ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 17ης Δεκεμβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑471/08
Sanna Maria Parviainen
κατά
Finnair Oyj
[αίτηση του Helsingin käräjäoikeus (Φινλανδία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων − Οδηγία 92/85/ΕΟΚ − Άρθρα 5 και 11, σημείο 1 − Διατήρηση αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος − Μετακίνηση εργαζόμενης σε άλλη θέση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της − Μετακίνηση λόγω κινδύνου για την υγεία της και για την υγεία του κυοφορούμενου − Αμοιβή κατώτερη σε σχέση με τη μέση αμοιβή που ελάμβανε πριν από την προσωρινή τοποθέτηση σε άλλη θέση − Προηγούμενη αμοιβή αποτελούμενη από μηνιαίο μισθό και επιδόματα»
I – Εισαγωγή
1. Με την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, που υποβλήθηκε με απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2008, το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοδικείο του Ελσίνκι) (Φινλανδία) ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (2). Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ της S. M. Parviainen, αεροσυνοδού και υπεύθυνης πληρώματος αεροσκάφους, η οποία μετατέθηκε λόγω της εγκυμοσύνης της σε λιγότερο καλά αμειβόμενη υπηρεσία εδάφους, στη Finnair Oyj, και έχει ως αντικείμενο την καταβολή αμοιβής τουλάχιστον ισοδύναμης με εκείνη που η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ελάμβανε όταν εργαζόταν ως υπεύθυνη πληρώματος αεροσκάφους, πριν από τη μετακίνησή της σε υπηρεσία εδάφους.
2. Η παρούσα διαδικασία παρέχει στο Δικαστήριο, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα να ερμηνεύσει τις διατάξεις του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 σε σχέση με την έγκυο εργαζόμενη η οποία συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά της μετά την προσωρινή μετακίνησή της σε νέα θέση εργασίας.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
3. Η οδηγία 92/85 προβλέπει, στην ένατη αιτιολογική σκέψη, ότι η προστασία των εγκύων, των λεχώνων και των γαλουχουσών εργαζομένων δεν πρέπει να καθιστά μειονεκτική τη θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας και δεν πρέπει να θίγει τις οδηγίες περί ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών.
4. Από την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85 προκύπτει ότι οι έγκυοι, λεχώνες ή γαλουχούσες εργαζόμενες πρέπει να θεωρούνται, από πολλές απόψεις, ως ομάδα ειδικών κινδύνων και ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα όσον αφορά την υγεία και την ασφάλειά τους.
5. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, με τίτλο «Αξιολόγηση και ενημέρωση», προβλέπει:
«1. Όσον αφορά οιαδήποτε δραστηριότητα που ενδέχεται να εγκλείει συγκεκριμένο κίνδυνο έκθεσης στους παράγοντες, τις μεθόδους παραγωγής ή τις συνθήκες εργασίας, που περιλαμβάνονται στον μη εξαντλητικό κατάλογο του παραρτήματος Ι, πρέπει να αξιολογείται, από τον εργοδότη, η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της έκθεσης των εργαζόμενων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, στη συγκεκριμένη επιχείρηση ή/και εγκατάσταση, είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω των υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης που προβλέπονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183, σ. 1)], προκειμένου:
– να εκτιμηθεί κάθε κίνδυνος που απειλεί την ασφάλεια ή την υγεία καθώς και κάθε αντίκτυπος στην εγκυμοσύνη ή γαλουχία των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2,
– να καθορισθούν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.»
6. Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Συνέπειες των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης», έχει ως εξής:
«1. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 6 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, εάν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, δείξουν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία, ή αν δείξουν αντίκτυπο στην εγκυμοσύνη ή τη γαλουχία της εργαζομένης κατά την έννοια του άρθρου 2, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί η έκθεση της εν λόγω εργαζομένης σ’ αυτόν τον κίνδυνο, με προσωρινή προσαρμογή των συνθηκών εργασίας ή/και του χρόνου εργασίας της.
2. Εάν η προσαρμογή των συνθηκών εργασίας ή/και του χρόνου εργασίας είναι τεχνικά ή/και αντικειμενικά αδύνατη ή αν για λόγους δεόντως αιτιολογημένους δεν είναι εύλογο να απαιτηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται ώστε να εξασφαλίσει για την εν λόγω εργαζομένη αλλαγή θέσης.
3. Εάν η αλλαγή θέσης είναι τεχνικά ή/και αντικειμενικά αδύνατη, ή αν για λόγους δεόντως αιτιολογημένους δεν είναι εύλογο να απαιτηθεί, η εν λόγω εργαζομένη απαλλάσσεται από την εργασία, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές, επί όλο το διάστημα που χρειάζεται για την προστασία της ασφάλειας ή της υγείας της.
[…]»
7. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου οι εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2 να δικαιούνται άδεια μητρότητας διάρκειας 14 συναπτών εβδομάδων τουλάχιστον, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.
8. Το άρθρο 11 της οδηγίας 92/85, με τίτλο «Δικαιώματα συναφή προς τη σύμβαση εργασίας», έχει ως εξής:
«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες εγκύους, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπονται τα ακόλουθα:
1. στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5, 6 και 7, τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας, περιλαμβανομένης της διατήρησης αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, πρέπει να εξασφαλίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές·
2. στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, πρέπει να εξασφαλίζονται:
α) τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, εκτός από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο κατωτέρω στοιχείο β΄·
β) η διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος στις εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2·
3. το επίδομα που αναφέρεται στο σημείο 2, στοιχείο β΄, κρίνεται κατάλληλο εφόσον εξασφαλίζει αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς εκείνη που θα εισέπραττε η ενδιαφερόμενη εργαζομένη σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους συνδεδεμένους με την κατάσταση της υγείας της, εντός ενός ενδεχομένου ανωτάτου ορίου καθοριζομένου από τις εθνικές νομοθεσίες·
[…]».
9. Το παράρτημα I της οδηγίας 92/85, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4, αναφέρει ως φυσικούς παράγοντες που συνεπάγονται οργανικές βλάβες του εμβρύου ή/και υπάρχει φόβος να προκαλέσουν αποκόλληση του πλακούντα, ιδίως, τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες και τις μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες.
Β – Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
10. Ο νόμος για την ισότητα ανδρών και γυναικών [naisten ja miesten välisestä tasa-arvosta annettu laki (609/1986)] διέπει την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων λόγω φύλου.
11. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου για την ισότητα ανδρών και γυναικών, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 232/2005, απαγορεύεται κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου. Βάσει της παραγράφου 2 της ίδιας διάταξης, ως άμεση διάκριση νοείται επίσης η διαφορετική μεταχείριση λόγω εγκυμοσύνης ή τοκετού.
12. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του νόμου για την ισότητα ανδρών και γυναικών, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 232/2005, θεωρείται απαγορευόμενη από τον νόμο διάκριση η συμπεριφορά του εργοδότη ο οποίος, όταν αποφασίζει τους όρους αποδοχών ή της σχέσης εργασίας, συμπεριφέρεται κατά τρόπο που θέτει ένα πρόσωπο σε λιγότερο ευνοϊκή θέση λόγω εγκυμοσύνης ή τοκετού ή για λόγο συνδεόμενο με το φύλο του.
13. Κατά το άρθρο 2 του τίτλου 2 του νόμου για τις συμβάσεις εργασίας [työsopimuslaki (55/2001)], ο εργοδότης δεν μπορεί, χωρίς αποχρώντα λόγο, να μεταχειρίζεται διαφορετικά τους εργαζόμενους λόγω ηλικίας, υγείας, ειδικών αναγκών, εθνικής ή φυλετικής καταγωγής, υπηκοότητας, γενετήσιου προσανατολισμού, γλώσσας, θρησκεύματος, γνώμης, πεποιθήσεων, οικογενειακών σχέσεων, συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων, πολιτικών δραστηριοτήτων ή για άλλους παρεμφερείς λόγους.
14. Κατά το άρθρο 3 του τίτλου 2 του νόμου για τις συμβάσεις εργασίας, εάν τα επαγγελματικά καθήκοντα ή οι συνθήκες εργασίας εγκύου εργαζομένης θέτουν σε κίνδυνο την υγεία της εργαζομένης ή του εμβρύου και είναι αδύνατον να αρθεί ο παράγων του κινδύνου που έχει σχέση με την εργασία ή τις συνθήκες εργασίας, η εργαζομένη πρέπει να μετατίθεται, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, σε άλλη θέση εργασίας, κατάλληλη από πλευράς επαγγελματικών ικανοτήτων και προσόντων της.
15. Αντίστοιχη διάταξη περιλαμβάνεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του τίτλου 2 του νόμου για την ασφάλεια στην εργασία [työturvallisuuslaki (738/2002)].
16. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του νόμου για τη συλλογική σύμβαση εργασίας [työehtosopimuslaki (436/1946)], μια τέτοια σύμβαση δεσμεύει τους εργοδότες και τους εργαζομένους οι οποίοι είναι ή υπήρξαν μέλη ενώσεως δεσμευόμενης από τη συλλογική σύμβαση εργασίας όταν αυτή ήταν σε ισχύ. Οι εν λόγω εργοδότες και εργαζόμενοι πρέπει να τηρούν, στις συμβάσεις εργασίας που συνάπτουν μεταξύ τους, τις διατάξεις της οικείας συλλογικής συμβάσεως εργασίας.
17. Το άρθρο 4 του τίτλου 9 του νόμου για την ασφάλιση ασθενείας [sairausvakuutuslaki (1224/2004)] ορίζει ότι έγκυος εργαζόμενη η οποία εκτελεί αμειβόμενη εργασία δικαιούται ειδικά επιδόματα μητρότητας («erityisäitiysraha»), εάν χημική ουσία, ακτινοβολία, μεταδοτική ασθένεια η οποία συνδέεται με τα επαγγελματικά της καθήκοντα ή με τις συνθήκες εργασίας, ή άλλο παρεμφερές στοιχείο θέτει σε κίνδυνο την υγεία της ή την υγεία του εμβρύου. Η καταβολή των εν λόγω ειδικών επιδομάτων μητρότητας εξαρτάται από την προϋπόθεση η ασφαλισμένη να είναι μεν σε θέση να εργασθεί, αλλά, λόγω του ότι δεν είναι εφικτή η εξασφάλιση άλλης θέσεως εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, του τίτλου 2 του νόμου για τις συμβάσεις εργασίας, αναγκάζεται να απουσιάζει από τη θέση εργασίας της.
18. Οι αποδοχές της άδειας μητρότητας και της ειδικής άδειας μητρότητας διέπονται από το άρθρο 16, στοιχείο Β, της συλλογικής συμβάσεως πληρωμάτων αεροσκαφών (matkustamohenkilökunnan työehtosopimus), η οποία συνάφθηκε μεταξύ της συνδικαλιστικής ένωσης αεροσυνοδών και φροντιστών Φινλανδίας και της ένωσης εργοδοτών των κλάδων υπηρεσιών και η οποία ίσχυε στο διάστημα μεταξύ 1ης Απριλίου 2005 και 30ής Σεπτεμβρίου 2007.
19. Κατά το εν λόγω άρθρο 16, στοιχείο Β, σημείο 2, μια αεροσυνοδός μπορεί να σταματήσει κάθε εναέρια δραστηριότητα αμέσως μόλις διαπιστωθεί η εγκυμοσύνη της. Με την επιφύλαξη λόγων υγείας, η εναέρια υπηρεσία επιτρέπεται έως και τη 18η εβδομάδα της κυήσεως.
20. Δυνάμει του άρθρου 16, στοιχείο Β, σημείο 3, μια αεροσυνοδός μπορεί να ζητήσει από τον εργοδότη της να της αναθέσει, κατά το διάστημα της εγκυμοσύνης, άλλου είδους καθήκοντα. Κατόπιν σχετικής αιτήσεως, ο εργοδότης αναθέτει άλλου είδους καθήκοντα έως την ημερομηνία ενάρξεως καταβολής της αποζημιώσεως μητρότητας («äitiyspäiväraha»), την οποία προβλέπει ο νόμος περί ασφαλίσεως ασθενείας.
21. Η φινλανδική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει καμία ρητή διάταξη όσον αφορά τον καθορισμό του μισθού στην περίπτωση εγκύου εργαζομένης στην οποία ανατίθενται διαφορετικά καθήκοντα.
22. Κατά το άρθρο 16, στοιχείο Β, σημείο 4, της συλλογικής συμβάσεως πληρωμάτων αεροσκαφών, οι μισθοί που προβλέπονται στο άρθρο 16, στοιχείο Β, σημεία 1 και 3, καταβάλλονται μέχρι του ύψους των αποδοχών της κανονικής αδείας. Η αεροσυνοδός που αρνείται να εκτελέσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται χάνει το δικαίωμα στις ως άνω αποδοχές.
III – Η διαφορά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
23. Η S. M. Parviainen εργάσθηκε στη Finnair Oyj ως αεροσυνοδός από την 8η Απριλίου 1998. Έγινε υπεύθυνη πληρώματος αεροσκάφους τον Οκτώβριο του 2005.
24. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης κατέστη έγκυος στις αρχές του 2007. Η προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού ήταν η 16η Οκτωβρίου 2007.
25. Λόγω της εγκυμοσύνης της, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης μετακινήθηκε σε υπηρεσία εδάφους, δηλαδή σε εργασία γραφείου, την 30ή Απριλίου 2007. Παρέμεινε στη θέση αυτή έως την 15η Σεπτεμβρίου 2007, οπότε άρχισε η άδειά της μητρότητας. Η μετακίνηση αυτή πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 92/85, τις οικείες διατάξεις της φινλανδικής νομοθεσίας σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας και την ασφάλεια στην εργασία, καθώς και τη συλλογική σύμβαση πληρωμάτων αεροσκαφών. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η μετακίνηση οφειλόταν στο γεγονός ότι η εργασία της προσφεύγουσας της κύριας δίκης την εξέθετε σε φυσικούς παράγοντες, όπως οι ιοντίζουσες και οι μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες, οι οποίες μπορούν να επιφέρουν οργανικές βλάβες στο έμβρυο.
26. Από την απόφαση παραπομπής προκύπτει ότι, ως υπεύθυνη πληρώματος αεροσκάφους, μεγάλο μέρος των συνολικών αποδοχών της προσφεύγουσας της κύριας δίκης αποτελείται από τα επιδόματα που λαμβάνει υπό την ιδιότητα της προϊσταμένης και από άλλα επιδόματα. Δύναται, επίσης, να λάβει, μεταξύ άλλων, επίδομα για υπερωριακή εργασία όταν η εν λόγω εργασία υπερβαίνει τις 95 ώρες μηνιαίως, επίδομα νυκτερινής εργασίας, επίδομα εργασίας την Κυριακή, επίδομα άδειας, επίδομα υπερωριών εάν η εργάσιμη ημέρα υπερβαίνει τις 8 ώρες, επίδομα για υπερπόντιες πτήσεις, για πτήσεις που συνεπάγονται αλλαγή ώρας κ.λπ. Τα εν λόγω επιδόματα αντιπροσώπευαν περίπου το 40 % των συνολικών αποδοχών της πριν από τη μετακίνηση. Ο βασικός μηνιαίος μισθός της προσφεύγουσας της κύριας δίκης ανέρχεται σε 1 821,76 ευρώ και ο μέσος μηνιαίος μισθός της σε 3 383,04 ευρώ. Κατά τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, τα επιδόματα που καταβάλλονται στους εργαζομένους μπορεί να διαφέρουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, αναλόγως του αν ο ενδιαφερόμενος είναι προϊστάμενος, όπως η υπεύθυνη πληρώματος αεροσκάφους, η αεροσυνοδός ή ο φροντιστής. Επίσης, πρόσωπα του ίδιου βαθμού ενδέχεται να εκτελούν πολύ διαφορετικό αριθμό ωρών εργασίας, γεγονός που θα έχει αντίκτυπο στο ύψος των επιδομάτων.
27. Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι η καθής της κύριας δίκης έλαβε, στις 20 Ιουνίου 1989, απόφαση σχετικά με τον καθορισμό της αμοιβής της εργασίας εδάφους που καταβάλλεται στις αεροσυνοδούς κατά το διάστημα της εγκυμοσύνης τους, κατ’ εφαρμογή της τοπικής συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, η οποία συνδέεται με τη συλλογική σύμβαση πληρωμάτων αεροσκαφών. Κατά την εν λόγω απόφαση, η καθής της κύριας δίκης καταβάλλει στις αεροσυνοδούς που μετακινούνται σε υπηρεσία εδάφους λόγω της εγκυμοσύνης τους, για το οικείο χρονικό διάστημα, μισθό ίσο με την αμοιβή για τις ετήσιες άδειες μετ’ αποδοχών. Ο μισθός αυτός αποτελείται από τον βασικό μηνιαίο μισθό και το επίδομα «lisäpäiväpalkka» κανονικής άδειας. Το εν λόγω επίδομα υπολογίζεται με βάση τη μέση αξία των επιδομάτων «lisäpäiväpalkka» όλων των αεροσυνοδών και φροντιστών που ανήκουν στην ίδια μισθολογική κλίμακα. Κατά τον υπολογισμό του επιδόματος «lisäpäiväpalkka» κανονικής άδειας, το οποίο καταβάλλεται στο προσωπικό εδάφους, λαμβάνονται υπόψη όλα τα επιδόματα προκειμένου να μειωθεί η διαφορά μεταξύ των επιδομάτων του προσωπικού εδάφους και εκείνων του ιπτάμενου προσωπικού.
28. Κατόπιν της προσωρινής μετακινήσεώς της σε υπηρεσία εδάφους, ο συνολικός μηνιαίος μισθός της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων που ελάμβανε ως υπεύθυνη πληρώματος αεροσκάφους αλλά και λόγω των δυσκολιών και των συνθηκών εργασίας των πληρωμάτων αεροσκαφών, μειώθηκε κατά 834,56 ευρώ, ήτοι κατά περίπου 33 % σε σχέση με τον μέσο μισθό της το 2006.
29. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η καθής της κύριας δίκης δεν δικαιούνταν να μειώσει τον μισθό της κατόπιν της μετακινήσεώς της σε υπηρεσία εδάφους. Η συμπεριφορά της υπήρξε διακριτική εις βάρος της και αντίθετη προς την οδηγία 92/85 καθώς και αντίθετη προς τον φινλανδικό νόμο για την ισότητα ανδρών και γυναικών. Στην προσφυγή που κατέθεσε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ζήτησε την καταβολή, για το επίδικο χρονικό διάστημα, αμοιβών τουλάχιστον ίσων με εκείνες που ελάμβανε πριν από την προσωρινή αλλαγή της θέσης της.
30. Η καθής της κύριας δίκης ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης έλαβε αποδοχές υψηλότερες από εκείνες που καταβάλλονται σε πρόσωπο που εκτελεί κανονικά ισοδύναμη εργασία εδάφους.
31. Εκτιμώντας ότι, έως τώρα, το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί σχετικά με τη δέουσα ερμηνεία του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας [92/85] την έννοια ότι εργαζόμενη που μετακινείται, λόγω της εγκυμοσύνης της, σε άλλη χαμηλότερα αμειβόμενη θέση εργασίας πρέπει να λαμβάνει, βάσει της διατάξεως αυτής, τις ίδιες αποδοχές με εκείνες που ελάμβανε κατά μέσον όρο προ της μετακινήσεώς της, ασκεί δε συναφώς επιρροή το τι είδους επιδόματα και για ποιους λόγους ελάμβανε τα επιδόματα αυτά η εργαζόμενη επιπλέον του βασικού μηνιαίου μισθού της;»
32. Κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η καθής της κύριας δίκης, η Φινλανδική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Επίσης, οι εν λόγω διάδικοι αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2009, με εξαίρεση την Ιταλική Κυβέρνηση η οποία δεν παρέστη.
IV – Ανάλυση
33. Με το πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 έχει την έννοια ότι πρέπει να καταβληθούν σε έγκυο εργαζόμενη, η οποία λόγω της εγκυμοσύνης της μετακινήθηκε σε θέση στην οποία εκτελεί άλλα καθήκοντα χαμηλότερα αμειβόμενα από τα προηγούμενα καθήκοντά της, αποδοχές ίσες με εκείνες που ελάμβανε κατά μέσο όρο πριν από τη μετακίνησή της. Με το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο, δίδοντας συνέχεια στα επιχειρήματα της καθής της κύριας δίκης, κατά την οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας του ιπτάμενου προσωπικού, ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, για την ερμηνεία του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, είναι κρίσιμο το στοιχείο ότι οι προηγούμενες αποδοχές της εγκύου εργαζόμενης αποτελούνταν εν μέρει από σειρά επιδομάτων η χορήγηση των οποίων εξαρτιόταν από την άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων τα οποία δεν ασκούνται στη θέση στην οποία έχει μετακινηθεί προσωρινώς η έγκυος εργαζόμενη.
Α – Επί του πρώτου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος: ερμηνεία του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85
34. Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα του ενδεχόμενου οριζόντιου άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, την ερμηνεία του οποίου ζητεί από το Δικαστήριο, μολονότι έχει επιληφθεί διαφοράς μεταξύ ιδιωτών.
35. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μια οδηγία δεν γεννά, καθαυτή, υποχρεώσεις σε βάρος ιδιώτη και επομένως δεν χωρεί επίκλησή της κατ’ αυτού, οπότε ακόμη και μια σαφής, ακριβής και απαλλαγμένη αιρέσεων διάταξη οδηγίας, η οποία αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων ή στην επιβολή υποχρεώσεων στους ιδιώτες, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή, αυτή καθαυτή, στο πλαίσιο διαφοράς που έχει ανακύψει αποκλειστικώς μεταξύ ιδιωτών (3).
36. Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο, κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, οφείλει να το ερμηνεύει στο μέτρο του δυνατού υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της οικείας οδηγίας, ώστε να επιτυγχάνει το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα και να συμμορφώνεται προς το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ (4).
37. Σημειώνω ότι το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιόρισε ποια συγκεκριμένη διάταξη του εθνικού δικαίου μεταφέρει το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85. Δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη μπορεί, τουλάχιστον εν μέρει, να μεταφερθεί προσηκόντως μέσω των κοινωνικών πρακτικών (5), δηλαδή ειδικότερα μέσω των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται μεταξύ κοινωνικών εταίρων –γνωρίζοντας τον παραδοσιακό ρόλο που διαδραματίζουν αυτοί σε θέματα καθορισμού των αποδοχών στις βόρειες χώρες (6)–, το αιτούν δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της σχετικής με μισθολογικά θέματα αποφάσεως της καθής της κύριας δίκης, η οποία απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο της εφαρμογής της συλλογικής συμβάσεως πληρωμάτων αεροσκαφών, θα πρέπει επίσης να εφαρμόσει την εν λόγω συλλογική σύμβαση εργασίας, στο μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της οδηγίας 92/85.
38. Πέραν τούτου, το κεντρικό πρόβλημα που τίθεται από το πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος είναι αν, δυνάμει του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, έγκυος εργαζόμενη, αεροσυνοδός, η οποία μετακινείται λόγω της εγκυμοσύνης της σε υπηρεσία εδάφους, δικαιούται την καταβολή του συνόλου των αποδοχών που ελάμβανε πριν από την προσωρινή μετακίνησή της ή αν, αντιθέτως, ο εργοδότης μπορεί να της καταβάλει, κατά τη διάρκεια της τοποθετήσεώς της σε υπηρεσία εδάφους, αποδοχές κατώτερες αλλά τουλάχιστον ισοδύναμες του προσωπικού εδάφους, κατ’ εφαρμογή της συλλογικής συμβάσεως πληρωμάτων αεροσκαφών.
39. Κατά το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, όταν έγκυος εργαζόμενη μετατίθεται σε άλλη θέση (άρθρο 5, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας) για την αποφυγή του κινδύνου έκθεσης σε παράγοντες ή συνθήκες που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια ή την υγεία της (άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας), όπως η νυκτερινή εργασία (άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας), «τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας, περιλαμβανομένης της διατήρησης αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος […] πρέπει να εξασφαλίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές».
40. Οι καταθέσαντες παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου διαφωνούν ως προς την ερμηνεία του τμήματος περιόδου της φράσεως του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, που παρατίθεται στο προηγούμενο σημείο.
41. Κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης και την Επιτροπή, το νόημα της φράσεως αυτής είναι ότι έγκυος εργαζόμενη η οποία συνεχίζει να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, αλλά η οποία έχει μετακινηθεί προσωρινώς σε άλλη θέση εργασίας, δικαιούται να διατηρήσει το σύνολο των αποδοχών που ελάμβανε πριν από την εγκυμοσύνη της.
42. Αντιθέτως, ενώ η καθής της κύριας δίκης και η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 αναθέτει στα κράτη μέλη να καθορίσουν το επίπεδο της αμοιβής που πρέπει να καταβληθεί σε έγκυο εργαζόμενη, η οποία βρίσκεται σε κατάσταση όμοια με αυτή της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, μάλλον, ότι η συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να διασφαλισθεί στην εν λόγω εργαζόμενη το ευεργέτημα κατάλληλης αμοιβής, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.
43. Κατά την άποψή μου, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος προϋποθέτει την ανάλυση του γράμματος και του σκοπού της οδηγίας 92/85.
44. Όσον αφορά το γράμμα, παρότι η διατύπωση του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 δεν είναι η καλύτερη, η χρήση του αόριστου άρθρου «μιας» στην έκφραση «μιας αμοιβής» αποκλείει, προφανώς, a priori την επιβολή από την οδηγία 92/85 στα κράτη μέλη υποχρεώσεως μη μεταβολής της αμοιβής που καταβαλλόταν στην έγκυο εργαζόμενη πριν από την προσωρινή μετάθεσή της σε νέα θέση εργασίας (7). Την εκτίμηση αυτή επιρρωννύει προφανώς η παραπομπή του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 στις «εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές», δηλαδή ειδικότερα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Απόκειται, επομένως, στα κράτη μέλη να διευκρινίσουν την ακριβή αμοιβή που πρέπει να καταβάλλεται στην έγκυο εργαζόμενη η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας 92/85, και ειδικότερα της παραγράφου 2.
45. Συναφώς, σημειώνω ότι, στην απόφαση Boyle κ.λπ. (8), το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει μια έκφραση ίδια με εκείνη του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, δηλαδή την έκφραση που περιέχεται στο σημείο 2, στοιχείο β΄, του ίδιου άρθρου, στο πλαίσιο των δικαιωμάτων μιας εγκύου που είχε λάβει άδεια μητρότητας (περίπτωση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 92/85).
46. Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, όσον αφορά την αμοιβή και το ευεργέτημα του κατάλληλου επιδόματος εγκύου κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, ότι «μολονότι το κείμενοτου άρθρου 11 αναφέρεται μόνον στην “καταλληλότητα” του επιδόματος, εντούτοις το διασφαλιζόμενο στις εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας εισόδημα, όταν καταβάλλεται υπό μορφή αποδοχών, ενδεχομένως σε συνδυασμό με επίδομα, πρέπει επίσης να είναι κατάλληλο υπό την έννοια του άρθρου 11, σημείο 3, της οδηγίας 92/85» (9). Επομένως, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση Gillespie κ.λπ., σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 141 ΕΚ (10), οι εν λόγω διατάξεις δεν επιβάλλουν τη διατήρηση του συνόλου της αμοιβής των γυναικών εργαζομένων κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, εφόσον το καταβαλλόμενο ποσό δεν είναι τόσο χαμηλό ώστε να διακυβεύει τον σκοπό της άδειας μητρότητας.
47. Ωστόσο, η διευκρίνιση αυτή δεν σημαίνει, εξ αντιδιαστολής, ότι στην περίπτωση που η έγκυος εργαζόμενη μετακινηθεί σε άλλη θέση εργασίας, αυτή δικαιούται οπωσδήποτε, ως εκ του γράμματος του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, να διατηρήσει το σύνολο της αμοιβής που ελάμβανε πριν από την προσωρινή μετακίνησή της σε άλλη θέση.
48. Συναφώς, επισημαίνω ότι, στην προαναφερθείσα απόφαση Boyle κ.λπ., το Δικαστήριο έκρινε ότι το επίθετο «κατάλληλος» δεν αναφέρεται μόνον στο «επίδομα» που προβλέπεται στο άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/85, αλλά σε ολόκληρο το «κείμενο του άρθρου 11», συμπεριλαμβανομένου, επομένως, του άρθρου 11, σημείο 1, της ως άνω οδηγίας. Επιπλέον, κατά την εν λόγω απόφαση, το επίθετο «κατάλληλος» αναφέρεται επίσης στο εισόδημα που καταβάλλεται υπό μορφή αμοιβής. Πράγματι, η αντίθετη ερμηνεία, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να εξασφαλίζεται για τις εγκύους εργαζόμενες η απλή, μη προσδιοριζόμενη, διατήρηση «μιας αμοιβής», δεν θα είχε νόημα.
49. Επομένως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι σκοπός του άρθρου 11 της οδηγίας 92/85 δεν είναι να εξασφαλίσει για την έγκυο εργαζομένη τη διατήρηση της αμοιβής που ελάμβανε πριν από την εγκυμοσύνη της, αλλά να της εξασφαλίσει τη διατήρηση κατάλληλης αμοιβής.
50. Εντούτοις, ενώ το άρθρο 11, σημείο 3, της οδηγίας 92/85 παρέχει μια συγκεκριμένη ένδειξη για τον καθορισμό του κριτηρίου καταλληλότητας της αμοιβής ή/και του επιδόματος σε περίπτωση άδειας μητρότητας, όταν η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει ότι το επίδομα πρέπει να εξασφαλίζει «αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς εκείνη που θα εισέπραττε η ενδιαφερόμενη εργαζομένη σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους συνδεδεμένους με την κατάσταση της υγείας της», εξομοιώνοντας έτσι την άδεια μητρότητας με την άδεια ασθενείας, δεν παρέχει καμία διευκρίνιση για τον καθορισμό της καταλληλότητας της αμοιβής ή/και του επιδόματος σε περίπτωση μετάθεσης της εγκύου εργαζόμενης σε θέση εργασίας διαφορετική από εκείνη που κατείχε πριν από την εγκυμοσύνη της.
51. Ως εκ τούτου, ελλείψει ειδικής διευκρινίσεως εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη και λαμβάνοντας υπόψη την παραπομπή του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 στις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές, η εν λόγω διάταξη δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλουσα στα κράτη μέλη, σε όλες τις προβλεπόμενες περιπτώσεις, την υποχρέωση να εξασφαλίζουν στις εγκύους εργαζόμενες τη διατήρηση αμετάβλητης της αμοιβής που ελάμβαναν πριν από την εγκυμοσύνη.
52. Την εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνει, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 δεν αφορά μόνον την περίπτωση της εγκύου εργαζόμενης η οποία μετακινείται προσωρινώς σε νέα θέση εργασίας, περίπτωση την οποία προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, αλλά και την περίπτωση, την οποία προβλέπει η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου, της εγκύου εργαζόμενης η οποία απαλλάσσεται από την εργασία καθ’ όλη την περίοδο που απαιτείται για την προστασία της ασφάλειας ή της υγείας της.
53. Αν, όμως, το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 είχε την έννοια ότι σκοπεί στη διατήρηση του συνόλου της αμοιβής, μια τέτοια ερμηνεία θα ισοδυναμούσε με την επιβολή στα κράτη μέλη της υποχρεώσεως να παράσχουν, βάσει της ίδιας οδηγίας, την ίδια μεταχείριση σε έγκυο εργαζόμενη που απαλλάσσεται από την εργασία και σε έγκυο εργαζόμενη η οποία συνεχίζει να ασκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα. Αμφιβάλλω αν αυτή ήταν η πρόθεση των συντακτών της οδηγίας 92/85.
54. Η αποδοχή της ερμηνείας που προτείνουν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Επιτροπή, κατά το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παράσχουν την αμοιβή που καταβαλλόταν πριν την τοποθέτηση της εγκύου εργαζόμενης στη νέα θέση εργασίας, θα είχε δε ως αποτέλεσμα, κατά την άποψή μου, την άρση του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη, και το οποίο στην προκειμένη περίπτωση συγκεκριμενοποιείται με την παραπομπή που γίνεται με το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 στις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.
55. Εξάλλου, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν τη διατήρηση της προ της εγκυμοσύνης αμοιβής στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, θα μπορούσε εύκολα να το είχε ορίσει με σαφήνεια στο ίδιο το γράμμα του εν λόγω άρθρου κάνοντας απλούστατα χρήση του οριστικού άρθρου «της» αντί του αορίστου άρθρου «μιας» (11).
56. Το γεγονός ότι οι συντάκτες της οδηγίας 92/85 δεν θέλησαν να χρησιμοποιήσουν μια τέτοια διατύπωση στο γράμμα του άρθρου 11, σημείο 1, της εν λόγω οδηγίας εξηγείται επίσης από τον σκοπό της οδηγίας.
57. Πράγματι, όσον αφορά το συγκεκριμένο σημείο, σύμφωνα με τη νομική βάση επί της οποίας θεσπίσθηκε η οδηγία 92/85 (12), σκοπός είναι να θεσπίσει ορισμένους κατ’ ελάχιστο όριο κανόνες προκειμένου να εξασφαλίσει τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εγκύων, των λεχώνων και των γαλουχουσών εργαζομένων κατά την εργασία, λόγω των ειδικών κινδύνων που διατρέχουν γενικά οι εν λόγω εργαζόμενες στον χώρο εργασίας (13).
58. Σε σχέση με το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, ο σκοπός αυτός σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν ελεύθερα να θεωρήσουν ότι η καταλληλότητα της αμοιβής που καταβάλλεται σε έγκυο εργαζόμενη η οποία μετακινήθηκε προσωρινώς σε άλλη θέση εργασίας από εκείνη που κατείχε πριν από την εγκυμοσύνη της συνεπάγεται την καταβολή του συνόλου της αμοιβής που ελάμβανε η εν λόγω εργαζόμενη στην αρχική θέση της.
59. Εντούτοις, η εν λόγω διάταξη δεν υποχρεώνει κατ’ ουδένα τρόπο τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν τη μη μεταβολή της αμοιβής μιας τέτοιας εργαζόμενης.
60. Πάντως, στη δεύτερη περίπτωση, το περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να περιορισθεί από την προαναφερθείσα αναγκαιότητα εξασφαλίσεως κατάλληλης αμοιβής στην έγκυο εργαζόμενη, πράγμα που σημαίνει, σε περίπτωση διαφοράς, την εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων από τον εθνικό δικαστή υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου.
61. Η καταλληλότητα της επίδικης αμοιβής, η εκτίμηση της οποίας εναπόκειται κατά πρώτο λόγο στο εθνικό δικαστήριο, πρέπει εντούτοις, κατά την άποψή μου, να εξαρτάται, γενικά, από τον σεβασμό της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, κατά την έννοια του άρθρου 141, παράγραφος 1, ΕΚ.
62. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία έγκυος εργαζόμενη πρέπει να μετακινηθεί προσωρινώς σε θέση εργασίας άλλη από εκείνη που κατείχε πριν από την εγκυμοσύνη της, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/85, ο εθνικός δικαστής πρέπει να μπορεί να επιβεβαιώσει α) ότι η εν λόγω εργαζόμενη λαμβάνει αμοιβή ίδια ή ισοδύναμη με εκείνη που θα παρεχόταν σε άνδρα εργαζόμενο ή σε γυναίκα εργαζόμενη που, για λόγους υγείας, μετακινούνταν σε άλλη ίδια ή ισοδύναμη θέση εργασίας με εκείνη στην οποία μετακινείται προσωρινώς η έγκυος εργαζόμενη και β) ότι η έγκυος εργαζόμενη που μετακινείται προσωρινώς σε θέση εργασίας άλλη από εκείνη που κατείχε πριν από την εγκυμοσύνη της λαμβάνει, τουλάχιστον, αμοιβή ίδια ή ισοδύναμη με εκείνη που καταβάλλεται στους άνδρες εργαζόμενους ή στις γυναίκες εργαζόμενες που κατέχουν ίδια ή ισοδύναμη θέση εργασίας.
63. Όσον αφορά το στοιχείο α΄, κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω, στο ίδιο πνεύμα με το σκεπτικό που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Poiares Maduro στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Gassmayr (14), ότι η νομολογία του Δικαστηρίου επιτρέπει, χωρίς να εξομοιώνεται η εγκυμοσύνη με ασθένεια (15), προκειμένου να εξετασθεί η καταλληλότητα του επιπέδου προστασίας, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου αμοιβής, που παρέχεται στις εγκύους εργαζόμενες, τη σύγκριση της μεταχείρισης που τους επιφυλάσσεται με εκείνη που παρέχεται σε άνδρα εργαζόμενο ή σε γυναίκα εργαζόμενη, των οποίων η κατάσταση της υγείας απαιτεί τη μετακίνησή τους σε άλλη θέση εργασίας. Φυσικά, η σύγκριση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι η μετακίνηση εγκύου εργαζόμενης είναι εκ φύσεως προσωρινή, πράγμα που δεν συμβαίνει κατ’ ανάγκη στην περίπτωση ανδρών ή γυναικών εργαζόμενων που πρέπει να μετακινηθούν σε άλλη θέση εργασίας για ιατρικούς λόγους.
64. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο δεν ενημέρωσε το Δικαστήριο σχετικά με το ζήτημα αυτό. Αντιθέτως, όσον αφορά το στοιχείο β΄ που αναφέρεται στο σημείο 62 ανωτέρω, από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν η καθής της κύριας δίκης καθώς και η Φινλανδική Κυβέρνηση προκύπτει ότι, κατά το άρθρο 16, στοιχείο B, σημείο 4, της συλλογικής συμβάσεως πληρωμάτων αεροσκαφών, έγκυος αεροσυνοδός η οποία μετακινείται σε υπηρεσία εδάφους προκειμένου να αποφευχθεί η έκθεσή της σε υγειονομικούς κινδύνους, λαμβάνει τον βασικό μισθό της επαυξημένο με τα επιδόματα («lisäpäiväpalkka» κανονικής άδειας), τα οποία καθορίζονται σε συνάρτηση προς τη μέση αξία των επιδομάτων που χορηγούνται σε όλους τους φροντιστές και τις αεροσυνοδούς που ανήκουν στην ίδια μισθολογική κλίμακα. Πρέπει να υπομνησθεί, επίσης, ότι, όπως τόνισε η Φινλανδική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία επιβεβαιώνοντας τα όσα γνωστοποιήθηκαν από την καθής της κύριας δίκης στις γραπτές παρατηρήσεις της, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης απολαύει αμοιβής ανώτερης από εκείνη που καταβάλλεται σε πρόσωπο που εκτελεί κανονικά ισοδύναμη εργασία εδάφους. Καίτοι αρμόδιο για τον έλεγχο των στοιχείων αυτών είναι το αιτούν δικαστήριο, φρονώ ότι ο συγκεκριμένος τρόπος καθορισμού της αμοιβής της προσφεύγουσας της κύριας δίκης που μετακινήθηκε προσωρινώς σε θέση εδάφους είναι σύμφωνος προς την απαίτηση που ανέφερα στο στοιχείο β΄ του σημείου 62 ανωτέρω.
65. Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ότι το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εξασφαλίζουν σε έγκυο εργαζόμενη, η οποία μετακινείται προσωρινώς σε άλλη θέση εργασίας, αμοιβή τόσο υψηλή όσο εκείνη που ελάμβανε κατά μέσο όρο πριν από την εν λόγω μετακίνηση. Πάντως, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να ελέγξει αν εξασφαλίζεται στην ενδιαφερόμενη έγκυο εργαζόμενη κατάλληλη αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, ούτως ώστε να τηρείται η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, κατά την έννοια του άρθρου 141, παράγραφος 1, ΕΚ.
Β – Επί του δευτέρου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος: ο πρόσφορος χαρακτήρας των στοιχείων που συνθέτουν την αμοιβή εγκύου εργαζόμενης που μετακινείται σε άλλη θέση εργασίας
66. Η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο απαιτεί ουσιαστικά να εξετασθεί αν, για την ερμηνεία του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, τα στοιχεία που συνθέτουν την αμοιβή της εγκύου εργαζόμενης που μετακινείται προσωρινώς σε θέση εργασίας άλλη από εκείνη που κατείχε πριν από την εγκυμοσύνη της είναι πρόσφορα.
67. Υπενθυμίζω ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το ζήτημα επί του οποίου καλείται να αποφανθεί το αιτούν δικαστήριο είναι αν, συμπληρωματικώς του βασικού μηνιαίου μισθού που λαμβάνει, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δικαιούται τη διατήρηση διαφόρων επιδομάτων, εκ των οποίων, όπως φαίνεται, ορισμένα συναρτώνται με την ιδιότητα της υπεύθυνης πληρώματος αεροσκάφους ενώ άλλα συναρτώνται με τις δυσκολίες και τις συνθήκες εργασίας του ιπτάμενου προσωπικού.
68. Κατά την άποψή μου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα επιδόματα που ελάμβανε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εμπίπτουν στην έννοια της αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 141, παράγραφος 2, ΕΚ, κατά το οποίο «ως “αμοιβή” νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας».
69. Ωστόσο, το ζήτημα που τίθεται είναι αν, στο πλαίσιο του καθορισμού της κατάλληλης αμοιβής που πρέπει να διατηρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν με πλήρη ελευθερία τα στοιχεία της αμοιβής εγκύου εργαζόμενης που μετακινείται προσωρινώς σε άλλη θέση εργασίας, τα οποία θα διατηρηθούν κατά την περίοδο υπηρεσίας της στη νέα θέση.
70. Συναφώς, εκτιμώ ότι το περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών πρέπει να περιορίζεται όχι μόνον από την υποχρέωση τηρήσεως των προϋποθέσεων που εξέθεσα στο σημείο 62 ανωτέρω, αλλά επίσης, πιο συγκεκριμένα, από τη φύση των πλεονεκτημάτων που συνθέτουν την αμοιβή της ενδιαφερόμενης εργαζόμενης.
71. Πράγματι, φρονώ ότι, πέραν του βασικού μισθού, τα στοιχεία της αμοιβής που προσιδιάζουν στο ή είναι εγγενή του επαγγελματικού καθεστώτος του εργαζόμενου, και ειδικότερα της αρχαιότητας ή/και των επαγγελματικών προσόντων του, στα οποία μπορούν να συγκαταλεχθούν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα επιδόματα που καταβάλλονται στην εργαζόμενη λόγω της ιδιότητάς της ως υπεύθυνης πληρώματος αεροσκάφους, θα πρέπει να διατηρηθούν όποια και αν είναι η θέση εργασίας στην οποία μετακινείται προσωρινώς η έγκυος εργαζόμενη.
72. Αντιθέτως, τα στοιχεία της αμοιβής που αφορούν, ουσιαστικώς, την αντιστάθμιση των ειδικών συνθηκών και των δυσκολιών της θέσεως που κατείχε η έγκυος εργαζόμενη πριν από την προσωρινή μετακίνησή της σε νέα θέση εργασίας, οι οποίες αποτελούν ακριβώς τον λόγο της μετάθεσης, δεν θα έπρεπε, καταρχήν, να ληφθούν υπόψη στην αξιολόγηση του κατά πόσον η αμοιβή η οποία παρέχεται στην έγκυο εργαζόμενη που μετακινείται προσωρινώς σε άλλη θέση εργασίας είναι κατάλληλη κατά την έννοια του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 (16). Πράγματι, αυτά τα στοιχεία αμοιβής συνδέονται, εκ φύσεως, με τις μη συνεχείς δυσκολίες που αντιμετώπιζε η εργαζόμενη στην προηγούμενη θέση της, την οποία δεν κατέχει πλέον προσωρινώς. Εξάλλου, δεδομένου ότι τα εν λόγω οφέλη μπορεί να ποικίλουν εξαιτίας πολλών παραμέτρων, ο δικαστικός έλεγχος της καταλληλότητας της καταβαλλόμενης αμοιβής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, θα μπορούσε να δυσχερανθεί σημαντικά.
73. Η διάκριση που κατά τη γνώμη μου επιβάλλεται μεταξύ των διαφορετικών στοιχείων της αμοιβής, ανάλογα με το κατά πόσον καταβάλλονται λόγω των επαγγελματικών προσόντων της εργαζόμενης ή λόγω των δυσκολιών που συνδέονται με τη θέση εργασίας που κατείχε πριν από την εγκυμοσύνη της, λαμβάνει επίσης υπόψη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών εργαζομένων. Κατά την άποψή μου, η διάκριση αυτή επιτρέπει την αποφυγή ενδεχόμενων πρακτικών που σκοπούν στη συστηματική μείωση της αμοιβής των εγκύων εργαζομένων που μετακινούνται προσωρινώς σε άλλη θέση εργασίας από εκείνη που κατείχαν πριν από την εγκυμοσύνη τους, πέραν των αντικειμενικών λόγων που συνδέονται με τις ανάγκες της προηγούμενης θέσεώς τους, οι οποίες ακριβώς περιορίστηκαν προς αποφυγή προκλήσεως βλάβης στην υγεία των εγκύων, μέσω της προσωρινής τοποθετήσεώς τους σε νέα θέση εργασίας.
74. Επομένως, φρονώ ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να ελέγξει αν η αμοιβή που λαμβάνει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στη θέση στην οποία τοποθετήθηκε προσωρινώς λόγω της εγκυμοσύνης της λαμβάνει υπόψη στοιχεία αμοιβής που προσιδιάζουν στο ή είναι εγγενή του καθεστώτος ή των επαγγελματικών προσόντων της ενδιαφερόμενης εγκύου εργαζόμενης.
75. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο σκέλος του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος ότι, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας της αμοιβής που προβλέπεται στο άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να ελέγξει αν για τον καθορισμό της αμοιβής που λαμβάνει η έγκυος εργαζόμενη στη θέση στην οποία μετακινήθηκε προσωρινώς λόγω της εγκυμοσύνης της λαμβάνονται υπόψη στοιχεία αμοιβής που προσιδιάζουν στο ή είναι εγγενή του καθεστώτος ή των επαγγελματικών προσόντων της ενδιαφερόμενης εργαζόμενης.
V – Πρόταση
76. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Helsingin käräjäoikeus:
«Το άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εξασφαλίζουν σε έγκυο εργαζόμενη, η οποία μετακινήθηκε προσωρινώς σε άλλη θέση εργασίας, αμοιβή τόσο υψηλή όσο εκείνη που ελάμβανε κατά μέσο όρο πριν από την εν λόγω μετακίνηση. Πάντως, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να ελέγξει αν εξασφαλίζεται στην ενδιαφερόμενη έγκυο εργαζόμενη κατάλληλη αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, ούτως ώστε να τηρείται η αρχή της ισότητας των αμοιβών ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, κατά την έννοια άρθρου 141, παράγραφος 1, ΕΚ.
Προκειμένου να αξιολογηθεί η καταλληλότητα της αμοιβής που προβλέπεται στο άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85, το αιτούν δικαστήριο πρέπει επίσης να ελέγξει αν η αμοιβή που λαμβάνει η έγκυος εργαζόμενη στη θέση στην οποία μετακινήθηκε προσωρινώς λόγω της εγκυμοσύνης της λαμβάνονται υπόψη στοιχεία αμοιβής που προσιδιάζουν στο ή είναι εγγενή του καθεστώτος ή των επαγγελματικών προσόντων της ενδιαφερόμενης εργαζόμενης.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 348, σ. 1.
3 – Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑12/08, Mono Car Styling (Συλλογή 2009, σ. Ι-6653, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
4 – Όπ.π. (σκέψη 60).
5 – Όσον αφορά άλλες οδηγίες του κοινωνικού τομέα, βλ. αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 1985, 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1985, σ. 427, σκέψεις 8 και 9), της 10ης Ιουλίου 1986, 235/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 2291, σκέψη 20), της 8ης Ιουλίου 1999, C‑234/97, Fernández de Bobadilla (Συλλογή 1999, σ. I-4773, σκέψη 19), καθώς και της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C‑306/07, Ruben Andersen (Συλλογή 2008, σ. Ι-10279, σκέψη 25).
6 – Βλ., ειδικότερα, συναφώς, σημείο 160 των προτάσεών μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑341/05, Laval un Partneri (Συλλογή 2007, σ. I‑11767).
7 – Στην απόδοση της εν λόγω διατάξεως σε άλλες γλώσσες, όπως στη γερμανική («der Fortzahlung eines Arbeitsentgelts»), στην αγγλική («the maintenance of a payment»), στην ισπανική («el mantenimiento de una remuneración») και στην ιταλική («il mantenimento di una retribuzione») χρησιμοποιείται επίσης το αντίστοιχο ενός αόριστου άρθρου. Επειδή στην φινλανδική γλώσσα δεν υπάρχουν οριστικά και αόριστα άρθρα, η απόδοση της διατάξεως αυτής στην εν λόγω γλώσσα («palkan maksun jatkuminen») ενδέχεται να εμπεριέχει κάποια αμφισημία, στην οποία μπορεί να οφείλεται, εν μέρει, το προδικαστικό ερώτημα· εντούτοις, η απόδοση στη φινλανδική γλώσσα του άρθρου 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85 δεν προσδιορίζει ότι η αμοιβή που πρέπει να «συνεχίσει» να καταβάλλεται, κατά τη διάρκεια της προσωρινής μετακινήσεώς της σε άλλη θέση εργασίας, πρέπει να είναι ίδια με εκείνη που παρέχεται στην έγκυο εργαζόμενη στην αρχική θέση εργασίας της.
8 – Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C‑411/96 (Συλλογή 1998, σ. I‑6401).
9 – Απόφαση προαναφερθείσα (σκέψη 34) (η υπογράμμιση δική μου).
10 – Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C‑342/93 (Συλλογή 1996, σ. I‑475, σκέψεις 20 και 25).
11 – Συναφώς, προσθέτω ότι, στην αρχική πρόταση της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 1990 [COM(90) 406 τελικό], το άρθρο 3, παράγραφος 2, της πρότασης οδηγίας προέβλεπε ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στην έγκυο εργαζόμενη που μετατίθεται σε άλλη θέση εργασίας τη διατήρησητων αποδοχών. Επομένως, οι συντάκτες της οδηγίας επέλεξαν ρητώς να απορρίψουν τη διατύπωση αυτή προτιμώντας τελικά εκείνη που περιλήφθηκε στο άρθρο 11, σημείο 1, της οδηγίας 92/85.
12 – Δηλαδή, το πρώην άρθρο 118 A της Συνθήκης ΕΚ.
13 – Βλ., συναφώς, πρώτη, έβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85.
14 – Βλ., ειδικότερα, σημείο 18 των προτάσεων της 3ης Σεπτεμβρίου 2009 στην υπόθεση C‑194/08 (απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
15 – Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C‑32/93, Webb (Συλλογή 1994, σ. I‑3567, σκέψη 25).
16 – Πάντως, τίποτε δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη αν επιθυμούν, στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν, να συμπεριλάβουν τον συγκεκριμένο τύπο στοιχείων αμοιβής στη διατήρηση της κατάλληλης αμοιβής που οφείλουν να εξασφαλίσουν.
Full & Egal Universal Law Academy