Υπόθεση C-347/08
Vorarlberger Gebietskrankenkasse
κατά
WGV-Schwäbische Allgemeine Versicherungs AG
(αίτηση του Landesgericht Feldkirch
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρα 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 11, παράγραφος 2 – Διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων – Αυτοκινητικό ατύχημα – Εκ του νόμου εκχώρηση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος σε φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως – Αναγωγή κατά του ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου – Σκοπός προστασίας του ασθενέστερου διαδίκου»
Περίληψη της αποφάσεως
Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός 44/2001 – Διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων
(Κανονισμός 44/2001 του Συμβουλίου, άρθρα 9 § 1, στοιχείο β΄, και 11, § 2)
Η παραπομπή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, στον οποίο περιήλθαν εκ του νόμου οι αξιώσεις του άμεσα ζημιωθέντος εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, δεν μπορεί να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος ευθεία αγωγή κατά του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου του ατυχήματος αυτού. Συναφώς, το τμήμα 3 του κεφαλαίου II του κανονισμού 44/2001 καθιερώνει αυτοτελές σύστημα καταμερισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις ασφαλίσεων, με σκοπό να προστατεύεται ο ασθενέστερος διάδικος με κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας οι οποίοι είναι ευνοϊκότεροι για τα συμφέροντά του απ’ ό,τι οι γενικοί κανόνες. Ένας φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, όμως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι διάδικος ασθενέστερος οικονομικά και λιγότερο έμπειρος από νομικής απόψεως απ’ ό,τι ένας ασφαλιστής αστικής ευθύνης, οπότε δεν δικαιολογείται καμία ειδική προστασία όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των επαγγελματιών αυτών του τομέα των ασφαλίσεων.
(βλ. σκέψεις 40-43, 47 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 17ης Σεπτεμβρίου 2009 (*)
«Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρα 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 11, παράγραφος 2 – Διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων – Αυτοκινητικό ατύχημα – Εκ του νόμου εκχώρηση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος σε φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως – Αναγωγή κατά του ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου – Σκοπός προστασίας του ασθενέστερου διαδίκου»
Στην υπόθεση C‑347/08,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει των άρθρων 68 EK και 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Landesgericht Feldkirch (Αυστρία) με απόφαση της 14ης Ιουλίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Ιουλίου 2008, στο πλαίσιο της δίκης
Vorarlberger Gebietskrankenkasse
κατά
WGV-Schwäbische Allgemeine Versicherungs AG,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, A. Ó Caoimh, J. Klučka (εισηγητή), U. Lõhmus και P. Lindh, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: R. Şereş, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Ιουλίου 2009,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– το Vorarlberger Gebietskrankenkasse, εκπροσωπούμενο από τον A. Wittwer, Rechtsanwalt,
– η WGV-Schwäbische Allgemeine Versicherungs AG εκπροσωπούμενη από τον A. Weber, Rechtsanwalt,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη C. Pesendorfer και τον G. Kunnert,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Smolek,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Lumma και την J. Kemper,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. López-Medel Báscones,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την I. Bruni, επικουρούμενη από τη W. Ferrante, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τις A.‑M. Rouchaud-Joët και S. Grünheid,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο εκδικάσεως αναγωγικώς προβληθείσας αξιώσεως του Vorarlberger Gebietskrankenkasse, που εδρεύει στο Dornbirn (Αυστρία) (στο εξής: VGKK), κατά της WGV-Schwäbische Allgemeine Versicherungs AG, με έδρα τη Στουτγάρδη (Γερμανία) (στο εξής: WGV-SAV).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
Ο κανονισμός 44/2001
3 Η ενδέκατη, η δωδέκατη και η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001 έχουν ως εξής:
«(11) Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.
(12) Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.
(13) Στις συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας είναι σκόπιμο να προστατεύεται ο αδύναμος διάδικος με ευνοϊκότερους για τα συμφέροντά του κανόνες δικαιοδοσίας.»
4 Οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας του κανονισμού 44/2001 περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αποτελείται από τα άρθρα 2 έως 31.
5 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο περιλαμβάνεται στο εν λόγω κεφάλαιο II, τμήμα 1, που φέρει τον τίτλο «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»
6 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο περιλαμβάνεται στο ίδιο τμήμα, ορίζει ότι:
«Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.»
7 Με τα άρθρα του 8 έως 14, το τμήμα 3, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων», του εν λόγω κεφαλαίου II, προβλέπει κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίες σε υποθέσεις ασφαλίσεων.
8 Κατά το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού:
«Σε υποθέσεις ασφαλίσεων, η διεθνής δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το παρόν τμήμα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 και του άρθρου 5, σημείο 5.»
9 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Ο ασφαλιστής που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί:
α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του ή
β) σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον την αγωγή έχει ασκήσει ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου ο ενάγων έχει την κατοικία του […]
[…]».
10 Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001:
«Οι διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε περίπτωση ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, εφόσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται.»
Η οδηγία 2000/26/ΕΚ
11 Η οδηγία 2000/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 181, σ. 65), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2005/14/ΕK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005 (ΕΕ L 149, σ. 14, στο εξής: οδηγία 2000/26), προβλέπει στο άρθρο της 3, που έχει τον τίτλο «Ευθεία αγωγή», τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι αναφερόμενοι στο άρθρο 1 ζημιωθέντες σε ατυχήματα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης να διαθέτουν δικαίωμα άσκησης ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου.»
12 Προκειμένου να ορισθεί η έννοια του «ζημιωθέντος», το άρθρο 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας αυτής παραπέμπει στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136).
Η οδηγία 72/166
13 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 72/166, ως «ζημιωθείς» νοείται το πρόσωπο το οποίο δικαιούται την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από όχημα.
Η εθνική νομοθεσία
14 Κατά το άρθρο 332, παράγραφος 1, του γενικού νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων (Allgemeines Sozialversicherungsgesetz, στο εξής: ASVG):
«Σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπα τα οποία δικαιούνται παροχές βάσει των διατάξεων του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου [...] δύνανται να ζητήσουν την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν εξαιτίας της επελεύσεως του ασφαλιστικώς καλυπτόμενου κινδύνου, ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στις αξιώσεις αυτές, καθόσον υποχρεούται σε παροχές.»
15 Το άρθρο 1394 του αστικού κώδικα (Allgemeines bürgerliches Gesetzbuch) ορίζει ότι:
«Τα δικαιώματα του εκδοχέα είναι ίδια με αυτά του εκχωρητή όσον αφορά την εκχωρούμενη αξίωση.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16 Στις 10 Μαρτίου 2006, συνέβη τροχαίο ατύχημα σε αυτοκινητόδρομο στη Γερμανία, στο οποίο ενεπλάκησαν, αφενός, η C. Gaukel, οδηγός οχήματος ασφαλισμένου στη Γερμανία και συγκεκριμένα στην εταιρία WGV‑SAV όσον αφορά την ασφάλιση της αστικής ευθύνης, και, αφετέρου, η D. Kerti, οδηγός ετέρου οχήματος. Η δεύτερη οδηγός, λόγω της κυκλοφορίας, υποχρεώθηκε σε αιφνίδια τροχοπέδηση του οχήματός της. Το οδηγούμενο από την C. Gaukel όχημα, το οποίο ακολουθούσε ακριβώς πίσω από το όχημα της D. Kerti, συγκρούσθηκε με το όχημα της δεύτερης. Δεδομένου ότι συνεπεία της συγκρούσεως η D. Kerti υπέστη ρήξη μυϊκών ινών στο ύψος του αυχενικού σπονδύλου, υποβλήθηκε σε θεραπευτική αγωγή και της παρασχέθηκαν διάφορες ιατρικές φροντίδες. Επίσης, οι θεράποντες ιατροί της χορήγησαν βεβαίωση ανικανότητας προς εργασία από τις 15 έως τις 21 Μαρτίου 2006. Το VGKK, ως φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, προέβη στις αντίστοιχες παροχές προς την ασφαλισμένη του, την D. Kerti.
17 Κατά το χρονικό διάστημα από 2ας Ιανουαρίου 2006 έως 20ής Αυγούστου 2007, η D. Kerti κατοικούσε στο Bludenz (Αυστρία). Έκτοτε κατοικεί στο Ubstadt‑Weiher (Γερμανία).
18 Στηριζόμενο στην εκ του νόμου εκχώρηση των δικαιωμάτων της D. Kerti, βάσει του άρθρου 332 του ASVG, το VGKK, με την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 επιστολή, ζήτησε από την WGV-SAV την καταβολή, έως τις 24 Οκτωβρίου 2006, των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε λόγω των παροχών προς την ασφαλισμένη του. Συγκεκριμένα, το VGKK ισχυρίσθηκε ότι αποκλειστικώς υπεύθυνη για το ατύχημα ήταν η ασφαλισμένη της WGV‑SAV.
19 Δεδομένου ότι δεν καταβλήθηκε το ποσό που ζητήθηκε, το VGKK, στις 13 Φεβρουαρίου 2008, στράφηκε αναγωγικώς κατά της WGV-SAV ενώπιον του Bezirksgericht Dornbirn (Αυστρία). H WGV-SAV, η οποία αμφισβητούσε επί της ουσίας την αγωγή, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το δικαστήριο που είχε επιληφθεί της διαφοράς στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας. Υποστήριξε, αφενός, ότι, λαμβανομένης υπόψη της γενεσιουργού αιτίας της, η επίμαχη αξίωση γεννήθηκε στο πρόσωπο της D. Kerti, η οποία, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, κατοικούσε στη Γερμανία. Αφετέρου, πρόκειται για διαφορά μεταξύ δύο ισοτίμων διαδίκων, οπότε το ενάγον δεν χρήζει προστασίας κατά την έννοια του κανονισμού 44/2001.
20 Με διάταξη της 21ης Μαΐου 2008, το Bezirksgericht Dornbirn απέρριψε την αγωγή λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας.
21 Κατόπιν αυτού, το VGKK άσκησε έφεση ενώπιον του Landesgericht Feldkirch με αίτημα να εξαφανισθεί η διάταξη της 21ης Μαΐου 2008 και να υποχρεωθεί το πρωτοβαθμίως επιληφθέν δικαστήριο να εκδικάσει τη διαφορά.
22 Το Landesgericht Feldkirch προβάλλει τρία επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της διεθνούς δικαιοδοσίας των αυστριακών δικαστηρίων. Πρώτον, κατά το δικαστήριο αυτό, το VGKK πρέπει να χαρακτηρισθεί ως ζημιωθέν, καθόσον, κατόπιν του ατυχήματος, προέβη σε ασφαλιστικές παροχές προς τη D. Kerti. Δεύτερον, λόγω της εκ του νόμου εκχωρήσεως βάσει του άρθρου 332 του ASVG, το ασφαλιστικό ταμείο υποκαταστάθηκε, από της επελεύσεως του ατυχήματος, στο σύνολο των δικαιωμάτων της D. Kerti. Καθόσον υπεισήλθε στη νομική θέση της ασφαλισμένης του, το ασφαλιστικό ταμείο προβάλλει με την αγωγή του αξιώσεις της D. Kerti και όχι δικές του. Τρίτον, σε περίπτωση σοβαρού ατυχήματος με συνέπεια σωματικές βλάβες, ο άμεσα ζημιωθείς διατηρεί τις αξιώσεις του για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και αποκατάσταση των υλικών ζημιών που υπέστη. Μπορεί, συνεπώς, να ζητήσει την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και την αποκατάσταση των ζημιών αυτών ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του. Οι αξιώσεις αποδόσεως των δαπανών ιατρικής περιθάλψεως και, ενδεχομένως, χορηγήσεως συντάξεως μεταβιβάζονται, στην περίπτωση αυτή, στον φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως. Αν ο εν λόγω φορέας δεν μπορεί να κάνει χρήση της ίδιας δωσιδικίας, πρέπει να προσφύγει αναγωγικώς ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους. Υπό τις συνθήκες αυτές, δικαστήρια διαφορετικών κρατικών μελών θα αποφανθούν επί των ιδίων πραγματικών περιστατικών, αποτέλεσμα το οποίο θα ερχόταν σε αντίθεση προς τους σκοπούς του κανονισμού 44/2001, καθόσον ενδέχεται να εκδοθούν μη συμβατές μεταξύ τους αποφάσεις από δικαστήρια διαφορετικών κρατών μελών.
23 Εντούτοις, κατά το αιτούν δικαστήριο, δύο επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι τα αυστριακά δικαστήρια στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας. Αφενός, η οδηγία 2000/26 σκοπεί στην προστασία του ασθενέστερου διαδίκου απλοποιώντας σημαντικά και καθιστώντας ευχερέστερη τη διεκδίκηση αποζημιώσεως σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος με στοιχείο αλλοδαπότητας. Κατά την απόφαση, όμως, της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C-463/06, FBTO Schadeverzekeringen (Συλλογή 2007, σ. I-11321), δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένας φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως αποτελεί τον ασθενέστερο διάδικο, ο οποίος χρήζει προστασίας κατά την εφαρμογή των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας. Αφετέρου, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 μνημονεύει μόνον τον ζημιωθέντα και όχι το πρόσωπο στο οποίο ενδεχομένως εκχωρήθηκαν εκ του νόμου οι αξιώσεις του ζημιωθέντος.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landesgericht Feldkirch αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει η παραπομπή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του [κανονισμού 44/2001] στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως στον οποίο περιήλθαν εκ του νόμου οι αξιώσεις του άμεσα ζημιωθέντος (άρθρο 332 του ASVG) δύναται να ασκήσει ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο ο φορέας αυτός έχει την έδρα του, εντός κράτους μέλους, εφόσον επιτρέπεται η άσκηση αυτής της ευθείας αγωγής και ο ασφαλιστής έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Συντρέχει αυτή η δωσιδικία και στην περίπτωση κατά την οποία ο άμεσα ζημιωθείς δεν έχει, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του εντός του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα του ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
25 Πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι παρατηρούνται διαφοροποιήσεις όσον αφορά το κείμενο του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 στις διάφορες γλώσσες. Έτσι, στην απόδοση της διατάξεως στη γαλλική γλώσσα γίνεται χρήση του όρου «victime [θύμα]», του οποίου η σημειολογική ερμηνεία παραπέμπει στο πρόσωπο που έχει υποστεί άμεσα τη ζημία. Αντιθέτως, στην απόδοση της διατάξεως στη γερμανική γλώσσα, η οποία είναι η γλώσσα διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση, χρησιμοποιείται ο όρος «der Geschädigte», που σημαίνει «ζημιωθείς». Με τον όρο αυτόν, όμως, νοείται όχι μόνο το πρόσωπο που υπέστη άμεσα τη ζημία, αλλά και αυτό που την υπέστη έμμεσα.
26 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου δεν επιτρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται μεμονωμένα υπόψη το κείμενο μιας διατάξεως, αλλά, αντιθέτως, επιβάλλει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αποδόσεώς του στις άλλες επίσημες γλώσσες (βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1979, 9/79, Koschniske, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 321, σκέψη 6, της 2ας Απριλίου 1998, C-296/95, EMU Tabac κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. Ι-1605, σκέψη 36, και της 9ης Μαρτίου 2006, C-174/05, Zuid‑Hollandse Milieufederatie και Natuur en Milieu, Συλλογή 2006, σ. I‑2443, σκέψη 20) και σε συνάρτηση με την εν γένει οικονομία και τον σκοπό της νομοθετικής ρυθμίσεως στην οποία εντάσσεται (απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau, Συλλογή τόμος 1977, σ. 617, σκέψη 14).
27 Διαπιστώνεται εν προκειμένω, αφενός, ότι, πέραν της αποδόσεως στη γερμανική γλώσσα, ο όρος «ζημιωθείς» χρησιμοποιείται και στην απόδοση του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 σε άλλες γλώσσες. Τούτο συμβαίνει στην απόδοση της διατάξεως στην ισπανική («persona perjudicada»), τσεχική («poškozený»), δανική («skadelidte»), εσθονική («kahju kannatanud pool»), ιταλική («persona lesa»), πολωνική («poszkodowany»), σλοβακική («poškodený») και σουηδική γλώσσα («skadelidande»). Αφετέρου, με τη σκέψη 26 της προπαρατεθείσας αποφάσεως FBTO Schadeverzekeringen, το Δικαστήριο έκρινε ότι βάσει της παραπομπής του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 προστίθενται στον κατάλογο των εναγόντων, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού, τα πρόσωπα που υπέστησαν ζημία, χωρίς ο κύκλος των προσώπων αυτών να περιορίζεται σε όσα υπέστησαν τη ζημία άμεσα.
28 Ως εκ τούτου, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά τον ζημιωθέντα.
Επί της ουσίας
Επί του πρώτου ερωτήματος
29 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινισθεί αν η παραπομπή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, στον οποίο περιήλθαν εκ του νόμου οι αξιώσεις του άμεσα ζημιωθέντος εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, μπορεί να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος ευθεία αγωγή κατά του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου του ατυχήματος αυτού.
30 Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η παραπομπή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ζημιωθείς μπορεί να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου, εφόσον επιτρέπεται η άσκηση τέτοιας αγωγής και ο ασφαλιστής έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους (προπαρατεθείσα απόφαση FBTO Schadeverzekeringen, σκέψη 31).
31 Όσον αφορά την ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 72/166 και από το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/26, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 16α της δεύτερης αυτής οδηγίας, προκύπτει ότι ο ζημιωθείς έχει δικαίωμα να ασκήσει αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του κατά του ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου.
32 Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί αν έχει το δικαίωμα αυτό και ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως στον οποίο περιήλθαν εκ του νόμου οι αξιώσεις του θύματος του αυτοκινητικού ατυχήματος.
33 Συναφώς, το VGKK ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία για τον λόγο ότι προέβη σε παροχές προς την ασφαλισμένη του. Φρονεί, κατά συνέπεια, ότι πρέπει να χαρακτηρισθεί ως ζημιωθέν βάσει αυτοτελούς ερμηνείας της έννοιας αυτής. Εξάλλου, ως εκ του νόμου εκδοχέας των δικαιωμάτων της ασφαλισμένης του, το ταμείο, σύμφωνα με την αυστριακή νομοθεσία, υπεισήλθε όχι μόνο στις ουσιαστικού δικαίου αξιώσεις της, αλλά και στα δικονομικά δικαιώματά της, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και το προβλεπόμενο στα άρθρα 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή εφόσον γινόταν δεκτή η ύπαρξη διακρίσεων στο πλαίσιο της εκ του νόμου εκχωρήσεως, ο νομικός αυτός θεσμός θα καθίστατο άνευ αντικειμένου.
34 Η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει ιδίως ότι, σε περίπτωση θανάτου του άμεσα ζημιωθέντος, οι κληρονόμοι του, δηλαδή οι εκ του νόμου εκδοχείς των δικαιωμάτων του, πρέπει να δύνανται να ασκήσουν, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας τους, αγωγή αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου, κατά τον ίδιο τρόπο που θα μπορούσε να ασκήσει την αγωγή αυτή ο κληρονομούμενος ενόσω ζούσε.
35 Για να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα και η αυτοτελής ερμηνεία του κανονισμού 44/2001, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κυρίως το σύστημα και οι σκοποί του (αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1983, 201/82, Gerling Konzern Speziale Kreditversicherung κ.λπ., Συλλογή 1983, σ. 2503, σκέψη 11, της 20ής Μαρτίου 1997, C-295/95, Farrell, Συλλογή 1997, σ. I-1683, σκέψεις 12 και 13, της 3ης Ιουλίου 1997, C-269/95, Benincasa, Συλλογή 1997, σ. I-3767, σκέψη 12, και της 15ης Ιανουαρίου 2004, C-433/01, Blijdenstein, Συλλογή 2004, σ. I-981, σκέψη 24). Συνεπώς, ο τρόπος εφαρμογής ειδικών νομικών θεσμών, όπως η εκ του νόμου εκχώρηση, την οποία προβλέπει το αυστριακό δίκαιο και οι έννομες τάξεις των κρατών μελών, δεν ασκεί επιρροή στην ερμηνεία των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού. Το αντίθετο θα είχε κατ’ ανάγκη ως συνέπεια να εξαρτάται η ερμηνεία του κανονισμού 44/2001 από το εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, θέτοντας σε κίνδυνο την ομοιόμορφη εφαρμογή του κανονισμού αυτού εντός της Κοινότητας.
36 Συναφώς, κατά την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα.
37 Έτσι, η δωσιδικία των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας του, αποτελεί τη γενική αρχή στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού αυτού, την οποία προβλέπει το άρθρο του 2, παράγραφος 1 (αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1993, C-89/91, Shearson Lehman Hutton, Συλλογή 1993, σ. I-139, σκέψη 14, της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-265/02, Frahuil, Συλλογή 2004, σ. I-1543, σκέψη 23, της 13ης Ιουλίου 2006, C-103/05, Reisch Montage, Συλλογή 2006, σ. I-6827, σκέψη 22, και της 11ης Οκτωβρίου 2007, C-98/06, Freeport, Συλλογή 2007, σ. I-8319, σκέψη 34).
38 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού εισάγει εξαίρεση από την προπαρατεθείσα γενική αρχή. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στα τμήματα 2 έως 7 του κεφαλαίου II του κανονισμού 44/2001 (προπαρατεθείσες αποφάσεις Reisch Montage, σκέψη 22, και Freeport, σκέψη 34).
39 Κατά συνέπεια, οι εν λόγω κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίοι εισάγουν εξαίρεση από τη γενική αρχή, πρέπει να ερμηνεύονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η εφαρμογή τους να περιορίζεται στις περιπτώσεις που ρητώς παραθέτει ο κανονισμός 44/2001 (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1978, 150/77, Bertrand, Συλλογή τόμος 1978, σ. 441, σκέψη 17, και της 17ης Ιουνίου 1992, C-26/91, Handte, Συλλογή 1992, σ. I-3967, σκέψη 14, προπαρατεθείσα απόφαση Shearson Lehman Hutton, σκέψη 16, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C‑412/98, Group Josi, Συλλογή 2000, σ. I‑5925, σκέψη 49, και προπαρατεθείσα απόφαση Freeport, σκέψη 35).
40 Το τμήμα 3 του κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού καθιερώνει αυτοτελές σύστημα καταμερισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις ασφαλίσεων (απόφαση της 12ης Μαΐου 2005, C‑112/03, Société financière et industrielle du Peloux, Συλλογή 2005, σ. I-3707, σκέψη 29). Κατά τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001, το τμήμα αυτό έχει ως σκοπό να προστατεύεται ο ασθενέστερος διάδικος με κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας οι οποίοι είναι ευνοϊκότεροι για τα συμφέροντά του απ’ ό,τι οι γενικοί κανόνες.
41 Η προστατευτική λειτουργία που επιτελούν οι διατάξεις αυτές συνεπάγεται ότι η εφαρμογή των ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει προς τούτο ο κανονισμός 44/2001 δεν πρέπει να αφορά πρόσωπα για τα οποία δεν δικαιολογείται η παροχή της προστασίας αυτής.
42 Δεν υποστηρίχθηκε, όμως, ότι ένας φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως το VGKK, είναι διάδικος ασθενέστερος οικονομικά και λιγότερο έμπειρος από νομικής απόψεως απ’ ό,τι ένας ασφαλιστής αστικής ευθύνης, όπως η WGV-SAV. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, εν γένει, δεν δικαιολογείται καμία ειδική προστασία όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ επαγγελματιών του τομέα των ασφαλίσεων, ουδείς εκ των οποίων μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση από τον άλλο (απόφαση της 26ης Μαΐου 2005, C-77/04, GIE Réunion européenne κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I-4509, σκέψη 20).
43 Συνεπώς, φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, στον οποίο εκχωρήθηκαν εκ του νόμου οι αξιώσεις του άμεσα ζημιωθέντος εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προκειμένου να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος ευθεία αγωγή κατά του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου του ατυχήματος αυτού.
44 Αντιθέτως, ένα τέτοιο πρόσωπο στο οποίο εκχωρήθηκαν εκ του νόμου οι αξιώσεις του άμεσα ζημιωθέντος, το οποίο μπορεί να χαρακτηρισθεί το ίδιο προσωπικά ως ασθενέστερος διάδικος, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επωφεληθεί των ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όπως υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, στην περίπτωση των κληρονόμων του θύματος ατυχήματος.
45 Κατά τα λοιπά, η κρίση που διατυπώθηκε με τη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως ενισχύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τους ειδικούς κανόνες σε συμβάσεις καταναλωτών, τους οποίους προβλέπει το τμήμα 4 του τίτλου II του κανονισμού 44/2001 και οι οποίοι σκοπούν επίσης στην προστασία του ασθενέστερου διαδίκου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο εκδοχέας δικαιωμάτων ο οποίος, κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ασκεί αγωγή προβάλλοντας την αξίωση του εκχωρητή εκ συμβάσεως την οποία σύναψε καταναλωτής, δεν υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις περί ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας σε συμβάσεις καταναλωτών, δεδομένου ότι αυτές σκοπούν στην προστασία του οικονομικώς ασθενέστερου και λιγότερου έμπειρου από νομικής απόψεως διαδίκου (προπαρατεθείσα απόφαση Shearson Lehman Hutton, σκέψεις 20 έως 24).
46 Η κρίση που διατυπώθηκε με τη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως επιβεβαιώνεται και από την προπαρατεθείσα απόφαση Blijdenstein. Με τη σκέψη 34 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 5, σημείο 2, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24), με τη σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1) και με τη σύμβαση της 26ης Μαΐου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ 1989, L 285, σ. 1), υπό την έννοια ότι φορέας του Δημοσίου δεν μπορεί να προσφύγει αναγωγικώς ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους εντός του οποίου έχει την έδρα του με αίτημα την ανάκτηση χρηματικών ποσών που κατέβαλε, κατ’ εφαρμογή του δημοσίου δικαίου, σε δικαιούχο διατροφής, του οποίου τα δικαιώματα έχουν περιέλθει στον φορέα, στρεφόμενος κατά του υπόχρεου διατροφής ο οποίος έχει την κατοικία του σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, καθόσον ο φορέας του Δημοσίου δεν είναι ασθενέστερος διάδικος απ’ ό,τι ο εν λόγω υπόχρεος διατροφής.
47 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η παραπομπή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001 στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, στον οποίο περιήλθαν εκ του νόμου οι αξιώσεις του άμεσα ζημιωθέντος εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, δεν μπορεί να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος ευθεία αγωγή κατά του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου του ατυχήματος αυτού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
48 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
Επί των δικαστικών εξόδων
49 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η παραπομπή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, στον οποίο περιήλθαν εκ του νόμου οι αξιώσεις του άμεσα ζημιωθέντος εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, δεν μπορεί να ασκήσει ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος ευθεία αγωγή κατά του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος ασφαλιστή του φερόμενου ως υπευθύνου του ατυχήματος αυτού.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy