ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 12ης Νοεμβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑462/08
Ümit Bekleyen
κατά
Land Berlin
[αίτηση του Oberverwaltungsgericht Berlin-Brandenburg (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως – Δικαίωμα του τέκνου Τούρκου εργαζομένου να αποδέχεται οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο περάτωσε την επαγγελματική του εκπαίδευση – Κατάσταση του τέκνου που ξεκινά την εκπαίδευση σε ημερομηνία κατά την οποία οι γονείς του, οι οποίοι είχαν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος υποδοχής επί τρία και πλέον έτη, είχαν ήδη από δεκαετίας εγκαταλείψει οριστικώς το κράτος αυτό – Άρθρο 59 του πρόσθετου πρωτοκόλλου – Ευνοϊκότερη μεταχείριση από εκείνη που επιφυλάσσεται στους υπηκόους των κρατών μελών»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, η οποία υποβλήθηκε με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2008, το Oberverwaltungsgericht Berlin-Brandenburg (Γερμανία) ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως (2), της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως (στο εξής: απόφαση 1/80) (3). Το ζήτημα ανέκυψε στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε η Ümit Bekleyen, Τουρκίδα υπήκοος, κατά της αποφάσεως του Land Berlin με την οποία αυτό αρνήθηκε να της χορηγήσει άδεια διαμονής βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80.
2. Η παρούσα διαδικασία δίδει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διευκρινίσει τη φύση των δικαιωμάτων που η διάταξη αυτή παρέχει στο τέκνο Τούρκου εργαζομένου, καθώς και να ορίσει τις προϋποθέσεις κτήσεως των δικαιωμάτων αυτών.
II – Το νομικό πλαίσιο
3. Η απόφαση 1/80 εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 36 του πρόσθετου πρωτοκόλλου (4) στη Συμφωνία Συνδέσεως. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκίας θα πραγματοποιηθεί σταδιακά, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως, κατά το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας.
4. Υπό τον τίτλο «Κοινωνικές διατάξεις», το κεφάλαιο II της αποφάσεως 1/80 αναφέρεται, στο τμήμα 1, σε διάφορα «Ζητήματα σχετικά με την απασχόληση και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων», μεταξύ των οποίων το ζήτημα της προσβάσεως των Τούρκων υπηκόων στην αγορά εργασίας κράτους μέλους. Δύο διατάξεις είναι ιδιαίτερα ικανές να τους παράσχουν ένα τέτοιο δικαίωμα είτε υπό την ιδιότητά τους ως εργαζομένων ενταγμένων στη νόμιμη αγορά εργασίας (άρθρο 6) είτε υπό την ιδιότητά τους ως μελών της οικογένειας Τούρκου ο οποίος πληροί την προϋπόθεση αυτή (άρθρο 7).
5. Το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80, το οποίο παρέχει στον Τούρκο εργαζόμενο δικαίωμα προσβάσεως στην απασχόληση προοδευτικώς, ανάλογα με τη διάρκεια απασχολήσεως στη νόμιμη αγορά εργασίας του οικείου κράτους μέλους, έχει ως εξής:
«1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, περί ελεύθερης προσβάσεως των μελών της οικογενείας του στην απασχόληση, ο Τούρκος εργαζόμενος που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους:
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος, δικαιούται, εντός αυτού του κράτους μέλους, ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, αν εξακολουθεί να κατέχει θέση εργασίας·
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τρία έτη και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούται, εντός αυτού του κράτους μέλους, να αποδεχθεί, κατ’ επιλογή του, άλλη προσφορά εργασίας, στο ίδιο επάγγελμα, που του γίνεται υπό συνήθεις συνθήκες από άλλο εργοδότη και έχει καταγραφεί από τις υπηρεσίες απασχολήσεως του οικείου κράτους μέλους·
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη, έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του εντός αυτού του κράτους μέλους.
2. Οι ετήσιες άδειες και οι απουσίες λόγω μητρότητας, εργατικού ατυχήματος ή ασθενείας μικρής διαρκείας εξομοιώνονται με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως. Οι δεόντως διαπιστωμένες από τις αρμόδιες αρχές περίοδοι ακούσιας ανεργίας και οι απουσίες λόγω ασθενείας μακράς διαρκείας, χωρίς να εξομοιώνονται με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως, δεν θίγουν τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί βάσει της προηγούμενης περιόδου απασχολήσεως.
[…]»
6. Όσον αφορά το άρθρο 7 της αποφάσεως 1/80, διακρίνει, αφενός, μεταξύ των μελών της οικογένειας στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί με τον εργαζόμενο στο κράτος μέλος υποδοχής και έχουν διαμείνει νομίμως στο κράτος αυτό κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου (πρώτο εδάφιο) και, αφετέρου, των τέκνων ενός τέτοιου εργαζομένου, τα οποία έχουν συμπληρώσει κύκλο επαγγελματικής εκπαιδεύσεως εντός του οικείου κράτους μέλους (δεύτερο εδάφιο). Το άρθρο 7 ορίζει έτσι:
«Τα μέλη της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί του:
– εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί τρία τουλάχιστον έτη και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούνται να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας·
– εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί πέντε τουλάχιστον έτη, έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα.
Τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων που έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους κατάρτιση εντός της χώρας υποδοχής μπορούν, ανεξαρτήτως της διαρκείας διαμονής τους στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός αυτού, υπό τον όρο ότι ο ένας από τους γονείς έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του εν λόγω κράτους μέλους.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
7. Η Ü. Bekleyen, η οποία γεννήθηκε το 1975 στο Βερολίνο, έζησε έως το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας της στη Γερμανία, μαζί με την οικογένειά της. Οι γονείς της, Τούρκοι υπήκοοι, εργάζονταν αμφότεροι, από το 1971, ως μισθωτοί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το 1989, η Ü. Bekleyen επέστρεψε μαζί με την οικογένειά της στην Τουρκία, όπου περάτωσε τη σχολική της εκπαίδευση και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στον τομέα της αρχιτεκτονικής τοπίου.
8. Τον Ιανουάριο του 1999, η Ü. Bekleyen επέστρεψε, χωρίς την οικογένειά της, στη Γερμανία με την άδεια του Land Berlin, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές της. Τον Μάρτιο του 1999 έλαβε έγκριση διαμονής, η οποία κατ’ επανάληψη, τελευταίως ως άδεια διαμονής, ανανεώθηκε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005. Κατά το θερινό εξάμηνο του 2005 περάτωσε τις σπουδές της στο τεχνικό πανεπιστήμιο του Βερολίνου, αποκτώντας τον τίτλο διπλωματούχος μηχανικός στον σχεδιασμό τοπίου.
9. Στις 19 Δεκεμβρίου 2005, η Ü. Bekleyen ζήτησε, επικαλούμενη την περατωθείσα στη Γερμανία πανεπιστημιακή της εκπαίδευση, τη χορήγηση άδειας διαμονής βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Το Land Berlin απέρριψε την αίτηση αυτή με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για το αιτούμενο δικαίωμα διαμονής σύμφωνα με τη Συμφωνία Συνδέσεως. Το καθού της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 απαιτεί χρονικό σύνδεσμο μεταξύ της διαμονής των γονέων και αυτής του τέκνου, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω. Το γράμμα και ο σκοπός της διατάξεως αυτής της αποφάσεως 1/80 απαιτούν, για την κτήση του δικαιώματος απασχολήσεως και διαμονής, ο ένας τουλάχιστον από τους γονείς να εξακολουθεί να διαμένει εντός του κράτους μέλους υποδοχής κατά τον χρόνο ενάρξεως της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως του τέκνου.
10. Τον Μάιο του 2007, η Ü. Bekleyen έλαβε, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, άδεια διαμονής λήγουσα στις 13 Μαΐου 2009, λόγω του ότι είχε αναλάβει απασχόληση σε γερμανική εταιρία.
11. Με προσφυγή που άσκησε τον Ιούλιο του 2006, αρχικώς, επί παραλείψει, και, εν συνεχεία, κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως της 21ης Σεπτεμβρίου 2005, η Ü. Bekleyen ζήτησε την πιστοποίηση του βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 δικαιώματος διαμονής της.
12. Το Verwaltungsgericht Berlin απέρριψε την προσφυγή με απόφαση της 9ης Αυγούστου 2007. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η προσφυγή ήταν παραδεκτή, δεδομένου ότι, παρά το χορηγηθέν στην Ü. Bekleyen δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της συμφωνίας 1/80, αυτή εξακολουθούσε να έχει έννομο συμφέρον. Συγκεκριμένα, αν αναγνωριζόταν στην προσφεύγουσα το δικαίωμα να επικαλεστεί το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως, θα απολάμβανε στη Γερμανία ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας. Εντούτοις, η προσφυγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η παρατεταμένη διαμονή της Ü. Bekleyen στην Τουρκία είχε ως αποτέλεσμα αυτή να απολέσει το δικαίωμα υπαγωγής στο προνομιακό καθεστώς του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80.
13. Η Ü. Bekleyen άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
14. Το Oberverwaltungsgericht Berlin-Brandenburg κρίνοντας ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η επίλυση της διαφοράς απαιτεί την ερμηνεία της αποφάσεως 1/80, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει την έννοια το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 […] ότι το δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας και το αντίστοιχο δικαίωμα διαμονής στη χώρα υποδοχής μετά το πέρας επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υφίσταται και οσάκις το γεννηθέν στη χώρα υποδοχής τέκνο, αφού επέστρεψε με την οικογένειά του στο κράτος της κοινής καταγωγής τους, επανέρχεται μόνο του, ως ενήλικος, στο οικείο κράτος μέλος για επαγγελματική εκπαίδευση σε χρόνο κατά τον οποίο οι γονείς του, τουρκικής ιθαγενείας, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν εργασθεί στο οικείο κράτος μέλος ως μισθωτοί, είχαν ήδη από δεκαετίας εγκαταλείψει οριστικώς το κράτος μέλος;»
IV – Ανάλυση
15. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, καταρχήν, αν το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δικαιώματος προσβάσεως στην αγορά εργασίας και του αντίστοιχου δικαιώματος διαμονής των οποίων απολαύει το τέκνο Τούρκου εργαζομένου μετά το πέρας της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στο κράτος μέλος υποδοχής, σε περίπτωση που ο γονέας του συγκεκριμένου τέκνου είχε εγκαταλείψει οριστικώς το κράτος μέλος υποδοχής πριν την ημερομηνία εισόδου του τέκνου στο έδαφος του οικείου κράτους και ενάρξεως της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως.
16. Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί η σχετική με το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 νομολογία του Δικαστηρίου.
17. Πρώτον, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η διάταξη αυτή παράγει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών, οπότε οι Τούρκοι υπήκοοι που πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της μπορούν να επικαλούνται απευθείας τα δικαιώματα που αυτή τους παρέχει (5).
18. Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα δικαιώματα που παρέχει το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 στα τέκνα των Τούρκων εργαζομένων όσον αφορά την απασχόληση εντός του οικείου κράτους μέλους συνεπάγονται κατ’ ανάγκην την ύπαρξη σχετικού δικαιώματος διαμονής του ενδιαφερομένου, καθόσον άλλως θα καθίστατο άνευ αντικειμένου το δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας και πραγματικής ασκήσεως μισθωτής δραστηριότητας (6).
19. Τρίτον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά αποκλειστικώς την κατάσταση ανηλίκου, τέκνου Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής, αλλά καλύπτει και την κατάσταση ενηλίκου, τέκνου ενός τέτοιου εργαζομένου (7).
20. Στο πλαίσιο της νομολογίας που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, η απόφαση Akman, στην οποία το αιτούν δικαστήριο ρητώς αναφέρεται με τη διάταξη περί παραπομπής, κατέχει ιδιαίτερη θέση.
21. Στην υπόθεση την οποία αφορά η απόφαση αυτή, ο H. Akman έλαβε το 1980 άδεια να εισέλθει στη Γερμανία, όπου ο πατέρας του εργαζόταν νομίμως, προκειμένου να ακολουθήσει σπουδές μηχανικού. Το 1993 περάτωσε με επιτυχία τις σπουδές του και ζήτησε να λάβει άδεια διαμονής απεριόριστης διάρκειας. Το αίτημά του αυτό απορρίφθηκε διότι ο πατέρας του είχε επιστρέψει στην Τουρκία το 1986.
22. Με την απόφαση Akman, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 εξαρτά το παρεχόμενο στο τέκνο Τούρκου εργαζομένου δικαίωμα να αποδεχθεί οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής από δύο προϋποθέσεις, ήτοι, αφενός, ότι το τέκνο του ενδιαφερόμενου εργαζομένου περάτωσε την επαγγελματική του εκπαίδευση εντός του οικείου κράτους μέλους και, αφετέρου, ότι ένας από τους γονείς του εργάστηκε νομίμως εντός αυτού του κράτους μέλους επί τρία τουλάχιστον έτη (8).
23. Κρίνοντας ότι η σχετική με την περάτωση επαγγελματικής εκπαιδεύσεως πρώτη προϋπόθεση πληρούνταν, το Δικαστήριο ασχολήθηκε, στην υπόθεση αυτή, με την εξέταση της δεύτερης προϋποθέσεως κατά την οποία απαιτείται ο γονέας να έχει εργαστεί νομίμως επί τρία τουλάχιστον έτη.
24. Όσον αφορά τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εξαρτά το δικαίωμα του τέκνου να αποδεχθεί οποιαδήποτε προσφορά εργασίας από προϋπόθεση διαμονής του γονέα εντός του οικείου κράτους μέλους κατά τον χρόνο που το τέκνο επιθυμεί να εργαστεί εκεί μετά την περάτωση της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως (9). Προς στήριξη της απόψεως αυτής, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το τέκνο Τούρκου διακινουμένου εργαζομένου ο οποίος απασχολήθηκε νομίμως επί τρία τουλάχιστον έτη σε κράτος μέλος, το οποίο διαμένει νομίμως στο έδαφος του κράτους αυτού, περάτωσε σ’ αυτό την εκπαίδευσή του και στο οποίο παρέχεται η δυνατότητα να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα εντός του ως άνω κράτους, δεν πρέπει να θεωρείται πλέον ότι εξαρτάται από την παρουσία ενός από τους γονείς του, καθόσον ο ενδιαφερόμενος δεν είναι πλέον συντηρούμενο από αυτούς τέκνο όταν εισέρχεται στην αγορά εργασίας, αλλά είναι σε θέση να καλύψει ο ίδιος τις ανάγκες του (10).
25. Το Δικαστήριο κατέληξε, κατά συνέπεια, στο συμπέρασμα ότι λαμβανομένου υπόψη του πνεύματος και του σκοπού της εν λόγω διατάξεως, καθώς και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 δεν μπορεί παρά να νοηθεί υπό την έννοια ότι περιορίζεται στην επιβολή της υποχρεώσεως ο γονέας να έχει ασκήσει νομίμως μισθωτή δραστηριότητα επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του κράτους μέλους υποδοχής σε μια οποιαδήποτε χρονική περίοδο πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το τέκνο του περατώνει εκεί την επαγγελματική του εκπαίδευση (11).
26. Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, επισημαίνεται ότι το υποβληθέν στο Δικαστήριο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά, κατ’ ουσίαν, το αν η νομολογία που έχει ως βάση την προπαρατεθείσα απόφαση Akman έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος άσκησε μισθωτή δραστηριότητα δεν κατοικεί πλέον, από δεκαετίας, στο οικείο κράτος μέλος κατά το χρονικό σημείο που το τέκνο του ξεκινά την επαγγελματική του εκπαίδευση.
27. Υπό το πρίσμα αυτό, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, θεωρώ σημαντικό να προσδιοριστούν τα στοιχεία κατά τα οποία τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης διαφέρουν από αυτά της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Akman.
28. Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι κατά το χρονικό σημείο που ο Akman, στον οποίο επετράπη να εισέλθει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προκειμένου να ζήσει με τον πατέρα του, άρχισε τις σπουδές του, ο πατέρας του διατηρούσε την ιδιότητα του Τούρκου εργαζομένου κατά την έννοια της πρώτης παραγράφου του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80, δεδομένου ότι κατά την ημερομηνία αυτή εξακολουθούσε να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους. Μόνον κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο Akman περάτωσε την επαγγελματική του εκπαίδευση και προτίθετο να αποκτήσει ελεύθερη πρόσβαση σε απασχόληση, επικαλούμενος το βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως δικαίωμα να αποδέχεται οποιαδήποτε προσφορά εργασίας, ο πατέρας του έπαυσε να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής.
29. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι γονείς της Ü. Bekleyen δεν εργάζονταν και δεν διέμεναν καν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ούτε κατά την έναρξη της επαγγελματικής της εκπαιδεύσεως ούτε κατά το χρονικό σημείο που αυτή περάτωσε τις πανεπιστημιακές σπουδές της.
30. Το στοιχείο που διαφοροποιεί σε νομικό επίπεδο την υπό κρίση υπόθεση από την προπαρατεθείσα απόφαση Akman συνδέεται στενά με το πραγματικό αυτό γεγονός.
31. Όπως ήδη τόνισα στο σημείο 22 ανωτέρω, πρέπει να υπομνησθεί ότι στην προπαρατεθείσα απόφαση Akman το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 εξαρτά το παρεχόμενο στο τέκνο Τούρκου εργαζομένου δικαίωμα να αποδεχθεί οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής από δύο προϋποθέσεις, ήτοι ότι το τέκνο του ενδιαφερόμενου εργαζομένου περάτωσε την επαγγελματική του εκπαίδευση εντός του οικείου κράτους μέλους και ότι ένας από τους γονείς του εργάστηκε νομίμως εντός αυτού του κράτους μέλους επί τρία τουλάχιστον έτη.
32. Συναφώς, επιβάλλεται καταρχάς μια παρατήρηση σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Akman, όσον αφορά τις δυο προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ο Τούρκος υπήκοος ο οποίος προτίθεται να ασκήσει δικαιώματα στον τομέα της απασχολήσεως βάσει αυτής της διατάξεως.
33. Θεωρώ σημαντικό να υπογραμμίσω ότι πρόκειται όχι για δύο αλλά για τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, τις οποίες ο ενδιαφερόμενος πρέπει να πληροί προκειμένου να απολαύει του δικαιώματος ελεύθερης προσβάσεως στην απασχόληση βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει 1) να έχει περατώσει επαγγελματική εκπαίδευση εντός του κράτους μέλους υποδοχής, 2) να αποδείξει ότι ένας από τους γονείς του «εργάστηκε νομίμως εντός αυτού του κράτους μέλους επί τρία τουλάχιστον έτη» και 3) να είναι τέκνο Τούρκου εργαζομένου (12).
34. Εν προκειμένω, η πρώτη προϋπόθεση αναμφίβολα πληρούται, δεδομένου ότι η Ü. Bekleyen περάτωσε τις πανεπιστημιακές σπουδές της εντός του κράτους μέλους υποδοχής και έλαβε δίπλωμα μηχανικού στον σχεδιασμό τοπίου.
35. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, οι μετέχοντες στη δίκη δεν αμφισβητούν ότι και αυτή πληρούται στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι οι γονείς της Ü. Bekleyen, Τούρκοι υπήκοοι, είχαν αμφότεροι εργαστεί νομίμως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επί τρία και πλέον έτη.
36. Κατά συνέπεια, η τρίτη προϋπόθεση που αναφέρεται στην ιδιότητα του τέκνου Τούρκου εργαζομένου είναι αυτή η οποία βρίσκεται, εν προκειμένω, στο επίκεντρο της συζητήσεως.
37. Ο χαρακτηρισμός του στοιχείου αυτού ως του στοιχείου που διαφοροποιεί την υπό κρίση υπόθεση από την προπαρατεθείσα απόφαση Akman επιτρέπει να προσδιοριστεί καλύτερα το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως. Συγκεκριμένα, ο εθνικός δικαστής ερωτά, κατ’ ουσίαν, κατά πόσον απαιτείται να συμπίπτουν χρονικά η ιδιότητα του γονέα ως Τούρκου εργαζομένου κατά την έννοια της αποφάσεως 1/80 και η έναρξη και η διάρκεια της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως του τέκνου για την εκ μέρους του δεύτερου απόκτηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80.
38. Η Δανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 δεν έχει εφαρμογή στο τέκνο Τούρκων εργαζομένων, οσάκις αυτό ξεκινά τις σπουδές του στο κράτος μέλος υποδοχής σε ημερομηνία κατά την οποία αμφότεροι οι γονείς του έχουν εγκαταλείψει οριστικώς το έδαφος του κράτους αυτού. Οι κυβερνήσεις αυτές φρονούν ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως εξαρτά το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας –και το αντίστοιχο δικαίωμα διαμονής– από την προϋπόθεση ότι η διαμονή και η απασχόληση των γονέων στο κράτος μέλος υποδοχής συμπίπτει χρονικά, σε κάποιο βαθμό, με τη δυνατότητα του τέκνου να αποκτήσει πρόσβαση στην απασχόληση αφού λάβει εκεί επαγγελματική εκπαίδευση.
39. Από τη θέση αυτή, η οποία υπογραμμίζει τη σημασία της τρίτης προϋποθέσεως που αναφέρεται στην ιδιότητα του «τέκνου Τούρκου εργαζομένου», συνάγεται ότι ένας από τους γονείς του Τούρκου υπηκόου πρέπει να έχει την ιδιότητα του Τούρκου εργαζομένου, κατά την έννοια της αποφάσεως 1/80, κατά την έναρξη και τη διάρκεια των σπουδών του τέκνου, προκειμένου αυτό να αποκτήσει, μετά το πέρας της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως, το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως σε απασχόληση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής.
40. Όσον αφορά την ιδιότητα του «τέκνου Τούρκου εργαζομένου» κατά την έννοια του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, την οποία ο Τούρκος υπήκοος πρέπει να έχει, προκειμένου, μετά το πέρας της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως, να αποκτήσει το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην απασχόληση, παρατηρείται ότι το εδάφιο αυτό, αντίθετα προς ό,τι ρητώς προβλέπει το άρθρο 6 και το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της ιδίας αποφάσεως, δεν απαιτεί ο Τούρκος εργαζόμενος, του οποίου το τέκνο προτίθεται να επικαλεστεί δικαίωμα διαμονής, να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, μολονότι η πρόσθετη αυτή προϋπόθεση περιλαμβάνεται στις δύο τελευταίες διατάξεις.
41. Το ζήτημα που γεννάται είναι αν η ιδιαιτερότητα αυτή του γράμματος του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, μπορεί να αποδοθεί στη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να αναφερθεί συνοπτικώς στην έννοια του Τούρκου εργαζομένου η οποία περιέχεται στις λοιπές δύο διατάξεις –το άρθρο 6 και το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο– ή μήπως πρόκειται για επιλογή σκοπούσα στη διαφοροποίηση των προϋποθέσεων εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως σε σχέση με τις προϋποθέσεις εφαρμογής των λοιπών.
42. Προκειμένου να αποσαφηνιστεί η έννοια της επίμαχης διατάξεως σε σχέση με την υπό κρίση περίπτωση, επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη οι αποφάσεις που το Δικαστήριο εξέδωσε στις υποθέσεις Bozkurt (13) και Tetik (14). Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η πρώτη από τις δύο αυτές αποφάσεις το Δικαστήριο εξέτασε τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1/80, το οποίο εξομοιώνει ορισμένες περιόδους απουσίας με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως και κατά το οποίο «[ο]ι ετήσιες άδειες και οι απουσίες λόγω μητρότητας, εργατικού ατυχήματος ή ασθενείας μικρής διαρκείας εξομοιώνονται με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως. Οι δεόντως διαπιστωμένες από τις αρμόδιες αρχές περίοδοι ακούσιας ανεργίας και οι απουσίες λόγω ασθενείας μακράς διαρκείας, χωρίς να εξομοιώνονται με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως, δεν θίγουν τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί βάσει της προηγούμενης περιόδου απασχολήσεως». Το Δικαστήριο εκλήθη να διευκρινίσει αν, βάσει της διατάξεως αυτής, Τούρκος εργαζόμενος, όπως ο Bozkurt, μπορούσε να διατηρήσει το δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής στην περίπτωση που υπέστη εργατικό ατύχημα με συνέπεια τη μόνιμη ανικανότητα προς εργασία.
43. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της αποφάσεως 1/80, που συνίσταται στη σταθεροποίηση της καταστάσεως των Τούρκων εργαζομένων που ήδη απασχολούνται, το δικαίωμα διαμονής πρέπει να παραμείνει παρακολουθηματικό σε σχέση με την απασχόληση του εργαζομένου έτσι ώστε, σε περίπτωση διακοπής της απασχολήσεως, αυτό να μη διατηρείται παρά μόνο στην περίπτωση που η διακοπή είναι χρονικώς περιορισμένη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1/80, που αναφέρεται μόνο σε προσωρινές απουσίες οι οποίες, κατ’ αρχήν, δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την επιστροφή του εργαζομένου στον ενεργό βίο. Αντιθέτως, σε περίπτωση διαρκούς ανικανότητας προς εργασία, ο εργαζόμενος δεν μετέχει πλέον στην αγορά εργασίας ούτε συντρέχει αντικειμενικός δικαιολογητικός λόγος να του διασφαλισθεί πρόσβαση στην αγορά εργασίας με επακόλουθο δικαίωμα διαμονής (15).
44. Κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 «δεν αφορά την κατάσταση Τούρκου εργαζομένου ο οποίος οριστικώς εγκατέλειψε την αγορά εργασίας κράτους μέλους» (16). Συνεπώς, «ελλείψει ειδικής διατάξεως αναγνωρίζουσας στους Τούρκους εργαζομένους το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους μετά από περίοδο απασχολήσεως σ’ αυτό, το δικαίωμα διαμονής Τούρκου εργαζομένου […] εξαλείφεται στην περίπτωση που ο εργαζόμενος έχει πληγεί από πλήρη και μόνιμη ανικανότητα προς εργασία» (17).
45. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Tetik, το Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας τις περιεχόμενες στην προπαρατεθείσα απόφαση Bozkurt διαπιστώσεις, διευκρίνισε μεταγενέστερα «ότι ο Τούρκος εργαζόμενος, ο οποίος εργάστηκε νομίμως επί τέσσερα και πλέον έτη στο έδαφος κράτους μέλους, ο οποίος αποφασίζει ελεύθερα να εγκαταλείψει την εργασία του προς αναζήτηση νέας δραστηριότητας εντός του ιδίου κράτους μέλους και ο οποίος δεν επιτυγχάνει να βρει αμέσως νέα εργασία, έχει δικαίωμα παραμονής εντός του κράτους αυτού κατά τη διάρκεια εύλογης περιόδου με σκοπό να αναζητήσει εκεί νέα έμμισθη εργασία, εφόσον εξακολουθεί να ανήκει στη νόμιμη αγορά εργασίας του οικείου κράτους μέλους και συμμορφώνεται ενδεχομένως προς τις απαιτήσεις της σχετικής ρυθμίσεως που ισχύει εντός του κράτους αυτού, για παράδειγμα εγγραφόμενος ως άνεργος στους οικείους καταλόγους και παραμένοντας στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως (18)».
46. Υπό το πρίσμα των δύο αυτών αποφάσεων, η Δανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση προτείνουν η ιδιαιτερότητα του γράμματος του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 να νοηθεί υπό την πρώτη από τις προαναφερθείσες στο σημείο 41 ανωτέρω δύο έννοιες, ήτοι υπό την έννοια ότι η ιδιαιτερότητα αυτή οφείλεται στη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να αναφερθεί συνοπτικώς στην έννοια του Τούρκου εργαζομένου η οποία απαντά στο πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου.
47. Συνεπώς, κατά την άποψή τους, πρέπει α) να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι γονείς της Ü. Bekleyen, καθόσον είχαν εγκαταλείψει το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και δεν διέμεναν εκεί ήδη από δεκαετίας, είχαν εγκαταλείψει οριστικώς την αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής, β) από το γεγονός αυτό να συναχθεί ότι κατά το χρονικό σημείο και τις περιόδους κατά τις οποίες η Ü. Bekleyen άρχισε, πραγματοποίησε και περάτωσε την επαγγελματική της εκπαίδευση εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας οι γονείς της είχαν παύσει να έχουν την ιδιότητα του Τούρκου εργαζομένου όσον αφορά την εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 και γ) στο ζήτημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο να δοθεί η απάντηση ότι πρόσωπο που βρίσκεται στην κατάσταση της Ü. Bekleyen δεν δύναται, μετά το πέρας της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως, να αποκτήσει το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην απασχόληση και ότι, για τον λόγο αυτόν, δεν δύναται να επικαλεστεί δικαιώματα στον τομέα της απασχολήσεως και της διαμονής βάσει του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 7 της εν λόγω αποφάσεως.
48. Σε μια τέτοια λύση του υποβληθέντος στο Δικαστήριο ζητήματος αντιτίθενται τρεις κατηγορίες λόγων οι οποίοι αφορούν α) τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει η Συμφωνία Συνδέσεως και η απόφαση 1/80, β) το διαφορετικό περιεχόμενο του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 σε σχέση με το πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου, γ) η σημασία του άρθρου 59 του πρόσθετου πρωτοκόλλου για την ερμηνεία του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80.
Α – Οι επιδιωκόμενοι από τη Συμφωνία Συνδέσεως και την απόφαση 1/80 σκοποί
49. Όπως έχει σαφώς τονίσει το Δικαστήριο, α) το άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως διευκρινίζει ότι η συμφωνία αυτή «έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενίσχυσης των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, συμπεριλαμβανομένου του τομέα του εργατικού δυναμικού, μέσω κυρίως της σταδιακής πραγματοποίησης της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων» (19) και β) η υλοποίηση του σκοπού αυτού πρέπει να επιδιώκεται, «κατά το μέτρο του δυνατού», με τη μεταφορά, κατά την εφαρμογή των κανόνων της Συμφωνίας Συνδέσεως, των κανόνων και των αρχών που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας (20) και «με σκοπό τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του τουρκικού λαού και τη διευκόλυνση της μελλοντικής προσχώρησης της Δημοκρατίας της Τουρκίας στην Κοινότητα (τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου και άρθρο 28 της Συμφωνίας)» (21).
50. Ο σκοπός αυτός της Συμφωνίας Συνδέσεως πρέπει κατ’ ανάγκην να διαπνέει την ερμηνεία της αποφάσεως 1/80 η οποία, κατά την πρώτη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της, εκδόθηκε λαμβάνοντας υπόψη «την ιδιαιτερότητα των δεσμών της Συνδέσεως που ενώνουν την Κοινότητα με την Τουρκία» και η οποία σκοπεί στο «να εφαρμοστούν οι διατάξεις [της Συμφωνίας] […] που αφορούν τις ανταλλαγές των νέων εργαζομένων».
51. Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου ότι οι διατάξεις της επίμαχης αποφάσεως που πρέπει να ερμηνευθούν, ήτοι το άρθρο 6, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, εντάσσονται σε ένα πλαίσιο στο οποίο η Κοινότητα επιδιώκει τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, μεριμνώντας ιδιαίτερα για την αποδοχή νέων Τούρκων εργαζομένων στην αγορά εργασίας της Κοινότητας, η ερμηνεία των διατάξεων αυτών πρέπει να γίνει διακρίνοντάς τες ανάλογα με τον γενικό σκοπό που έχουν ως κοινό στοιχείο και με την ειδική λειτουργία που επιτελεί καθεμία από αυτές.
52. Ο κοινός στις τρεις αυτές διατάξεις γενικός σκοπός συνίσταται στην προώθηση της σταδιακής πραγματοποιήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των Τούρκων εργαζομένων μεταξύ εκάστου των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκίας.
53. Η λειτουργία που επιτελεί το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 συνίσταται στην εξειδίκευση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η σταδιακή ενσωμάτωση των Τούρκων εργαζομένων στην αγορά εργασίας των κρατών μελών της Κοινότητας.
54. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 της εν λόγω αποφάσεως διαφυλάσσουν τη γενική ιδέα του συστήματος στο οποίο αυτά εντάσσονται, καθόσον προβλέπουν την αποδοχή των μελών της οικογένειας των Τούρκων εργαζομένων στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής. Αυτός ο κοινός στα δύο εδάφια γενικός σκοπός επιβεβαιώνεται με την προπαρατεθείσα απόφαση Derin, κατά την οποία ο σκοπός του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 συνίσταται στη «σταδιακή παγίωση του καθεστώτος των μελών της οικογένειας των [Τούρκων] εργαζομένων στο οικείο κράτος μέλος, καθόσον τους δίδεται η δυνατότητα, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, να ζουν ανεξάρτητα» (22).
55. Αυτή η αποδοχή των μελών της οικογένειας του Τούρκου εργαζομένου στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής παίρνει τη μορφή του δικαιώματος να αποδέχονται –υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας– οποιαδήποτε προσφορά εργασίας, εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί τρία τουλάχιστον έτη αν πρόκειται απλώς για μέλη της οικογένειας (πρώτη παύλα του πρώτου εδαφίου του άρθρου 7)· τη μορφή της ελεύθερης προσβάσεως αυτών σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα, εφόσον διαμένουν νομίμως στο οικείο κράτος επί πέντε τουλάχιστον έτη (δεύτερη παύλα του πρώτου εδαφίου)· και, εφόσον πρόκειται για τέκνο (και όχι απλώς για μέλος της οικογένειας), τη μορφή της δυνατότητας του τέκνου να αποδέχεται οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής, υπό τον όρο ότι ο ένας από τους γονείς έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του εν λόγω κράτους μέλους και ότι το τέκνο αυτό έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική του εκπαίδευση εντός του οικείου κράτους μέλους (δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7).
56. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 έχει ως ειδικό σκοπό να εξασφαλίσει την ενσωμάτωση των Τούρκων εργαζομένων στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής, ικανοποιώντας την ανάγκη τους να ζήσουν με τα μέλη της οικογένειάς τους, κατά τρόπο που να είναι συμβατός με την επιθυμία τους για πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προβλέφθηκε ότι τα δικαιώματα των μελών της οικογένειας των Τούρκων εργαζομένων εξαρτώνται από την προϋπόθεση ότι οι εργαζόμενοι αυτοί είναι και εξακολουθούν να παραμένουν ενταγμένοι στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής.
57. Όπως ανέφερε το Δικαστήριο στην απόφαση Kadiman (23), το πρώτο αυτό εδάφιο α) αποσκοπεί «στη διευκόλυνση της εργασίας και της διαμονής του Τούρκου εργαζομένου που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, εξασφαλίζοντας τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών του εντός του κράτους αυτού» (24), β) αναγνωρίζει στα εν λόγω μέλη της οικογένειας το δικαίωμα, μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, να εργάζονται εντός του κράτους αυτού, «προκειμένου να ενισχύσει τη μόνιμη ένταξη του οικογενειακού κυττάρου του Τούρκου διακινουμένου εργαζομένου στο κράτος μέλος υποδοχής» (25), και γ) «αποσκοπεί στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για τη συγκέντρωση της οικογένειας στο κράτος μέλος υποδοχής, επιτρέποντας, καταρχάς, την παρουσία των μελών της οικογένειας κοντά στον διακινούμενο εργαζόμενο και, στη συνέχεια, ενισχύοντας τη θέση τους με την αναγνώριση του δικαιώματος προσβάσεως σε θέση εργασίας εντός του κράτους αυτού» (26).
58. Αντίθετα, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 δεν αποσκοπεί στη δημιουργία συνθηκών ευνοϊκών για τη συγκέντρωση της οικογένειας στο κράτος μέλος υποδοχής (27), αλλά στη διευκόλυνση της εντάξεως των τέκνων Τούρκων εργαζομένων στην αγορά εργασίας μετά την περάτωση επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ώστε να πραγματοποιηθεί προοδευτικά η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (28). Για τον λόγο αυτόν, η εφαρμογή του ως άνω εδαφίου δεν συνδέεται πλέον στενά με τον σκοπό της ενσωματώσεως στο κράτος μέλος υποδοχής των γονέων τέκνου που έχει την Τουρκική ιθαγένεια και η εν λόγω διάταξη δεν απαιτεί οι γονείς να είναι ενταγμένοι στη νόμιμη αγορά εργασίας του οικείου κράτους μέλους κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο το τέκνο προτίθεται να αποδεχθεί προσφορά εργασίας.
59. Εξάλλου, η προτεινόμενη από τη Δανική και την Ολλανδική Κυβέρνηση ερμηνεία, η οποία προϋποθέτει την πραγματική παρουσία των γονέων στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και την ένταξή τους στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους αυτού, θα στερούσε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, στο μέτρο που η διάταξη αυτή δεν θα προσέθετε τίποτε το νέο σε σχέση με το πρώτο εδάφιο που αφορά την από οικογενειακής απόψεως συγκέντρωση των «μελών της οικογενείας».
60. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 δεν αποσκοπεί στη συγκέντρωση της οικογένειας των διακινούμενων εργαζομένων, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προϋποθέτει τη διαμονή και την απασχόληση των γονέων και, επομένως, τη συμβίωση γονέων και τέκνου κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως του δεύτερου.
Β – Το διαφορετικό περιεχόμενο του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 σε σχέση με το πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου
61. Υπό το πρίσμα των διαφορετικών ειδικών λειτουργιών που επιτελούν το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80, το περιεχόμενο του πρώτου εδαφίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στα μέλη της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, στα οποία επετράπη να ζήσουν μαζί του, ένα δικαίωμα παράγωγο του δικαιώματος του εν λόγω εργαζομένου· αντίθετα, το περιεχόμενο του δευτέρου εδαφίου πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες από αυτό προϋποθέσεις, παρέχει στα τέκνα του εν λόγω εργαζομένου ένα αυτοτελές δικαίωμα.
62. Η μορφή του δικαιώματος του τέκνου Τούρκου εργαζομένου για ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας κράτους μέλους της Κοινότητας ως αυτοτελούς, και όχι ως παράγωγου δικαιώματος απορρέοντος από το δικαίωμα των γονέων, δεν έρχεται σε αντίθεση, όπως τόνισα στα σημεία 32 επ. ανωτέρω, με το ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 παρέχει το δικαίωμα αυτό «στα τέκνα Τούρκων εργαζομένων […] υπό τον όρο ότι ο ένας από τους γονείς έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του εν λόγω κράτους μέλους».
63. Το στοιχείο αυτό σημαίνει, αναμφίβολα, ότι το δικαίωμα του τέκνου Τούρκων εργαζομένων για ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής απορρέει από την εργασία που οι γονείς άσκησαν στο παρελθόν. Εντούτοις, η χαρακτηριστική λειτουργία που επιτελεί το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 της εν λόγω αποφάσεως συνεπάγεται ότι το επίμαχο στοιχείο δεν λαμβάνεται υπόψη, υπό την έννοια ότι το να διατηρεί ένας από τους γονείς του τέκνου την ιδιότητα του Τούρκου εργαζομένου κατά τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως του τέκνου δεν ανάγεται σε προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου αυτού. Το στοιχείο αυτό, από κοινού με την εκ μέρους του τέκνου απόκτηση διπλώματος απονεμομένου κατά το πέρας της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, αποτελεί πραγματικό στοιχείο το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ελάχιστου απαιτούμενου βαθμού ενσωματώσεως του τέκνου στην κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής· λόγω ακριβώς αυτού του βαθμού ενσωματώσεως η απόφαση 1/80 έκρινε σκόπιμο, στο πνεύμα της Συμφωνίας Συνδέσεως που αναφέρθηκε στα σημεία 50 και 51 ανωτέρω, να παραχωρήσει στο τέκνο αυτό προνομιακό καθεστώς σε σχέση με κάθε άλλο πολίτη τρίτης χώρας και με κάθε άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας.
64. Είναι προφανές ότι λόγω ακριβώς αυτής της θεωρήσεως της ιδιότητας του τέκνου Τούρκου εργαζομένου ως ιστορικού δεδομένου με κοινωνιολογική σημασία, το Δικαστήριο επισήμανε, με τη σκέψη 30 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Akman, ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 της εν λόγω αποφάσεως χρησιμοποιεί το ρήμα «ασκώ» σε ιστορικό χρόνο –εν αντιθέσει με το πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου το οποίο χρησιμοποιεί ενεστώτα (29)– προβλέποντας το επίμαχο δικαίωμα «υπό τον όρο ότι ο ένας από τους γονείς έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του εν λόγω κράτους μέλους». Το Δικαστήριο τόνισε το γεγονός αυτό για να καταλήξει ότι η ως άνω διατύπωση «αποτελεί ένδειξη ότι η επίμαχη προϋπόθεση […] πρέπει να έχει πληρωθεί σε μια οποιαδήποτε χρονική περίοδο πριν από την ημερομηνία της εκ μέρους του τέκνου περατώσεως της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως» (30).
65. Όπως επισήμανα στο σημείο 62 ανωτέρω, η απόφαση 1/80 αναγνωρίζει στο τέκνο αυτοτελές δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας κράτους μέλους της Κοινότητας και όχι μόνο λόγω του ότι είναι το τέκνο εργαζομένου ο οποίος έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός κράτους μέλους· η απόφαση αυτή απαιτεί, επίσης, το τέκνο να έχει αποκτήσει στην ίδια χώρα δίπλωμα απονεμόμενο κατά το πέρας της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.
66. Μέσω ακριβώς των δύο αυτών προϋποθέσεων η απόφαση 1/80 υλοποίησε την αρχή της «προοδευτικής πραγματοποιήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των Τούρκων εργαζομένων» την οποία επιδιώκει η Συμφωνία Συνδέσεως. Η απόφαση 1/80, αφενός, δεν εξομοιώνει τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων με τους κοινοτικούς εργαζόμενους, διότι προβλέπει αποδοχή τους στην αγορά εργασίας της χώρας εντός της οποίας ένας από τους γονείς τους άσκησε νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη· αφετέρου, επιτρέπει την πρόσβαση των τέκνων στην αγορά αυτή μόνον εφόσον έχουν αποκτήσει την ικανότητα ενσωματώσεως στην κοινωνία της οικείας χώρας σε ικανοποιητικό βαθμό, απόδειξη περί του οποίου συνιστά η απόκτηση διπλώματος απονεμομένου κατά το πέρας της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.
67. Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων και υπό την επιφύλαξη ότι δεν συνάγεται άλλως από την εφαρμογή του άρθρου 59 του πρόσθετου πρωτοκόλλου, προκύπτει ότι το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι το τέκνο Τούρκου εργαζομένου έχοντος απασχοληθεί νομίμως επί τρία και πλέον έτη στο κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να επικαλεστεί, μετά το πέρας της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως στο οικείο κράτος μέλος, το δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας και το αντίστοιχο δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος αυτό, ακόμη και στην περίπτωση που οι γονείς του είχαν εγκαταλείψει οριστικώς το εν λόγω κράτος μέλος πριν το τέκνο εισέλθει στο έδαφος του κράτους αυτού και αρχίσει την επαγγελματική του εκπαίδευση.
Γ – Η σημασία του άρθρου 59 του πρόσθετου πρωτοκόλλου για την ερμηνεία του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80
68. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η ερμηνεία που δίδεται στο προηγούμενο σημείο είναι συμβατή με το άρθρο 59 του προσθέτου πρωτοκόλλου, κατά το οποίο «η Τουρκία δεν μπορεί να απολαύει περισσότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από εκείνη που υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών δυνάμει της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας»· επομένως, επιβάλλεται μια σύγκριση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ανωτέρω εκτεθείσα λύση του επίμαχου ζητήματος έχει ως συνέπεια, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, ότι το τέκνο Τούρκου εργαζομένου δεν τυγχάνει περισσότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως απ’ ό,τι το τέκνο κοινοτικού εργαζομένου. Η σύγκριση αυτή επιβάλλεται ακόμη περισσότερο στο μέτρο που, κατά το αιτούν δικαστήριο, το τέκνο υπηκόου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν διατηρεί τα δικαιώματα που απορρέουν από προηγούμενη διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής σε περίπτωση που, αφού εγκατέλειψε το κράτος αυτό μαζί με τους γονείς του, επανέρχεται μόνο του προκειμένου να αρχίσει επαγγελματική εκπαίδευση.
69. Προκειμένου η σύγκριση αυτή να είναι λυσιτελής, επιβάλλονται δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
70. Πρώτον, κατά πάγια νομολογία, η απόφαση 1/80 δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να ρυθμίζουν τόσο τις προϋποθέσεις εισόδου στο έδαφός τους των Τούρκων υπηκόων όσο και τις προϋποθέσεις της αρχικής απασχολήσεώς τους (31).
71. Όσον αφορά την κατάσταση των μελών της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου, το Δικαστήριο, με την απόφαση Ergat επιβεβαίωσε ότι, παρά την έκδοση της αποφάσεως 1/80, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν την αρμοδιότητα να ρυθμίζουν τόσο την είσοδο στο έδαφός τους των μελών των οικογενειών των Τούρκων εργαζομένων όσο και τις προϋποθέσεις της διαμονής τους κατά την αρχική τριετία, πριν δηλαδή αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος το δικαίωμα να αποδέχεται οποιαδήποτε προσφορά εργασίας (32).
72. Η αρμοδιότητα αυτή των κρατών μελών συνεπάγεται περαιτέρω την εξουσία να ρυθμίζουν την επανεγκατάσταση ή την εκ νέου αποδοχή μέλους της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου το οποίο είχε μεν αποκτήσει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της αποφάσεως 1/80 δικαιώματα, αλλά απώλεσε, καταρχήν, το οικείο νομικό καθεστώς, λόγω του ότι ο εργαζόμενος αυτός εγκατέλειψε το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής για σημαντικό διάστημα χωρίς να συντρέχουν θεμιτοί λόγοι. Κατ’ ακολουθία, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι οι αρχές του οικείου κράτους μέλους μπορούν να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο να υποβάλει, εφόσον επιθυμεί αργότερα να επανεγκατασταθεί στο εν λόγω κράτος, νέα αίτηση, προκειμένου να του επιτραπεί είτε να έλθει να συμβιώσει με τον Τούρκο εργαζόμενο, εφόσον εξακολουθεί να εξαρτάται από αυτόν, είτε να εισέλθει στο κράτος αυτό για να εργαστεί βάσει του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80 (33).
73. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, την οποία προτείνω στο σημείο 68 ανωτέρω, δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να εξαρτούν την εκ νέου αποδοχή του τέκνου Τούρκου εργαζομένου που είχε εγκαταλείψει οριστικώς το κράτος μέλος υποδοχής μαζί με την οικογένειά του από τη χορήγηση νέας άδειας εισόδου, στην περίπτωση που το εν λόγω τέκνο επιθυμεί να πραγματοποιήσει σπουδές σε αυτό το κράτος μέλος (34).
74. Δεύτερον, για τη σύγκριση της καταστάσεως τέκνου Τούρκου εργαζομένου με την κατάσταση τέκνου υπηκόου κράτους μέλους σε περίπτωση όπως αυτή που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το δικαίωμα διαμονής στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το οποίο αναγνωρίστηκε στην Ü. Bekleyen, αφού επέστρεψε στο οικείο κράτος μέλος, προκειμένου να συνεχίσει την επαγγελματική της εκπαίδευση, στηρίζεται στο εθνικό δίκαιο και όχι στην απόφαση 1/80.
75. Υπό το πρίσμα του δεδομένου αυτού, αντίθετα προς ό,τι υποστήριξε η Δανική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της και προς την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, για την ως άνω σύγκριση πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατάσταση της Ü. Bekleyen κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο ολοκλήρωσε την επαγγελματική της εκπαίδευση και εξέφρασε την πρόθεση να εισέλθει στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής επικαλούμενη σχετικό δικαίωμα βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, και όχι το χρονικό σημείο κατά το οποίο εισήλθε στο έδαφος του κράτους αυτού και άρχισε τις πανεπιστημιακές της σπουδές. Η ιδιαιτερότητα της καταστάσεώς της οφείλεται στο γεγονός ότι οι γονείς της δεν διέμεναν πλέον στο κράτος μέλος υποδοχής ούτε κατά το χρονικό σημείο της επιστροφής της στο οικείο κράτος μέλος ούτε κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής της εκπαιδεύσεως· επομένως, η περίπτωσή της δεν εμπίπτει στη ρύθμιση σχετικά με τη συγκέντρωση της οικογένειας. Επομένως, πρόκειται για ενήλικο τέκνο το οποίο, κατά το πέρας των πανεπιστημιακών του σπουδών, είναι ανεξάρτητο άτομο (35). Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει σύγκριση των δικαιωμάτων που το τέκνο αυτό αντλεί από την απόφαση 1/80 με τα δικαιώματα τέκνου υπηκόου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προτίθεται να εισέλθει στην αγορά εργασίας άλλου κράτους μέλους, μετά το πέρας επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στο οικείο κράτος, χωρίς οι γονείς του να βρίσκονται στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους (36).
76. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, αντίθετα προς την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, η κατάσταση του τέκνου ενός Ευρωπαίου υπηκόου δεν εμπίπτει ούτε στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (στο εξής: οδηγία 2004/38) (37) ούτε στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής (38).
77. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2004/38 προβλέπει το δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, για τα μέλη της οικογένειας τα οποία συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν πολίτη της Ένωσης, στην περίπτωση που αυτός έχει την ιδιότητα του μισθωτού (στοιχείο α΄ της ίδιας παραγράφου), ή διαθέτει επαρκείς πόρους (στοιχείο β΄ της ίδιας παραγράφου), ή παρακολουθεί σπουδές (στοιχείο γ΄ της ίδιας παραγράφου).
78. Από τους όρους «συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν» που χρησιμοποιεί η διάταξη αυτή προκύπτει ότι, καθόσον επιδιώκει τη συγκέντρωση της οικογένειας, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2004/38 προϋποθέτει την παρουσία τουλάχιστον ενός από τους γονείς του οικείου τέκνου στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής προκειμένου το τέκνο να απολαύει δικαιώματος διαμονής στο εν λόγω κράτος. Πάντως, η βάσει του άρθρου 59 του προσθέτου πρωτοκόλλου εξέταση πρέπει να γίνει, όπως επισήμανα στο σημείο 76 ανωτέρω, συγκρίνοντας την κατάσταση τέκνου Τούρκου εργαζομένου, περί της οποίας πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, με την κατάσταση τέκνου πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης του οποίου οι γονείς δεν διαμένουν πλέον στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο το τέκνο προτίθεται να επικαλεστεί στο κράτος αυτό δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην απασχόληση.
79. Όσον αφορά το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, προβλέπει τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής από τα μέλη της οικογένειας, σε περίπτωση θανάτου ή αναχωρήσεως του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το εν λόγω άρθρο δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την πραγματοποιούμενη βάσει του άρθρου 59 του προσθέτου πρωτοκόλλου σύγκριση, λαμβανομένου υπόψη ότι η σύγκριση αυτή πρέπει να αφορά κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας οι γονείς του τέκνου είχαν παύσει να διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής κατά την ημερομηνία της επιστροφής του τέκνου και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμονής του στο κράτος μέλος αυτό.
80. Αντίθετα, όσον αφορά το τέκνο πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο διαθέτει την ιθαγένεια αυτής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα άρθρα 18 και 39 ΕΚ, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2004/38, καθώς και η σχετική με το άρθρο 39 ΕΚ νομολογία του Δικαστηρίου.
81. Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ, «κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η Συνθήκη και οι διατάξεις που θεσπίζονται προς εφαρμογή αυτής».
82. Όσον αφορά το άρθρο 39, παράγραφος 1, ΕΚ προβλέπει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ενώ η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι η ελευθερία αυτή συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας. Κατά την παράγραφο 3, στοιχεία α΄ και β΄, του ίδιου άρθρου, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει το δικαίωμα των εργαζομένων να αποδέχονται κάθε πραγματική προσφορά εργασίας, καθώς και να διακινούνται προς τούτο ελεύθερα εντός των κρατών μελών.
83. Επιπλέον, η οδηγία 2004/38, προβλέπει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ότι όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής.
84. Τέλος, το Δικαστήριο στη σχετική με το άρθρο 39 ΕΚ νομολογία του έχει αποσαφήνισει ότι η έννοια του «εργαζομένου» έχει κοινοτικό περιεχόμενο και δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά (39). Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, με διαπιστώσεις οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην ερμηνεία της κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2004/38 έννοιας του «εργαζομένου», ότι η έννοια αυτή περιλαμβάνει όχι μόνον το πρόσωπο που μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να αποδεχθεί πραγματική προσφορά εργασίας, αλλά και το πρόσωπο που πράττει το ίδιο με σκοπό την αναζήτηση εργασίας (40).
85. Κατά συνέπεια, υπήκοος κράτους μέλους που είναι ενήλικο τέκνο πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο έχει ολοκληρώσει τις πανεπιστημιακές σπουδές του σε άλλο κράτος μέλος όχι μόνον απολαύει αυτοτελώς του δικαιώματος διαμονής στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής, αλλά διαθέτει και δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως σε έμμισθη δραστηριότητα στην αγορά εργασίας του ίδιου κράτους μέλους. Το δικαίωμα αυτό, κατά το άρθρο 39, παράγραφος 3, ΕΚ, μπορεί να περιοριστεί μόνο για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.
86. Αντίθετα, όσον αφορά τα δικαιώματα του τέκνου Τούρκου εργαζομένου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι Τούρκοι υπήκοοι που απολαύουν τα κατά το άρθρο 7 της αποφάσεως 1/80 δικαιώματα προσβάσεως στην απασχόληση και διαμονής δεν έχουν, σε αντίθεση με τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δικαίωμα να κυκλοφορούν ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας, αλλά μπορούν απλώς να ασκούν ορισμένα δικαιώματα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και μόνο (41).
87. Επιπροσθέτως, όπως επισήμανα στο σημείο 33 ανωτέρω, προκειμένου το τέκνο Τούρκου εργαζομένου να απολαύει του δικαιώματος ελεύθερης προσβάσεως στην απασχόληση και του αντίστοιχου δικαιώματος διαμονής βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, πρέπει να πληροί τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις : 1) να είναι τέκνο Τούρκου εργαζομένου, 2) να αποδείξει ότι ένας από τους γονείς του «εργάστηκε νομίμως εντός αυτού του κράτους μέλους επί τρία τουλάχιστον έτη» και 3) να έχει περατώσει επαγγελματική εκπαίδευση εντός του κράτους μέλους υποδοχής.
88. Κατά συνέπεια, το τέκνο Τούρκου εργαζομένου, σε αντίθεση με το τέκνο πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν απολαύει ανεπιφύλακτου δικαιώματος προσβάσεως στην αγορά εργασίας κράτους μέλους και αντίστοιχου δικαιώματος διαμονής, δεδομένου ότι για την κτήση των δικαιωμάτων αυτών πρέπει να πληροί διάφορες προϋποθέσεις. Επιπροσθέτως, όσον αφορά το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που του παρέχει το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, όπως διαπιστώθηκε στα προηγούμενα σημεία των προτάσεών μου, τα δικαιώματα αυτά παρουσιάζουν σημαντικά μειονεκτήματα (απουσία ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας, είσοδος στο έδαφος κράτους μέλους εξαρτώμενη από το εθνικό δίκαιο του κράτους αυτού) σε σχέση με τα δικαιώματα που απολαύουν οι κοινοτικοί υπήκοοι βάσει των κανόνων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και των πράξεων του παράγωγου δικαίου που εκδόθηκαν για την εφαρμογή τους.
89. Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη ερμηνεία των δικαιωμάτων που αντλούνται από το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 δεν συνεπάγεται ευνοϊκότερη μεταχείριση του τέκνου Τούρκου εργαζομένου σε σχέση με τη μεταχείριση της οποίας απολαύει τέκνο πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει της Συνθήκης.
90. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, φρονώ ότι δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 59 του προσθέτου πρωτοκόλλου η ερμηνεία του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 υπό την έννοια ότι τέκνο Τούρκου εργαζομένου έχοντος απασχοληθεί νομίμως επί τρία και πλέον έτη στο κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να επικαλεστεί, μετά το πέρας της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως στο οικείο κράτος μέλος, το δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας και το αντίστοιχο δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος αυτό, ακόμη και στην περίπτωση που οι γονείς του είχαν εγκαταλείψει οριστικώς το εν λόγω κράτος μέλος πριν το τέκνο εισέλθει στο έδαφος του κράτους αυτού και αρχίσει την επαγγελματική του εκπαίδευση.
V – Πρόταση
91. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Oberverwaltungsgericht Berlin-Brandenburg:
«Το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την ανάπτυξη της Συνδέσεως, την οποία εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, έχει την έννοια ότι τέκνο Τούρκου εργαζομένου έχοντος απασχοληθεί νομίμως επί τρία και πλέον έτη στο κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να επικαλεστεί, μετά το πέρας της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως στο οικείο κράτος μέλος, το δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας και το αντίστοιχο δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος αυτό, ακόμη και στην περίπτωση που οι γονείς του είχαν εγκαταλείψει οριστικώς το εν λόγω κράτος μέλος πριν το τέκνο εισέλθει στο έδαφος του κράτους αυτού και αρχίσει την επαγγελματική του εκπαίδευση.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Το Συμβούλιο Συνδέσεως συστάθηκε με τη συμφωνία η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου. Η συμφωνία αυτή συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως).
3 – Η απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1980. Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα, αλλά περιέχεται σ’ ένα δημοσίευμα της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: Συμφωνία Συνδέσεως και Πρωτόκολλα ΕΟΚ-Τουρκίας και άλλα βασικά κείμενα, Βρυξέλλες 1992.
4 – Το οποίο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970, στις Βρυξέλλες, για τη θέσπιση των όρων, του τρόπου και του ρυθμού εφαρμογής της μεταβατικής φάσεως, και το οποίο συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149, στο εξής: πρόσθετο πρωτόκολλο).
5 – Αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1994, C‑355/93, Eroglu (Συλλογή 1994, σ. I-5113, σκέψη 17)· της 19ης Νοεμβρίου 1998, C‑210/97, Akman (Συλλογή 1998, σ. I‑7519, σκέψη 23), και της 16ης Φεβρουαρίου 2006, C‑502/04, Torun (Συλλογή 2006, σ. I‑1563, σκέψη 19).
6 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Eroglu (σκέψεις 20 και 23), Akman (σκέψη 24) και Torun (σκέψη 20).
7 – Προπαρατεθείσα απόφαση Torun (σκέψεις 27 κα 28).
8 – Σκέψη 25.
9 – Σκέψη 44.
10 – Σκέψη 45.
11 – Σκέψη 47.
12 – Επισημαίνεται ότι, μολονότι στην προπαρατεθείσα απόφαση Akman το Δικαστήριο εξέτασε εν συντομία αν ο Akman είχε την ιδιότητα του τέκνου Τούρκου εργαζομένου, ιδιότητα η οποία αμφισβητήθηκε από τη Γερμανική και την Ελληνική Κυβέρνηση, εντούτοις, δεν θεώρησε το κριτήριο αυτό ως προϋπόθεση ρητώς προβλεπόμενη από το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80.
13 – Απόφαση της 6ης Ιουνίου 1995, C-434/93 (Συλλογή 1995, σ. I‑1475).
14– Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1997, C-171/95 (Συλλογή 1997, σ. I‑329).
15 – Προπαρατεθείσα απόφαση Bozkurt (σκέψη 36).
16 – Όπ.π. (σκέψη 39).
17– Όπ.π. (σκέψη 40).
18– Όπ.π. (σκέψη 48).
19– Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C‑325/05, Derin (Συλλογή 2007, σ. I‑6495, σκέψη 3).
20– Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Bozkurt (σκέψη 20).
21– Προπαρατεθείσα απόφαση Derin (σκέψη 3). Βλ., ως προς το ζήτημα αυτό, O’Leary, S., Employment and residence for Turkish workers and their families: Analogies with the case-law of the Court of justice on Art. 48 EC, Festchrift für G.F. Mancini, 1998, σ. 738
22– Σκέψη 71.
23 – Απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, C-351/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-2133).
24 – Σκέψη 34.
25– Όπ.π. (σκέψη 35).
26– Όπ.π. (σκέψη 36).
27– Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Akman (σκέψη 34).
28– Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Akman (σκέψη 38) και Torun (σκέψη 23).
29– Συγκεκριμένα, στο πρώτο αυτό εδάφιο, η απόφαση 1/80 θέτει τις προϋποθέσεις για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής μέλους της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου «ενταγμένου» στην εν λόγω αγορά εργασίας.
30– Βάσει ακριβώς αυτής της ερμηνείας του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80, η οποία περιέχεται στη σκέψη 30 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Akman, το Δικαστήριο απεφάνθη –με τη σκέψη 44 της εν λόγω αποφάσεως– ότι το δεύτερο εδάφιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εξαρτά το δικαίωμα του τέκνου να αποδεχθεί οποιαδήποτε προσφορά εργασίας από προϋπόθεση διαμονής του γονέα εντός του οικείου κράτους μέλους καθόν χρόνο το τέκνο επιθυμεί να εργαστεί εκεί μετά την περάτωση της επαγγελματικής του εκπαιδεύσεως. Η στενότερη διατύπωση της διαπιστώσεως αυτής του Δικαστηρίου σε σχέση με την περιεχόμενη στη σκέψη 30 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Akman, η οποία επαναλαμβάνεται ανωτέρω στο σημείο αυτό των προτάσεών μου, οφείλεται –ακριβώς– στο γεγονός ότι, στην υπόθεση αυτή, συνιστούσε την εφαρμογή της ερμηνείας του επίμαχου εδαφίου που ήταν αναγκαία προκειμένου το Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν ενώπιόν του προδικαστικό ερώτημα.
31– Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-237/91, Kus (Συλλογή 1992, σ. I-6781, σκέψη 25), Kadiman, προπαρατεθείσα (σκέψη 31), και της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C-337/07, Altun (Συλλογή 2008, σ. Ι-10323, σκέψη 48).
32– Απόφαση της 16ης Μαρτίου 2000, C-329/97 (Συλλογή 2000, σ. I-1487, σκέψη 42).
33– Προπαρατεθείσες αποφάσεις Ergat (σκέψη 49) και Derin (σκέψη 67).
34– Συναφώς, η Επιτροπή υποστήριξε, με τις έγγραφες παρατηρήσεις της, ότι η Ü. Bekleyen δεν απώλεσε το νομικό καθεστώς που απέκτησε βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, ήτοι ότι εξακολουθεί να απολαμβάνει, μετά την επιστροφή της, ελεύθερης προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής και του δικαιώματος διαμονής. Κατά την Επιτροπή, δεδομένου ότι η Ü. Bekleyen, ως ανήλικη, δεν εγκατέλειψε το κράτος μέλος υποδοχής με τη βούλησή της, αλλά συμμορφώθηκε με την απόφαση των γονέων της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εγκατέλειψε το κράτος αυτό «χωρίς να συντρέχουν θεμιτοί λόγοι». Πάντως, έχω τη γνώμη ότι δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 και ότι ερώτημα σχετικό με τα δικαιώματα τα οποία η Ü. Bekleyen αντλεί από το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 δεν υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εθνικής διοικητικής διαδικασίας ούτε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η δε προσφεύγουσα ούτε καν το ανέφερε στις παρατηρήσεις της. Επομένως, δεν θα εξετάσω το ερώτημα αν η Ü. Bekleyen απώλεσε, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το νομικό καθεστώς που ενδεχομένως είχε αποκτήσει βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, λόγω του ότι εγκατέλειψε το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
35– Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ανεξαρτησία αυτή που χαρακτηρίζει το χρονικό σημείο της ολοκληρώσεως των πανεπιστημιακών σπουδών με τη σκέψη 45 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Akman, κατά την οποία «[…] το τέκνο Τούρκου διακινουμένου εργαζομένου ο οποίος απασχολήθηκε νομίμως επί τρία τουλάχιστον έτη σε κράτος μέλος, το οποίο διαμένει νομίμως στο έδαφος του κράτους αυτού, περάτωσε σ’ αυτό την εκπαίδευσή του και στο οποίο παρέχεται η δυνατότητα να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα εντός του ως άνω κράτους, δεν πρέπει να θεωρείται πλέον ότι εξαρτάται από την παρουσία ενός από τους γονείς του, καθόσον ο ενδιαφερόμενος δεν είναι πλέον συντηρούμενο από αυτούς τέκνο όταν εισέρχεται στην αγορά εργασίας, αλλά είναι σε θέση να καλύψει ο ίδιος τις ανάγκες του».
36 – Για τη σύγκριση αυτή έλαβα υπόψη μέρος μόνον των προβληθέντων στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας υποθέσεως Derin επιχειρημάτων, για δύο λόγους. Πρώτον, στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο συνέκρινε τα δικαιώματα τέκνου Τούρκου εργαζομένου που απορρέουν από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 της αποφάσεως 1/80 και όχι τα δικαιώματα που απορρέουν από το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου. Δεύτερον, μολονότι το Δικαστήριο επισήμανε στη σκέψη 68 της αποφάσεως αυτής ότι «η κατάσταση του τέκνου του Τούρκου διακινούμενου εργαζομένου δεν μπορεί να συγκριθεί λυσιτελώς με την κατάσταση του κατιόντος ενός υπηκόου κράτους μέλους, με δεδομένες τις σημαντικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του νομικού καθεστώτος στο οποίο υπάγεται καθένας τους», πάντως, γεγονός παραμένει ότι αυτό επιβεβαιώθηκε στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του εξαντλητικού χαρακτήρα των λόγων της αποσβέσεως του δικαιώματος διαμονής το οποίο τα μέλη της οικογένειας των Τούρκων εργαζομένων αντλούν από το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι τα επιχειρήματα στα οποία στηρίχθηκε το αιτιολογικό της αποφάσεως Derin δεν μπορούν στο σύνολό τους να μεταφερθούν στην περίπτωση που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως.
37– ΕΕ L 158, σ. 77, και διορθωτικό ΕΕ L 229, σ 35.
38– Θα προβώ στη σύγκριση στηριζόμενος στις διατάξεις της οδηγίας 2004/38 και όχι αυτές του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2434/92 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1992 (ΕΕ L 245, σ. 1). Το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με την οδηγία 2004/38 η οποία, δυνάμει του άρθρο 40, έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο από τα κράτη μέλη έως τις 30 Απριλίου 2006. Μολονότι η προσφεύγουσα υπέβαλε την αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής σε χρόνο κατά τον οποίο το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 ήταν ακόμη εφαρμοστέο, συγκεκριμένα, στις 19 Δεκεμβρίου 2005, εντούτοις, επισημαίνεται ότι κατά το χρονικό αυτό σημείο η νέα οδηγία είχε ήδη τεθεί σε ισχύ. Πάντως, στις 21 Σεπτεμβρίου 2006, οπότε το Land Berlin απέρριψε την αίτηση αυτή, το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 είχε ήδη καταργηθεί και μόνον η οδηγία 2004/38 ήταν εφαρμοστέα, όπως και καθ’ όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Κατ’ ακολουθία, θεωρώ σκόπιμο να προβώ στη σύγκριση βάσει της οδηγίας 2004/38.
39– Απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004, C-138/02, Collins (Συλλογή 2004, σ. I-2703, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
40 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Μαΐου 1998, C‑85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. I‑2691, σκέψη 32), κατά την οποία στο πλαίσιο του άρθρου 39 ΕΚ «το πρόσωπο που αναζητεί πράγματι εργασία πρέπει επίσης να χαρακτηρίζεται ως εργαζόμενος».
41– Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, ιδίως προπαρατεθείσες αποφάσεις Tetik (σκέψη 29) και Derin (σκέψη 66).
Full & Egal Universal Law Academy