Υπόθεση C-334/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Ίδιοι πόροι της Ένωσης – Άρνηση αποδόσεως στην Ένωση ιδίων πόρων προερχόμενων από μη σύννομες τελωνειακές άδειες – Ανωτέρα βία – Απάτη των τελωνειακών αρχών – Ευθύνη των κρατών μελών – Νομότυπο της καταχωρίσεως των βεβαιωθέντων δασμών σε χωριστά λογιστικά βιβλία»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ίδιοι πόροι της Ένωσης – Βεβαίωση και απόδοση από τα κράτη μέλη
(Κανονισμός 1150/2000 του Συμβουλίου, άρθρο 17 §§ 1 και 2· απόφαση 2000/597 του Συμβουλίου, άρθρα 2 § 1, στοιχεία α΄ και β΄, και 8 § 1)
2. Ίδιοι πόροι της Ένωσης – Βεβαίωση και απόδοση από τα κράτη μέλη
(Κανονισμός 1150/2000 του Συμβουλίου, άρθρο 17 § 2)
3. Ίδιοι πόροι της Ένωσης – Βεβαίωση και απόδοση από τα κράτη μέλη
(Κανονισμός 1150/2000 του Συμβουλίου, άρθρο 17 § 2· απόφαση 2000/597 του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 8)
4. Ίδιοι πόροι της Ένωσης – Βεβαίωση και απόδοση από τα κράτη μέλη
(Κανονισμός 1150/2000 του Συμβουλίου, άρθρα 6 § 3, στοιχεία α΄ και β΄, και 17 § 2)
1. Οι ίδιοι πόροι της Ενώσεως που διαλαμβάνονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της αποφάσεως 2000/597, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εισπράττονται, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως, από τα κράτη μέλη, τα οποία υποχρεούνται να αποδώσουν τους πόρους αυτούς στην Επιτροπή. Βάσει του άρθρου 17, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1150/2000, για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στους βεβαιωθέντες δασμούς σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου κανονισμού να αποδίδονται στην Επιτροπή. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνον αν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας ή προκύπτει ότι είναι οριστικώς αδύνατο να προβούν στην είσπραξη για λόγους που δεν μπορούν να τους καταλογισθούν.
Συναφώς, η συμπεριφορά οποιουδήποτε κρατικού οργάνου καταλογίζεται, καταρχήν, στο οικείο κράτος. Η έννοια του οργάνου περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο ή φορέα που έχει την ιδιότητα αυτή σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους. Το γεγονός ότι η συμπεριφορά αυτού του προσώπου ή φορέα, που έχει εξουσιοδοτηθεί να ασκεί κρατική εξουσία και ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, συνιστά παράβαση του νόμου, υπέρβαση αρμοδιοτήτων ή αντιβαίνει στις εντολές των ιεραρχικώς ανωτέρων δεν αναιρεί την κρίση αυτή.
(βλ. σκέψεις 34-35, 39)
2. Η έννοια της ανωτέρας βίας, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, περιλαμβάνει περιστάσεις ξένες προς αυτόν που την επικαλείται, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ’ όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια. Ένα από τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της ανωτέρας βίας είναι η επέλευση γεγονότος ξένου προς το πρόσωπο που επιδιώκει να την επικαλεσθεί, δηλαδή η επέλευση γεγονότος εκτός της σφαίρας παρεμβάσεως του προσώπου αυτού.
Η συμπεριφορά των τελωνειακών υπαλλήλων, οι οποίοι, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, χορηγούν μη σύννομες άδειες, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ξένη προς τη διοικητική μονάδα στην οποία υπηρετούν. Δεν αποδείχθηκε εξάλλου ότι οι συνέπειες αυτής της καταλογιστέας στο κράτος μέλος συμπεριφοράς δεν θα μπορούσαν να αποτραπούν παρά την επιμέλεια που επέδειξε αυτό το κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεσθεί βάσιμα την ανωτέρα βία προκειμένου να απαλλαγεί της υποχρεώσεώς του να αποδώσει στην Επιτροπή τους ίδιους πόρους της Ενώσεως.
(βλ. σκέψεις 42, 46-47, 49)
3. Σε περίπτωση κατά την οποία σφάλμα των τελωνειακών αρχών κράτους μέλους έχει ως συνέπεια να μην εισπραχθούν οι ίδιοι πόροι της Ενώσεως, δεν αίρεται εντούτοις η υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να καταβάλει τους δασμούς που βεβαιώθηκαν, καθώς και τόκους υπερημερίας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, κράτος μέλος που παραλείπει να βεβαιώσει απαίτηση της Ενώσεως επί των ιδίων πόρων και δεν αποδίδει το αντίστοιχο ποσό στην Επιτροπή, χωρίς να πληρούται κάποια εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ενώσεως και ειδικότερα από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 2000/597, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
(βλ. σκέψεις 50-51)
4. Η δυνατότητα των κρατών μελών να απαλλάσσονται από την υποχρέωσή τους να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στους βεβαιωθέντες δασμούς επιβάλλει όχι μόνον την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, αλλά και την τακτική καταχώριση των ποσών αυτών στα λογιστικά βιβλία Β.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν λογαριασμούς των ιδίων πόρων στο Δημόσιο Ταμείο ή στον οργανισμό που ορίζουν προς τούτο. Κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 3, στοιχεία α΄ και β΄, του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταχωρίζουν στη λογιστική Α τις απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας καταχωρίσεως στη λογιστική Β, εντός της ίδιας προθεσμίας, των βεβαιωθεισών απαιτήσεων που «δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί» και για τις οποίες «δεν έχει συσταθεί καμία ασφάλεια», καθώς και των απαιτήσεων που έχουν βεβαιωθεί και «καλύπτονται από εγγυήσεις [και οι οποίες] αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας».
Η εγγραφή των ιδίων πόρων στα λογιστικά βιβλία Β συνιστά εξαίρεση, χαρακτηριστικό της οποίας είναι η δυνατότητα των κρατών μελών είτε να μην αποδώσουν τις απαιτήσεις αυτές στην Επιτροπή ήδη από της βεβαιώσεώς τους, καθόσον δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000, είτε να απαλλαγούν της υποχρεώσεως να το πράξουν εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν να εισπραχθούν για λόγους ανωτέρας βίας ή άλλους που δεν μπορούν να καταλογισθούν στα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.
Υπό τις συνθήκες αυτές, για να επικαλεσθεί την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως, το κράτος μέλος οφείλει να καταχωρίζει τις βεβαιωθείσες απαιτήσεις στα λογιστικά βιβλία Β τηρώντας το δίκαιο της Ενώσεως.
(βλ. σκέψεις 65-66, 68-69)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 8ης Ιουλίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Ίδιοι πόροι της Ενώσεως – Άρνηση αποδόσεως στην Ένωση ιδίων πόρων προερχόμενων από μη σύννομες τελωνειακές άδειες – Ανωτέρα βία – Απάτη των τελωνειακών αρχών – Ευθύνη των κρατών μελών – Νομότυπο της καταχωρίσεως των βεβαιωθέντων δασμών σε χωριστά λογιστικά βιβλία»
Στην υπόθεση C‑334/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 18 Ιουλίου 2008,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Aresu και A. Caeiros, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την I. Bruni, επικουρούμενη από τον G. Albenzio, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και B. Klein, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, U. Lõhmus, A. Ó Caoimh και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: N. Nanchev, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2009,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 15ης Απριλίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη αποδίδοντας στην Επιτροπή τους ιδίους πόρους που αντιστοιχούν στην τελωνειακή οφειλή η οποία προέκυψε από την εκ μέρους της εδρεύουσας στο Μπάρι Direzione Compartimentale delle Dogane per le Regioni Puglia e Basilicata (Περιφερειακής Διευθύνσεως Τελωνείων Απουλίας και Μπαζιλικάτα) παράτυπη χορήγηση, από της 27ης Φεβρουαρίου 1997, αδειών κατασκευής και διαχειρίσεως τελωνειακών αποθηκών τύπου C στον Τάραντα, ακολούθως δε αδειών μεταποιήσεως υπό τελωνειακή επιτήρηση και τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, μέχρι την ανάκλησή τους στις 4 Δεκεμβρίου 2002, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ, από το άρθρο 8 της αποφάσεως 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 253, σ. 42), και από τα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1).
Το νομικό πλαίσιο
2 Όσον αφορά τους ιδίους πόρους της Ενώσεως, η απόφαση 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 293, σ. 9), καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 2002, από την απόφαση 2000/597.
3 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2000/597:
«1. Συνιστούν ιδίους πόρους εγγραφομένους στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα έσοδα από:
β) τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που έχουν θεσπιστεί ή θα θεσπιστούν από τα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη […]
[…]».
4 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2000/597 ορίζει τα εξής:
«Οι ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων που [διαλαμβάνονται] στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, εισπράττονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις οι οποίες προσαρμόζονται, ενδεχομένως, στις απαιτήσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων.
Η Επιτροπή προβαίνει, σε τακτά διαστήματα, σε [έλεγχο] των εθνικών διατάξεων που της κοινοποιούν τα κράτη μέλη, ανακοινώνει [σ’ αυτά] τις προσαρμογές που κρίνει αναγκαίες προς συμμόρφωσή τους προς τις κοινοτικές ρυθμίσεις και υποβάλλει έκθεση στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή.
Τα κράτη μέλη θέτουν τους πόρους που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως δ΄, στη διάθεση της Επιτροπής.»
5 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000, το οποίο περιέχεται στον τίτλο Ι που επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα [εφόσον] πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.»
6 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 3, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1150/2000, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο II του εν λόγω κανονισμού, που επιγράφεται «Λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων», προβλέπει ότι:
«1. Λογαριασμοί των ιδίων πόρων, υποδιαιρούμενοι κατά είδος αυτών, τηρούνται στο Δημόσιο Ταμείο κάθε κράτους μέλους ή στον οργανισμό που ορίζεται από αυτό.
2. Για τις ανάγκες της παρακολούθησης των ιδίων πόρων, ο λογαριασμός κλείνει το νωρίτερο στις 13.00 της τελευταίας εργάσιμης ημέρας του μήνα της βεβαίωσης.
3. α) Οι απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία [καλούμενα συνήθως “λογιστικά βιβλία Α”], υπό την επιφύλαξη του στοιχείου β΄ της παρούσας παραγράφου, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί το μήνα κατά το οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση.
β) Οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ διότι δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι' αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται, εντός της προθεσμίας του στοιχείου α΄, σε χωριστά λογιστικά βιβλία [καλούμενα συνήθως “λογιστικά βιβλία Β”]. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε περίπτωση που οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί [και] καλύπτονται από εγγυήσεις αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας.»
7 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο III του εν λόγω κανονισμού, που επιγράφεται «Απόδοση των ιδίων πόρων», ορίζει ότι:
«Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στον λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για τον σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει. […]»
8 Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000, το οποίο περιλαμβάνεται στον ίδιο τίτλο III:
«Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, η εγγραφή των ιδίων πόρων που [διαλαμβάνονται] στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.
Πάντως, για τις απαιτήσεις που βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, καταχωρούνται σε χωριστά λογιστικά βιβλία [λογιστικά βιβλία Β], η εγγραφή πρέπει να γίνει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την 19η ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της είσπραξης των απαιτήσεων.»
9 Το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/2000 προβλέπει τα εξής:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που [διαλαμβάνεται] στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο [ισχύει καθ’] όλη την περίοδο υπερημερίας.»
10 Στον τίτλο VII του κανονισμού 1150/2000, ο οποίος επιγράφεται «Διατάξεις περί του ελέγχου», περιλαμβάνεται το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 2, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 2, έσοδα να αποδίδονται στην Επιτροπή κατά τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
2. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα έσοδα, μόνον εάν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας. Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τα σχετικά ποσά εφόσον αποδεικνύεται, μετά από διεξοδική εξέταση όλων των στοιχείων της εν λόγω περίπτωσης, ότι είναι οριστικά αδύνατον να εισπράξουν τα οφειλόμενα για λόγους πέραν της ευθύνης τους. Οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση που προβλέπει η παράγραφος 3, εφόσον τα ποσά υπερβαίνουν το ισόποσο των 10 000 ευρώ, μετατρεπομένων σε εθνικό νόμισμα με την ισοτιμία της πρώτης εργάσιμης ημέρας του Οκτωβρίου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους· στην έκθεση αυτή πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους το κράτος μέλος δεν μπόρεσε να αποδώσει τα εν λόγω ποσά. Η Επιτροπή διαθέτει προθεσμία έξι μηνών για να ανακοινώσει, ενδεχομένως, τις παρατηρήσεις της στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.»
11 Ο κανονισμός 1150/2000 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 2028/2004 του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2004 (ΕΕ L 352, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 28 Νοεμβρίου 2004.
12 Το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει πλέον τα εξής:
«Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα οφειλόμενα έσοδα που βεβαιώθηκαν ως μη ανακτήσιμα:
α) είτε για λόγους ανωτέρας βίας·
β) είτε για άλλους λόγους που δεν μπορούν να τους καταλογισθούν.
Τα ποσά των βεβαιωθέντων δασμών δηλώνονται ως μη ανακτήσιμα με απόφαση της αρμόδιας διοικητικής αρχής που βεβαιώνει την αδυναμία ανάκτησης.
Τα ποσά των βεβαιωθέντων οφειλόμενων ποσών χαρακτηρίζονται μη ανακτήσιμα το αργότερο μετά την παρέλευση πενταετίας από την ημερομηνία κατά την οποία βεβαιώθηκε το ποσό σύμφωνα με στο άρθρο 2 ή, σε περίπτωση διοικητικής ή δικαστικής προσφυγής, από την κοινοποίηση, γνωστοποίηση ή δημοσίευση της οριστικής απόφασης.
Σε περίπτωση τμηματικής πληρωμής ή πληρωμών, η πενταετία προσμετράται το αργότερο από την ημερομηνία της τελευταίας πραγματικής πληρωμής, στο βαθμό που με την πληρωμή αυτή δεν εξοφλείται η οφειλή.
Τα ποσά που δηλώνονται ή χαρακτηρίζονται μη ανακτήσιμα εκπίπτουν οριστικά από τη χωριστή λογιστική [τα λογιστικά βιβλία τύπου Β] που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄. Τα ποσά αυτά αναφέρονται σε παράρτημα της τριμηνιαίας κατάστασης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, καθώς και, ενδεχομένως, στην τριμηνιαία κατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 5.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
13 Κατόπιν καταγγελίας περί τελωνειακών παρατυπιών στην τελωνειακή περιφέρεια του Τάραντα (Ιταλία), η Επιτροπή, με το από 27 Οκτωβρίου 2003 έγγραφο, ζήτησε από τις ιταλικές αρχές την παροχή διευκρινίσεων.
14 Με την απάντησή τους, οι αρχές αυτές διαβίβασαν στην Επιτροπή την από 18 Φεβρουαρίου 2003 έκθεση εσωτερικού ελέγχου, από την οποία προέκυπτε ότι:
– στις 27 Φεβρουαρίου και στις 7 Απριλίου 1997, οι ιταλικές τελωνειακές αρχές χορήγησαν, μεταξύ άλλων, στη Fonderie SpA (στο εξής: Fonderie), σειρά αδειών για την κατασκευή δύο ιδιωτικών τελωνειακών αποθηκών τύπου C και για τη μεταποίηση των εκεί ευρισκόμενων τεμαχίων αλουμινίου, που εμπίπτουν στη δασμολογική κλάση 7601, για την οποία οφείλεται δασμός 6 %, σε απορρίμματα αλουμινίου, που εμπίπτουν στη δασμολογική κλάση 7602, για την οποία παρέχεται αδασμολόγητο, χρησιμοποιώντας τη διαδικασία της μεταποιήσεως υπό τελωνειακή επιτήρηση·
– οι επίμαχες άδειες εκδόθηκαν κατά παράβαση της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας και είχαν ως συνέπεια ότι, κατά το χρονικό διάστημα από το 1997 έως το 2002, δεν βεβαιώθηκαν και δεν εισπράχθηκαν οι κοινοτικοί ίδιοι πόροι, η δε τελωνειακή οφειλή υπολογίζεται σε περίπου 46,6 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες·
– κατόπιν διοικητικής ενστάσεως την οποία κατέθεσε εταιρία δραστηριοποιούμενη στον ίδιο τομέα, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές ανακάλεσαν τις επίμαχες άδειες στις 4 Δεκεμβρίου 2002 και βεβαίωσαν τις απαιτήσεις των Κοινοτήτων επί των οικείων ιδίων πόρων·
– εκτός των εμπλεκομένων εταιριών, και ορισμένοι υπάλληλοι των ιταλικών τελωνείων κρίθηκαν υπεύθυνοι για το ποσό της τελωνειακής οφειλής και για τη χορήγηση των παρανόμων αδειών, ασκήθηκε δε εναντίον τους ποινική δίωξη λόγω «διακεκριμένης λαθρεμπορίας» και «νοθεύσεως δημοσίων εγγράφων».
15 Με το από 30 Σεπτεμβρίου 2005 έγγραφο, οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή συμπληρωματικά στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε ότι το συνολικό ποσό των διαφυγόντων κοινοτικών εσόδων ανερχόταν στα 22 730 818,35 ευρώ, ποσό το οποίο είχε καταχωρισθεί, κατά τον Μάρτιο, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2003, σε χωριστά λογιστικά βιβλία [τύπου Β], κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000.
16 Κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ των ιταλικών αρχών και της Επιτροπής, η δεύτερη απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία το από 23 Μαρτίου 2007 έγγραφο οχλήσεως με το οποίο την καλούσε να της αποδώσει, το ταχύτερο δυνατό, ποσό ύψους 22 730 818,35 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους ιδίους πόρους που η ίδια είχε βεβαιώσει και να καταχωρίσει το ποσό αυτό στο παράρτημα της μηνιαίας καταστάσεως των λογιστικών βιβλίων Α, τα οποία διαλαμβάνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1150/2000.
17 Οι ιταλικές αρχές απήντησαν με το έγγραφο της 7ης Μαΐου 2007, με το οποίο εξέφρασαν τη διαφωνία τους προς την άποψη της Επιτροπής. Ειδικότερα, οι ιταλικές αρχές υποστήριξαν ότι εν προκειμένω δεν επρόκειτο για «σφάλμα» ή «αμέλεια» των αρχών, αλλά για το ζημιογόνο αποτέλεσμα εκ προθέσεων ενεργειών τρίτων, οι οποίες συνιστούσαν απάτη και δεν μπορούσαν να καταλογισθούν στο ιταλικό Δημόσιο.
18 Στις 23 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη με την οποία της ζητούσε να λάβει, εντός δίμηνης προθεσμίας από τη λήψη της, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταβάλει στην Επιτροπή ποσό 22 730 818,35 ευρώ, ως ιδίους πόρους των Κοινοτήτων. Στις 24 Δεκεμβρίου 2007, οι ιταλικές αρχές απήντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη, διατυπώνοντας εκ νέου τις αντιρρήσεις τους στις αιτιάσεις της Επιτροπής.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
20 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2008, επετράπη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να παρέμβει υπέρ της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Επί της προσφυγής
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8 της αποφάσεως 2000/597 και των άρθρων 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού 1150/2000
Επιχειρήματα των διαδίκων
21 Η Επιτροπή, μολονότι διαπιστώνει ότι οι ιταλικές τελωνειακές αρχές φρονούν ότι τόσο η παράτυπη χορήγηση των αδειών όσο και η λειτουργία των επίμαχων τελωνειακών καθεστώτων αποτελούν συνέπεια της απάτης που διέπραξαν δημόσιοι υπάλληλοι αυτού του κράτους μέλους, υποστηρίζει ότι το ιταλικό Δημόσιο δεν μπορεί να απεκδυθεί της ευθύνης του όσον αφορά τις συνέπειες διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν στο όνομά του. Έτσι, χωρίς να πρέπει πρώτα να αναμένεται η έκβαση της ποινικής διαδικασίας ή η έκβαση της διαδικασίας καταβολής από τους οφειλέτες, το ιταλικό Δημόσιο οφείλει να αναλάβει τις δημοσιονομικές συνέπειες των ενεργειών των διοικητικών οργάνων του. Ως εκ τούτου, το αν η παρατυπία πρέπει να καταλογισθεί στην ιταλική διοίκηση είτε λόγω σφάλματος ή απάτης που διέπραξαν υπάλληλοί της είτε λόγω παραλείψεως ασκήσεως της δέουσας εποπτείας είτε τέλος λόγω συστηματικής παράτυπης πρακτικής έχει δευτερεύουσα σημασία μόνο.
22 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο του συστήματος των κοινοτικών ιδίων πόρων και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας, δεν επιτρέπεται το κράτος μέλος να απαλλαγεί της ευθύνης του όσον αφορά το ποσό της τελωνειακής οφειλής που ανέκυψε ευθέως λόγω πράξεων της δημοσίας διοικήσεώς του. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, δεν μπορεί η Κοινότητα να φέρει τον δημοσιονομικό κίνδυνο της εκ των υστέρων εισπράξεως του ποσού από τους οφειλέτες του.
23 Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως συνδέονται αδιαμφισβήτητα με ποινικώς κολάσιμες πράξεις. Δεδομένου ότι η ποινική ευθύνη είναι υποκειμενική, τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να καταλογισθούν στη διοίκηση στην οποία υπάγονταν οι διεφθαρμένοι δημόσιοι υπάλληλοι.
24 Η Ιταλική Δημοκρατία υπενθυμίζει ότι, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά των οποίων η είσπραξη δεν κατέστη δυνατή για λόγους ανωτέρας βίας. Σύμφωνα με το κράτος μέλος αυτό, συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας οσάκις το καθού έπραξε ό,τι ήταν λογικώς δυνατό, πλην όμως, για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή του, που συνδέονται με εκ προθέσεως τελεσθείσες και συνιστώσες απάτη ενέργειες οι οποίες είναι ξένες προς αυτό, δεν κατέστη δυνατό να αποτρέψει την τέλεση κολάσιμης πράξεως. Οι παράνομες ενέργειες των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν γεγονός ξένο προς τη Διοίκηση και προς το καθήκον εποπτείας και ελέγχου που αυτή υπέχει. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να καταλογισθεί στο ιταλικό Δημόσιο αντικειμενική ευθύνη για την καταβολή των κοινοτικών πόρων, λαμβανομένης υπόψη της ασκήσεως τόσο ποινικής διώξεως όσο και αστικής αγωγής κατά των υπευθύνων για τις ενέργειες αυτές, καθώς και της επιμέλειας που επεδείχθη κατά το στάδιο του ελέγχου και της καταστολής των εν λόγω ενεργειών.
25 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η ανωτέρα βία αποτελεί πράγματι περίσταση απαλλακτική κάθε ευθύνης για τον λόγο ότι οφείλεται σε γεγονός ξένο προς τον φορέα, στο πλαίσιο του οποίου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός και ο οποίος υφίσταται κατ’ ανάγκη τις παρενέργειες του γεγονότος αυτού. Εν προκειμένω, αντιθέτως, υφίσταται εκ προθέσεως ενέργεια των δημοσίων υπαλλήλων εντός της διοικήσεως στην οποία και καταλογίζεται η δραστηριότητα των υπαλλήλων αυτών. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για ανωτέρα βία, αλλά για παράνομη ενέργεια εθνικής διοικήσεως που πρέπει να καταλογισθεί ευθέως στην Ιταλική Δημοκρατία.
26 Το εν λόγω κράτος μέλος αντιτείνει ότι οσάκις δημόσιος υπάλληλος ενεργεί για τα δικά του, και δη παράνομα, συμφέροντα, αδιαφορώντας πλήρως για τα υπηρεσιακά καθήκοντά του, θέτει εαυτόν εκτός της διοικητικής μονάδας στην οποία υπηρετεί. Σε διαφορετική περίπτωση, οποιαδήποτε συμπεριφορά δημοσίου υπαλλήλου κράτους μέλους, ακόμη και αυτή που συνιστά απάτη, θα συνεπαγόταν την ευθύνη της διοικήσεως, εν προκειμένω του κράτους μέλους με το οποίο, θεωρητικά, συνδέεται ο δράστης της πράξεως αυτής.
27 Με το υπόμνημά της παρεμβάσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε, μετά το πέρας της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, να ζητήσει την απόδοση των ιδίων πόρων, διότι, κατά τον χρόνο αυτόν, δεν υφίστατο παράβαση καταλογιστέα στο οικείο κράτος μέλος.
28 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται καταρχάς ότι ορθώς οι ιταλικές αρχές καταχώρισαν τους επίμαχους ίδιους πόρους στα λογιστικά βιβλία Β και όχι Α, δεδομένου ότι επρόκειτο για δασμούς που είχαν βεβαιωθεί, αλλά δεν είχαν ακόμη εισπραχθεί και για τους οποίους δεν είχε συσταθεί καμία ασφάλεια. Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υφίστατο υποχρέωση μεταφοράς των ποσών που είχαν βεβαιωθεί από τα λογιστικά βιβλία Β στα λογιστικά βιβλία Α.
29 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπενθυμίζει, επίσης, ότι από τη διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, προκύπτει, καταρχήν, ότι η υποχρέωση αποδόσεως των δασμών που καταχωρίσθηκαν στα λογιστικά βιβλία Β προϋποθέτει την προηγούμενη είσπραξη των ποσών εκ μέρους κάθε κράτους μέλους.
30 Από την αρχή αυτή χωρεί παρέκκλιση μόνον κατ’ εξαίρεση, βάσει του άρθρου 17, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσθέτει ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπουν τις προϋποθέσεις απαλλαγής των κρατών μελών από την υποχρέωσή τους να αποδίδουν στην Επιτροπή τους ίδιους πόρους που έχουν καταχωρισθεί στα λογιστικά βιβλία Β, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η προϋπόθεση τα ποσά να είναι μη ανακτήσιμα. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, εφόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, δηλαδή εφόσον τα ποσά τα οποία οι εθνικές αρχές δήλωσαν ως μη ανακτήσιμα ήταν στην πραγματικότητα δυνατό να εισπραχθούν, τα κράτη μέλη υπέχουν, κατ’ εξαίρεση, την υποχρέωση να αποδώσουν στην Επιτροπή τους ίδιους πόρους, τούτο δε προ της εισπράξεώς τους.
31 Εν προκειμένω, όμως, οι εθνικές αρχές δεν δήλωσαν τα επίμαχα ποσά ως μη ανακτήσιμα, ούτε τα είχαν καταχωρίσει στην κατηγορία των ποσών που χαρακτηρίζονται ως μη ανακτήσιμα. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα έπρεπε να παρέλθει η πενταετής προθεσμία, την οποία προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, και η οποία αρχίζει από την καταχώριση των πόρων στα λογιστικά βιβλία Β, για να μπορεί η Επιτροπή να επιβάλει στην Ιταλική Δημοκρατία την πληρωμή των πόρων αυτών. Καθόσον η προθεσμία αυτή δεν είχε λήξει πριν τον Ιούλιο του 2008, πρέπει να συναχθεί ότι το κράτος μέλος αυτό δεν είχε παραβεί τις υποχρεώσεις του κατά το πέρας της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, δηλαδή στο τέλος του Δεκεμβρίου του 2007.
32 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή αντιτείνει ότι, βάσει του άρθρου 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και του άρθρου 93, παράγραφος 4, του Κανονισμού του Διαδικασίας, ο παρεμβαίνων δεν μπορεί να προβάλει, με το υπόμνημά του παρεμβάσεως, ισχυρισμούς που μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν το πλαίσιο της ένδικης διαφοράς όπως έχει καθορισθεί με το εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής. Η επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως όσον αφορά τον κανονισμό 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, πρέπει επομένως να κριθεί απαράδεκτη, καθόσον εκφεύγει εντελώς του νομικού πλαισίου που καθόρισαν οι διάδικοι και στερείται σημασίας ως προς τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι ιταλικές αρχές.
33 Εν πάση περιπτώσει, η συλλογιστική αυτή στερείται ερείσματος, δεδομένου ότι, αφενός μεν, η ειδική διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν μπορεί, συνολικά, να τύχει εφαρμογής, αφετέρου δε, ούτε η πενταετής προθεσμία που προβλέπει η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή. Κατά την Επιτροπή, η διαδικασία αυτή μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνο στην περίπτωση των πόρων που νομίμως καταχωρίσθηκαν στα λογιστικά βιβλία Β και οι οποίοι, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποδοθούν στις Κοινότητες καθώς είναι μη ανακτήσιμοι. Εν προκειμένω, αντιθέτως, τα επίμαχα ποσά καταχωρίσθηκαν στα λογιστικά βιβλία Β λόγω σφάλματος που διέπραξαν οι ιταλικές αρχές, οι οποίες θα έπρεπε να τα έχουν καταχωρίσει στα λογιστικά βιβλία Α κατά τον χρόνο της εισαγωγής –και του συνακόλουθου εκτελωνισμού– των εμπορευμάτων τα οποία αφορούσαν οι άδειες που χορήγησαν παρανόμως οι ίδιες αυτές αρχές.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
34 Όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2000/597, οι ίδιοι πόροι της Ενώσεως που διαλαμβάνονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της εν λόγω αποφάσεως εισπράττονται από τα κράτη μέλη, τα οποία υποχρεούνται να αποδώσουν τους πόρους αυτούς στην Επιτροπή.
35 Βάσει του άρθρου 17, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1150/2000, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στους βεβαιωθέντες δασμούς σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου κανονισμού να αποδίδονται στην Επιτροπή. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνον οσάκις η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας ή οσάκις αποδεικνύεται ότι είναι οριστικώς αδύνατο να εισπράξουν την οφειλή για λόγους που δεν μπορούν να τους καταλογισθούν (βλ., σχετικώς, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005, C‑392/02, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 2005, σ. I‑9811, σκέψη 66).
36 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ούτε η ύπαρξη τελωνειακής οφειλής ούτε το ποσό των ιδίων πόρων, το οποίο, εξάλλου, βεβαιώθηκε από τις ιταλικές αρχές.
37 Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η μη είσπραξη των ιδίων πόρων δεν οφείλεται σε διοικητικά σφάλματα καταλογιστέα στις εθνικές αρχές, αλλά σε συνιστώσες απάτη ενέργειες τελωνειακών υπαλλήλων οι οποίοι έδρασαν σε συνεννόηση με τους υπεύθυνους της εμπλεκόμενης εταιρίας. Μια τέτοια συμπεριφορά διαρρηγνύει κατ’ ανάγκη την αιτιώδη συνάφεια που υφίσταται μεταξύ της διοικήσεως και της ζημιογόνου πράξεως, καθιστώντας, ως εκ τούτου, δυνατή την αναγνώριση της υπάρξεως ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000.
38 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
39 Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι η συμπεριφορά οποιουδήποτε κρατικού οργάνου καταλογίζεται, καταρχήν, στο οικείο κράτος. Η έννοια του οργάνου περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο ή φορέα που έχει την ιδιότητα αυτή σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους. Το γεγονός ότι η συμπεριφορά αυτού του προσώπου ή φορέα, που έχει εξουσιοδοτηθεί να ασκεί κρατική εξουσία και ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, συνιστά παράβαση του νόμου, υπέρβαση αρμοδιοτήτων ή αντιβαίνει στις εντολές των ιεραρχικώς ανωτέρων δεν αναιρεί την κρίση αυτή.
40 Εν προκειμένω, από την έκθεση εσωτερικού ελέγχου της 18ης Φεβρουαρίου 2003, την οποία διαβίβασαν στην Επιτροπή οι ιταλικές τελωνειακές αρχές, προκύπτει ότι με αποφάσεις, αντιστοίχως, της 27ης Φεβρουαρίου και της 7ης Απριλίου 1997, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές χορήγησαν παρανόμως στη Fonderie άδειες για την κατασκευή δύο ιδιωτικών τελωνειακών αποθηκών τύπου C και για τη μεταποίηση των εκεί ευρισκόμενων τεμαχίων αλουμινίου σε απορρίμματα αλουμινίου, υπάγοντας κατά συνέπεια τα επίμαχα προϊόντα σε καθεστώς δασμολογικής ατέλειας, μολονότι αυτά υπόκεινται κανονικά σε δασμούς.
41 Από την εν λόγω έκθεση προκύπτει επίσης ότι οι προαναφερθείσες παρανομίες είχαν ως συνέπεια να μη βεβαιωθούν οι απαιτήσεις επί των ιδίων πόρων της Ενώσεως και να μην εισπραχθούν από το 1997 έως το 2002.
42 Δεν αμφισβητείται ότι κατά τον χρόνο της παράνομης χορηγήσεως των αδειών οι τελωνειακοί υπάλληλοι ασκούσαν τα καθήκοντά τους.
43 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι πράξεις αυτές, τις οποίες τέλεσαν οι δημόσιοι υπάλληλοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τελέσθηκαν στο πλαίσιο της δημοσίας διοικήσεως.
44 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι παράνομες ενέργειες της εθνικής διοικήσεως πρέπει να καταλογισθούν στην Ιταλική Δημοκρατία.
45 Εν συνεχεία, τίθεται το ζήτημα αν αυτό το κράτος μπορεί βάσιμα να επικαλεσθεί λόγους ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του να αποδώσει τα ποσά που αντιστοιχούν στους βεβαιωθέντες δασμούς.
46 Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της ανωτέρας βίας περιλαμβάνει περιστάσεις ξένες προς αυτόν που την επικαλείται, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ’ όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1987, 145/85, Denkavit België, Συλλογή 1987, σ. 565, σκέψη 11, καθώς και της 5ης Οκτωβρίου 2006, C‑105/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2006, σ. I‑9659, σκέψη 89, και C‑377/03, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2006, σ. I‑9733, σκέψη 95).
47 Ένα από τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της ανωτέρας βίας είναι η επέλευση γεγονότος ξένου προς το πρόσωπο που επιδιώκει να την επικαλεσθεί, δηλαδή η επέλευση γεγονότος εκτός της σφαίρας παρεμβάσεως του προσώπου αυτού.
48 Εξάλλου, όπως επεσήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 31 των προτάσεών της, η Ιταλική Δημοκρατία, επιχειρώντας να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη, δεν μπορεί να αντιτάξει βάσιμα την ύπαρξη ανωτέρας βίας, ισχυριζόμενη ότι οι παρατυπίες δεν αποκαλύφθηκαν στο πλαίσιο των τακτικών ελέγχων, αλλά αποκλειστικά λόγω της καταγγελίας ανταγωνίστριας επιχειρήσεως. Καθόσον εν προκειμένω η αιτία για τη μη είσπραξη των δασμών εμπίπτει στο πεδίο ευθύνης της Ιταλικής Δημοκρατίας, τα συγκεκριμένα μέτρα που θα μπορούσαν ή όχι να αποτρέψουν τις επίμαχες ενέργειες στερούνται πλέον σημασίας.
49 Από τα εκτεθέντα στις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται ότι η επίμαχη εν προκειμένω συμπεριφορά των τελωνειακών υπαλλήλων δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ξένη προς τη διοικητική μονάδα στην οποία υπηρετούν. Δεν αποδείχθηκε εξάλλου ότι οι συνέπειες αυτής της καταλογιστέας στην Ιταλική Δημοκρατία συμπεριφοράς δεν θα μπορούσαν να αποτραπούν παρά την επιμέλεια που επέδειξε αυτό το κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεσθεί βάσιμα την ανωτέρα βία προκειμένου να απαλλαγεί της υποχρεώσεώς του να αποδώσει στην Επιτροπή τους ίδιους πόρους της Ενώσεως.
50 Τέλος, όσον αφορά την υποχρέωση της Ιταλικής Δημοκρατίας να αποδώσει στην Επιτροπή το ποσό που αντιστοιχεί στους βεβαιωθέντες δασμούς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, σε περίπτωση κατά την οποία σφάλμα των τελωνειακών αρχών κράτους μέλους έχει ως συνέπεια να μην εισπραχθούν οι ίδιοι πόροι της Ενώσεως, δεν αίρεται εντούτοις η υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να καταβάλει τους δασμούς που βεβαιώθηκαν, καθώς και τόκους υπερημερίας (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 63, και απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, C‑275/07, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2009, σ. I‑2005, σκέψη 100).
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, κράτος μέλος που παραλείπει να βεβαιώσει απαίτηση της Ενώσεως επί των ιδίων πόρων και δεν αποδίδει το αντίστοιχο ποσό στην Επιτροπής, χωρίς να πληρούται κάποια εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ενώσεως και ειδικότερα από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 2000/597 (βλ., σχετικώς, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, C‑19/05, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 2007, σ. I‑8597, σκέψη 32).
52 Όσον αφορά, εξάλλου, την παρέμβαση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προς στήριξη των αιτημάτων της Ιταλικής Δημοκρατίας, επιβάλλονται οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
53 Κατά το άρθρο 40, παράγραφος 4, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, τα αιτήματα που προβάλλονται με δικόγραφο παρεμβάσεως μπορούν να σκοπούν μόνο στην υποστήριξη των αιτημάτων του ενός των διαδίκων.
54 Επίσης, το άρθρο 93, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι το υπόμνημα παρεμβάσεως περιέχει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προβάλλει ο παρεμβαίνων.
55 Ζητώντας, όπως και η Ιταλική Δημοκρατία, την απόρριψη της προσφυγής της Επιτροπής, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, με το υπόμνημά της παρεμβάσεως, έναν πρόσθετο ισχυρισμό αμύνης σε σχέση με αυτούς στους οποίους στήριξε την επιχειρηματολογία του το καθού κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν παρέβη τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Οργανισμού και του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 547, και της 15ης Ιουλίου 2004, C‑501/00, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑6717, σκέψεις 131 έως 157).
56 Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το υπόμνημα παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
57 Ο ισχυρισμός τον οποίο προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, περί του ότι η παράβαση που προσάπτεται στην Ιταλική Δημοκρατία δεν υφίστατο κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, προϋποθέτει ότι οι τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε ο κανονισμός 2028/2004 στον κανονισμό 1150/2000, και ειδικότερα στο άρθρο του 17, παράγραφος 2, έχουν εν προκειμένω εφαρμογή.
58 Συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι, καθόσον οι ιταλικές αρχές δεν είχαν δηλώσει τα επίμαχα ποσά ως μη ανακτήσιμα, ούτε τα είχαν χαρακτηρίσει ως τέτοια, θα έπρεπε να παρέλθει η πενταετής προθεσμία του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, η οποία τρέχει από την καταχώριση των βεβαιωμένων δασμών στα λογιστικά βιβλία Β –δηλαδή από τους μήνες Μάρτιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2003–, προκειμένου να μπορούσε η Επιτροπή να επιβάλει στην Ιταλική Κυβέρνηση την καταβολή των δασμών αυτών. Καθόσον η προθεσμία αυτή δεν είχε εκπνεύσει προ του Ιουλίου του 2008, η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε παραβεί τις υποχρεώσεις της κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δηλαδή κατά το τέλος του μηνός Δεκεμβρίου του 2007.
59 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η υπό κρίση διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως σκοπεί στο να αναγνωρισθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ενώσεως, λόγω της αρνήσεώς της να αποδώσει στην Επιτροπή ίδιους πόρους της Ενώσεως προερχόμενους από εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των ετών 1997 και 2002, οι βεβαιωθέντες δασμοί επί των οποίων καταχωρίσθηκαν από το κράτος μέλος αυτό στα λογιστικά βιβλία Β κατά τους μήνες Μάρτιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2003, ενώ ο κανονισμός 2028/2004 τέθηκε σε ισχύ μόλις στις 28 Νοεμβρίου 2004.
60 Κατά πάγια νομολογία, οι διαδικαστικής φύσεως διατάξεις έχουν κατά κανόνα εφαρμογή επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο της θέσεώς τους σε ισχύ, αντιθέτως προς τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, για τις οποίες γίνεται κατά κανόνα δεκτό ότι δεν αφορούν τις διαμορφωθείσες προ της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Meridionale Industria Salumi κ.λπ., Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9, και της 1ης Ιουλίου 2004, C‑361/02 και C‑362/02, Τσάπαλος και Διαμαντάκης, Συλλογή 2004, σ. I‑6405, σκέψη 19).
61 Το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, καθιερώνει νέα διαδικασία η οποία καθιστά δυνατό στις διοικητικές αρχές των κρατών μελών είτε να δηλώνουν ότι ορισμένα ποσά βεβαιωθέντων δασμών είναι μη ανακτήσιμα είτε να χαρακτηρίζουν ως μη ανακτήσιμα τα ποσά βεβαιωθέντων δασμών το αργότερο μετά την πάροδο πενταετίας από τον χρόνο βεβαιώσεως του ποσού. Τα ποσά αυτά παύουν οριστικώς να είναι καταχωρισμένα στα λογιστικά βιβλία Β και, με την επιφύλαξη αντιρρήσεως της Επιτροπής ως προς τους λόγους που προβάλλουν τα κράτη μέλη τα οποία επικαλούνται την ύπαρξη ανωτέρας βίας ή άλλους λόγους που δεν μπορούν να καταλογισθούν σ’ αυτά, τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση να αποδώσουν τα εν λόγω ποσά στο θεσμικό όργανο αυτό.
62 Τροποποιώντας το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, ο νομοθέτης της Ενώσεως θέλησε να καθιερώσει νέο μηχανισμό διαδικασίας προκειμένου να διορθώσει τις ατέλειες του παλαιού συστήματος διπλής λογιστικής, προβλέποντας ότι ορισμένα ποσά βεβαιωθέντων δασμών που δεν μπόρεσαν να εισπραχθούν παύουν να είναι καταχωρισμένα στα λογιστικά βιβλία Β, χωρίς τα κράτη μέλη να υποχρεούνται να τα αποδώσουν στην Επιτροπή.
63 Ο σκοπός αυτός συνάγεται, μεταξύ άλλων, από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2028/2004, κατά την οποία «[τ]ο σύστημα της διπλής λογιστικής, που καθιερώθηκε το 1989, αποσκοπεί στο να γίνεται διάκριση μεταξύ εισπραχθέντων και οφειλομένων δασμών. Το σύστημα αυτό πέτυχε μόνον εν μέρει τους στόχους του όσον αφορά τον μηχανισμό εκκαθάρισης της χωριστής λογιστικής. Κατά τους ελέγχους από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και την Επιτροπή επισημάνθηκαν πράγματι επανειλημμένα ανωμαλίες κατά την τήρηση της χωριστής λογιστικής [τύπου Β], οι οποίες δεν δίνουν τη δυνατότητα στη λογιστική αυτή να αντανακλά την πραγματική κατάσταση [όσον αφορά την είσπραξη]. Η χωριστή λογιστική θα πρέπει να εκκαθαρίζεται από τα ποσά των οποίων η είσπραξη αποδεικνύεται αβέβαιη στο πέρας δεδομένης περιόδου και των οποίων η διατήρηση στρεβλώνει το υπόλοιπο».
64 Όσον αφορά διατάξεις διαδικαστικής φύσεως, αυτές, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε με τη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να τύχουν εφαρμογής στην υπό κρίση διαφορά.
65 Πρέπει, πάντως, να επισημανθεί εξαρχής ότι η δυνατότητα των κρατών μελών να απαλλάσσονται από την υποχρέωσή τους να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στους βεβαιωθέντες δασμούς επιβάλλει όχι μόνον την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, αλλά και την τακτική καταχώριση των ποσών αυτών στα λογιστικά βιβλία Β.
66 Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν λογαριασμούς των ιδίων πόρων στο Δημόσιο Ταμείο ή στον οργανισμό που ορίζουν προς τούτο. Κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 3, στοιχεία α΄ και β΄, του ιδίου άρθρου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταχωρίζουν στα λογιστικά βιβλία Α τις απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται του μηνός κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση, με την επιφύλαξη της δυνατότητας καταχωρίσεως, εντός της ιδίας προθεσμίας, στα λογιστικά βιβλία Β των απαιτήσεων που έχουν βεβαιωθεί, αλλά «δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί» και για τις οποίες «δεν έχει συσταθεί καμία ασφάλεια», καθώς και των απαιτήσεων που έχουν βεβαιωθεί και «καλύπτονται από εγγυήσεις, πλην όμως αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεως και ενδέχεται να υποστούν τροποποιήσεις συνεπεία αντιδικίας» (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 74).
67 Εξάλλου, προς απόδοση των ιδίων πόρων, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 υποχρεώνει κάθε κράτος μέλος να πιστώνει το ποσό των ιδίων πόρων στον λογαριασμό που έχει ανοιγεί προς τούτο στο όνομα της Επιτροπής σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού. Κατά την παράγραφο 1 της διατάξεως του άρθρου 10, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα εισπράξεως, η λογιστική εγγραφή των ιδίων πόρων διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται του μηνός κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού, πλην των απαιτήσεων που καταχωρίζονται στη λογιστικά βιβλία Β κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού και των οποίων η λογιστική εγγραφή πρέπει να διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται του μηνός της «εισπράξεως» (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 75).
68 Η εγγραφή των ιδίων πόρων στα λογιστικά βιβλία Β συνιστά εξαίρεση, χαρακτηριστικό της οποίας είναι η δυνατότητα των κρατών μελών είτε να μην αποδώσουν τις απαιτήσεις αυτές στην Επιτροπή ήδη από της βεβαιώσεώς τους, καθόσον δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000 είτε να απαλλαγούν της υποχρεώσεως να το πράξουν εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν να εισπραχθούν για λόγους ανωτέρας βίας ή άλλους που δεν μπορούν να καταλογισθούν στα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.
69 Υπό τις συνθήκες αυτές, για να επικαλεσθεί την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως, το κράτος μέλος οφείλει να καταχωρίζει τις βεβαιωθείσες απαιτήσεις στα λογιστικά βιβλία τηρώντας το δίκαιο της Ενώσεως.
70 Εν προκειμένω, η μη βεβαίωση και η μη είσπραξη των απαιτήσεων επί των ιδίων πόρων της Ενώσεως που προέρχονται από δασμούς επί των εισαγωγών που πραγματοποίησε η Fonderie μεταξύ των ετών 1997 και 2002 οφείλεται στη συμπεριφορά των Ιταλών τελωνειακών υπαλλήλων, η οποία, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με τη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να καταλογισθεί στην Ιταλική Δημοκρατία.
71 Εάν η συμπεριφορά αυτή ήταν σύμφωνη με τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 2, παράγραφοι 1 και 2, και 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1150/2000, οι απαιτήσεις επί των επίμαχων ιδίων πόρων θα είχαν βεβαιωθεί ήδη από την πραγματοποίηση των εισαγωγών και του συνακόλουθου εκτελωνισμού και, επομένως, θα είχαν καταχωρισθεί στα λογιστικά βιβλία Α το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η του δευτέρου μηνός που έπεται αυτού κατά τον οποίο βεβαιώθηκαν οι απαιτήσεις.
72 Ως εκ τούτου, όπως επεσήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 77 των προτάσεών της, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει, αφενός, να αντιμετωπισθεί, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από το 1997 έως το 2002, ως εάν είχε βεβαιώσει τις απαιτήσεις και τις είχε καταχωρίσει στα λογιστικά βιβλία A. Αφετέρου, το κράτος μέλος αυτό δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την καταχώριση στα λογιστικά βιβλία B, επειδή, στο μέτρο που δεν βεβαίωσε τις απαιτήσεις, η πλήρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000 οφείλεται στο ίδιο το κράτος μέλος.
73 Δεδομένου ότι οι ιταλικές αρχές καταχώρισαν παρατύπως τις απαιτήσεις επί των ιδίων πόρων στα λογιστικά βιβλία Β, στην περίπτωσή τους δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, όπως έχει τροποποιηθεί.
74 Συνεπώς, ο πρόσθετος ισχυρισμός αμύνης τον οποίο προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ
75 Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ, την οποία επίσης προβάλλει η Επιτροπή, αρκεί η επισήμανση ότι παρέλκει η διαπίστωση παραβάσεως των γενικών υποχρεώσεων που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου αυτό, διαφορετικής από τη διαπιστωθείσα παράβαση των ειδικότερων υποχρεώσεων τις οποίες υπείχε η Ιταλική Δημοκρατία από το άρθρο 8 της αποφάσεως 2000/597 και από τα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού 1150/2000 (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 36).
76 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη αποδίδοντας στην Επιτροπή τους ιδίους πόρους που αντιστοιχούν στην τελωνειακή οφειλή που προέκυψε από την εκ μέρους της εδρεύουσας στο Μπάρι Direzione Compartimentale delle Dogane per le Regioni Puglia e Basilicata παράτυπη χορήγηση, από της 27ης Φεβρουαρίου 1997, αδειών κατασκευής και διαχειρίσεως τελωνειακών αποθηκών τύπου C στον Τάραντα, ακολούθως δε αδειών μεταποιήσεως υπό τελωνειακή επιτήρηση και τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, μέχρι την ανάκλησή τους στις 4 Δεκεμβρίου 2002, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8 της αποφάσεως 2000/597 και από τα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού 1150/2000.
Επί των δικαστικών εξόδων
77 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει τα έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη αποδίδοντας στην Επιτροπή τους ιδίους πόρους που αντιστοιχούν στην τελωνειακή οφειλή που προέκυψε από την εκ μέρους της εδρεύουσας στο Μπάρι Direzione Compartimentale delle Dogane per le Regioni Puglia e Basilicata παράτυπη χορήγηση, από της 27ης Φεβρουαρίου 1997, αδειών κατασκευής και διαχειρίσεως τελωνειακών αποθηκών τύπου C στον Τάραντα, ακολούθως δε αδειών μεταποιήσεως υπό τελωνειακή επιτήρηση και τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, μέχρι την ανάκλησή τους στις 4 Δεκεμβρίου 2002, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8 της αποφάσεως 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και από τα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει τα έξοδά της.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy