ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 12ης Μαρτίου 2009 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2006/22/ΕΚ – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Κοινωνική νομοθεσία όσον αφορά δραστηριότητες οδικών μεταφορών – Παράλειψη εμπρόθεσμης μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη»
Στην υπόθεση C‑298/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 3 Ιουλίου 2008,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την N. Yerrell και τον I. Χατζηγιάννη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τη Ν. Δαφνίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász και J. Malenovský (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση με την οδηγία 2006/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για καθορισμό ελάχιστων προϋποθέσεων για την εφαρμογή των κανονισμών 3820/85/ΕΟΚ και 3821/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την κοινωνική νομοθεσία όσον αφορά δραστηριότητες οδικών μεταφορών και για την κατάργηση της οδηγίας 88/599/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 102, σ. 35) ή, εν πάση περιπτώσει, μη ανακοινώνοντας τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 2006/22.
2 Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/22:
«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία μέχρι την 1η Απριλίου 2007. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων καθώς και τον πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.
[…]»
3 Η Επιτροπή, μη έχοντας ενημερωθεί σχετικά με τις διατάξεις που θέσπισε η Ελληνική Δημοκρατία για τη μεταφορά της οδηγίας 2006/22 στην εσωτερική έννομη τάξη και μη διαθέτοντας άλλα πληροφοριακά στοιχεία που θα της επέτρεπαν να συμπεράνει ότι το εν λόγω κράτος μέλος θέσπισε τις αναγκαίες διατάξεις, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 226 EΚ.
4 Αφού ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 23 Οκτωβρίου 2007, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή του προς την εν λόγω γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της.
5 Με έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 2008, η Ελληνική Δημοκρατία διαβίβασε στην Επιτροπή σχέδιο προεδρικού διατάγματος για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 2006/22, χωρίς να προσδιορίσει την προβλεπόμενη ημερομηνία εκδόσεως και δημοσιεύσεως του κειμένου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ακολούθως δεν έλαβε καμία πληροφορία που να της επιτρέπει να συμπεράνει ότι τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη είχαν πράγματι ληφθεί, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
6 Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την προβαλλόμενη παράβαση. Αναφέρει μόνον ότι ένα σχέδιο προεδρικού διατάγματος για τη μεταφορά της οδηγίας 2006/22 στην εσωτερική έννομη τάξη διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
7 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιαζόταν κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2002, C-64/01, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2002, σ. I-2523, σκέψη 7, της 27ης Οκτωβρίου 2005, C-525/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2005, σ. I-9405, σκέψη 14, και της 6ης Δεκεμβρίου 2007, C-456/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2007, σ. I-10517, σκέψη 15).
8 Εν προκειμένω, όμως, δεν αμφισβητείται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 2006/22 στην εσωτερική έννομη τάξη.
9 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
10 Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς την οδηγία 2006/22, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς την οδηγία 2006/22/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για καθορισμό ελάχιστων προϋποθέσεων για την εφαρμογή των κανονισμών 3820/85/ΕΟΚ και 3821/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την κοινωνική νομοθεσία όσον αφορά δραστηριότητες οδικών μεταφορών και για την κατάργηση της οδηγίας 88/599/ΕΟΚ του Συμβουλίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 2006/22.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy