Υπόθεση C-126/08
Distillerie Smeets Hasselt NV
κατά
Belgische Staat κ.λπ.
(αίτηση του Hof van Cassatie για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών – Βεβαίωση του ποσού των δασμών – Εγγραφή στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση τέτοιων βιβλίων – Ισχύουσα ως βεβαίωση εγγραφή σε έκθεση – Παράδοση αντιγράφου της εκθέσεως ισχύουσα ως γνωστοποίηση του ποσού των νομίμως οφειλομένων δασμών»
Περίληψη της αποφάσεως
Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 217)
Το άρθρο 217 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν ότι η βεβαίωση του ποσού των δασμών που απορρέει από τελωνειακή οφειλή γίνεται με την εγγραφή του εν λόγω ποσού στην έκθεση που συντάσσεται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές με την οποία διαπιστώνεται μια παράβαση της εφαρμοστέας τελωνειακής νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, των κρατών μελών έργο είναι να καθορίσουν τους πρακτικούς τρόπους της εν λόγω βεβαιώσεως, οι οποίοι μπορούν να διαφέρουν αναλόγως του αν οι τελωνειακές αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε η τελωνειακή οφειλή, εξασφαλίζονται ή όχι ως προς το ότι θα καταβληθούν οι δασμοί που απορρέουν από την εν λόγω οφειλή. Τέτοια διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών υπάρχει ιδίως όταν η διαδικασία εισπράξεως του ποσού των δασμών αφορά μια τελωνειακή οφειλή που γεννήθηκε κατόπιν της διαπιστώσεως, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, απάτης που απαγορεύεται από την εφαρμοστέα τελωνειακή νομοθεσία και όταν η έκβαση της διαδικασίας αυτής είναι ως εκ της φύσεώς της αβέβαιη, οπότε οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να εξασφαλιστούν ως προς το ότι θα καταβληθεί το πιο πάνω ποσό.
(βλ. σκέψεις 23-26 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 16ης Ιουλίου 2009 (*)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών – Βεβαίωση του ποσού των δασμών – Εγγραφή στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση τέτοιων βιβλίων – Ισχύουσα ως βεβαίωση εγγραφή σε έκθεση – Παράδοση αντιγράφου της εκθέσεως ισχύουσα ως γνωστοποίηση του ποσού των νομίμως οφειλομένων δασμών»
Στην υπόθεση C‑126/08,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, υποβληθείσα από το Hof van Cassatie (Βέλγιο) με απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Μαρτίου 2008, στο πλαίσιο της δίκης
Distillerie Smeets Hasselt NV
κατά
Belgische Staat,
Louis De Vos,
Bollen, Mathay & Co. BVBA, εκκαθαριστή της Transterminal Logistics NV,
Daniel Van den Langenbergh,
Firma De Vos NV
και
Belgische Staat
κατά
Bollen, Mathay & Co. BVBA, εκκαθαριστή της Transterminal Logistics NV,
και
Louis De Vos
κατά
Belgische Staat,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, J. Makarczyk (εισηγητή), P. Kūris και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Distillerie Smeets Hasselt NV, εκπροσωπούμενη από τον J. Verbist, advocaat,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J.‑C. Halleux,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους S. Schønberg και M. van Beek,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 217, παράγραφος 1, και 221, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς όπου, πρώτον, η Distillerie Smeets Hasselt NV αντιδικεί με το Belgische Staat (Βελγικό Δημόσιο), τον L. De Vos, την Bollen, Mathay & Co. BVBA, εκκαθαριστή της Transterminal Logistics NV, τον D. Van den Langenbergh και τη Firma De Vos NV, δεύτερον, το Belgische Staat αντιδικεί με την Bollen, Mathay & Co. BVBA, εκκαθαριστή της Transterminal Logistics NV, και, τρίτον, ο L. De Vos αντιδικεί με το Belgische Staat σχετικά με την εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών τελωνειακών δασμών.
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Το άρθρο 217 τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή, που στο εξής καλείται “ποσό των δασμών”, υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και εγγράφεται από τις εν λόγω αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων (βεβαίωση).
[…]
2. Οι πρακτικοί τρόποι βεβαίωσης των δασμών καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Οι τρόποι αυτοί μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με το αν οι τελωνειακές αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους υπό τους οποίους γεννάται η τελωνειακή οφειλή, εξασφαλίζονται ή όχι ως προς την καταβολή των εν λόγω ποσών.»
4 Κατά το άρθρο 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:
«Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.»
Το εθνικό δίκαιο
5 Ο καθορισμός και η γνωστοποίηση των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλονται σε περίπτωση τελωνειακού αδικήματος διέπονται από τα άρθρα 267 έως 272 του loi générale sur les douanes et accises (γενικού νόμου περί τελωνείων και φόρων καταναλώσεως) ο οποίος συντονίστηκε με το βασιλικό διάταγμα της 18ης Ιουλίου 1977 (Belgisch Staatsblad της 21ης Σεπτεμβρίου 1977, σ. 11425), το οποίο κυρώθηκε με τον νόμο της 6ης Ιουλίου 1978 περί τελωνείων και φόρων καταναλώσεως (Belgisch Staatsblad της 12ης Αυγούστου 1978, σ. 9013, στο εξής: LGDA).
6 Κατά το άρθρο 267 του LGDA:
«Όταν αδικήματα, απάτες ή παραβάσεις του νόμου διαπιστώνονται με έκθεση, τα έγγραφα αυτά συντάσσονται επί τόπου ή το συντομότερο δυνατόν από τουλάχιστον δύο αρμόδια προς τούτο πρόσωπα, εκ των οποίων το ένα πρέπει να έχει οριστεί ή επιφορτιστεί από τη διοίκηση τελωνείων και φόρων καταναλώσεως.»
7 Το άρθρο 268 του LGDA ορίζει:
«Η έκθεση πρέπει να περιέχει συνοπτική και ακριβή περιγραφή όσων διαπιστώθηκαν καθώς και του λόγου συντάξεως της εκθέσεως, με αναφορά των προσώπων, των ιδιοτήτων, της ημέρας και του τόπου, και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 176 για τις ιδιαίτερες περιπτώσεις που αναφέρει το άρθρο αυτό.»
8 Το άρθρο 270 του LGDA ορίζει:
«Εντός πέντε ημερών από τη σύνταξη της εκθέσεως κατά το άρθρο 267, το πρωτότυπο παραδίδεται για θεώρηση σε πρόσωπο ιεραρχικώς ανώτερο των συντακτών της εκθέσεως, και αντίγραφό της κοινοποιείται στους παραβάτες. Αν οι παραβάτες αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο αυτό ή είναι άγνωστοι, η κοινοποίηση γίνεται προς τον δήμαρχο του δήμου όπου διαπιστώθηκε η παράβαση, ή προς εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από αυτόν.»
9 Το άρθρο 271 του LGDA ορίζει:
«Ο κατηγορούμενος, αν είναι παρών κατά την κατάσχεση, καλείται να παραστεί και κατά τη σύνταξη της εκθέσεως και να την υπογράψει αν το επιθυμεί, καθώς και να λάβει αμέσως αντίγραφο· σε περίπτωση απουσίας, αντίγραφο της εκθέσεως αποστέλλεται στον κατηγορούμενο με συστημένη επιστολή.»
10 Κατά το άρθρο 272 του LGDA:
«Οι σχετικές με τις πράξεις τους και με την άσκηση των καθηκόντων τους εκθέσεις των υπαλλήλων της διευθύνσεως τελωνείων και φόρων καταναλώσεως αποτελούν πλήρη απόδειξη μέχρις ότου αποδειχθεί πλαστότητά τους· οι ανακρίβειες που έχουν παρεισφρήσει σε μια έκθεση και που δεν έχουν καμία σχέση με τα πραγματικά περιστατικά αλλά μόνον με την εφαρμογή του νόμου ουδόλως θίγουν την αποδεικτική ισχύ του εγγράφου, αλλά πρέπει να διορθωθούν στο έγγραφο με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος· όταν η έκθεση έχει συνταχθεί μόνον από έναν υπάλληλο, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
11 Η διαφορά της κύριας δίκης, όπως περιγράφεται από το αιτούν δικαστήριο, αφορά μια απατηλή εκκαθάριση παρτίδων αιθυλικής αλκοόλης που τελούσαν υπό το καθεστώς της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του τελωνειακού κώδικα. Οι παρτίδες αυτές αντικαταστάθηκαν με άλλες παρτίδες εμπορευμάτων, εν προκειμένω ύδατος, και επομένως υπεξαιρέθηκαν από το εν λόγω τελωνειακό καθεστώς.
12 Με απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2006, το Hof van Beroep te Antwerpen (Εφετείο Αμβέρσας) υποχρέωσε μεταξύ άλλων τη Distillerie Smeets Hasselt NV και τον L. De Vos να καταβάλουν εις ολόκληρον τους εισαγωγικούς δασμούς που οφείλονται κατόπιν της απάτης αυτής.
13 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο εκδικάζει αίτηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, η Distillerie Smeets Hasselt NV ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 217, παράγραφος 1, και 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορούσε να κρίνει ότι η έκθεση που συντάχθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία αποτελεί «λογιστικό βιβλίο» ή «άλλο υπόθεμα [που] επέχει θέση [τέτοιων] βιβλίων» υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 217, παράγραφος 1.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hof van Cassatie (Ανώτατο Ακυρωτικό) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει τα άρθρα 217, παράγραφος 1, και 221, παράγραφος 1, του [τελωνειακού κώδικα] να νοηθούν υπό την έννοια ότι η […] βεβαίωση μιας τελωνειακής οφειλής δύναται να γίνει νομότυπα και με αναγραφή του ποσού [των εντεύθεν δασμών] σε έκθεση κατά τον LGDA συνταχθείσα από αρμόδιους για τη σύνταξη εκθέσεων υπαλλήλους και όχι από πρόσωπα αρμόδια για την εγγραφή τέτοιων ποσών σε λογιστικά βιβλία και ότι μια τέτοια έκθεση δύναται κατά το άρθρο 217, παράγραφος 1, του [εν λόγω κώδικα] να θεωρηθεί ως λογιστικό βιβλίο ή ως οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα που επέχει θέση τέτοιων βιβλίων;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
15 Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως θεωρώντας ότι η αίτηση αυτή είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
16 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για τον εθνικό δικαστή απαιτεί να ορίσει ο τελευταίος το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που θέτει ή, τουλάχιστον, να εξηγήσει τις περιπτώσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑67/96, Albany, Συλλογή 1999, σ. I‑5751, σκέψη 39· της 11ης Απριλίου 2000, C‑51/96 και C‑191/97, Deliège, Συλλογή 1999, σ. I‑2549, σκέψη 30, και της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑506/04, Wilson, Συλλογή 2006, σ. I‑8613, σκέψη 38).
17 Τα στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει όχι μόνο να παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να δίνουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο οφείλει να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερόμενους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Albany, προαναφερθείσα, σκέψη 40· της 12ης Απριλίου 2005, C‑145/03, Keller, Συλλογή 2005, σ. I‑2529, σκέψη 30, και Wilson, προαναφερθείσα, σκέψη 39).
18 Εν προκειμένω, αφενός, η απόφαση περί παραπομπής περιέχει αρκετές λεπτομέρειες για να μπορέσουν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν παρατηρήσεις. Άλλωστε, από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή προκύπτει ότι μπόρεσαν αποτελεσματικά να λάβουν θέση επί του ερωτήματος που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.
19 Αφετέρου, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία που περιέχονται στην απόφαση περί παραπομπής και στις παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν, οπότε δύναται να δώσει χρήσιμη απάντηση στο εν λόγω ερώτημα.
20 Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα που τέθηκε.
Απάντηση του Δικαστηρίου
21 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η εγγραφή του ποσού των δασμών, που απορρέει από τελωνειακή οφειλή, σε έκθεση όπως εκείνη με την οποία οι τελωνειακές αρχές διαπιστώνουν τις παραβάσεις του LGDA μπορεί να αποτελέσει βεβαίωση του εν λόγω ποσού κατά τα άρθρα 217 και 221 του τελωνειακού κώδικα.
22 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτού, πρέπει να σημειωθεί ότι από το άρθρο 217, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι η «βεβαίωση» συνίσταται στην εγγραφή, από τις τελωνειακές αρχές, του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, που απορρέει από μια τελωνειακή οφειλή, στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση τέτοιων βιβλίων.
23 Σύμφωνα με το άρθρο 217, παράγραφος 2, του εν λόγω κώδικα, των κρατών μελών έργο είναι να καθορίσουν τους πρακτικούς τρόπους της εν λόγω βεβαιώσεως, οι οποίοι μπορούν να διαφέρουν αναλόγως του αν οι τελωνειακές αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε η τελωνειακή οφειλή, εξασφαλίζονται ή όχι ως προς το ότι θα καταβληθούν οι δασμοί που απορρέουν από την εν λόγω οφειλή.
24 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, όταν, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, η διαδικασία εισπράξεως του ποσού των δασμών αφορά μια τελωνειακή οφειλή που γεννήθηκε κατόπιν της διαπιστώσεως, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, απάτης που απαγορεύεται από την εφαρμοστέα τελωνειακή νομοθεσία, η έκβαση της διαδικασίας αυτής είναι ως εκ της φύσεώς της αβέβαιη, οπότε οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να εξασφαλιστούν ως προς το ότι θα καταβληθεί το πιο πάνω ποσό.
25 Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχεται από το άρθρο 217, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν ότι η βεβαίωση του ποσού των δασμών που απορρέει από τελωνειακή οφειλή γίνεται με την εγγραφή του εν λόγω ποσού στην έκθεση που οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές συντάσσουν για τη διαπίστωση παραβάσεως της εφαρμοστέας τελωνειακής νομοθεσίας, όπως οι αρχές τις οποίες αφορά το άρθρο 267 του LGDA.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο ερώτημα που τέθηκε πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 217 του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν ότι η βεβαίωση του ποσού των δασμών που απορρέει από τελωνειακή οφειλή γίνεται με την εγγραφή του εν λόγω ποσού στην έκθεση που συντάσσεται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές με την οποία διαπιστώνεται μια παράβαση της εφαρμοστέας τελωνειακής νομοθεσίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 217 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν ότι η βεβαίωση του ποσού των δασμών που απορρέει από τελωνειακή οφειλή γίνεται με την εγγραφή του εν λόγω ποσού στην έκθεση που συντάσσεται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές με την οποία διαπιστώνεται μια παράβαση της εφαρμοστέας τελωνειακής νομοθεσίας.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy