Υπόθεση C-34/08
Azienda Agricola Disarò Antonio κ.λπ.
κατά
Cooperativa Milka 2000 Soc. coop. arl
(αίτηση του Tribunale ordinario di Padova για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γαλακτοκομικές ποσοστώσεις – Εισφορά – Κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1788/2003 – Σκοποί της κοινής γεωργικής πολιτικής – Αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας – Καθορισμός της εθνικής ποσότητας αναφοράς – Κριτήρια – Δυνατότητα λήψεως υπόψη του κριτηρίου του ελλειμματικού κράτους μέλους»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Στόχοι
(Άρθρο 33 § 1 ΕΚ· κανονισμός 1788/2003 του Συμβουλίου)
2. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα – Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος
(Άρθρα 33 § 1 ΕΚ και 34 § 1 ΕΚ· κανονισμός 1788/2003 του Συμβουλίου)
1. Το γεγονός ότι ο κανονισμός 1788/2003, για τη θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, δεν λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο του καθορισμού της εθνικής ποσότητας αναφοράς, τον ελλειμματικό χαρακτήρα του οικείου κράτους μέλους δεν επηρεάζει τη συμφωνία του εν λόγω κανονισμού με τους σκοπούς που θέτει, ιδίως, το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, ΕΚ.
Πράγματι, ο εν λόγω κανονισμός εντάσσεται στο πλαίσιο επιδιώξεως του σκοπού της σταθεροποιήσεως των αγορών, ο οποίος ρητώς μνημονεύεται στο άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Το σύστημα εισφοράς που προβλέπει αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως στην αγορά γάλακτος, στην οποία παρατηρούνται διαρθρωτικά πλεονάσματα, μέσω του περιορισμού της γαλακτοκομικής παραγωγής και, κατά συνέπεια, εντάσσεται στο πλαίσιο της επιδιώξεως του σκοπού της ορθολογικής αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής, καθώς και της εξασφαλίσεως δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό, μέσω της σταθεροποιήσεως του εισοδήματος αυτής της μερίδας του πληθυσμού.
(βλ. σκέψεις 47, 53, 57, διατακτ. 1)
2. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι ο κανονισμός 1788/2003, για τη θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, ο οποίος εφαρμόζεται αδιακρίτως επί όλων των δικαιούχων ποσοτήτων αναφοράς, πλήττει στην πράξη τους μικρούς παραγωγούς βαρύτερα από τους μεγάλους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γεγονός ότι μέτρο λαμβανόμενο στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς ενδέχεται να έχει διαφορετικές συνέπειες για ορισμένους παραγωγούς, αναλόγως της ειδικής φύσεως της παραγωγής τους, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση, εφόσον το μέτρο αυτό στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της συνολικής λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς. Αυτό ισχύει στην περίπτωση του συστήματος εισφοράς, το οποίο έχει ρυθμιστεί κατά τρόπο ώστε οι εθνικές και ατομικές ποσότητες αναφοράς να καθορίζονται σε τέτοιο επίπεδο ώστε το σύνολό τους να μην υπερβαίνει τη συνολική ποσότητα που έχει διασφαλιστεί για κάθε κράτος μέλος. Επομένως, εφόσον δεν υφίσταται διαφορετική κατάσταση, από την εξέταση του εν λόγω κανονισμού σε σχέση με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν προκύπτει κανένα στοιχείο δυνάμενο να επηρεάσει το κύρος του.
Εξάλλου, ο κανονισμός 1788/2003, ο κύριος σκοπός του οποίου συνίσταται στη σταθεροποίηση της γαλακτοκομικής αγοράς που εντάσσεται στο πλαίσιο της επιδιώξεως του σκοπού της σταθεροποιήσεως των αγορών, ρητώς τιθέμενου με το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, ΕΚ, συνάδει και προς τους σκοπούς του άρθρου 33, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, ΕΚ και, συνέπως, δεν είναι προδήλως απρόσφορος για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού της σταθεροποιήσεως των αγορών. Από την εξέταση του κανονισμού αυτού σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας δεν προκύπτει κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του.
(βλ. σκέψεις 69-70, 77, 81-83, διατακτ. 2-3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 14ης Μαΐου 2009 (*)
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γαλακτοκομικές ποσοστώσεις – Εισφορά – Κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1788/2003 – Σκοποί της κοινής γεωργικής πολιτικής – Αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας – Καθορισμός της εθνικής ποσότητας αναφοράς – Κριτήρια – Δυνατότητα λήψεως υπόψη του κριτηρίου του ελλειμματικού κράτους μέλους»
Στην υπόθεση C‑34/08,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tribunale ordinario di Padova (Ιταλία) με απόφαση της 23 Ιανουαρίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Ιανουαρίου 2008, στο πλαίσιο της δίκης
Azienda Agricola Disarò Antonio κ.λπ.
κατά
Cooperativa Milka 2000 Soc. coop. arl,
παρισταμένης της:
Azienda Agricola De Agostini Lorenzo,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič (εισηγητή), A. Borg Barthet, E. Levits και J.-J. Kasel, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Ιανουαρίου 2009,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Azienda Agricola Disarò Antonio κ.λπ., εκπροσωπούμενη από τους P. Chiarelli και A. Cimino, avvocati,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Ε. Τσερέπα-Lacombe και τον D. Nardi,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους M. Moore, A. Vitro και G. Castellan,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1788/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 270, σ. 123), λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως αυτοί απαριθμούνται στο άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ, καθώς και των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των εταιριών Azienda Agricola Disarò Antonio κ.λπ. (στο εξής: ενάγουσες της κύριας δίκης) και της Cooperativa Milka 2000 Soc. coop. arl (στο εξής: Cooperativa Milka), που αφορούσε την αμφισβήτηση οφειλής σχετικής με την εισφορά που όφειλαν οι εν λόγω εταιρίες για τις γαλακτοκομικές περιόδους 1995/96 έως 2003/04 και επόμενες.
Το νομικό πλαίσιο
3 Λόγω της επί μακρόν παρατηρούμενης δυσαρμονίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως στον γαλακτοκομικό τομέα, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), θέσπισε, στον τομέα αυτόν, σύστημα εισφοράς για τις ποσότητες γάλακτος που υπερβαίνουν καθοριζόμενη ποσότητα αναφοράς.
4 Η εφαρμογή του συστήματος αυτού άρχισε στις 2 Απριλίου 1984. Παρατάθηκε επανειλημμένως, για τελευταία δε φορά, με τον κανονισμό 1788/2003, έως την 31η Μαρτίου 2015.
5 Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη αυτού του κανονισμού, κύριος σκοπός του συστήματος της εισφοράς είναι ο περιορισμός της δυσαρμονίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και ο περιορισμός των διαρθρωτικών πλεονασμάτων που προκύπτουν.
6 Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1788/2003 τονίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι παραγωγοί είναι υπόχρεοι έναντι του κράτους μέλους για την καταβολή του μεριδίου τους επί της εισφοράς που πρέπει να καταβληθεί λόγω της υπερβάσεως της ποσότητας που τους είχε ορισθεί.
7 Κατά την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού, κύριος σκοπός της εισφοράς αυτής είναι η ρύθμιση και η σταθεροποίηση της αγοράς γαλακτοκομικών προϊόντων, και, επομένως, το προϊόν της εν λόγω εισφοράς πρέπει να διατίθεται για τη χρηματοδότηση δαπανών στον γαλακτοκομικό τομέα.
8 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, καθορίζονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού ετήσιες εθνικές ποσότητες αναφοράς για κάθε κράτος μέλος. Κατά την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, οι ποσότητες αυτές αναθεωρούνται αναλόγως της γενικής καταστάσεως της αγοράς και των ιδιαίτερων συνθηκών σε ορισμένα κράτη μέλη.
9 Κατ’ εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 6 του κανονισμού 1788/2003, χορηγούνται στους παραγωγούς γάλακτος ατομικές ποσότητες αναφοράς, το σύνολο των οποίων δεν πρέπει να υπερβαίνει την εθνική ποσότητα αναφοράς. Σε περίπτωση υπερβάσεως της εθνικής ποσότητας αναφοράς, το οικείο κράτος μέλος οφείλει, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, να καταβάλει στην Κοινότητα εισφορά το ύψος της οποίας εξαρτάται από το ποσοστό της υπερβάσεως.
10 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, η εισφορά αυτή κατανέμεται εξ ολοκλήρου στους παραγωγούς εκείνους οι οποίοι συνέβαλαν σε κάθε μία από τις υπερβάσεις της εθνικής ποσότητας αναφοράς, κατά δε την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, η εισφορά οφείλεται εκ μόνου του λόγου της υπερβάσεως των ποσοτήτων αναφοράς που είχαν οριστεί για τους παραγωγούς αυτούς.
11 Το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι είναι δυνατή η τροποποίηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς για κάθε μία από τις αντίστοιχες δωδεκάμηνες περιόδους.
12 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού ορίζει, ουσιαστικώς, ότι ο αγοραστής είναι υπεύθυνος για τη συγκέντρωση των μεριδίων εισφοράς που οφείλουν οι παραγωγοί, καθώς και ότι καταβάλλει στο οικείο κράτος μέλος το ποσό αυτών των μεριδίων που παρακρατεί επί της τιμής του γάλακτος που καταβάλλει στους υπευθύνους για την υπέρβαση παραγωγούς ή το οποίο εισπράττει με κάθε άλλο ενδεδειγμένο τρόπο.
13 Δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού 1788/2003, η εισφορά θεωρείται ως τμήμα των παρεμβάσεων που σκοπούν στη ρύθμιση των γεωργικών αγορών, ενώ το προϊόν της εισφοράς πρέπει να διατίθεται για τη χρηματοδότηση δαπανών στον τομέα του γάλακτος.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14 Οι ενάγουσες της κύριας δίκης, γαλακτοκομικές επιχειρήσεις, είναι μέλη της Cooperativa Milka, συνεταιριστικής εταιρίας επιφορτισμένης, με την ιδιότητα του «πρώτου αγοραστή», να εισπράττει την εισφορά σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1788/2003.
15 Έναντι αυτής της εισφοράς, ζητήθηκε από τις εν λόγω επιχειρήσεις η καταβολή πολύ σημαντικών ποσών.
16 Ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, οι ενάγουσες της κύριας δίκης αμφισβήτησαν τα ποσά αυτά, θέτουσες ζήτημα κύρους του κανονισμού 1788/2003, καθώς και του προβλεπομένου από αυτόν κριτηρίου κατανομής μεταξύ των κρατών μελών της συνολικής εγγυημένης ποσότητας για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και, ειδικότερα, της εφαρμογής του κριτηρίου αυτού έναντι της Ιταλικής Δημοκρατίας.
17 Προέβαλαν, σχετικώς, προσβολή των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας.
18 Όσον αφορά την προβαλλόμενη προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, υποστηρίζουν ότι, προκειμένου να καθορίσει οριστικώς τη συνολική εγγυημένη ποσότητα για την Ιταλική Δημοκρατία, η Κοινότητα έλαβε υπόψη της μόνον τα στοιχεία που είχε παράσχει το Istituto Nazionale di Statistica (εθνικό Ινστιτούτο στατιστικής) για τη γαλακτοκομική παραγωγή ενός έτους αναφοράς, συγκεκριμένα του έτους 1983, βάσει των οποίων υπολογίστηκε η ποσότητα αυτή για τα επόμενα έτη, με αποτέλεσμα τον a priori χαρακτηρισμό των Ιταλών παραγωγών ως «πλεονασματικών».
19 Επομένως, ο κανονισμός 1788/2003 αντιμετωπίζει κατά τον αυτό τρόπο τα ελλειμματικά και πλεονασματικά κράτη μέλη, γεγονός που συνιστά μη δυνάμενη να δικαιολογηθεί βάσει του κοινοτικού δικαίου προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
20 Όσον αφορά την προβαλλόμενη προσβολή της αρχής της αναλογικότητας, οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η παράλειψη αυτή προσαρμογής των ποσοτήτων που παρήχθησαν φέρει σε δυσμενέστερη θέση τους μικρούς παραγωγούς, καθόσον κωλύει την εξέλιξη και τη διαρθρωτική προσαρμογή τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απειλεί την ίδια την επιβίωσή τους, λόγω της ανεπαρκούς ανταμοιβής των παραγόντων παραγωγής.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale ordinario di Padova αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνάδει ο κανονισμός 1788/2003, ο οποίος επιβαρύνει με συμπληρωματική εισφορά την παραγωγή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που υπερβαίνει τη χορηγηθείσα εθνική ποσόστωση χωρίς να προβλέπει περιοδική αναπροσαρμογή της ποσότητας που κατανέμεται σε κάθε κράτος μέλος κατόπιν εξακριβώσεως in concreto της αντίστοιχης παραγωγής του, με το άρθρο 32 της Συνθήκης και με τον προβλεπόμενο από το εν λόγω άρθρο στόχο της κοινής γεωργικής πολιτικής που είναι, μεταξύ άλλων, “να αυξάνει την παραγωγικότητα της γεωργίας με την ανάπτυξη της τεχνικής προόδου, με την εξασφάλιση της ορθολογικής αναπτύξεως της γεωργικής παραγωγής, καθώς και της αρίστης χρησιμοποιήσεως των συντελεστών παραγωγής, ιδίως του εργατικού δυναμικού”, αφής στιγμής ο μηχανισμός αυτός επιβαρύνει και τους Ιταλούς παραγωγούς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, δυσχεραίνοντας την επίτευξη δίκαιου βιοτικού επιπέδου ή ανάπτυξης λόγω της μη δίκαιης αμοιβής των συντελεστών παραγωγής, πολύ περισσότερο διότι, στην πραγματικότητα, η Ιταλία είναι ελλειμματική χώρα […] που αναγκάζεται να προσφεύγει στην εισαγωγή πρώτης ύλης για τη στήριξη των βιομηχανιών μεταποιήσεως και εμπορίας ποιοτικών προϊόντων […];
2) Συνάδει ο προαναφερθείς κανονισμός 1788/2003 με το άρθρο 33 ΕΚ, το οποίο προβλέπει την οργάνωση της κοινής αγοράς, συγχρόνως όμως αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας, αφής στιγμής η ομοιόμορφη εφαρμογή της συμπληρωματικής εισφοράς χωρίς πραγματική διαφοροποίηση μεταξύ ελλειμματικών και πλεονασματικών παραγωγών καταλήγει σε διάκριση εις βάρος των Ιταλών παραγωγών, των οποίων η χώρα είναι ελλειμματική;
3) Συνάδει ο προαναφερθείς κανονισμός 1788/2003 με το άρθρο 34 ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι η επίτευξη των στόχων του άρθρου 33 ΕΚ πρέπει “να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας”, ενώ ο κανονισμός προκαλεί ανάλογη διάκριση προβλέποντας ενιαία συμπληρωματική εισφορά από τους παραγωγούς που ανήκουν τόσο σε πλεονασματικές όσο και σε ελλειμματικές, όπως η Ιταλία, χώρες;
4) Συνάδει ο κανονισμός 1788/2003 […] με την αρχή της αναλογικότητας η οποία αναγνωρίζεται με το άρθρο 5 ΕΚ, που περιορίζει τη δράση της Κοινότητας στα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων της παρούσας Συνθήκης, ενώ η ομοιόμορφη εφαρμογή της συμπληρωματικής εισφοράς υπερβαίνει τον σκοπό της κοινής οργανώσεως της αγοράς, διότι διαιωνίζει μια κατάσταση χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλών εισοδημάτων και διαρκούς ανάγκης δημόσιας στηρίξεως εις βάρος του μέσου Ιταλού αγρότη;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
22 Με το πρώτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί, ουσιαστικώς, να διευκρινιστεί αν, στο πλαίσιο καθορισμού της εθνικής ποσότητας αναφοράς, το γεγονός ότι ο κανονισμός 1788/2003 δεν λαμβάνει υπόψη τον ελλειμματικό χαρακτήρα του οικείου κράτους μέλους δύναται να επηρεάσει τη συμφωνία του εν λόγω κανονισμού με τους σκοπούς που θέτει, κυρίως, το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, ΕΚ.
Επιχειρήματα των διαδίκων
23 Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η εθνική ποσότητα αναφοράς που η Κοινότητα εγγυήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία το 1983 καθορίστηκε βάσει εσφαλμένων στατιστικών στοιχείων, καθόσον αυτά δεν ελάμβαναν υπόψη τον ελλειμματικό χαρακτήρα αυτού του κράτους μέλους. Επομένως, παρά τις επανειλημμένες αυξήσεις αυτής της ποσότητας αναφοράς μετά το προαναφερθέν έτος σύμφωνα με τον μηχανισμό που προβλέπει ο κανονισμός 1788/2003, η εθνική ποσότητα αναφοράς που είχε χορηγηθεί στην Ιταλική Δημοκρατία αντιστοιχούσε μόλις στο ήμισυ των αναγκών αυτού του κράτους. Επομένως, εφόσον μόνον υπερβαίνοντας την εθνική ποσότητα οι Ιταλοί παραγωγοί γάλακτος θα μπορούσαν να επιτύχουν τους σκοπούς του άρθρου 33 ΕΚ, ο κανονισμός 1788/2003 αντιστρατεύεται τους σκοπούς που θέτει το άρθρο 33 ΕΚ.
24 Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποστηρίζει ότι οι ενάγουσες της κύριας δίκης ζητούν τη διαμόρφωση ενός συστήματος στο πλαίσιο του οποίου ο καθορισμός των ποσοστώσεων να γίνεται βάσει του «πλεονασματικού» ή «ελλειμματικού» χαρακτήρα του οικείου κράτους μέλους. Υπενθυμίζει, σχετικώς, ότι ο κανονισμός 1788/2003, διατηρώντας σε ισχύ τις γαλακτοκομικές ποσοστώσεις σε κοινοτικό επίπεδο, δεν κατατέμνει την αγορά όπως θα επιθυμούσαν οι ενάγουσες της κύριας δίκης, καθόσον το άρθρο 34 ΕΚ προβλέπει ευρωπαϊκή οργάνωση της αγοράς. Επομένως, εσφαλμένως υποστηρίζεται ότι πρέπει να καθιερωθεί ειδικό σύστημα για ένα ελλειμματικό κράτος μέλος όπως η Ιταλική Δημοκρατία.
25 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το ισχύον σύστημα γαλακτοκομικών ποσοστώσεων δεν είναι ασύμβατο με τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής. Στο πλαίσιο του άρθρου 33 ΕΚ, ζητείται από τον κοινοτικό νομοθέτη να διασφαλίσει την ορθολογική ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής και την αποτελεσματικότερη χρησιμοποίηση των συντελεστών παραγωγής, καθώς και τη σταθεροποίηση των αγορών. Προς επίτευξη του τελευταίου αυτού σκοπού, το Συμβούλιο θέσπισε την εισφορά επί των ποσοτήτων γάλακτος που διατίθενται στο εμπόριο. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα θεσμικά όργανα μπορούν, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών δεδομένων και των οικονομικών περιστάσεων, να προωθήσουν κατά προτεραιότητα έναν από τους σκοπούς αυτούς.
26 Επομένως, το Συμβούλιο φρονεί ότι η οφειλόμενη δυνάμει του κανονισμού 1788/2003 εισφορά δεν αντιβαίνει στα άρθρα 33 ΕΚ και 34 ΕΚ και ότι πρέπει να εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο οικείος παραγωγός.
27 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η καθαυτή εξέταση της σχέσεως μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς γάλακτος σε ορισμένο κράτος μέλος, προκειμένου να καθοριστεί αν το κράτος αυτό είναι ελλειμματικό ή όχι, δεν εξυπηρετεί την επίτευξη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής. Επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει το επιχείρημα κατά το οποίο το έλλειμμα μπορεί να αποτελέσει αποφασιστικό στοιχείο για την αξιολόγηση της πορείας επιτεύξεως των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής και ότι η συλλογιστική αυτή μπορεί, αναλογικώς, να εφαρμοστεί σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης.
28 Κατά την Επιτροπή, η επιβολή της εισφοράς επί του γάλακτος είναι σύμφωνη με τον σκοπό της σταθεροποιήσεως της αγοράς. Προκειμένου περί των άλλων σκοπών του άρθρου 33 ΕΚ, όπως η αύξηση της παραγωγικότητας της γεωργίας και η ορθολογική ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής, καθώς και η αποτελεσματικότερη χρησιμοποίηση των συντελεστών παραγωγής, η Επιτροπή προσθέτει ότι, κατόπιν επιβολής του συστήματος ποσοστώσεων και του συστήματος εισφοράς, στην Ιταλική Δημοκρατία παρατηρήθηκαν τα εξής:
– μείωση του αριθμού των παραγωγικών εκμεταλλεύσεων, από 182 000 την περίοδο 1988/89 σε 49 000 την περίοδο 2006/07·
– αύξηση της αποδόσεως ανά γαλακτοκομική αγελάδα από 3 900 σε 6 000 λίτρα ετησίως, και
– σταθερή υπέρβαση της μέσης τιμής του γάλακτος.
29 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από την εξέταση του πρώτου ερωτήματος δεν προκύπτει κανένα στοιχείο δυνάμενο να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 1788/2003, ως αντιστρατευόμενου τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής που θέτει το άρθρο 33 ΕΚ.
Απάντηση του Δικαστηρίου
– Επί του ελλειμματικού χαρακτήρα κράτους μέλους ως κρίσιμου στοιχείου για τον καθορισμό της εθνικής ποσότητας αναφοράς
30 Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, ουσιαστικώς, ότι το σύστημα καθορισμού της «εθνικής ποσότητας αναφοράς» κατά την έννοια του κανονισμού 1788/2003 έπρεπε να λάβει επίσης υπόψη του τον ελλειμματικό χαρακτήρα της Ιταλικής Δημοκρατίας. Υποστηρίζουν ότι ένα κράτος μέλος είναι ελλειμματικό όταν υποχρεούται, λόγω της εσωτερικής ζητήσεως, να εισαγάγει γάλα από άλλα κράτη μέλη. Η ποσότητα αναφοράς, όμως, που χορηγήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία αντιστοιχεί στο ήμισυ περίπου των εθνικών της αναγκών, ενώ την υπόλοιπη ποσότητα υποχρεούται να την καλύψει με εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη.
31 Υπενθυμίζεται ότι ο ελλειμματικός χαρακτήρας κράτους μέλους δεν συνιστά κρίσιμο στοιχείο για τον καθορισμό της εθνικής ποσότητας αναφοράς (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, C-203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 29).
32 Μολονότι στην απόφαση αυτή επρόκειτο για μείωση της εθνικής ποσότητας αναφοράς, πρέπει να τονισθεί ότι η ίδια συλλογιστική ισχύει και προκειμένου περί αυξήσεων της ποσότητας αυτής. Πράγματι, ο «κύριος σκοπός» του κανονισμού 1788/2003 κατά την τρίτη αιτιολογική του σκέψη, είναι η αντιμετώπιση της δυσαρμονίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως γαλακτοκομικών προϊόντων, όσον αφορά τόσο τις μειώσεις όσο και τις αυξήσεις της ποσότητας αναφοράς.
33 Εξάλλου, προς επίτευξη του σκοπού αυτού, απαιτείται αλληλεγγύη την οποία πρέπει να επιδείξουν ομοίως όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας (βλ. αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1985, 179/84, Bozzetti, Συλλογή 1985, σ. 2301, σκέψη 32, και Ισπανία κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα, σκέψη 29). Πράγματι, ο μηχανισμός της κοινής γεωργικής αγοράς προϋποθέτει ότι τα κράτη μέλη στα οποία η εθνική ζήτηση γάλακτος υπερβαίνει την προσφορά έχουν τη δυνατότητα να εισαγάγουν από εκείνα ιδίως τα κράτη μέλη στα οποία η ζήτηση γάλακτος υπολείπεται της προσφοράς. Επιπροσθέτως, οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστήριξαν κατά την προφορική διαδικασία ότι δεν σημειώθηκε υπέρβαση της συνολικής ποσότητας αναφοράς της Κοινότητας, στοιχείο από το οποίο συνάγεται ότι η συνολική ζήτηση γάλακτος στην Κοινότητα δεν υπερβαίνει την προσφορά.
34 Επομένως, δεν έχει σημασία για τον καθορισμό της «εθνικής ποσότητας αναφοράς», κατά την έννοια του κανονισμού 1788/2003, η συνεκτίμηση του ελλειμματικού χαρακτήρα του οικείου κράτους μέλους, το σχετικό δε επιχείρημα των εναγουσών της κύριας δίκης πρέπει να απορριφθεί.
35 Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, επίσης, ότι εσφαλμένως ελήφθη υπόψη το 1983 ως έτος αναφοράς, καθόσον η αναφορά αυτή δεν προσδιορίστηκε με βάση το κριτήριο του ελλειμματικού χαρακτήρα του οικείου κράτους μέλους.
36 Πρέπει, πρώτον, να τονισθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, το κριτήριο αυτό στερείται εντελώς σημασίας για τον καθορισμό της εθνικής ποσότητας αναφοράς. Κατά μείζονα λόγο, η συλλογιστική αυτή ισχύει ως προς τη σημασία του κριτηρίου αυτού για την επιβολή του συστήματος ποσοτήτων αναφοράς με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10).
37 Δεύτερον, από τη νομολογία προκύπτει ότι, όταν για την εφαρμογή εκ μέρους του Συμβουλίου μιας κοινής πολιτικής απαιτείται, όπως εν προκειμένω, η εκτίμηση μιας πολύπλοκης οικονομικής καταστάσεως, η διακριτική ευχέρεια της οποίας απολαύει δεν αφορά αποκλειστικώς τη φύση και την έκταση των διατάξεων που θα θεσπίσει, αλλά επίσης, κατά ορισμένο μέτρο, και τη διαπίστωση των βασικών στοιχείων, υπό την έννοια, ιδίως, ότι το Συμβούλιο μπορεί ενδεχομένως να στηριχθεί σε συνολικές διαπιστώσεις (βλ., ιδίως, απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-248/95 και C-249/95, SAM Schiffahrt και Stapf, Συλλογή 1997, σ. I-4475, σκέψη 25).
38 Τρίτον, τέλος, πρέπει να τονισθεί ότι από την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 856/84 προκύπτει ότι ο καθορισμός της εθνικής ποσότητας αναφοράς για το εν λόγω κράτος μέλος στηρίχθηκε σε ιδιαιτέρως ευνοϊκά για την Ιταλική Δημοκρατία κριτήρια. Πράγματι, επελέγη το 1983 ως έτος αναφοράς διότι η ποσότητα γάλακτος που συγκεντρώθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος το 1981 ήταν η μικρότερη των δέκα τελευταίων ετών, η μέση απόδοση ανά αγελάδα ήταν χαμηλότερη από τον κοινοτικό μέσο όρο, ενώ η εμφανισθείσα αύξηση των παραδόσεων μεταξύ των ετών 1981 και 1983 οφειλόταν, κατά κύριο μέρος, σε διαρθρωτική εξέλιξη συνιστάμενη σε μείωση των απευθείας παραδόσεων έναντι αυξήσεως των παραδόσεων στα γαλακτοκομεία.
39 Επομένως, τα επιχειρήματα των εναγουσών της κύριας δίκης τα σχετικά με την επιλογή του 1983 ως έτους αναφοράς πρέπει να απορριφθούν.
40 Εντούτοις, οι ενάγουσες της κύριας δίκης προβάλλουν ότι κατά την απόφαση της 14ης Μαρτίου 2002, C-340/98, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-2663), ο ελλειμματικός χαρακτήρας της παραγωγής του οικείου κράτους μέλους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής γάλακτος όπως λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής στον τομέα της ζάχαρης.
41 Πρέπει σχετικώς να τονισθεί ότι το κριτήριο αυτό το προβλέπει ρητώς η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί ζάχαρης, την οποία αφορούσε η υπόθεση αυτή. Αντιθέτως, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε τη βούληση να προβλέψει τον ελλειμματικό χαρακτήρα της παραγωγής του οικείου κράτους μέλους ως ένα από τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της «εθνικής ποσότητας αναφοράς» κατά την έννοια του κανονισμού 1788/2003, θα μπορούσε ευχερώς να το πράξει με μια τέτοια παραπομπή στον εν λόγω κανονισμό. Εφόσον δεν το έπραξε, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
42 Πρέπει, επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα των εναγουσών της κύριας δίκης ότι υποχρεώθηκαν να συμβάλουν στη χρηματοδότηση πλεονασμάτων για τα οποία δεν ήταν υπεύθυνες. Πράγματι, κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη και κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 1788/2003, όλοι οι παραγωγοί οι οποίοι συμβάλλουν στην υπέρβαση είναι υπόχρεοι έναντι του κράτους μέλους για την καταβολή του μεριδίου τους από την εισφορά που οφείλεται λόγω της υπερβάσεως της ποσότητας αναφοράς που τους είχε ορισθεί, ώστε να μην μπορούν να καθοριστούν περαιτέρω οι παραγωγοί ή τα κράτη μέλη που φέρουν την ευθύνη μιας ενδεχόμενης υπερπαραγωγής γάλακτος.
43 Επομένως, ο ελλειμματικός χαρακτήρας του οικείου κράτους μέλους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα κριτήρια που έχουν σημασία για τον καθορισμό της «εθνικής ποσότητας αναφοράς» κατά την έννοια του κανονισμού 1788/2003.
– Επί της συμφωνίας του κανονισμού 1788/2003 με τους σκοπούς του άρθρου 33, παράγραφος 1, ΕΚ
44 Πρέπει εξ αρχής να τονισθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, διαθέτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής ευρεία διακριτική ευχέρεια η οποία αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που του αναθέτουν τα άρθρα 34 ΕΚ έως 37 ΕΚ (απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2008, C-37/06 και 58/06, Viamex Agrar Handel και ZVK, Συλλογή 2008, σ. I-69, σκέψη 34).
45 Όσον αφορά, ειδικότερα, τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής που θέτει το άρθρο 33 ΕΚ, τα κοινοτικά θεσμικά όργανα πρέπει να προβαίνουν διαρκώς σε συμβιβασμό μεταξύ των τυχόν αντιφάσεων των κατ’ ιδίαν αυτών σκοπών και να προσδίδουν σε έναν εξ αυτών το προσωρινό προβάδισμα που επιβάλλουν οι πραγματικές ή οικονομικές περιστάσεις στο πλαίσιο των οποίων λαμβάνουν τις αποφάσεις τους (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Μαρτίου 1992, C-311/90, Hierl, Συλλογή 1992, σ. I-2061, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
46 Πρέπει να τονισθεί ότι, κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ, η κοινή γεωργική πολιτική έχει ως σκοπό:
α) να αυξάνει την παραγωγικότητα της γεωργίας με την ανάπτυξη της τεχνικής προόδου, με την εξασφάλιση της ορθολογικής αναπτύξεως της γεωργικής παραγωγής, καθώς και της αρίστης χρησιμοποιήσεως των συντελεστών παραγωγής, ιδίως του εργατικού δυναμικού·
β) να εξασφαλίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο στον γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία·
γ) να σταθεροποιεί τις αγορές·
δ) να εξασφαλίζει τον εφοδιασμό·
ε) να διασφαλίζει λογικές τιμές κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές.
47 Πρέπει, όμως, να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός 1788/2003 εντάσσεται στο πλαίσιο επιδιώξεως του σκοπού της σταθεροποιήσεως των αγορών, ο οποίος ρητώς μνημονεύεται στο άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, ΕΚ (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα απόφαση Hierl, σκέψη10).
48 Αφενός, όπως προκύπτει από τη σκέψη 4 της παρούσας αποφάσεως, ο κανονισμός αυτός παρέτεινε την ισχύ του συστήματος εισφοράς επί των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος οι οποίες υπερβαίνουν ποσότητα αναφοράς καθοριζόμενη για κάθε κράτος μέλος.
49 Αφετέρου, κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1788/2003, κύριος σκοπός του είναι ο περιορισμός της δυσαρμονίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και των διαρθρωτικών πλεονασμάτων που προκύπτουν εξ αυτής, ώστε να επιτευχθεί καλύτερη ισορροπία της αγοράς. Επίσης, κατά την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, η εισφορά που αυτός προβλέπει αποσκοπεί στη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών.
50 Εξάλλου, πρέπει να τονισθεί ότι η επιδίωξη αυτού του σκοπού είναι χρονικώς περιορισμένη και αφορά, όπως προκύπτει από τη σκέψη 4 της παρούσας αποφάσεως, την περίοδο έως 31 Μαρτίου 2015.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται ότι, παρέχοντας προσωρινό προβάδισμα στην επιδίωξη του σκοπού της «σταθεροποιήσεως των αγορών», κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 1, ΕΚ, το Συμβούλιο δεν υπερέβη, εκδίδοντας τον κανονισμό 1788/2003, την «εξουσία» του «εκτιμήσεως» κατά την έννοια της νομολογίας που εκτέθηκε στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως.
52 Εντούτοις, πρέπει να τονισθεί ότι η σταθεροποίηση της αγοράς δεν αποτελεί τον μοναδικό σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός 1788/2003. Συγκεκριμένα, πρέπει να τονισθεί ότι συνάγεται ήδη εμμέσως από την έννοια του «κύριου σκοπού» στον οποίο αναφέρεται η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, ότι με τον κανονισμό δεν επιδιώκεται ένας μόνο σκοπός.
53 Όσον αφορά, ειδικότερα, τους σκοπούς που επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, καθώς και οι ενάγουσες της κύριας δίκης, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το σύστημα εισφοράς αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως στην αγορά γάλακτος, στην οποία παρατηρούνται διαρθρωτικά πλεονάσματα, μέσω του περιορισμού της γαλακτοκομικής παραγωγής και, κατά συνέπεια, εντάσσεται στο πλαίσιο της επιδιώξεως του σκοπού της ορθολογικής αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής, καθώς και της εξασφαλίσεως δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό, μέσω της σταθεροποιήσεως του εισοδήματος αυτής της μερίδας του πληθυσμού (απόφαση της 25ης Μαρτίου 2004, C-480/00 έως C-482/00, C-484/00, C-489/00 έως C-491/00, και C-497/00 έως C‑499/00, Azienda Agricola Ettore Ribaldi κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I-2943, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54 Επίσης, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, κατόπιν της θεσπίσεως του συστήματος εισφοράς, παρατηρήθηκε συγκεκριμένα στην Ιταλική Δημοκρατία σημαντική αύξηση της αποδόσεως ανά γαλακτοκομική αγελάδα, καθώς και διαρκής υπέρβαση της μέσης τιμής του γάλακτος.
55 Πρέπει να προστεθεί, ότι, όπως υποστηρίζουν η Επιτροπή και το Συμβούλιο, για την περίοδο 1984/85 έως 2006/07, το σύνολο των εθνικών ποσοτήτων αναφοράς για τα δέκα κράτη μέλη μειώθηκε συνολικώς κατά 2 %, ενώ η ποσότητα αναφοράς για την Ιταλική Δημοκρατία αυξήθηκε κατά 6 %, ορισθείσα στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1788/2003 σε 10 530 060 τόνους.
56 Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, προβλέπεται η δυνατότητα αναθεωρήσεως των εθνικών ποσοτήτων αναφοράς που καθορίζονται στο παράρτημα I του κανονισμού αυτού, αναλόγως της γενικής καταστάσεως της αγοράς και των ειδικών περιστάσεων σε ορισμένα κράτη μέλη, έτσι ώστε, κατά την τελευταία τροποποίηση που επήλθε με τον κανονισμό (ΕΚ) 248/2008 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 όσον αφορά τις εθνικές ποσοστώσεις για το γάλα (ΕΕ L 76 σ. 6), η ποσότητα αναφοράς αυξήθηκε προς όφελος όλων των κρατών μελών και καθορίστηκε, όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία, σε 10 740 661,2 τόνους. Επομένως, δεν αποκλείεται η αύξηση της ποσότητας αυτής αναφοράς να προκύπτει, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού, και από αύξηση, στο εν λόγω κράτος, των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς.
57 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στο πλαίσιο καθορισμού της εθνικής ποσότητας αναφοράς, το γεγονός ότι ο κανονισμός 1788/2003 δεν λαμβάνει υπόψη τον ελλειμματικό χαρακτήρα του οικείου κράτους μέλους δεν επηρεάζει τη συμφωνία του εν λόγω κανονισμού με τους σκοπούς που θέτει, ιδίως, το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, ΕΚ.
Επί του δευτέρου και τρίτου ερωτήματος
58 Με τα ερωτήματα αυτά, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ουσιαστικώς, να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός 1788/2003 αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο καθορισμού της εθνικής ποσότητας αναφοράς, τον ελλειμματικό χαρακτήρα του οικείου κράτους μέλους.
Επιχειρήματα των διαδίκων
59 Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, ουσιαστικώς, ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων περιλαμβάνει, επίσης, απαγόρευση μεταχειρίσεως κατά τον ίδιο τρόπο καταστάσεων διαφορετικών. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο κανονισμός 1788/2003 αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο καταστάσεις οι οποίες δεν ήταν ούτε είναι σήμερα όμοιες, καθόσον ο αισθητά ελλειμματικός χαρακτήρας της ιταλικής παραγωγής δεν λαμβάνεται υπόψη, με αποτέλεσμα ο κανονισμός αυτός να αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
60 Οι ενάγουσες της κύριας δίκης προσθέτουν ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν δικαιολογείται βάσει αντικειμενικών λόγων. Αφενός, η αναφορά στην αλληλεγγύη μεταξύ γεωργών δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο δυνάμενο να δικαιολογήσει ίση μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων. Αφετέρου, δεν είναι ορθό να υποστηρίζεται ότι όλοι οι Ευρωπαίοι παραγωγοί μετέχουν ομοίως στην προσπάθεια σταθεροποιήσεως της αγοράς, καθόσον οι μη πλεονασματικοί παραγωγοί καλούνται να υπομείνουν βάρη τα οποία, εν μέρει, δεν θα έπρεπε να φέρουν.
61 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι οι παρατηρήσεις που διατύπωσε αναφορικά με το πρώτο ερώτημα ισχύουν και για το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα.
62 Η Επιτροπή υποστηρίζει, ουσιαστικώς, ότι, εντός μιας κοινής αγοράς, η υποχρέωση εισαγωγής γάλακτος δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθεαυτή, ως εκδήλωση διαφορετικής μεταχειρίσεως. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το κριτήριο καθορισμού εθνικών ποσοτήτων αναφοράς, όπως και η μείωση των ποσοτήτων αυτών, δεν μπορεί να αποτελέσει δυσμενή διάκριση εις βάρος κράτους μέλους για τον λόγο ότι αυτό είναι ελλειμματικό.
63 Εξάλλου, η Ιταλική Δημοκρατία έτυχε, εν πάση περιπτώσει, της ευνοϊκής μεταχειρίσεως της Κοινότητας όσον αφορά τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάστασή της.
64 Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι η θεμελίωση του κριτηρίου του καθορισμού των εθνικών ποσοτήτων αναφοράς επί του κανονισμού 1788/2003 είναι σύμφωνη προς την αρχή της κατά περιοχή εξειδικεύσεως, κατά την οποία η παραγωγή μπορεί να πραγματοποιηθεί στον πλέον πρόσφορο από οικονομικής απόψεως τόπο. Η εφαρμογή αυτής της αρχής αποκλείει την απόδοση σημασίας στον ελλειμματικό χαρακτήρα της παραγωγής συγκεκριμένου αγαθού σε σχέση με την κατανάλωση εντός κράτους μέλους στο πλαίσιο αποκλεισμού κάθε δυσμενούς διακρίσεως, που επιβάλλει το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
65 Επομένως, κατά την Επιτροπή, ο κανονισμός 1788/2003 δεν είναι ανίσχυρος ως αντιστρατευόμενος την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Απάντηση του Δικαστηρίου
66 Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, ουσιαστικώς, ότι λόγω του ελλειμματικού χαρακτήρα της ιταλικής γαλακτοκομικής παραγωγής, η οποία αποβαίνει ιδίως εις βάρος των μικρών παραγωγών, η κατάστασή τους διαφέρει από εκείνη των λοιπών παραγωγών γάλακτος, ιδίως, των παραγωγών εκείνων των κρατών μελών τα οποία είναι πλεονασματικά.
67 Αρκεί σχετικώς να τονισθεί ότι, κατά το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών πρέπει να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών της Κοινότητας. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός και αν μια τέτοιου είδους μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007, C-273/04, Πολωνία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I‑8925, σκέψη 86 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
68 Έχοντας υπόψη αυτό το στοιχείο, αρκεί να τονισθεί, σε σχέση με το επιχείρημα αυτό, ότι από τις σκέψεις 30 έως 43 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο ελλειμματικός χαρακτήρας κράτους μέλους δεν έχει καμία σημασία κατά τον καθορισμό της εθνικής ποσότητας αναφοράς, ώστε οι ενάγουσες της κύριας δίκης να μην μπορούν βασίμως να υποστηρίξουν ότι, λόγω αυτού του προβαλλόμενου λόγου, βρίσκονται σε κατάσταση διαφορετική από εκείνη των παραγωγών γάλακτος των άλλων κρατών μελών.
69 Ακόμα, όμως, και αν υποτεθεί ότι ο κανονισμός 1788/2003, ο οποίος εφαρμόζεται αδιακρίτως επί όλων των δικαιούχων ποσοτήτων αναφοράς, πλήττει στην πράξη τους μικρούς παραγωγούς βαρύτερα από τους μεγάλους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γεγονός ότι μέτρο λαμβανόμενο στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς ενδέχεται να έχει διαφορετικές συνέπειες για ορισμένους παραγωγούς, αναλόγως της ειδικής φύσεως της παραγωγής τους, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση, εφόσον το μέτρο αυτό στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της συνολικής λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς. Αυτό ισχύει στην περίπτωση του συστήματος εισφοράς, το οποίο έχει ρυθμιστεί κατά τρόπο ώστε οι εθνικές και ατομικές ποσότητες αναφοράς να καθορίζονται σε τέτοιο επίπεδο ώστε το σύνολό τους να μην υπερβαίνει τη συνολική ποσότητα που έχει διασφαλιστεί για κάθε κράτος μέλος (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα απόφαση Hierl, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
70 Επομένως, εφόσον δεν υφίσταται η διαφορετική κατάσταση που προβάλλουν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του κανονισμού 1788/2003, σε σχέση με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο δυνάμενο να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού αυτού.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
71 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός 1788/2003 αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η ομοιόμορφη εφαρμογή της εισφοράς βαίνει πέραν του σκοπού της κοινής οργανώσεως αγοράς, επιβάλλοντας μειωμένη παραγωγικότητα και χαμηλά εισοδήματα στον μέσο όρο των Ιταλών γεωργών.
Επιχειρήματα των διαδίκων
72 Κατά τις ενάγουσες της κύριας δίκης, το σύστημα γαλακτοκομικών ποσοστώσεων στην Ιταλική Δημοκρατία προκαλεί σημαντική ζημία στους μικρούς παραγωγούς, καθόσον κωλύει την ανάπτυξή τους. Πράγματι, μόνον η διαρθρωτική προσαρμογή των επιχειρήσεων θα μπορούσε να εξασφαλίσει την επιβίωσή τους στην αγορά, προσαρμογή προϋποθέτουσα αύξηση της παραγωγής, η οποία, όμως, απαγορεύεται λόγω του συστήματος των ποσοστώσεων.
73 Εξάλλου, το σύστημα αυτό ουδόλως προσφέρεται για την επίτευξη των σκοπών της γεωργικής πολιτικής. Ο μόνος σκοπός που επιδιώκει, εις βάρος των άλλων σκοπών, είναι ο σκοπός της σταθεροποιήσεως των αγορών. Επομένως, το σύστημα των ποσοστώσεων αντιβαίνει προς τις κοινοτικές αρχές του εύλογου χαρακτήρα και της αναλογικότητας.
74 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, ιδίως όσον αφορά την επιλογή των νομοθετικών εκείνων μέτρων που απαιτούνται για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Εξάλλου, μόνον ο προδήλως απρόσφορος χαρακτήρας μέτρου λαμβανόμενου στον τομέα αυτόν, σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει το οικείο θεσμικό όργανο, μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα ενός τέτοιου μέτρου, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει με τον κανονισμό 1788/2003.
75 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση παραπομπής δεν περιλαμβάνει στοιχεία ικανά να αποδείξουν τον προδήλως απρόσφορο χαρακτήρα του κανονισμού 1788/2003. Κατά την Επιτροπή, το σύστημα ποσοστώσεων και εισφοράς, αφενός, σταθεροποίησε την αγορά και αποδείχθηκε ικανό να επιλύσει το ζήτημα της υπερπαραγωγής και, αφετέρου, είναι συμβατό με τους λοιπούς στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Απάντηση του Δικαστηρίου
76 Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1788/2003 εντάσσεται πλήρως στην κοινή γεωργική πολιτική, πρέπει να υπομνηστεί ότι, στον τομέα αυτόν, το Συμβούλιο διαθέτει διακριτική εξουσία και ότι ο δικαστικός έλεγχος της εξουσίας αυτής περιορίζεται στην εξέταση του προδήλως ακατάλληλου χαρακτήρα μέτρου λαμβανόμενου στον τομέα αυτόν σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει το αρμόδιο θεσμικό όργανο (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 5ης Μαρτίου 2009, C-479/07, Γαλλία κατά Συμβουλίου, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
77 Από τις σκέψεις 47 έως 49 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η σταθεροποίηση της γαλακτοκομικής αγοράς αποτελεί τον κύριο σκοπό του κανονισμού 1788/2003, ο οποίος εντάσσεται στο πλαίσιο της επιδιώξεως του σκοπού της σταθεροποιήσεως των αγορών, ρητώς τιθέμενου με το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Επιπροσθέτως, κατά τις σκέψεις 4 και 50 της παρούσας αποφάσεως, η επιδίωξη του σκοπού αυτού είναι χρονικώς περιορισμένη.
78 Όπως ειδικότερα προκύπτει από τη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως, η έκδοση του κανονισμού 1788/2003 κατέστη αναγκαία για τον περιορισμό της δυσαρμονίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και για τον περιορισμό των διαρθρωτικών πλεονασμάτων που προκύπτουν προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία στην αγορά.
79 Επίσης, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στις σκέψεις 9 και 67 των προτάσεών της, ο κοινοτικός νομοθέτης εξέτασε εναλλακτικώς προς το σύστημα εισφοράς τη μείωση των τιμών στηρίξεως, η οποία θα είχε ακόμα δυσμενέστερα αποτελέσματα για το εισόδημα των παραγωγών γάλακτος απ’ ό,τι η θέσπιση του συστήματος εισφοράς.
80 Επιπλέον, στις σκέψεις 30 έως 43 της παρούσας αποφάσεως τονίσθηκε ότι ο ελλειμματικός χαρακτήρας του οικείου κράτους μέλους στερείται σημασίας όσον αφορά τον καθορισμό της εθνικής ποσότητας αναφοράς.
81 Σύμφωνα, όμως, με τη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, ο κανονισμός 1788/2003 συνάδει επίσης προς τους σκοπούς του άρθρου 33, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, ΕΚ.
82 Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 1788/2003 δεν είναι προδήλως απρόσφορος για την επίτευξη του σκοπού της σταθεροποιήσεως των αγορών.
83 Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να διαπιστωθεί ότι από την εξέταση του κανονισμού 1788/2003, σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού αυτού.
Επί των δικαστικών εξόδων
84 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Στο πλαίσιο καθορισμού της εθνικής ποσότητας αναφοράς, το γεγονός ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 1788/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, δεν λαμβάνει υπόψη τον ελλειμματικό χαρακτήρα του οικείου κράτους μέλους δεν επηρεάζει τη συμφωνία του εν λόγω κανονισμού με τους σκοπούς που θέτει, ιδίως, το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, ΕΚ.
2) Από την εξέταση του κανονισμού 1788/2003, σε σχέση με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος αυτού του κανονισμού.
3) Από την εξέταση του κανονισμού 1788/2003, σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος αυτού του κανονισμού.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy