Υπόθεση C‑140/08
Rakvere Lihakombinaat AS
κατά
Põllumajandusministeerium
και
Maksu- ja Tolliameti Ida maksu- ja tollikeskus
(αίτηση του Tallinna Halduskohus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινό Δασμολόγιο – Συνδυασμένη Ονοματολογία – Δασμολογική κατάταξη – Κατεψυγμένα τεμάχια ή παραπροϊόντα σφαγίων πετεινών και ορνίθων – Προσχώρηση της Εσθονίας – Μεταβατικά μέτρα – Γεωργικά προϊόντα – Πλεονάζοντα αποθέματα – Κανονισμός (ΕΚ) 1972/2003»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Πράξη προσχώρησης του 2003 –Κοινοτική ρύθμιση που δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στη γλώσσα ενός νέου κράτους μέλους, η οποία είναι επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δεν αντιτάσσεται στους ιδιώτες – Όρια
(Πράξη προσχώρησης του 2003, άρθρο 58)
2. Κοινό Δασμολόγιο – Δασμολογικές κλάσεις – Τεμάχια κατεψυγμένου κρέατος πουλερικών από τα οποία έχουν αφαιρεθεί τα κόκαλα
(Κανονισμός 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, παράρτημα I, σημείο 1.14· Κανονισμός 2658/87 του Συμβουλίου, παράρτημα I· Κανονισμός 1789/2003 της Επιτροπής)
3. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Εσθονία – Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Μεταβατικά μέτρα για το εμπόριο γεωργικών προϊόντων
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1972/2003, άρθρο 4 § 2, και 230/2004)
4. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Εσθονία – Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Μεταβατικά μέτρα για το εμπόριο γεωργικών προϊόντων
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1972/2003, άρθρο 4 § 2, και 230/2004)
1. Το άρθρο 58 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποκλείει τη δυνατότητα επιβολής στους ιδιώτες εντός νέου κράτους μέλους υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη γλώσσα αυτού του κράτους, η οποία είναι επίσημη γλώσσα της Ένωσης, έστω και αν οι συγκεκριμένοι ιδιώτες είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν με άλλο τρόπο το περιεχόμενο αυτής της κανονιστικής ρυθμίσεως.
Ωστόσο, το γεγονός ότι ένας κοινοτικός κανονισμός δεν μπορεί να αντιταχθεί στους ιδιώτες, εντός κράτους μέλους στη γλώσσα του οποίου δεν δημοσιεύθηκε, ουδόλως επηρεάζει το ότι, ως μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, οι διατάξεις του κανονισμού αυτού δεσμεύουν το οικείο κράτος μέλος από της προσχωρήσεώς του. Επομένως, η θέσπιση από κράτος μέλος, πριν από την ημερομηνία της προσχώρησης, ρύθμισης που θέτει σε εφαρμογή τις υποχρεώσεις που απορρέουν από κοινοτικό κανονισμό δημιουργεί υποχρεώσεις εις βάρος των ιδιωτών, παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί να τους αντιταχθεί προτού να έχουν οι ιδιώτες αυτοί τη δυνατότητα να λάβουν γνώση αυτών μέσω κανονικής δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη γλώσσα του κράτους μέλους αυτού. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι διατάξεις του κανονισμού που περιελήφθησαν στην εθνική ρύθμιση μπορούν να αντιταχθούν στους ιδιώτες. Αντιθέτως, στον βαθμό που ορισμένες διατάξεις του κανονισμού αυτού δεν τέθηκαν σε εφαρμογή από την εθνική ρύθμιση, το κράτος μέλος δεν μπορεί να τις επικαλεσθεί έναντι των ιδιωτών, πριν την επίσημη δημοσίευσή τους στη γλώσσα του κράτους μέλους αυτού. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν, και σε ποιον βαθμό, η εθνική νομοθεσία συμπεριέλαβε τις επίμαχες κοινοτικές διατάξεις.
(βλ. σκέψεις 31-35)
2. Ο κανονισμός 2658/87, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1789/2003, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προϊόντα που αποτελούνται από κατεψυγμένο μηχανικώς διαχωρισμένο κρέας, που λαμβάνεται με μηχανική αφαίρεση των οστών από πετεινούς και όρνιθες, και προορίζονται για ανθρώπινη τροφή, πρέπει να καταταγούν στη διάκριση 0207 14 10 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Τα προϊόντα αυτά δεν μπορούν να καταταχθούν στη διάκριση 0207 14 99, εφόσον τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και οι αντικειμενικές ιδιότητές τους δεν είναι αυτές των παραπροϊόντων που αφορά η εν λόγω διάκριση, αλλά έχουν τη μορφή, πριν από την κατάψυξη, πολτού που αποτελείται από υπολείμματα κρέατος και μαλακών ιστών και επιτυγχάνεται με τη μηχανική επεξεργασία των οστών που καλύπτονται με σάρκα, σύμφωνα με τον ορισμό των τεμαχίων κατεψυγμένου κρέατος πουλερικών από τα οποία έχουν μηχανικώς διαχωριστεί τα κόκαλα που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.14 του παραρτήματος I του κανονισμού 853/2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης.
(βλ. σκέψεις 49-50, 53, διατακτ. 1)
3. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 230/2004, δεν αντιτίθενται σε εθνική διάταξη κατά την οποία το πλεονάζον απόθεμα ενός επιχειρηματία καθορίζεται με αφαίρεση από το απόθεμα που αυτός πράγματι κατείχε την 1η Μαΐου 2004 του αποθέματος μεταφοράς, το οποίο ορίζεται ως ο μέσος όρος των αποθεμάτων των τεσσάρων προηγουμένων χρήσεων τα οποία έχει στην κατοχή του την 1η Μαΐου, πολλαπλασιαζόμενος επί ένα συντελεστή 1,2, που αντιστοιχεί στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής που παρατηρήθηκε εντός του οικείου κράτους μέλους κατά την ανωτέρω τετραετή περίοδο. Ο συντελεστής αυτός καθιστά δυνατή την επικαιροποίηση του μέσου όρου των αποθεμάτων που διαπιστώθηκαν την 1η Μαΐου των ετών 2000 έως 2003 με βάση το ποσοστό αυτό και τον καθορισμό ενός αποθέματος μεταφοράς –και, στη συνέχεια, ενός πλεονάζοντος αποθέματος– που να αντανακλά αναλογικά την εξέλιξη της ανάπτυξης που παρατηρήθηκε στο σύνολο του γεωργικού τομέα του οικείου κράτους μέλους μεταξύ της 1ης Μαΐου 2000 και της 1ης Μαΐου 2004. Συντελεί έτσι στον καθορισμό μιας βάσης σύγκρισης μεταξύ του αποθέματος την 1η Μαΐου 2004 και του μέσου όρου των αποθεμάτων την 1η Μαΐου των τεσσάρων προηγουμένων ετών.
Η εφαρμογή του συντελεστή αυτού, που επιλέχθηκε βάσει του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα νέα κράτη μέλη για να ορίζουν την κρίσιμη περίοδο ή τη μέθοδο υπολογισμού του μέσου όρου των διαθέσιμων αποθεμάτων, δεν θίγει ούτε τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 1972/2003 ούτε τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης.
(βλ. σκέψεις 59-62, 64, διατακτ. 2)
4. Ο κανονισμός 1972/2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 230/2004, δεν απαγορεύει την επιβολή επιβαρύνσεως επί του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία, ακόμη και αν αυτός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν πραγματοποίησε κέρδος από τη διάθεση στο εμπόριο του αποθέματος αυτού μετά την 1η Μαΐου 2004. Η επιβάρυνση αυτή, με σκοπό την προστασία των κοινών οργανώσεων των γεωργικών αγορών και την πρόληψη της δημιουργίας αποθεμάτων χάριν κερδοσκοπίας στα νέα κράτη μέλη μέσω της τεχνητής μετακίνησης ορισμένων γεωργικών προϊόντων προς το έδαφός τους ενόψει της διεύρυνσης έχει πράγματι εφαρμογή σε όλα τα πλεονάζοντα αποθέματα, κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού, ανεξάρτητα από το αν οι κάτοχοί τους άντλησαν πράγματι κέρδος από την εμπορία τους.
(βλ. σκέψεις 71-74, διατακτ. 3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 29ης Οκτωβρίου 2009 (*)
«Κοινό δασμολόγιο – Συνδυασμένη Ονοματολογία – Δασμολογική κατάταξη – Κατεψυγμένα τεμάχια ή παραπροϊόντα σφαγίων πετεινών και ορνίθων – Προσχώρηση της Εσθονίας – Μεταβατικά μέτρα – Γεωργικά προϊόντα – Πλεονάζοντα αποθέματα – Κανονισμός (ΕΚ) 1972/2003»
Στην υπόθεση C‑140/08,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tallinna Halduskohus (Εσθονία) με απόφαση της 19ης Μαρτίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Απριλίου 2008, στο πλαίσιο της δίκης
Rakvere Lihakombinaat AS
κατά
Põllumajandusministeerium,
Maksu- ja Tolliameti Ida maksu- ja tollikeskus,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τον J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του τρίτου τμήματος, την P. Lindh (εισηγήτρια), τους A. Rosas, U. Lõhmus και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 3ης Σεπτεμβρίου 2009,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Rakvere Lihakombinaat AS, εκπροσωπούμενη από τον K. Kask, advokaat,
– η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Uibo,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Sipos, την Ε. Τσερέπα-Lacombe και τον K. Saaremäel-Stoilov,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 1789/2003 της Επιτροπής, της 11ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 281, σ. 1), καθώς και την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας (ΕΕ L 293, σ. 3), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 230/2004 της Επιτροπής, της 10ης Φεβρουαρίου 2004 (ΕΕ L 39, σ. 13, στο εξής: κανονισμός 1972/2003).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Rakvere Lihakombinaat AS (στο εξής: RLK), αφενός, και του Põllumajandusministeerium (Υπουργού Γεωργίας) και της Maksu- ja Tolliameti Ida maksu- ja tollikeskus (φορολογικής και τελωνειακής υπηρεσίας του ανατολικού τομέα, στο εξής: MTA), αφετέρου, σχετικά με τη φορολόγηση των πλεοναζόντων αποθεμάτων κατεψυγμένου κρέατος πουλερικών.
Το νομικό πλαίσιο
Κοινοτική νομοθεσία
Η Συνδυασμένη Ονοματολογία
3 Η Συνδυασμένη Ονοματολογία (στο εξής: ΣΟ), η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2658/87, στηρίζεται στο εναρμονισμένο παγκόσμιο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων (στο εξής: ΕΣ) που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας, νυν Παγκόσμιο Οργανισμό Τελωνείων, και θεσπίστηκε με τη Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών της 14ης Ιουνίου 1983, η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 87/369/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987 (EE L 198, σ. 1). Η ΣΟ επαναλαμβάνει τις κλάσεις και τις εξαψήφιες διακρίσεις του ΕΣ, ενώ σχηματίζει τις δικές της υποδιαιρέσεις μόνο με το έβδομο και το όγδοο ψηφίο.
4 Στο ΕΣ, όπως είχε το 2002, η κλάση 0207, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 και τιτλοφορείται «Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων βρώσιμα, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, πουλερικών της κλάσης 0105», περιέχει, για την κατάταξη των πετεινών και των ορνίθων, τη διάκριση 0207 14, η οποία τιτλοφορείται «Τεμάχια και παραπροϊόντα σφαγίων, κατεψυγμένα».
5 Κατά τις γενικές σκέψεις των επεξηγηματικών σημειώσεων του κεφαλαίου 2 του ΕΣ, που αφορά βρώσιμα κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων:
«Το παρόν κεφάλαιο περιλαμβάνει τα προοριζόμενα για τη διατροφή του ανθρώπου κρέατα υπό μορφή ολόκληρων σφαγίων (δηλαδή το σώμα του ζώου με ή χωρίς κεφάλι), μισών σφαγίων […], τετάρτων σφαγίων, τεμάχια, κ.λπ., τα παραπροϊόντα σφαγίων και τα άλευρα και τις σκόνες κρέατος ή σφαγίων οποιουδήποτε ζώου […].
[…]
Γενικώς, τα παραπροϊόντα σφαγίων διαιρούνται σε τέσσερις κατηγορίες:
1) Αυτά που χρησιμοποιούνται κυρίως για τη διατροφή του ανθρώπου, όπως το κεφάλι και κομμάτια του κεφαλιού (συμπεριλαμβανομένων των αυτιών), τα πόδια, η ουρά, η καρδιά, η γλώσσα, οι στύλοι διαφράγματος, το διάφραγμα, η σκέπη, ο λαιμός, ο θύμος αδένας (γλυκάδια).
2) Αυτά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την παρασκευή φαρμακευτικών προϊόντων, όπως η χοληδόχος κύστη, τα επινεφρίδια, ο πλακούντας.
3) Αυτά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διατροφή του ανθρώπου ή για την παρασκευή φαρμακευτικών προϊόντων, όπως το συκώτι, τα νεφρά, οι πνεύμονες, ο εγκέφαλος, το πάγκρεας, η σπλήνα, ο νωτιαίος μυελός, οι ωοθήκες, η μήτρα, οι όρχεις, οι μαστοί, ο θυρεοειδής αδένας, η υπόφυση.
4) Αυτά που, όπως το δέρμα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διατροφή του ανθρώπου και για άλλες χρήσεις (π.χ. για τη βιομηχανία δερματίνων ειδών).
[…]
Δεν περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο αυτό τα κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων που βρίσκονται στις ακόλουθες μορφές ή έχουν υποβληθεί σε θερμική επεξεργασία με ελαφρώς ζεστό νερό ή ατμό (όπως το ζεμάτισμα ή η λεύκανση) χωρίς όμως να επέλθει πραγματικό ψήσιμο των προϊόντων:
1) Νωπά […]
2) Διατηρημένα σε απλή ψύξη […]
3) Κατεψυγμένα […]
4) Αλατισμένα ή σε άρμη, αποξηραμένα ή καπνιστά.
[…]
Τα κρέατα και τα παραπροϊόντα σφαγίων που βρίσκονται στις μορφές που περιγράφονται στα ανωτέρω εδάφια 1 έως 4 εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στο παρόν κεφάλαιο ακόμη και αν είναι […] κομμένα σε τεμάχια ή σε φέτες ή υπό μορφή κιμά.»
6 Η ΣΟ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των επίμαχων στην κύρια δίκη πραγματικών περιστατικών, απορρέει από τον κανονισμό 1789/2003, που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2004. Το δεύτερο μέρος της περιλαμβάνει τον πίνακα δασμών. Το τμήμα I του μέρους αυτού, με τίτλο «Ζώα ζωντανά και προϊόντα του ζωικού βασιλείου», περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο 2, με τίτλο «κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, βρώσιμα», στο οποίο περιλαμβάνεται η κλάση 0207 που έχει ως εξής:
«0207 Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων βρώσιμα, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, πουλερικών της κλάσης 0105:
– πετεινοί και κότες:
[…]
0207 14 -- Τεμάχια και παραπροϊόντα σφαγίων, κατεψυγμένα:
--- Τεμάχια:
0207 14 10 ---- χωρίς κόκαλα
[…]
--- παραπροϊόντα σφαγίων:
0207 14 91 ---- Συκώτια
0207 14 99 ---- Άλλα».
7 Με τις επεξηγηματικές σημειώσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που δημοσιεύθηκαν στις 23 Οκτωβρίου 2002 (ΕΕ C 256, σ. 1), οι γενικές σκέψεις 2, 4 και 5 σχετικά με το δεύτερο μέρος, τμήμα I, κεφάλαιο 2, της ΣΟ ορίζουν:
«2. Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των όρων “κρέατα” και “παραπροϊόντα σφαγίων” κατά την έννοια αυτού του κεφαλαίου, βλέπε τις επεξηγηματικές σημειώσεις του ΕΣ, γενικές παρατηρήσεις του κεφαλαίου 2.
[…]
4. Οι επεξηγηματικές σημειώσεις του ΕΣ, γενικές παρατηρήσεις του κεφαλαίου 2, ισχύουν επίσης και σε ό,τι αφορά τη διάκριση μεταξύ των κρεάτων και παραπροϊόντων σφαγίων του παρόντος κεφαλαίου και των προϊόντων του κεφαλαίου 16. Διευκρινίζεται ωστόσο ότι εξακολουθούν να υπάγονται στο κεφάλαιο 2 τα ωμά κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων τα οποία έχουν αλεστεί αλλά δεν έχουν υποστεί άλλη επεξεργασία και τα οποία συσκευάζονται απλώς μέσα σε φύλλο από πλαστική ύλη (έστω και με τη μορφή λουκάνικου) απλώς και μόνο για να διευκολυνθεί ο χειρισμός και η μεταφορά τους.
5. Για τη διάκριση μεταξύ τεμαχίων χωρίς κόκαλα και τεμαχίων με κόκαλα, οι χόνδροι και οι τένοντες δεν θεωρούνται ως κόκαλα.»
8 Η επεξηγηματική σημείωση των διακρίσεων 0207 14 10 έως 0207 14 99 ορίζει ότι οι επεξηγηματικές σημειώσεις των διακρίσεων 0207 13 10 έως 0207 13 99 εφαρμόζονται αναλογικά. Οι τελευταίες έχουν ως εξής:
«0207 13 10 Χωρίς κόκαλα
Η παρούσα διάκριση περιλαμβάνει το χωρίς κόκαλα κρέας πετεινού, κότας και κοτόπουλου, ανεξαρτήτως του μέρους του σώματος από το οποίο προέρχεται.
[…]
0207 13 99 Άλλα
Η παρούσα διάκριση περιλαμβάνει τα βρώσιμα παραπροϊόντα σφαγίων και κυρίως τις καρδιές, τα λειριά και τα [προγούλια], εξαιρουμένων των συκωτιών.
Στη διάκριση αυτή κατατάσσονται επίσης και τα πόδια από πετεινούς, κότες ή κοτόπουλα.»
9 Οι γενικοί κανόνες για την ερμηνεία της ΣΟ, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο πρώτο μέρος, τίτλος Ι, Α, της [ΣΟ], ορίζουν:
«Η κατάταξη των εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία πραγματοποιείται σύμφωνα με τις παρακάτω αρχές:
1. Το κείμενο των τίτλων των τμημάτων, των κεφαλαίων ή των υποκεφαλαίων θεωρείται ότι έχει μόνον ενδεικτική αξία, δεδομένου ότι η κατάταξη καθορίζεται νόμιμα σύμφωνα με το κείμενο των κλάσεων και των σημειώσεων των τμημάτων ή των κεφαλαίων και σύμφωνα με τους παρακάτω κανόνες, εφόσον αυτοί δεν είναι αντίθετοι προς το κείμενο των εν λόγω κλάσεων και σημειώσεων.
2. […]
β) Κάθε αναφορά σε μία ύλη μέσα σε ορισμένη κλάση καλύπτει την ύλη αυτή, είτε σε αμιγή κατάσταση είτε αναμεμειγμένη ή και συνδυασμένη με άλλες ύλες. […]. Η κατάταξη των αναμεμειγμένων αυτών προϊόντων […] γίνεται σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στον κανόνα 3.
3. Όταν εμπορεύματα πρέπει, εκ πρώτης όψεως, να καταταγούν σε δύο ή περισσότερες κλάσεις, κατ’ εφαρμογή του κανόνα 2β ή σε κάθε άλλη περίπτωση, η κατάταξη γίνεται σύμφωνα με τα παρακάτω.
α) Η περισσότερο εξειδικευμένη κλάση πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι των κλάσεων με γενικότερο περιεχόμενο. Εντούτοις, όταν δύο ή περισσότερες κλάσεις καλύπτουν κάθε μία ένα μόνο τμήμα των υλών που αποτελούν ένα αναμιγμένο προϊόν […], αυτές οι κλάσεις πρέπει να θεωρούνται, σε σχέση με αυτό το προϊόν […], ως εξίσου εξειδικευμένες, έστω και αν μία από αυτές δίνει μια περισσότερο ακριβή ή περισσότερο πλήρη περιγραφή.
β) Τα αναμεμειγμένα προϊόντα, τα τεχνουργήματα και τα είδη που αποτελούνται από διάφορες ύλες ή προκύπτουν από τη συναρμολόγηση διαφόρων αντικειμένων, καθώς και τα εμπορεύματα που παρουσιάζονται σε σύνολα συσκευασμένα για τη λιανική πώληση, στα οποία η κατάταξη δεν μπορεί να γίνει με εφαρμογή του κανόνα 3, στοιχείο α΄, κατατάσσονται σύμφωνα με την ύλη ή το είδος που δίνει σ’ αυτά τον ουσιώδη χαρακτήρα τους, όταν είναι δυνατός αυτός ο καθορισμός.
[…]»
Ο κανονισμός 1972/2003
10 Το άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33) επιτρέπει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να λάβει μέτρα για τη διευκόλυνση της μετάβασης των νέων κρατών προς το καθεστώς που προκύπτει από την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η λήψη των μεταβατικών αυτών μέτρων «είναι δυνατή για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία προσχώρησης και η εφαρμογή τους περιορίζεται μόνον εντός της περιόδου αυτής». Η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1972/2003 στηριζόμενη, μεταξύ άλλων, στην εν λόγω διάταξη.
11 Κατά την πρώτη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός 1972/2003 αποσκοπεί στο «να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκτροπής του εμπορίου που θα μπορούσε να επηρεάσει την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών, ως συνέπεια της προσχώρησης δέκα νέων κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004». Λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου αυτού, η τρίτη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού τονίζει ότι πρέπει «να επιβληθούν αποτρεπτικές επιβαρύνσεις στα πλεονάσματα που υφίστανται στα νέα κράτη μέλη».
12 Προς τούτο, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1972/2003 υποχρεώνει τα νέα κράτη μέλη να επιβάλλουν επιβαρύνσεις σε όσους κατέχουν, κατά την 1η Μαΐου 2004, πλεονάσματα προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία. Η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει ότι η υποχρέωση αυτή εφαρμόζεται, όσον αφορά την Εσθονία, ιδίως στα προϊόντα του κωδικού 0207 14 10 της ΣΟ.
13 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει:
«Προκειμένου να προσδιορισθεί το πλεόνασμα κάθε κατόχου, τα νέα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη ειδικότερα:
α) τον μέσο όρο των διαθέσιμων αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη·
β) τον τρόπο διεξαγωγής των εμπορικών συναλλαγών κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη·
γ) τις συνθήκες δημιουργίας των αποθεμάτων.
Η έννοια του πλεονάσματος αφορά προϊόντα που εισάγονται στα νέα κράτη μέλη ή προέρχονται από τα νέα κράτη μέλη. Η έννοια του πλεονάσματος αφορά επίσης προϊόντα που προορίζονται για την αγορά των νέων κρατών μελών.
[...]»
14 Προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή της επιβάρυνσης στα πλεονάσματα προϊόντων, το άρθρο 4, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι τα νέα κράτη μέλη διενεργούν χωρίς καθυστέρηση απογραφή των διαθέσιμων αποθεμάτων από την 1η Μαΐου 2004 και κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου 2004, την ποσότητα των προϊόντων που υπάρχουν σε πλεόνασμα.
15 Σύμφωνα με το άρθρό του 10, ο κανονισμός 1972/2003 είχε εφαρμογή από την 1 Μαΐου 2004 μέχρι τις 30 Απριλίου 2007.
Ο κανονισμός 853/2004
16 Το σημείο 1.14 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ L 139, σ. 55, και διορθωτικό, ΕΕ 2004, L 226, σ. 22), ορίζει το μηχανικώς διαχωρισμένο κρέας (στο εξής: ΜΔΚ) ως εξής:
«το προϊόν που λαμβάνεται με την αφαίρεση κρέατος από οστά που φέρουν σάρκα μετά την αποστέωση, με τη χρήση μηχανικών μέσων που οδηγούν στην απώλεια ή στη μεταβολή της δομής των μυϊκών ινών».
Εθνικό δίκαιο
17 Στις 7 Απριλίου 2004, το Κοινοβούλιο της Εσθονίας ψήφισε τον νόμο για την επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων (Üleliigse laovaru tasu seadus, RT I 2004, 30, 203).
18 Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, το Riigikohus (Ανώτατο Δικαστήριο) κήρυξε το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου αυτού ανεφάρμοστο, ως αντίθετο προς τον κανονισμό 1972/2003. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η υποχρέωση εφαρμογής ενός συντελεστή 1,2 στο πλαίσιο του υπολογισμού του αποθέματος μεταφοράς που προέβλεπε η διάταξη αυτή δεν παρείχε τη δυνατότητα διασφάλισης αρκούντως διαφοροποιημένης μεταχείρισης κάθε επιχειρηματία.
19 Μετά την απόφαση αυτή, το Κοινοβούλιο της Εσθονίας, με νόμο που εξέδωσε στις 25 Ιανουαρίου 2007 (RT I 2007, 12, 65), επέφερε διάφορες τροποποιήσεις στον αρχικό νόμο. Ο νόμος αυτός, όπως είχε τροποποιηθεί (στο εξής: ÜLTS), τέθηκε σε ισχύ στις 16 Φεβρουαρίου 2007 και διέπει αναδρομικώς τις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν από 1ης Μαΐου 2004.
20 Δυνάμει του άρθρου 7 του ÜLTS, το πλεονάζον απόθεμα ισούται προς τη διαφορά μεταξύ του πράγματι κατεχομένου την 1η Μαΐου 2004 αποθέματος και του αποθέματος μεταφοράς.
21 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ÜLTS ορίζει την έννοια «απόθεμα μεταφοράς» ως τον ετήσιο μέσο όρο των κατεχομένων αποθεμάτων κατά τα τέσσερα έτη πριν την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Εσθονίας στην Ένωση (2000 έως 2003), πολλαπλασιαζόμενο επί το 1,2. Προκειμένου να μετριάσει την αυστηρότητα του κανόνα αυτού για τους επιχειρηματίες που δεν άσκησαν σχετική δραστηριότητα κατά τα τέσσερα αυτά έτη αναφοράς, το εν λόγω άρθρο 6 προβλέπει εξάλλου δύο ειδικούς κανόνες. Αφενός, ένας επιχειρηματίας του οποίου η δραστηριότητα στη σχετική αγορά άρχισε μετά το 2003 πρέπει να αποδείξει ότι το απόθεμά του την 1η Μαΐου 2004 ισούται προς την «ποσότητα [...] που κανονικά μπορεί να παράγει, να πωλεί, να μεταβιβάζει ή να αποκτά κατ’ άλλο τρόπο, είτε εξ επαχθούς αιτίας είτε δωρεάν». Αφετέρου, βάσει της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, για τους επιχειρηματίες οι οποίοι κατά την 1η Μαΐου 2003 έχουν ασκήσει δραστηριότητα επί τουλάχιστον ένα έτος, απόθεμα μεταφοράς αποτελεί το «μέσο κατεχόμενο απόθεμα την 1η Μαΐου κατά τα τελευταία έτη εκμεταλλεύσεως» ή το κατεχόμενο την 1η Μαΐου 2003 απόθεμα, η ποσότητα δε που προκύπτει κατά τον ως άνω τρόπο πολλαπλασιάζεται επί 1,2.
22 Κατά το άρθρο 10 του ÜLTS, το απόθεμα μεταφοράς και το πλεονάζον απόθεμα υπολογίζονται από το Υπουργείο Γεωργίας βάσει δηλώσεως του επιχειρηματία. Κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως αυτού, το εν λόγω υπουργείο μπορεί να λάβει υπόψη ορισμένους παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν αύξηση των αποθεμάτων, ανεξάρτητη από κάθε κερδοσκοπία, όπως είναι η αύξηση του όγκου παραγωγής, μεταποίησης ή πώλησης του επιχειρηματία κατά το προηγούμενο έτος, ο χρόνος ωρίμανσης των γεωργικών προϊόντων, το γεγονός ότι τα αποθέματα δημιουργήθηκαν πριν από το τρίτο τρίμηνο του 2003, η μείωση του όγκου εξαγωγής ή πώλησης για λόγους ανεξάρτητους από τον επιχειρηματία ή άλλα στοιχεία ανεξάρτητα από αυτόν.
23 Οι τελευταίες αυτές διατάξεις συμπληρώθηκαν με το άρθρο 23 του ÜLTS, το οποίο καθορίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες το απόθεμα μεταφοράς μπορεί να αναθεωρηθεί προς τα άνω προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της δραστηριότητας του επιχειρηματία κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Μαΐου 2003 και 1ης Μαΐου 2006.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
24 Η RLK είναι εσθονική επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα των γεωργικών προϊόντων διατροφής. Κατά την προετοιμασία των προϊόντων της, χρησιμοποιεί τεμάχια κατεψυγμένου κρέατος πουλερικών από τα οποία έχουν μηχανικώς διαχωριστεί τα κόκαλα, καλούμενα MDK.
25 Με απόφαση της 30ής Μαρτίου 2007, ο Υπουργός Γεωργίας προσδιόρισε το πλεονάζον απόθεμα κατεψυγμένων τεμαχίων κοτόπουλων που βρισκόταν στην κατοχή της RLK σε 83 462 κιλά. Κατόπιν τούτου, στις 30 Απριλίου 2007, η MTA εξέδωσε πράξη επιβολής επιβάρυνσης στα πλεονάζοντα αποθέματα ύψους 1 337 237 EEK (περίπου 90 000 ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία).
26 Η RLK, στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της πράξης επιβολής επιβάρυνσης, προβάλλει ότι τα επίμαχα προϊόντα δεν υπάγονται στη διάκριση 0207 14 10, αλλά στη διάκριση 0207 14 99, οπότε η εν λόγω επιβάρυνση δεν πρέπει να επιβληθεί. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω προϊόντα δεν είναι κατεψυγμένα τεμάχια πουλερικών, αλλά έχουν τη μορφή πολτού τεμαχίων κρέατος και μαλακών ιστών που επιτυγχάνεται με τη μηχανική επεξεργασία των οστών των κοτόπουλων. Εξάλλου, η RLK υποστηρίζει ότι ορισμένες διατάξεις του ÜLTS σχετικές με τον υπολογισμό του πλεονάζοντος αποθέματος αντιβαίνουν στον κανονισμό 1972/2003.
27 Έχοντας αμφιβολίες για τη δασμολογική κατάταξη των επίμαχων στην κύρια δίκη προϊόντων και ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1972/2003, το Tallinna Halduskohus (διοικητικό πρωτοδικείο του Ταλίν) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Το κατεψυγμένο [ΜΔΚ] που αποκτάται με τη μηχανική αφαίρεση των οστών από πετεινούς και όρνιθες ([…] που ορίζεται για πρώτη φορά στο [σημείο] 1.14 του παραρτήματος I του κανονισμού 853/2004]) πρέπει να κατατάσσεται, από 1ης Μαΐου 2004, στον κωδικό ΣΟ 0207 14 10 ή [στον κωδικό] ΣΟ 0207 14 99 […];
2) Στην περίπτωση που το περιγραφόμενο στο ερώτημα [1] προϊόν πρέπει να καταταχθεί στον κωδικό ΣΟ 0207 14 10 […]:
α) Συμβιβάζεται με το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού [1972/2003] ο καθορισμός [του] πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία κατά τρόπον ώστε να αφαιρείται αυτομάτως […] (ως μεταβατικό απόθεμα) ο μέσος όρος του αποθέματος που διέθετε ο επιχειρηματίας την 1η Μαΐου των τεσσάρων τελευταίων ετών της δραστηριότητάς του πριν από την 1η Μαΐου 2004, μέσος όρος πολλαπλασιαζόμενος με τον συντελεστή 1,2;
β) Σε περίπτωση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό καταφατική απάντηση, θα ήταν η απάντηση διαφορετική αν κατά τον καθορισμό […] του μεταβατικού αποθέματος και του πλεονάζοντος αποθέματος μπορούν να λαμβάνονται επίσης υπόψη η αύξηση του όγκου παραγωγής, μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του επιχειρηματία, ο χρόνος πλήρους ωριμάνσεως του γεωργικού προϊόντος, ο χρόνος σχηματισμού των αποθεμάτων καθώς και άλλες περιστάσεις ανεξάρτητες από τον επιχειρηματία;
3) Συνάδει προς τον σκοπό του κανονισμού [1972/2003] η επιβολή της επιβαρύνσεως επί του πλεονάζοντος αποθέματος ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι ο επιχειρηματίας έχει την 1η Μαΐου 2004 πλεονάζον απόθεμα, αλλά ο επιχειρηματίας αυτός αποδεικνύει ότι δεν έχει αποκομίσει από την εμπορία του πλεονάζοντος αποθέματος μετά την 1η Μαΐου 2004 κανένα πραγματικό όφελος υπό τη μορφή κάποιας διαφοράς τιμής;»
Προκαταρκτικό ζήτημα
28 Η RLK υποστηρίζει ότι οι κανονισμοί 1789/2003 και 1972/2003 δεν μπορούν να της αντιταχθούν, στον βαθμό που, κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Εσθονίας στην Ένωση, δεν είχαν δημοσιευθεί στην εσθονική γλώσσα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επικαλείται συναφώς την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C‑161/06, Skoma-Lux (Συλλογή 2007, σ. I‑10841).
29 Η RLK φρονεί ότι το γεγονός ότι δεν μπορεί να της αντιταχθεί ο κανονισμός 1972/2003 εμποδίζει επίσης την εφαρμογή του ÜLTS, καθόσον ο νόμος αυτός, που δημοσιεύθηκε επίσημα ως αρχικώς είχε στις 27 Απριλίου 2004, περιέχει πολλές αναφορές στον εν λόγω κανονισμό. Υπογραμμίζει ότι η καθυστερημένη δημοσίευση του ÜLTS δεν επέτρεψε στους επιχειρηματίες να πληροφορηθούν εγκαίρως το καθεστώς επιβολής επιβαρύνσεως επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων που άρχισε να ισχύει από την 1η Μαΐου 2004.
30 Μολονότι η απόφαση περί παραπομπής δεν αφορά το ζήτημα αυτό, πρέπει, προκειμένου να διαφωτιστεί το αιτούν δικαστήριο, να υπομνησθεί ότι πράξη κοινοτικού οργάνου, όπως ο κανονισμός 1789/2003 ή ο κανονισμός 1972/2003, μπορεί να αντιταχθεί στα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός κράτους μέλους μόνον εφόσον αυτά είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση του περιεχομένου της κατόπιν προσήκουσας δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα (προπαρατεθείσα απόφαση Skoma-Lux, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31 Το άρθρο 58 της πράξης προσχωρήσεως που αναφέρεται στη σκέψη 10 της παρούσας αποφάσεως προβλέπει ότι «[τ]α κείμενα των πράξεων των οργάνων και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που εκδόθηκαν πριν από την προσχώρηση και έχουν συνταχθεί από το Συμβούλιο, την Επιτροπή ή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην εσθονική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ουγγρική, πολωνική, σλοβακική, σλοβενική και τσεχική, γλώσσα, είναι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις αυθεντικά, από την ημερομηνία προσχώρησης, με τα κείμενα που είχαν συνταχθεί στις ένδεκα παρούσες γλώσσες. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφόσον τα κείμενα στις παρούσες γλώσσες είχαν και αυτά δημοσιευθεί».
32 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η διάταξη αυτή αποκλείει τη δυνατότητα επιβολής στους ιδιώτες εντός νέου κράτους μέλους υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη γλώσσα αυτού του κράτους, η οποία είναι επίσημη γλώσσα της Ένωσης, έστω και αν οι συγκεκριμένοι ιδιώτες είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν με άλλο τρόπο το περιεχόμενο αυτής της κανονιστικής ρυθμίσεως. Ωστόσο, το γεγονός ότι ένας κοινοτικός κανονισμός δεν μπορεί να αντιταχθεί στους ιδιώτες, εντός κράτους μέλους στη γλώσσα του οποίου δεν δημοσιεύθηκε, ουδόλως επηρεάζει το ότι, ως μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, οι διατάξεις του κανονισμού αυτού δεσμεύουν το οικείο κράτος μέλος από της προσχωρήσεώς του (προπαρατεθείσα απόφαση Skoma-Lux, σκέψεις 51 και 59).
33 Η Δημοκρατία της Εσθονίας, θεσπίζοντας, στις 7 Απριλίου 2004, τον ÜLTS, ως είχε αρχικώς, εφάρμοσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό 1972/2003, επιβάλλοντας επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων και ορίζοντας τον τρόπο υπολογισμού της επιβαρύνσεως αυτής. Ο ÜLTS δημιουργεί συνεπώς, εντός της Εσθονίας, υποχρεώσεις εις βάρος των ιδιωτών, παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί να τους αντιταχθεί προτού να έχουν οι ιδιώτες αυτοί τη δυνατότητα να λάβουν γνώση αυτών μέσω κανονικής δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη γλώσσα του κράτους μέλους αυτού.
34 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο κανόνας που απορρέει από την προπαρατεθείσα απόφαση Skoma-Lux δεν εμποδίζει τη δυνατότητα αντιτάξεως στους ιδιώτες των διατάξεων του κανονισμού 1972/2003 τις οποίες επανέλαβε ο ÜLTS. Ωστόσο, ο κανόνας αυτός θα μπορούσε να εξακολουθήσει να έχει κάποιο πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση που οι εσθονικές αρχές θα επικαλούνταν κατά ιδιωτών ορισμένες διατάξεις του κανονισμού αυτού τις οποίες δεν έθεσε σε εφαρμογή ο ÜLTS πριν από την επίσημη δημοσίευση του εν λόγω κανονισμού στην εσθονική γλώσσα. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, ενδεχομένως, να ερμηνεύσει τον ÜLTS προκειμένου να ελέγξει αν συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις (απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, C‑560/07, Balbiino, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32).
35 Ο κανονισμός 1972/2003 καθορίζει τα προϊόντα για τα οποία επιβάλλεται επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων παραπέμποντας στις διακρίσεις της ΣΟ στις οποίες εμπίπτουν τα εν λόγω προϊόντα. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται, επομένως, να εξακριβώσει εάν και σε ποιο βαθμό το εθνικό δίκαιο ενσωμάτωσε τη ΣΟ του κανονισμού 1789/2003 που έχει εφαρμογή επί των επίδικων πραγματικών περιστατικών πριν από την επίσημη δημοσίευση του κανονισμού αυτού στην εσθονική γλώσσα, ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να λάβουν γνώση του περιεχομένου και της δομής της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης δασμολογικής διάκρισης 0207 14.
Επί του πρώτου ερωτήματος
36 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το ΜΔΚ κατεψυγμένων πουλερικών υπάγεται στη δασμολογική διάκριση 0207 14 10 ή στη διάκριση 0207 14 99.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
37 Η RLK υποστηρίζει ότι το ΜΔΚ κατεψυγμένων πουλερικών δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τα χωρίς κόκαλα τεμάχια κρέατος πουλερικών της διάκρισης 0207 14 10. Λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του ΜΔΚ κατεψυγμένων πουλερικών και του ορισμού που δίδεται στο σημείο 1.14 του παραρτήματος Ι του κανονισμού 853/2004, το προϊόν αυτό πρέπει να καταταγεί στη διάκριση 0207 14 99.
38 Η RLK παρατηρεί ότι, κατά την περίοδο μεταξύ 16 Φεβρουαρίου και 1η Μαΐου 2004, το ΜΔΚ είχε καταταγεί με εθνική ρύθμιση στη διάκριση 0207 14 99 11. Δεν ήταν δυνατό, ως εκ τούτου, να γνωρίζει ότι η δασμολογική αυτή κατάταξη επρόκειτο να τεθεί υπό αμφισβήτηση μεταγενέστερα.
39 Κατά την Εσθονική Κυβέρνηση, το πρώτο ερώτημα πρέπει να εξεταστεί μόνο σε σχέση με την ισχύουσα κατά την 1η Μαΐου 2004 ΣΟ. Το γεγονός ότι εθνική ρύθμιση που κατέτασσε το ΜΔΚ κατεψυγμένων πουλερικών στη διάκριση 0207 14 99 11 ίσχυσε το διάστημα από 16 Φεβρουαρίου μέχρι 1η Μαΐου 2004 δεν ασκεί επιρροή. Πάντως, η κυβέρνηση αυτή υπογραμμίζει ότι, το 2002, οι τελωνειακές αρχές, απαντώντας σε αίτηση της RLK για δεσμευτική δασμολογική πληροφορία, αποφάνθηκαν υπέρ της κατάταξης του ΜΔΚ κατεψυγμένων πουλερικών στη διάκριση 0207 14 10. Καλυπτόμενη από την απόφαση αυτή, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εξακολούθησε να εισάγει αυτό το είδος προϊόντος μέχρι την 1η Μαΐου 2004, παρά την έναρξη ισχύος, από 16ης Φεβρουαρίου 2004, της εσθονικής ρύθμισης που κατέτασσε το προϊόν αυτό στη διάκριση 0207 14 99 11.
40 Η Εσθονική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ, η διάκριση 0207 14 99 περιλαμβάνει μεταξύ άλλων «τα βρώσιμα παραπροϊόντα σφαγίων και κυρίως τις καρδιές, τα λειριά και τα [προγούλια], εξαιρουμένων των συκωτιών». Πάντως, δεν αμφισβητείται, στη διαφορά της κύριας δίκης, ότι τα επίμαχα προϊόντα δεν περιέχουν κανένα από τα παραπροϊόντα σφαγίων αυτού του είδους. Η δασμολογική κατάταξη έπρεπε επομένως να καθοριστεί σύμφωνα με το βασικό χαρακτηριστικό των προϊόντων αυτών, που είναι εν προκειμένω το κρέας πουλερικών. Επομένως, το ΜΔΚ κατεψυγμένων πουλερικών υπάγεται στη διάκριση 0207 14 10.
41 Η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη αυτή. Ούτε η περιγραφή ούτε οι σημειώσεις για τις διακρίσεις 0207 14 10 και 0207 14 99 δίνουν σαφείς ενδείξεις για τη διαφορά μεταξύ των κρεάτων και των παραπροϊόντων. Η περιγραφή των εν λόγω προϊόντων που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο δεν ανταποκρίνεται στην έννοια των παραπροϊόντων, αλλ’ εμπίπτει στην κατηγορία των χωρίς κόκαλα, κατεψυγμένων τεμαχίων πετεινών ή ορνίθων που αντιστοιχεί στη διάκριση 0207 14 10.
Απάντηση του Δικαστηρίου
42 Κατά πάγια νομολογία, χάριν της ασφάλειας δικαίου και προς διευκόλυνση των ελέγχων, το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων πρέπει γενικά να αναζητείται στα αντικειμενικά τους χαρακτηριστικά και στις αντικειμενικές τους ιδιότητες, όπως ορίζονται στην οικεία κλάση της ΣΟ και στις σημειώσεις των τμημάτων ή των κεφαλαίων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2007, C‑183/06, RUMA, Συλλογή 2007, σ. I‑1559, σκέψη 27, καθώς και της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑208/06 και C‑209/06, Medion και Canon Deutschland, Συλλογή 2007, σ. I‑7963, σκέψη 34).
43 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ και του ΕΣ συμβάλλουν σημαντικά στην ερμηνεία της έννοιας των διαφόρων δασμολογικών κλάσεων, χωρίς πάντως να έχουν δεσμευτική νομική ισχύ. Το περιεχόμενο των εν λόγω σημειώσεων πρέπει επομένως να είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της ΣΟ και δεν μπορεί να τις τροποποιεί (αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑495/03, Intermodal Transports, Συλλογή 2005, σ. I‑8151, σκέψη 48· της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C‑445/04, Possehl Erzkontor, Συλλογή 2005, σ. I‑10721, σκέψη 20, και της 16ης Φεβρουαρίου 2006, C‑500/04, Proxxon, Συλλογή 2006, σ. I‑1545, σκέψη 22).
44 Δεδομένου ότι στη διατύπωση της διάκρισης 0207 14 99 περιλαμβάνεται μόνον η λέξη «άλλα», πρέπει να εξεταστεί η κλάση 0207 στο σύνολό της. Από τη διατύπωση της εν λόγω κλάσης, «Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων βρώσιμα, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, πουλερικών της κλάσης 0105», προκύπτει ότι αυτή αφορά τα κρέατα και τα παραπροϊόντα σφαγίων πουλερικών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ανθρώπινη κατανάλωση.
45 Όσον αφορά τα κατεψυγμένα τεμάχια κρεάτων και παραπροϊόντων σφαγίων της διάκρισης 0207 14, που αποτελεί τη μοναδική σχετική εν προκειμένω διάκριση, η ΣΟ διακρίνει μεταξύ, αφενός, των «τεμαχίων» κρέατος και, αφετέρου, των «παραπροϊόντων σφαγίων», τα οποία με τη σειρά τους κατατάσσονται σε δύο διακρίσεις, η μία από τις οποίες προορίζεται ειδικά για τα συκώτια (0207 14 91), η δε άλλη, υπολειμματική, περιλαμβάνει όλα τα άλλα είδη παραπροϊόντων σφαγίων (0207 14 99).
46 Δεδομένου ότι η διάκριση 0207 14 δεν προβλέπει καμία άλλη κατηγορία εκτός των τεμαχίων κρέατος και των παραπροϊόντων σφαγίων, όλα τα καλυπτόμενα από τη διάκριση αυτή προϊόντα που δεν υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες αυτές κατατάσσονται αποκλειστικά στην άλλη. Πρέπει να αναφερθεί ότι η δομή αυτή της διάκρισης 0207 14 είναι σύμφωνη με τη συνήθη έννοια της λέξης «παραπροϊόντα σφαγίων», η οποία προσδιορίζει τα λοιπά βρώσιμα μέρη, εκτός από το κρέας των ζώων, που προορίζονται για ανθρώπινη τροφή.
47 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν προϊόντα όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, εμπίπτουν, όπως ισχυρίζεται η RLK, στην κατηγορία των λοιπών, εκτός του συκωτιού, προϊόντων, που καλύπτονται από τη διάκριση 0207 14 99.
48 Οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ΣΟ διευκρινίζουν ότι η διάκριση αυτή περιλαμβάνει τα βρώσιμα παραπροϊόντα σφαγίων, όπως οι καρδιές, τα λειριά, τα [προγούλια] και τα πόδια από πετεινούς, κότες ή κοτόπουλα.
49 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει τόσο από την απόφαση περί παραπομπής όσο και από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, τα επίμαχα στην κύρια δίκη προϊόντα έχουν τη μορφή, πριν από την κατάψυξη, πολτού που αποτελείται από υπολείμματα κρέατος και μαλακών ιστών και επιτυγχάνεται με τη μηχανική επεξεργασία των οστών που καλύπτονται με σάρκα, σύμφωνα με τον ορισμό του ΜΔΚ που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.14 του παραρτήματος I του κανονισμού 853/2004.
50 Κατά συνέπεια, προϊόντα όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη δεν μπορούν να καταταχθούν στη διάκριση 0207 14 99, εφόσον τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και οι αντικειμενικές ιδιότητές τους δεν είναι αυτές των παραπροϊόντων που αφορά η εν λόγω διάκριση.
51 Επομένως, τα προϊόντα αυτά υπάγονται στη διάκριση 0207 14 10.
52 Τέλος, το γεγονός ότι, πριν την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Εσθονίας, οι εσθονικές τελωνειακές αρχές κατέτασσαν, δυνάμει εθνικής ρύθμισης, το είδος αυτό των προϊόντων σε άλλη ειδική διάκριση δεν ασκεί επιρροή στην ερμηνεία της κοινοτικής ρύθμισης που έπρεπε να εφαρμοστεί στο κράτος μέλος αυτό από 1ης Μαΐου 2004.
53 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 2658/87, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1789/2003, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προϊόντα όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, που αποτελούνται από κατεψυγμένο ΜΔΚ, που λαμβάνεται με μηχανική αφαίρεση των οστών πετεινών και ορνίθων, και προορίζονται για ανθρώπινη τροφή, πρέπει να καταταγούν στη διάκριση 0207 14 10 της ΣΟ.
Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου ερωτήματος
54 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η μέθοδος που προβλέπει το ÜLTS για τον υπολογισμό του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία, η οποία συνίσταται στην εφαρμογή επί του μεταβατικού αποθέματος του συντελεστή 1,2, αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1972/2003.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
55 Η RLK υποστηρίζει ότι η μέθοδος υπολογισμού του μεταβατικού αποθέματος που χρησιμοποιεί το άρθρο 6 του ÜLTS αντιβαίνει στο άρθρο 4 του κανονισμού 1972/2003, καθόσον προβλέπει την εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή 1,2, διότι δεν παρέχει τη δυνατότητα να καθοριστεί επακριβώς το εν λόγω απόθεμα και δεν διασφαλίζει την αναλογικότητα της επιβάρυνσης επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων.
56 Η Εσθονική Κυβέρνηση θεωρεί αντιθέτως ότι ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής είναι σύμφωνος προς τον σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός 1972/2003. Υποστηρίζει ότι ο κανονισμός αυτός δεν περιορίζει ούτε αποκλείει τη χρησιμοποίηση ενός τέτοιου συντελεστή και αφήνει στα κράτη μέλη την ελευθερία να καθορίζουν τη μέθοδο υπολογισμού που είναι προσαρμοσμένη στις τοπικές συνθήκες. Ο εν λόγω συντελεστής καθιστά δυνατή την αύξηση του αποθέματος μεταφοράς όλων των επιχειρηματιών, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η οικονομική ανάπτυξη κατά τη διάρκεια των ετών πριν την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Εσθονίας στην Ένωση.
57 Αφού υποστήριξε, με τα δικόγραφά της, την άποψη της RLK, η Επιτροπή συντάχθηκε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, με τη θέση της Εσθονικής Κυβερνήσεως.
Απάντηση του Δικαστηρίου
58 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003 δεν περιέχει καμία διάταξη επιβάλλουσα ή απαγορεύουσα στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν κατά ενιαίο τρόπο έναν πολλαπλασιαστικό συντελεστή στο απόθεμα μεταφοράς των επιχειρηματιών για τον υπολογισμό του πλεονάζοντος αποθέματος (προπαρατεθείσα απόφαση Balbiino, σκέψη 47).
59 Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, προκειμένου να προσδιορισθεί το πλεόνασμα κάθε κατόχου, τα νέα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, «τον μέσο όρο των διαθέσιμων αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη». Ελλείψει ακριβέστερων διατάξεων ως προς την κρίσιμη περίοδο ή τη μέθοδο υπολογισμού του μέσου όρου των διαθέσιμων αποθεμάτων, μια τέτοια διατύπωση παρέχει στα κράτη μέλη πεδίο εκτιμήσεως για να ορίζουν τα κριτήρια βάσει των οποίων εφαρμόζονται τα στοιχεία αυτά, τηρουμένων των σκοπών που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου (προπαρατεθείσα απόφαση Balbiino, σκέψη 37).
60 Έτσι, το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003 απαριθμεί κατά μη εξαντλητικό τρόπο ορισμένα κριτήρια για τον υπολογισμό των πλεοναζόντων αποθεμάτων των επιχειρηματιών, αφήνοντας στα κράτη μέλη την ευχέρεια να τα συμπληρώνουν με βάση αυτό που κρίνουν σκόπιμο σύμφωνα με το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Balbiino, σκέψη 47).
61 Η εφαρμογή του συντελεστή 1,2 στο απόθεμα μεταφοράς είναι, εκ πρώτης όψεως, ευνοϊκή για τους επιχειρηματίες, καθόσον τείνει στη μείωση του πλεονάζοντος αποθέματος. Από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Εσθονική Κυβέρνηση προκύπτει ότι ο συντελεστής αυτός καθορίστηκε βάσει του ποσοστού αυξήσεως της εσθονικής γεωργικής παραγωγής που παρατηρήθηκε κατά τα έτη 2000 έως 2004. Ο συντελεστής αυτός καθιστά έτσι δυνατή την επικαιροποίηση του μέσου όρου των αποθεμάτων που διαπιστώθηκαν την 1η Μαΐου των ετών 2000 έως 2003 με βάση το ποσοστό αυτό και τον καθορισμό ενός αποθέματος μεταφοράς –και, στη συνέχεια, ενός πλεονάζοντος αποθέματος– που να αντανακλά αναλογικά την εξέλιξη της ανάπτυξης που παρατηρήθηκε στο σύνολο του εσθονικού γεωργικού τομέα μεταξύ της 1ης Μαΐου 2000 και της 1ης Μαΐου 2004. Συντελεί έτσι στον καθορισμό μιας βάσης σύγκρισης μεταξύ του αποθέματος την 1η Μαΐου 2004 και του μέσου όρου των αποθεμάτων την 1η Μαΐου των τεσσάρων προηγουμένων ετών (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Balbiino, σκέψη 48).
62 Λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών αυτών, η επιλογή ενός τέτοιου συντελεστή δεν θίγει ούτε τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 1972/2003 ούτε τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Balbiino, σκέψη 49).
63 Επομένως, το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003 δεν αποκλείει την εφαρμογή ενός πολλαπλασιαστικού συντελεστή όπως αυτός που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του ÜLTS για τον υπολογισμό του αποθέματος μεταφοράς (προπαρατεθείσα απόφαση Balbiino, σκέψη 50).
64 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003 δεν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 6, του ÜLTS, κατά την οποία το πλεονάζον απόθεμα ενός επιχειρηματία υπολογίζεται αφαιρώντας από το απόθεμα που πράγματι κατείχε την 1η Μαΐου 2004 το απόθεμα μεταφοράς, το οποίο ορίζεται ως ο μέσος όρος των αποθεμάτων των τεσσάρων προηγουμένων χρήσεων τα οποία έχει στην κατοχή του την 1η Μαΐου, πολλαπλασιαζόμενος με συντελεστή 1,2, που αντιστοιχεί στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής που παρατηρήθηκε στο οικείο κράτος μέλος κατά την ανωτέρω τετραετή περίοδο.
Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου ερωτήματος
65 Κατόπιν της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος αυτού.
Επί του τρίτου ερωτήματος
66 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο κανονισμός 1972/2003 αντιτίθεται στην επιβολή επιβαρύνσεως επί του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία, όταν αυτός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν πραγματοποίησε κέρδος από τη διάθεση στο εμπόριο του αποθέματος αυτού μετά την 1η Μαΐου 2004.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
67 Η RLK υπογραμμίζει ότι ο κανονισμός 1972/2003 αποσκοπεί στην καταπολέμηση της κερδοσκοπίας. Πάντως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η κερδοσκοπία αποκλείεται. Αφενός, η φύση των επίμαχων στην κύρια δίκη προϊόντων δεν επιτρέπει καμία κερδοσκοπική παρέμβαση στις τιμές. Συγκεκριμένα, η τιμή του ΜΔΚ κατεψυγμένων πουλερικών δεν επηρεάστηκε από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Εσθονίας. Στην Κοινότητα, τα προϊόντα αυτά δεν οδήγησαν σε καμία μορφή επιστροφών κατά την εξαγωγή ή σε οποιοδήποτε άλλο μηχανισμό υποστήριξης που να έχει ως αποτέλεσμα διαφορά μεταξύ των τιμών στην κοινοτική και στην παγκόσμια αγορά. Αφετέρου, όλες οι ποσότητες που αγόρασε η RLK ήταν για τις ανάγκες της και αντιστοιχούσαν στα συνήθη αποθέματα για την παραγωγή.
68 Η RLK υποστηρίζει ότι η επιβολή επιβάρυνσης επί του πλεονάζοντος αποθέματος πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, αναφερόμενη συναφώς στη διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 2001, C‑30/00, William Hinton & Sons (Συλλογή 2001, σ. I‑7511). Πάντως, ελλείψει οποιουδήποτε κέρδους προερχόμενου από το επίμαχο στην κύρια δίκη πλεονάζον απόθεμα, η RLK εκτιμά ότι η επιβληθείσα επιβάρυνση είναι δυσανάλογη. Εάν ο κανονισμός 1972/2003 έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή επιβάρυνσης υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης, τότε ο κανονισμός αυτός είναι άκυρος από την άποψη της αρχής της αναλογικότητας. Δεν αποτελεί πλέον ένα αποτρεπτικό σύστημα επιβάρυνσης, αλλά ένα σύστημα κυρώσεων που τιμωρεί την κατοχή ορισμένων εμπορευμάτων.
69 Η Εσθονική Κυβέρνηση και η Επιτροπή εκτιμούν ότι η επιβολή επιβάρυνσης σε επιχειρηματία ο οποίος δεν έχει αντλήσει κέρδος από την πώληση των πλεονασματικών αποθεμάτων είναι συνεπής με τον σκοπό του κανονισμού 1972/2003.
70 Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, ο κανονισμός αυτός αποσκοπεί όχι στην τιμωρία της συμπεριφοράς ενός επιχειρηματία, αλλά στην προστασία της καλής λειτουργίας της κοινής οργανώσεως των αγορών, προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας.
Απάντηση του Δικαστηρίου
71 Από την πρώτη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1972/2003 προκύπτει ότι σκοπός του ήταν η προστασία των κοινών οργανώσεων αγοράς με αποφυγή, μέσω ενός συστήματος επιβολής αποτρεπτικών επιβαρύνσεων στα πλεονάζοντα αποθέματα που βρίσκονται εντός των νέων κρατών μελών, της τεχνητής μετακίνησης ορισμένων γεωργικών προϊόντων προς το έδαφος των εν λόγω κρατών ενόψει της διεύρυνσης. Επρόκειτο, συνεπώς, για την αποφυγή της διατάραξης των κοινών οργανώσεων αγοράς από μη κανονικές εμπορικές ροές (προπαρατεθείσα απόφαση Balbiino, σκέψη 57).
72 Ο κανονισμός αυτός δεν αποσκοπούσε στην επιβολή κυρώσεων στην κερδοσκοπική συμπεριφορά των επιχειρηματιών, αλλ’ απέβλεπε, αφενός, στην πρόληψη, μέσω ενός μηχανισμού επιβολής αποτρεπτικών επιβαρύνσεων, της δημιουργίας αποθεμάτων χάριν κερδοσκοπίας και, αφετέρου, στην εξουδετέρωση των οικονομικών ωφελημάτων στα οποία αποβλέπουν οι κάτοχοι των αποθεμάτων αυτών (προπαρατεθείσα απόφαση Balbiino, σκέψη 69).
73 Κατά συνέπεια, η επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων που θέσπισε ο κανονισμός 1972/2003 με σκοπό την προστασία των κοινών οργανώσεων των γεωργικών αγορών έχει εφαρμογή σε όλα τα πλεονάζοντα αποθέματα, κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού, ανεξάρτητα από το αν οι κάτοχοί τους άντλησαν πράγματι κέρδος από την εμπορία τους (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Balbiino, σκέψη 71).
74 Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1972/2003 δεν απαγορεύει την επιβολή επιβαρύνσεως επί του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία, ακόμη και αν αυτός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν πραγματοποίησε κέρδος από τη διάθεση στο εμπόριο του αποθέματος αυτού μετά την 1η Μαΐου 2004.
Επί των δικαστικών εξόδων
75 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 1789/2003 της Επιτροπής, της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προϊόντα όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, που αποτελούνται από κατεψυγμένο μηχανικώς διαχωρισμένο κρέας, που λαμβάνεται με μηχανική αφαίρεση των οστών από πετεινούς και όρνιθες, και προορίζονται για ανθρώπινη τροφή, πρέπει να καταταγούν στη διάκριση 0207 14 10 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας.
2) Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 230/2004 της Επιτροπής, της 10ης Φεβρουαρίου 2004, δεν αντιτίθενται σε εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου για την επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων (Üleliigse laovaru tasu seadus), όπως έχει τροποποιηθεί από τον νόμο της 25ης Ιανουαρίου 2007, κατά την οποία το πλεονάζον απόθεμα ενός επιχειρηματία καθορίζεται με αφαίρεση από το απόθεμα που αυτός πράγματι κατείχε την 1η Μαΐου 2004 του αποθέματος μεταφοράς, το οποίο ορίζεται ως ο μέσος όρος των αποθεμάτων των τεσσάρων προηγουμένων χρήσεων τα οποία έχει στην κατοχή του την 1η Μαΐου, πολλαπλασιαζόμενος επί ένα συντελεστή 1,2, που αντιστοιχεί στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής που παρατηρήθηκε εντός του οικείου κράτους μέλους κατά την ανωτέρω τετραετή περίοδο.
3) Ο κανονισμός 1972/2003 δεν απαγορεύει την επιβολή επιβαρύνσεως επί του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία, ακόμη και αν αυτός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν πραγματοποίησε κέρδος από τη διάθεση στο εμπόριο του αποθέματος αυτού μετά την 1η Μαΐου 2004.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η εσθονική.
Full & Egal Universal Law Academy