ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 28ης Ιανουαρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑526/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου
«Γλωσσικό καθεστώς – Δικαιώματα άμυνας – Αρχή ne bis in idem –Δεδικασμένο – Άρθρο 228 ΕΚ – Οδηγία 91/676/ΕΟΚ– Προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως – Ασύμβατο εθνικών μέτρων με τους κώδικες για τις χρονικές περιόδους, τις προϋποθέσεις και τις μεθόδους διασποράς λιπασμάτων»
I – Εισαγωγή
1. Η Επιτροπή προβάλλει αιτιάσεις σε σχέση με τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του Λουξεμβούργου της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1991 για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως (2) (στο εξής: οδηγία για τα νιτρικά). Ειδικότερα, οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν την έλλειψη απαγορεύσεων σχετικά με τη διασπορά λιπασμάτων κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων χρονικών περιόδων, τις χωρητικότητες αποθηκεύσεως κοπριάς, τη διασπορά λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη καθώς και τις μεθόδους διασποράς.
2. Η παρούσα ένδικη διαφορά είναι ασυνήθης στον βαθμό που το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει παρόμοιες αιτιάσεις στην από 8 Μαρτίου 2001 απόφασή του (3). Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η προϋπάρχουσα απόφαση αποτελεί κώλυμα για την παρούσα προσφυγή. Ένα ακόμη δικονομικό πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι η Επιτροπή επισύναψε δύο γνωμοδοτήσεις συνταγμένες στην αγγλική γλώσσα παρότι η διαδικασία διεξάγεται στη γαλλική.
II – Νομικό πλαίσιο
3. Το παραδεκτό της προσφυγής διέπεται ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 228 ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 260 ΣΛΕΕ):
«1) Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ της παρούσας συνθήκης, το κράτος αυτό οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
2) Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έλαβε τα προαναφερόμενα μέτρα, συντάσσει, αφού παράσχει σ' αυτό το κράτος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, αιτιολογημένη γνώμη, διευκρινίζοντας τα σημεία στα οποία το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου.
Εάν το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία που όρισε η Επιτροπή, τότε η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που οφείλει να καταβάλει το κράτος μέλος και το οποίο η Επιτροπή κρίνει κατάλληλο για την περίσταση.
Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με την απόφασή του, μπορεί να του επιβάλει την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής.
Η διαδικασία αυτή δεν θίγει το άρθρο 227.»
4. Η υπόθεση αφορά στη μεταφορά της οδηγίας για τα νιτρικά στο εθνικό δίκαιο. Ο σκοπός της οδηγίας ορίζεται στο άρθρο 1 ως ακολούθως:
«Η παρούσα οδηγία αποβλέπει:
– στη μείωση της ρύπανσης των υδάτων που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως και
– στην πρόληψη της περαιτέρω ρύπανσης αυτού του είδους.»
5. Στην προκειμένη περίπτωση ενδιαφέρον έχουν οι ορισμοί που περιέχονται στο άρθρο 2, στοιχεία ε΄ έως ζ΄, σύμφωνα με τους οποίους νοούνται ως
«ε) “λίπασμα”, κάθε ουσία που περιέχει αζωτούχο ένωση ή ενώσεις και διασπείρεται στο έδαφος προκειμένου να τονώσει την ανάπτυξη των φυτών˙ περιλαμβάνονται και η κόπρος, τα κατάλοιπα ιχθυοτροφείων και οι λυματολάσπες,
στ) “χημικό λίπασμα”, κάθε βιομηχανικώς παρασκευαζόμενο λίπασμα,
ζ) “κόπρος”, τα περιττώματα ζώων ή μείγμα στρωμνής και περιττωμάτων ζώων, έστω και μεταποιημένα.»
6. Το άρθρο 5, παράγραφος 4, ρυθμίζει το περιεχόμενο του επίμαχου προγράμματος δράσεως:
«4) Τα προγράμματα δράσης εφαρμόζονται εντός τετραετίας από τη σύνταξή τους και περιλαμβάνουν τα εξής υποχρεωτικά μέτρα:
α) τα μέτρα του παραρτήματος ΙΙΙ,
β) τα μέτρα τα οποία τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν στον ή στους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4, εκτός από όσα έχουν καταστεί κενά νοήματος λόγω των μέτρων του παραρτήματος ΙΙΙ.»
7. Ειδικότερα, πρόκειται για τα κατωτέρω μέτρα που αναφέρονται στα παραρτήματα II και III:
«Παράρτημα II
Κώδικας(ες) ορθής γεωργικής πρακτικής
A. Ο κώδικας ή οι κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής που αποβλέπουν στη μείωση της νιτρορρυπάνσεως και συνεκτιμούν τις συνθήκες που επικρατούν στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας, οφείλουν να περιλαμβάνουν κανόνες σχετικά με τα παρακάτω θέματα, εφόσον αυτά έχουν σημασία στις εκάστοτε συνθήκες:
1. τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες δεν ενδείκνυται η διασπορά λιπασμάτων στο έδαφος,
2. τη διασπορά λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη,
3. [...],
4. [...],
5. τη χωρητικότητα και τον τρόπο κατασκευής των δοχείων αποθήκευσης της κόπρου, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για πρόληψη της ρύπανσης των υδάτων από την απορροή και τη διαρροή, στα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα, υγρών που περιέχουν κόπρο και λυμάτων από αποθηκευμένα φυτικά υλικά όπως π.χ. από ενσιρωμένη χορτονομή,
6. μεθόδους για τη διασπορά στο έδαφος τόσο χημικών λιπασμάτων όσο και κόπρου, συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας και της ομοιομορφίας της διασποράς, που να διατηρούν τις απώλειες θρεπτικών στοιχείων στο νερό σε αποδεκτό επίπεδο.
B. [...]
Παράρτημα III
Μέτρα που θα περιληφθούν σε προγράμματα δράσης σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄
1. Τα μέτρα θα περιλαμβάνουν κανόνες σχετικούς με:
1. τις περιόδους κατά τις οποίες θα απαγορεύεται η διασπορά στο έδαφος ορισμένων τύπων λιπασμάτων,
2. τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς· η χωρητικότητα αυτή πρέπει να υπερβαίνει τη χωρητικότητα που απαιτείται για αποθήκευση κατά τη διάρκεια της μακρότερης περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται η διασπορά κοπριάς στο έδαφος στην ευπρόσβλητη ζώνη, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί στην αρμόδια αρχή ότι κάθε πλεονάζουσα ποσότητα κοπριάς πέραν από όση χωρούν τα δοχεία θα διατίθεται κατά τρόπο αβλαβή για το περιβάλλον,
3. [...]».
III – Ιστορικό της διαφοράς και αιτήματα
8. Η μεταφορά της οδηγίας για τα νιτρικά στην εθνική έννομη τάξη του Λουξεμβούργου έγινε αρχικά με την κανονιστική ρύθμιση του Μεγάλου Δούκα της 20ής Σεπτεμβρίου 1994, περί χρήσεως οργανικών λιπασμάτων στη γεωργία, και περί τροποποιήσεως της ήδη τροποποιημένης κανονιστικής ρυθμίσεως του Μεγάλου Δούκα της 14ης Απριλίου 1990, περί λυματολάσπης (4) (στο εξής: κανονιστική ρύθμιση του 1994).
9. Μία πρώτη διαδικασία παραβάσεως αφορούσε τη ρύθμιση αυτή. Στις 8 Μαρτίου 2001, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Λουξεμβούργο, παραλείποντας να θεσπίσει όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5, παράγραφοι 4 και 6, και 10, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τα παραρτήματα ΙΙ Α, ΙΙΙ, σημείο 1.3, και V, σημείο 4, στοιχείο ε΄, της οδηγίας για τα νιτρικά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή (5).
10. Ήδη κατά τη διάρκεια της πρώτης αυτής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, το Λουξεμβούργο αντικατέστησε την κανονιστική ρύθμιση του 1994 με την κανονιστική ρύθμιση του Μεγάλου Δούκα της 24ης Νοεμβρίου 2000 περί της χρήσεως αζωτούχων λιπασμάτων στη γεωργία (6) (στο εξής: κανονιστική ρύθμιση του 2000).
11. Στις 15 Δεκεμβρίου 2006, η Επιτροπή κάλεσε για άλλη μια φορά το Λουξεμβούργο, σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ (νυν άρθρο 258 ΣΛΕΕ), να λάβει θέση επί της εσφαλμένης εφαρμογής της οδηγίας για τα νιτρικά (έγγραφο οχλήσεως). Το Λουξεμβούργο δεν απάντησε και η Επιτροπή εξέδωσε στις 29 Ιουνίου 2007 αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία έταξε στο Λουξεμβούργο μία τελευταία προθεσμία δύο μηνών προκειμένου να άρει τις σχετικές με τη μεταφορά της οδηγίας ελλείψεις που είχε εντοπίσει η Επιτροπή.
12. Μετά από παρατηρήσεις που υπέβαλε το Λουξεμβούργο στις 29 Μαΐου 2008, η Επιτροπή απέσυρε ορισμένες από τις αιτιάσεις της, διατηρώντας όμως τις υπόλοιπες, για τις οποίες άσκησε την παρούσα από 2ας Δεκεμβρίου 2008 προσφυγή της με την οποία ζητεί:
– να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί πλήρως και ορθώς με τα άρθρα 4 και 5, σε συνδυασμό με το παράρτημα II, A, σημείο 1, και το παράρτημα III, σημείο 1.1, το παράρτημα II, A, σημείο 5 και το παράρτημα III, σημείο 1.2, το παράρτημα II, A, σημείο 2, και το παράρτημα II, A, σημείο 6, της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή,
– να καταδικαστεί το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
13. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ζητεί να κριθεί η προσφυγή άκυρη ή να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
14. Ενόψει της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στις 2 Δεκεμβρίου 2009, το Δικαστήριο κάλεσε τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα να καταθέσουν τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου λόγω παραβάσεως της αρχής ne bis in idem. Παρατηρήσεις κατέθεσαν, εκτός από το Λουξεμβούργο και την Επιτροπή, και η Δανία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες, η Αυστρία, η Πολωνία, η Φινλανδία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
IV – Νομική εκτίμηση
Επί του παραδεκτού
15. Το Λουξεμβούργο φρονεί ότι η προσφυγή είναι άκυρη, ή επικουρικώς απαράδεκτη, διότι παραβιάστηκε το γλωσσικό καθεστώς. Επίσης, φρονεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω της παραβάσεως της αρχής ne bis in idem, καθώς το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ορισμένους από τους λόγους προσφυγής.
1. Ως προς το γλωσσικό καθεστώς
16. Σε ό,τι αφορά την ένσταση περί παραβάσεως του γλωσσικού καθεστώτος, το Λουξεμβούργο την στηρίζει στο γεγονός ότι η Επιτροπή επισύναψε στην προσφυγή δύο μελέτες στην αγγλική γλώσσα χωρίς να προσκομίσει γαλλική μετάφραση.
17. Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του Κανονισμού Διαδικασίας, η παρούσα διαδικασία διεξάγεται στη γαλλική γλώσσα, η οποία ανήκει μεταξύ των επίσημων γλωσσών του Λουξεμβούργου. Ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 3, πρώτη και δεύτερη περίοδος, τα υπομνήματα και τα συνημμένα στοιχεία προσκομίζονται στη γλώσσα αυτή, ενώ τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε άλλη γλώσσα θα πρέπει να συνοδεύονται από μετάφραση στη γλώσσα διαδικασίας.
18. Κατά συνέπεια, προσφυγή που ασκείται κατ’ άρθρο 226 ΕΚ είναι ενδεχομένως απαράδεκτη αν η Επιτροπή επιλέξει γλώσσα την οποία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει για το συγκεκριμένο κράτος μέλος. Και τούτο, διότι το γλωσσικό καθεστώς του Δικαστηρίου διασφαλίζει ιδίως ότι στη διαδικασία λόγω παραβάσεως τα κράτη μέλη θα έχουν ως γλώσσα διαδικασίας μία από τις επίσημες γλώσσες τους ώστε να είναι ευκολότερο να αμυνθούν.
19. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσφυγή έχει συνταχθεί στο σύνολό της στη γαλλική γλώσσα και συνεπώς το Λουξεμβούργο μπορούσε χωρίς πρόβλημα να λάβει γνώση όλων των αιτιάσεων της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Λουξεμβούργου ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη στο σύνολό της λόγω παραβάσεως του γλωσσικού καθεστώτος, δεν ευσταθεί.
20. Αφετέρου, σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο να είναι απαράδεκτη η προσκόμιση των δύο εγγράφων που έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, η Επιτροπή δικαίως επικαλείται το άρθρο 29, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας. Κατά τη διάταξη αυτή, σε περίπτωση μακροσκελών εγγράφων (αγγλικά: documents, γαλλικά: pièces et documents) μπορούν να προσκομίζονται μεταφράσεις αποσπασμάτων. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση, όπου η Επιτροπή παρέθεσε στην προσφυγή της τα κρίσιμα κατά την άποψή της αποσπάσματα στη γαλλική γλώσσα.
21. Για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι τα εν λόγω έγγραφα θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στο σύνολό τους, το άρθρο 29, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει στο δεύτερο σκέλος του τρίτου εδαφίου ότι το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να ζητήσει, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως ενός των διαδίκων, εκτενέστερη ή πλήρη μετάφραση. Αυτό συνέβη άλλωστε και στην προκειμένη περίπτωση, όταν το Λουξεμβούργο διαμαρτυρήθηκε για την έλλειψη μεταφράσεως.
22. Θα πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι η άμυνα του Λουξεμβούργου κατέστη δυσχερέστερη στον βαθμό που δεν είχε προσκομιστεί μετάφραση έως το πέρας της προθεσμίας που τέθηκε για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως. Και αυτή όμως η πλημμέλεια θα μπορούσε να είχε αρθεί, αν το Λουξεμβούργο είχε ζητήσει την παράταση της προθεσμίας με βάση το άρθρο 40, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
23. Εναλλακτικά δε, το Λουξεμβούργο είχε κατ’ άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας τη δυνατότητα να ζητήσει από το Δικαστήριο να κρίνει επί του ζητήματος του παραδεκτού υποβάλλοντας σχετική αίτηση με χωριστό δικόγραφο, ώστε το ζήτημα αυτό να εξεταστεί ως παρεμπίπτον. Κατόπιν, θα είχε ακόμα τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του κατά την εξέταση της ουσίας (7).
24. Το γεγονός ότι το Λουξεμβούργο δεν έκανε χρήση των ανωτέρω δυνατοτήτων προκειμένου να αποφύγει τυχόν δυσκολίες στο πλαίσιο της άμυνάς του δεν μπορεί να οδηγήσει στην αφαίρεση των προσκομισθέντων σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας εγγράφων από τον φάκελο της δικογραφίας με τη δικαιολογία ότι είναι απαράδεκτα.
25. Κατά συνέπεια, η ένσταση του Λουξεμβούργου σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
2. Επί των συνεπειών της αποφάσεως της 8ης Μαρτίου 2001
26. Το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω παραβάσεως της αρχής ne bis in idem, δεδομένου ότι το Δικαστήριο ήδη έχει κρίνει εν μέρει τους λόγους της παρούσας προσφυγής στις 8 Μαρτίου 2001. Υποστηρίζει ότι, συνεπώς, η Επιτροπή θα μπορούσε να προσφύγει στη διαδικασία του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, όχι όμως σε αυτήν του άρθρου 226 ΕΚ.
27. Κατά την άποψή μου οι ως άνω ενστάσεις δεν είναι βάσιμες. Η αρχή ne bis in idem δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες λόγω παραβάσεως (βλ. αναλυτικά υπό α). Παρότι το δεδικασμένο της αποφάσεως της 8ης Μαρτίου 2001 θα μπορούσε κατ’ αρχήν να αποτελεί κώλυμα για την άσκηση νέας προσφυγής, εντούτοις, στην παρούσα περίπτωση οι λόγοι προσφυγής που προβάλλει η Επιτροπή δεν θίγουν την περιβεβλημένη με την ισχύ του δεδικασμένου κρίση του Δικαστηρίου (βλ. αναλυτικά υπό β). Επίσης, η Επιτροπή δεν έχει υποχρέωση να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ αντί της διαδικασίας του άρθρου 226 ΕΚ (βλ. αναλυτικά υπό γ).
α) Επί της αρχής ne bis in idem
28. Η αρχή ne bis in idem απαγορεύει τόσο την επιβολή πλειόνων κυρώσεων στο ίδιο πρόσωπο για την ίδια παράνομη συμπεριφορά προς προστασία του ιδίου εννόμου αγαθού (8) όσο και την επιδίωξη τέτοιας επιβολής (9). Το Δικαστήριο έχει αντιμετωπίσει παρόμοιες ενστάσεις στο πλαίσιο διαδικασιών λόγω παραβάσεως, τις οποίες κάθε φορά απέρριπτε με το επιχείρημα ότι δεν πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο (10). Ωστόσο, ουδέποτε έκρινε ρητώς αν η εν λόγω αρχή είναι κατ’ αρχήν εφαρμοστέα επί διαδικασιών λόγω παραβάσεως (11).
29. Ορισμένα κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι η αρχή ne bis in idem δεν εφαρμόζεται επί της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που διέπεται από το άρθρο 226 ΕΚ, καθότι η εν λόγω διαδικασία δεν οδηγεί σε κυρώσεις αλλά μόνο σε αντικειμενική διαπίστωση (12).
30. Αντιθέτως, ιδίως η Πολωνία τονίζει ότι η διαδικασία λόγω παραβάσεως που προβλέπεται από το άρθρο 226 ΕΚ αποτελεί μία ενότητα με τη διαδικασία εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου που προβλέπεται από το άρθρο 228 ΕΚ. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το πρόστιμο και το κατ’ αποκοπή ποσό του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ αποτελούν κύρωση επί της οποίας εφαρμόζεται κατ’ αρχήν η αρχή ne bis in idem (13).
31. Δεν νομίζω ότι η αρχή ne bis in idem είναι εφαρμοστέα σε ένα από τα στάδια της διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
32. Τόσο κατά το άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όσο και κατά το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ (14), η εν λόγω αρχή εφαρμόζεται σε ποινικές διαδικασίες οι οποίες περιλαμβάνουν και διοικητικές κυρώσεις, π.χ. διαδικασίες επιβολής κυρώσεων λόγω παραβάσεως του δικαίου ανταγωνισμού (15). Αντίστοιχα και το άρθρο 54 της συμβάσεως εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 Συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ενώσεως Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα έχει ως σκοπό την προστασία των πολιτών της Ενώσεως από νέα ποινική δίωξη για την ίδια πράξη σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος (16).
33. Αντιθέτως, η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ αποτελεί μία ιδιαίτερης μορφής δικαστική διαδικασία για την εκτέλεση αποφάσεων, δηλαδή διαδικασία εκτελέσεως (17). Η φύση των κυρώσεων που επιβάλλονται για την εκτέλεση μιας αποφάσεως είναι διαφορετική από αυτήν των κατασταλτικών κυρώσεων. Διπλή εκτέλεση δεν νοείται, είναι όμως δυνατή η επανειλημμένη επιβολή αναγκαστικών μέτρων προκειμένου να εκτελεστεί ο εκάστοτε τίτλος.
34. Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί τον σημαντικότερο περιορισμό στην επιβολή μέτρων εκτελέσεως (18). Κατ’ εφαρμογή των εν γένει απαιτήσεων της εν λόγω αρχής (19) απαγορεύεται τα μέτρα εκτελέσεως, συμπεριλαμβανομένης και της κατ’ επανάληψη επιβολής τους, να υπερβαίνουν τα όρια του ενδεδειγμένου και αναγκαίου μέτρου για την εφαρμογή της αρχικής αποφάσεως, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ πλειόνων ενδεδειγμένων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επιβαρυντικό, ενώ τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
35. Ακόμη και αν δεν γίνει δεκτή η άποψή μου και θεωρηθεί ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε σχέση με την εκτέλεση υπόκεινται στην αρχή ne bis in idem, θα ήταν υπερβολικό να εφαρμοσθεί η εν λόγω αρχή σε σχέση με οποιαδήποτε απόφαση για την εκτέλεση της οποίας μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή η αρχή ne bis in idem θα κάλυπτε π.χ. και όλες τις αστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται η υποχρέωση διενέργειας ή παραλείψεως ορισμένων πράξεων.
36. Τέλος, ας σημειωθεί ότι τα ανωτέρω ζητήματα είναι δευτερεύουσας σημασίας στην προκειμένη υπόθεση, καθώς το δεδικασμένο της αποφάσεως της 8ης Μαρτίου 2001 έχει τα ίδια αποτελέσματα με την αρχή ne bis in idem.
β) Επί του δεδικασμένου
37. Η αρχή του δεδικασμένου διασφαλίζει τόσο τη σταθερότητα του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, καθώς επιβάλλει να μην μπορεί να τεθεί ζήτημα κύρους των δικαστικών αποφάσεων οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που τάσσονται για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων (20). Ως εκ τούτου, το δεδικασμένο καλύπτει μόνον τα πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία επιλύθηκαν όντως ή κατ’ ανάγκη με την αρχική δικαστική απόφαση (21).
38. Το δεδικασμένο μιας αποφάσεως αποτελεί συνεπώς κώλυμα για την άσκηση νέας προσφυγής όταν υπάρχει κίνδυνος να εκδώσει το Δικαστήριο νέα απόφαση η οποία θα είναι αντιφατική σε σχέση με όσα είχε διαπιστώσει τόσο επί της ουσίας όσο και κατά νομική κρίση στην προηγούμενη απόφασή του. Μάλιστα το δεδικασμένο δεν καλύπτει μόνον το διατακτικό της προηγούμενης αποφάσεως, αλλά εκτείνεται και στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής που αποτελεί την απαραίτητη βάση του διατακτικού με το οποίο είναι, ως εκ τούτου, αδιαχώριστα (22).
39. Ο κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικής αποφάσεως θα μπορούσε να αποκλειστεί ήδη λόγω του γεγονότος ότι η παραβίαση της οδηγίας για τα νιτρικά ελέγχεται σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία. Η απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001 αφορούσε το ζήτημα αν το Λουξεμβούργο είχε μεταφέρει τις διατάξεις της οδηγίας για τα νιτρικά στις 26 Φεβρουαρίου 2000 (23), ενώ στην προκειμένη υπόθεση εξετάζεται η μεταφορά της οδηγίας κατά την 29η Αυγούστου 2007. Η διαπίστωση ότι το Λουξεμβούργο είχε παραβιάσει το έτος 2000 την οδηγία για τα νιτρικά δεν θα ήταν αντιφατική σε σχέση με τη διαπίστωση ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν παραβίασε την οδηγία το έτος 2007. Εντούτοις, η αρχή της σταθερότητας του δικαίου επιβάλλει να μην καθίσταται εκ νέου επίδικη μία ήδη αναγνωρισθείσα παράβαση για τον λόγο και μόνον ότι εξακολουθεί να υφίσταται.
40. Το ίδιο ισχύει ήδη και για το γεγονός ότι το διάταγμα του 1994 αντικαταστάθηκε εν τω μεταξύ από το διάταγμα του 2000. Το δεδικασμένο εξακολουθεί να αποτελεί κώλυμα για την κίνηση νέας διαδικασίας σε σχέση με τις νέες εθνικές διατάξεις στον βαθμό που με τις διατάξεις αυτές δεν έχει τροποποιηθεί η ουσία των προς μεταφορά κανόνων (24).
41. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα πρέπει να εξεταστεί χωριστά για κάθε μία από τις αιτιάσεις που προβάλλονται από την Επιτροπή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας αν αυτές έχουν κριθεί ήδη με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001. Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου και ο τρίτος λόγος της προσφυγής της Επιτροπής ειδικότερα, θα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα αυτό.
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου προσφυγής
42. Στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου προσφυγής η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν υφίστανται απαγορεύσεις για τη διασπορά χημικών λιπασμάτων κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων. Το Λουξεμβούργο υποστηρίζει ότι το ζήτημα αυτό καλύπτεται από τον πρώτο λόγο προσφυγής που κρίθηκε με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001.
43. Στην από 8 Μαρτίου 2001 απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε σε σχέση με τον πρώτο λόγο προσφυγής, ο οποίος αφορούσε τα χημικά λιπάσματα, ότι το διάταγμα του 1994 ρύθμιζε μόνον τη χρήση οργανικών λιπασμάτων στη γεωργία παρότι οι προβλεπόμενες από την οδηγία για τα νιτρικά υποχρεώσεις αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο στ΄, αυτής και στα χημικά λιπάσματα (25).
44. Οι απαγορεύσεις διασποράς λιπασμάτων κατά τη διάρκεια ορισμένων χρονικών περιόδων ρυθμίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, και στο παράρτημα III, σημείο 1.1, της οδηγίας για τα νιτρικά. Οι διατάξεις αυτές δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της αποφάσεως της 8ης Μαρτίου 2001.
45. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει περί της αναγκαιότητας τέτοιου είδους απαγορεύσεων σε ό,τι αφορά τα χημικά λιπάσματα χωρίς να έλθει σε αντίθεση με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001. Αυτό σημαίνει ότι η συγκεκριμένη αιτίαση της Επιτροπής δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης αποφάσεως (26).
Επί του τρίτου λόγου προσφυγής
46. Στον τρίτο λόγο της προσφυγής της η Επιτροπή επικαλείται ότι δεν υφίστανται ρυθμίσεις σχετικά με τη διασπορά χημικών λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη. Το Λουξεμβούργο υποστηρίζει ότι και ο συγκεκριμένος λόγος προσφυγής έχει ήδη κριθεί με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, και δη στο πλαίσιο της εξετάσεως του δεύτερου λόγου της σχετικής προσφυγής.
47. Η διασπορά λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη θα πρέπει να ρυθμίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, και το παράρτημα III, σημείο 1.3, στοιχείο α΄, καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, το άρθρο 4 και το παράρτημα II A, σημείο 2, της οδηγίας για τα νιτρικά. Στην απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, το Δικαστήριο έκρινε ως ανεπαρκές το γεγονός ότι το Λουξεμβούργο δεν είχε ρυθμίσει τους όρους για τη διασπορά λιπασμάτων σε επικλινή αγροτικά εδάφη ανεξαρτήτως των κλιματολογικών συνθηκών (27).
48. Εντούτοις, μολονότι αυτό δεν προκύπτει από την ανάγνωση της αποφάσεως της 8ης Μαρτίου 2001, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το διάταγμα του 1994 δεν περιείχε καμία διάταξη σχετικά με τη διασπορά λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη. Η αναφορά στις κλιματολογικές συνθήκες αφορούσε άλλες ρυθμίσεις, οι οποίες ίσχυαν τόσο για τα επικλινή όσο και για τα επίπεδα εδάφη.
49. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε την παντελή έλλειψη κανόνων που να ρυθμίζουν τη διασπορά λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη.
50. Αντιθέτως δεν διευκρινίσθηκε αν απαιτούνται τέτοιου είδους κανόνες ειδικά σε σχέση με τη διασπορά χημικών λιπασμάτων. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ενδέχεται να διαπιστώσει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ότι το Λουξεμβούργο οφείλει να ρυθμίσει τη διασπορά χημικών λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη, ή ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση, χωρίς να έλθει σε αντίθεση με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001.
51. Ως εκ τούτου, το δεδικασμένο της προηγούμενης αποφάσεως δεν αποτελεί κώλυμα ούτε για το εν λόγω σημείο της παρούσας προσφυγής.
γ) Επί του άρθρου 228 ΕΚ
52. Τέλος, θα πρέπει να εξετασθεί ο ισχυρισμός του Λουξεμβούργου που αναφέρει ότι σε σχέση με τα σημεία που καλύπτονται από την απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001 η Επιτροπή όφειλε να στηρίξει την προσφυγή της στο άρθρο 228 ΕΚ.
53. Κατά το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ, τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ. Σε αντίθετη περίπτωση, η Επιτροπή δύναται, κατά το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ, μετά την τήρηση νέας προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας (28) να προσφύγει στο Δικαστήριο. Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με την απόφασή του, μπορεί να του επιβάλει την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής.
54. Η ένσταση του Λουξεμβούργου θα πρέπει να γίνει δεκτή εφόσον συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: πρώτον, η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ να ήταν κατ’ αρχήν δυνατή και δεύτερον η δυνατότητα αυτή να αποτελεί κώλυμα για την άσκηση προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ.
Επί της δυνατότητας κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ
55. Εκ πρώτης όψεως, το συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση του δεδικασμένου αποκλείει προφανώς, τη δυνατότητα κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ. Επειδή η προβλεπόμενη στο άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ διαδικασία θεωρείται ως ειδική δικαστική διαδικασία για την εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο αυτής δύνανται να εξεταστούν μόνον παραβάσεις των κρατών μελών οι οποίες έχουν κριθεί από το Δικαστήριο ως βάσιμες δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ (29). Κατά συνέπεια, εάν ένας λόγος της νέας προσφυγής δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης αποφάσεως θα πρέπει να υποτεθεί ότι δεν είναι δυνατόν να αφορά και την εκτέλεση αυτής.
56. Εντούτοις, το δεδικασμένο μιας αποφάσεως και η εκτέλεσή της κατ’ άρθρο 228 ΕΚ δεν επιδιώκουν τους ίδιους σκοπούς. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 228 ΕΚ είναι αδιάφορο αν ορισμένοι λόγοι της προσφυγής ενέχουν τον κίνδυνο να εκδώσει το Δικαστήριο απόφαση αντιφατική με προηγούμενη. Το κρίσιμο είναι αν το κράτος μέλος έλαβε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με απόφαση εκδοθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατ’ άρθρο 226 ΕΚ. Το ζήτημα των μέτρων που απαιτείται να ληφθούν δεν αποτελεί όμως αντικείμενο της αρχικής αποφάσεως που εκδίδεται στο πλαίσιο της διαδικασίας που κινείται δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ (30). Κατά συνέπεια, το δεδικασμένο προηγούμενης αποφάσεως σε καμία περίπτωση δεν δύναται να αποτελέσει κώλυμα για την εκδίκαση της διαφοράς που αφορά το ζήτημα αν το κράτος μέλος έλαβε επαρκή μέτρα. Επομένως, η διαδικασία του άρθρου 228 ΕΚ αφορά από τη φύση της διαφορετικά νομικά και πραγματικά ζητήματα σε σχέση με την προηγηθείσα διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ.
57. Στην παρούσα υπόθεση δεν είναι αναγκαία η αναλυτική εξέταση της εμβέλειας των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την αρχική απόφαση κατ’ άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ. Πάντως υπήρξαν περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο ήλεγξε νέες διατάξεις κρατών μελών σε σχέση με την πλήρη συμμόρφωσή τους με την αρχική απόφαση (31) καθώς και για το ενδεχόμενο να παρεμποδίζεται η πλήρης συμμόρφωση από τη συνέχιση της παραβάσεως διά της πλαγίας οδού (32). Ειδικότερα, μία αρχική απόφαση που αφορά τη μη εφαρμογή οδηγίας δύναται να παραβιαστεί κατά την έννοια του άρθρου 228, παράγραφος 1, ΕΚ, εάν τα μέτρα εφαρμογής που λαμβάνονται στη συνέχεια είναι ελλιπή (33). Και τούτο, διότι η αιτίαση της μη εφαρμογής καλύπτει κατ’ αρχήν και την αιτίαση της ελλιπούς εφαρμογής (34).
58. Στην προκειμένη περίπτωση εξετάζεται η ατελής εφαρμογή της αρχικής αποφάσεως. Με την από 8 Μαρτίου 2001 απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Λουξεμβούργο δεν προέβη καν στη μεταφορά των όσων επιτάσσει η οδηγία όσον αφορά τα νιτρικά σε σχέση με τα χημικά λιπάσματα (35). Στην παρούσα διαδικασία, η Επιτροπή προσάπτει στο Λουξεμβούργο ότι δεν μετέφερε δύο συγκεκριμένες υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία σε σχέση με τα χημικά λιπάσματα.
59. Πράγματι στην απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001 δεν έγινε αναφορά στις δύο συγκεκριμένες υποχρεώσεις, τουλάχιστον ειδικά σε σχέση με τα χημικά λιπάσματα. Εφόσον όμως αυτές αφορούν ειδικά τα χημικά λιπάσματα, αποτελούσαν μέρος της διαπιστώσεως ότι δεν έγινε μεταφορά των απαιτήσεων της οδηγίας για τα νιτρικά σε ό,τι αφορά τα χημικά λιπάσματα.
60. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορούσε να κινήσει σε ό,τι αφορά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου προσφυγής και τον τρίτο λόγο προσφυγής τη διαδικασία του άρθρου 228 , παράγραφος 2, ΕΚ.
Ως προς το κώλυμα του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ
61. Θα πρέπει συνεπώς να εξεταστεί εάν η δυνατότητα ασκήσεως της προσφυγής κατ’ άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ, αποτελεί κώλυμα για την άσκηση προσφυγής κατ’ άρθρο 226 ΕΚ. Τέτοιου είδους κώλυμα θα μπορούσε να υπάρξει σε δύο περιπτώσεις: πρώτον, αν η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 228 ΕΚ και, δεύτερον, αν το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ, θεωρούνταν lex specialis έναντι του άρθρου 226 ΕΚ.
62. Ο γενικός εισαγγελέας N. Fennelly συμπεραίνει από το γράμμα του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να κινήσει διαδικασία σύμφωνα με τη διάταξη αυτή σε περίπτωση που η αρχική απόφαση εφαρμόστηκε ατελώς (36). Και τούτο διότι η εν λόγω διάταξη δεν παρέχει διακριτική ευχέρεια σε ό,τι αφορά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, καθώς έχει την ακόλουθη διατύπωση:
«Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έλαβε τα προαναφερόμενα μέτρα [προς εφαρμογή της αρχικής αποφάσεως] (37) συντάσσει, αφού παράσχει σ' αυτό το κράτος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, αιτιολογημένη γνώμη.»
63. Εντούτοις, το ανωτέρω λεκτικό αντιστοιχεί ουσιαστικά στο άρθρο 226, πρώτη περίοδος, ΕΚ, με βάση το οποίο κατά πάγια νομολογία η κίνηση της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας απόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής (38). Κατά συνέπεια, η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής εκτείνεται με βάση το γράμμα του άρθρου 226, παράγραφος 2, ΕΚ, και στην προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Στην πράξη, η εν λόγω διαδικασία δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα αν η Επιτροπή δεν προτίθετο εξαρχής να ασκήσει προσφυγή.
64. Σε ό,τι αφορά τη βασιμότητα της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην οικονομία (l’économie) της διαδικασίας λόγω παραβάσεως (39). Σκοπός της εν λόγω διαδικασίας δεν είναι ο εντοπισμός των επιμέρους παραβάσεων των Συνθηκών και του παράγωγου δικαίου, αλλά η συμβολή στην προαγωγή της ομοιόμορφης εφαρμογής των οικείων διατάξεων σε όλα τα κράτη μέλη. Ειδικότερα, η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία έχει ως σκοπό να παράσχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να συμμορφωθεί οικειοθελώς ή, ενδεχομένως, να του δώσει την ευκαιρία να δικαιολογήσει τη θέση του (40). Εξελίσσοντας περαιτέρω τη θέση αυτή, έχει διατυπωθεί η σκέψη ότι η Επιτροπή και το κράτος μέλος «διαπραγματεύονται» στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως τον τρόπο με τον οποίο το κράτος μέλος θα συμμορφωθεί οικειοθελώς προς τις επιταγές της Συνθήκης ή, ενδεχομένως, θα δικαιολογήσει τη θέση του (41).
65. Η προστακτική διατύπωση του άρθρου 226 δεν υποχρεώνει συνεπώς την Επιτροπή να κινήσει υπό ορισμένες προϋποθέσεις τη διαδικασία, αλλά μόνον να τηρήσει τα προβλεπόμενα διαδικαστικά στάδια πριν από την άσκηση προσφυγής.
66. Ήδη λόγω της παρόμοιας διατυπώσεως των δύο διατάξεων ισχύει για το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ, ό,τι ισχύει και για το άρθρο 226 ΕΚ (42). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 228 ΕΚ, όταν θεωρεί ότι κάποιο κράτος μέλος δεν έλαβε όλα τα μέτρα που επιτάσσει μία απόφαση του Δικαστηρίου.
67. Το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ θα μπορούσε ωστόσο να υπερισχύει του άρθρου 226 ΕΚ λόγω του ότι εισάγει μία ειδικότερη διαδικασία (43). Σχετικώς, ο γενικός εισαγγελέας N. Fennelly τονίζει ότι το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ ορίζει ρητώς ότι δεν θίγεται η διαδικασία του άρθρου 227 ΕΚ, χωρίς όμως να προβλέπει την ίδια εξαίρεση σε ό,τι αφορά το άρθρο 226 ΕΚ (44). Αυτό σημαίνει ότι η Επιτροπή είχε μεν τη διακριτική ευχέρεια να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, όχι όμως και τη δυνατότητα να εφαρμόσει αντ’ αυτού το άρθρο 226 ΕΚ.
68. Πράγματι, το Δικαστήριο, μετά την εισαγωγή του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, έχει κάνει σε τουλάχιστον μία περίπτωση δεκτή προσφυγή κατ’ άρθρο 226 ΕΚ λόγω μη συμμορφώσεως με προηγούμενη απόφαση (45). Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση μία προσφυγή κατ’ άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ θα ήταν μάλλον απαράδεκτη ήδη για τον λόγο ότι η Επιτροπή είχε διεξάγει την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία πριν από την εισαγωγή της εν λόγω διατάξεως (46).
69. Το σημαντικότερο είναι ότι σε περιπτώσεις ολοσχερούς παραλήψεως μεταφοράς μιας οδηγίας η Επιτροπή προβαίνει συχνά στην άσκηση μιας αρχικής προσφυγής λόγω παραβάσεως της Συνθήκης και στη συνέχεια κινεί μία ή μάλιστα και περισσότερες νέες διαδικασίες λόγω παραβάσεως κατ’ άρθρο 226 ΕΚ λόγω ατελούς ή λανθασμένης μεταφοράς (47). Η πρακτική αυτή ουδέποτε έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση είτε από το Δικαστήριο είτε από τα κράτη μέλη.
70. Η εν λόγω πρακτική καταδεικνύει, ότι ο ενδεχόμενος ειδικός χαρακτήρας του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ έναντι του άρθρου 226 θα πρέπει να περιοριστεί σε προσφυγές οι οποίες αναμφισβητήτως έχουν ως αντικείμενο τη λανθασμένη εφαρμογή μιας αρχικής αποφάσεως κατ’ άρθρο 226. Αντιθέτως, οι διαδικασίες που κινούνται και για άλλου είδους παραβάσεις πέραν της λανθασμένης εφαρμογής αποφάσεων μπορούν να στηριχτούν στο άρθρο 226 ΕΚ με την επιφύλαξη των ορίων ισχύος του δεδικασμένου προηγούμενων αποφάσεων.
71. Υπέρ της ανωτέρω λύσεως συνηγορεί και η οικονομία της διαδικασίας λόγω παραβάσεως της Συνθήκης, η οποία διέπει τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής προς κίνηση και διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής. Η Επιτροπή είναι αυτή που είναι πρωταρχικώς αρμόδια να κρίνει ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για την εξασφάλιση της τηρήσεως των Συνθηκών. Στο πλαίσιο αυτό, δύναται να χρησιμοποιήσει ως πυξίδα ιδίως την αρχή της αγαστής συνεργασίας με τα κράτη μέλη, χωρίς αυτό να την εμποδίζει στην επιλογή συγκεκριμένων τρόπων επιβολής της νομοθεσίας (48). Σε περίπτωση που έχει αμφιβολίες σχετικά με τη μη τήρηση προηγούμενης αποφάσεως είναι ενδεχομένως σκόπιμο να μη φέρει τη διαφορά ενώπιον του Δικαστηρίου υπό την άμεση απειλή κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ, αλλά να επιλέξει αρχικά τη συνήθη οδό της διαδικασίας λόγω παραβάσεως της Συνθήκης. Αυτό ισχύει ιδίως στην περίπτωση που οι πλημμέλειες κατά τη μεταφορά οφείλονται ίσως στο γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος έλαβε τα μέτρα εφαρμογής εσπευσμένα, υπό την πίεση της Επιτροπής.
72. Το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο προστέθηκε στο μέχρι πρότινος ισχύον άρθρο 228 ΕΚ τονίζει τη σημασία της διακριτικής ευχέρειας που έχει η Επιτροπή σε ό,τι αφορά την επιβολή του κοινοτικού δικαίου μέσω της κινήσεως διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Μάλιστα επιτρέπει πλέον στην Επιτροπή, ήδη στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ που κινεί λόγω μη κοινοποίησης των μέτρων μεταφοράς, να υποβάλει αίτημα για την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής. Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε υπό το καθεστώς του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ (49), στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει τα εν λόγω μέτρα εξαναγκασμού μόνον έως του ορίου του ποσού το οποίο υπέδειξε η Επιτροπή. Κατά συνέπεια επαφίεται αποκλειστικά στην κρίση της Επιτροπής αν θα ασκήσει στο συγκεκριμένο στάδιο αυξημένη πίεση στα κράτη μέλη προκειμένου να επισπεύσει την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ενώ αναμφισβήτητα είναι σαφές ότι δεν έχει σχετική υποχρέωση.
73. Με βάση τα ανωτέρω, η δυνατότητα της Επιτροπής να ασκήσει σε σχέση με τις παρούσες αιτιάσεις προσφυγή κατ’ άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ δεν αποτελεί κώλυμα για την άσκηση προσφυγής κατ’ άρθρο 226 ΕΚ. Ως εκ τούτου, η προσφυγή ασκείται παραδεκτώς στο σύνολό της.
Επί του βασίμου της προσφυγής
74. Η Επιτροπή προβάλλει με την προσφυγή της τέσσερις λόγους οι οποίοι αφορούν το περιεχόμενο των προγραμμάτων δράσεως κατ’ άρθρο 5 της οδηγίας για τα νιτρικά. Πριν εισέλθω στην εξέταση καθενός από αυτούς επιβάλλεται να διατυπώσω δύο εισαγωγικές παρατηρήσεις σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Λουξεμβούργου και τις νομικές βάσεις των προγραμμάτων δράσεως.
1. Επί των ισχυρισμών του Λουξεμβούργου
75. Το Λουξεμβούργο απέκρουσε τους λόγους που προβάλλονται από την Επιτροπή για πρώτη φορά με το υπόμνημα ανταπαντήσεως. Κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, δηλαδή μετά την αντίκρουση της προσφυγής, εκτός εάν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία (50).
76. Καθώς οι περιεχόμενοι στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής λόγοι ήταν εξ αρχής γνωστοί στο Λουξεμβούργο, οι ενστάσεις που προβάλλονται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως θα πρέπει να θεωρηθούν εκπρόθεσμες.
77. Για τον λόγο αυτόν, θα προβώ ιδίως σε έλεγχο της λυσιτέλειας των λόγων προσφυγής και θα υπεισέλθω στις ενστάσεις του Λουξεμβούργου μόνον επικουρικά για την περίπτωση που το Δικαστήριο θελήσει παρά ταύτα να λάβει θέση επ’ αυτών.
2. Επί των νομικών βάσεων των προγραμμάτων δράσεως
78. Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας για τα νιτρικά, σκοπός αυτής είναι η μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως και η πρόληψη της περαιτέρω ρυπάνσεως αυτού του είδους.
79. Για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού, τα κράτη μέλη οφείλουν μεταξύ άλλων να προβαίνουν σε χαρακτηρισμό των περιοχών που είναι ευπρόσβλητες σε σχέση με τη νιτρορρύπανση εφόσον δεν ληφθούν μέτρα προστασίας. Για τις περιοχές αυτές, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, να καταρτίζουν προγράμματα δράσεως. Το Λουξεμβούργο έχει δηλώσει σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 5, ότι θα εφαρμόσει τα προγράμματα δράσεως στο σύνολο του εθνικού του εδάφους.
80. Όπως προκύπτει από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, τα εν λόγω προγράμματα δράσεως πρέπει να περιλαμβάνουν μέτρα για τη μείωση της διασποράς αζωτούχων λιπασμάτων σε γεωργικές εκτάσεις και ιδίως να καθορίζουν ειδικά όρια διασποράς ζωικής κόπρου.
81. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας για τα νιτρικά, τα προγράμματα δράσεως πρέπει να προβλέπουν κατά τρόπο δεσμευτικό τα μέτρα που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ και στους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, οι κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής πρέπει να περιέχουν διατάξεις που καλύπτουν τουλάχιστον τα στοιχεία του παραρτήματος ΙΙ Α.
82. Η σχέση μεταξύ των μέτρων του παραρτήματος III της οδηγίας για τα νιτρικά και των κωδίκων ορθής γεωργικής πρακτικής ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β΄. Οι τελευταίοι περιλαμβάνονται στα προγράμματα δράσεως μόνο στον βαθμό που δεν έχουν αντικατασταθεί από μέτρα προβλεπόμενα στο παράρτημα ΙΙΙ.
3. Επί του πρώτου λόγου προσφυγής – Χρονικές περίοδοι διασποράς
83. Ο πρώτος λόγος προσφυγής περιλαμβάνει τρία σκέλη που αφορούν τόσο τις μεθόδους όσο και τις χρονικές περιόδους διασποράς λιπασμάτων. Σύμφωνα με όσα εκθέτει η Επιτροπή, οι σχετικές ρυθμίσεις περιέχονται στο παράρτημα II A, σημείο 1, και στο παράρτημα III, σημείο 1.1, της οδηγίας για τα νιτρικά.
84. Κατά το παράρτημα II A, σημείο 1, της οδηγίας για τα νιτρικά, οι κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής οφείλουν να περιλαμβάνουν κανόνες σχετικά με τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες δεν ενδείκνυται η διασπορά λιπασμάτων στο έδαφος, εφόσον αυτές έχουν σημασία στις εκάστοτε συνθήκες.
85. Σύμφωνα με το παράρτημα III, σημείο 1.1, της οδηγίας για τα νιτρικά, τα προγράμματα δράσεως περιλαμβάνουν κανόνες σχετικούς με τις περιόδους κατά τις οποίες θα απαγορεύεται η διασπορά στο έδαφος ορισμένων τύπων λιπασμάτων. Η εν λόγω διάταξη υποκαθιστά εκείνη του παραρτήματος II A, σημείο 1, και, συνεπώς, είναι η μόνη ισχύουσα κατ’ άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β΄.
Επί του πρώτου σκέλους
86. Σύμφωνα με την πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, οι διατάξεις που θέσπισε το Λουξεμβούργο σχετικά με τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες απαγορεύεται η διασπορά ορισμένων ειδών λιπάσματος σε γεωργικές εκτάσεις δεν αναφέρονται στα χημικά λιπάσματα.
87. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ε΄, της οδηγίας για τα νιτρικά, ως λίπασμα νοείται κάθε ουσία που περιέχει αζωτούχο ένωση ή ενώσεις και διασπείρεται στο έδαφος προκειμένου να τονώσει την ανάπτυξη των φυτών. Ως χημικό λίπασμα ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο στ΄, κάθε βιομηχανικώς παρασκευαζόμενο λίπασμα. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις για τα λιπάσματα ισχύουν και για τα χημικά λιπάσματα (51).
88. Σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα της θεσπίσεως απαγορεύσεων για τη διασπορά κατά τη διάρκεια ορισμένων χρονικών περιόδων, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει, σε σχέση με τους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής του παραρτήματος II A, σημείο 1, της οδηγίας για τα νιτρικά, ότι αυτή θα πρέπει να εκτιμάται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων όπως τα γεωλογικά και κλιματολογικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής (52). Το ίδιο θα πρέπει να ισχύσει και σε σχέση με το παράρτημα III, σημείο 1.1, καθότι οι κανόνες του αποβλέπουν στους ίδιους σκοπούς με αυτούς της ορθής γεωργικής πρακτικής.
89. Κατ’ αρχήν θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επιταγή της θεσπίσεως απαγορεύσεως βάσει αντικειμενικών κριτηρίων σε ό,τι αφορά τη διασπορά κόπρου ισχύουν και σε σχέση με τη διασπορά χημικών λιπασμάτων. Άλλωστε, κατά τη διάρκεια της δίκης, το Λουξεμβούργο δεν προέβαλε κανέναν ισχυρισμό ως προς το σημείο αυτό. Βέβαια, ήδη για οικονομικούς λόγους είναι απίθανο οι αγρότες να διασπείρουν χημικά λιπάσματα κατά τη διάρκεια των συγκεκριμένων περιόδων. Ενώ κόπρος παράγεται ούτως ή άλλως ακόμη και σε περιόδους που η λίπανση δεν έχει νόημα, τα χημικά λιπάσματα θα έπρεπε και να αγορασθούν. Εντούτοις, αυτό δεν δικαιολογεί τη μη ένταξη των χημικών λιπασμάτων στις σχετικές απαγορεύσεις (53). Αντιθέτως, για λόγους ασφάλειας δικαίου επιβάλλεται να καθίσταται σαφές ότι στις εν λόγω περιόδους απαγορεύεται και η διασπορά χημικών λιπασμάτων.
90. Με βάση τα ανωτέρω, το Λουξεμβούργο παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, και το παράρτημα III, σημείο 1.1, της οδηγίας για τα νιτρικά, διότι δεν συμπεριέλαβε τα χημικά λιπάσματα στις διατάξεις για τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες απαγορεύεται η διασπορά ορισμένων ειδών λιπάσματος σε γεωργικές εκτάσεις.
Επί του δεύτερου σκέλους
91. Στο δεύτερο σκέλος της εξεταζόμενης αιτιάσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι λουξεμβουργιανές διατάξεις σχετικά με τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες απαγορεύεται η διασπορά ορισμένων ειδών λιπασμάτων σε γεωργικές εκτάσεις δεν ισχύουν για τους βοσκότοπους. Επισημαίνει ορθώς ότι δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη για την εξαίρεση ορισμένων μορφών γεωργικών εκτάσεων.
92. Το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί επίσης με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια και ιδίως τις γεωλογικές και κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στο Λουξεμβούργο. Η Επιτροπή παραθέτει μεν μελέτες σύμφωνα με τις οποίες λόγω των γεωγραφικών και κλιματολογικών συνθηκών που επικρατούν στο Λουξεμβούργο οι βοσκότοποι, εν αντιθέσει με τα εδάφη χωρίς βλάστηση, απορροφούν μικρή ποσότητα αζώτου κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα, ωστόσο η απαγόρευση της διασποράς λιπασμάτων είναι απαραίτητη ακόμη και με βάση τις εν λόγω μελέτες. Η άποψη αυτή συνάδει με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (54), του οποίου το κλίμα φαίνεται να ευνοεί περισσότερο την απορρόφηση αζώτου κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα απ’ ό,τι το κλίμα του Λουξεμβούργου, δεδομένης της υψομετρικής διαφοράς.
93. Οι εκπροθέσμως υποβληθείσες ενστάσεις δεν θα ήταν ικανές να ανατρέψουν τη θέση της Επιτροπής. Ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο οι βοσκότοποι απορροφούν περισσότερο άζωτο απ’ όσο θεωρεί η Επιτροπή θα έπρεπε να τεκμηριωθεί επιστημονικώς, κάτι που το Λουξεμβούργο αρνήθηκε ρητώς. Ακόμη και αν χρησιμοποιούνταν ελάχιστη ποσότητα αζωτούχου λιπάσματος, η επιτρεπόμενη μέγιστη ποσότητα των 80 kg ανά εκτάριο θα πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική. Κατά το παράρτημα III, σημείο 2, της οδηγίας για τα νιτρικά επιτρέπεται η διασπορά 170 kg καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Προκειμένου να θεωρηθεί θεμιτή η διασπορά του ημίσεως σχεδόν της εν λόγω ποσότητας κατά το χειμερινό εξάμηνο θα έπρεπε η βλάστηση κατά την περίοδο αυτή να απορροφά την ίδια ποσότητα αζώτου που απορροφά κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου.
94. Κατά συνέπεια, το Λουξεμβούργο παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, και το παράρτημα III, σημείο 1.1, της οδηγίας για τα νιτρικά, διότι οι διατάξεις για τις περιόδους κατά τις οποίες απαγορεύεται η διασπορά ορισμένων ειδών λιπάσματος σε γεωργικές εκτάσεις δεν ισχύουν για τους βοσκότοπους.
Επί του τρίτου σκέλους
95. Τέλος, η Επιτροπή εκφράζει αντιρρήσεις σχετικά με το ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 του διατάγματος του 2000, οι αρμόδιοι υπουργοί δύνανται σε περίπτωση έκτακτων κλιματολογικών συνθηκών ή έκτακτων γεγονότων, τα οποία αφορούν συγκεκριμένη γεωργική εκμετάλλευση, να θεσπίσουν εξαιρέσεις από την απαγόρευση διασποράς κατά τη διάρκεια ορισμένων χρονικών περιόδων. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι ρυθμίσεις με τις οποίες επιτρέπονται τέτοιου είδους εξαιρέσεις θα πρέπει να διατυπώνονται με πιο συγκεκριμένο τρόπο.
96. Η οδηγία για τα νιτρικά δεν προβλέπει εξαιρέσεις από τις απαγορεύσεις διασποράς. Κατά συνέπεια, τέτοιου είδους εξαιρέσεις είναι επιτρεπτές μόνο στην περίπτωση που έχουν τη μορφή περαιτέρω συγκεκριμενοποιήσεως των απαγορεύσεων.
97. Μία τέτοια συγκεκριμενοποίηση είναι δυνατή σε ό,τι αφορά την περίπτωση εκτάκτων κλιματολογικών συνθηκών, καθώς η απαγόρευση διασποράς θα πρέπει να καθορίζεται βάσει αντικειμενικών κλιματικών κριτηρίων. Έτσι, όταν η περίοδος απαγορεύσεως καθορίζεται βάσει στατιστικών καιρικών δεδομένων, θα μπορούσε για παράδειγμα να επιτρέπεται η πρόωρη διασπορά λιπασμάτων στην περίπτωση που κάποιο έτος η περίοδος βλάστησης αρχίσει πολύ νωρίς. Αυτού του είδους τα αντικειμενικά κριτήρια θα πρέπει όμως να καθορίζονται κατά τρόπο συγκεκριμένο, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση του πλαισίου που θέτει η οδηγία για τα νιτρικά από τις αρμόδιες αρχές.
98. Αντιθέτως, η θέσπιση εξαιρέσεων για ειδικούς λόγους που αφορούν τις ειδικές συνθήκες μιας εκμεταλλεύσεως δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στην οδηγία για τα νιτρικά και, συνεπώς, είναι οπωσδήποτε ανεπίτρεπτη.
99. Οι εκπροθέσμως υποβληθείσες ενστάσεις του Λουξεμβούργου δεν θα ευδοκιμούσαν ούτε σε αυτή την περίπτωση. Ιδίως δεν μπορεί να έχει σημασία αν η πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τη διατύπωση των εξαιρέσεων θα οδηγούσε ή όχι σε καλύτερη μεταφορά της οδηγίας για τα νιτρικά σε σχέση με τις υφιστάμενες ρυθμίσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι εάν οι υφιστάμενες εξαιρετικές ρυθμίσεις συμβιβάζονται με την οδηγία. Αντίστοιχα, δεν αρκεί ούτε το γεγονός ότι στο Λουξεμβούργο οι εξαιρέσεις εγκρίνονται μόνον από τα αρμόδια υπουργεία. Παρότι οι εν λόγω αρχές διαθέτουν άριστη οργάνωση, εντούτοις η απλή διοικητική πρακτική, η οποία από τη φύση της μπορεί να μεταβάλλεται κατά βούληση από τη διοίκηση και η οποία στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΚ (55). Εξάλλου, στο πλαίσιο της οδηγίας για τα νιτρικά, η οποία θέτει περίπλοκους και τεχνικούς κανόνες στον τομέα του δικαίου του περιβάλλοντος, τα κράτη μέλη υποχρεούνται ειδικώς να μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους που αποσκοπεί στη διασφάλιση της μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο να είναι σαφής και ακριβής (56).
100. Ως εκ τούτου, οι εξαιρέσεις που ρυθμίζονται από το άρθρο 7 του διατάγματος του 2000 δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, και το παράρτημα III, σημείο 1.1, της οδηγίας για τα νιτρικά.
4. Επί του δεύτερου λόγου προσφυγής – Χωρητικότητες αποθηκεύσεως κοπριάς
101. Με τον δεύτερο λόγο της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η απαίτηση που περιέχεται στο άρθρο 8 του διατάγματος του 2000 σχετικά με την επαρκή χωρητικότητα αποθηκεύσεως υγρής κοπριάς ισχύει μόνο για νέες εγκαταστάσεις ή εγκαταστάσεις που εκσυγχρονίζονται, ενώ δεν ισχύει για υφιστάμενες και μη εκσυγχρονισμένες εγκαταστάσεις.
102. Κατά το παράρτημα II A, σημείο 5, της οδηγίας για τα νιτρικά, οι κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής οφείλουν να περιλαμβάνουν κανόνες σχετικά με τη χωρητικότητα και τον τρόπο κατασκευής των δοχείων αποθηκεύσεως της κόπρου, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για πρόληψη της ρυπάνσεως των υδάτων από την απορροή και τη διαρροή, στα επιφανειακά και στα υπόγεια ύδατα, υγρών που περιέχουν κόπρο και λυμάτων από αποθηκευμένα φυτικά υλικά όπως π.χ. από ενσιρωμένη χορτονομή, εφόσον αυτά έχουν σημασία στις εκάστοτε συνθήκες.
103. Σύμφωνα με το παράρτημα III, σημείο 1.2, τα προγράμματα δράσεως πρέπει να περιλαμβάνουν κανόνες σχετικά με τη χωρητικότητα των δοχείων αποθηκεύσεως κοπριάς. Η χωρητικότητα αυτή πρέπει να υπερβαίνει τη χωρητικότητα που απαιτείται για αποθήκευση κατά τη διάρκεια της μακρότερης περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται η διασπορά κοπριάς στο έδαφος στην ευπρόσβλητη ζώνη, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί στην αρμόδια αρχή ότι κάθε πλεονάζουσα ποσότητα κοπριάς πέραν από όση χωρούν τα δοχεία θα διατίθεται κατά τρόπο αβλαβή για το περιβάλλον.
104. Οι απαιτήσεις της ορθής γεωργικής πρακτικής ισχύουν συμπληρωματικά ως προς το παράρτημα ΙΙΙ σε ό,τι αφορά τον τρόπο κατασκευής των δοχείων αποθηκεύσεως. Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά τη χωρητικότητα αποθηκεύσεως εφαρμόζεται αποκλειστικά το παράρτημα III, σημείο 1.2.
105. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας για τα νιτρικά, ως «κόπρος» νοούνται όλα τα περιττώματα ζώων, συνεπώς και η υγρή κοπριά. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να διατίθεται επαρκής χωρητικότητα αποθηκεύσεως και της υγρής κοπριάς.
106. Η οδηγία για τα νιτρικά δεν περιέχει εξαιρέσεις για υφιστάμενες, μη εκσυγχρονισμένες εγκαταστάσεις. Η μοναδική εξαίρεση που επιτρέπεται είναι η διάθεση οργανικής κοπριάς που δεν μπορεί να αποθηκευτεί, εφόσον αποδεικνύεται ότι γίνεται κατά τρόπο αβλαβή για το περιβάλλον (57). Το άρθρο 8 του διατάγματος δεν περιέχει εντούτοις τέτοια προϋπόθεση.
107. Επίσης, παρά την –εκπροθέσμως προβληθείσα– αντίθετη άποψη του Λουξεμβούργου, δεν θα ήταν δικαιολογημένη και η απαλλαγή υφιστάμενων εκμεταλλεύσεων από την εν λόγω υποχρέωση. Και τούτο διότι οι εκμεταλλεύσεις αυτές, αν δεν διαθέτουν επαρκή χωρητικότητα αποθηκεύσεως και δεν μπορούν να διασφαλίσουν τη διάθεση του οργανικού λιπάσματος κατά τρόπο αβλαβή για το περιβάλλον, αναγκαστικά θα προβούν στη διασπορά του σε ακατάλληλο χρόνο βλάπτοντας το περιβάλλον και έτσι δεν θα επιτευχθεί ο σκοπός της οδηγίας για τα νιτρικά, ήτοι η αποτροπή της βλάβης αυτής.
108. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, οι απαιτήσεις της οδηγίας για τα νιτρικά και, συνεπώς, και οι κανόνες σχετικά με τη διάθεση επαρκούς χωρητικότητας αποθηκεύσεως, δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» ή το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιοκτησίας (58).
109. Κατά συνέπεια, το άρθρο 8 του διατάγματος του 2000 είναι ασύμβατο προς το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, και το παράρτημα III, σημείο 1.2, της οδηγίας για τα νιτρικά.
5. Επί του τρίτου λόγου προσφυγής – Διασπορά χημικών λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη
110. Επί του τρίτου λόγου προσφυγής, η Επιτροπή προσάπτει στις λουξεμβουργιανές ρυθμίσεις περί διασποράς λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 6, μέρος Α, σημείο 6, του διατάγματος του 2000, ότι δεν περιλαμβάνουν τα χημικά λιπάσματα. Ως προς τον λόγο αυτόν δεν υποβλήθηκαν αντιρρήσεις.
111. Σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ A, σημείο 2, της οδηγίας για τα νιτρικά, οι κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής οφείλουν να περιλαμβάνουν κανόνες σχετικά με τη διασπορά λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη, εφόσον αυτό έχει σημασία στις εκάστοτε συνθήκες. Ειδικά σε ό,τι αφορά το Λουξεμβούργο, η θέσπιση τέτοιων κανόνων είναι απαραίτητη (59). Εξαίρεση των χημικών λιπασμάτων δεν προβλέπεται (60).
112. Κατά συνέπεια, το Λουξεμβούργο παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, και το παράρτημα II A, σημείο 2, της οδηγίας για τα νιτρικά, καθώς δεν θέσπισε κανόνες σχετικά με τη διασπορά χημικών λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη.
6. Επί του τέταρτου λόγου προσφυγής – Μέθοδοι διασποράς
113. Με τον τέταρτο λόγο της προσφυγής της, η Επιτροπή προσάπτει στο Λουξεμβούργο ότι δεν θέσπισε κανόνες για τις μεθόδους διασποράς, ιδίως προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη και αποτελεσματική διασπορά.
114. Στο παράρτημα II A, σημείο 6, της οδηγίας για τα νιτρικά προβλέπεται ότι οι κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής οφείλουν να περιλαμβάνουν κανόνες σχετικούς με τις μεθόδους για τη διασπορά στο έδαφος τόσο χημικών λιπασμάτων όσο και κόπρου, συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας και της ομοιομορφίας της διασποράς, που να διατηρούν τις απώλειες θρεπτικών στοιχείων στο νερό σε αποδεκτό επίπεδο, εφόσον αυτό έχει σημασία στις εκάστοτε συνθήκες.
115. Θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι το Λουξεμβούργο παρέβη τις ανωτέρω διατάξεις μη θεσπίζοντας τους σχετικούς κανόνες.
116. Στην ίδια διαπίστωση θα κατέληγε κανείς ακόμη και αν λαμβάνονταν υπόψη οι εκπροθέσμως προβληθέντες ισχυρισμοί του Λουξεμβούργου. Η υποχρέωση της ορθής και πλήρους μεταφοράς της οδηγίας δεν εξαρτάται από το αν οι κανόνες για τις μεθόδους διασποράς μπορούν να θεωρηθούν απαραίτητοι ή όχι λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο τεχνολογικής εξελίξεως της γεωργίας στο Λουξεμβούργο.
V – Δικαστικά έξοδα
117. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος, ήτοι το Λουξεμβούργο, καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.
VI – Πρόταση
118. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 5, παράγραφος 4, σε συνδυασμό με το παράρτημα II A, σημεία 2 και 6, και το παράρτημα III, σημεία 1.1 και 1.2, της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2. Καταδικάζει το Λουξεμβούργο στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 375, σ. 1, όπως ισχύει μετά τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, περί προσαρμογής στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου των διατάξεων των σχετικών με τις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της, οι οποίες προβλέπονται από πράξεις υποκείμενες στη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 284, σ. 1).
3 – Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, C‑266/00, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2001, σ. I‑2073).
4 – Βλ. σκέψη 14 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 3 αποφάσεως. Το εν λόγω διάταγμα δημοσιεύθηκε στο λουξεμβουργιανό Memorial A 1994, σ. 1648.
5 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
6 – Memorial A 2000, σ. 2856.
7 – Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009, C‑197/09 RX-II, M κατά EMEA (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 48 επ.).
8 – Αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 338), και της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C‑101/07 P και C‑110/07 P, Coop de France bétail et viande κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. Ι-10255, σκέψη 127).
9 – Βλ. άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 59), και γνώμη μου της 6ης Αυγούστου 2008, C‑296/08 PPU, Santesteban Goicoechea (απόφαση της 12ης Αυγούστου 2008, Συλλογή 2008, σ. I‑6307, σημείο 53).
10 – Αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2001, C‑127/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I‑8305, σκέψεις 27 επ.), της 8ης Απριλίου 2008, C‑337/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2008, σ. I‑2173, σκέψη 25), και της 2ας Οκτωβρίου 2008, C‑157/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2008, σ. Ι-7313, σκέψη 19). Υπό το ίδιο πνεύμα και οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L.A. Geelhoed της 31ης Μαΐου 2001 στην υπόθεση C‑127/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (προπαρατεθείσα απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, σημείο 46), και της 21ης Οκτωβρίου 2004 στην υπόθεση C‑212/03, Επιτροπή κατά Γαλλίας (απόφαση της 26ης Μαΐου 2005, σ. I‑4213, σημείο 23), καθώς και του γενικού εισαγγελέα J. Mazák στην υπόθεση C‑157/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (προπαρατεθείσα απόφαση της 8ης Απριλίου 2008, σημείο 32).
11 – Στην απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑416/02, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2005, σ. I‑7487, σκέψη 65), το συγκεκριμένο ερώτημα παραμένει κατά ρητή αναφορά ανοικτό.
12 – Υπ’ αυτό το πνεύμα και οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 12ης Μαΐου 2005 στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (σημείο 155).
13 – Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, C‑304/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑6263, σκέψη 84).
14 – Πρωτόκολλο 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως ισχύει μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου 11, Στρασβούργο 1984, European Treaty Series Nr. 117. Το εν λόγω πρωτόκολλο έχει επικυρωθεί μέχρι σήμερα από 23 κράτη μέλη, ενώ δεν το έχουν επικυρώσει το Βέλγιο, η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο.
15 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 24ης Ιανουαρίου 2008 στην υπόθεση C‑55/07 και C‑56/07, Michaeler κ.λπ. (απόφαση της 24ης Απριλίου 2008, Συλλογή 2008, σ. I‑3135, σημείο 56).
16 – Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑467/04, Gasparini κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑9199, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
17 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 92), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑457/07, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 47).
18 – Ως προς τη διαδικασία του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2000, C‑387/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2000, σ. I‑5047, σκέψη 90), και της 25ης Νοεμβρίου 2003, C‑278/01, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I‑14141, σκέψεις 41 και 49)
19 – Βλ., ενδεικτικά, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder (Συλλογή 1989, 2237, σκέψη 21), και της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I‑4023, σκέψη 13), της 12ης Ιουλίου 2001, C‑189/01, Jippes κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑5689, σκέψη 81), της 9ης Μαρτίου 2006, C‑174/05, Zuid-Hollandse Milieufederatie και Natuur en Milieu (Συλλογή 2006, σ. I‑2443, σκέψη 28), και της 24ης Μαΐου 2007, C‑45/05, Maatschap Schonewille-Prins (Συλλογή 2007, σ. I‑3997, σκέψη 45).
20 – Αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑224/01, Köbler (Συλλογή 2003, σ. I-10239, σκέψη 38), και της 16ης Μαρτίου 2006, C‑234/04, Kapferer (Συλλογή 2006, σ. I‑2585, σκέψη 20), καθώς και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑2/08, Fallimento Olimpiclub (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 22).
21 – Αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C‑281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I‑347, σκέψη 14), Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 44), και της 12ης Ιουνίου 2008, C‑462/05, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2008, σ. I‑4183, σκέψη 23). Η γερμανική μετάφραση αναφέρεται στο «αντικείμενο της σχετικής δικαστικής αποφάσεως», ενώ στο γαλλικό πρωτότυπο γίνεται λόγος για ερωτήματα που «κρίθηκαν» (tranchés).
22 – Αποφάσεις της 26ης Απριλίου 1988, 97/86, 193/86, 99/86 και 215/86, Αστερίς κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2181, σκέψη 27), της 1ης Ιουνίου 2006, C‑442/03 P και C-471/03 P, P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I-4845, σκέψεις 44 και 47), καθώς και της 19ης Φεβρουαρίου 2009, C‑308/07 P, Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2009, σ. Ι-1059, σκέψη 57). Χαρακτηριστική η απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑440/07 P, Επιτροπή κατά Schneider Electric (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 113 επ.). Ομοίως και η απόφαση C-127/99 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 28) σχετικά με την αρχή ne bis in idem.
23 – Ως προς την εκπνοή της προθεσμίας για την υποβολή συμπληρωματικής αιτιολογημένης γνώμης, βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 18).
24 – Ως προς το αντικείμενο της διαφοράς σε διαδικασίες λόγω παραβάσεως, βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1992, C‑105/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. I‑5871, σκέψη 13), της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑417/02, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2004, σ. I‑7973, σκέψη 17), και της 22ας Σεπτεμβρίου 2005, C‑221/03, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2005, σ. I‑8307, σκέψη 39), όπως επίσης για την περίπτωση θεσπίσεως νέων διατάξεων από την Ένωση, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1999, C‑365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. I‑7773, σκέψη 36), και της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C‑33/04, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2005, σ. I‑10629, σκέψη 49).
25 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 (σκέψη 29).
26 – Βλ. απόφαση C-127/99 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 29) σχετικά με την αρχή ne bis in idem.
27 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 (σκέψη 33).
28 – Την εν λόγω προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία συντομεύει το άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το οποίο δεν απαιτεί πλέον τη σύνταξη αιτιολογημένης γνώμης.
29 – Απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17).
30 – Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C‑503/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2007, σ. I‑6153, σκέψη 15).
31 – Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1985, 281/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1985, σ. 3397). Η συγκεκριμένη υπόθεση είχε ως αντικείμενο τους κανόνες εμπορίας όξους από οίνο. Σύμφωνα με την πρώτη απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1981, 193/80, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1981, σ. 3019), η Ιταλία είχε παραβιάσει την ελεύθερη διακίνηση αγαθών απαγορεύοντας την εμπορία και εισαγωγή όξους γεωργικής προελεύσεως και την πέραν από το προερχόμενο από την οξική ζύμωση του οίνου και επιτρέποντας να ονομάζεται «όξος» μόνον ο «εξ οίνου όξος». Η δεύτερη απόφαση αφορούσε μόνον την επιφύλαξη της ονομασίας «όξος» για «εξ οίνου όξο», η οποία περιλαμβάνονταν στις διατάξεις εφαρμογής της αρχικής αποφάσεως. Υπό το ίδιο πνεύμα, βλ. και απόφαση της 14ης Μαρτίου 2006, C‑177/04, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2006, σ. I‑2461, σκέψη 36), και της 18ης Ιουλίου 2006, C‑119/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2006, σ. I‑6885, σκέψεις 28 έως 32).
32 – Με την απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, 324/82, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1984, σ. 1861), το Δικαστήριο έκρινε ότι όσον αφορά τα αυτοκίνητα δεν συμβιβάζεται με την έκτη οδηγία η επιβολή φόρου προστιθέμενης αξίας επί της τιμής καταλόγου δίχως να ληφθεί υπόψη η πραγματική τιμή αγοράς. Στη συνέχεια, το Βέλγιο προέβη σε προσαρμογή των διατάξεων περί φόρου προστιθέμενης αξίας θεσπίζοντας όμως και διατάξεις περί φόρου ταξινομήσεως, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την απορρόφηση της μειώσεως του φόρου προστιθέμενης αξίας μέσω του φόρου ταξινομήσεως. Σύμφωνα με την απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, 391/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, 579), με την εν λόγω τακτική παραβιάστηκε η πρώτη απόφαση.
33 – Βλ. αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 30/81 έως 34/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1981, σ. 3379) και της 2ας Αυγούστου 1993, C‑366/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1993, σ. I‑4201), σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας 75/439/ΕΟΚ περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, της 12ης Ιουλίου 1988, 322/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1988, σ. 3995), και της 9ης Μαρτίου 1994, C‑291/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1994, σ. I‑859), σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας 78/659/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1978, περί της ποιότητας των γλυκών υδάτων που έχουν ανάγκη προστασίας ή βελτιώσεως για τη διατήρηση της ζωής των ιχθύων, καθώς και της 17ης Ιουνίου 1987, 1/86, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, σ. 2797), και της 5ης Μαΐου 1993, C‑174/91, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1993, σ. I‑2275), σε σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας 80/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1979, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες στην περιοχή της Βαλλονίας.
34 – Βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, C‑456/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑5335, σκέψη 40), και προτάσεις μου της 15ης Ιανουαρίου 2009, C‑427/07, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σημείο 42). Υπό το πνεύμα αυτό, βλ., σε σχέση με το ειδικό καθεστώς της διαδικασίας του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 38).
35 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 (σκέψη 29).
36 – Προτάσεις της 16ης Νοεμβρίου 1995 στην υπόθεση C‑334/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας (απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, Συλλογή 1996, σ. I‑1307, σημείο 13).
37 – Το εντός παρενθέσεων κείμενο είναι προσθήκη της συντάκτριας.
38 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 247/87, Star Fruit κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 291, σκέψη 11), της 17ης Μαΐου 1990, C‑87/89, Sonito κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I‑1981, σκέψεις 6 επ.), και της 24ης Μαρτίου 2009, C‑445/06, Danske Slagterier (Συλλογή 2009, σ. Ι-2119, σκέψη 44.
39 – Αποφάσεις Star Fruit κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38) και Sonito (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 6). Βλ., ιδίως, και απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1971, 7/71, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1049, σκέψη 5).
40 – Αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 1997, C‑157/94, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1997, σ. I-5699, σκέψη 60), C‑158/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1997, σ. I-5789, σκέψη 56) και C‑159/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. I-5815, σκέψη 103), καθώς και της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψη 44).
41 – Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 1999, T‑309/97, Bavarian Lager κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑3217, σκέψη 46), και της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑36/04, API κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II‑3201, σκέψη 121). Βλ., συναφώς, και προτάσεις μου της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑139/07 P, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 105 έως 110).
42 – Βλ., υπό το πνεύμα αυτό, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 7ης Σεπτεμβρίου 2009, T‑186/08, LPN κατά Επιτροπής (διαθέσιμη μόνο στην πορτογαλική και στη γαλλική γλώσσα, σκέψη 49).
43 – Υπό το πνεύμα αυτό οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Fennelly στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας (απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σημεία 13 επ.).
44 – Προτάσεις στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας (απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σημείο 14).
45 – Απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, C‑334/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1996, σ. I‑1307).
46 – Αυτό αποτέλεσε τη βάση της αποφάσεως της 4ης Ιουλίου 2000, C‑387/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2000, σ. I‑5047, σκέψη 42).
47 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C‑195/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. I‑1169), και της 8ης Νοεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Ιταλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10), σε σχέση με την οδηγία για τα νιτρικά, καθώς και αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 1997, C‑83/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1997, σ. I‑7191), και της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑98/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2006, σ. I‑53), σε σχέση με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7).
48 – Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2009, C‑562/07, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 18 επ.).
49 – Απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψεις 90 επ.).
50 – Βλ. απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, C‑471/98, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2002, σ. I‑9681, σκέψεις 41 επ.).
51 – Υπό το πνεύμα αυτό, βλ. απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑322/00, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2003, σ. I‑11267, σκέψεις 133 επ.).
52 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 136). Μάλιστα, σύμφωνα με τη σκέψη 155 της αποφάσεως αυτής, η σημασία των στοιχείων του παραρτήματος ΙΙ Α της οδηγίας μπορεί να εκτιμάται μόνο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων σχετικών με τις φυσικές, γεωλογικές και κλιματολογικές συνθήκες κάθε περιοχής.
53 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 135).
54 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 137).
55 – Αποφάσεις της 6ης Μαΐου 1980, 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1980, 1473, σκέψη 11), της 20ής Νοεμβρίου 2003, C‑296/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑13909, σκέψη 54), της 12ης Ιουλίου 2007, C‑507/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2007, σ. I‑5939, σκέψη 162), και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C‑465/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2007, σ. I‑11091, σκέψη 65).
56 – Όπως έκρινε σε σχέση με την οδηγία 92/43 η απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, C‑6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2005, σ. I‑9017, σκέψη 26).
57 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 47).
58 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C‑293/97, Standley κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑2603, σκέψεις 46 έως 57).
59 – Απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 33).
60– Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 134).
Full & Egal Universal Law Academy