Υπόθεση C-346/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2001/80/ΕΚ – Ρύπανση και βλαβερές εκπομπές – Εγκαταστάσεις καύσεως – Περιορισμός των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων – Μη εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth (Ηνωμένο Βασίλειο)»
Περίληψη της αποφάσεως
Περιβάλλον – Ατμοσφαιρική ρύπανση – Οδηγία 2001/80 – Πεδίο εφαρμογής – Μεγάλες εγκαταστάσεις καύσεως – Παρεκκλίσεις
(Οδηγία 2001/80 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 2, σκέψη 7, εδ. 2, πρώτη περίοδος)
Δεδομένου ότι η οδηγία 2001/80, για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων ορίζει ως εγκατάσταση καύσεως «κάθε τεχνική συσκευή στην οποία οξειδώνονται καύσιμα με σκοπό τη χρησιμοποίηση της παραγόμενης θερμότητας, το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι υλικό προϊόν καύσεως. Τα προϊόντα καύσεως είναι, ειδικότερα, τα καυσαέρια, η τέφρα και τα λοιπά κατάλοιπα, όπως και η θερμότητα που παράγεται κατά την καύση, δεδομένου ότι η οδηγία 2001/80 ορίζει ως εγκατάσταση καύσεως «κάθε τεχνική συσκευή στην οποία οξειδώνονται καύσιμα με σκοπό τη χρησιμοποίηση της παραγόμενης θερμότητας». Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι ούτε υλικό προϊόν καύσεως ούτε υλικό προϊόν θερμότητος, αλλά προκύπτει από σειρά εργασιών στο πλαίσιο των οποίων η καύση απελευθερώνει θερμότητα που χρησιμοποιείται για την παραγωγή σε λέβητα ατμού, ο οποίος με τη σειρά του προκαλεί στρόβιλο και, τέλος, παράγει ηλεκτρικό ρεύμα. Προκειμένου να θεωρηθεί ότι το ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί «προϊόν καύσεως» θα ήταν απαραίτητη μία τόσο διασταλτική ερμηνεία της έννοιας αυτής ώστε να περιληφθούν και άλλα προϊόντα, τα οποία δεν προκύπτουν απευθείας από καύση και τα οποία δεν αντιστοιχούν στη συνήθη έννοια του συγκεκριμένου όρου τόσο στο επιστημονικό λεξιλόγιο όσο και στην καθομιλουμένη.
Το άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/80 δεν περιορίζεται να διευκρινίσει την έννοια της εγκαταστάσεως καύσεως, αλλά εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ορισμένες εγκαταστάσεις. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διατάξεως αυτής συνάγεται εξάλλου ρητώς από το γράμμα αυτής, καθώς προβλέπει ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε εγκαταστάσεις που προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας, εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούν απευθείας τα προϊόντα καύσης σε κάποια διαδικασία παραγωγής. Η συσταλτική ερμηνεία της διατάξεως αυτής επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο, λόγω του ότι ο αποκλεισμός ορισμένων εγκαταστάσεων καύσεως από το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας αντιβαίνει προς τον ίδιο τον σκοπό της. Πράγματι, η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην καταπολέμηση της οξινίσεως μέσω του περιορισμού των εκπομπών του διοξειδίου του θείου και του οξειδίου του αζώτου στις οποίες συμβάλλουν σημαντικά οι μεγάλες εγκαταστάσεις καύσεως, στις οποίες περιλαμβάνονται οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η επέκταση της εξαιρέσεως του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της εν λόγω οδηγίας στους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, των οποίων η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος χρησιμοποιείται απευθείας σε διαδικασία παραγωγής, θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω οδηγίας.
(βλ. σκέψεις 36-37, 40-42)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 22ας Απριλίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2001/80/ΕΚ – Ρύπανση και βλαβερές εκπομπές – Εγκαταστάσεις καύσεως – Περιορισμός των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων – Μη εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth (Ηνωμένο Βασίλειο)»
Στην υπόθεση C‑346/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 25 Ιουλίου 2008,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Oliver και A. Alcover San Pedro, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου από τον L. Seeboruth, επικουρούμενο από τον D. Wyatt, QC,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský, T. von Danwitz, Γ. Αρέστη και D. Šváby (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης (ΕΕ L 309, σ. 1), παραλείποντας να διασφαλίσει την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας αυτής στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που εκμεταλλεύεται η Rio Tinto Alcan Smelting and Power (UK) Ltd (στο εξής: Alcan) στο Lynemouth, στο βορειοανατολικό τμήμα της Αγγλίας.
Το νομικό πλαίσιο
2 Η οδηγία 2001/80, που αντικατέστησε την οδηγία 88/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1988, για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης (ΕΕ L 336, σ. 1), εντάσσεται στην κοινοτική στρατηγική της καταπολεμήσεως της οξινίσεως και αποσκοπεί στον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του θείου, οξειδίων του αζώτου και κονιορτού από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσεως με ονομαστική θερμική ισχύ ίση ή μεγαλύτερη των 50 ΜW. Ο περιορισμός αυτός επιβάλλεται με τα παραρτήματα III έως VII της οδηγίας 2001/80, τα οποία προβλέπουν την εφαρμογή στις εγκαταστάσεις αυτές οριακών τιμών εκπομπών, οι οποίες εκφράζονται ως μέγιστες συγκεντρώσεις των ρύπων αυτών στα καυσαέρια.
3 Κατά την έκτη και την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/80:
«(6) Οι υφιστάμενες μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης συμβάλλουν σημαντικά στις εκπομπές διοξειδίου του θείου και οξειδίων του αζώτου στην Κοινότητα, οι οποίες είναι ανάγκη να μειωθούν· συνεπώς, είναι αναγκαίο να προσαρμοστεί η προσέγγιση αναλόγως των διαφορετικών χαρακτηριστικών του τομέα των μεγάλων εγκαταστάσεων καύσης στα κράτη μέλη.
[…]
(11) Οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα του κλάδου των μεγάλων εγκαταστάσεων καύσης.»
4 Το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«Η παρούσα οδηγία αφορά τις εγκαταστάσεις καύσης με ονομαστική θερμική ισχύ τουλάχιστον ίση προς 50 MW, ασχέτως του είδους του χρησιμοποιούμενου καυσίμου (στερεό, υγρό ή αέριο).»
5 Το άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
[…]
7) “εγκατάσταση καύσης”: κάθε τεχνική συσκευή στην οποία οξειδώνονται καύσιμα με σκοπό τη χρησιμοποίηση της παραγόμενης θερμότητας.
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται μόνο στις εγκαταστάσεις καύσης που προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας, εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούν απευθείας τα προϊόντα καύσης σε κάποια διαδικασία παραγωγής. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εγκαταστάσεις καύσης:
α) τις εγκαταστάσεις όπου τα προϊόντα καύσης χρησιμοποιούνται για την απευθείας θέρμανση, την ξήρανση ή οποιαδήποτε άλλη κατεργασία αντικειμένων ή υλικών π.χ. κάμινοι αναθέρμανσης, κάμινοι θερμικής κατεργασίας·
β) τις εγκαταστάσεις μετάκαυσης, δηλαδή κάθε τεχνική συσκευή που προορίζεται για τον καθαρισμό των καυσαερίων με καύση και δεν λειτουργεί ως αυτόνομη εγκατάσταση καύσης·
γ) τις εγκαταστάσεις αναγέννησης των καταλυτών που χρησιμοποιούνται στην καταλυτική πυρόλυση·
δ) τις εγκαταστάσεις μετατροπής του υδρόθειου σε θείο·
ε) τους αντιδραστήρες που χρησιμοποιούνται στη χημική βιομηχανία·
στ) τις συστοιχίες καμίνων κοκ·
ζ) τους προθερμαντήρες αέρος υψικαμίνων·
η) οποιαδήποτε τεχνική συσκευή που χρησιμοποιείται για την προώθηση οχήματος, πλοίου ή αεροσκάφους·
θ) τους αεριοστροβίλους που χρησιμοποιούνται σε εξέδρες ανοικτής θάλασσας·
ι) τους αεριοστροβίλους που έχουν λάβει άδεια πριν από 27 Νοεμβρίου 2002 ή για τους οποίους, κατά την αρμόδια αρχή, υποβάλλεται πλήρης αίτηση για χορήγηση αδείας πριν από 27 Νοεμβρίου 2002 εφόσον η εν λόγω εγκατάσταση τεθεί σε λειτουργία το αργότερο 27 Νοεμβρίου 2003, με την επιφύλαξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του παραρτήματος VIII μέρη (Α) και (Β).
Δεν εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία οι ντιζελοκίνητες, βενζινοκίνητες ή αεριοκίνητες μηχανές.
Στην περίπτωση που δύο ή περισσότερες ξεχωριστές νέες εγκαταστάσεις εγκαθίστανται κατά τρόπο ώστε, κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών, να είναι δυνατόν, λαμβανομένων των περιπτώσεων των τεχνικών και οικονομικών παραγόντων, τα καυσαέριά τους να απορρίπτονται από κοινή καπνοδόχο, το σύνολο των εγκαταστάσεων αυτών θεωρείται ως μια ενιαία μονάδα. […]»
6 Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/80, τα κράτη μέλη έπρεπε να περιορίσουν αισθητώς τις εκπομπές των εγκαταστάσεων καύσεως που είχαν τεθεί σε λειτουργία το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2008, είτε λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις να τηρούν τις οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στα παραρτήματα της οδηγίας είτε εξασφαλίζοντας ότι οι εγκαταστάσεις υπόκεινται στο εθνικό σχέδιο μείωσης των εκπομπών. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας, κάθε κράτος μέλος που έχει επιλέξει να εφαρμόσει το εθνικό του σχέδιο μειώσεως των εκπομπών υποχρεούται να το ανακοινώσει στην Επιτροπή το αργότερο στις 27 Νοεμβρίου 2003 και αυτή υποχρεούται να εκτιμήσει εντός εξαμήνου από την προαναφερθείσα ανακοίνωση εάν το σχέδιο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 6.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
7 Με έγγραφο της 27ης Νοεμβρίου 2003, το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε στην Επιτροπή την πρώτη εκδοχή του εθνικού του σχεδίου μείωσης των εκπομπών, κατά το οποίο ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth συγκαταλεγόταν μεταξύ των εγκαταστάσεων στις οποίες εφαρμοζόταν η οδηγία 2001/80. Στις 28 Απριλίου 2005, το εν λόγω κράτος μέλος παρουσίασε επικαιροποιημένο σχέδιο στο οποίο συγκαταλεγόταν επίσης ο συγκεκριμένος σταθμός. Εντούτοις, απέσυρε τον σταθμό αυτό από την αναθεωρημένη έκδοση του εθνικού σχεδίου μειώσεως των εκπομπών, το οποίο ανακοινώθηκε στην Επιτροπή στις 28 Φεβρουαρίου 2006.
8 Με έγγραφο της 4 Σεπτεμβρίου 2006 η Επιτροπή επισήμανε στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι η απόσυρση αυτή δεν ήταν σύμφωνη με την οδηγία 2001/80. Με την από 2 Φεβρουαρίου 2007 απάντησή του, το εν λόγω κράτος μέλος ισχυρίστηκε ότι ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth έπρεπε να υπαχθεί στην ευνοϊκή γενική εξαίρεση του άρθρου 2, σημείο 7, της οδηγίας επειδή ήταν εξ ολοκλήρου ενταγμένος σε εργοστάσιο συντήξεως αλουμινίου και χρησίμευε μόνον για την παραγωγή αλουμινίου. Υπογράμμισε επίσης τις περιορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις του ως άνω σταθμού και το ενδεχόμενο η Alcan να αναγκαστεί να παύσει να εκμεταλλεύεται το χυτήριο αλουμινίου σε περίπτωση που ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα έπρεπε να υπαχθεί στους προβλεπόμενους από την οδηγία περιορισμούς.
9 Στις 29 Ιουνίου 2007, η Επιτροπή απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο απάντησε το κράτος μέλος με έγγραφο της 31ης Αυγούστου 2007.
10 Στις 23 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή επειδή δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση αυτή, απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε το συγκεκριμένο κράτος μέλος να θέσει τέρμα στην προσαπτόμενη παράβαση εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της γνώμης αυτής.
11 Η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, καθόσον δεν πείστηκε από τα επιχειρήματα που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο με την από 21 Δεκεμβρίου 2007 απάντησή του στην αιτιολογημένη γνώμη.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
12 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η οδηγία 2001/80 τυγχάνει εφαρμογής στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth και υπενθυμίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο συμμεριζόταν αρχικά την άποψη αυτή, καθώς είχε συμπεριλάβει την επίμαχη εγκατάσταση στις διάφορες εκδοχές του εθνικού του σχεδίου μείωσης των εκπομπών και την απέσυρε μόνο στο πλαίσιο της αναθεωρημένης μορφής του που ανακοινώθηκε στην Επιτροπή στις 28 Φεβρουαρίου 2006.
13 Κατά την Επιτροπή, η οδηγία 2001/80 τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις εγκαταστάσεις καύσεως εξαιρουμένων εκείνων που αποκλείονται ρητώς στο άρθρο 2, σημείο 7, αυτής, ήτοι:
– των εγκαταστάσεων καύσεως που δεν προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας (στο εξής: εξαίρεση 1)·
– των εγκαταστάσεων καύσεως που χρησιμοποιούν απευθείας τα προϊόντα καύσης σε κάποια διαδικασία παραγωγής (στο εξής: εξαίρεση 2)·
– των εγκαταστάσεων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, περιπτώσεις α΄ έως στ΄, που συνιστούν αποτύπωση των εξαιρέσεων 1 και 2, καθώς και
– των διαφόρων sui generis εξαιρέσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία ζ΄ έως ι΄, και στο ίδιο άρθρο 2, σημείο 7, τρίτο εδάφιο.
14 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι όλες οι εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως στ΄, της οδηγίας 2001/80 εμπίπτουν στις εξαιρέσεις 1 ή 2 και ότι είναι λογικό να εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής, καθώς η μεθοδολογία ή οι οριακές τιμές εκπομπών που θεσπίζει η εν λόγω οδηγία δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε αυτές ευχερώς. Εκθέτει συναφώς ότι σκοπός της οδηγίας 2001/80 είναι να ρυθμίσει τις εκπομπές που προκαλεί η καύση (η οξίδωση) των καυσίμων και ότι η διαδικασία με την οποία υπολογίζονται οι οριακές τιμές εκπομπών βασίζεται στην παραδοχή ότι οι εκπομπές που αναμένονται μετά την καύση του καυσίμου που χρησιμοποιείται για την τροφοδοσία της εγκαταστάσεως καύσεως είναι προβλέψιμες. Όταν τα θερμά καυσαέρια που προκύπτουν από τη διαδικασία καύσεως του καυσίμου αναμειγνύονται με άλλες ουσίες που δεν σχετίζονται φυσιολογικά με την προ της εκπομπής διαδικασία καύσεως, τα αποτελέσματα δεν είναι αρκούντως προβλέψιμα και οι οριακές τιμές εκπομπών που ορίζει η εν λόγω οδηγία όσον αφορά την καύση καυσίμου δεν μπορούν να εφαρμοστούν.
15 Η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι οι εγκαταστάσεις του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία ζ΄ έως ι΄, της οδηγίας 2001/80 δεν σχετίζονται ούτε με την εξαίρεση 1 ούτε με την εξαίρεση 2 και ισχυρίζεται ότι αυτές αντιστοιχούν σε sui generis εξαιρέσεις.
16 Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα τους «cowpers» (προθερμαντήρες αέρος) υψικαμίνων του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 2001/80, στο παράδειγμα των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο βασίζει κατά βάση τη θέση του, η Επιτροπή εκθέτει ότι οι εν λόγω «cowpers» είναι εξοπλισμένοι με πυρίμαχα τούβλα που θερμαίνονται κατά την άμεση επαφή τους με τα θερμά καυσαέρια που προκύπτουν από την καύση του καυσίμου, και τα θερμά τούβλα χρησιμοποιούνται ακολούθως για τη θέρμανση του ψυχρού αέρα που κυκλοφορεί πάνω από αυτά, προκειμένου να παραχθεί «θερμός αέρας», ο οποίος διοχετεύεται στη συνέχεια στην υψικάμινο. Δεδομένης της θερμάνσεως των τούβλων, οι εν λόγω «cowpers» διαφέρουν θεμελιωδώς έναντι των λοιπών τύπων εγκαταστάσεως καύσεως. Εξάλλου, συχνά προκαλούνται ρωγμές στην επένδυση με τούβλα των θαλάμων, οι οποίες ρωγμές οδηγούν στην ανάμειξη του αερίου που προέρχεται από την καύση από τα άκαυστα αέρια των υψικαμίνων. Λόγω των δύο αυτών δεδομένων, οι οριακές τιμές εκπομπών που προβλέπει η εν λόγω οδηγία δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν ευχερώς στους «cowpers».
17 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι καμία από τις συναρτώμενες προς την εξαίρεση 2 εγκαταστάσεις που προβλέπουν οι διατάξεις δεν συνεπάγεται τη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος σε διαδικασία παραγωγής ή τη χρήση προϊόντων καύσεως εκτός της εγκαταστάσεως καύσεως καθαυτής.
18 Παρότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth δεν εμπίπτει στην εξαίρεση 1, δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτόν η ευνοϊκή εξαίρεση 2, καθώς αυτή δεν χρησιμοποιεί απευθείας προϊόν καύσεως στις διαδικασίες παραγωγής.
19 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αν έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η ευθεία χρήση κατά τη διαδικασία παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνεπάγεται την υπαγωγή αυτού στην εξαίρεση 2, πλείονες εγκαταστάσεις καύσεως θα εξέφευγαν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2001/80, γεγονός το οποίο θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
20 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth είναι η ένατη μεγαλύτερη πηγή εκπομπής διοξειδίου του θείου του Ηνωμένου Βασιλείου, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 4 % των συνολικών εκπομπών του αέριου αυτού ρύπου που έχουν δηλωθεί στο εν λόγω κράτος μέλος.
21 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι ένας σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που προορίζεται για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου μέσω ηλεκτρολύσεως και ο οποίος έχει κατασκευασθεί αποκλειστικώς προς τον σκοπό αυτό αποτελεί μέρος τεχνικού συστήματος το οποίο περιλαμβάνει εγκατάσταση καύσεως προοριζόμενη για την παραγωγή ενέργειας, που χρησιμοποιεί απευθείας προϊόντα καύσεως κατά τη διάρκεια κατασκευαστικών εργασιών και, συνεπώς, πληροί τις προϋποθέσεις απαλλαγής του άρθρου 2, σημείο 7, της οδηγίας 2001/80.
22 Κατά πρώτον, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι το παραγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα χρησιμοποιείται απευθείας στις διαδικασίες παραγωγής αλουμινίου. Το εργοστάσιο που εκμεταλλεύεται η Alcan δεν μπορεί, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, να χρησιμοποιήσει κατά τον ίδιο τρόπο το ηλεκτρικό ρεύμα που προέρχεται από το εθνικό δίκτυο.
23 Κατά δεύτερον, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η ηλεκτρική ενέργεια που παράγει ένας σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που λειτουργεί με άνθρακα αποτελεί έμμεσο προϊόν καύσεως. Συνεπώς, το άρθρο 2, σημείο 7, της οδηγίας 2001/80 αφορά όχι μόνο την απευθείας χρήση των προϊόντων καύσεως αλλά και την έμμεση χρήση των προϊόντων καύσεως. Η ενέργεια, όπως ο ηλεκτρισμός, που παράγεται από την οξίδωση των καυσίμων, πρέπει να θεωρείται προϊόν καύσεως, δεδομένου ότι μόνο στις εγκαταστάσεις καύσεως οξειδώνονται τα καύσιμα που προβλέπει η συγκεκριμένη οδηγία για την παραγωγή ενέργειας. Από το ως άνω άρθρο 2, σημείο 7, δεν προκύπτει ευκρινώς αν αυτό αφορά μόνο τα άμεσα προϊόντα καύσεως και δεν θα ήταν ενδεδειγμένο να συναχθεί μια ερμηνεία της διατάξεως αυτής κατ’ αυτή την έννοια. Πρέπει να υπάρχει άμεση σχέση όχι μεταξύ της καύσεως και της διαδικασίας παραγωγής, αλλά μεταξύ των προϊόντων καύσεως και της διαδικασίας παραγωγής. Συνεπώς, εν προκειμένω, δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ του ηλεκτρικού ρεύματος που παράγεται από την καύση και της χρησιμοποιούμενης διαδικασίας παραγωγής, καθώς το ηλεκτρικό ρεύμα χρησιμοποιείται από την τελευταία για την παραγωγή αλουμινίου.
24 Η αναφορά στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 2001/80 σε «cowpers» υψικαμίνων επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η απαλλαγή δεν τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικώς υπό τη στενή έννοια που προτείνει η Επιτροπή. Το Ηνωμένο Βασίλειο υπενθυμίζει, συναφώς, ότι από το αρχικό σύστημα που προέβλεπε το άρθρο 2, σημείο 7, της οδηγίας 88/609 προκύπτει ότι οι τεχνικές που απαριθμούνται στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο α΄ ή γ΄, της οδηγίας 2001/80 αποτελούν ειδικά παραδείγματα εγκαταστάσεων καύσεως που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας, είτε επειδή δεν προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας είτε επειδή χρησιμοποιούν απευθείας προϊόντα καύσεως στη διαδικασία παραγωγής. Συγκεκριμένα, ο θερμός αέρας που χρησιμοποιείται στους «cowpers» αναθερμαίνεται όχι απευθείας από την οξείδωση του καυσίμου αλλά εμμέσως κατόπιν της οξειδώσεως του καυσίμου που θερμαίνει τα πυρίμαχα τούβλα, τα οποία θερμαίνουν με τη σειρά τους τον αέρα που τροφοδοτεί τις διαδικασίες παραγωγής. Η ενέργεια που παράγεται έμμεσα κατ’ αυτόν τον τρόπο προσομοιάζει ακριβώς με προϊόν καύσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, της οδηγίας 2001/80, παρότι πρόκειται για έμμεσο προϊόν καύσεως, κατά τον ίδιο τρόπο που το ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί τέτοιου είδους έμμεσο προϊόν καύσεως στην περίπτωση του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth. Κατά την ορθή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 2, σημείο 7, ο «cowper» συνδέεται με την υψικάμινο κατά τον ίδιο τρόπο που ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth συνδέεται με το χυτήριο αλουμινίου που εκμεταλλεύεται η Alcan. Τόσο ο ένας όσο και το άλλο είναι πηγές ενέργειας ενταγμένες σε διαδικασίες παραγωγής.
25 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, οι «cowpers» των υψικαμίνων που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 2001/80 δεν αποτελούν sui generis εξαίρεση. Από το άρθρο 2, σημείο 7, της οδηγίας 88/609 προκύπτει σαφώς ότι οι sui generis εξαιρέσεις προβλέπονται στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία θ΄ έως ι΄, της οδηγίας 2001/80.
26 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου θίγει σοβαρά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/80, το συγκεκριμένο κράτος μέλος υποστηρίζει ότι θα ήταν παράλογο όλες οι εγκαταστάσεις καύσεως που παράγουν ηλεκτρικό ρεύμα προορισμένο να χρησιμοποιηθεί εμμέσως σε κατασκευαστικές εργασίες να μην υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας. Υπογραμμίζει ότι μια εγκατάσταση εξαιρείται μόνο όταν έχει σχεδιαστεί με αποκλειστικό σκοπό την τροφοδοσία διαδικασίας παραγωγής με ηλεκτρικό ρεύμα. Όλα τα παραδείγματα που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως θ΄, της εν λόγω οδηγίας αφορούν δέσμιες πηγές ενέργειας, που έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί προς εξυπηρέτηση των προβλεπόμενων διαδικασιών και δραστηριοτήτων. Υποστηρίζει ότι το μόνο προϊόν καύσεως του οποίου γίνεται μνεία είναι αυτό που περικλείει ενέργεια.
27 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης απέκλεισε τις εγκαταστάσεις από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/80 όχι για να αποτρέψει τα επουσιώδη μειονεκτήματα για τα εθνικά ρυθμιστικά όργανα, αλλά για να εξισορροπήσει το οικολογικό όφελος και το οικονομικό κόστος της υπαγωγής των εγκαταστάσεων αυτών στο εν λόγω πεδίο εφαρμογής. Όσον αφορά την επίμαχη εγκατάσταση, το οικονομικό και κοινωνικό κόστος που σχετίζονται με την υπαγωγή αυτής στην εν λόγω οδηγία, θα υπερέβαινε, λόγω του κινδύνου παύσεως της λειτουργίας της εγκαταστάσεως αυτής που θα συνεπαγόταν την απώλεια 4 000 θέσεων εργασίας, άμεσων ή έμμεσων, σε μια περιοχή όπου η ανεργία είναι υψηλή, το ελάχιστο οικολογικό όφελος που θα προέκυπτε από την υπαγωγή αυτή, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών ποσών που επένδυσε η Alcan προκειμένου να βελτιώσει την οικολογική απόδοσή της, της υποχρεώσεως περιορισμού των εκπομπών θείου δυνάμει της οδηγίας 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ L 24, σ. 8), καθώς και της αντικαταστάσεως της επίμαχης παραγωγής από εισαγωγές προερχόμενες από εγκαταστάσεις εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες διέπονται από ηπιότερο ρυθμιστικό πλαίσιο όσον αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα. Δεδομένου ότι η παραγωγή αλουμινίου καταναλώνει πολλή ενέργεια και για τον λόγο αυτό υφίσταται πιέσεις, η οδηγία 2001/80 πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ώστε να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι ειδικοί σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που παρέχουν ηλεκτρικό ρεύμα για χρήση σε διαδικασίες ηλεκτρολύσεως.
28 Σε απάντηση του επιχειρήματος της Επιτροπής κατά το οποίο, αφενός, τα λοιπά εργοστάσια παραγωγής αλουμινίου έπρεπε ήδη να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της οδηγίας 2001/80, και, αφετέρου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να παρασχεθεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο εργοστάσιο που εκμεταλλεύεται η Alcan, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι αν, ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής, αυτό οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι ισχύουν για όλες τις εγκαταστάσεις που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση. Ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth είναι η μόνη εγκατάσταση στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο που περιλαμβάνει δέσμια πηγή ενέργειας που έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος προορισμένου για χρήση σε διαδικασία ηλεκτρολύσεως.
29 Είναι λογικό να εξαιρούνται οι εγκαταστάσεις καύσεως που προορίζονται για την τροφοδοσία των διαδικασιών παραγωγής, καθώς έχουν μόνον έναν «εσωτερικό πελάτη» και κατά συνέπεια διαθέτουν ένα μόνο μέσο ανακτήσεως των πραγματοποιηθεισών δαπανών προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία 2001/80. Άλλωστε, τα τελικά προϊόντα της διαδικασίας παραγωγής συνιστούν πρώτες ύλες που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών στις διεθνείς αγορές και τελούν σε άμεση σχέση ανταγωνισμού με παραγωγούς εγκατεστημένους εκτός Ένωσης, που υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρή νομοθεσία ή παράγουν με μικρότερο κόστος, ενώ οι εγκαταστάσεις καύσεως που δεν προορίζονται για παραγωγή ενέργειας προμηθεύουν νέους πελάτες, συχνά άλλων κρατών μελών και δεν έχουν πραγματικούς ανταγωνιστές.
30 Το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο το άρθρο 2, σημείο 7, της οδηγίας 2001/80 θεσπίζει γενική αρχή, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ευρύ, και δύο εξαιρέσεις οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Η διάταξη αυτή περιέχει ορισμό των εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και ορισμούς εκείνων των εγκαταστάσεων που δεν υπάγονται σε αυτήν. Το Ηνωμένο Βασίλειο προσθέτει ότι, σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο τάχθηκε κατά της συσταλτικής ερμηνείας των εξαιρέσεων όταν τέτοιου είδους ερμηνεία δεν εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο από τις εν λόγω εξαιρέσεις σκοπό (απόφαση της 26ης Μαΐου 2005, C‑498/03, Kingcrest Asssociates και Montecello, Συλλογή 2005, σ. I‑4427, σκέψεις 29 και 32).
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
31 Το ζήτημα που τέθηκε με την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως είναι κατά πόσο ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth πρέπει να θεωρείται εγκατάσταση καύσεως στην οποία εφαρμόζεται η οδηγία 2001/80.
32 Καίτοι, όπως τονίζει η Επιτροπή, εκπλήσσει βεβαίως το γεγονός ότι, μολονότι είχε συμπεριλάβει τον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth στις εγκαταστάσεις καύσεως τις οποίες αφορά η εφαρμογή της οδηγίας 2001/80 στις δύο πρώτες εκδοχές του εθνικού σχεδίου μειώσεως των εκπομπών που ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή το 2003 και το 2005 δυνάμει της οδηγίας, όπως και σε όλες τις αναφορές ή έγγραφα που συντάχθηκαν από το 1990 σύμφωνα με την οδηγία 88/609, η οποία προηγήθηκε της οδηγίας 2001/80 και η οποία είχε συνταχθεί κατά τρόπο σχεδόν πανομοιότυπο όσον αφορά το επίμαχο σημείο, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει πλέον ότι ο επίμαχος σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δεν υπόκειται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2001/80, η περίσταση αυτή δεν ασκεί μολαταύτα επιρροή στο ζήτημα κατά πόσο ο συγκεκριμένος σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω οδηγίας.
33 Δεν αμφισβητείται ότι ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth είναι εγκατάσταση καύσεως με ονομαστική θερμική ισχύ ίση ή μεγαλύτερη των 50 ΜW κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2, σημείο 7, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2001/80.
34 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει εντούτοις ότι ο συγκεκριμένος σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ο οποίος κατασκευάστηκε αποκλειστικά με σκοπό την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος για την παραγωγή αλουμινίου σε γειτνιάζον χυτήριο, πληροί τις προϋποθέσεις απαλλαγής του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2001/80, κατά το οποίο η τελευταία δεν εφαρμόζεται στις εγκαταστάσεις καύσεως που προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας, με εξαίρεση εκείνες που χρησιμοποιούν απευθείας το προϊόν καύσεως κατά τις διαδικασίες ηλεκτρολύσεως.
35 Αληθεύει ασφαλώς ότι το ηλεκτρικό ρεύμα που παράγει ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth χρησιμοποιείται απευθείας στις εργασίες παραγωγής αλουμινίου. Ειδικότερα, κατά τη μέθοδο «Hall-Heroult» που εφαρμόζει η Alcan, τα αλουμίνια τροφοδοτούν έναν ηλεκτρολύτη στον οποίο διαλύονται και ηλεκτρικό ρεύμα περνάει από την άνοδο στην κάθοδο διαχωρίζοντας το αλουμίνιο σε άργιλο και οξυγόνο, παρέχοντας ταυτοχρόνως την απαιτούμενη για τη διατήρηση της τήξεως του ηλεκτρολύτη θερμότητα.
36 Εντούτοις, όπως προβάλλει η Επιτροπή, το ηλεκτρικό ρεύμα δεν συνιστά προϊόν καύσεως. Τα προϊόντα καύσεως είναι, ειδικότερα, τα καυσαέρια, η τέφρα και τα λοιπά κατάλοιπα, όπως και η θερμότητα που παράγεται κατά την καύση, δεδομένου ότι η οδηγία 2001/80 ορίζει ως εγκατάσταση καύσεως «κάθε τεχνική συσκευή στην οποία οξιδώνονται καύσιμα με σκοπό τη χρησιμοποίηση της παραγόμενης θερμότητας». Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι ούτε υλικό προϊόν καύσεως ούτε υλικό προϊόν θερμότητος, αλλά προκύπτει από σειρά εργασιών στο πλαίσιο των οποίων η καύση απελευθερώνει θερμότητα που χρησιμοποιείται για την παραγωγή σε λέβητα ατμού, ο οποίος με τη σειρά του προκαλεί στρόβιλο και, τέλος, παράγει ηλεκτρικό ρεύμα.
37 Προκειμένου να θεωρηθεί ότι το ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί «προϊόν καύσεως» θα ήταν απαραίτητη μία τόσο διασταλτική ερμηνεία της έννοιας αυτής ώστε να περιληφθούν και άλλα προϊόντα, τα οποία δεν προκύπτουν απευθείας από καύση και τα οποία δεν αντιστοιχούν στη συνήθη έννοια του συγκεκριμένου όρου τόσο στο επιστημονικό λεξιλόγιο όσο και στην καθομιλουμένη.
38 Αντίκειται εξάλλου στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/80 τέτοιου είδους διασταλτική ερμηνεία της έννοιας του προϊόντος καύσεως, εφόσον αφορά τις εγκαταστάσεις καύσεως που χρησιμοποιούν «απευθείας» προϊόν καύσεως σε διαδικασίες παραγωγής. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η άμεση χρήση προϊόντων καύσεως σε διαδικασία παραγωγής αν υπάρχουν ενδιάμεσα στάδια, όπως η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, μεταξύ της καύσεως και της διαδικασίας παραγωγής.
39 Επιχείρημα κατά της διασταλτικής ερμηνείας της εννοίας του προϊόντος καύσεως αποτελεί και το γεγονός ότι η έννοια αυτή καθορίζει το περιεχόμενο μιας εξαιρέσεως από τον γενικό κανόνα. Οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά, προκειμένου να μην καθίστανται κενές περιεχομένου οι γενικές ρυθμίσεις. (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑476/01, Συλλογή 2004, σ. I‑5205, σκέψη 72).
40 Ειδικότερα, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι προφανές ότι το άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/80 δεν περιορίζεται να διευκρινίσει την έννοια της εγκαταστάσεως καύσεως, αλλά εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ορισμένες εγκαταστάσεις. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διατάξεως αυτής συνάγεται εξάλλου ρητώς από το γράμμα αυτής, καθώς προβλέπει ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε εγκαταστάσεις που προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας, «εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούν απευθείας τα προϊόντα καύσης σε κάποια διαδικασία παραγωγής».
41 Η συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/80 επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο, λόγω του ότι ο αποκλεισμός ορισμένων εγκαταστάσεων καύσεως από το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας αντιβαίνει προς τον ίδιο τον σκοπό της. Πράγματι, όπως προκύπτει από την τέταρτη, πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη της ως άνω οδηγίας, αυτή αποσκοπεί στην καταπολέμηση της οξινίσεως μέσω του περιορισμού των εκπομπών του διοξειδίου του θείου και του οξειδίου του αζώτου στις οποίες συμβάλλουν σημαντικά οι μεγάλες εγκαταστάσεις καύσεως.
42 Τέλος, δεδομένου ότι οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προσδιορίζονται στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/80 ως οι κύριες εγκαταστάσεις καύσεως αυτής, η επέκταση της εξαιρέσεως του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της εν λόγω οδηγίας στους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, των οποίων η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος χρησιμοποιείται απευθείας σε διαδικασία παραγωγής, θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω οδηγίας.
43 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth η ευνοϊκή εξαίρεση του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/80, για τις εγκαταστάσεις καύσεως που χρησιμοποιούν απευθείας το προϊόν της καύσεως στις διαδικασίες παραγωγής.
44 Κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τη διαπίστωση αυτή.
45 Όσον αφορά, κατά πρώτον, το επιχείρημα κατά το οποίο οι εξαιρέσεις που προβλέπει η οδηγία 2001/80 βασίζονται σε στάθμιση αφενός του κόστους που προκύπτει από την εφαρμογή των οριακών τιμών εκπομπών και του οικολογικού οφέλους, ο απολογισμός του οποίου δικαιολογεί εν προκειμένω εξαίρεση του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, υπενθυμίζεται καταρχάς ότι η εν λόγω οδηγία δεν εκθέτει, από δε τις προπαρασκευαστικές εργασίες της δεν προκύπτουν, τους λόγους που δικαιολογούν τόσο τον γενικό και αφηρημένο αποκλεισμό των εγκαταστάσεων καύσεως που χρησιμοποιούν απευθείας το προϊόν καύσεως σε διαδικασίες παραγωγής όσο και τα παραδείγματα εγκαταστάσεως που του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως ζ΄, της οδηγίας 2001/80.
46 Κατά την Επιτροπή, η κατηγορία των εγκαταστάσεων καύσεως που εμπίπτει στην εξαίρεση αυτή αποκλείστηκε από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/80 λόγω της αναμείξεως των καυσαερίων της καύσεως με ρύπους κατά την απευθείας χρήση των προϊόντων καύσεως στις διαδικασίες παραγωγής, με αποτέλεσμα η μεθοδολογία και οι οριακές τιμές εκπομπών που προβλέπουν τα παραρτήματα της οδηγίας αυτής στις αυτοτελείς διαδικασίες καύσεως να μην είναι δυνατό να εφαρμοστούν άμεσα σε αυτές. Η Επιτροπή απέδειξε επίσης ότι σε όλους τους τύπους εγκαταστάσεων που προβλέπει το άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως ζ΄, της εν λόγω οδηγίας, αναμειγνύονται τα καυσαέρια της καύσεως, ενώ, αντιθέτως, δεν αμφισβητείται ότι η χρήση ηλεκτρικού ρεύματος για την παραγωγή αλουμινίου δεν έχει επίδραση στις εκπομπές που παρήγε ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth.
47 Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της ρυπάνσεως των καυσαερίων στις διάφορες εγκαταστάσεις του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως ζ΄, της οδηγίας 2001/80, αλλά υποστηρίζει ότι οι εξαιρέσεις βασίζονται, όχι στις δυσκολίες εφαρμογής της οδηγίας αυτής, αλλά σε στάθμιση κόστους-οφέλους.
48 Χωρίς να απαιτείται να διευκρινιστεί επακριβώς ο συγκεκριμένος σκοπός των ως άνω εξαιρέσεων, η επιχειρηματολογία του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί εφόσον η εξαίρεση που διατυπώνεται in abstracto στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/80 δεν μπορεί να βασιστεί σε στάθμιση κόστους-οφέλους. Ειδικότερα, είναι δυνατό να εκτιμήσει το κόστος και το όφελος που σχετίζονται με την εφαρμογή των οριακών τιμών εκπομπών όσον αφορά συγκεκριμένη εγκατάσταση, και μάλιστα για συγκεκριμένους τύπους εγκαταστάσεων, όπως αυτοί που προβλέπονται στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως ζ΄, της οδηγίας, αυτό όμως δεν ισχύει και για τις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν απευθείας τα προϊόντα καύσεως.
49 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, το επιχείρημα κατά το οποίο η ευνοϊκή εξαίρεση που εφαρμόζεται στους «cowpers» των υψικαμίνων, του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 2001/80 καταδεικνύει ότι στον όρο «προϊόν καύσεως» πρέπει να προσδίδεται ευρεία έννοια και ότι αυτός περιλαμβάνει έμμεσα προϊόντα καύσεως, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα, αρκεί να παρατηρηθεί ότι, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών της, η εξαίρεση αυτή αφορά την απευθείας χρήση προϊόντος καύσεως, ήτοι θερμότητας. Πράγματι, οι εν λόγω «cowpers» μεταδίδουν, μέσω των πυρίμαχων τούβλων, την θερμότητα που προέρχεται από την καύση στον αέρα, η οποία διοχετεύεται ακολούθως στην υψικάμινο, ώστε να διευκολυνθεί η παραγωγή χυτοσίδηρου.
50 Καίτοι οι «cowpers» των υψικαμίνων δεν συνιστούν ασφαλώς περίπτωση εφαρμογής της αφηρημένης εξαιρέσεως του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/80, καθόσον η θερμότητα που απελευθερώνεται από την καύση δεν χρησιμοποιείται κατά τρόπο έμμεσο, δεν μπορεί να συναχθεί εντούτοις ότι η εξαίρεση αυτή πρέπει να έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής οι εγκαταστάσεις οι οποίες χρησιμοποιούν έμμεσα προϊόντα καύσεως σε διαδικασίες παραγωγής.
51 Όπως παραδέχτηκε η Επιτροπή, πρόκειται για λανθασμένη διατύπωση, κατά την έννοια ότι οι εν λόγω «cowpers» συνιστούν sui generis εξαίρεση και όχι εφαρμογή της αφηρημένης εξαιρέσεως του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/80. Η Επιτροπή διευκρίνισε εντούτοις, χωρίς να αντικρουσθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο, τους ιδιαίτερους λόγους για τους οποίους οι οριακές τιμές εκπομπών που θεσπίζει η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζονται ευχερώς σε αυτόν τον τύπο εγκαταστάσεως, δεδομένου ότι η θέρμανση των πυρίμαχων τούβλων καθιστά τον «cowper» θεμελιωδώς διαφορετικό έναντι κάθε άλλου είδους εγκαταστάσεως καύσεως και ότι η συχνή εμφάνιση ρωγμών στην επένδυση του θαλάμου προκαλεί ανάμειξη των καυσαερίων που προέρχονται από την καύση με τα άκαυστα αέρια της υψικαμίνου. Ομοίως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στην υποσημείωση του σημείου 40 των προτάσεών της, οι «cowpers» των υψικαμίνων, προκειμένου να εξοικονομήσουν ενέργεια, καίνε συχνά αέριο που δημιουργείται εντός των υψικαμίνων, το οποίο είναι ήδη αναμεμειγμένο, με αποτέλεσμα, παρά τη χρήση της καλύτερης διαθέσιμης τεχνικής, να μην είναι δυνατή η τήρηση των οριακών τιμών εκπομπών που ορίζει η εν λόγω οδηγία.
52 Η προσθήκη, στο άρθρο 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία θ΄ έως ι΄, της οδηγίας 2001/80, συμπληρωματικών εξαιρέσεων για τρεις τύπους εγκαταστάσεων που δεν μπορούν προφανώς να υπαχθούν στη γενική και αφηρημένη εξαίρεση του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας αυτής επιβεβαιώνει, αντιθέτως, ότι η έννοια και την έκταση της συγκεκριμένης γενικής εξαιρέσεως δεν θα μπορούσαν να προσδιοριστούν στη βάση ειδικής εξαιρέσεως.
53 Υπογραμμίζεται επίσης ότι καμία από τις ειδικές εξαιρέσεις του άρθρου 2, σημείο 7, δεύτερο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως ζ΄, της οδηγίας 2001/80 δεν καλύπτει τη χρήση προϊόντων καύσεως εκτός της ίδιας της εγκαταστάσεως καύσεως ούτε τη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος σε διαδικασία παραγωγής.
54 Από τα σύνολο των προεκτεθεισών σκέψεων προκύπτει ότι η οδηγία 2001/80 εφαρμόζεται στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth και ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
55 Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι, παραλείποντας να διασφαλίσει την εφαρμογή της οδηγίας 200180 στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Lynemouth, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ως άνω οδηγία.
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, παραλείποντας να διασφαλίσει την εφαρμογή της οδηγίας 2001/80/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης, στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που εκμεταλλεύεται η Rio Tinto Alcan Smelting and Power (UK) Ltd στο Lynemouth, στο βορειοανατολικό τμήμα της Αγγλίας, παρέβη τις υποχρεώσεις παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy