Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-124/08 και C-125/08
Gilbert Snauwaert κ.λπ.
κατά
Belgische Staat
(αιτήσεις του Hof van Cassatie για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Τελωνειακή οφειλή – Ποσό των δασμών – Γνωστοποίηση στον οφειλέτη – Πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών – Απαίτηση βεβαιώσεως του ποσού των δασμών πριν από τη γνωστοποίηση στον οφειλέτη
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 221 § 1)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών – Προθεσμία παραγραφής – Εξαίρεση
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 221 § 3)
1. Το άρθρο 221, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η από τις τελωνειακές αρχές γνωστοποίηση, με τον κατάλληλο τρόπο, στον οφειλέτη του ποσού των καταβλητέων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών μπορεί να γίνει νομότυπα μόνον αν το ποσό των δασμών αυτών προηγουμένως βεβαιώθηκε από τις εν λόγω αρχές. Συγκεκριμένα, η χρονική αυτή σειρά των πράξεων βεβαιώσεως και γνωστοποιήσεως του ποσού των δασμών πρέπει να τηρείται καθόσον άλλως δημιουργείται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των οφειλετών και πλήττεται η αρμονική λειτουργία της τελωνειακής ενώσεως.
(βλ. σκέψεις 21-23, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 221, παράγραφος 3, του κανονισμού 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν νομότυπα να γνωστοποιήσουν στον οφειλέτη το ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών μετά τη λήξη της τριετούς προθεσμίας από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής όταν η αδυναμία των εν λόγω αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των πιο πάνω δασμών οφείλεται σε πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως όταν ο εν λόγω οφειλέτης δεν είναι ο δράστης της πράξεως αυτής.
Η ερμηνεία αυτή, η οποία απορρέει τόσο από το κείμενο όσο και από το σύστημα της διατάξεως αυτής, επιβεβαιώνεται από τη χρησιμοποίηση των όρων «η εν λόγω γνωστοποίηση» στη δεύτερη περίοδο του άρθρου 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, οι οποίοι παραπέμπουν στις λέξεις «[η] γνωστοποίηση στον οφειλέτη» που περιέχονται στην πρώτη περίοδο της διατάξεως αυτής. Έτσι, η εν λόγω διάταξη δεν περιορίζεται στη γνωστοποίηση των καταβλητέων δασμών μόνο στον οφειλέτη που είναι ο δράστης της πράξεως η οποία υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη.
(βλ. σκέψεις 30-32, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 16ης Ιουλίου 2009 (*)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Τελωνειακή οφειλή – Ποσό των δασμών – Γνωστοποίηση στον οφειλέτη – Πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑124/08 και C‑125/08,
με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, υποβληθείσες από το Hof van Cassatie (Βέλγιο) με αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2008, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 25 Μαρτίου 2008, στο πλαίσιο των δικών
Gilbert Snauwaert,
Algemeen Expeditiebedrijf Zeebrugge BVBA,
Coldstar NV,
Dirk Vlaeminck,
Jeroen Den Haerynck,
Ann De Wintere (C‑124/08),
Géry J. Deschaumes (C‑125/08)
κατά
Belgische Staat
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, J. Makarczyk (εισηγητή), P. Kūris και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο G. Snauwaert, η Algemeen Expeditiebedrijf Zeebrugge BVBA και η Coldstar NV, εκπροσωπούμενοι από τον J. Verbist, advocaat,
– ο J. Den Haerynck, εκπροσωπούμενος από τον E. Gevers, advocaat,
– η A. De Wintere, εκπροσωπούμενη από τους H. Van Bavel και P. Wytinck, advocaten,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J.‑C. Halleux,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Σ. Σπυρόπουλο και τις Ζ. Χατζηπαύλου και Β. Καρρά,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και S. Schønberg,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Οι αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 221, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαφορών όπου, αφενός, στην υπόθεση C‑124/08, ο G. Snauwaert, η Algemeen Expeditiebedrijf Zeebrugge BVBA, η Coldstar NV, ο D. Vlaeminck, o J. Den Haerynck και η A. De Wintere αντιδικούν με το Belgische Staat (Βελγικό Δημόσιο) και, αφετέρου, στην υπόθεση C-125/08, ο G. Deschaumes αντιδικεί με το Belgische Staat σχετικά με την εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών.
Νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 221 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.
[…]
3. Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής. Ωστόσο, όταν η αδυναμία των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών οφείλεται σε πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη, η εν λόγω γνωστοποίηση γίνεται εφόσον αυτό προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις, και μετά τη λήξη της εν λόγω τριετούς προθεσμίας.»
Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
4 Οι διαφορές των κύριων δικών, όπως περιγράφονται από το αιτούν δικαστήριο, αφορούν διάφορες απάτες σχετικά με την εισαγωγή, στο Βέλγιο κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, κρέατος που δεν είχε γίνει δεκτό στην ευρωπαϊκή αγορά.
5 Με τις απάτες αυτές ο σκοπός ήταν, αφενός, να τεθεί στο εμπόριο στην ευρωπαϊκή αγορά φθηνό κρέας καταγωγής τρίτων κρατών το οποίο κατ’ εφαρμογήν εθνικών και κοινοτικών κανόνων ήταν ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση και, αφετέρου, να ζητηθούν παρανόμως επιστροφές λόγω εξαγωγής.
6 Οι πιο πάνω απάτες είχαν ως αποτέλεσμα να διαφύγουν εισαγωγικοί δασμοί σχετικά με τα εν λόγω εμπορεύματα, καθόσον οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές δεν είχαν τα στοιχεία που απαιτούνταν για να βεβαιώσουν τους δασμούς αυτούς.
Η υπόθεση C‑124/08
7 Από την απόφαση περί παραπομπής που το αιτούν δικαστήριο εξέδωσε στην υπόθεση C‑124/08 προκύπτει ότι κατόπιν των δικών που διεξήχθησαν, στον πρώτο βαθμό, ενώπιον του correctionele rechtbank van Antwerpen (Πλημμελειοδικείου Αμβέρσας) και, στον δεύτερο βαθμό, ενώπιον του hof van beroep te Antwerpen (Εφετείου Αμβέρσας) ο G. Snauwaert, ο D. Vlaeminck, ο J. Den Haerynck και η A. De Wintere καταδικάστηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον τους εισαγωγικούς δασμούς και τις εισαγωγικές εισφορές που απέφυγαν καθώς και τόκους υπερημερίας. Η Algemeen Expeditiebedrijf Zeebrugge BVBA και η Coldstar NV κηρύχθηκαν αστικώς υπεύθυνες για την καταβολή των ποσών που οφείλουν αντιστοίχως ο G. Snauwaert και ο J. Den Haerynck.
8 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, προς στήριξη των αιτήσεών τους αναιρέσεως της αποφάσεως του hof van beroep te Antwerpen της 25ης Οκτωβρίου 2006, οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης επικαλούνται μεταξύ άλλων τις διατάξεις του άρθρου 221, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού κώδικα, ισχυριζόμενοι ότι κακώς το τελευταίο δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι η μη βεβαίωση ή η εκπρόθεσμη βεβαίωση του ποσού των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών δεν θίγει τη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να εισπράξουν τους εν λόγω δασμούς και, αφετέρου, ότι, για την προβλεπόμενη από την εν λόγω παράγραφο 3 παράταση της τριετούς προθεσμίας, είναι αδιάφορο αν είναι γνωστό το ποιος διέπραξε την πράξη η οποία υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη και λόγω της οποίας οι πιο πάνω αρχές δεν μπόρεσαν να καθορίσουν το εν λόγω ποσό.
9 Υπό τις συνθήκες αυτές, το hof van cassatie αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 221, παράγραφος 1, του [τελωνειακού κώδικα] να νοηθεί υπό την έννοια ότι η […] γνωστοποίηση μιας τελωνειακής οφειλής στον οφειλέτη μπορεί να γίνει νομότυπα μόνο μετά τη βεβαίωσή της ή, με άλλα λόγια, ότι η […] γνωστοποίηση μιας τελωνειακής οφειλής στον οφειλέτη πρέπει πάντα να έπεται της βεβαιώσεώς της για να είναι η γνωστοποίηση έγκυρη ή σύμφωνη με [την εν λόγω διάταξη];
2) Πρέπει το άρθρο 221, παράγραφος 3, του [τελωνειακού κώδικα] να νοηθεί υπό την έννοια ότι η δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να προβούν πέραν της τριετούς προθεσμίας από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής σε νομότυπη γνωστοποίηση του βεβαιωθέντος ποσού, όταν η οφειλή αυτή γεννήθηκε κατόπιν πράξεως που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη, υφίσταται μόνον έναντι των προσώπων στα οποία δύναται να καταλογιστεί η πράξη αυτή;»
Η υπόθεση C‑125/08
10 Από την απόφαση περί παραπομπής που το αιτούν δικαστήριο εξέδωσε στην υπόθεση C‑125/08 προκύπτει ότι, με απόφαση του hof van beroep te Antwerpen της 2ας Μαΐου 2007, ο G. Deschaumes υποχρεώθηκε να καταβάλει εισαγωγικούς δασμούς και εισαγωγικές εισφορές που απέφυγε καθώς και τόκους υπερημερίας.
11 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως της εν λόγω αποφάσεως, ο G. Deschaumes επικαλείται, ειδικότερα, τις διατάξεις του άρθρου 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, ισχυριζόμενος ότι το hof van beroep te Antwerpen δεν διαπίστωσε ότι η τελωνειακή οφειλή βεβαιώθηκε πριν από τη γνωστοποίησή της και ότι από τη δικογραφία της κύριας δίκης δεν προκύπτει ότι έγινε η βεβαίωση αυτή.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hof van Cassatie αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα πανομοιότυπο με το πρώτο ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση C‑124/08.
13 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Απριλίου 2008, οι υποθέσεις C‑124/08 και C‑125/08 ενώθηκαν για τη διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και για την έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
14 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ισχυρίζεται ότι οι αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτες καθόσον δεν περιέχουν επαρκή αιτιολογία.
15 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για τον εθνικό δικαστή απαιτεί να ορίσει ο τελευταίος το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που θέτει ή, τουλάχιστον, να εξηγήσει τις πραγματικές καταστάσεως στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-67/96, Albany, Συλλογή 1999, σ. I-5751, σκέψη 39· της 11ης Απριλίου 2000, C-51/96 και C-191/97, Deliège, Συλλογή 1999, σ. I-2549, σκέψη 30, και της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, C-506/04, Wilson, Συλλογή 2006, σ. I-8613, σκέψη 38).
16 Τα στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει όχι μόνο να παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να δίνουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο οφείλει να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερόμενους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Albany, προαναφερθείσα, σκέψη 40· της 12ης Απριλίου 2005, C-145/03, Keller, Συλλογή 2005, σ. I-2529, σκέψη 30, και Wilson, προαναφερθείσα, σκέψη 39).
17 Εν προκειμένω, αφενός, οι αποφάσεις περί παραπομπής περιέχουν αρκετές λεπτομέρειες για να μπορέσουν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν παρατηρήσεις. Άλλωστε, από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν η Βελγική και η Ελληνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή προκύπτει ότι μπόρεσαν αποτελεσματικά να λάβουν θέση επί των ερωτημάτων που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.
18 Αφετέρου, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία που περιέχονται στις αποφάσεις περί παραπομπής και στις παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν, οπότε δύναται να δώσει χρήσιμη απάντηση στα εν λόγω ερωτήματα.
19 Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα που τέθηκαν.
Επί του πρώτου ερωτήματος στην υπόθεση C‑124/08 και επί του μοναδικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑125/08
20 Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η από τις τελωνειακές αρχές γνωστοποίηση, με τον κατάλληλο τρόπο, στον οφειλέτη του ποσού των καταβλητέων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών μπορεί να γίνει νομότυπα μόνον αν το ποσό των δασμών αυτών προηγουμένως βεβαιώθηκε από τις εν λόγω αρχές.
21 Εν προκειμένω, αρκεί η υπόμνηση ότι από τη διατύπωση του άρθρου 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι η βεβαίωση, η οποία κατά το άρθρο 217, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα συνίσταται στην εγγραφή, από τις τελωνειακές αρχές, του ποσού των δασμών στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση τέτοιων βιβλίων, πρέπει αναγκαστικά να προηγείται της γνωστοποιήσεως στον οφειλέτη του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C‑201/04, Molenbergnatie, Συλλογή 2006, σ. I‑2049, σκέψη 46).
22 Συγκεκριμένα, η χρονική αυτή σειρά των πράξεων βεβαιώσεως και γνωστοποιήσεως του ποσού των δασμών, η οποία προβλέπεται από τον ίδιο τον τίτλο του τμήματος 1 του κεφαλαίου 3 του τίτλου VII του τελωνειακού κώδικα «Βεβαίωση και γνωστοποίηση στον οφειλέτη του ποσού των δασμών», πρέπει να τηρείται καθόσον άλλως δημιουργείται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των οφειλετών και επιπλέον πλήττεται η αρμονική λειτουργία της τελωνειακής ενώσεως (προαναφερθείσα απόφαση Molenbergnatie, σκέψη 47).
23 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C‑124/08 και στο μοναδικό ερώτημα στην υπόθεση C‑125/08 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η από τις τελωνειακές αρχές γνωστοποίηση, με τον κατάλληλο τρόπο, στον οφειλέτη του ποσού των καταβλητέων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών μπορεί να γίνει νομότυπα μόνον αν το ποσό των δασμών αυτών προηγουμένως βεβαιώθηκε από τις εν λόγω αρχές.
Επί του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C‑124/08
24 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, μετά τη λήξη της τριετούς προθεσμίας από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής, οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους μπορούν νομότυπα να γνωστοποιήσουν το ποσό των προς είσπραξη δασμών μόνο στο πρόσωπο που διέπραξε την πράξη η οποία υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη και λόγω της οποίας οι πιο πάνω αρχές δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των εν λόγω δασμών.
25 Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η έκφραση «πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη» η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, αφορά τις πράξεις που, κατά την έννομη τάξη του κράτους μέλους του οποίου οι αρμόδιες αρχές ζητούν την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών, μπορούν να χαρακτηριστούν ως αδικήματα υπό την έννοια του εθνικού ποινικού δικαίου [βλ. κατ’ αναλογία, όσον αφορά το άρθρο 3 του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1991, C‑273/90, Meico-Fell, Συλλογή 1991, σ. I‑5569, σκέψη 9].
26 Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει και ότι ο χαρακτηρισμός, από τις τελωνειακές αρχές, μιας πράξεως ως «πράξεως που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη» δεν συνιστά διαπίστωση ότι όντως διαπράχθηκε αξιόποινη πράξη. Ο εν λόγω χαρακτηρισμός γίνεται αποκλειστικά στο πλαίσιο και για τους σκοπούς μιας διοικητικής διαδικασίας, μοναδικός σκοπός της οποίας είναι να δοθεί στις εν λόγω αρχές η δυνατότητα να διορθώσουν μια εσφαλμένη ή ανεπαρκή είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (βλ. κατ’ αναλογία, όσον αφορά το άρθρο 3 του κανονισμού 1697/79, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑62/06, ZF Zefeser, Συλλογή 2007, σ. I‑11995, σκέψη 28).
27 Για να δοθεί απάντηση στο υπό εξέταση ερώτημα, πρέπει, αφενός, να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, η γνωστοποίηση του ποσού των καταβλητέων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πρέπει να γίνει προς τον οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής.
28 Αφετέρου, διαπιστώνεται ότι η πρώτη περίοδος της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου θέτει έναν κανόνα παραγραφής, κατά τον οποίο η γνωστοποίηση αυτή δεν μπορεί να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής.
29 Ως εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν, η δεύτερη περίοδος της εν λόγω παραγράφου ορίζει ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν, εφόσον το προβλέπουν οι ισχύουσες διατάξεις, να προβούν στην εν λόγω γνωστοποίηση μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής όταν η αδυναμία των αρχών αυτών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών οφείλεται σε πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη.
30 Κατά συνέπεια, τόσο από το κείμενο όσο και από το σύστημα του άρθρου 221 του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι το ποσό των δασμών δύναται να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη μετά τη λήξη της τριετούς προθεσμίας όταν λόγω μιας πράξεως που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη οι τελωνειακές αρχές δεν μπόρεσαν αρχικά να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως όταν ο εν λόγω όταν οφειλέτης δεν είναι ο δράστης της πράξεως αυτής.
31 Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη χρησιμοποίηση των όρων «η εν λόγω γνωστοποίηση» στη δεύτερη περίοδο του άρθρου 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, οι οποίοι παραπέμπουν στις λέξεις «[η] γνωστοποίηση στον οφειλέτη» που περιέχονται στην πρώτη περίοδο της διατάξεως αυτής. Έτσι, η εν λόγω διάταξη δεν περιορίζεται στη γνωστοποίηση των καταβλητέων δασμών μόνο στον οφειλέτη που είναι ο δράστης της πράξεως η οποία υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη.
32 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση C‑124/08 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν νομότυπα να γνωστοποιήσουν στον οφειλέτη το ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών μετά τη λήξη της τριετούς προθεσμίας από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής όταν η αδυναμία των εν λόγω αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των πιο πάνω δασμών οφείλεται σε πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως όταν ο εν λόγω οφειλέτης δεν είναι ο δράστης της πράξεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 221, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η από τις τελωνειακές αρχές γνωστοποίηση, με τον κατάλληλο τρόπο, στον οφειλέτη του ποσού των καταβλητέων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών μπορεί να γίνει νομότυπα μόνον αν το ποσό των δασμών αυτών προηγουμένως βεβαιώθηκε από τις εν λόγω αρχές.
2) Το άρθρο 221, παράγραφος 3, του κανονισμού 2913/92 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν νομότυπα να γνωστοποιήσουν στον οφειλέτη το ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών μετά τη λήξη της τριετούς προθεσμίας από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής όταν η αδυναμία των εν λόγω αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των πιο πάνω δασμών οφείλεται σε πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως όταν ο εν λόγω οφειλέτης δεν είναι ο δράστης της πράξεως αυτής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy