέχουν, λόγω του αποτελέσματος της εκπτώσεως που επιφέρει η αποκλειστική προθεσμία, τον κίνδυνο να απολέσουν το δικαίωμά τους για άσκηση προσφυγής κατά ορισμένων αποφάσεων. Υπονομεύεται, με τον τρόπο αυτό, ο σκοπός της ασκήσεως αποτελεσματικών προσφυγών κατά των αποφάσεων αναθετουσών αρχών, που καθιερώνει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 (44).
64. Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να απορριφθεί και η δεύτερη ένσταση της Ιρλανδίας.
– Ενδιάμεσο συμπέρασμα
65. Για τους λόγους αυτούς, καταλήγω, τελικώς, στο συμπέρασμα ότι πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως της Επιτροπής.
2. Επί της διάρκειας της αποκλειστικής προθεσμίας (δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως)
66. Με το δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεώς της, η Επιτροπή επικρίνει τα οριζόμενα στο άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC, ότι οι προσφυγές πρέπει να ασκούνται «το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών». Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψήφιους αβεβαιότητα σχετικά με την ακριβή διάρκεια της αποκλειστικής προθεσμίας και καθιστά υπερβολικά δυσχερή την εκ μέρους τους άσκηση προσφυγής. Εκτός αυτού, δεν είναι σαφές σε ποιες περιπτώσεις αρκεί η προσφυγή να ασκηθεί εντός τριών μηνών και σε ποιες περιπτώσεις το ένδικο βοήθημα πρέπει να ασκηθεί νωρίτερα –δηλαδή πριν την πάροδο τριών μηνών.
67. Πρέπει, κατ’ αρχάς, να παρατηρηθεί ότι, όταν μια διάταξη συνδέει ένα χρονικό διάστημα που εκφράζεται σε ημέρες, εβδομάδες, μήνες ή έτη με τις λέξεις «το συντομότερο δυνατόν» ή αντίστοιχη έκφραση, δεν πρόκειται αναγκαστικά για δύο αυτοτελείς αποκλειστικές προθεσμίες. Ορισμένες διατάξεις χρησιμοποιούν τέτοιες εκφράσεις απλώς και μόνον για να εκφράσουν την επιταγή της ταχείας διεκπεραιώσεως και να υπενθυμίσουν στους αιτούντες ή προσφεύγοντες το καθήκον τους να προβούν, προς το δικό τους συμφέρον, όσο το ταχύτερον δυνατόν στις απαραίτητες ενέργειες για την καλύτερη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους.
68. Υπό την έννοια αυτή έχει, παραδείγματος χάριν, χρησιμοποιήσει στο παρελθόν το ίδιο το Δικαστήριο την έκφραση «το ταχύτερο δυνατόν» αναφορικά με ενδεχόμενες αιτήσεις των διαδίκων για παράταση του χρόνου ομιλίας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (45). Έκτακτοι υπάλληλοι της Κοινότητας που καθίστανται άνεργοι οφείλουν να συμπληρώσουν ορισμένες διατυπώσεις «το συντομότερο δυνατό και το αργότερο εντός [συγκεκριμένων, ειδικότερα καθοριζομένων προθεσμιών]» (46). Αντίστοιχη έκφραση επιλέγεται, εκτός αυτού, προκειμένου να εκφρασθεί η επιβαλλόμενη στις δημόσιες αρχές, κατά την επεξεργασία ορισμένων αιτήσεων ή διαδικασιών, επιταγή ταχείας διεκπεραιώσεως (47). Ακόμη και στη νομοθεσία περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων δεν είναι άγνωστη η έννοια μιας «υποχρεώσεως επιδείξεως επιμέλειας η οποία συνιστά, μάλλον, υποχρέωση λήψεως μέτρων παρά υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος» (48).
69. Αντιθέτως, όσον αφορά την κρίσιμη εν προκειμένω ρύθμιση περί προθεσμίας του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC, δεν μπορεί να γίνει, με βεβαιότητα, δεκτό ότι η έκφραση «το συντομότερο δυνατόν» εκφράζει απλώς την αρχή της ταχείας διεκπεραιώσεως. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Ιρλανδία στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, δεν αποκλείεται η έκφραση «το συντομότερο δυνατόν» του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC να έχει ευρύτερη σημασία, υπό την έννοια αυτοτελούς αποκλειστικής προθεσμίας, δυνάμενης να καταστήσει απαράδεκτες προσφυγές ακόμη και πριν την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας που υφίσταται «σε κάθε περίπτωση».
70. Η Ιρλανδία, βεβαίως, δέχεται προφανώς ότι μια προσφυγή είναι, κατά κανόνα, εμπρόθεσμη, όταν ασκείται «σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία γενέσεως των λόγων στους οποίους στηρίζεται». Συγχρόνως όμως, η Ιρλανδία τονίζει, επικαλούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της (49), ότι η «κύρια υποχρέωση» (50) προσφεύγοντος στο πλαίσιο του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC συνίσταται στο να ασκήσει την προσφυγή του «το συντομότερο δυνατόν». Υπό ορισμένες συνθήκες, αυτό μπορεί να οδηγήσει στο να απορριφθεί μια προσφυγή ως εκπρόθεσμη, ακόμη και αν ασκήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας (51). Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται, τουλάχιστον, τα ιρλανδικά δικαστήρια να αποδίδουν στην έκφραση «το συντομότερο δυνατόν» του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC την έννοια αυτοτελούς αποκλειστικής προθεσμίας (52).
71. Εάν η έκφραση «το συντομότερο δυνατόν» του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC έδινε πράγματι στα ιρλανδικά δικαστήρια την εξουσία να απορρίπτουν, κατά την ελεύθερη κρίση τους, προσφυγές που ασκήθηκαν πριν την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας ως απαράδεκτες, τούτο δεν θα ανταποκρινόταν στις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Ακριβώς διότι τα αποτελέσματα αποκλειστικής προθεσμίας, η διάρκεια της οποίας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου δικαστή, δεν είναι προβλέψιμα. Οι ενδιαφερόμενοι προσφέροντες και υποψήφιοι δεν γνωρίζουν πόσο χρόνο διαθέτουν για μια εύλογη προετοιμασία των προσφυγών τους και δεν μπορούν να εκτιμήσουν τις προοπτικές επιτυχίας τέτοιων ένδικων βοηθημάτων. Καθίσταται επομένως αδύνατη η επίτευξη του σκοπού της ασκήσεως αποτελεσματικών προσφυγών κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών, που επιδιώκεται με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 (53).
72. Πέραν αυτού, επειδή δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα εθνικά δικαστήρια να αποδώσουν στην έκφραση «το συντομότερο δυνατόν» του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC την έννοια αυτοτελούς αποκλειστικής προθεσμίας, η διάταξη αυτή δεν είναι επαρκώς σαφής ώστε να διασφαλίζει εφαρμογή σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο (54). Και για τον λόγο αυτό, το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC δεν μεταφέρει κατά τρόπο επαρκή την οδηγία 89/665 στο εσωτερικό δίκαιο.
– Επί της ενστάσεως της Ιρλανδίας, κατά την οποία τα εθνικά δικαστήρια θα μπορούσαν, εν ανάγκη, να παρατείνουν κατά την ελεύθερη κρίση τους την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής
73. Η Ιρλανδία αντιτάσσει ότι το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να παρατείνουν κατά την ελεύθερη κρίση τους την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής· ως παράδειγμα, η Ιρλανδία επικαλείται απόφαση του High Court of Ireland του έτους 2006 (55).
74. Μια τέτοια δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας μπορεί, βέβαια, να διευκολύνει τα δικαστήρια στην αναζήτηση δίκαιης λύσεως για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν είναι όμως ικανή να θεραπεύσει τις προαναφερθείσες ελλείψεις του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC όσον αφορά τις απαιτήσεις σαφήνειας, ακρίβειας και διαφάνειας της ρυθμίσεως της προθεσμίας. Οι ενδιαφερόμενοι προσφέροντες και υποψήφιοι δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη αυτή η δυνατότητα παρατάσεως, πόσο χρόνο διαθέτουν για μια εύλογη προετοιμασία της προσφυγής τους και κατά πόσον ένα τέτοιο ένδικο βοήθημα έχει προοπτικές επιτυχίας. Αντιθέτως, με τον τρόπο αυτό προστίθεται ένα περαιτέρω στοιχείο αβεβαιότητας σε μία ούτως ή άλλως ασαφή ρύθμιση προθεσμίας.
75. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της οδηγίας 89/665 παρέχει σε όποιον έχει ή είχε συμφέρον για σύναψη συγκεκριμένης δημοσίας συμβάσεως και υπέστη ή κινδυνεύει να υποστεί ζημία από προβαλλόμενη παραβίαση της νομοθεσίας ατομικό δικαίωμα για άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής (56). Όπως εκθέτω και στην υπόθεση Uniplex (UK), η αποτελεσματική πραγμάτωση μιας τέτοιας αξιώσεως δεν μπορεί να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια εθνικής αρχής, ούτε και σε αυτή ανεξάρτητου δικαστηρίου (57).
76. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η πρώτη ένσταση της Ιρλανδίας.
– Επί της ενστάσεως της Ιρλανδίας, ότι δεν έχει ακόμη απορριφθεί προσφυγή ως εκπρόθεσμη, λόγω παραβάσεως της αρχής της ασκήσεως της προσφυγής «το συντομότερο δυνατόν»
77. Πέραν αυτού, η Ιρλανδία προβάλλει το επιχείρημα ότι μέχρι τούδε κανένα ιρλανδικό δικαστήριο δεν έχει ακόμη απορρίψει προσφυγή ως εκπρόθεσμη, επειδή ασκήθηκε εντός τριών μηνών, αλλά όχι «το συντομότερο δυνατόν».
78. Ούτε αυτή η δεύτερη ένσταση ευσταθεί. Δεν είναι αναγκαίο, για να αποδειχθεί ότι η μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο είναι ανεπαρκής ή μη προσήκουσα, να αποδεικνύονται τα πραγματικά αποτελέσματα της εθνικής νομοθεσίας περί μεταφοράς. Συγκεκριμένα, η ανεπαρκής ή ελαττωματική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο αποδεικνύεται από το γράμμα της νομοθεσίας αυτής (58). Η προσφυγή λόγω παραβάσεως έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί ακόμη και όταν δεν έχουν ακόμη επέλθει συγκεκριμένη ζημία ή άλλες δυσμενείς συνέπειες (59).
– Επί της ενστάσεως της Ιρλανδίας, ότι επίκειται τροποποίηση της εσωτερικής νομοθεσίας
79. Τέλος η Ιρλανδία, κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της ασκήσεως προσφυγής, προέβαλε, ως μέσο υπερασπίσεως, το επιχείρημα ότι η εσωτερική νομοθεσία θα τροποποιηθεί οπωσδήποτε στο πλαίσιο της μεταφοράς της οδηγίας 2007/66 στο εσωτερικό δίκαιο, πράγμα που παρέχει τη δυνατότητα να διευκρινιστεί το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC.
80. Επί του ζητήματος αυτού αρκεί η επισήμανση ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οι δε επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (60). Πολύ περισσότερο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τροποποιήσεις της εθνικής νομοθεσίας που βρίσκονται ακόμη σε νομοπαρασκευαστικό στάδιο ή σε στάδιο νομοσχεδίου.
– Ενδιάμεσο συμπέρασμα
81. Για όλους αυτούς τους λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι βάσιμο και το δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως και, κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής γίνεται, στο σύνολό της, δεκτή.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
82. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα και η Ιρλανδία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί η Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
VII – Πρόταση
83. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ, διότι
α) η ιρλανδική National Roads Authority παρέλειψε να γνωστοποιήσει στον αποκλεισθέντα προσφέροντα την απόφασή της περί αναθέσεως του έργου οδοποιίας Dundalk Western Bypass Motorway, αντίθετα προς τις επιταγές του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και
β) από το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, των ιρλανδικών Rules of the Superior Courts δεν προκύπτουν με επαρκή σαφήνεια, αντίθετα προς τις επιταγές του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ, η διάρκεια της αποκλειστικής προθεσμίας που ισχύει για την άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεως περί αναθέσεως και οι αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής τις οποίες αφορά η προθεσμία αυτή.
2) Η Ιρλανδία καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54). Δεδομένου ότι η επίδικη διαδικασία συνάψεως συμβάσεως έλαβε χώρα πριν την 31η Ιανουαρίου 2006, δεν είναι κρίσιμη για την υπό κρίση υπόθεση η οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114, όπως διορθώθηκε στο ΕΕ L 351, σ. 44).
3 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33).
4 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, περί τροποποιήσεως των οδηγιών 92/50/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 93/37/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, συμβάσεων δημοσίων προμηθειών και συμβάσεων δημοσίων έργων, αντιστοίχως (ΕΕ L 328, σ. 1).
5 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1).
6 – Οι νεότερες τροποποιήσεις που επέφερε στην οδηγία 89/665 η οδηγία 2007/66 δεν είναι κρίσιμες για την παρούσα διαφορά, δεδομένου ότι ισχύει προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι την 20ή Δεκεμβρίου 2009 [οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων (ΕΕ L 335, σ. 31), βλ. ιδίως άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας].
7 – Η περιεχόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 παραπομπή στην οδηγία 71/305 θεωρείται ως παραπομπή στην οδηγία 93/37 (βλ. άρθρο 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37).
8 – Κανονισμός του 2006 περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (S. I. αριθ. 329 του 2006).
9 – Κανονισμός διαδικασίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων.
10 – Η διάταξη αυτή ανάγεται σε μια τροποποίηση του κανονισμού διαδικασίας του High Court of Ireland, που πραγματοποιήθηκε με τους καλούμενους Rules of the Superior Courts (No. 4) (Review of the Award of Public Contracts) (SI αριθ. 374 του 1998) και τέθηκε σε ισχύ στις 19 Οκτωβρίου 1998.
11 – «Public-Private Partnership (PPP)».
12 – Απόφαση του High Court of Ireland (δικαστής Kelly) επί της υποθέσεως SIAC Construction Limited κατά National Road Authority, [2004] IEHC 128· στο εξής: απόφαση SIAC κατά NRA.
13 – Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση έλαβε χώρα αμέσως μετά τη συζήτηση επί της υποθέσεως C‑406/08, Uniplex (UK).
14 – Αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2004, C‑212/02, Επιτροπή κατά Αυστρίας (σκέψη 21), και της 3ης Απριλίου 2008, C‑444/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2008, σ. I‑2045, σκέψη 38)· στο ίδιο πνεύμα η παλαιότερη απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, C‑81/98, Alcatel Austria κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑7671, σκέψη 43).
15 – Στο πνεύμα αυτό η απόφαση C-212/02, Επιτροπή κατά Αυστρίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 14, σκέψη 21).
16 – Στη γλώσσα διαδικασίας: «except in very exceptional circumstances».
17 – Βλ., συναφώς, απόφαση SIAC κατά NRA (παρατίθεται πιο πάνω στο σημείο 17 και στην υποσημείωση 12 των παρουσών προτάσεων).
18 – Αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑392/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1999, σ. I‑5901, σκέψη 61), της 26ης Ιουνίου 2003, C‑233/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑6625, σκέψη 62), της 14ης Μαρτίου 2006, C‑177/04, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2006, σ. I‑2461, σκέψη 52), και της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑36/05, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2006, σ. I‑10313, σκέψη 38).
19 – Υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑455/08).
20 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, C‑503/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2006, σ. I‑1097), και –όσον αφορά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων– τις αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, C‑20/01 και C‑28/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2003, σ. I‑3609), της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑385/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑8121), της 10ης Νοεμβρίου 2005, C‑29/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2005, σ. I‑9705), της 4ης Ιουνίου 2009, C‑250/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2009, σ. Ι‑4369), και της 15ης Οκτωβρίου 2009, C‑275/08, Επιτροπή κατά Γερμανίας.
21 – Βλ. και τις προτάσεις μου της 13ης Μαρτίου 2008 επί της υποθέσεως C‑454/06, Pressetext Nachrichtenagentur (απόφαση της 19ης Ιουνίου 2008, Συλλογή 2008, σ. I‑4401, σημείο 154). Όσον αφορά, πάντως, το μέλλον, το άρθρο 2γ της οδηγίας 89/665, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66, καθορίζει βασικές επιταγές κοινοτικού δικαίου για τις προθεσμίες που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο για την άσκηση προσφυγής.
22 – Βλ., π.χ., αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe κατά Landwirtschaftskammer Saarland (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C-231/96, Edis (Συλλογή 1998, σ. I-4951, σκέψεις 20 και 35), της 17ης Ιουνίου 2004, C-30/02, Recheio – Cash & Carry (Συλλογή 2004, σ. I‑6051, σκέψη 18), και της 6ης Οκτωβρίου 2009, C-40/08, Asturcom Telecomunicaciones (Συλλογή 2009, σ. Ι-9579, σκέψη 41).
23 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Pressetext Nachrichtenagentur (παρατίθενται στην υποσημείωση 21, σημείο 155).
24 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑470/99, Universale-Bau κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑11617, ιδίως σκέψεις 71 και 76), της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑327/00, Santex (Συλλογή 2003, σ. I‑1877, σκέψη 52), και της 11ης Οκτωβρίου 2007, C‑241/06, Lämmerzahl (Συλλογή 2007, σ. I‑8415, σκέψη 50).
25 – Απόφαση SIAC κατά NRA, παρατίθεται ανωτέρω, στην υποσημείωση 12.
26 – Το περιεχόμενο των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών εθνικών διατάξεων πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας τους από τα εθνικά δικαστήρια· βλ. αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1994, C‑382/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1994, σ. I‑2435, σκέψη 36), της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C‑129/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑14637, σκέψη 30), και της 18ης Ιουλίου 2007, C‑490/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2007, σ. I‑6095, σκέψη 49).
27 – Αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 1990, C‑339/87, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1990, σ. I‑851, σκέψη 25), της 30ής Μαΐου 1991, C‑361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. I‑2567, σκέψη 24), της 2ας Αυγούστου 1993, C‑366/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1993, σ. I‑4201, σκέψη 17), της 28ης Απριλίου 2005, C‑410/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑3507, σκέψη 32), και της 12ης Ιουλίου 2007, C‑507/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2007, σ. I‑5939, σκέψη 298).
28 – Αποφάσεις της 30ής Μαΐου 1991, Επιτροπή κατά Γερμανίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 27, σκέψη 24), της 2ας Αυγούστου 1993, Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 27, σκέψη 17), της 7ης Νοεμβρίου 1996, C‑221/94, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1996, σ. I‑5669, σκέψη 22), της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, C‑417/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2001, σ. I‑6015, σκέψη 38), και της 16ης Ιουλίου 2009, C‑427/07, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2009, σ. Ι-6277, σκέψη 55).
29 – Αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2005, C‑376/02, «Goed Wonen» (Συλλογή 2005, σ. I‑3445, σκέψη 32), της 16ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑288/07, Isle of Wight Council κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I‑7203, σκέψη 48), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑201/08, Plantanol (Συλλογή 2009, σ. Ι‑8343, σκέψη 43).
30 – Αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2005, C-17/03, VEMW κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑4983, σκέψη 80), της 17ης Ιουλίου 2008, C‑347/06, ASM Brescia (Συλλογή 2008, σ. I‑5641, σκέψη 69), της 18ης Νοεμβρίου 2008, C‑158/07, Förster (Συλλογή 2008, σ. Ι-8473, σκέψη 67), και Plantanol (παρατίθεται στην υποσημείωση 28, σκέψη 46).
31 – Το παράδειγμα του έργου οδοποιίας Dundalk Western Bypass Motorway, που προκάλεσε την παρούσα διαδικασία προσφυγής λόγω παραβάσεως, καθιστά ιδιαιτέρως σαφή την απώλεια δικαιώματος που επισύρει το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, RSC: Κατά την άποψη της Ιρλανδίας, η SIAC θα έπρεπε να είχε προσβάλει, εντός της προθεσμίας του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC, την μη οριστική απόφαση της NRA για την επιλογή προτιμωμένου προσφέροντος και να είχε προβάλει κατά τον χρόνο εκείνο τις αιτιάσεις της όσον αφορά την επιλογή της κοινοπραξίας Celtic Roads Group. Κατά τη μεταγενέστερη προσβολή της οριστικής αποφάσεως περί αναθέσεως, η SIAC είχε, όπως διαπίστωσε με την απόφαση SIAC κατά NRA το High Court of Ireland (παρατίθεται στην υποσημείωση 12), ήδη απολέσει το δικαίωμα να προβάλει τους σχετικούς ισχυρισμούς.
32 – Στο πνεύμα αυτό, αποφάσεις Universale-Bau κ.λπ. (ιδίως σκέψη 72), Santex (σκέψεις 51 και 57) και Lämmerzahl (σκέψη 52), που παρατίθενται στην υποσημείωση 23· γενικώς επί των λεπτομερειών των δικαστικών διαδικασιών βλ. την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C‑21/03 και C‑34/03, Fabricom (Συλλογή 2005, σ. I‑1559, σκέψη 42).
33 – Βλ. πιο πάνω, σημείο 41 των παρουσών προτάσεων.
34 – Αποφάσεις Universale-Bau κ.λπ. (σκέψη 76), Santex (σκέψη 52) και Lämmerzahl (σκέψεις 50 και 51), που παρατίθενται στην υποσημείωση 24· βλ. επίσης τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Pressetext Nachrichtenagentur (παρατίθενται στην υποσημείωση 21, σημείο 157).
35 – Βλ., εκτός αυτού, την τρίτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/665, όπου γίνεται λόγος για «ταχέα μέσα προσφυγής» και για «επείγουσα αντιμετώπιση των παραβάσεων». Πέραν αυτού, το άρθρο 2γ της οδηγίας 89/665 (που προσετέθη με την οδηγία 2007/66) διευκρινίζει, για το μέλλον, ότι οι εσωτερικές ρυθμίσεις μπορούν να προβλέπουν ότι «κάθε προσφυγή κατά αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής που έχει ληφθεί στο πλαίσιο ή σε σχέση με διαδικασία ανάθεσης σύμβασης υπαγόμενης στην οδηγία 2004/18/ΕΚ πρέπει να έχει ασκηθεί πριν από την εκπνοή καθορισμένης προθεσμίας».
36 – Στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις Universale-Bau κ.λπ. (παρατίθεται στην υποσημείωση 24, σκέψεις 75 έως 79), Lämmerzahl (παρατίθεται στην υποσημείωση 24, σκέψεις 50 και 51), και της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-230/02, Grossmann Air Service (Συλλογή 2004, σ. Ι-1829, σκέψεις 30 και 36 έως 39).
37 – Αποφάσεις C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 27, σκέψη 24), C-366/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 27, σκέψη 17), και C-221/94, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (παρατίθεται στην υποσημείωση 28, σκέψη 22).
38 – Βλ., συναφώς, πιο πάνω, σημεία 49 και 50 των παρουσών προτάσεων.
39 – Βλ., για άλλη μια φορά, την απόφαση Universale-Bau κ.λπ. (παρατίθεται στην υποσημείωση 24, σκέψεις 76 έως 78).
40 – Αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1985, 29/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1985, σ. 1661, σκέψη 23), της 9ης Απριλίου 1987, 363/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1733, σκέψη 7), της 10ης Μαΐου 2001, C-144/99, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2001, σ. Ι-3541, σκέψη 17), της 20ής Οκτωβρίου 2005, C-6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2005, σ. Ι-9017, σκέψη 21), της 30ής Νοεμβρίου 2006, C-32/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2006, σ. Ι-11323, σκέψη 34), και C‑427/07, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 28, σκέψεις 54 και 55).
41 – Βλ. και πάλι την απόφαση C‑427/07, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 28, σκέψη 55).
42 – Γενικώς επί της αρχής της σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας, βλ. τις αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 26), της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. Ι-8835, σκέψη 113), και της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. Ι-2483, σκέψη 98)· βλ., ειδικώς για την οδηγία 89/665, περαιτέρω τις αποφάσεις Santex (σκέψη 63) και Lämmerzahl (σκέψη 62), που παρατίθενται στην υποσημείωση 24.
43 – Απόφαση Santex (παρατίθεται στην υποσημείωση 24, σκέψη 62).
44 – Βλ. και πιο πάνω, σημεία 49 έως 52 των παρουσών προτάσεων.
45 – Βλ. σημείο 50, παράγραφος 2, των πρακτικών οδηγιών για τις ευθείες προσφυγές και τις αιτήσεις αναιρέσεως, όπως το κείμενό τους διαμορφώθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ 2004, L 361, σ. 15): Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, η αίτηση παρατάσεως του χρόνου ομιλίας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση πρέπει να «περιέρχεται στο Δικαστήριο το ταχύτερο δυνατόν» και μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνον όταν περιέρχεται σε αυτό «το αργότερο δύο εβδομάδες πριν από τη δικάσιμο».
46 – Άρθρο 1, αριθ. 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 780/2009 της Επιτροπής, της 27ης Αυγούστου 2009, για τον καθορισμό των διατάξεων εφαρμογής των άρθρων 28α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, και 96, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΚΛΠ) (ΕΕ L 226, σ. 3).
47 – Βλ., π.χ. το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 141, σ. 26), καθώς και –σχετικά με την προϊσχύσασα ρύθμιση– τις προτάσεις μου της 27ης Ιανουαρίου 2005 επί της υποθέσεως C-186/04, Housieaux (απόφαση της 21ης Απριλίου 2005, Συλλογή 2005, σ. I-3299, σημείο 23).
48 – Απόφαση C-250/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας (παρατίθεται στην υποσημείωση 20, σκέψη 68). Βλ., εκτός αυτού, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/665 και το άρθρο 41, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/18.
49 – Απόφαση του Supreme Court of Ireland της 4ης Απριλίου 2003 επί της υποθέσεως Dekra Éireann Teoranta κατά Minister for the Environment and Local Government, [2003] IESC 25, [2003] 2 IR 270 (η Ιρλανδία επικαλείται, ιδίως, το σημείο 14 α των παρατηρήσεων του δικαστή Denham).
50 – Στη γλώσσα διαδικασίας: «primary obligation».
51 – Αναφερόμενη σε ένα obiter dictum στην απόφαση του Supreme Court of Ireland επί της υποθέσεως Dekra Éireann Teoranta (παρατίθεται στην υποσημείωση 48), η Ιρλανδία εκθέτει ότι «υπό ορισμένες συνθήκες, το δικαστήριο μπορεί να απορρίψει προσφυγή ασκηθείσα κατά το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, εντός τριών μηνών, εφόσον η ζημία που υφίσταται το δημόσιο συμφέρον ή ένας διάδικος είναι τόσο μεγάλη, ώστε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.»
52 – Διαφωτιστικές, στο πλαίσιο αυτό, είναι προ παντός οι σκέψεις του δικαστή Denham στην απόφαση Dekra Éireann Teoranta (παρατίθεται στην υποσημείωση 48), όπου ο δικαστής εκφράζει, κατ’ αρχάς, την άποψή του σχετικά με την κατ’ ουσίαν ομοίου περιεχομένου ρύθμιση προθεσμίας του άρθρου 84, παράγραφος 21, πρώτο εδάφιο, RSC: «Εάν ένα δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να παρατείνει την προθεσμία αυτή, έχει και τη δυνατότητα να απορρίψει την προσφυγή, ακόμη και [αν ασκήθηκε] εντός [της εκφρασμένης σε] μήνες [προθεσμίας] που ορίζουν οι Rules of the Superior Courts» ([2003] 2 IR 270 [285]). Στη συνέχεια των αναπτύξεών του, ο δικαστής Denham εκφέρει την άποψή του σχετικά με την ερμηνεία της κρίσιμης εν προκειμένω ρυθμίσεως της προθεσμίας του άρθρου 84 A, παράγραφος 4, RSC, την οποία ερμηνεύει ως εξής: «[…] λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συνθήκες μιας υποθέσεως, το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφανθεί ότι η ζημία που υφίσταται το δημόσιο ή ένας διάδικος είναι τόσο μεγάλη, ώστε […] η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί. Δεδομένου ότι το επείγον και η ταχύτητα είναι καθοριστικά για τις προσφυγές που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις, απαιτείται οι προσφυγές αυτές να ασκούνται σύντομα και ο προσφεύγων να δίδει εύλογη εξήγηση για κάθε καθυστέρηση» ([2003] 2 IR 270 [286]).
53 – Βλ., συναφώς, και τις σημερινές προτάσεις μου επί της υποθέσεως C‑406/08, Uniplex (UK) (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 69).
54 – Απόφαση C‑129/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 26, σκέψη 33).
55 – Απόφαση του High Court of Ireland (δικαστής Clarke) της 2ας Μαΐου 2006 επί της υποθέσεως Veolia Water UK κατά Fingal County Council (No. 1), [2006] IEHC 137, [2007] 1 IR 690 (σκέψεις 28 έως 54).
56 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 2ας Ιουνίου 2005, C‑15/04, Koppensteiner (Συλλογή 2005, σ. I‑4855, σκέψη 38), και Lämmerzahl (παρατίθεται στην υποσημείωση 24, σκέψη 63, δεύτερο εδάφιο).
57 – Βλ. τις σημερινές προτάσεις μου επί της υποθέσεως Uniplex (UK) (παρατίθενται στο σημείο 4, σημεία 48 έως 50).
58 – Απόφαση C‑392/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 18, σκέψη 60).
59 – Αποφάσεις C-392/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (σκέψη 61), C-233/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 62), C-177/04, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 52), και C‑36/05, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 38), που παρατίθενται στην υποσημείωση 18.
60 – Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις C-6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (παρατίθεται στην υποσημείωση 40, σκέψη 49), C-417/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 28, σκέψη 34), C-32/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (παρατίθεται στην υποσημείωση 40, σκέψη 22), και C‑427/07, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 28, σκέψεις 64 και 65). Ειδικώς ως προς το επιχείρημα ότι επίκειται η μεταφορά της οδηγίας 2007/66, βλ. την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, C‑327/08, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψεις 21 έως 26).
Full & Egal Universal Law Academy