ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 4ης Μαρτίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑583/08 P
Χρίστος Γκόγκος
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων – Κατάταξη σε βαθμό – Εισαγωγικός ή ανώτερος βαθμός της σταδιοδρομίας A 7/A 6 – Απώλεια ευκαιρίας για ενωρίτερο διορισμό – Αντιστάθμισμα στο πλαίσιο της σταδιοδρομίας ή χρηματικό αντιστάθμισμα – Προϋποθέσεις για την αυτεπάγγελτη επιδίκαση χρηματικής αποζημιώσεως – Χρηματική διαφορά – Πλήρης δικαιοδοσία – Υπέρμετρη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας»
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι μια από τις τελευταίες υπαλληλικές υποθέσεις την οποία θα κρίνει το Δικαστήριο σε δεύτερο βαθμό. Εγείρει βασικά ζητήματα τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για τη μελλοντική νομολογία στο πεδίο του ευρωπαϊκού υπαλληλικού δικαίου, αλλά και σε άλλους κλάδους δικαίου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία, στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να προβεί σε διευκρινίσεις σχετικά με το περιεχόμενο της πλήρους δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Ένωσης.
2. Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως συνοψίζονται ως εξής: ο Χ. Γκόγκος, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μετέσχε σε εσωτερικό διαγωνισμό προκειμένου να μεταβεί από την πρώην κατηγορία B στην πρώην κατηγορία A. Εξαιτίας διαδικαστικής πλημμέλειας, η προφορική δοκιμασία του επαναλήφθηκε δύο φορές, με αποτέλεσμα να επιτύχει στη δοκιμασία αυτή μόλις με την τρίτη προσπάθεια και να περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων περίπου πέντε έτη αργότερα απ’ ότι οι λοιποί επιτυχόντες. Λόγω αυτής της καθυστέρησης, ο Χ. Γκόγκος απώλεσε την ευκαιρία να διοριστεί σε θέση της κατηγορίας A πολύ νωρίτερα από τον χρόνο που τελικώς διορίστηκε και να προαχθεί στο πλαίσιο της κατηγορίας αυτής. Ο Χ. Γκόγκος φρονεί ότι η Επιτροπή έπρεπε, ως αντιστάθμιση για την καθυστέρηση αυτή, να τον κατατάξει απευθείας στον βαθμό A 6. Η Επιτροπή όμως τον κατέταξε στον κατώτερο εισαγωγικό βαθμό A 7.
3. Η προσφυγή με την οποία ο Χ. Γκόγκος προσέβαλε την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) περί κατατάξεώς του στον βαθμό A 7 απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο [νυν Γενικό Δικαστήριο] με απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2008 (2) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Με την αίτηση αναιρέσεώς του, ο Χ. Γκόγκος προσάπτει πλέον στο Πρωτοδικείο πλάνη περί το δίκαιο και παραπονείται επειδή το Πρωτοδικείο δεν του επιδίκασε αυτεπαγγέλτως χρηματική αποζημίωση. Επιπλέον, ζητεί χωριστή αποζημίωση για την –κατά τη γνώμη του υπέρμετρη– διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας.
4. Στην υπό κρίση υπόθεση έχει μεν ακόμη εφαρμογή το «παλαιό» νομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι τις 30 Απριλίου 2004, δηλαδή πριν την «ευρεία μεταρρύθμιση» του ευρωπαϊκού υπαλληλικού δικαίου με τον κανονισμό (ΕΚ) 723/2004 (3). Εντούτοις, τα νομικά ζητήματα που πρέπει να αποσαφηνίσει το Δικαστήριο σχετικά με την πλήρη δικαιοδοσία και την αποζημίωση για απολεσθείσες ευκαιρίες δεν έχουν χάσει τίποτε από τη σημασία τους στο πλαίσιο του νέου νομικού καθεστώτος που ισχύει από 1ης Μαΐου 2004.
II – Νομικό πλαίσιο
5. Το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως προσδιορίζεται από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (KYK) όπως ίσχυε μέχρι τις 30 Απριλίου 2004 (4). Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του KYK ρύθμιζε τη διάρθρωση των σταδιοδρομιών της ευρωπαϊκής Δημόσιας Διοίκησης ως εξής:
«Οι θέσεις που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό κατατάσσονται, ανάλογα µε τη φύση και το επίπεδο των καθηκόντων στα οποία αντιστοιχούν, σε τέσσερις κατηγορίες που ορίζονται κατά φθίνουσα ιεραρχική τάξη µε τα γράμματα A, B, C και D.
Η κατηγορία Α περιλαμβάνει οκτώ βαθμούς που αντιστοιχούν σε σταδιοδρομίες που καλύπτουν γενικά δύο βαθμούς και ανταποκρίνεται σε καθήκοντα διευθύνσεως, συλλήψεως και μελέτης, που απαιτούν γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου ή επαγγελματική πείρα ισοδύναμου επιπέδου.
Η κατηγορία Β περιλαµβάνει 5 βαθµούς που αντιστοιχούν σε σταδιοδροµίες που καλύπτουν γενικά δύο βαθµούς και ανταποκρίνεται σε καθήκοντα εφαρµογής και πλαισιώσεως, που απαιτούν γνώσεις επιπέδου πλήρους κύκλου µέσης εκπαιδεύσεως ή επαγγελµατική πείρα ισοδύναµου επιπέδου.
[…]»
6. Το άρθρο 45, παράγραφος 2, του KYK όριζε επιπλέον τα εξής:
«Η µετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει µόνο µε διαγωνισµό.»
7. Το άρθρο 31 του KYK περιείχε την ακόλουθη διάταξη:
«(1) Οι υποψήφιοι [...] διορίζονται:
– υπάλληλοι της κατηγορίας Α […]:
στον εισαγωγικό βαθµό της κατηγορίας [τους] […]·
[…]
(2) Εντούτοις, η αρµόδια για τους διορισµούς αρχή δύναται να παρεκκλίνει από τις ανωτέρω διατάξεις µέσα στα ακόλουθα όρια:
α) για τους βαθµούς Α 1, Α 2, Α 3 και LA 3:
[…]
β) για τους άλλους βαθµούς:
– κατά το ένα τρίτο, αν πρόκειται για κενωθείσες θέσεις.
– κατά το ήµισυ, αν πρόκειται για θέσεις που έχουν πρόσφατα δηµιουργηθεί.
Με εξαίρεση τον βαθµό LA 3, η διάταξη αυτή ισχύει για κάθε σύνολο έξι θέσεων προς πλήρωση σε κάθε βαθµό.»
8. Επιβάλλεται εξάλλου η αναφορά στο άρθρο 91, παράγραφος 1, του KYK, το οποίο και μετά την 1η Μαΐου 2004 παρέμεινε ως είχε και ορίζει τα εξής:
«Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρµόδιο να αποφαίνεται για κάθε διαφορά µεταξύ των Κοινοτήτων και ενός προσώπου που υπόκειται στον παρόντα κανονισµό, περί της νοµιµότητας ενός µέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό [...]. Στις χρηµατικές διαφορές το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει αρµοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
9. Ο Χ. Γκόγκος υπηρετεί στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (νυν: Ευρωπαϊκή Ένωση) από το 1981 και διορίστηκε από την Επιτροπή την 1η Οκτωβρίου 1986 ως μόνιμος υπάλληλος στον βαθμό B 5.
10. To 1997 o Χ. Γκόγκος μετέσχε στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/A/17/96 της Επιτροπής, ο οποίος θα παρείχε σε υπαλλήλους της πρώην κατηγορίας B τη δυνατότητα να μεταβούν στην πρώην κατηγορία A και ειδικότερα στη σταδιοδρομία A7/A 6. Προϋπόθεση συμμετοχής στον διαγωνισμό ήταν, μεταξύ άλλων, τουλάχιστον επταετής προϋπηρεσία στην κατηγορία B. Η προκήρυξη περιείχε επιπλέον την επισήμανση ότι οι επιτυχόντες θα διορίζονταν κατά κανόνα στον εισαγωγικό βαθμό της σταδιοδρομίας A 7/A 6.
11. Κατά τις προφορικές εξετάσεις του διαγωνισμού αυτού, ο Χ. Γκόγκος δεν συγκέντρωσε τον απαιτούμενο αριθμό μορίων και έτσι δεν περιλήφθηκε στον πίνακα επιτυχόντων. Η εξεταστική επιτροπή τον ενημέρωσε σχετικά με έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 1997.
12. Κατόπιν προσφυγής του Χ. Γκόγκου, το Πρωτοδικείο, με απόφαση της 23ης Μαρτίου 2000 (5), ακύρωσε την ως άνω απόφαση της εξεταστικής επιτροπής για τον λόγο ειδικότερα ότι η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει την ίση μεταχείριση όλων των υποψηφίων κατά τις προφορικές εξετάσεις.
13. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή κάλεσε τον Χ. Γκόγκο σε δεύτερη προφορική δοκιμασία στις 25 Σεπτεμβρίου 2000, στην οποία όμως και πάλι απέτυχε.
14. Ο Χ. Γκόγκος προσέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου και τη δεύτερη απόφαση της εξεταστικής επιτροπής. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου εχώρησε φιλικός διακανονισμός μεταξύ του Χ. Γκόγκου και της Επιτροπής. Στο πλαίσιο του διακανονισμού αυτού, ο Χ. Γκόγκος παραιτήθηκε από το αίτημά του για την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής καθώς και από το αίτημά του αποζημιώσεως· σε αντάλλαγμα, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να διεξαγάγει μια τρίτη προφορική δοκιμασία για τον Χ. Γκόγκο, καθώς και να φέρει τα δυνάμενα να αναζητηθούν έξοδά του (6).
15. Ο Χ. Γκόγκος πέτυχε τελικά στην τρίτη προφορική δοκιμασία, η οποία έλαβε χώρα στις 8 Νοεμβρίου 2002. Κατόπιν τούτου, με έγγραφο της 15ης Νοεμβρίου 2002, η Επιτροπή τού γνωστοποίησε ότι το όνομά του περιλαμβανόταν πλέον στον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού COM/A/17/96.
16. Ο Χ. Γκόγκος διορίστηκε εν συνεχεία υπάλληλος της κατηγορίας A από 1ης Απριλίου 2003. Στις 31 Μαρτίου 2003 του γνωστοποιήθηκε η απόφαση της ΑΔΑ περί κατατάξεώς του στο τρίτο κλιμάκιο του βαθμού A 7 (στο εξής: απόφαση περί κατατάξεως).
17. Δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του KYK, ο Χ. Γκόγκος άσκησε στις 30 Ιουνίου 2003 διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως περί κατατάξεως, προβάλλοντας παράβαση των άρθρων 31 και 45 του KYK, του άρθρου 233 ΕΚ και του φιλικού διακανονισμού που είχε χωρήσει στην προηγούμενη δίκη (7). Κατ’ ουσίαν προέβαλε ότι έπρεπε να περιέλθει στην κατάσταση στην οποία θα ευρισκόταν αν είχε πετύχει στον διαγωνισμό από τον Δεκέμβριο του 1997. Οι περισσότεροι επιτυχόντες του διαγωνισμού είχαν ήδη προαχθεί στον επόμενο βαθμό A 6. Κατά τον Χ. Γκόγκο, η ΑΔΑ όφειλε, για να αντισταθμίσει την εν λόγω καθυστέρηση σε σύγκριση με τους συναδέλφους του αυτούς, να τον κατατάξει αμέσως στον βαθμό A 6 και όχι στον A 7.
18. Η διοικητική ένσταση του Χ. Γκόγκου απορρίφθηκε με την από 24 Νοεμβρίου 2003 απόφαση της ΑΔΑ (στο εξής: απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως). Κατόπιν τούτου, ο Χ. Γκόγκος προσέφυγε στις 18 Φεβρουαρίου 2004 ενώπιον του Πρωτοδικείου. Μετά από τέσσερα και πλέον έτη, στις 15 Οκτωβρίου 2008, το Πρωτοδικείο απέρριψε την εν λόγω προσφυγή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καταδικάζοντας όμως την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 88 του Κανονισμού Διαδικασίας του στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
19. Με την αίτηση αναιρέσεώς του, την οποία υπέβαλε στις 22 Δεκεμβρίου 2008 (8), ο Χ. Γκόγκος ζητεί πλέον από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου,
– να ακυρώσει την απόφαση περί κατατάξεώς του στον βαθμό Α 7 και την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2003 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεώς του,
– να κάνει χρήση της πλήρους δικαιοδοσίας του και να του επιδικάσει χρηματική αποζημίωση συνολικού ύψους 538 121,79 ευρώ για την οικονομική βλάβη του από την παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής που εκδηλώθηκε με την υπό κρίση βλαπτική απόφαση, η οποία βλάβη επιτάθηκε από τη διοικητική μεταρρύθμιση για όλο το προσδόκιμο ζωής του αναιρεσείοντος,
– να του επιδικάσει χρηματική αποζημίωση ύψους 50 000 ευρώ για την καθυστέρηση εκδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, και
– να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδά του, τόσο κατά την πρωτόδικη όσο και κατά την αναιρετική διαδικασία.
20. Η Επιτροπή, από την πλευρά της, ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της,
– να απορρίψει το αίτημα αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος λόγω της διάρκειας της διαδικασίας,
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
21. Το Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση αναιρέσεως καταρχάς στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας και κατόπιν στο πλαίσιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Ιανουαρίου 2010.
IV – Εκτίμηση
22. Ο Χ. Γκόγκος προβάλλει κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δύο λόγους αναιρέσεως (βλ., συναφώς, μέρος A). Εκτός αυτού, ζητεί με χωριστό αίτημα αποζημίωση λόγω της διάρκειας της πρωτόδικης διαδικασίας (βλ., συναφώς, μέρος B).
Α – Επί των δύο λόγων αναιρέσεως
23. Καταρχάς θα εξετάσω τους δύο λόγους αναιρέσεως που προβάλλει ο Χ. Γκόγκος κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
1. Επί της αιτιάσεως περί μη εξετάσεως διαφόρων λόγων ακυρώσεως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
24. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά τα χωρία του σκεπτικού της αποφάσεως στα οποία εξετάζεται αν ο Χ. Γκόγκος ορθώς κατετάγη στον κατώτερο εισαγωγικό βαθμό A 7 ή αν έπρεπε, αντιθέτως, να καταταγεί αμέσως στον ανώτερο βαθμό A 6. Ο Χ. Γκόγκος αιτιάται το Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε πέντε από τους έξι λόγους ακυρώσεως που προέβαλε και ότι κατά συνέπεια απέρριψε την προσφυγή του κατά της αποφάσεως περί κατατάξεως και της αποφάσεως επί της διοικητικής ενστάσεως χωρίς επαρκή αιτιολογία.
25. Υπόβαθρο αυτού του λόγου αναιρέσεως αποτελεί το γεγονός ότι κατά την πρωτόδικη διαδικασία ο Χ. Γκόγκος προέβαλε παράβαση των ακόλουθων διατάξεων και αρχών του δικαίου: του άρθρου 31, παράγραφος 2, του KYK, του άρθρου 233 ΕΚ, των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως, της επιείκειας, της χρηστής διοικήσεως και της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας (9). Εντούτοις, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο πραγματεύθηκε διεξοδικά μόνον το άρθρο 31, παράγραφος 2, του KYK (10), ενώ δεν αφιέρωσε παρά τρεις σύντομες παραγράφους στο άρθρο 233 ΕΚ και στις λοιπές αρχές στις οποίες αναφέρθηκε ο προσφεύγων (11).
α) Παραδεκτό
26. O πρώτος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι καταρχάς μάλλον παραδεκτός.
27. Γενικώς γίνεται δεκτό ότι η αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει λόγο ακυρώσεως μπορεί να θεωρηθεί ως αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας (12). Η υποχρέωση αιτιολογήσεως που βαρύνει το Πρωτοδικείο προκύπτει από το άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το αν η πρωτόδικη απόφαση έχει ελλιπή αιτιολογία αποτελεί, κατά πάγια νομολογία, νομικό ζήτημα δυνάμενο να προβληθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως (13).
28. Εντούτοις, η Επιτροπή αμφισβητεί εντόνως το παραδεκτό του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Φρονεί ότι ο Χ. Γκόγκος προέβαλε πρωτοδίκως ένα και μόνο λόγο ακυρώσεως, που αφορούσε μόνο την παράβαση του άρθρου 31, παράγραφος 2, του KYK. Στις λοιπές διατάξεις και αρχές του δικαίου που απαριθμεί παρέπεμψε μόνο συμπληρωματικά. Αν ο Χ. Γκόγκος προσπαθεί τώρα εκ των υστέρων να αναβαθμίσει αυτά τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν συμπληρωματικώς στον πρώτο βαθμό σε αυτοτελείς λόγους ακυρώσεως, αντιφάσκει προς τη συμπεριφορά του κατά τη πρωτόδικη διαδικασία και προβάλλει στην πραγματικότητα νέους ισχυρισμούς, πράγμα ανεπίτρεπτο κατά την αναιρετική διαδικασία.
29. Η ένσταση αυτή δεν είναι πειστική.
30. Σε αντίθεση με την Επιτροπή, δεν μπορώ να συναγάγω από τη δικογραφία ενδείξεις ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος ενώπιον του Πρωτοδικείου αποτελούσαν κατ’ ανάγκην την έκφραση ενός ενιαίου λόγου ακυρώσεως. Από την ανάγνωση του υποβληθέντος ενώπιον του Πρωτοδικείου δικογράφου της προσφυγής του Χ. Γκόγκου προκύπτει ότι ειδικά τμήματα του εν λόγω δικογράφου έχουν αφιερωθεί στο άρθρο 233 ΕΚ, στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και στις αρχές της επιείκειας, της χρηστής διοικήσεως και της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας. Τούτο συνηγορεί μάλλον υπέρ παρά κατά της υπάρξεως αυτοτελών λόγων ακυρώσεως.
31. Τίποτε διαφορετικό δεν προκύπτει από την πρωτόδικη έκθεση ακροατηρίου και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στα οποία αναζητεί έρεισμα η Επιτροπή. Η έκθεση ακροατηρίου συνοψίζει απλώς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, χωρίς να τους κατατάσσει ρητώς ούτε σε έναν ενιαίο λόγο ακυρώσεως ούτε σε περισσότερους (14). Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται απλώς ότι ο προσφεύγων προέβαλε «κυρίως» παράβαση του άρθρου 31, παράγραφος 2, του KYK και «επίσης», «συνεπεία» της παραβάσεως αυτής, παράβαση των λοιπών διατάξεων και αρχών του δικαίου στις οποίες αναφέρθηκε (15)· ούτε αυτό συνηγορεί κατ’ ανάγκη υπέρ της υπάρξεως ενός και μόνου λόγου ακυρώσεως.
32. Εκτός αυτού, θα ήταν τυπολατρική και θα συνιστούσε υπέρμετρο περιορισμό του ρόλου του Δικαστηρίου ως αναιρετικού δικαστηρίου η συναγωγή, από το γεγονός και μόνο ότι οι ισχυρισμοί αυτοί χαρακτηρίζονται ως «ακυρωτικοί λόγοι» (16) το πρώτον στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ενδείξεων διεύρυνσης του αντικειμένου της διαφοράς σε σύγκριση με τη πρωτόδικη διαδικασία.
33. Ναι μεν η προβολή νέων ισχυρισμών κατά την αναιρετική διαδικασία απαγορεύεται σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Κατά πάγια νομολογία όμως, οι διατάξεις αυτές απλώς εμποδίζουν να διευρυνθεί το αντικείμενο της διαφοράς καθ’ υπέρβασιν των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάσθηκαν πρωτοδίκως (17). Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διεύρυνση.
34. Η αιτίαση του Χ. Γκόγκου είναι κατ’ ουσίαν ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εξετάστηκαν επαρκώς σημαντικά τμήματα των ισχυρισμών του κατά την πρωτόδικη διαδικασία (18). Ο αναιρεσείων δεν υποβάλλει συνεπώς ενώπιον του Δικαστηρίου νέους κατ’ ουσίαν ισχυρισμούς, αλλά απλώς επιθυμεί να εξακριβωθεί αν το Πρωτοδικείο αντιμετώπισε τη συζητηθείσα ενώπιόν του δικογραφία κατά τρόπον ώστε να πληροί τις απαιτήσεις που θέτει ο νόμος όσον αφορά το σκεπτικό μιας αποφάσεως. Μια από τις κατ’ εξοχήν αρμοδιότητες του Δικαστηρίου ως αναιρετικού δικαστηρίου είναι να δώσει απάντηση στο ερώτημα αυτό.
35. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς.
β) Βάσιμο
36. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός αν διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν ανταποκρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στην υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
37. Κατά πάγια νομολογία, από το σκεπτικό αποφάσεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση η συλλογιστική του Πρωτοδικείου ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους της αποφάσεώς του και να μπορεί το Δικαστήριο να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο (19).
38. Ωστόσο, η υποχρέωση του Πρωτοδικείου να αιτιολογεί τις αποφάσεις του δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη την υποχρέωσή του να απαντά λεπτομερώς σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται κατά την πρωτόδικη διαδικασία, ιδίως δε αν δεν είναι αρκούντως σαφές και ακριβές (20). Αντιθέτως, οι λόγοι που επέβαλαν την απόφαση μπορούν να συνάγονται και εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι οι μεν ενδιαφερόμενοι μπορούν να διακρίνουν τους λόγους για τους οποίους το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, το δε Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (21). Συνολικά όμως πρέπει να προκύπτει από το σκεπτικό ότι το Πρωτοδικείο διερεύνησε όλες τις προβληθείσες πρωτοδίκως παραβιάσεις δικαιωμάτων (22).
39. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές. Στην εν λόγω απόφαση, αφού το Πρωτοδικείο απορρίπτει την αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 31, παράγραφος 2, του KYK (23), εκθέτει ότι «επομένως» και οι λοιπές παρανομίες τις οποίες προβάλλει ο Χ. Γκόγκος σχετικά με το άρθρο 233 ΕΚ και τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της επιείκειας, της χρηστής διοικήσεως και της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας «δεν μπορούν να έχουν επίπτωση στην καθαυτό νομιμότητα της αποφάσεως περί κατατάξεως σε βαθμό» (24).
40. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δεν αγνόησε τις λοιπές διατάξεις και αρχές του δικαίου που επικαλέσθηκε ο Χ. Γκόγκος, αλλά υπεισήλθε σε αυτές, έστω και με εξαιρετική συντομία. Από το προπαρατεθέν χωρίο της αποφάσεως συνάγεται ευχερώς ότι το Πρωτοδικείο απορρίπτει τις σχετικές αιτιάσεις για τους ίδιους λόγους για τους οποίους έχει ήδη απορρίψει την αιτίαση τη στηριζόμενη στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του KYK.
41. Ο Χ. Γκόγκος αντιτείνει ότι ειδικώς η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως έπρεπε να τύχει ειδικής εξετάσεως από το Πρωτοδικείο και όχι να περιληφθεί στην εξέταση που αφορούσε το άρθρο 31, παράγραφος 2, του KYK.
42. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι δύο παράγραφοι της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αφιερωμένες στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (25). Σε αυτές εκτίθεται –καίτοι επίσης συνοπτικώς– η νομική εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά τον λόγο για τον οποίον ειδικώς η επίκληση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως δεν θα μπορούσε να οδηγήσει εν προκειμένω σε κατάταξη του Χ. Γκόγκου στον ανώτερο βαθμό. Αφενός, κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, η επίκληση της αρχής της ισότητας αποκλείεται για τον λόγο ότι για κάθε θέση απαιτείται ατομική απόφαση αξιολόγησης των προσόντων του προς πρόσληψη υπαλλήλου. Αφετέρου, η συγκεκριμένη επαγγελματική πείρα έχει ήδη ληφθεί υπόψη για τον διορισμό του οικείου υπαλλήλου στην ανώτερη κατηγορία.
43. Μπορεί μεν ο Χ. Γκόγκος να μη συμμερίζεται επί της ουσίας τις εκτιμήσεις αυτές του Πρωτοδικείου. Τούτο όμως δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε τις αιτιάσεις που προέβαλε. Το ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε, επί της ουσίας, σε διαφορετικό συμπέρασμα από τον αναιρεσείοντα δεν καθιστά, αφεαυτού, ελλιπή την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (26).
44. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
2. Επί των συνθηκών υπό τις οποίες πρέπει να επιδικάζεται αυτεπαγγέλτως αποζημίωση (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
45. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο ηδύνατο και, ενδεχομένως, όφειλε να επιδικάσει στον Χ. Γκόγκο αυτεπαγγέλτως χρηματική αποζημίωση. Ο Χ. Γκόγκος παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο αγνόησε την πλήρη δικαιοδοσία που διαθέτει προκειμένου περί χρηματικών διαφορών. Κατά την άποψη του Χ. Γκόγκου, η δικαιοδοσία αυτή θα παρείχε στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να του επιδικάσει αυτεπαγγέλτως χρηματική αποζημίωση.
46. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων βάλλει ειδικώς κατά της σκέψεως 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Πρωτοδικείο εκθέτει κατ’ ουσίαν τα εξής: καίτοι ο Χ. Γκόγκος, λόγω της ανάγκης νέας προφορικής δοκιμασίας (27), απώλεσε ενδεχομένως την ευκαιρία να μεταβεί νωρίτερα στην κατηγορία A και να προαχθεί έτσι νωρίτερα στη νέα του σταδιοδρομία, εντούτοις ο Χ. Γκόγκος δεν ζήτησε από το Πρωτοδικείο χρηματική αποζημίωση για τον λόγο αυτόν.
α) Παραδεκτό
47. Η Επιτροπή φρονεί ότι ο δεύτερος αυτός λόγος αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως. Ισχυρίζεται ότι, καθ’ όλη τη μέχρι τούδε ένδικη διαδικασία, ο Χ. Γκόγκος περιορίστηκε να ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως περί κατατάξεως και της αποφάσεως επί της διοικητικής ενστάσεως. Ουδέποτε προέβαλε αξίωση αποζημιώσεως, είναι δε απαράδεκτη η προβολή της αξιώσεως αυτής το πρώτον κατά την αναιρετική διαδικασία.
48. Είναι μεν αληθές ότι ο ίδιος ο Χ. Γκόγκος δέχεται ότι δεν υπέβαλε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου επίσημο αίτημα αποζημιώσεως.
49. Εντούτοις, η ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη της τι ζητεί πράγματι ο Χ. Γκόγκος με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Το επίμαχο ζήτημα είναι αν το Πρωτοδικείο ηδύνατο και όφειλε να επιδικάσει αποζημίωση στον προσφεύγοντα αυτεπαγγέλτως, δηλαδή χωρίς σχετικό αίτημα.
50. Το αν το Πρωτοδικείο είχε την εξουσία και ενδεχομένως την υποχρέωση να επιδικάσει αυτεπαγγέλτως στον Χ. Γκόγκο χρηματική αποζημίωση είναι νομικό ζήτημα δυνάμενο να εξετασθεί στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Για την εξέταση του ζητήματος αυτού δεν μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση το να έχει ζητήσει πρωτοδίκως ο ενδιαφερόμενος αποζημίωση. Αντιθέτως, το ζήτημα αυτό ως εκ της φύσεώς του ανακύπτει ειδικά σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο προσφεύγων δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα κατά την πρωτόδικη διαδικασία.
51. Αναφερόμενος στο πρόβλημα αυτό στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεώς του, ο Χ. Γκόγκος δεν διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς, αλλά ζητεί από το Δικαστήριο να ελέγξει αν το Πρωτοδικείο εξέτασε το αντικείμενο της πρωτόδικης διαδικασίας σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου και έλαβε συναφώς όλα τα μέτρα που επιτρέπονται και επιβάλλονται από τον νόμο.
52. Η έννομη προστασία θα καθίστατο, ως προς το σημείο αυτό, άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας αν η προβολή αιτήματος αποζημιώσεως κατά την πρωτόδικη διαδικασία καθίστατο υποχρεωτική προϋπόθεση παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως. Τούτο δεν θα ήταν σύμφωνο με την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.
53. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι κατά συνέπεια παραδεκτός.
β) Βάσιμο
54. Για να ευοδωθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε εν προκειμένω να είχε δικαιοδοσία να επιδικάσει στον Χ. Γκόγκο αυτεπαγγέλτως αποζημίωση και να είχε αγνοήσει τη δικαιοδοσία του αυτή (28).
i) Η κατά τον KYK πλήρης δικαιοδοσία ως προς τις χρηματικές διαφορές
55. Το άρθρο 91, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του KYK παρέχει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλήρη δικαιοδοσία στις χρηματικές διαφορές μεταξύ υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του εργοδότη του.
56. Ο όρος «χρηματική διαφορά» δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
57. Ναι μεν χρηματική διαφορά υφίσταται κυρίως όταν ο οικείος υπάλληλος ασκεί στο πλαίσιο του άρθρου 270 ΣΛΕΕ αγωγή ζητώντας την καταβολή χρηματικού ποσού, παραδείγματος χάριν αποζημιώσεως ή ποσών τα οποία ο τελευταίος θεωρεί ότι του οφείλονται δυνάμει του ΚΥΚ ή άλλης πράξεως που διέπει την εργασιακή του σχέση (29)· τα ποσά αυτά μπορούν να συνίστανται παραδείγματος χάριν σε χρηματικές απολαβές, επιδόματα και κοινωνικοασφαλιστικές παροχές του KYK ή σε τόκους υπερημερίας (30).
58. Εκτός αυτού, ακόμη και η προσφυγή ακυρώσεως ενός υπαλλήλου με την οποία ζητείται η ακύρωση αποφάσεως που τον θίγει υπηρεσιακά μπορεί να υποκρύπτει χρηματική διαφορά (31). Ιδιαίτερη σημασία για την υπό κρίση υπόθεση έχει το γεγονός ότι και η προσφυγή υπαλλήλου με την οποία ζητεί τον δικαστικό επανέλεγχο της κατατάξεώς του δημιουργεί χρηματική διαφορά (32). Τούτο θεμελιώνεται στη σκέψη ότι η απόφαση της ΑΔΑ περί κατατάξεως υπαλλήλου, πέραν των επιπτώσεών της στην σταδιοδρομία του ενδιαφερομένου και στην προσωπική του κατάσταση εντός της υπηρεσιακής ιεραρχίας έχει άμεσες επιπτώσεις και στις χρηματικές απαιτήσεις του, ιδίως δε στο ύψος των χρηματικών απολαβών του σύμφωνα με τον KYK.
59. Βάσει των δεδομένων αυτών, υφίστατο και εν προκειμένω χρηματική διαφορά, στο πλαίσιο της οποίας το Πρωτοδικείο είχε, κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του KYK, πλήρη δικαιοδοσία.
60. Η πλήρης δικαιοδοσία που απονέμει στον δικαστή της Ένωσης το άρθρο 91, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του KYK τού παρέχει την εξουσία να δίνει στις διαφορές που του υποβάλλονται πλήρη λύση (33). Επομένως, σε ό,τι αφορά τις καθαρά χρηματικές πτυχές της κάθε διαφοράς, ο δικαστής της Ένωσης δεν πρέπει να περιορίζεται σε απλό έλεγχο της νομιμότητας της δράσεως των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, αλλά έχει δικαιοδοσία να εξετάσει και τη σκοπιμότητά της. Ως προς τις πτυχές αυτές δηλαδή ο δικαστής της Ένωσης έχει τη δυνατότητα να υποκαταστήσει την εκτίμηση της ΑΔΑ με τη δική του εκτίμηση και να προχωρήσει όχι μόνο σε ακύρωση, αλλά και σε τροποποίηση των αποφάσεών της.
61. Η πλήρης δικαιοδοσία περιλαμβάνει σύμφωνα με τη νομολογία την εξουσία, αν χρειάζεται, να υποχρεωθεί αυτεπαγγέλτως ο καθού –ήτοι ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί νομίμως τέτοιο αίτημα– στην καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που προκλήθηκε από πταίσμα του και, στο πλαίσιο αυτό, να αξιολογηθεί κατά δίκαιη κρίση η ζημία που προκλήθηκε λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υποθέσεως (34).
62. Αυτό σημαίνει, για τις διαφορές σχετικά με αποφάσεις περί κατατάξεως, ότι τα δικαστήρια της Ένωσης μπορούν μεν να ελέγξουν την κατάταξη ενός υπαλλήλου αυτή καθεαυτή μόνον ως προς τη νομιμότητά της και δεν μπορούν να διατάξουν ή να τροποποιήσουν την κατάταξη αυτή· εντούτοις έχουν την εξουσία να επιδικάσουν στον οικείο υπάλληλο –αυτεπαγγέλτως αν χρειάζεται– αποζημίωση για τυχόν υπηρεσιακό πταίσμα της ΑΔΑ κατά τη λήψη της αποφάσεως για την κατάταξή του.
ii) Σκοπός της αυτεπάγγελτης επιδικάσεως αποζημιώσεως στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας
63. Εν προκειμένω το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε ούτε ακροθιγώς αν είχε τη δυνατότητα να υποχρεώσει αυτεπαγγέλτως την Επιτροπή σε καταβολή αποζημιώσεως. Αρκέστηκε αντιθέτως στη λακωνική διαπίστωση ότι ο Χ. Γκόγκος δεν ζήτησε χρηματική αποζημίωση (35).
64. Τούτο θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τον χρηματικό χαρακτήρα της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 91, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του KYK. Πιθανώς το Πρωτοδικείο δεν είχε αντιληφθεί ότι διέθετε πλήρη δικαιοδοσία ως προς τις καθαρά χρηματικές πτυχές της διαφοράς, η οποία περιλαμβάνει και την εξουσία να επιδικάζει αυτεπαγγέλτως αποζημίωση (36).
65. Εν προκειμένω όμως δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν το Πρωτοδικείο πράγματι αγνόησε την έκταση των εξουσιών του και υπέπεσε έτσι σε πλάνη περί το δίκαιο. Ειδικότερα, στην υπό κρίση περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να υποχρεωθεί αυτεπαγγέλτως η Επιτροπή σε καταβολή αποζημιώσεως.
66. Ειδικότερα, η εξουσία των Δικαστηρίων της Ένωσης να επιδικάζουν αυτεπαγγέλτως αποζημίωση στους υπαλλήλους αποσκοπεί πρωτίστως στο να τους παράσχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των ακυρωτικών αποφάσεων που εκδίδουν επί υπαλληλικών υποθέσεων (37). Αν επομένως η (πλήρης ή μερική) ακύρωση της νομικώς εσφαλμένης αποφάσεως της ΑΔΑ δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την πραγμάτωση των δικαιωμάτων του οικείου υπαλλήλου ή να διαφυλάξει αποτελεσματικά τα συμφέροντά του, ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να του επιδικάσει αυτεπαγγέλτως αποζημίωση.
67. Εν προκειμένω, όμως, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ούτε η απόφαση περί κατατάξεως ούτε η απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως της Επιτροπής ενείχαν νομικό σφάλμα. Μη ακυρώνοντας έτσι τις δύο αυτές αποφάσεις, το Πρωτοδικείο δεν είχε λόγους να εξασφαλίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της αποφάσεώς του επιδικάζοντας αυτεπαγγέλτως αποζημίωση. Η προσέγγιση αυτή είναι νομικώς άψογη.
68. Παρεμπιπτόντως επιθυμώ να τονίσω ότι εν προκειμένω αποκλειόταν εκ των προτέρων να αποζημιωθεί ο Χ. Γκόγκος και για τις συνέπειες της νόμιμης διοικητικής δράσης. Πέραν του ότι στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν έχει ακόμη οριστικώς αποσαφηνιστεί αν και υπό ποιες προϋποθέσεις παρέχεται τέτοια αποζημίωση (38), οι επιπτώσεις για τον Χ. Γκόγκο όσον αφορά τις χρηματικές απολαβές του και τη σταδιοδρομία του στο πλαίσιο της νέας κατηγορίας A δεν προέκυψαν από την απόφαση περί κατατάξεως και την απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως, αλλά από τα νομικά σφάλματα της Επιτροπής κατά τον διαγωνισμό (39).
69. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
3. Τελικές παρατηρήσεις
70. Επισημαίνω, ως εκ περισσού, ότι η απόφαση περί κατατάξεως υπαλλήλου δεν συνιστά το κατάλληλο πλαίσιο για την αντιστάθμιση τυχόν επιπτώσεων που προέκυψαν για τον υπάλληλο αυτόν εξαιτίας σφαλμάτων κατά τη διεξαγωγή προηγηθέντος διαγωνισμού.
71. Είναι μεν αμφίβολη η ορθότητα της κρίσεως του Πρωτοδικείου ότι η εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του KYK αποκλείεται εκ των προτέρων σε περίπτωση εσωτερικού διαγωνισμού (40). Ειδικότερα, η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να παράσχει στο οικείο όργανο τη δυνατότητα να εξασφαλίσει, ως εργοδότης, τις υπηρεσίες ενός προσώπου το οποίο ενδέχεται διαφορετικά να στερηθεί, διότι είναι περιζήτητο στην αγορά εργασίας και ενδεχομένως δέχεται πολυάριθμες προτάσεις από άλλους πιθανούς εργοδότες (41). Σε αντίθεση με τη γνώμη που φαίνεται να έχει το Πρωτοδικείο, ουδόλως αποκλείεται να υπάρχει τέτοιος ανταγωνισμός μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των ιδιωτών εργοδοτών για τους υποψηφίους των εσωτερικών διαγωνισμών. Αντιθέτως, πρόσωπο το οποίο εργάζεται ήδη για θεσμικό όργανο της Ένωσης μπορεί επίσης να αισθανθεί τον πειρασμό να το εγκαταλείψει και να εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα ή σε άλλο διεθνή οργανισμό, αν οι προτάσεις των εξωτερικών εργοδοτών του φαίνονται ελκυστικότερες από την κατάταξή του και τις προοπτικές εξελίξεώς του στην ευρωπαϊκή Δημόσια Διοίκηση. Αυτό μπορεί να ισχύει ιδίως για πτυχιούχους πανεπιστημίου που κατέχουν θέσεις των κατηγοριών B ή C.
72. Εν τέλει όμως δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον το άρθρο 31, παράγραφος 2, του KYK έχει εφαρμογή για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ειδικότερα, κατά το εν λόγω άρθρο 31, παράγραφος 2, η κατάταξη σε ανώτερο βαθμό κατά παρέκκλιση από την αρχή της κατατάξεως στον εισαγωγικό βαθμό η οποία θεσπίζεται στην παράγραφο 1, είναι δυνατή μόνον κατ’ εξαίρεση (42) και μάλιστα εφόσον μια τέτοια κατάταξη ανταποκρίνεται σε ιδιαίτερες υπηρεσιακές ανάγκες ή είναι πράγματι δικαιολογημένη λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων προσόντων ή της ιδιαίτερης επαγγελματικής πείρας του ενδιαφερομένου (43)· πρέπει, δηλαδή, να πρόκειται για εξαιρετικό υποψήφιο (44). Θα αποτελούσε καταχρηστική εφαρμογή της ρυθμίσεως του άρθρου 31, παράγραφος 2, του KYK η προσφυγή στη διάταξη αυτή έστω και άνευ συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, προς αντιστάθμιση ορισμένων επιπτώσεων για τη σταδιοδρομία ενός υπαλλήλου.
73. Ο Χ. Γκόγκος δεν μπορεί να αντλήσει δικαίωμα κατατάξεως στον ανώτερο βαθμό ούτε από τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Η αρχή αυτή επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (45). Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν διάφορες καταστάσεις και, κατά συνέπεια, τον παρόμοιο χαρακτήρα τους πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού του μέτρου που πρόκειται να ληφθεί (46).
74. Σκοπός μιας αποφάσεως περί κατατάξεως επί τη βάσει του άρθρου 31 του KYK είναι μόνον η κατάταξη του υπαλλήλου προς το συμφέρον της υπηρεσίας και αναλόγως των προσόντων του σε βαθμό της σταδιοδρομίας του. Το Δικαστήριο δεν έχει ενδείξεις ότι ο Χ. Γκόγκος τελεί, ενόψει των κριτηρίων αυτών, σε διαφορετική κατάσταση από άλλους επιτυχόντες του εσωτερικού διαγωνισμού. Συνεπώς, ούτε υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πάσχει ελάττωμα η κατάταξή του στον βαθμό A 7 όπως οι λοιποί επιτυχόντες. Αντιθέτως, τυχόν παρατυπίες κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού και η προκληθείσα εξ αυτών καθυστέρηση διορισμού του υπαλλήλου στη θέση δεν αποτελούν ουσιώδη κριτήρια για την απόφαση περί κατατάξεως.
75. Βεβαίως δεν αμφισβητείται ότι ο Χ. Γκόγκος, εξαιτίας της επαναλήψεως της προφορικής δοκιμασίας του για δύο ακόμη φορές και των συνακόλουθων καθυστερήσεων στην εξέλιξη του διαγωνισμού απώλεσε την ευκαιρία να ανέλθει νωρίτερα στην κατηγορία A και κατά συνέπεια να προαχθεί νωρίτερα στη νέα του σταδιοδρομία (47). Εντούτοις, η αντίστοιχη υλική ζημία και ηθική βλάβη δεν προκλήθηκαν από την επίδικη εν προκειμένω απόφαση περί κατατάξεως και την απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως. Επομένως, ακόμη και αν οι δύο αυτές αποφάσεις είχαν παράνομο χαρακτήρα, το Πρωτοδικείο δεν θα μπορούσε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως τη ζημία αυτή, διότι άλλως θα παραβίαζε την αρχή «ne ultra petita».
76. Αντιθέτως, η ζημία αυτή προέκυψε, όπως προανέφερα (48), από τη νομικώς εσφαλμένη διεξαγωγή του διαγωνισμού. Τη ζημία αυτή μπορούσε να προβάλει ο Χ. Γκόγκος κατά τις δύο προηγούμενες ένδικες διαδικασίες (49) εξαντλώντας όλα τα διαθέσιμα δικονομικά μέσα.
77. Ως προς την πρώτη από αυτές τις ένδικες διαδικασίες επισημαίνεται ότι ο Χ. Γκόγκος ζήτησε, μαζί με την προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής, ικανοποίηση μόνο της ηθικής βλάβης του. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε όμως από το Πρωτοδικείο με το σκεπτικό ότι η ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής συνιστούσε επαρκή ικανοποίηση για τη ζημία που υπέστη ο προσφεύγων (50). Η εν λόγω απόφαση έχει εν τω μεταξύ καταστεί αμετάκλητη.
78. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη ένδικη διαδικασία, ο Χ. Γκόγκος παραιτήθηκε, στο πλαίσιο του φιλικού διακανονισμού που συνήψε με την Επιτροπή, από όλες τις αξιώσεις αποζημιώσεως που είχε προβάλει μέχρι τότε (51). Καθόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η εξωδικαστική συμφωνία μεταξύ του Χ. Γκόγκου και της Επιτροπής είναι ανίσχυρη ή ακυρώσιμη, ο αναιρεσείων δεν μπορεί να αξιώσει σήμερα ανόρθωση των ζημιών που καταλαμβάνονται από τον εν λόγω συμβιβασμό.
79. Μόνον εφόσον αποδεικνυόταν ότι υφίστανται ακόμη σημαντικές ζημίες ως προς τις οποίες ο Χ. Γκόγκος δεν παραιτήθηκε εγκύρως στο παρελθόν από την αξίωση αποζημιώσεως θα ήταν νοητό σήμερα να αποζημιωθεί για την απώλεια της ευκαιρίας ενωρίτερης εξελίξεώς του. Εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις για την προβολή αξιώσεως αποζημιώσεως εξ αστικής ευθύνης της Διοικήσεως (52) και δεν έχει επέλθει ακόμη παραγραφή, ο Χ. Γκόγκος διατηρεί το δικαίωμα να επικαλεσθεί τέτοιες ενδεχόμενες ζημίες σε χωριστή διαδικασία.
4. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
80. Επειδή κανείς από τους δύο λόγους αναιρέσεως που προέβαλε ο Χ. Γκόγκος δεν γίνεται δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
81. Επομένως, τα αιτήματά του περί ακυρώσεως της αποφάσεως περί κατατάξεως και της αποφάσεως επί της διοικητικής ενστάσεως και περί χορηγήσεως αποζημιώσεως ύψους 538 121,79 ευρώ καθίστανται άνευ αντικειμένου, διότι όλα τα ως άνω αιτήματα προϋποθέτουν την προηγούμενη αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
B – Επί του χωριστού αιτήματος αποζημιώσεως λόγω της διάρκειας της πρωτόδικης διαδικασίας
82. Τέλος ο Χ. Γκόγκος ζητεί από το Δικαστήριο να του επιδικάσει εύλογη αποζημίωση για την –κατά τη γνώμη του υπέρμετρη– διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Στηριζόμενος στην υπόθεση Baustahlgewebe (53) υπολογίζει την αποζημίωση αυτή σε 50 000 ευρώ.
83. Όπως όμως διαπίστωσε το Δικαστήριο με την απόφαση FIAMM (54), ένα τέτοιο χωριστό αίτημα αποζημιώσεως κατά την αναιρετική διαδικασία είναι απαράδεκτο. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 113, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τα αιτήματα της αναιρέσεως μπορούν να έχουν ως αντικείμενο μόνο την ολική ή μερική αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου και ενδεχομένως την ολική ή μερική αποδοχή των αιτημάτων που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, αποκλειομένης της υποβολής κάθε νέου αιτήματος.
84. Επίκληση της υπέρμετρης διάρκειας της πρωτόδικης διαδικασίας χωρεί κατά την αναιρετική διαδικασία μόνον όταν κατά τη γνώμη ενός μετέχοντος στη διαδικασία είχε επίπτωση στο περιεχόμενο της πρωτόδικης αποφάσεως και δίνει κατά συνέπεια λαβή για την αναίρεση της αποφάσεως αυτής (55). Εν προκειμένω όμως ο Χ. Γκόγκος δεν ισχυρίστηκε τούτο.
85. Επομένως, το αίτημά του αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί.
86. Αναφέρω, ως εκ περισσού, ότι εναπόκειται φυσικά στον Χ. Γκόγκο να ασκήσει, επικαλούμενος τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 340, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (56), κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης (57). Τυχόν αποζημίωση δεν θα βαρύνει όμως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως θεσμικό όργανο.
87. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αγωγής θα πρέπει να εξεταστεί, μεταξύ άλλων, αν η διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας ήταν υπέρμετρη εν προκειμένω, με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας (58). Τούτο πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υποθέσεως, όπως είναι η περιπλοκότητα της διαφοράς και η συμπεριφορά των διαδίκων (59).
88. Εν προκειμένω η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου διήρκεσε συνολικά περίπου τέσσαρα έτη και οκτώ μήνες (60). Είναι αξιοσημείωτο ότι μεταξύ του τέλους της έγγραφης διαδικασίας και της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στον πρώτο βαθμό παρήλθαν τρία και πλέον έτη (61). Με την επιφύλαξη λεπτομερέστερης εξετάσεως στο πλαίσιο ενδεχόμενης δίκης με αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως, η διάρκεια αυτή δεν φαίνεται να δικαιολογείται ούτε από ιδιαίτερη περιπλοκότητα του θέματος ή των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν ούτε από τη συμπεριφορά των διαδίκων. Είναι αυτονόητο ότι προβλήματα της εσωτερικής οργανώσεως του Πρωτοδικείου, παραδείγματος χάριν τα προβλήματα τα σχετικά με την τακτική ανανέωση των δικαστών, δεν επιτρέπεται να αποβούν εις βάρος των πολιτών. Η Επιτροπή επισημαίνει μεν ότι το Πρωτοδικείο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα είχε επιληφθεί σαφώς περισσοτέρων διαδικασιών απ’ ό,τι κατά τον χρόνο της αποφάσεως Baustahlgewebe· δεν αναφέρει όμως ότι το Πρωτοδικείο διαθέτει σήμερα σαφώς περισσότερους δικαστές και προσωπικό απ’ ό,τι τότε.
V – Δικαστικά έξοδα
89. Όπως προκύπτει από το άρθρο 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφαίνεται και επί των εξόδων όταν απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη. Εν προκειμένω η απόφαση επί των δικαστικών εξόδων έχει ιδιαίτερη σημασία διότι η Επιτροπή εκπροσωπείται ως έτερος διάδικος από δικηγόρο.
90. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται καταρχήν στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Όπως προκύπτει περαιτέρω από το άρθρο 122, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο κανόνας αυτός ισχύει και για τις αναιρέσεις των μονίμων και μη μονίμων υπαλλήλων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης επί υπαλληλικών υποθέσεων. Συνεπώς, ο Χ. Γκόγκος, ο οποίος ηττάται ως προς το σύνολο των ισχυρισμών του, θα έπρεπε να καταδικαστεί στα δικαστικά του έξοδα και στα έξοδα της Επιτροπής, όπως έχει ζητήσει εν προκειμένω η Επιτροπή.
91. Εντούτοις, κατά το άρθρο 122, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας σε περίπτωση αναιρέσεων που ασκούνται από μονίμους και μη μονίμους υπαλλήλους ενός οργάνου και να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, εφόσον αυτό υπαγορεύει η επιείκεια.
92. Αφενός εν προκειμένω πρέπει αναμφίβολα να ληφθεί υπόψη ότι οι λόγοι αναιρέσεως που προέβαλε ο Χ. Γκόγκος και τα αιτήματά του απορρίπτονται διότι θεμελιώνονται σε εσφαλμένες νομικές κρίσεις.
93. Αφετέρου όμως πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι η Επιτροπή συνέβαλε αποφασιστικά με τη στάση της στη γένεση της υπό κρίση διαφοράς. Αν κατά τη διεξαγωγή του εσωτερικού διαγωνισμού δεν είχε χρειαστεί τρεις προσπάθειες για να διοργανώσει μια σύννομη προφορική δοκιμασία για τον Χ. Γκόγκο, η υπό κρίση διαφορά θα μπορούσε να αποφευχθεί (62).
94. Επιπλέον, ήταν δικαιολογημένη η επιθυμία του αναιρεσείοντος να τύχει ευλόγου αντισταθμίσματος για την απώλεια της ευκαιρίας να μεταβεί στην κατηγορία A νωρίτερα απ’ ό,τι συνέβη πράγματι. Το ότι αποπειράθηκε να εξασφαλίσει το αντιστάθμισμα αυτό κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία επικαλούμενος τη δυνατότητα να του χορηγηθεί αυτεπαγγέλτως χρηματική αποζημίωση δεν είναι απολύτως μεμπτό, δεδομένης της μη παγιωθείσας νομολογίας στον τομέα αυτόν.
95. Εν κατακλείδι θεωρώ επομένως ότι για λόγους επιείκειας πρέπει να τύχει εφαρμογής η εξαίρεση του άρθρου 122, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας και να κατανεμηθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας μεταξύ των διαδίκων κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Θεωρώ δίκαιο να υποχρεωθεί κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
VI – Πρόταση
96. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Απορρίπτει το αίτημα του Χ. Γκόγκου να του χορηγηθεί αποζημίωση λόγω της διάρκειας της πρωτόδικης διαδικασίας.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Οκτωβρίου 2008, T‑66/04, Γκόγκος κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
3 – Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ L 124, σ. 1).
4 – Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που ίσχυσε από 5 Μαρτίου 1968 και καθορίστηκε με τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 1473/72 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 136).
5 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Μαρτίου 2000, T‑95/98, Γκόγκος κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑51 και II‑219).
6 – Βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 21ης Οκτωβρίου 2002, T‑97/01, Γκόγκος κατά Επιτροπής.
7 – Υπόθεση T‑97/01, Γκόγκος κατά Επιτροπής.
8 – Το πρωτότυπο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποβλήθηκε καταρχάς με τηλεομοιοτυπία, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Δεκεμβρίου 2008.
9 – Βλ. συγκεφαλαίωση στη σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
10 – Σκέψεις 27 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
11 – Σκέψεις 44 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
12 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 1991, C‑283/90 P, Vidrányi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I‑4339, σκέψη 29), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑197/99 P, Βέλγιο κατά Επιτροπής, επονομαζόμενη «Forges de Clabecq» (Συλλογή 2003, σ. I‑8461, σκέψεις 80 έως 83)· στο ίδιο πνεύμα, απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουνίου 2009, T‑498/07 P, Krcova κατά Δικαστηρίου (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 34)· βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα C. O. Lenz της 10ης Φεβρουαρίου 1994 στην υπόθεση C‑39/93 P, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑2681, σημείο 36).
13 – Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, επονομαζόμενη «Baustahlgewebe» (Συλλογή 1998, σ. I‑8417, σκέψη 25), της 7ης Μαΐου 1998, C‑401/96 P, Somaco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑2587, σκέψη 53), της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑47/07 P, Masdar (UK) κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. Ι-9761, σκέψη 76), και της 16ης Ιουλίου 2009, C‑385/07 P, Der Grüne Punkt – Duales System Deutschland κατά Επιτροπής, επονομαζόμενη «Der Grüne Punkt» (Συλλογή 2009, σ. Ι-6155, σκέψη 71).
14 – Σημεία 25 έως 31 της εκθέσεως ακροατηρίου της πρωτόδικης διαδικασίας.
15 – Σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
16 – Η υποσημείωση δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.
17 – Αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C‑136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑1981, σκέψεις 57 έως 59), της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 165), της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 66), και της 2ας Απριλίου 2009, C‑202/07 P, France Télécom κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. Ι-2369, σκέψη 60).
18 – Από την πρόχειρη ανάγνωση του υποβληθέντος ενώπιον του Πρωτοδικείου δικογράφου (σημεία του 27 έως 41) προκύπτει ότι ο Χ. Γκόγκος αφιέρωσε περίπου το ήμισυ των ισχυρισμών που διατύπωσε εγγράφως κατά την πρωτόδικη διαδικασία στην επιχειρηματολογία του σχετικά με το άρθρο 233 ΕΚ και στις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της επιείκιας, της χρηστής διοικήσεως και της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας.
19 – Αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1998, C‑259/96 P, Συμβούλιο κατά de Nil και Impens (Συλλογή 1998, σ. I‑2915, σκέψεις 32 και 33) και France Télécom κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 29).
20 – Αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2001, C‑274/99 P, Connolly κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑1611, σκέψη 121), της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑120/06 P και C‑121/06 P, FIAMM και FIAMM Technologies κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, επονομαζόμενη «FIAMM» (Συλλογή 2008, σ. I‑6513, σκέψη 91), και France Télécom κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 30).
21 – Αποφάσεις της 2ας Απριλίου 2009, C‑431/07 P, Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. Ι-2665, σκέψη 42), και της 16ης Ιουλίου 2009, C‑431/07 P, Επιτροπή κατά Schneider Electric (Συλλογή 2009, σ. Ι-6413, σκέψη 135).
22 – Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, C‑167/06 P, Κομνηνού κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 22).
23 – Σκέψεις 27 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
24 – Σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
25 – Σκέψεις 45 και 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, C‑362/05 P, Wunenburger κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑4333, σκέψη 80).
27 – Παρεμπιπτόντως ας αναφέρω ότι το Πρωτοδικείο κάνει λόγο εσφαλμένως για προφορική εξέταση «τον Σεπτέμβριο του 2002» που οργανώθηκε «κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Γκόγκος κατά Επιτροπής». Ειδικότερα, όπως παρατηρεί ορθώς ο Χ. Γκόγκος, η ως άνω προφορική εξέταση δεν έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2002, αλλά τον Νοέμβριο του 2002 και δεν ήταν απόρροια προγενέστερης εκδόσεως αποφάσεως στη δίκη Γκόγκος κατά Επιτροπής, αλλά του συμβιβασμού στον οποίον κατέληξαν οι διάδικοι στην υπόθεση T‑97/01.
28 – Βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑135/06 P, Weißenfels κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑12041, σκέψη 69).
29 – Απόφαση Weißenfels κατά Κοινοβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 65).
30 – Αποφάσεις Weißenfels κατά Κοινοβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, ειδικότερα σκέψεις 62 και 66), και της 17ης Απριλίου 1997, C‑90/95 P, de Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I‑1999, σκέψη 45).
31 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 5ης Ιουνίου 1980, 24/79, Oberthür κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 229, σκέψη 14), και της 27ης Οκτωβρίου 1987, 176/86 και 177/86, Houyoux και Guery κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4333, σκέψη 16 σε συνδυασμό με σκέψη 1)· βλ., ακόμη, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Μαΐου 1998, T‑159/96, Wenk κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑193 και II‑593, σκέψη 122), της 31ης Μαρτίου 2004, T‑10/02, Girardot κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑109 και II‑483, σκέψη 89), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, T‑404/06 P, Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ETF) κατά Landgren (Συλλογή 2009, σ. ΙΙ-2841, σκέψη 233).
32 – Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1965, 83/63, Krawczynski κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 145).
33 – Αποφάσεις Weißenfels κατά Κοινοβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 67), και της 17ης Δεκεμβρίου 2009, C‑197/09 RX‑II, M κατά Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMEA) (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 56).
34 – Αποφάσεις Oberthür κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 14), Houyoux και Guery κατά Επιτροπής (υποσημείωση 31, σκέψη 16), της 21ης Φεβρουαρίου 2008, C‑348/06 P, Επιτροπή κατά Girardot (Συλλογή 2008, σ. I‑833, σκέψη 58) και M κατά Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMEA) (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 56), καθώς επίσης και απόφαση Wenk κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 122)· η θεώρηση αυτή ενυπάρχει ήδη και στην απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1960, 44/59, Fiddelaar κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 539).
35 – Σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
36 – Βλ. αμέσως ανωτέρω, σημεία 60 και 61 των προτάσεών μου.
37 – Απόφαση του Πρωτοδικείου Girardot κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 26).
38 – Σύμφωνα με την απόφαση FIAMM (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, ειδικότερα σκέψεις 174 έως 179), κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από θεμιτή νομοθετική δράση των θεσμικών οργάνων της Ένωσης κατά κανόνα αποκλείεται. Ωστόσο, το ζήτημα της αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε από νόμιμη διοικητική δράση παρέμεινε εκκρεμές.
39 – Βλ., συναφώς, αμέσως κατωτέρω, σημεία 70 έως 79 των προτάσεών μου.
40 – Σκέψεις 30 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
41 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1999, C‑155/98 P, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑4069, σκέψεις 34 έως 36).
42 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 6ης Ιουνίου 1985, 146/84, De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1985, σ. 1723, σκέψη 9) και Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41, σκέψεις 32, 33 και 36), καθώς και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 2003, T‑133/02, Chawdhry κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑329 και II‑1617, σκέψη 36), και της 11ης Δεκεμβρίου 2009, T‑436/07 P, Γιαννόπουλος κατά Συμβουλίου (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 34 και 52).
43 – Απόφαση De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 9).
44 – Απόφαση Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41, σκέψεις 31, 34 και 36).
45 – Αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 95), της 3ης Μαΐου 2007, C‑303/05, Advocaten voor de Wereld (Συλλογή 2007, σ. I‑3633, σκέψη 56), της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑127/07, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., επονομαζόμενη «Arcelor» (Συλλογή 2008, σ. Ι-9895, σκέψη 23), και της 7ης Ιουλίου 2009, C‑558/07, S.P.C.M. κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. Ι-5783, σκέψη 74).
46 – Απόφαση Arcelor (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45, σκέψη 26).
47 – Τίποτε άλλο δεν υποδηλώνει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Γενικώς για την απώλεια ευκαιρίας ως ζημία που μπορεί να γίνει αντικείμενο αποζημιώσεως, βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Girardot (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψεις 54 und 55)· βλ., επίσης, απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Ιουνίου 1996, T‑91/95, De Nil και Impens κατά Συμβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-327 και II-959, σκέψη 38), την οποία δεν αναιρεί ως προς το σημείο αυτό η απόφαση του Δικαστηρίου Συμβούλιο κατά de Nil και Impens (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19).
48 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 68 των προτάσεών μου.
49 – T‑95/98 και T‑97/01 (βλ. συναφώς, ανωτέρω, σημεία 11 έως 14 των προτάσεών μου).
50 – Απόφαση T‑95/98, Γκόγκος κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 60 έως 62).
51 – Διάταξη T‑97/01, Γκόγκος κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 2).
52 – Βλ., αντί πολλών, απόφαση Επιτροπή κατά Girardot (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 52).
53 – Απόφαση Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 141).
54 – Απόφαση FIAMM (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, ειδικότερα σκέψεις 205 και 211).
55 – Αποφάσεις Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 49), FIAMM (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 203) και Der Grüne Punkt (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψεις 190 έως 193).
56 – Πρώην άρθρο 235 ΕΚ σε συνδυασμό με το πρώην άρθρο 288, παράγραφος 2, ΕΚ.
57 – Απόφαση Der Grüne Punkt (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 195).
58 – Αποφάσεις Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 21) και Der Grüne Punkt (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψεις 177 έως 179).
59 – Απόφαση Der Grüne Punkt (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 181).
60 – Η προσφυγή ασκήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2004 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2008.
61 – Η έγγραφη διαδικασία στον πρώτο βαθμό ολοκληρώθηκε με την επίδοση του υπομνήματος ανταπαντήσεως στις 17 Νοεμβρίου 2004· η επ’ ακροατηρίου συζήτηση έλαβε χώρα στις 15 Φεβρουαρίου 2008.
62 – Βλ., συναφώς, ήδη αναπτύξεις του Πρωτοδικείου στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy