Υπόθεση C-219/08
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Αδικαιολόγητο εμπόδιο – Απόσπαση εργαζομένων υπηκόων τρίτων κρατών»
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Περιορισμοί – Απόσπαση εργαζομένων υπηκόων τρίτων κρατών από επιχείρηση εγκατεστημένη εντός άλλου κράτους μέλους
(Άρθρο 49 ΕΚ)
Η απαίτηση κράτους μέλους περί υποβολής εκ μέρους του παρέχοντος υπηρεσίες απλής προηγούμενης δηλώσεως που να βεβαιώνει ότι οι εργαζόμενοι υπήκοοι τρίτων κρατών οι οποίοι αποσπώνται στο οικείο κράτος μέλος τελούν σε σύννομη κατάσταση, ιδίως όσον αφορά τους όρους κατοικίας, άδειας εργασίας και κοινωνικοασφαλιστικής καλύψεως, στο κράτος μέλος στο οποίο η επιχείρηση αυτή τους απασχολεί, συνιστά μέτρο το οποίο, καταρχήν, δεν υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για την πρόληψη των καταχρήσεων που μπορούν να σημειωθούν κατά την εφαρμογή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
(βλ. σκέψεις 16, 18)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 1ης Οκτωβρίου 2009 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Αδικαιολόγητο εμπόδιο – Απόσπαση εργαζομένων υπηκόων τρίτων κρατών»
Στην υπόθεση C‑219/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 22 Μαΐου 2008,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους E. Traversa, J.-P. Keppenne και G. Rozet, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τη C. Pochet, επικουρούμενη από τον M. Detry, avocat,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος (εισηγητή), J.‑C. Bonichot, P. Kūris, L. Bay Larsen και C. Toader, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: M.‑A. Gaudissart, προϊστάμενος τμήματος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Μαΐου 2009,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, απαιτώντας, σε περίπτωση αποσπάσεως εργαζομένων υπηκόων τρίτων κρατών από κοινοτικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών:
– να υφίσταται προηγούμενη άδεια ασκήσεως της οικείας οικονομικής δραστηριότητας,
– η άδεια παραμονής που χορηγείται εντός του κράτους εγκαταστάσεως του εργοδότη να ισχύει μέχρι το πέρας της περιόδου παροχής υπηρεσιών και τρεις επιπλέον μήνες, και
– οι εργαζόμενοι να απασχολούνται στην υπηρεσία του ίδιου παρέχοντος τις οικείες υπηρεσίες εργοδότη τουλάχιστον από εξαμήνου,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ.
Το εθνικό νομικό πλαίσιο
2 Δυνάμει του νόμου της 30ης Απριλίου 1999 περί απασχολήσεως αλλοδαπού εργατικού δυναμικού (Moniteur belge της 21ης Μαΐου 1999, σ. 17800), όπως τροποποιήθηκε από το βασιλικό διάταγμα της 20ής Ιουλίου 2000 (Moniteur belge της 30ης Αυγούστου 2000, σ. 29642), ο αλλοδαπός εργαζόμενος και ο εργοδότης του υποχρεούνται προηγουμένως να λάβουν, αντιστοίχως, άδεια εργασίας και άδεια απασχολήσεως. Εντούτοις, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω νόμου ορίζει:
«Ο Βασιλεύς δύναται, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, να απαλλάσσει τις κατηγορίες αλλοδαπών εργαζομένων που Αυτός ορίζει από την υποχρέωση λήψεως άδειας εργασίας.»
3 Κατά το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 9ης Ιουνίου 1999 για την εφαρμογή του νόμου της 30ής Απριλίου 1999 περί απασχολήσεως αλλοδαπού εργατικού δυναμικού (Moniteur belge της 26ης Ιουνίου 1999, σ. 24162), όπως τροποποιήθηκε από το βασιλικό διάταγμα της 6ης Φεβρουαρίου 2003 (Moniteur belge της 27ης Φεβρουαρίου 2003, σ. 9583):
«Απαλλάσσονται από την υποχρέωση λήψεως άδειας εργασίας:
[…]
14° οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και οι οποίοι απασχολούνται από επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου που παρέχει τις υπηρεσίες της στο Βέλγιο, υπό την προϋπόθεση ότι:
a) είναι δικαιούχοι στο κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου στο οποίο κατοικούν δικαιώματος ή άδειας παραμονής διάρκειας άνω των τριών μηνών·
b) έχουν λάβει νομίμως άδεια εργασίας στο κράτος μέλος κατοικίας τους και η άδεια αυτή ισχύει, τουλάχιστον, καθ’ όλη τη διάρκεια της παροχής υπηρεσιών στο Βέλγιο·
c) νομότυπη σύμβαση εργασίας·
d) βρίσκονται στην υπηρεσία της επιχειρήσεως επί ένα τουλάχιστον εξάμηνο χωρίς διακοπή·
e) διαθέτουν, προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής ή κατοικίας τους, διαβατήριο και άδεια παραμονής η οποία ισχύει μέχρι το πέρας της περιόδου παροχής υπηρεσιών και τρεις επιπλέον μήνες.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
4 Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι το Βασίλειο του Βελγίου είχε θεσπίσει ρυθμίσεις, όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων που δεν είναι κοινοτικοί υπήκοοι και οι οποίοι απασχολούνται από επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος διαφορετικό από το Βασίλειο του Βελγίου, αντιβαίνουσες προς το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ), απέστειλε στο εν λόγω κράτος μέλος, στις 25 Μαρτίου 1997, έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο το εν λόγω κράτος απάντησε με την από 28 Μαΐου 1997 επιστολή.
5 Στις 9 Σεπτεμβρίου 1998, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία το Βασίλειο του Βελγίου απάντησε με την από 30 Νοεμβρίου 1998 επιστολή.
6 Κατόπιν περαιτέρω ανταλλαγής εγγράφων, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 13 Ιουλίου 2005, συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία το Βασίλειο του Βελγίου απάντησε με την από 7 Οκτωβρίου 2005 επιστολή.
7 Κρίνοντας μη ικανοποιητική την απάντηση του Βασιλείου του Βελγίου, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
8 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 9ης Οκτωβρίου 2008, επιτράπηκε στη Δημοκρατία της Πολωνίας να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Εντούτοις, αφού το εν λόγω κράτος μέλος πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι παραιτείται της παρεμβάσεώς του στην υπό κρίση υπόθεση, διαγράφηκε ως παρεμβαίνον στη διαφορά με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 2009.
9 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Μαρτίου 2009, η Επιτροπή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι, δεδομένης της εκδόσεως και της κοινοποιήσεως εκ μέρους του Βασιλείου του Βελγίου, με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 2008, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Απριλίου 2008 περί τροποποιήσεως του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, 14°, του βασιλικού διατάγματος της 9ης Ιουνίου 1999 για την εφαρμογή του νόμου της 30ής Απριλίου 1999 περί απασχολήσεως αλλοδαπού εργατικού δυναμικού (Moniteur belge της 20ης Μαΐου 2008, σ. 26202), παραιτείται από την προσφυγή της καθόσον αυτή αφορά τη δεύτερη και τη τρίτη από τις προβληθείσες αιτιάσεις.
Επί της προσφυγής
10 Στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως, σχετικά με την ανάγκη λήψεως προηγούμενης αδείας ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, η οποία, κατόπιν της μερικής παραιτήσεως της Επιτροπής, αποτελεί τη μοναδική αιτίαση που προβάλλεται με την προσφυγή, η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου ότι περιορίζει αδικαιολόγητα την απόσπαση από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών, οσάκις αυτοί αποσπώνται από κράτος μέλος το οποίο δεν εφαρμόζει το σύνολο του κεκτημένου του Σένγκεν ή οσάκις αυτοί αποσπώνται, για μεγαλύτερη των τριών μηνών περίοδο, από κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει το σύνολο του κεκτημένου του Σένγκεν. Στις περιπτώσεις αυτές, το Βασίλειο του Βελγίου επιβάλλει στον εργαζόμενο που επιθυμεί την απόσπασή του στο κράτος μέλος αυτό να επιτύχει προηγουμένως την έκδοση θεωρήσεως ή προσωρινής άδειας παραμονής, διά της προσφυγής σε μια χρονοβόρα διαδικασία η οποία σκοπεί στη διαπίστωση του αν ο εργαζόμενος πληροί το σύνολο των κριτηρίων που θέτει η νομολογία η οποία απορρέει από την απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C‑43/93, Vander Elst (Συλλογή 1994, σ. I-3803).
11 Η Επιτροπή φρονεί ότι ο περιορισμός στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών απορρέει, ειδικότερα, από το γεγονός ότι οι βελγικές αρχές ζητούν από τους οικείους εργαζομένους να προσκομίσουν έγγραφα από τα οποία να αποδεικνύεται, αφενός, ότι μεταβαίνουν στο Βέλγιο στο πλαίσιο αποσπάσεως και, επομένως, απαλλάσσονται από την υποχρέωση λήψεως άδειας εργασίας και, αφετέρου, ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους διαβιώσεως, στέγη στο Βέλγιο και ασφάλεια ταξιδιού, προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση θεωρήσεως.
12 Το Βασίλειο του Βελγίου δεν αμφισβητεί ότι απαιτεί την παροχή των αποδείξεων που η Επιτροπή αναφέρει, αποδείξεων οι οποίες, πάντως, μπορούν να παρασχεθούν με κάθε νόμιμο μέσο και, ειδικότερα, με την προσκόμιση πιστοποιητικού περί αποσπάσεως, χορηγουμένου από το ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους καταγωγής (έντυπο E 101). Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι οι αποδείξεις αυτές σκοπούν αποκλειστικώς στο να καταδειχθεί ότι ο αποσπασμένος εργαζόμενος πληροί τα κριτήρια που θέτει η σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των Κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19), η οποία υπογράφηκε στο Σένγκεν (Λουξεμβούργο) στις 19 Ιουνίου 1990 και τα οποία προσδιορίστηκαν μεταγενέστερα από την κοινή προξενική εγκύκλιο προς τις διπλωματικές και έμμισθες προξενικές αρχές (ΕΕ 2005, C 326, σ. 1).
13 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 49 ΕΚ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως που υφίσταται λόγω της ιθαγενείας του ο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος παρέχων υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού, ακόμη και αν αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στους ημεδαπούς παρέχοντες υπηρεσίες όσο και σε αυτούς των άλλων κρατών μελών, οσάκις μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2006, C‑244/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2006, σ. I‑885, σκέψη 30).
14 Εντούτοις, εθνική κανονιστική ρύθμιση διέπουσα τομέα ο οποίος δεν αποτέλεσε αντικείμενο εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο και εφαρμοζόμενη αδιακρίτως σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους μπορεί, παρά το περιοριστικό αποτέλεσμά της για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να δικαιολογείται στο μέτρο που ικανοποιεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ο οποίος δεν διασφαλίζεται ήδη από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου αυτός είναι εγκατεστημένος και εφόσον η εν λόγω ρύθμιση είναι πρόσφορη για την εξασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού τον οποίο επιδιώκει και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
15 Ειδικότερα, έχει ήδη κριθεί ότι κράτος μέλος μπορεί να ελέγχει αν επιχείρηση εγκατεστημένη εντός άλλου κράτους μέλους, η οποία αποσπά στο έδαφός του εργαζομένους υπηκόους τρίτου κράτους, χρησιμοποιεί την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών για σκοπό διαφορετικό από την παροχή της σχετικής υπηρεσίας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
16 Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απαίτηση υποβολής εκ μέρους του παρέχοντος υπηρεσίες απλής προηγούμενης δηλώσεως που να βεβαιώνει ότι οι οικείοι εργαζόμενοι τελούν σε σύννομη κατάσταση, ιδίως όσον αφορά τους όρους κατοικίας, άδειας εργασίας και κοινωνικοασφαλιστικής καλύψεως, στο κράτος μέλος στο οποίο η επιχείρηση αυτή τους απασχολεί, συνιστά μέτρο το οποίο, καταρχήν, δεν υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για την πρόληψη των καταχρήσεων που μπορούν να σημειωθούν κατά την εφαρμογή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2004, C‑445/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2004, σ. I‑10191, σκέψη 46, καθώς και Επιτροπή κατά Γερμανίας, προπαρατεθείσα, σκέψεις 41 και 42).
17 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν προτίθετο να αμφισβητήσει τη νομολογία αυτή. Υποστήριξε, πάντως, ότι η απαίτηση των βελγικών αρχών περί υποβολής εκ μέρους των οικείων εργαζομένων του εντύπου E 101 συνιστά πλέον περίπλοκη διαδικασία απ’ ό,τι η εκ μέρους του παρέχοντος υπηρεσίες υποβολή απλής προηγούμενης δηλώσεως.
18 Κατά το Βασίλειο του Βελγίου, η υποβολή του εντύπου E 101 συνιστά ακριβώς λιγότερο επαχθή διαδικασία για τον οικείο εργαζόμενο απ’ ό,τι η εκ μέρους του παρέχοντος υπηρεσίες υποβολή απλής προηγούμενης δηλώσεως. Πάντως, το κράτος μέλος αυτό ρητώς παραδέχθηκε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, καθόσον οι αποδείξεις τις οποίες απαιτούν οι βελγικές αρχές και οι οποίες περιγράφονται στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως μπορούν να παρασχεθούν με κάθε νόμιμο μέσο μπορούν επίσης να παρασχεθούν με την εκ μέρους του παρέχοντος υπηρεσίες υποβολή απλής προηγούμενης δηλώσεως, κατά την έννοια της παρατιθέμενης στη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το Βασίλειο του Βελγίου απαιτεί προηγούμενη άδεια ασκήσεως της οικείας οικονομικής δραστηριότητας σε περίπτωση αποσπάσεως εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών από κοινοτικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών.
20 Στο πλαίσιο της αιτιάσεώς της, η Επιτροπή προσάπτει, επίσης, στο Βασίλειο του Βελγίου έλλειψη επιμέλειας κατά τη χορήγηση της θεωρήσεως, καθόσον η θεώρηση δεν εκδίδεται παρά μόνον εντός 48 ωρών από τη στιγμή της υποβολής εκ μέρους του ενδιαφερομένου των απαιτούμενων εγγράφων. Η Επιτροπή προσάπτει, περαιτέρω, στο Βασίλειο του Βελγίου έλλειψη διαφάνειας. Ειδικότερα, ελλείψει εκδόσεως εγκυκλίου εκ μέρους των βελγικών αρχών, παρά την προηγούμενη σχετική εξαγγελία, οι επιχειρηματίες δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν εκ των προτέρων τους όρους οι οποίοι πρέπει να πληρούνται προκειμένου η παροχή υπηρεσιών να είναι δυνατή στο Βέλγιο.
21 Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί, πάντως, ότι τέτοιες αιτιάσεις, και αν ακόμη υποτεθούν βάσιμες, δεν καθιστούν δυνατό να καταδειχθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου απαιτεί προηγούμενη άδεια ασκήσεως της οικείας οικονομικής δραστηριότητας.
22 Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επιπλέον, δυνάμει της παραγράφου 5, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, κατόπιν αιτήσεως του παραιτουμένου διαδίκου, καταδικάζεται στα έξοδα ο αντίδικος, αν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του.
24 Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ηττήθηκε ως προς τη μοναδική αιτίαση στην οποία αυτή ενέμεινε. Η μερική παραίτηση της Επιτροπής οφείλεται στην εκ μέρους του Βασιλείου του Βελγίου κοινοποίηση του βασιλικού διατάγματος της 23ης Απριλίου 2008, μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διάδικοι πρέπει να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Βασίλειο του Βελγίου φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy