Υπόθεση C-76/08
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Μάλτας
«Παράβαση κράτους μέλους – Παραδεκτό – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Οδηγία 79/409/ΕΟΚ – Εαρινή θήρα – Απαγόρευση – Απόκλιση από το σύστημα προστασίας – Προϋπόθεση της ελλείψεως “άλλης ικανοποιητικής λύσης” – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Δικαίωμα ενεργείας της Επιτροπής – Άσκηση κατά διακριτική ευχέρεια
(Άρθρο 226 ΕΚ· οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, άρθρο 9)
2. Περιβάλλον – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Οδηγία 79/409 – Ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως της θήρας – Παρεκκλίσεις
(Οδηγία 79/409 του Συμβουλίου, ενδέκατη αιτιολογική σκέψη και άρθρα 7και 9)
1. Το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 79/409, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, όπως τροποποιήθηκε για τα έτη 2004 έως 2006 με τον κανονισμό 807/2003 και για το έτος 2007 με την οδηγία 2006/105, δεν έχει ως αποτέλεσμα και εξάλλου δεν μπορούσε να έχει νομίμως ως αντικείμενο να εξαρτήσει τη δυνατότητα της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως από τη διαβίβαση, εκ μέρους του συγκεκριμένου κράτους μέλους, της ετησίας εκθέσεως που προβλέπει η οδηγία. Αντιθέτως, το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας υποχρεώνει την Επιτροπή να μεριμνά διαρκώς ώστε οι συνέπειες της χορήγησης, από τα κράτη μέλη, των εξαιρέσεων που επιτρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1 της οδηγίας να μην είναι ασυμβίβαστες με την οδηγία, βάσει των πληροφοριών που διαθέτει η Επιτροπή και ιδιαίτερα των ετησίων εκθέσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 3.
Εξάλλου, αν εξαρτηθεί η κίνηση διαδικασίας περί αναγνωρίσεως παραβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής από την προηγουμένη διαβίβαση εκθέσεως του οικείου κράτους μέλους, τότε εν πάση περιπτώσει θίγεται ο ρόλος της Επιτροπής ως θεματοφύλακα της Συνθήκης ενόψει του οποίου η Επιτροπή είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζει αν είναι σκόπιμο να κινήσει τη διαδικασία αυτή και για ποιους λόγους πρέπει να την κινήσει.
(βλ. σκέψεις 22-23)
2. Μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για να μπορούν τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν το σύστημα εξαιρέσεων του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, όπως τροποποιήθηκε για τα έτη 2004 έως 2006 με τον κανονισμό 807/2003 και για το έτος 2007 με την οδηγία 2006/105, συγκαταλέγεται η έλλειψη άλλης ικανοποιητικής λύσης. Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται όταν η κατά παρέκκλιση έναρξη της θηρευτικής περιόδου συμπίπτει, χωρίς να υφίσταται ανάγκη, με τις περιόδους για τις οποίες η οδηγία επιδιώκει να εγκαθιδρύσει ιδιαίτερη προστασία. Δεν υφίσταται τέτοια ανάγκη ιδίως αν το μέτρο που επιτρέπει κατά παρέκκλιση τη θήρα αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην επιμήκυνση των περιόδων της θήρας ορισμένων ειδών πτηνών σε εδάφη στα οποία τα είδη αυτά συχνάζουν και κατά τις θηρευτικές περιόδους που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας. Μια τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει οσάκις τα οικεία είδη απαντούν το φθινόπωρο σε εδάφη όπου επιτρέπεται η εαρινή θήρα έστω και σε αισθητά μικρότερες ποσότητες από ό,τι την άνοιξη, εφόσον οι ποσότητες αυτές δεν είναι αμελητέες.
Ωστόσο, η διαπίστωση και μόνο ότι τα εν λόγω είδη απαντούν πράγματι το φθινόπωρο στις ζώνες στις οποίες επιτρέπεται η εαρινή θήρα δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι υπάρχει «άλλη ικανοποιητική λύση» κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1 της οδηγίας. Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης, χρησιμοποιώντας την έκφραση «άλλη ικανοποιητική λύση» δεν θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, εφόσον υπάρχει κάποια δυνατότητα θηρεύσεως κατά τις περιόδους κατά τις οποίες επιτρέπεται η θήρα δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας, αλλά θέλησε να καταστήσει δυνατή την εξαίρεση από τη διάταξη αυτή μόνο στο αναγκαίο μέτρο εφόσον οι δυνατότητες θήρας που υπάρχουν κατά τις περιόδους αυτές, εν προκειμένω τον Οκτώβριο, είναι τόσο περιορισμένες ώστε να αίρεται η ισορροπία που επιδιώκει η οδηγία μεταξύ της προστασίας των ειδών και ορισμένων δραστηριοτήτων αναψυχής.
Από τις διατάξεις, όμως, του άρθρου 9 της οδηγίας που κάνουν λόγο για αυστηρό έλεγχο της εξαιρέσεως αυτής και για επιλεκτική σύλληψη, όπως εξάλλου και από τη γενική αρχή της αναλογικότητας προκύπτει ότι η εξαίρεση που προτίθεται να εφαρμόσει το κράτος μέλος πρέπει να είναι ανάλογη των αναγκών που τη δικαιολογούν. Εξ αυτού έπεται ότι η διαπίστωση της ελλείψεως άλλης ικανοποιητικής λύσης, δηλαδή, εν προκειμένω, των περιορισμένων δυνατοτήτων θήρας κατά το φθινόπωρο, δεν παρέχει απεριόριστη δυνατότητα στα κράτη να επιτρέπουν τη θήρα κατά την άνοιξη αλλά αποκλειστικά στο μέτρο που είναι αναγκαίο και εφόσον δεν κινδυνεύουν οι λοιποί στόχοι που επιδιώκει η οδηγία ιδίως αν υπάρχει εγγύηση το ότι ο πληθυσμός των συγκεκριμένων ειδών θα διατηρηθεί σε ικανοποιητικό επίπεδο και ότι, αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, η θήρευση των πτηνών δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ως ορθολογική και, επομένως, ως επιτρεπτή εκμετάλλευση κατά την έννοια της ενδέκατης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας.
(βλ. σκέψεις 49-51, 54-59)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 10ης Σεπτεμβρίου 2009 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Παραδεκτό – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Οδηγία 79/409/ΕΟΚ – Εαρινή θήρα – Απαγόρευση – Απόκλιση από το σύστημα προστασίας – Προϋπόθεση της ελλείψεως “άλλης ικανοποιητικής λύσης” – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»
Στην υπόθεση C‑76/08,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως που ασκήθηκε, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ στις 21 Φεβρουαρίου 2008,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους D. Recchia και D. Lawunmi, καθώς και από τον P. Oliver, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Μάλτας, εκπροσωπούμενης από τον S. Camilleri και την D. Mangion, επικουρούμενους από τον J. Bouckaert, advocaat,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J.-C. Bonichot (εισηγητή), P. Kūris, L. Bay Larsen και C. Toader, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της συνεδριάσεως της 7 Μαΐου 2009,
έχοντας υπόψη την απόφαση που έλαβε το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Δημοκρατία της Μάλτας, έχοντας επιτρέψει την έναρξη της θήρας των ορτυκιών (Coturnix coturnix) και των τρυγονιών (Streptopelia turtur) κατά την περίοδο της εαρινής αποδημίας από το έτος 2004 χωρίς να τηρήσει τους όρους του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202), όπως έχει τροποποιηθεί, για τα έτη 2004 έως 2006, με τον κανονισμό (ΕΚ) 807/2003 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003 (ΕΕ L 122, σ. 36), και για το έτος 2007 με την οδηγία 2006/105/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ L 363, σ. 368, στο εξής συλλήβδην οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Το νομικό πλαίσιο
2 Όπως αναφέρει στο άρθρο 1, η οδηγία έχει ως αντικείμενο να εξασφαλίσει την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη ΕΚ και κανονίζει την εκμετάλλευσή τους.
3 Στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας τονίζεται ότι, λόγω του επιπέδου του πληθυσμού τους, της γεωγραφικής κατανομής τους και του ρυθμού αναπαραγωγής τους στο σύνολο της Κοινότητος, ορισμένα είδη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θήρας, πράγμα που αποτελεί μια αποδεκτή εκμετάλλευση, εφόσον θεσπισθούν και γίνουν σεβαστά ορισμένα όρια, η δε θήρα αυτή πρέπει να συμβιβάζεται με τη διατήρηση του πληθυσμού αυτών των ειδών σε ικανοποιητικό επίπεδο.
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη υιοθετούν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διατηρηθεί ή να προσαρμοσθεί ο πληθυσμός όλων των ειδών των πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 σ’ ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται ιδιαίτερα στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις.
5 Το άρθρο 5 της οδηγίας επιβάλλει επίσης στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας που θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση της θανατώσεως, της συλλήψεως ή της παρενοχλήσεως των πτηνών στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της οδηγίας, και της καταστροφής των φωλεών τους. Η υποχρέωση αυτή εφαρμόζεται πάντως με την επιφύλαξη των άρθρων 7 και 9 της οδηγίας.
6 Το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει:
«1. Ανάλογα με το επίπεδο του πληθυσμού τους, τη γεωγραφική κατανομή και το ρυθμό αναπαραγωγής τους σ’ όλη την Κοινότητα, τα αναφερόμενα στο παράρτημα II είδη είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων στα πλαίσια της εθνικής νομοθεσίας. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η θήρα αυτών των ειδών να μην υπονομεύει τις προσπάθειες διατηρήσεως που αναλαμβάνονται στη ζώνη εξαπλώσεώς τους.
2. Τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα II, μέρος 1, είναι δυνατόν να θηρεύονται στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη εφαρμογής της παρούσης οδηγίας.
3. Τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα II, μέρος 2, είναι δυνατόν να θηρεύονται μόνο στα κράτη μέλη, για τα οποία έχουν σημειωθεί.
4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η θηρευτική δραστηριότητα στην οποία συμπεριλαμβάνονται και η ιερακοθηρία, όπως προκύπτει από την εφαρμογή των ισχυουσών εθνικών διατάξεων, σέβεται τις αρχές μιας ορθολογικής χρησιμοποιήσεως και μιας οικολογικά ισορροπημένης ρυθμίσεως για τα είδη πτηνών που αφορά, και ότι η πρακτική αυτή είναι συμβιβάσιμη, ως προς τον πληθυσμό των ειδών αυτών, και ιδιαίτερα των αποδημητικών, με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το άρθρο 2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ιδιαίτερα ώστε τα είδη στα οποία εφαρμόζεται η θηρευτική νομοθεσία να μη θηρεύονται κατά την περίοδο φωλεοποιήσεως, ούτε κατά τις διάφορες φάσεις της αναπαραγωγής και εξαρτήσεως. Όταν πρόκειται για αποδημητικά είδη μεριμνούν ιδιαίτερα ώστε τα είδη που υπόκεινται στη θηρευτική νομοθεσία να μη θηρεύονται κατά την περίοδο αναπαραγωγής και κατά την επιστροφή τους στον τόπο φωλεοποιήσεως. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή όλες τις χρήσιμες πληροφορίες για την πρακτική εφαρμογή της θηρευτικής νομοθεσίας τους.»
7 Το άρθρο 9 της οδηγίας επιτρέπει όμως ορισμένες παρεκκλίσεις υπό τους ακόλουθους όρους:
«1. Εφόσον δεν υπάρχουν άλλες ικανοποιητικές λύσεις τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 και 8 για τους εξής λόγους:
[…]
γ) για να επιτραπεί με αυστηρά ελεγχόμενους όρους και τρόπο επιλεκτικό η σύλληψη, η κράτηση και η ορθολογική εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών σε μικρές ποσότητες.
2. Οι εξαιρέσεις πρέπει να μνημονεύουν:
– τα είδη που αποτελούν αντικείμενο εξαιρέσεων,
– τα επιτρεπόμενα μέσα, εγκαταστάσεις ή μεθόδους συλλήψεως ή θανατώσεως,
– τις συνθήκες κινδύνου και τις χρονικές και τοπικές περιστάσεις στις οποίες οι εξαιρέσεις μπορούν να εφαρμοσθούν,
– την αρχή η οποία είναι αρμόδια να δηλώσει ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και να αποφασίσει ποια μέσα, εγκαταστάσεις ή μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε ποια όρια και από ποια πρόσωπα,
– τους ελέγχους που θα πραγματοποιηθούν.
3. Τα κράτη μέλη απευθύνουν κάθε χρόνο στην Επιτροπή έκθεση για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
4. Βάσει των πληροφοριών που διαθέτει και ιδιαίτερα αυτών που της έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3, η Επιτροπή μεριμνά συνεχώς ώστε οι συνέπειες αυτών των εξαιρέσεων να μην είναι ασυμβίβαστες με την παρούσα οδηγία. Η Επιτροπή παίρνει τις κατάλληλες για το σκοπό αυτόν πρωτοβουλίες.»
8 Το παράρτημα II, μέρος 2, της οδηγίας που απαριθμεί τα είδη που μπορούν να θηρεύονται σε ορισμένα κράτη μέλη μνημονεύει το ορτύκι (Coturnix coturnix) και το τρυγόνι (Streptopelia turtur) μεταξύ των ειδών που μπορούν να θηρεύονται στη Μάλτα.
Η διοικητική διαδικασία
9 Η Επιτροπή εκτίμησε ότι η Δημοκρατία της Μάλτας, επιτρέποντας τη θήρα ορτυκιού και τρυγονιού κατά την εαρινή αποδημία τους του έτους 2004, δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ. Με έγγραφο της 4ης Ιουλίου 2006, απηύθυνε όχληση στη Δημοκρατία της Μάλτας και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της και, με πρόσθετο έγγραφο οχλήσεως της 23ης Μαρτίου 2007, διεύρυνε το αντικείμενο της διαφοράς στα επόμενα έτη κατά τα οποία θεωρεί ότι η θήρα είχε επιτραπεί υπό τους ίδιους όρους.
10 Με έγγραφα της 23ης Μαρτίου και 23ης Απριλίου 2007, οι αρχές της Μάλτας υποστήριξαν ότι οι προϋποθέσεις χορήγησης της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄ της οδηγίας τηρήθηκαν. Ειδικότερα επισήμαναν ότι δεν υπήρχε «άλλη ικανοποιητική λύση» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, στην έναρξη της θήρας των συγκεκριμένων ειδών κατά την εαρινή περίοδο εφόσον κατά τη φθινοπωρινή περίοδο μπορούσε να θηρευθεί μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός δειγμάτων των ειδών αυτών στο έδαφος της Δημοκρατίας της Μάλτας.
11 Οι μαλτέζικες αρχές υποστήριξαν επίσης ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε εγκύρως να διευρύνει το αντικείμενο της παραβάσεως ώστε να καλύπτει και την έναρξη της θήρας κατά την εαρινή περίοδο των ετών 2005 έως 2007 χωρίς να έχει λάβει γνώση των ετησίων εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 9 της οδηγίας που θα της διαβίβαζαν οι αρχές αυτές. Στις 28 Ιουνίου 2007, απέστειλαν στην Επιτροπή πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την αποδημία των πτηνών στην περιοχή της Μεσογείου και ειδικότερα στη Μάλτα.
12 Η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση αυτή και, στις 23 Οκτωβρίου 2007, εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία επαναλαμβάνει τις αιτιάσεις που είχε διατυπώσει με τα δύο έγγραφα οχλήσεως και καλεί το κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός δύο μηνών από της παραλαβής της.
13 Με έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 2007, οι μαλτέζικες αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη επισημαίνοντας ότι εμμένουν στην άποψή τους.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
15 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου 2008, η Επιτροπή ζήτησε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 243 ΕΚ, να υποχρεώσει με διαταγή του τη Δημοκρατία της Μάλτας να μην επιτρέψει τη θήρα ορτυκιού και τρυγονιού κατά την εαρινή περίοδο του έτους 2008.
16 Με διάταξη της 24ης Απριλίου 2008, C‑76/08 R, Επιτροπή κατά Μάλτας, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου υποχρέωσε με διαταγή του τη Δημοκρατία της Μάλτας να μην επιτρέψει, βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας 79/409, τη θήρα των δύο οικείων ειδών κατά την εαρινή αποδημία του έτους 2008.
Επί της προσφυγής
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
17 Η Δημοκρατία της Μάλτας υποστηρίζει ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι εξ ολοκλήρου απαράδεκτη εφόσον η Επιτροπή ζητεί στην πραγματικότητα από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει γενικώς ότι η έναρξη της εαρινής θήρας από το έτος 2004 συνιστά παράβαση του άρθρου 9 της οδηγίας. Το εν λόγω κράτος μέλος υπογραμμίζει ότι το αίτημα της Επιτροπής, που είναι σε τελική ανάλυση να επιβληθεί οριστική απαγόρευση της εαρινής θήρας των δύο ειδών πτηνών στο έδαφός του, καθιστά το άρθρο 9 της οδηγίας άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. Συναφώς υποστηρίζει ότι το ζήτημα αν τηρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού εξαρτάται από εκτίμηση κατά περίπτωση και ότι η Επιτροπή οφείλει ειδικότερα να στηριχθεί, για ένα συγκεκριμένο έτος, στην ετησία έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 9 που οφείλει να της διαβιβάσει το οικείο κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού.
18 Η Δημοκρατία της Μάλτας φρονεί ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει εν πάση περιπτώσει να θεωρηθεί απαράδεκτη καθόσον ζητεί να αναγνωριστεί παράβαση του κοινοτικού δικαίου λόγω της ενάρξεως της εαρινής θήρας για το έτος 2007, ενώ δεν έχει ακόμα διαβιβάσει στο εν λόγω όργανο την έκθεση για το έτος αυτό. Το ίδιο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, και για τα επόμενα έτη.
19 Η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτή. Διευκρινίζει ότι αφορά ρητά την έναρξη της εαρινής θήρας για τα έτη 2004 έως 2007, αντιθέτως όμως δεν αφορά το έτος 2008 δεδομένου ότι, μετά την έκδοση της προαναφερθείσας διατάξεως, Επιτροπή κατά Μάλτας, η Δημοκρατία της Μάλτας δεν επέτρεψε την εαρινή θήρα των δύο ειδών πτηνών για το εν λόγω έτος.
20 Η Επιτροπή δέχεται ότι δεν μπορεί να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν το άρθρο 9 της οδηγίας τηρήθηκε παρά μόνον αν το άρθρο αυτό έχει εφαρμοστεί από το οικείο κράτος μέλος. Φρονεί όμως ότι το παραδεκτό της προσφυγής της δεν εξαρτάται από την προηγουμένη εξέταση των ετησίων εκθέσεων που πρέπει να της διαβιβάζουν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3. Υπογραμμίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του ρόλου της ως θεματοφύλακα της Συνθήκης, είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει αν είναι σκόπιμη η κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
21 Όσον αφορά την πρώτη ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Δημοκρατία της Μάλτας και η οποία στηρίζεται στο ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να διαπιστώσει γενική και διαρκή παράβαση του άρθρου 9 της οδηγίας, διότι αυτό συνεπάγεται προσβολή της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου αυτού, διαπιστώνεται ότι, τόσο από την αιτιολογημένη γνώμη όσο και από το αιτιολογικό μέρος της προσφυγής και από το υπόμνημα απαντήσεως της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο όχι να απαγορεύσει γενικώς στη Δημοκρατία της Μάλτας να επιτρέπει την εαρινή θήρα του ορτυκιού και του τρυγονιού, δηλαδή να απαγορεύσει οριστικά την εφαρμογή της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας, ,αλλά να διαπιστώσει ότι το εν λόγω κράτος μέλος, έχοντας επιτρέψει τη θήρα αυτή για κάθε έτος και υπό τους ίδιους όρους κατά τα έτη 2004 έως 2007, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
22 Όσον αφορά τη δεύτερη ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Δημοκρατία της Μάλτας και η οποία στηρίζεται στο ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να ζητήσει από το Δικαστήριο να διαπιστώσει παράβαση σχετικά με την έναρξη της εαρινής θήρας για τα έτη 2007 και επόμενα, χωρίς να έχει λάβει γνώση των ετησίων εκθέσεων για τα έτη αυτά, αρκεί να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας δεν έχει ως αποτέλεσμα, και εξάλλου δεν μπορούσε νομίμως να έχει ως αντικείμενο, να εξαρτήσει τη δυνατότητα της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως από τη διαβίβαση, εκ μέρους του συγκεκριμένου κράτους μέλους, της ετησίας εκθέσεως που προβλέπει η οδηγία. Αντιθέτως, το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας υποχρεώνει την Επιτροπή να μεριμνά διαρκώς ώστε οι συνέπειες της χορήγησης, από τα κράτη μέλη, των εξαιρέσεων που επιτρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1 της οδηγίας να μην είναι ασυμβίβαστες με την οδηγία, βάσει των πληροφοριών που διαθέτει η Επιτροπή και ιδιαίτερα των ετησίων εκθέσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 3.
23 Εξάλλου, αν εξαρτηθεί η κίνηση διαδικασίας περί αναγνωρίσεως παραβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής από την προηγουμένη διαβίβαση εκθέσεως του οικείου κράτους μέλους, τότε εν πάση περιπτώσει θίγεται ο ρόλος της Επιτροπής ως θεματοφύλακα της Συνθήκης ενόψει του οποίου η Επιτροπή είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζει αν είναι σκόπιμο να κινήσει τη διαδικασία αυτή και για ποιους λόγους πρέπει να την ασκήσει (βλ., μεταξύ άλλων, κατ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 10 Απριλίου 2003, C-20/01 και C-28/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2003, σ. I‑3609, σκέψη 30).
24 Πρέπει συνεπώς να απορριφθούν οι δύο ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε η Δημοκρατία της Μάλτας.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
25 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το ορτύκι και το τρυγόνι είναι είδη που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας και ότι τα κράτη μέλη οφείλουν συνεπώς να τηρούν έναντι των πτηνών αυτών τις απαιτήσεις του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι αυτό συνεπάγεται ειδικότερα ότι η θήρα θα πρέπει να συμβιβάζεται με το άρθρο 2 της οδηγίας και δεν πρέπει να γίνεται κατά την περίοδο στην οποία θα είχε αρνητικές συνέπειες στη διατήρηση του πληθυσμού των οικείων πτηνών και ειδικότερα κατά την περίοδο επιστροφής τους προς τον τόπο της φωλεοποιήσεως.
26 Η Επιτροπή φρονεί ότι η έναρξη της εαρινής θήρας του ορτυκιού και του τρυγονιού στη Μάλτα δεν τηρεί τους όρους αυτούς. Αφενός η θήρα των δύο αυτών ειδών κατά την επιστροφή τους προς τον τόπο φωλεοποιήσεως απαγορεύεται βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας και, αφετέρου, οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας αυτής για την εξαίρεση από την απαγόρευση δεν πληρούνται.
27 Η Επιτροπή προσθέτει ότι το κράτος μέλος που επιθυμεί να θέσει σε εφαρμογή το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας οφείλει να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής (βλ, κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2007, C-507/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2007, σ. I‑5939, σκέψη 198).
28 Αφού παρατηρεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν επιτρέπει εξαιρεση από την απαγόρευση, που διατυπώνει το άρθρο 7, της θήρας των αποδημητικών ειδών κατά την επιστροφή τους προς τον τόπο φωλεοποιήσεως παρά μόνο «αν δεν υπάρχουν άλλες ικανοποιητικές λύσεις», η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω.
29 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η κατά παρέκκλιση έναρξη της θηρευτικής περιόδου δεν μπορεί να συμπίπτει, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, με τις περιόδους κατά τις οποίες η οδηγία επιδιώκει να εξασφαλίσει ιδιαίτερη προστασία και ότι δεν παρίσταται τέτοια ανάγκη ιδίως αν το μέτρο αυτό έχει ως μόνο σκοπό την παράταση των περιόδων θήρας ορισμένων ειδών σε περιοχές στις οποίες τα είδη αυτά απαντούν κατά την περίοδο επιτρεπόμενης θήρας (βλ. κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C-344/03, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, Συλλογή 2005, σ. I-11033, σκέψη 33).
30 Επιπλέον, στο μέτρο που τα θηρευόμενα πτηνά απαντούν, έστω και σε μικρότερο αριθμό, σε περίοδο του έτους κατά την οποία η οδηγία επιτρέπει τη θήρα, δεν πληρούται η προϋπόθεση της ελλείψεως άλλης ικανοποιητικής λύσης (βλ. κατ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Φινλανδίας, σκέψεις 35, 38 και 42, καθώς και Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψεις 203 και 204).
31 Κατά την Επιτροπή, οι ετήσιες εκθέσεις που διαβίβασε η Δημοκρατία της Μάλτας για τα έτη 2004 και 2005 δείχνουν ότι τόσο το ορτύκι όσο και το τρυγόνι απαντούσαν πράγματι στη Μάλτα κατά τη φθινοπωρινή περίοδο θήρας των ετών αυτών. Βάσει των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή φρονεί ότι το αυτό ισχύει και για τα έτη 2006 και 2007.
32 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, το φθινόπωρο, τα πτηνά απλώς υπερίπτανται τμήματος του εδάφους της Μάλτας και συγκεκριμένα της περιοχής Western Cliffs, εφόσον οι κυνηγοί έχουν πρόσβαση σ’ αυτό το τμήμα του εδάφους. Η Επιτροπή προσθέτει ότι εν προκειμένω οι περιοχές πάνω από τις οποίες πετούν τα πτηνά είναι πλησίον αυτών στις οποίες συχνάζουν την άνοιξη, ότι η θήρα είναι δυνατή όταν τα πουλιά αποδημούν και ότι οι δυνατότητες θήρας μπορούν να βελτιωθούν το φθινόπωρο με μέτρα διαχειρίσεως των βιοτόπων.
33 Η Επιτροπή υποστηρίζει εξάλλου ότι η διατήρηση του ορτυκιού και του τρυγονιού βρίσκεται σε προβληματικό στάδιο και ότι η έναρξη της εαρινής θήρας επιτείνει την προβληματική αυτή κατάσταση.
34 Το εν λόγω όργανο υποστηρίζει επίσης ότι η Δημοκρατία της Μάλτας δεν απέδειξε ότι τηρήθηκαν οι άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας στοιχεία α΄ και γ΄ και ειδικότερα το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα είδη θηρεύονται μόνο σε «μικρές ποσότητες». Σχετικά με την τελευταία αυτή προϋπόθεση υποστηρίζει ότι ο αριθμός των φονευομένων πτηνών πρέπει να παραβάλλεται με τη συνολική ετησία θνησιμότητα.
35 Η Επιτροπή αντικρούει το επιχείρημα που προβάλλει η Δημοκρατία της Μάλτας με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι δηλαδή αγνοεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δημιούργησε κατά τις διαπραγματεύσεις προσχωρήσεως αυτού του κράτους μέλους όσον αφορά τη δυνατότητά του να επιτρέπει τη θήρα του ορτυκιού και του τρυγονιού κατά την εαρινή περίοδο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9 της οδηγίας. Υποστηρίζει ότι δεν ανέλαβε καμιά τέτοια υποχρέωση έναντι του εν λόγω κράτους μέλους.
36 Η Δημοκρατία της Μάλτας υποστηρίζει ότι η οδηγία δεν έχει ως σκοπό την απόλυτη προστασία των ειδών και τη γενική απαγόρευση κάθε χρησιμοποιήσεως ή εκμεταλλεύσεως, αλλά επιδιώκει τον στόχο της διατηρήσεως των πληθυσμών των πτηνών σε ικανοποιητικό επίπεδο. Το εν λόγω κράτος μέλος αναφέρεται ειδικότερα στα άρθρα 2, 7 και 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, στη σύμβαση περί διατηρήσεως της αγρίας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης που υπεγράφη στη Βέρνη στις 19 Σεπτεμβρίου 1979 και συνήφθη εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 82/72/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1981 (ΕΕ 1982, L 38, σ. 1), καθώς και στη Σύμβαση περί της διατηρήσεως των αποδημητικών ειδών που ανήκουν στην άγρια πανίδα η οποία υπεγράφη στη Βόννη στις 23 Ιουνίου 1979 και συνήφθη εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 82/461/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 210, σ. 10).
37 Η Δημοκρατία της Μάλτας φρονεί ότι η έναρξη της εαρινής θήρας του τρυγονιού και του ορτυκιού στο έδαφός της τηρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας.
38 Το εν λόγω κράτος μέλος υπενθυμίζει ότι, με την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-182/02, Ligue pour la protection des oiseaux κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑12105, σκέψη 9), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας επιτρέπει τη θήρα κατά τις περιόδους στις οποίες αυτή απαγορεύεται κατ’ αρχήν. Διευκρινίζει ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω «άλλη ικανοποιητική λύση» κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Πρώτον, η εαρινή περίοδος δεν μπορεί εξ ορισμού να θεωρηθεί ως παράταση της φθινοπωρινής περιόδου. Δεύτερον, η απουσία άλλης ικανοποιητικής λύσης σημαίνει όχι απουσία οποιασδήποτε εναλλακτικής λύσης αλλά απουσία αποδεκτής και αρκούντως πρόσφορης λύσης σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο, δηλαδή εν προκειμένω τη σύλληψη και την ορθολογική εκμετάλλευση των πτηνών σε μικρές ποσότητες, με παράλληλη διατήρηση μιας μακρόχρονης παράδοσης.
39 Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι η έναρξη, το φθινόπωρο, της θήρας των δύο οικείων ειδών δεν συνιστά ικανοποιητική λύση, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των διερχομένων πτηνών κατά την περίοδο αυτή του έτους και μάλιστα των συνθηκών υπό τις οποίες τα πτηνά υπερίπτανται των οικείων νήσων, που καθιστούν δυνατή τη σύλληψη μόνο μικρού αριθμού. Συναφώς, επικαλείται την κρίση του Δικαστηρίου στην απόφαση Επιτροπή κατά Φινλανδίας (σκέψεις 35 και 41).
40 Η Δημοκρατία της Μάλτας προσθέτει ότι η κατάσταση αυτή διαφέρει από την περιγραφομένη στην προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, στην οποία εμπλέκονταν οι κλιματολογικές συνθήκες και υποστηρίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης γεωγραφικής θέσης της, του μεγέθους της, της πυκνότητας του πληθυσμού της και των φυσικών χαρακτηριστικών της εξοχής της, τα είδη αποδημητικών πτηνών που μπορούν να θηρευτούν στο έδαφός της δεν αναπαράγονται κατ’ αρχήν στο έδαφος αυτό. Το εν λόγω κράτος μέλος επισημαίνει ότι το έδαφός του κείται σε απόσταση 300 χιλιομέτρων τουλάχιστον από τη διαδρομή των πτηνών που αποδημούν διασχίζοντας τη Μεσόγειο και ότι τα αποδημητικά ρεύματα των ορτυκιών και των τρυγονιών ποικίλλουν αναλόγως της περιόδου του έτους. Συγκεκριμένα τα δύο αυτά είδη δεν αποδημούν κατά κανόνα διερχόμενα πάνω από τη Μάλτα κατά το φθινόπωρο και όταν διέρχονται, υπερίπτανται μόνο ενός τμήματος του εδάφους σε μια σύντομη περίοδο από το τέλος του Αυγούστου μέχρι το τέλος του Σεπτεμβρίου, συχνά χωρίς να σταματήσουν. Αντιθέτως, κατά την εαρινή περίοδο, η αποδημία των δύο αυτών ειδών πτηνών είναι πολύ μεγαλύτερης έκτασης και καταλαμβάνει το σύνολο των νήσων της Μάλτας.
41 Η Δημοκρατία της Μάλτας προσθέτει ότι ένα ποσοστό άνω του 80 % των μαλτέζων κυνηγών κυνηγούν μόνο στο δικό τους έδαφος και ότι η απόλυτη απαγόρευση της εαρινής θήρας των οικείων ειδών πτηνών ισοδυναμεί στην πράξη με πλήρη απαγόρευση της θήρας των δύο αυτών ειδών.
42 Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι η δημιουργία, όπως προτείνει η Επιτροπή, περισσοτέρων φυσικών καταφυγίων δεν θα μετέβαλλε την κατάσταση και παρατηρεί ότι τα ήδη δημιουργηθέντα καταφύγια καλύπτουν ποσοστό 4,5 % των ηπειρωτικών ζωνών των νήσων, δηλαδή 1 434,2 εκτάρια.
43 Η Δημοκρατία της Μάλτας φρονεί επίσης ότι η διατήρηση του ορτυκιού και του τρυγονιού δεν βρίσκεται σε προβληματικό επίπεδο. Υποστηρίζει ότι η διεθνής ένωση για τη διατήρηση της φύσης (UICN) κατέγραψε τα είδη αυτά το 2007, στην κατηγορία «περιορισμένης ανησυχίας». Φρονεί ότι η έναρξη της εαρινής θήρας στο έδαφός της δεν μπορεί να έχει καμιά επίπτωση στη διατήρηση εφόσον θηρεύονται μόνο πολύ μικρές ποσότητες, πράγμα που η Επιτροπή αμφισβήτησε το πρώτον με το υπόμνημα απαντήσεως. Το εν λόγω κράτος μέλος προσθέτει ότι δεν υπάρχει επιστημονική απόδειξη που να δείχνει ότι στην Ευρώπη η παρούσα άσκηση της θήρας έχει δυσμενέστατη επίδραση στον πληθυσμό των πτηνών και η ενδεχομένη μείωση του πληθυσμού αυτού θα πρέπει να καταλογιστεί σε άλλες αιτίες όπως είναι η αύξηση των γεωργικών εκτάσεων.
44 Η Δημοκρατία της Μάλτας διευκρινίζει ότι η τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 9 της οδηγίας εκτιμάται στο επίπεδο εκάστου κράτους μέλους.
45 Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι η Επιτροπή προσέβαλε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δημιούργησε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων προσχωρήσεως όσον αφορά τη δυνατότητα να επιτρέπει τη θήρα ορτυκιού και τρυγονιού κατά την εαρινή περίοδο, κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 9.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
46 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα αναφερόμενα στο παράρτημα ΙΙ είδη είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων στα πλαίσια της εθνικής νομοθεσίας. Όμως το άρθρο 7, παράγραφος 4 ορίζει μεταξύ άλλων ότι, όταν πρόκειται για αποδημητικά είδη, τα κράτη μέλη μεριμνούν ιδιαίτερα ώστε τα είδη αυτά να μη θηρεύονται κατά την επιστροφή τους στον τόπο φωλεποιήσεως.
47 Εν προκειμένω το ορτύκι και το τρυγόνι εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας και κατά συνέπεια τα δυο αυτά είδη δεν πρέπει να θηρεύονται κατά την επιστροφή τους προς τον τόπο φωλεποιήσεως.
48 Ωστόσο, με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το άρθρο 7 της οδηγίας. Πρόκειται για ένα σύστημα εξαιρέσεων που πρέπει για τον λόγο αυτό να ερμηνεύεται συσταλτικά και για την εφαρμογή του οποίου τα κράτη μέλη οφείλουν να βεβαιώνονται ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2006, C‑60/05, WWF Italia κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I‑5083, σκέψη 34).
49 Μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για να μπορούν τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν αυτό το σύστημα εξαιρέσεων συγκαταλέγεται, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, η έλλειψη άλλης ικανοποιητικής λύσης.
50 Συναφώς, το Δικαστήριο παγίως νομολογεί ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται όταν η κατά παρέκκλιση έναρξη της θηρευτικής περιόδου συμπίπτει, χωρίς να υφίσταται ανάγκη, με τις περιόδους για τις οποίες η οδηγία επιδιώκει να εγκαθιδρύσει ιδιαίτερη προστασία. Δεν υφίσταται τέτοια ανάγκη ιδίως αν το μέτρο που επιτρέπει κατά παρέκκλιση τη θήρα αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην επιμήκυνση των περιόδων της θήρας ορισμένων ειδών πτηνών σε εδάφη στα οποία τα είδη αυτά συχνάζουν και κατά τις θηρευτικές περιόδους που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας (βλ., απόφαση Ligue pοur la prοtectiοn des οiseaux κ.λπ., προαναφερθείσα σκέψη 16, και της 9ης Ιουνίου 2005, C-135/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2005, σ. I‑5261, σκέψη 19).
51 Από τη νομολογία προκύπτει ότι τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει οσάκις τα οικεία είδη απαντούν το φθινόπωρο σε εδάφη όπου επιτρέπεται η εαρινή θήρα έστω και σε αισθητά μικρότερες ποσότητες από ό,τι την άνοιξη, εφόσον οι ποσότητες αυτές δεν είναι αμελητέες (βλ., κατ’ αυτή την έννοια απόφαση Επιτροπή κατά Φινλανδίας, όπ.π., σκέψεις 35 και 43).
52 Εν προκειμένω προκύπτει από τη δικογραφία και, ειδικότερα, από τις ετήσιες εκθέσεις που διαβίβασε η Δημοκρατία της Μάλτας στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας ότι το ορτύκι και το τρυγόνι απαντούν σε ορισμένες ζώνες του εδάφους αυτού του κράτους μέλους κατά τη φθινοπωρινή περίοδο θήρας.
53 Εξάλλου, ναι μεν, όπως υποστηρίζει το εν λόγω κράτος μέλος, οι ζώνες στις οποίες απαντούν τα δύο οικεία είδη κατά τη φθινοπωρινή περίοδο θήρας είναι περισσότερο περιορισμένες από αυτές στις οποίες τα είδη αυτά απαντούν κατά την εαρινή αποδημία, πλην όμως, δεν βρίσκονται μακριά από τις τελευταίες αυτές ζώνες και, κυρίως, από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι κυνηγοί δεν έχουν εύκολα πρόσβαση κατά τη φθινοπωρινή περίοδο θήρας στις ζώνες στις οποίες απαντούν τα είδη αυτά κατ’ αυτήν την περίοδο.
54 Κατά συνέπεια τα δύο οικεία είδη απαντούν πράγματι το φθινόπωρο στις ζώνες στις οποίες επιτρέπεται η εαρινή θήρα.
55 Ωστόσο, αυτή και μόνο η διαπίστωση δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι υπάρχει «άλλη ικανοποιητική λύση» κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας.
56 Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης, χρησιμοποιώντας την έκφραση «άλλη ικανοποιητική λύση» δεν θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, εφόσον υπάρχει κάποια δυνατότητα θηρεύσεως κατά τις περιόδους κατά τις οποίες επιτρέπεται η θήρα δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας, αλλά θέλησε να καταστήσει δυνατή την εξαίρεση από τη διάταξη αυτή μόνο στο αναγκαίο μέτρο εφόσον οι δυνατότητες θήρας που υπάρχουν κατά τις περιόδους αυτές, εν προκειμένω τον Οκτώβριο, είναι τόσο περιορισμένες ώστε να αίρεται η ισορροπία που επιδιώκει η οδηγία μεταξύ της προστασίας των ειδών και ορισμένων δραστηριοτήτων αναψυχής.
57 Από τις διατάξεις, όμως, του άρθρου 9 της οδηγίας που κάνουν λόγο για αυστηρό έλεγχο της εξαιρέσεως αυτής και για επιλεκτική σύλληψη, όπως εξάλλου και από τη γενική αρχή της αναλογικότητας προκύπτει ότι η εξαίρεση που προτίθεται να εφαρμόσει το κράτος μέλος πρέπει να είναι ανάλογη των αναγκών που τη δικαιολογούν.
58 Εξ αυτού έπεται ότι η διαπίστωση της ελλείψεως άλλης ικανοποιητικής λύσης, δηλαδή, όπως εν προκειμένω, των περιορισμένων δυνατοτήτων θήρας κατά το φθινόπωρο, δεν παρέχει απεριόριστη δυνατότητα στα κράτη να επιτρέπουν τη θήρα κατά την άνοιξη αλλά αποκλειστικά στο μέτρο που είναι αναγκαίο και εφόσον δεν κινδυνεύουν οι λοιποί στόχοι που επιδιώκει η οδηγία.
59 Σ’ αυτό το πνεύμα το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν μπορούν να χορηγηθούν εξαιρέσεις δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας παρά μόνον εάν υπάρχει εγγύηση ότι ο πληθυσμός των συγκεκριμένων ειδών θα διατηρηθεί σε ικανοποιητικό επίπεδο και ότι, αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, η θήρευση των πτηνών δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ως ορθολογική και, επομένως, ως επιτρεπτή εκμετάλλευση κατά την έννοια της ενδέκατης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας (απόφαση WWF Italia κ.λπ., προαναφερθείσα, σκέψη 32).
60 Εν προκειμένω από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και ιδίως από τις ετήσιες εκθέσεις που διαβίβασε η Δημοκρατία της Μάλτας στην Επιτροπή καθώς και από τις συζητήσεις κατά τη συνεδρίαση προκύπτει ότι, κατά τα εν λόγω έτη, οι κυνηγοί μπορούσαν να συλλάβουν στη διάρκεια της φθινοπωρινής περιόδου θήρας μόνο πολύ μικρό αριθμό πτηνών.
61 Εξάλλου η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι, κατά την περίοδο αυτή, τα δύο οικεία είδη πτηνών συχνάζουν μόνο σε ένα περιορισμένο μέρος του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους και ότι η αποδημία τους γίνεται κυρίως από το τέλος του Αυγούστου και στη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
62 Τέλος, από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι ο πληθυσμός των δύο αυτών θηρευομένων ειδών πτηνών βρίσκεται κάτω από ένα ικανοποιητικό επίπεδο. Όπως προκύπτει ειδικότερα από τον ερυθρό πίνακα των απειλουμένων ειδών που έχει καταρτίσει η UICN, τα οικεία είδη περιλαμβάνονται στην κατηγορία «περιορισμένης ανησυχίας».
63 Λαμβανομένων υπόψη των πολύ ειδικών αυτών περιστάσεων, η θήρα ορτυκιού και τρυγονιού κατά τη φθινοπωρινή περίοδο θήρας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά στη Μάλτα άλλη ικανοποιητική λύση, οπότε η προϋπόθεση της ελλείψεως τέτοιας λύσης που διατυπώνει το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρηθεί ως συντρέχουσα.
64 Ανακύπτει όμως το ερώτημα αν οι συνθήκες υπό τις οποίες η Δημοκρατία της Μάλτας επέτρεψε τη θήρα των δύο οικείων ειδών κατά την άνοιξη ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας που επισημαίνεται στη σκέψη 58 ανωτέρω, καθώς και στις άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας.
65 Η επιμήκυνση της περιόδου θήρας των δύο αυτών αποδημητικών πτηνών με την άδεια της θήρας επί δύο μήνες περίπου κατά την εαρινή περίοδο, στη διάρκεια της οποίας τα δύο θηρευόμενα είδη επιστρέφουν στον τόπο φωλεποιήσεως, η οποία μεταφράζεται σε θνησιμότητα τρεις φορές μεγαλύτερη με 15 000 περίπου φονευόμενα πτηνά για το ορτύκι και οκτώ φορές μεγαλύτερη με 32 000 περίπου φονευόμενα πτηνά για το τρυγόνι, από αυτήν που συνεπάγεται η θήρα κατά τη φθινοπωρινή περίοδο, δεν συνιστά λύση πρόσφορη και αυστηρά ανάλογη προς τον στόχο της διατηρήσεως των ειδών που επιδιώκει η οδηγία.
66 Υπό τις συνθήκες αυτές, έστω και αν τα δύο οικεία είδη απαντούν το φθινόπωρο μόνο σε μικρούς αριθμούς και για πολύ μικρή περίοδο και δεδομένου ότι το φθινόπωρο δεν είναι αδύνατη κάθε θηρευτική δραστηριότητα, η Δημοκρατία της Μάλτας, επιτρέποντας την έναρξη της εαρινής θήρας ορτυκιού και τρυγονιού επί πολλές εβδομάδες κάθε έτος, από το 2004 έως το 2007, δεν τήρησε τις προϋποθέσεις της εξαιρέσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπως ερμηνεύονται με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, και συνεπώς παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
67 Τέλος, η Δημοκρατία της Μάλτας επικαλείται την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης υποστηρίζοντας ότι της δόθηκε η διαβεβαίωση, κατά τις διαπραγματεύσεις, πριν από την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να επιτρέπει τη θήρα ορτυκιού και τρυγονιού υπό τους όρους που ίσχυαν πριν από την προσχώρηση. Ωστόσο, εκτός του ότι το στοιχείο αυτό δεν προκύπτει από τον φάκελο, είναι εν πάση περιπτώσει άσχετο με την εκτίμηση της τηρήσεως της προϋποθέσεως της ελλείψεως άλλης ικανοποιητικής λύσης, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας και συνεπώς δεν επηρεάζει τη διαπίστωση περί παραβάσεως του άρθρου αυτού που διατυπώνεται στην προηγουμένη σκέψη της παρούσας απόφασης.
68 Κατόπιν των προεκτεθέντων διαπιστώνεται ότι η Δημοκρατία της Μάλτας, επιτρέποντας την έναρξη της θήρας ορτυκιού (Coturnix coturnix) και τρυγονιού (Streptopelia turtur) κατά την εαρινή περίοδο των ετών 2004 έως 2007, χωρίς να τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
69 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Δημοκρατίας της Μάλτας στα δικαστικά έξοδα και ότι η τελευταία ηττήθηκε, αυτή πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Δημοκρατία της Μάλτας, επιτρέποντας την έναρξη της θήρας ορτυκιού (Coturnix coturnix) και τρυγονιού (Streptopelia turtur) κατά την εαρινή περίοδο αποδημίας των ετών 2004 έως 2007, χωρίς να τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, όπως έχει τροποποιηθεί, για τα έτη 2004 έως 2006, με τον κανονισμό (ΕΚ) 807/2003 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003 και για το έτος 2007, με την οδηγία 2006/105/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει τη Δημοκρατία της Μάλτας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy