ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 9ης Σεπτεμβρίου 2010 1(1)
Υπόθεση C‑507/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Σλοβακικής Δημοκρατίας
«Προσφυγή λόγω παραβάσεως ασκηθείσα από την Επιτροπή κατά της Σλοβακικής Δημοκρατίας»
«Κρατική ενίσχυση – Διαγραφή φορολογικής οφειλής από τη φορολογική αρχή στο πλαίσιο διαδικασίας πτωχευτικού συμβιβασμού με τους πιστωτές – Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται το ασύμβατο της ενισχύσεως με την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτησή της – Μη εκτέλεση – Δεδικασμένο – Λόγοι επανεξετάσεως αποφάσεων που έχουν καταστεί αμετάβλητες»
1. Στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή προσάπτει στη Σλοβακική Δημοκρατία ότι δεν ανέκτησε κρατική ενίσχυση την οποία η Επιτροπή είχε κηρύξει ασύμβατη προς την κοινή αγορά και η οποία είχε λάβει τη μορφή διαγραφής φορολογικής οφειλής της εταιρίας Frucona Košice a.s. (στο εξής: Frucona) στο πλαίσιο πτωχευτικού συμβιβασμού που επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου. Ανακύπτει έτσι εκ νέου το ζήτημα της εκτάσεως της υποχρεώσεως την οποία υπέχουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την ανάκτηση ενισχύσεων που κηρύσσονται από την Επιτροπή ως παράνομες. Ειδικότερα, τίθεται εν προκειμένω το ζήτημα αν είναι δυνατό να δικαιολογηθεί η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής με επίκληση της υπάρξεως εθνικών δικαστικών αποφάσεων με ισχύ δεδικασμένου, οι οποίες θα καθιστούσαν αδύνατη την επιστροφή της ενισχύσεως βάσει του εσωτερικού δικαίου.
I – Τα πραγματικά περιστατικά
2. Με απόφαση της 7ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 25/05 (πρώην NN 21/05) στην οποία προέβη η φορολογική αρχή της Σλοβακικής Δημοκρατίας υπέρ της Frucona (2), η Επιτροπή δήλωσε ότι τα μέτρα που είχε λάβει η Σλοβακική Δημοκρατία υπέρ της Frucona συνιστούσαν κρατική ενίσχυση ασύμβατη προς την κοινή αγορά.
3. Όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση, η Frucona, επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής οινοπνευματωδών ποτών, ηδυπότων, μη οινοπνευματωδών ποτών, φρούτων, λαχανικών διατηρημένων σε κονσέρβες και όξος, έλαβε κρατική ενίσχυση, η οποία συνίστατο στη διαγραφή, από την τοπική φορολογική αρχή του Κόσιτσε (στο εξής: φορολογική αρχή) φορολογικής οφειλής ύψους 416 515 990 σλοβακικών κορόνων (SKK) (11 εκατομμυρίων ευρώ) στο πλαίσιο «πτωχευτικού συμβιβασμού» που συνήψε η εν λόγω επιχείρηση με τους πιστωτές της, σύμφωνα με τη διαδικασία του νόμου 328/91, περί πτωχεύσεων και πτωχευτικών συμβιβασμών, με τον οποίο επιδιώκεται, όπως στη διαδικασία της πτωχεύσεως, η ρύθμιση της οικονομικής καταστάσεως των υπερχρεωμένων εταιριών. Η εν λόγω διαδικασία, η οποία κινείται από την υπερχρεωμένη εταιρία, αποβλέπει στην επίτευξη συμβιβασμού με τους πιστωτές, δυνάμει του οποίου η εταιρία καταβάλλει ένα μέρος των οφειλών της έναντι διαγραφής του υπολοίπου. Ο εν λόγω συμβιβασμός πρέπει εν πάση περιπτώσει να επικυρωθεί από το εποπτεύον τη διαδικασία δικαστήριο.
4. Στις 8 Μαρτίου 2004, η Frucona υπέβαλε στο Krajský súd de Košice, αρμόδιο περιφερειακό δικαστήριο, πρόταση πτωχευτικού συμβιβασμού ως προς σειρά χρεών, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και οφειλή από φόρους επί του οινοπνεύματος. Η διαδικασία πτωχευτικού συμβιβασμού εγκρίθηκε από το εν λόγω δικαστήριο, με συναίνεση της φορολογικής αρχής, στις 14 Ιουλίου 2004. Η έγκριση του περιφερειακού δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε εν συνεχεία από το Najvyšší súd Slovenskej republiky (3) με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2004.
5. Σύμφωνα με τον πτωχευτικό συμβιβασμό, η Frucona όφειλε να καταβάλει το 35 % της οφειλής εντός ενός μηνός, ενώ οι πιστωτές θα παραιτούνταν από το υπόλοιπο 65 %. Η φορολογική οφειλή της Frucona ανερχόταν συνολικά σε 640 793 831 SKK (16,86 εκατομμύρια ευρώ). Βάσει του συμβιβασμού, η φορολογική αρχή εισέπραξε 224 277 841 SKK (5,86 εκατομμύρια ευρώ), παραιτούμενη από φόρο ύψους 416 515 990 SKK (11 εκατομμύρια ευρώ). Πρέπει να διευκρινιστεί ότι μετά την καταβολή των συμφωνηθέντων ποσών η Frucona εξακολούθησε την επιχειρηματική της δραστηριότητα.
6. Αφού εξέτασε την επίμαχη διαγραφή φόρων, η Επιτροπή κατέληξε ότι (α) η φορολογική αρχή ευρισκόταν, από νομικής και οικονομικής απόψεως, σε καλύτερη θέση από τους ιδιώτες πιστωτές και (β) η Σλοβακική Δημοκρατία είχε διαγράψει παρανόμως τη φορολογική οφειλή της Frucona. Συγκεκριμένα, στην απόφασή της της 7ης Ιουνίου 2006, η Επιτροπή όριζε τα εξής:
«Άρθρο 1
Η κρατική ενίσχυση ύψους 416 515 990 σλοβακικών κορόνων, στην οποία προέβη η Σλοβακική Δημοκρατία υπέρ της εταιρίας Frucona Košice a.s., είναι ασύμβατη προς την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
1. Η Σλοβακική Δημοκρατία θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει από τον αποδέκτη την κατά το άρθρο 1 ενίσχυση που του χορηγήθηκε παρανόμως.
2. Η ανάκτηση θα πραγματοποιηθεί αμελλητί σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει η εθνική νομοθεσία, εφόσον αυτή επιτρέπει την άμεση και πραγματική εκτέλεση της παρούσας αποφάσεως.
3. Στο προς επιστροφή ποσό περιλαμβάνονται τόκοι για το διάστημα από την ημερομηνία χορηγήσεως της ενισχύσεως στην εταιρία Frucona Košice, a.s. έως την ημερομηνία πραγματικής ανακτήσεώς της.
4. Οι τόκοι υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εκτέλεση του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 […]. Οι τόκοι θα ανατοκίζονται καθ’ όλο το διάστημα της παραγράφου 3.
Άρθρο 3
Η Σλοβακική Δημοκρατία θα ενημερώσει την Επιτροπή μέσα σε δύο μήνες από την κοινοποίηση της παρούσας αποφάσεως για τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί προς αυτήν. Προς τούτο θα χρησιμοποιήσει το ερωτηματολόγιο που επισυνάπτεται στο παράρτημα I της παρούσας αποφάσεως.»
7. Στις 12 Ιανουαρίου 2007, η Frucona προσέφυγε ενώπιον του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου], ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, χωρίς να υποβάλει αίτημα για τη λήψη προσωρινών μέτρων. Η Σλοβακική Δημοκρατία δεν άσκησε προσφυγή. Η υπόθεση αυτή εκκρεμεί ακόμη, ενώ η επ’ ακροατηρίου συζήτηση έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 2009.
8. Όσον αφορά τα μέτρα εκτελέσεως που έλαβε το εν λόγω κράτος εκτελέσεως, στις 4 Ιουλίου 2006 η φορολογική αρχή όχλησε τη Frucona για να επιστρέψει εντός οκταημέρου την παράνομη ενίσχυση, πλέον τόκων. Η Frucona δεν ανταποκρίθηκε, οπότε η φορολογική αρχή προσέφυγε στις 21 Ιουλίου 2006 ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου του Κόσιτσε II.
9. Με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2007, το τοπικό δικαστήριο του Κόσιτσε II απέρριψε την προσφυγή της φορολογικής αρχής για τον λόγο ότι η Frucona δεν υποχρεούνταν να επιστρέψει την ενίσχυση. Κατά το δικαστήριο, (α) η οφειλή της Frucona έναντι της φορολογικής αρχής είχε αποσβεσθεί εκ του νόμου με την καταβολή του οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονταν στον πτωχευτικό συμβιβασμό· (β) έστω και αν η Επιτροπή υποχρέωνε τη Σλοβακική Δημοκρατία να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση της ενισχύσεως, τούτο δεν παρείχε στη φορολογική αρχή δικαίωμα εισπράξεως του χρέους από τον αποδέκτη της ενισχύσεως· και (γ) δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο αποδέκτης της ενισχύσεως υποχρεούται ευθέως εκ του νόμου να την επιστρέψει, δεδομένου ότι το άρθρο 26, παράγραφος 1, του νόμου 231/1999 Rec. περί των κρατικών ενισχύσεων προϋποθέτει ότι ο αποδέκτης της ενισχύσεως γνωρίζει ότι του έχει χορηγηθεί ενίσχυση, ενώ, καθόσον η φορολογική αρχή είχε ενεργήσει εντός των περιθωρίων του νόμου, ο αποδέκτης δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι του είχε χορηγηθεί παράνομη ενίσχυση.
10. Η απόφαση του τοπικού δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε με απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου του Κόσιτσε της 21ης Απριλίου 2008, που υιοθέτησε το σκεπτικό του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πρόσθεσε ότι (α) δεν χωρούσε επανεξέταση της αποφάσεως για τον πτωχευτικό συμβιβασμό διότι αυτή είχε ισχύ δεδικασμένου· (β) η Επιτροπή δεν είχε τηρήσει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που επιλύουν τη σύγκρουση μεταξύ των διαδικασιών πτωχευτικού συμβιβασμού και εκτελέσεως· και (γ) η αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας αποτελεί το θεμέλιο, μεταξύ άλλων, της αρχής της κυριαρχικής εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, βάσει της οποίας τα εθνικά δικαστήρια –στηριζόμενα σε πραγματογνωμοσύνη την οποία η Επιτροπή κατά τα φαινόμενα δεν είχε στη διάθεσή της– έκριναν ότι το ύψος της απαιτήσεως της φορολογικής αρχής που καθορίστηκε με τον πτωχευτικό συμβιβασμό μεταξύ των πιστωτών ήταν εύλογο.
11. Με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 2008, η φορολογική αρχή ζήτησε από τον γενικό εισαγγελέα της Σλοβακικής Δημοκρατίας να ασκήσει έκτακτο ένδικο μέσο. Η Επιτροπή ισχυρίζεται στο δικόγραφο της προσφυγής ότι δεν διαθέτει συναφώς ακριβέστερες πληροφορίες.
12. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η Επιτροπή ζήτησε επανειλημμένως την άμεση και πραγματική εκτέλεση της αποφάσεώς της, προσάπτοντας στις σλοβακικές αρχές ότι, αντί να εκτελέσουν άμεσα την απόφαση βάσει του εθνικού δικαίου, είχαν κρίνει αναγκαία την παρέμβαση ενός δικαιοδοτικού οργάνου.
13. Στα ανωτέρω οι σλοβακικές αρχές αντέταξαν, κατ’ ουσίαν, δύο κύρια επιχειρήματα: πρώτον, η ένδικη διαδικασία ήταν αναπόφευκτη προκειμένου να ανακτηθεί η ενίσχυση, δεδομένου ότι το σλοβακικό φορολογικό δίκαιο δεν παρέχει νομική βάση για την ανάκτηση απαιτήσεως της φορολογικής διοικήσεως η οποία διαγράφηκε βάσει πτωχευτικού συμβιβασμού, οπότε ήταν αναγκαία η απόκτηση εκτελεστού τίτλου. Κατά το σλοβακικό δίκαιο, διοικητική απόφαση της φορολογικής αρχής δεν μπορεί να «εξαφανίσει» την απόφαση του δικαστηρίου που είναι επιφορτισμένο με την εποπτεία του πτωχευτικού συμβιβασμού μεταξύ της Frucona και των πιστωτών της. Δεύτερον, η απόφαση της Επιτροπής δεν δέσμευε ευθέως τη Frucona, αλλά, καθόσον απευθυνόταν στη Σλοβακική Δημοκρατία, υποχρέωνε αυτή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει την παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση. Η απόφαση της Επιτροπής, συνεπώς, ως «αλλοδαπή» διοικητική απόφαση, δεν δημιουργούσε υποχρέωση για τη Frucona να επιστρέψει την ενίσχυση, οπότε η απόφαση της Επιτροπής ήταν αδύνατο να εκτελεστεί σε εθνικό επίπεδο.
14. Κατόπιν διαφόρων υπομνήσεων και ανταλλαγών εγγράφων μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπει η απόφαση της Επιτροπής για την ανακοίνωση των μέτρων που έχουν ληφθεί ή που πρόκειται να ληφθούν για την εκτέλεσή της, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η Σλοβακική Δημοκρατία δεν είχε προβεί σε άμεση και πραγματική εκτέλεση, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
II – Επιχειρήματα των διαδίκων
15. Η Επιτροπή υπενθυμίζει καταρχάς τη νομολογία κατά την οποία η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως μέσω της ανακτήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της (αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1990, C‑142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής (4), σκέψη 66, και της 21ης Μαρτίου 1991, C‑305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (5), σκέψη 41). Επικαλείται επίσης τη νομολογία βάσει της οποίας η υποχρέωση την οποία υπέχει το κράτος μέλος να καταργήσει ενίσχυση την οποία η Επιτροπή κρίνει ασύμβατη προς την κοινή αγορά αποβλέπει στην αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως, διότι, όσο ο αποδέκτης της ενισχύσεως δεν την επιστρέφει, απολαύει αδικαιολογήτου πλεονεκτήματος (απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, C-232/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας (6), σκέψη 47).
16. Επικαλούμενη το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή υπενθυμίζει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της αποφάσεως και τις συνέπειες που απορρέουν από τούτο για το κράτος που είναι ο αποδέκτης (απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, C‑404/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (7), σκέψη 21) και υπογραμμίζει ότι, 29 και πλέον μήνες μετά την παραλαβή της αποφάσεως από τις σλοβακικές αρχές, δεν έχει ακόμη ανακτηθεί η χορηγηθείσα στη Frucona ενίσχυση, η οποία διατηρεί έτσι το πλεονέκτημα το οποίο ακριβώς επεδίωκε να εξαλείψει η απόφαση.
17. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εκτιμά ότι η Σλοβακική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση και από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 και ότι δεν αρκεί, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των εθνικών αρχών, το ότι έλαβε όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως, διότι τα χρησιμοποιούμενα μέτρα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα την άμεση και πραγματική εκτέλεσή της. Εν πάση περιπτώσει, η εφαρμογή των διαδικασιών του εσωτερικού δικαίου για την εκτέλεση αποφάσεως εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι οι διαδικασίες αυτές παρέχουν δυνατότητα άμεσης και πραγματικής εκτελέσεώς της (προπαρατεθείσα απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 49, και απόφαση της 12ης Μαΐου 2005, C-415/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας (8), σκέψεις 35 και 44).
18. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, εφόσον δεν έχει διαταχθεί από το Γενικό Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 278 ΣΛΕΕ η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (ούτε η Frucona ούτε οι σλοβακικές αρχές έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα), η εκκρεμής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως δεν θίγει την εκτελεστότητα της μη εκτελεσθείσας αποφάσεως. Εν προκειμένω, οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκαν τα εθνικά δικαστήρια αποτελούν εμπόδιο για την πραγματική και άμεση εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, ενώ η Επιτροπή επικρίνει ιδίως το επιχείρημα ότι η Frucona δεν μπορούσε να γνωρίζει τον χαρακτήρα κρατικής ενισχύσεως τον οποίο είχε η διαγραφή μέρους της φορολογικής οφειλής της, διότι, εκτός του ότι η άγνοια αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Γερμανία κατά Επιτροπής (9), σκέψη 14), ακριβώς ο νόμος 231/1999 τον οποίον επικαλούνται οι σλοβακικές αρχές, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, εξομοιώνει την παροχή φορολογικής ελαφρύνσεως με έμμεση κρατική ενίσχυση.
19. Η Επιτροπή δεν δέχεται ούτε το επιχείρημα περί εκ του νόμου αποσβέσεως της φορολογικής οφειλής, διότι τα σλοβακικά δικαστήρια, με το να αρνηθούν την ύπαρξη της οφειλής αυτής, αρνήθηκαν και το άμεσο αποτέλεσμα της αποφάσεως της Επιτροπής, αντιβαίνοντας έτσι σε πάγια νομολογία (αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1973, 77/72, Capolongo κατά Maya (10), και της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76, Steinike & Weinling (11)).
20. Η Επιτροπή φρονεί ότι δεν ασκεί επιρροή ούτε το γεγονός ότι τα εθνικά δικαστήρια, στο πλαίσιο της ανεξαρτησίας τους, εκτίμησαν συγκεκριμένη πραγματογνωμοσύνη κατά τρόπο που τους επέτρεψε να συμπεράνουν, ως αποκλειστικώς αρμόδια για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ότι το ύψος της φορολογικής οφειλής που καθοριζόταν στον πτωχευτικό συμβιβασμό ήταν εύλογο. Η Επιτροπή, αντιθέτως, εκτιμά ότι, αφού κρατική ενίσχυση κηρυχθεί παράνομη, ο ρόλος των εθνικών αρχών περιορίζεται στην εκτέλεση της οικείας αποφάσεως, χωρίς να διαθέτουν εξουσία εκτιμήσεως (απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C‑24/95, Alcan Deutschland (12), σκέψη 34).
21. Η Επιτροπή δεν δέχεται ούτε ότι η ισχύς δεδικασμένου που απέκτησαν οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εν προκειμένω αποτελεί λόγο ο οποίος μπορεί εγκύρως να προβληθεί προς δικαιολόγηση της καταγγελλομένης παραβάσεως, επικαλούμενη συναφώς τη νομολογία που καθιερώθηκε με την απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C-119/95, Lucchini (13) (σκέψη 63), επισημαίνοντας ότι οι σλοβακικές δικαστικές αρχές ούτε καν σχολίασαν την εν λόγω νομολογία.
22. Τέλος, η Επιτροπή εκτιμά ότι εν προκειμένω δεν τηρήθηκε η αρχή της ισοδυναμίας, δεδομένου ότι η απόφασή της δεν είχε την εκτελεστότητα που μπορεί να θεωρηθεί ότι χαρακτηρίζει τις πράξεις της σλοβακικής φορολογικής αρχής. Η διαδικασία κτήσεως εκτελεστού τίτλου διά της δικαστικής οδού σήμαινε έτσι ότι η απόφαση δεν ήταν δυνατόν να εκτελεστεί υπό όρους ίδιους με εκείνους που ισχύουν για τις εθνικές αποφάσεις.
23. Η Σλοβακική Δημοκρατία προβάλλει προς αντίκρουση της προσφυγής ότι η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως της Επιτροπής και, συγκεκριμένα, η χρήση του όρου «vymáhanie» («récuperation» στο γαλλικό κείμενο) αντί του όρου «vymoženie» («recouvrement» στο γαλλικό κείμενο), δεν επιτρέπει να συναχθεί, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η Σλοβακική Δημοκρατία υποχρεούνταν να ανακτήσει πράγματι την ενίσχυση εντός της ταχθείσης προθεσμίας, αλλά μόνον ότι υποχρεούνταν να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτησή της, όπως και πράγματι έπραξε, ακολουθώντας τις κατάλληλες φορολογικές και ένδικες διαδικασίες, περιλαμβανομένης της από 2 Ιουλίου 2008 αιτήσεως της φορολογικής αρχής προς τον γενικό εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την άσκηση εκτάκτου ενδίκου μέσου, το οποίο κατά τα φαινόμενα ο γενικός εισαγγελέας επεξεργαζόταν κατά την ημερομηνία καταθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του υπομνήματος αντικρούσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας (8 Ιανουαρίου 2009).
24. Η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως την καθιστούν πολύ διαφορετική από τις συνήθεις περιπτώσεις στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων: (α) η χορήγηση της ενισχύσεως πραγματοποιήθηκε βάσει αποφάσεως δικαστικής και όχι διοικητικής αρχής, η οποία απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που εμποδίζει την εφαρμογή της νομολογίας που καθιερώθηκε με την απόφαση Lucchini, η οποία εν πάση περιπτώσει εκδόθηκε μετά την έναρξη, από τη Σλοβακική Δημοκρατία, των πρόσφορων διαβημάτων για την ανάκτηση της ενισχύσεως· (β) εφόσον αρμόδιο για την ανάκτηση της ενισχύσεως, κατά την απόφαση, είναι το διοικητικό όργανο που τη χορήγησε, δεν μπορεί να αξιώνεται (ούτε το δίκαιο της Ένωσης θέτει τέτοια αξίωση) από το εν λόγω όργανο να ακυρώσει μια δικαστική απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη. Τούτο δεν είναι δυνατόν ούτε στην περίπτωση που μια απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να εφαρμοσθεί αναδρομικώς (εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που επιβάλλουν να αγνοηθεί μια τόσο σημαντική για την ασφάλεια δικαίου αρχή, όπως είναι η ισχύς του δεδικασμένου· αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 2004, C‑453/00, Kühne & Heitz (14), σκέψη 28, και της 16ης Μαρτίου 2006, C‑234/04, Kapferer (15), σκέψεις 20 και 21), οπότε η Επιτροπή αξιώνει για την απόφασή της αποτελέσματα τα οποία δεν έχουν, καταρχήν, ούτε καν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου.
25. Συνεπώς, κατά τη Σλοβακική Δημοκρατία, η οδός που ακολουθήθηκε, ήτοι η άσκηση ενδίκου προσφυγής κατά της Frucona, ήταν η μόνη δυνατή. Ειδικότερα, ο τρόπος αυτός ανακτήσεως της ενισχύσεως ουδόλως έπληττε την αρχή της ισοδυναμίας, δεδομένου ότι, η σχετική με την εν λόγω αρχή αιτίαση, πέραν του ότι θεμελιώνεται σε γενικούς και ανακριβείς ισχυρισμούς, είναι απορριπτέα από τη στιγμή που η ανάκτηση της ενισχύσεως πρέπει να είναι συμβατή με την αρχή της διαδικαστικής αυτοτέλειας των κρατών. Η απόφαση, τέλος, δεν μπορεί να αποτελέσει εκτελεστό τίτλο διότι (α) δεν απευθύνεται σε ιδιώτη, αλλά σε κράτος μέλος· (β) δεν δεσμεύει τον αποδέκτη της ενισχύσεως, αλλά το κράτος που χορήγησε την ενίσχυση· και (γ) δεν είναι αρκούντως ακριβής ώστε να αποτελεί αφεαυτής εκτελεστό τίτλο. Εξάλλου, οι σλοβακικές αρχές επισημαίνουν ότι το πεδίο εφαρμογής της αρχής της ισοδυναμίας ανάγεται στην προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών και όχι στις υποχρεώσεις των κρατών έναντι της Επιτροπής.
26. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή αποκρούει το επιχείρημα της γραμματικής ερμηνείας της αποφάσεως το οποίο επικαλούνται οι σλοβακικές αρχές, διότι δεν χωρούσε αμφιβολία ότι η υποχρέωση των εν λόγω αρχών συνίστατο στο να επιτύχουν πράγματι ανάκτηση της ενισχύσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, εκτός αν συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις που καθιστούσαν την ανάκτηση αδύνατη, τις οποίες η Σλοβακική Κυβέρνηση ουδέποτε επικαλέστηκε.
27. Η Επιτροπή δέχεται ότι, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τη διαδικασία ανακτήσεως ενισχύσεων, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τον τρόπο ανακτήσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η ενίσχυση ανακτάται πράγματι, και ασφαλώς έτσι ώστε οι εθνικές διατάξεις να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να μην καθιστά πρακτικώς αδύνατη την ανάκτηση που επιτάσσει το κοινοτικό δίκαιο. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν είχε την πρόθεση να επιβάλει στις σλοβακικές αρχές τον τρόπο ανακτήσεως της ενισχύσεως· ιδίως δεν αξίωσε από τη φορολογική αρχή να εξαφανίσει δικαστική απόφαση, αλλά μόνο πρότεινε, ως μία από τις πιθανές διαδικασίες, την ανάκληση από την αρμόδια αρχή της αποφάσεως για τη χορήγηση της ενισχύσεως.
28. Η Επιτροπή, επικαλούμενη την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και τη νομολογία που θεμελιώθηκε με την απόφαση Lucchini (η οποία, καθόσον περιορίζεται στην ερμηνεία του ισχύοντος δικαίου, εν προκειμένω έχει πλήρη εφαρμογή, παρά τους ισχυρισμούς των σλοβακικών αρχών), υποστηρίζει ότι η εν λόγω αρχή επιβάλλει να μένει ανεφάρμοστη οποιαδήποτε εθνική διάταξη εμποδίζει την πραγματική και άμεση εκτέλεση της αποφάσεως. Προς τούτο, δεν χωρεί εξαίρεση στην περίπτωση που η εν λόγω διάταξη είναι δικαστική απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου· εν πάση περιπτώσει, η σημασία του δεδικασμένου πρέπει να διαφοροποιείται αναλόγως του οικείου τομέα, ιδίως δε αναλόγως του βαθμού κατά τον οποίο οι διάδικοι έχουν εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της ένδικης διαδικασίας. Εν προκειμένω, η εξουσία αυτή είναι ελάχιστη, δεδομένης της υπάρξεως κοινοτικών αρμοδιοτήτων τις οποίες τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα ήταν υποχρεωμένα να επισημάνουν και να εφαρμόσουν. Τα ανωτέρω εκτίθενται, τέλος, με την επιφύλαξη ότι το ίδιο το σλοβακικό δίκαιο προβλέπει περιπτώσεις κατά τις οποίες αίρεται το δεδικασμένο (άρθρο 228 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
29. Τέλος η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσον τηρήθηκε εν προκειμένω η αρχή της ισοδυναμίας, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της Σλοβακικής Δημοκρατίας ότι το πεδίο εφαρμογής της αρχής αυτής ανάγεται στην προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών, διότι το Δικαστήριο έκρινε το αντίθετο ακριβώς ως προς μια περίπτωση κρατικής ενισχύσεως στην απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82, Deutsche Milchkontrol (16), και στην προπαρατεθείσα απόφαση Alcan Deutschland (σκέψη 24). Αφετέρου, η Επιτροπή φρονεί ότι η εκ μέρους της επίκληση του σλοβακικού φορολογικού δικαίου αρκεί για να αποδείξει ότι η επίμαχη απόφασή της έτυχε δυσμενέστερης μεταχειρίσεως.
30. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, οι σλοβακικές αρχές βεβαιώνουν εκ νέου ότι έπραξαν ό, τι ήταν δυνατό για την ανάκτηση της ενισχύσεως, τηρώντας έτσι το γράμμα του αυθεντικού κειμένου της αποφάσεως. Επιμένουν ότι είναι αδύνατο να αγνοηθεί η ύπαρξη δικαστικής αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη. Διευκρινίζουν, τέλος, ότι ουδέποτε προέβαλαν το γεγονός αυτό για να επικαλεστούν αδυναμία ανακτήσεως της ενισχύσεως ή για να αποφύγουν την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους να την ανακτήσουν, αλλά μόνο για να καταδείξουν το δυσχερές της ανακτήσεως εντός προθεσμίας δύο μηνών.
III – Το νομικό πλαίσιο
31. Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (17), έχει ως εξής:
«ότι, στις περιπτώσεις παράνομων ενισχύσεων που δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, θα πρέπει να αποκαθίσταται αποτελεσματικός ανταγωνισμός· ότι, για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να ανακτάται αμελλητί η ενίσχυση, περιλαμβανομένων και των τόκων· ότι είναι σκόπιμο η ανάκτηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας· ότι η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εμποδίζοντας την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής· ότι, για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της απόφασης της Επιτροπής».
32. Το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 185 της συνθήκης, η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που διαθέτουν στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας».
33. Το άρθρο 23 του κανονισμού 659/1999 προβλέπει τα εξής:
«1. Εφόσον το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με μια υπό όρους ή αρνητική απόφαση, και ιδίως στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14, η Επιτροπή μπορεί να προσφεύγει απευθείας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
2. Εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι το οικείο κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί με μια απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Επιτροπή μπορεί να ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 171 της Συνθήκης».
IV – Εκτίμηση
34. Το γεγονός ότι κατά της αποφάσεως της οποίας η παράλειψη εκτελέσεως αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης έχει ασκηθεί προσφυγή η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (T‑11/07), χωρίς το Γενικό Δικαστήριο να έχει διατάξει προσωρινά μέτρα, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ως άνω παραλείψεως εκτελέσεως χωρίς να αναμείνει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 60).
35. Στην παρούσα δίκη κρίνεται μόνον η συμπεριφορά των σλοβακικών αρχών σε σχέση με την απόφαση της 7ης Ιουνίου 2006 για την κρατική ενίσχυση C 25/05, δεδομένου ότι η Επιτροπή αιτιάται τη Σλοβακική Δημοκρατία ότι παρέβη την υποχρέωσή της να εκτελέσει την εν λόγω απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ και το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999. Επομένως, κατά πάγια νομολογία, δεν πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα του κύρους της εν λόγω αποφάσεως (18), αναμφισβήτητη προϋπόθεση, κατ’ εμέ, της υποχρεώσεως εκτελέσεως, η οποία αποτελεί το πραγματικό και αποκλειστικό αντικείμενο της παρούσας δίκης.
36. Το πρώτο ζήτημα προς επίλυση είναι ο προσδιορισμός της υποχρεώσεως που παραβιάστηκε. Η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της αποφάσεως, δεν υποχρεούνταν να ανακτήσει την ενίσχυση σε κάθε περίπτωση, αλλά μόνο να προσπαθήσει να την ανακτήσει. Έστω και αν γινόταν δεκτό ότι το σλοβακικό κείμενο της αποφάσεως θα μπορούσε να δώσει λαβή σε μια τέτοια ερμηνεία (19), εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της εφαρμοστέας νομοθεσίας και της πάγιας νομολογίας στον τομέα αυτόν, οι σλοβακικές αρχές δεν μπορούσαν να αγνοούν τι τους ζητούνταν στην πραγματικότητα. Συνεπώς, δεν πρέπει να κριθεί εν προκειμένω αν τήρησαν ή όχι την υποχρέωση να πράξουν τα αναγκαία για την ανάκτηση της ενισχύσεως, αλλά αν αυτή ανακτήθηκε πράγματι, διότι αυτό ήταν το περιεχόμενο της υποχρεώσεως. Διαφορετικό είναι το ζήτημα αν, στην περίπτωση που τελικά δεν ανακτηθεί η παράνομη ενίσχυση, το γεγονός ότι το οικείο κράτος έλαβε όλα τα αναγκαία προς τούτο μέτρα μπορεί να απαλλάξει το κράτος αυτό από την ευθύνη λόγω παραβάσεως, εφόσον αποδειχθεί απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως (βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψεις 45-47), πάντως η πρωτογενής υποχρέωση συνίσταται πάντοτε στην πραγματική ανάκτηση και όχι μόνο στη λήψη των μέτρων για την επίτευξή της. Πρόκειται, εν τέλει, για τυπική υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος· το αποτέλεσμα αυτό είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας των συνθηκών της αγοράς που κλονίζεται από την παράνομη ενίσχυση η οποία χορηγήθηκε σε έναν από τους παράγοντες της αγοράς (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 47). Εν πάση περιπτώσει, θα καταδείξω εν συνεχεία ότι η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δεν αξιώνεται με οποιοδήποτε τίμημα και, ειδικότερα, με θυσία αρχών οι οποίες είναι συνυφασμένες με το κράτος δικαίου και, ως τέτοιες, έχουν υιοθετηθεί από την Ένωση ως θεμελιώδεις αρχές της.
37. Καταρχάς, είναι πρόδηλο ότι η επίμαχη υποχρέωση παραβιάστηκε, διότι γεγονός είναι ότι η ενίσχυση δεν έχει ανακτηθεί. Με αυτή τη βάση, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η παραβίαση αυτή είναι δικαιολογημένη, χωρίς να ληφθεί υπόψη η παρατήρηση της Σλοβακικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σύντομη διάρκεια της προθεσμίας που ετάχθη για την ανάκτηση της ενισχύσεως. Ενδεχόμενη τέτοια αντίρρηση έπρεπε να είχε προβληθεί, όπως όλες οι σχετικές με το περιεχόμενο της αποφάσεως αντιρρήσεις, κατά της ίδιας της αποφάσεως και στο πλαίσιο ειδικής προσφυγής και όχι στο πλαίσιο της εκτελέσεώς της. Εξάλλου, οι σλοβακικές αρχές υποπίπτουν σε κάποιο βαθμό σε αντίφαση, καθόσον υποστηρίζουν, αφενός, ότι υπό τις προκείμενες συνθήκες καθίστατο αδύνατη η ανάκτηση της ενισχύσεως και, αφετέρου, ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο μόνο για σοβαρές δυσκολίες (πράγμα που θα δικαιολογούσε ανάγκη μεγαλύτερης προθεσμίας). Πάντως, αυτό που είναι βέβαιο και κρίσιμο είναι ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε 29 μήνες μετά την παραλαβή της αποφάσεως από τις σλοβακικές αρχές και μετά από επανειλημμένες υπενθυμίσεις εκ μέρους της Επιτροπής.
38. Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων σχετικών με τη διαδικασία ανακτήσεως των αδικαιολογήτως καταβληθεισών ενισχύσεων από τις οικείες εθνικές αρχές, λαμβάνονται υπόψη, καταρχήν, οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου (αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας· βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 22), οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται πάντοτε από τις εν λόγω εθνικές αρχές, περιλαμβανομένων των δικαστικών, κατά τον πλέον ευνοϊκό τρόπο για την εκτέλεση του δικαίου της Ένωσης (προπαρατεθείσα απόφαση Lucchini, σκέψη 60). Ο κανόνας αυτός προβλέπεται νομοθετικώς στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, που παραπέμπει «[σ]τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους», πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι οι διαδικασίες αυτές «επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής». Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί αμέσως ότι, βάσει της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, δεν μπορεί να απαιτηθεί ανάκτηση της ενισχύσεως «εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου».
39. Όπως καταδείχθηκε, η εσωτερική διαδικασία την οποία ακολούθησαν οι σλοβακικές αρχές είχε ως αποτέλεσμα ότι, σήμερα, η παράνομη ενίσχυση δεν έχει ανακτηθεί. Η Σλοβακική Δημοκρατία ουδόλως αποκλείει μεν ότι, τελικά, η εν λόγω ενίσχυση θα μπορέσει να ανακτηθεί, βεβαιώνοντας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά το άρθρο 228, παράγραφος 1, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, η οποία θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως η οποία έχει εμποδίσει μέχρι τώρα την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως. Εντούτοις, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, η Σλοβακική Δημοκρατία θα είχε υποπέσει σε κατακριτέα παράβαση, δεδομένου ότι η υποχρέωση που τη βάρυνε εν προκειμένω ήταν η εκτέλεση εντός ορισμένης προθεσμίας της αποφάσεως της 7ης Ιουνίου 2006.
40. Κατ’ εμέ, το ουσιαστικό ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω δεν είναι τόσο το αν η εσωτερική διαδικασία που ακολούθησε η Σλοβακική Δημοκρατία ήταν ή όχι πρόσφορη για την ανάκτηση της αδικαιολογήτως καταβληθείσας ενισχύσεως, όσο, για μία ακόμη φορά, το αν η ύπαρξη εν προκειμένω εθνικής δικαστικής αποφάσεως έχουσας ισχύ δεδικασμένου αποτελεί, άνευ ετέρου, επαρκή λόγο απαλλαγής ακόμη και από την υποχρέωση κινήσεως κάποιας διαδικασίας, κατά το μέτρο μάλιστα που, καταρχήν, το δεδικασμένο συνεπάγεται, ακριβώς, ότι δεν πρόκειται να ευοδωθεί καμία προσπάθεια επανεξετάσεως του περιεχομένου των αποφάσεων που έχουν ισχύ δεδικασμένου, ή, τουλάχιστον, ότι τούτο είναι εξαιρετικά δυσχερές, πράγμα ασυμβίβαστο, και πάλι καταρχήν, με τον επιτακτικό χαρακτήρα των προθεσμιών που τάσσονται συνήθως στα κράτη μέλη για την πραγματική ανάκτηση των ενισχύσεων που έχουν κηρυχθεί παράνομες.
41. Η ύπαρξη εν προκειμένω δικαστικής αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη σημαίνει ότι τίθεται εν αμφιβόλω αυτό που γίνεται συνήθως δεκτό στη διαδικασία λόγω παραβάσεως: ότι οι εθνικές πράξεις και διατάξεις που εμποδίζουν τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση μπορούν να καταργηθούν χωρίς μεγάλη δυσκολία, τηρουμένης της κατάλληλης διαδικασίας. Καθόσον η Σλοβακική Δημοκρατία επικαλείται την ύπαρξη τέτοιας αποφάσεως η οποία, ενδεχομένως χωρίς να αποκλείει πλήρως τη δυνατότητα ανακτήσεως της αδικαιολογήτως χορηγηθείσας ενισχύσεως, καθιστά ασφαλώς εξαιρετικά δυσχερή την επίτευξη του σκοπού αυτού, και καθόσον η Επιτροπή αντιτείνει συναφώς ότι το δεδικασμένο δεν μπορεί να αντιταχθεί λυσιτελώς στην υποχρέωση δέουσας και εμπρόθεσμης συμμορφώσεως προς την απόφασή της, είναι πρόδηλο ότι το νομικό πρόβλημα ουσίας έγκειται, για μία ακόμη φορά, στη σημασία του δεδικασμένου κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων της ευθύνης των κρατών ενόψει των υποχρεώσεών τους έναντι της Ένωσης. Εν τέλει, το ζήτημα αυτό ανάγεται στον προσδιορισμό της συστηματικής διαρθρώσεως μεταξύ των εθνικών δικαίων και του κοινοτικού δικαίου.
42. Υφίστανται επομένως οι ακόλουθες δυνατότητες: Αν, αφενός, δεν ληφθεί υπόψη το δεδικασμένο ως καθοριστικό στοιχείο μιας ιδιότητας των δικαστικών αποφάσεων που έχουν καταστεί απρόσβλητες που δικαιολογεί ιδιαίτερη αντιμετώπισή τους, διαφορετική από την αντιμετώπιση άλλων κρατικών πράξεων και διατάξεων, θα πρέπει να συναχθεί ότι εν προκειμένω η υπόθεση πρέπει να κριθεί κατ’ εφαρμογήν της γνωστής νομολογίας στον τομέα των παραβάσεων των διοικητικών και νομοθετικών αρχών των κρατών. Αν, αντιθέτως, το δεδικασμένο θεωρηθεί ως περίσταση που πρέπει να εκτιμηθεί ιδιαιτέρως κατά τον καθορισμό της ευθύνης του κράτους, το ζήτημα που θα ανακύψει τότε είναι σε ποιο βαθμό ισχύει τούτο. Μέχρι το σημείο που να δικαιολογεί άνευ ετέρου την παράβαση ή, κατά τρόπο λιγότερο ακραίο, μέχρι το σημείο που να γίνει δεκτό ότι, ενώ παραμένει η υποχρέωση του κράτους, τούτο μπορεί να κινήσει διάφορες πιθανές διαδικασίες για την άρση του εν λόγω δεδικασμένου οι οποίες, λόγω της πολυπλοκότητάς τους, απαιτούν προθεσμίες μεγαλύτερες από τις συνήθεις.
43. Η παρούσα υπόθεση παρέχει έτσι την ευκαιρία να παρασχεθούν κάποιες διευκρινίσεις, από ορισμένη οπτική γωνία, όσον αφορά τον προσδιορισμό της συστηματικής διαρθρώσεως μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του δικαίου των κρατών. Πράγματι, αν και η αρχή της υπεροχής έχει κατοχυρωθεί σε αρκούντως στέρεη βάση τόσο αυτή καθεαυτή όσον και ως προς τη λογική των αποτελεσμάτων της (20), μικρότερη πρόοδος υπάρχει σε ό,τι αφορά το εύρος της εν λόγω αρχής όταν εμπλεκόμενη σε μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ των εθνικών δικαίων και του κοινοτικού δικαίου είναι η δικαστική εξουσία ενός κράτους.
44. Ασφαλώς, η δικαστική εξουσία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κράτους μέλους όσον αφορά την ευθύνη του τόσο έναντι των πολιτών του λόγω προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το δίκαιο της Ένωσης (βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑224/01, Köbler (21)), όσο και έναντι της Ένωσης βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C-129/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (22), σκέψη 29), οπότε, σύμφωνα με τη λογική αυτών των διαρθρωτικών αρχών, μια δικαστική απόφαση, έστω και αν έχει καταστεί απρόσβλητη (όπως αποδεικνύει η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2009, C‑154/08, Επιτροπή κατά Ισπανίας (23)), ουδέποτε θα μπορούσε να επικρατήσει ενός κοινοτικού κανόνα, διατάξεως ή πράξεως, όπως δεν θα μπορούσε και ο νόμος, ή, ενδεχομένως, μια συνταγματική διάταξη.
45. Η απλότητα των ανωτέρω είναι εντούτοις, απατηλή για διάφορους λόγους: πρώτον, διότι η δικαστική εξουσία του κράτους μέλους αποτελεί επίσης, από λειτουργικής απόψεως, δικαστική εξουσία της Ένωσης, οπότε η διάρθρωση την οποία αφορούν οι εν λόγω αρχές δεν λειτουργεί σε σχέση με ξεχωριστά και διακρινόμενα μεταξύ τους συστήματα κανονιστικού χαρακτήρα και εξουσιών, αλλά σε σχέση με εξουσία οι πράξεις της οποίας συνενώνουν τους κανόνες των ανταγωνιστικών αυτών συστημάτων. Δεύτερον, και σημαντικότερο, διότι, λόγω της θεσμικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους, τα δικαστήρια διαφεύγουν κάθε δυνατότητα επεμβάσεως και ασκήσεως επιρροής εκ μέρους των κυβερνήσεων, ήτοι, εκ μέρους εκείνων που αντιπροσωπεύουν το κράτος στις σχέσεις του με την Ένωση και υπέχουν άμεση ευθύνη έναντι της Ενώσεως όσον αφορά τη λήψη των πρόσφορων εθνικών μέτρων για τη δέουσα εκπλήρωση των κοινοτικών τους υποχρεώσεων. Η δέσμευση αυτή, η οποία μπορεί να αφορά εμμέσως ακόμη και τη νομοθετική εξουσία κατά το μέτρο που τα κοινοβουλευτικά δημοκρατικά συστήματα των κρατών μελών εξασφαλίζουν πάντοτε τη σύμπτωση της βουλήσεως της Κυβερνήσεως με τη βούληση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, είναι καταρχήν παντελώς ξένη προς τη βούληση των δικαστών και των δικαστηρίων. Τέλος, διότι οι αρχές της ασφάλειας και της βεβαιότητας τις οποίες υπηρετεί ο θεσμός του δεδικασμένου ουδόλως είναι ξένες προς το δίκαιο της Ένωσης, αλλ’ αντιθέτως συνιστούν θεμελιώδεις αρχές του εν λόγω δικαίου από τις οποίες δεν χωρεί παραίτηση.
46. Ακόμη και αν η απόφαση Lucchini, στην οποία θα επανέλθω αμέσως, θα μπορούσε να δώσει αφορμή για διαφορετική ερμηνεία, εντούτοις το Δικαστήριο ουδέποτε έπαυσε να τονίζει τον σεβασμό που οφείλεται στο δεδικασμένο ως χαρακτηριστική αρχή του κράτους δικαίου, την οποία για τον λόγο αυτό έχει επίσης υιοθετήσει ως ίδια αρχή η Ένωση, ως κοινότητα κρατών στηριζόμενων στις αρχές που χαρακτηρίζουν κατ’ ουσίαν το κράτος δικαίου. Παραπομπή μπορεί να γίνει στην πρόσφατη απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑2/08, Fallimento Olimpiclub (24), σκέψη 22 (με παραπομπή στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Köbler, σκέψη 38, και Kapferer, σκέψη 20), στην οποία επισημαίνεται η «σημασία της αρχής του δεδικασμένου τόσο στην κοινοτική έννομη τάξη όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις», διότι «προς διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλεται να μην μπορεί να τεθεί ζήτημα κύρους των δικαστικών αποφάσεων οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που τάσσονται για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων».
47. Ακολουθώντας την ίδια γραμμή συλλογισμού, το Δικαστήριο έφτασε στο σημείο να δεχθεί ότι τα κράτη δεν υποχρεούνται, καταρχήν, να αγνοήσουν τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν καταστεί απρόσβλητες ακόμα και στην περίπτωση που κατ’ αυτόν τον τρόπο θα καθίστατο δυνατή η εξάλειψη παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 1999, C‑126/97, Eco Swiss (25), και προπαρατεθείσα απόφαση Kapferer). Για την εξάλειψη αυτή, συνεπώς, επιβάλλεται η προσφυγή στις εσωτερικές διαδικασίες επανεξετάσεως τέτοιων αποφάσεων που ενδεχομένως προβλέπει η οικεία έννομη τάξη (προπαρατεθείσα απόφαση Kühne & Heitz). Σε έσχατη περίπτωση, αν δεν υπάρχει δυνατότητα τέτοιας επανεξετάσεως, το Δικαστήριο έχει προτιμήσει να αναγάγει την καταστείσα απρόσβλητη δικαστική απόφαση σε παράβαση ικανή να θεμελιώσει ευθύνη του κράτους (π.χ., προπαρατεθείσα απόφαση Köbler) παρά να παραβιάσει το δεδικασμένο. Πάντως, τα ανωτέρω δεν έχουν διατυπωθεί με απόλυτο τρόπο, διότι, «λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας της δικαιοδοτικής δραστηριότητας καθώς και των νομίμων επιταγών της ασφάλειας δικαίου, η ευθύνη του κράτους δεν είναι απεριόριστη σε τέτοιου είδους περιπτώσεις» και «θεμελιώνεται μόνο στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο παρέβη προδήλως το εφαρμοστέο δίκαιο» (απόφαση της 13ης Ιουνίου 2006, C‑173/03, Traghetti del Mediterraneo (26), σκέψη 32). Ήτοι, έχει επιλέξει, εν τέλει, την εξαρτημένη από προϋποθέσεις ευθύνη προς αποζημίωση αντί για την επαναφορά, με οποιοδήποτε τίμημα, της καταστάσεως που προϋπήρχε της προσβολής της κοινοτικής εννόμου τάξεως, μέσω της άνευ ετέρου εξαφανίσεως της αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη.
48. Τα ανωτέρω είναι συνέπεια της αντιμετωπίσεως της ασφάλειας δικαίου ως μίας από τις γενικές αρχές που αναγνωρίζονται από το δίκαιο της Ένωσης (π.χ., απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C‑2/06, Kempter (27), σκέψη 37) η οποία, ως τέτοια αρχή, περιλαμβάνεται μεταξύ των ορίων που επιβάλλει το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 στην απαίτηση ανακτήσεως κρατικής ενισχύσεως από την Επιτροπή. Δεν πρόκειται, όπως προανέφερα, για νομολογία αναθεωρηθείσα ως προς τις βασικές γραμμές της με την απόφαση Lucchini. Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας L. A. Geelhoed με τις προτάσεις του της 14ης Σεπτεμβρίου 2006 (σημείο 16), η υπόθεση Lucchini, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των πραγματικών και νομικών περιστάσεών της, ήταν «όλως ιδιάζουσα» υπόθεση (28). Ασφαλώς ήταν τέτοια υπόθεση διότι, σε αντίθεση με προγενέστερες υποθέσεις που είχε δικάσει το Δικαστήριο, η επίμαχη δικαστική απόφαση που είχε καταστεί απρόσβλητη ήταν μεταγενέστερη της κοινοτικής πράξεως με την οποία ερχόταν σε αντίθεση. Δεν επρόκειτο, συνεπώς, για κοινοτική πράξη ή διάταξη που η εκτέλεσή της στο εσωτερικό δίκαιο καθίστατο δυσχερής εξαιτίας μιας ήδη υφιστάμενης και δικαστικής αποφάσεως που είχε καταστεί απρόσβλητη, αλλά όλως αντιθέτως, για απόφαση της Επιτροπής η οποία, έχοντας εκδοθεί σε τομέα αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκρούεται με το εμπόδιο μιας μεταγενέστερης επίσης απρόσβλητης αποφάσεως αναρμόδιου δικαστηρίου. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η σύγκρουση δεν ήταν μεταξύ της ασφάλειας και της βεβαιότητας του δεδικασμένου, αφενός, και της υπεροχής και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, αφετέρου, αλλά αντιπαρατίθεντο η ασφάλεια και η βεβαιότητα ως προς τους όρους διαρθρώσεως της σχέσεως μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και των κρατών, αφενός, με την παράνομη επιδίωξη να εδραιωθεί στην εσωτερική έννομη τάξη μια εθνική απόφαση εκδοθείσα καθ’ όλα αναρμοδίως, αφετέρου. Εξ αυτού του λόγου το Δικαστήριο επικέντρωσε την ανάλυσή του στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ενώσεως και των κρατών, παραλείποντας, σε μεγάλο βαθμό, να εξετάσει την υπόθεση υπό το πρίσμα του δεδικασμένου.
49. Πάντως, αν εξεταστεί περαιτέρω η δεύτερη αυτή οπτική γωνία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατ’ ουσίαν, αυστηρώς θεωρούμενη, η απρόσβλητη απόφαση που αποτέλεσε τη βάση της υποθέσεως Lucchini εκδόθηκε σε διαδικασία η οποία υπερέβαινε τα τυπικά όρια της αυστηρώς εθνικής ένδικης διαδικασίας. Πράγματι, μπορεί να λεχθεί ότι, εφόσον η εν λόγω διαδικασία είχε ως αντικείμενο θέμα το οποίο ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, οι αποφάσεις της δικαστικής εξουσίας που έθιγαν την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής εντάσσονταν σε μια λειτουργικώς κοινοτική διαδικασία. Συνεπεία τούτου θα μπορούσε να λεχθεί ότι το εθνικό δικαστήριο που εξέδωσε τις εν λόγω αποφάσεις είχε δικαιοδοσία να τις εκδώσει μόνο ως δικαστήριο της Ένωσης και, συνεπώς, υποκείμενο αυστηρώς στην κοινοτική έννομη τάξη. Επομένως, τελικά, από τέτοιες αποφάσεις ουδέποτε θα μπορούσε να προκύψει εγκύρως μια κρίση όπως αυτή της υποθέσεως Lucchini που ερχόταν τόσο ανοιχτά σε αντίθεση με την απόφαση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο εκείνης της ένδικης διαδικασίας, τυπικώς εσωτερικής αλλά λειτουργικώς και ουσιαστικώς κοινοτικής, μπορούσε να εκδοθεί απόφαση αναμφίβολα απρόσβλητη από απόψεως του εθνικού δικαίου, αλλά χωρίς καμία νομική ισχύ στο πλαίσιο της ουσιαστικώς κοινοτικής διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή και σε παρόμοιες περιπτώσεις την τελευταία λέξη (οριστική και αμετάκλητη) έχει πάντα το Δικαστήριο (παραπομπή πρέπει να γίνει πάλι στην πρόσφατη απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ισπανίας).
50. Προφανώς, το κράτος μέλος αποδέκτης αποφάσεως που το διατάσσει να ανακτήσει παρανόμως χορηγηθείσες ενισχύσεις οφείλει, βάσει του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εκτελέσει την απόφαση αυτή σε ό,τι αφορά την ανάκτηση, αμελλητί, των αδικαιολογήτως καταβληθεισών ενισχύσεων (π.χ., προπαρατεθείσα απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψεις 42-43). Η υποχρέωση αυτή, εντούτοις, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων όπως αυτή που μόλις περιγράφηκε, δεν μπορεί να οδηγήσει σε θυσία των αξιών της ασφάλειας και βεβαιότητας τις οποίες υπηρετεί ο θεσμός του δεδικασμένου, εκτός αν εκπληρωθεί μέσω καθιερωμένων διαδικασιών με τις διατυπώσεις και τους όρους που είναι χαρακτηριστικοί της διαδικαστικής νομιμότητας, οι οποίες, συνεπώς, τηρούν τις ίδιες αρχές της βεβαιότητας, ασφάλειας και προβλεψιμότητας στις οποίες θεμελιώνεται το απρόσβλητο των δικαστικών αποφάσεων. Με άλλα λόγια, η Ένωση ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η ανάκτηση μιας παράνομης ενισχύσεως μπορεί να επιτευχθεί δια της παραβιάσεως από το κράτος της διαδικαστικής του νομιμότητας, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα του επέβαλε την προσβολή μιας θεμελιώδους αρχής του κράτους δικαίου. Κατά συνέπεια, η Ένωση ουδέποτε αγνόησε ορισμένες αξίες και αρχές που συνιστούν συνταγματικές παραδόσεις οι οποίες είναι κοινές στα κράτη και τις οποίες έχει, ως εκ τούτου, υιοθετήσει. Διαφορετικό είναι το ζήτημα ότι, όπως θα καταδείξω αμέσως, η Ένωση ασφαλώς μπορεί να αξιώσει από τα κράτη να καθίσταται δυνατή από τη δικονομική τους νομοθεσία, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επανεξέταση μιας αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο αποφάσεως ακόμη και αν έχει καταστεί απρόσβλητη. Μπορεί, δηλαδή, να επιβάλλει την προβλεπόμενη από τον νόμο εξαφάνιση της αποφάσεως, αλλά ουδέποτε μια κατά περίπτωση παράβαση.
51. Επιστρέφοντας στην υπό κρίση υπόθεση: Μπορεί να αξιωθεί από τα κράτη το αποτέλεσμα της ανακτήσεως των ενισχύσεων, χωρίς όμως να θυσιάζονται οι θεμελιώδεις εγγυήσεις της διαδικασίας που πρέπει να τηρηθεί για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Καταρχήν δε, δεν πρέπει να θυσιάζεται ούτε η αρχή της διαδικαστικής αυτοτέλειας των κρατών, υπό την επιφύλαξη, εν πάση περιπτώσει, ότι οι διατάξεις εθνικού δικαίου εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να μην καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την ανάκτηση της ενισχύσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Alcan Deutschland, σκέψη 24) και ότι στις κοινοτικές πράξεις και διατάξεις επιφυλάσσεται μεταχείριση αντίστοιχη εκείνης που προβλέπεται για τις εθνικές πράξεις και διατάξεις (προπαρατεθείσα απόφαση Fallimento Olimpiclub, σκέψη 24).
52. Στην ίδια γραμμή συλλογισμού, εκτιμώ ότι η υποχρέωση των κρατών να επιτύχουν το αποτέλεσμα της ανακτήσεως των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων αναπόφευκτα υπονοεί, κατ’ αποτέλεσμα, την υποχρέωση να οργανώσουν τη δικονομία τους κατά τρόπον ώστε το αποτέλεσμα αυτό να καθίσταται δυνατό γενικώς και χωρίς να χρειάζεται να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι αρχές οι οποίες χαρακτηρίζουν το κράτος δικαίου. Με πιο άμεση διατύπωση, πρόκειται, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, για υποχρέωση των κρατών να έχουν προβλέψει νομοθετικώς, μεταξύ των λόγων άρσεως του δεδικασμένου που προβλέπονται κανονικά στις αντίστοιχες έννομες τάξεις τους, τον λόγο που συνίσταται στον παράνομο χαρακτήρα, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, της πράξεως ή της αποφάσεως που έχουν ισχύ δεδικασμένου.
53. Τέτοια τάση διαπιστώνεται καταρχήν σε κάποια κράτη τα οποία, μεριμνώντας για την τήρηση των διεθνών δεσμεύσεών τους, έχουν διεξαγάγει διάφορες διαδικασίες που επιβάλλονταν από τις περιστάσεις προκειμένου να διευκολύνουν την εκτέλεση και την αποτελεσματικότητα στην εσωτερική έννομη τάξη διεθνών δικαστικών αποφάσεων, παρά την ύπαρξη εσωτερικών δικαστικών αποφάσεων οι οποίες είχαν ισχύ δεδικασμένου. Παράδειγμα αποτελεί η απόφαση του ιταλικού Corte di Cassazione της 3ης Οκτωβρίου 2006 (Somogyi), που διέταξε την επανάληψη μιας ποινικής διαδικασίας που είχε περατωθεί με απόφαση που είχε καταστεί απρόσβλητη προκειμένου να εφαρμοσθεί δεόντως μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η, επίσης σε σχέση με τη Σύμβαση της Ρώμης, η νομολογία που θεμελίωσε το ισπανικό Tribunal Constitucional με την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1991 (Bultó), επιτρέποντας κατ’ εξαίρεση την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της συνταγματικής προσφυγής ως μέσο για την εκτέλεση στην εσωτερική έννομη τάξη ορισμένων αποφάσεων του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, μέχρις ότου ο νομοθέτης αποφασίσει τη μεταρρύθμιση της διαδικασίας που απαιτείται ώστε, σε ορισμένες περιπτώσεις, η εκτέλεση αυτή να μπορεί να επιτυγχάνεται με προσφυγή ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων.
54. Πρωτίστως όμως, και ήδη σε συμφωνία ακριβώς με τη άποψη που υποστηρίζω, ορισμένες έννομες τάξεις όπως, ακριβώς, η σλοβακική, μεταρρύθμισαν τη δικονομία τους. Έτσι, με την πρόσφατη μεταρρύθμιση της 15ης Οκτωβρίου 2008, προστέθηκε το σημείο e στο άρθρο 228, παράγραφος 1, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Σλοβακικής Δημοκρατίας, βάσει της οποίας αποτελεί λόγο επανεξετάσεως μιας τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως που έχει περιβληθεί την ισχύ του δεδικασμένου το γεγονός ότι «δεν είναι σύμφωνη με απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης ή άλλου οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Παρόμοια διάταξη είχε προστεθεί για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με μεταρρύθμιση της 1ης Σεπτεμβρίου 2005. Τούτο αποτελεί άψογη λύση διότι σέβεται τις διεθνείς δεσμεύσεις των κρατών και παρέχει τις τυπικές εγγυήσεις νομιμότητας που είναι συνυφασμένες με το κράτος δικαίου.
55. Από αυτή την άποψη, μπορεί να λεχθεί ότι η Σλοβακική Δημοκρατία προέβη σε αξιοσημείωτη προσπάθεια για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως κράτος μέλος προσαρμόζοντας τη διάρθρωση της εννόμου τάξεώς της στις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Πράγματι, εφεξής υφίσταται κατάλληλο και ικανοποιητικό μέσο για την εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα αυτόν, το οποίο αίρει τη δυσχέρεια που μέχρι τώρα δημιουργούσε η ύπαρξη δικαστικών αποφάσεων με ισχύ δεδικασμένου.
56. Το συμπέρασμα είναι διαφορετικό αν επικεντρωθώ, όπως αρμόζει εν προκειμένω, στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως και εξετάσω τη δραστηριότητα που ανέπτυξαν οι σλοβακικές αρχές σε ό,τι αφορά την εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Ιουνίου 2006. Είναι αδιαμφισβήτητο, επιμένω, και ασφαλώς δεν αντικρούεται από τη Σλοβακική Δημοκρατία, ότι ακόμη δεν έχει καταστεί δυνατό να ανακτηθεί η ενίσχυση που αδικαιολογήτως χορηγήθηκε στη Frucona. Το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η παράβαση που επικρίνεται εν προκειμένω αποτελεί γεγονός. Σε αυτό ουδόλως ουδόλως αντιτάχθηκε ως δικαιολογία η αδυναμία που οφειλόταν στην ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, διότι οι σλοβακικές αρχές, όπως εκτέθηκε, επικαλέστηκαν μόνο τις δυσκολίες που ενέχει η ανάκτηση της ενισχύσεως, ουδέποτε όμως ότι η ανάκτηση είναι αδύνατη.
57. Έστω και αν γίνει δεκτό ότι το νομικό καθεστώς του πτωχευτικού συμβιβασμού συνεπάγεται κατά το σλοβακικό δίκαιο ότι η δικαστική επικύρωσή του προκάλεσε την απόσβεση της διαγραφείσας φορολογικής οφειλής και, ως τέτοια, συνιστά, κατά την Επιτροπή, παράνομη ενίσχυση, εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως που εξέφρασε η Σλοβακική Δημοκρατία στα διάφορα διαδικαστικά της έγγραφα και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν αποκλείονταν ορισμένες διαδικαστικές δυνατότητες οι οποίες, αν εφαρμόζονταν με επιμέλεια, είναι πολύ πιθανό ότι θα είχαν οδηγήσει στην ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
58. Έτσι οι επίμαχες δικαστικές αποφάσεις, μολονότι έχουν ισχύ δεδικασμένου, δεν αποκλείεται να είχαν παύσει να αποτελούν εμπόδιο για την ανάκτηση της ενισχύσεως αν η ανάκτηση αυτή ζητούνταν με επίκληση, ως causa petendi [νομικού και πραγματικού ερείσματος του αιτήματος] ειδικής και διαφορετικής από την προηγούμενη, του επελθόντος γεγονότος της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία εζητείτο η επιστροφή του ποσού της, καθόσον το άρθρο 26 του νόμου 231/1999, περί των κρατικών ενισχύσεων, προβλέπει ότι «βάσει αποφάσεως της Επιτροπής σχετικής με παράνομη ενίσχυση, ο χορηγήσας την ενίσχυση έχει την υποχρέωση να ζητήσει την επιστροφή της από τον αποδέκτη». Επίσης δεν αποκλείεται ότι, ακόμη και πριν την ως άνω μεταρρύθμιση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του 2008, η υπό κρίση υπόθεση ενέπιπτε στον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 118, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, το οποίο προβλέπει ως λόγο επαναλήψεως της ένδικης διαδικασίας την ύπαρξη «στοιχείων, αποφάσεων και αποδεικτικών μέσων» τα οποία δεν μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν στην κύρια δίκη και θα μπορούσαν να είναι κρίσιμα για την έκβασή της. Τέλος, ουδόλως αποκλείεται ότι η εν λόγω μεταρρύθμιση του 2008, καθόσον συμπεριέλαβε ειδικό λόγο αναιρέσεως αφορώντα τις αποφάσεις της Ένωσης, θα μπορούσε να χρησιμεύσει, από τη θέση της σε ισχύ, για την ανάκτηση της ενισχύσεως. Στην πραγματικότητα άλλωστε, αυτή φαίνεται να είναι η προσέγγιση που έχει υπόψη του ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας κατόπιν της αιτήσεως που του απηύθυνε η φορολογική αρχή προκειμένου να επιδιώξει την αναίρεση της τελεσίδικης αποφάσεως.
V – Ανακεφαλαίωση
59. Από το σύνολο των ανωτέρω συνάγεται ότι, αν και η Σλοβακική Δημοκρατία προέβη σε νομοθετικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες, θεωρούμενες συνολικά, πρέπει εφεξής να καθιστούν δυνατή τη δέουσα εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, εντούτοις, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως και για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, η Σλοβακική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωσή της να εκτελέσει την απόφαση της Επιτροπής της 7ης Ιουνίου 2006.
VI – Πρόταση
60. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι η Σλοβακική Δημοκρατία, μη εκτελώντας την απόφαση της Επιτροπής της 7ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 25/05 (πρώην NN 21/05) στην οποία προέβη η Σλοβακική Δημοκρατία υπέρ της Frucona Košice a.s., παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 288, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ και από το άρθρο 2 της ως άνω αποφάσεως.
2) να καταδικάσει τη Σλοβακική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2– Κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2006) 2082 και δημοσιευθείσα σε ΕΕ L 112, σ. 14.
3– Το ανώτατο πολιτικό δικαστήριο της Σλοβακικής Δημοκρατίας.
4– Συλλογή 1990, σ. I‑959.
5– Συλλογή 1991, σ. I‑1603.
6– Συλλογή 2006, σ. I-10071.
7– Συλλογή 2003, σ. I-6695.
8– Συλλογή 2005, σ. I-3875.
9– Συλλογή 1990, σ. I-3437.
10– Συλλογή τόμος 1972-73, σ. 567.
11– Συλλογή τόμος 1977, σ. 171.
12– Συλλογή 1997, σ. I-1595.
13– Συλλογή 2007, σ. I-6199.
14– Συλλογή 2004, σ. I-837.
15– Συλλογή 2006, σ. I-2585.
16– Συλλογή 1983, σ. 2633.
17– ΕΕ L 83, σ.1.
18– Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί παρανομία της αποφάσεως ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως που στηρίζεται στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως (βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 6ης Μαρτίου 2008, C‑196/07, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2008, σ. I‑41, σκέψη 34), εκτός αν πρόκειται για ιδιαιτέρως σοβαρά ελαττώματα τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χαρακτηρισμό της αποφάσεως ως ανυπόστατης (απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988, C‑226/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1988, σ. 3611, σκέψη 16).
19– Έστω και αν δεν χωρεί αμφιβολία, όπως ισχυρίστηκε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως (σημείο 10), αν ληφθούν υπόψη οι λοιπές γλωσσικές αποδόσεις της αποφάσεως. Βλ., για παράδειγμα, στα αγγλικά: «to recover the aid»· στα γαλλικά: «récupérer l´aide»· στα γερμανικά: «Beihilfe zurückzufordern», σε αυτό δε το πολύγλωσσο πλαίσιο πρέπει να ερμηνεύονται οι διατάξεις της αποφάσεως (βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C‑219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I‑4411, σκέψη 15).
20– Στο πλαίσιο μιας μακράς διαδικασίας που ξεκίνησε με αποφάσεις εμβληματικές όπως οι Costa κατά Enel (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191) και Simmenthal (απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Συλλογή τόμος 1978, σ. 239). Έκτοτε γίνεται παγίως δεκτό ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως, το δίκαιο της Ένωσης επικρατεί του δικαίου των κρατών, χωρίς αυτά να έχουν τη δυνατότητα να αντιτάξουν ούτε καν κανόνες μεγαλύτερης τυπικής ισχύος.
21– Συλλογή 2003, σ. I-10239.
22– Συλλογή 2003, σ. I-14637.
23– Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.
24– Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.
25– Συλλογή 1999, σ. I‑3055.
26– Συλλογή 2006, σ. I-5177.
27– Συλλογή 2008, σ. I-411.
28– Έτσι εκτιμά και μεγάλο μέρος της θεωρίας, βλ., μεταξύ άλλων, Germelmann, C.F., EWS, 9/2007, σ. 392· Kremer, C., EuZW, 23/2007, σ. 726. Εξάλλου, κρατούσα είναι η άποψη ότι με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο δεν ανέτρεψε την προηγούμενη νομολογία, αλλά μάλλον ενέμεινε στην παραδοσιακή νομολογία του· βλ., μεταξύ άλλων, Peroni, G., Dirittodelcommerciointernazionale, 22.1, 2008, σ. 221· Biondi, A., CommonMarketLawReview, 2008, σ. 1459· Fontana, E., Dirittodelcommerciointernazionale, 22.1, 2008, σ. 193.
Full & Egal Universal Law Academy