Υπόθεση C-365/08
Agrana Zucker GmbH
κατά
Bundesminister für Land- und Forstwirtschaft, Umwelt und Wasserwirtschaft
[αίτηση του Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ζάχαρη – Κανονισμός (ΕΚ) 318/2006 – Άρθρο 16 – Υπολογισμός του τέλους παραγωγής – Συνυπολογισμός, στη βάση επιβολής του τέλους, της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά – Αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Ζάχαρη – Τέλος παραγωγής – Βάση υπολογισμού
(Κανονισμός 318/2006 του Συμβουλίου, άρθρα 16 και 19· κανονισμός 290/2007 της Επιτροπής, άρθρο 1)
2. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Ζάχαρη – Τέλος παραγωγής – Βάση υπολογισμού
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 318/2006, άρθρα 16 και 19, και 320/2006· κανονισμός 290/2007 της Επιτροπής, 8η αιτιολογική σκέψη)
1. Το άρθρο 16 του κανονισμού 318/2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, έχει την έννοια ότι η ποσότητα ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 19 του ως άνω κανονισμού και 1 του κανονισμού 290/2007, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2007/08, του ποσοστού που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού 318/2006, περιλαμβάνεται στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής.
Πράγματι, από το περιεχόμενο και την οικονομία του άρθρου 16 του κανονισμού 318/2006 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, να καθιερώσει νέο τέλος, βάση επιβολής του οποίου θα ήταν όχι η πράγματι παραχθείσα ποσότητα ζάχαρης αλλά η χορηγηθείσα ποσόστωση ζάχαρης. Έτσι, ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού κατοχυρώνεται η αρχή ότι το τέλος επιβάλλεται στην ποσόστωση ζάχαρης την οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου έχει ως μόνο αντικείμενο τον καθορισμό του ύψους του εν λόγω τέλους.
Η ορθότητα της αναλύσεως αυτής επιβεβαιώνεται από το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 318/2006, το οποίο καθορίζει τους συγκεκριμένους κανόνες επιβολής του τέλους παραγωγής. Ειδικότερα, αφενός, στο πρώτο εδάφιο ορίζεται ότι το σύνολο του τέλους παραγωγής που καταβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιβάλλεται από το κράτος μέλος στις επιχειρήσεις της επικράτειάς του ανάλογα με την ποσόστωση που διαθέτουν για τη σχετική περίοδο εμπορίας. Αφετέρου, στο δεύτερο εδάφιο, το ως άνω άρθρο 16, παράγραφος 3, επιτάσσει οι πληρωμές να πραγματοποιούνται από τις επιχειρήσεις το αργότερο μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου της σχετικής περιόδου εμπορίας. Όμως, κατά την ημερομηνία αυτή, δεν είναι γνωστή η ποσότητα που παράγεται στο πλαίσιο της εν λόγω περιόδου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, η περίοδος εμπορίας αρχίζει την 1η Οκτωβρίου και λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους.
Επιπλέον, ούτε από τον κανονισμό 318/2006, ούτε από κάποιο άλλο στοιχείο προκύπτει ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να εξαιρέσει από τη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής την ποσότητα ζάχαρης ποσόστωσης που αποσύρεται από την αγορά σύμφωνα με το άρθρο 19 του ως άνω κανονισμού.
(βλ. σκέψεις 22-25, διατακτ. 1)
2. Ο συνυπολογισμός, στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής που προβλέπεται από το άρθρο 16 του κανονισμού 318/2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά δεν είναι προδήλως ακατάλληλος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με τον εν λόγω κανονισμό σκοπού και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας.
Επιπλέον, ο συνυπολογισμός αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετος προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Μπορεί βεβαίως να οδηγήσει, λόγω του τρόπου υπολογισμού της απόσυρσης, σε διαφορετική μεταχείριση των επιχειρήσεων που τελούν ενδεχομένως σε παρόμοια κατάσταση, αλλ’ είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη. Εντούτοις, η μεταχείριση αυτή των επιχειρήσεων παρίσταται αντικειμενικώς δικαιολογημένη. Πράγματι, καθό μέτρο την ευθύνη για την κατανομή των ποσοστώσεων μεταξύ των επιχειρήσεων και για τη διαχείρισή τους εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη, η παραίτηση από τις ποσοστώσεις οργανώνεται επίσης από κάθε κράτος μέλος και διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Στο πλαίσιο αυτό, όπως προκύπτει από την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 290/2007, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2007/08, του ποσοστού που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού 318/2006, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι περιορισμοί που συνδέονται με την απόσυρση είναι δυνατό να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις στα κράτη μέλη που έχουν καταβάλει ιδιαίτερες προσπάθειες στο πλαίσιο του καθεστώτος αναδιάρθρωσης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 320/2006, για τη θέσπιση προσωρινού καθεστώτος αναδιάρθρωσης του κλάδου της ζάχαρης στην Κοινότητα και για την τροποποίηση του κανονισμού 1290/2005 για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, και ότι μια τέτοια επίδραση θα ήταν αντίθετη προς τον ίδιο τον σκοπό του εν λόγω καθεστώτος και της κοινής οργάνωσης των αγορών, ο οποίος έγκειται στην κατοχύρωση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας του εν λόγω τομέα. Επομένως, σκοπός της πλήρους ή μερικής απαλλαγής από την εφαρμογή του κοινού στα κράτη μέλη ποσοστού απόσυρσης είναι να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες προσπάθειες τις οποίες καταβάλλουν τα κράτη μέλη για την οριστική αποδέσμευση ποσοστώσεων.
(βλ. σκέψεις 40, 45-47)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 20ής Μαΐου 2010 (*)
«Ζάχαρη – Κανονισμός (ΕΚ) 318/2006 – Άρθρο 16 – Υπολογισμός του τέλους παραγωγής – Συνυπολογισμός, στη βάση επιβολής του τέλους, της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά – Αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων»
Στην υπόθεση C‑365/08,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) με απόφαση της 4ης Ιουλίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Αυγούστου 2008, στο πλαίσιο της δίκης
Agrana Zucker GmbH
κατά
Bundesminister für Land- und Forstwirtschaft, Umwelt und Wasserwirtschaft,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.‑C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, C. Toader, K. Schiemann, P. Kūris (εισηγητή) και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Νοεμβρίου 2009,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Agrana Zucker GmbH, εκπροσωπούμενη από τους W. Schwartz και H.‑J. Prieß, Rechtsanwälte, καθώς και από τους B. Kurzai και H. Husemeyer,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον F. Díez Moreno,
– η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον D. Kriaučiūnas,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Dowgielewicz,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον M. Moore και τη Z. Kupčová,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους F. Erlbacher και P. Rossi,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 58, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκδίκασης της προσφυγής που άσκησε η εταιρία Agrana Zucker GmbH (στο εξής: Agrana Zucker) κατ’ αποφάσεως του Bundesminister für Land- und Forstwirtschaft, Umwelt und Wasserwirtschaft (Ομοσπονδιακού Υπουργού Γεωργίας και Δασοπονίας, Περιβάλλοντος και Διαχείρισης των Υδάτων της Αυστρίας), της 25ης Μαρτίου 2008, σχετικής με το ύψος του τέλους παραγωγής για την περίοδο εμπορίας 2007/2008.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός 318/2006
3 Ο κανονισμός 318/2006, τον οποίον εξέδωσε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της επελθούσας το 2006 μεταρρύθμισης της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, θέσπισε νέες ρυθμίσεις και μειώσεις των ποσοστώσεων. Επιπλέον, καθιέρωσε τέλος το οποίο καλείται «τέλος παραγωγής» και εισήγαγε στην αγορά νέα μέσα τα οποία διαχειρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως είναι η απόσυρση από την αγορά.
4 Όσον αφορά το τέλος παραγωγής, η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 318/2006 αναφέρει τα ακόλουθα:
«Θα πρέπει να εισαχθεί τέλος παραγωγής που θα συμβάλλει στη χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.»
5 Το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Τέλος παραγωγής», ορίζει τα εξής:
«1. Από την περίοδο εμπορίας 2007/2008, επιβάλλεται τέλος παραγωγής στην ποσόστωση ζάχαρης […] που διαθέτουν οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης […].
2. Το τέλος παραγωγής ορίζεται σε 12 [ευρώ] ανά τόνο ζάχαρης ποσόστωσης […].
3. Το σύνολο του τέλους παραγωγής που καταβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιβάλλεται από το κράτος μέλος στις επιχειρήσεις της επικράτειάς του ανάλογα με την ποσόστωση που διαθέτουν για τη σχετική περίοδο εμπορίας.
Οι πληρωμές πραγματοποιούνται από τις επιχειρήσεις το αργότερο μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου της σχετικής περιόδου εμπορίας.
4. Οι κοινοτικές επιχειρήσεις ζάχαρης [...] μπορούν να απαιτούν από τους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων ή ζαχαροκάλαμου ή από τους προμηθευτές κιχωρίου να επιβαρύνονται με το 50 % κατ’ ανώτατο όριο του σχετικού τέλους παραγωγής.»
6 Ως «ζάχαρη ποσόστωσης» ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 5, του κανονισμού 318/2006 οποιαδήποτε ποσότητα ζάχαρης παράγεται σε συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας στο πλαίσιο της ποσόστωσης της σχετικής επιχείρησης.
7 Tο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 318/2006 διευκρινίζει ότι η περίοδος εμπορίας αρχίζει την 1η Οκτωβρίου και λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους.
8 Όσον αφορά την απόσυρση από την αγορά, στην εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του ως άνω κανονισμού αναφέρονται τα εξής:
«Θα πρέπει να εισαχθούν στην αγορά νέα μέσα τα οποία θα διαχειρίζεται η Επιτροπή. […] [Π]ροκειμένου να διατηρηθεί η διαρθρωτική ισορροπία των αγορών ζάχαρης σε ένα επίπεδο τιμών που προσεγγίζει την τιμή αναφοράς, θα πρέπει να μπορεί η Επιτροπή να αποφασίζει την απόσυρση ζάχαρης από την αγορά για το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς.»
9 Το άρθρο 19 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Απόσυρση ζάχαρης», έχει ως εξής:
«1. Προκειμένου να διατηρηθεί η διαρθρωτική ισορροπία της αγοράς σε ένα επίπεδο τιμών κοντά στην τιμή αναφοράς και λαμβάνοντας υπόψη τις δεσμεύσεις της Κοινότητας που απορρέουν από τις συμφωνίες που συνάπτει σύμφωνα με το άρθρο 300 της Συνθήκης [ΕΚ], είναι δυνατόν να αποσύρεται από την αγορά ένα ποσοστό, κοινό για όλα τα κράτη μέλη, ζάχαρης ποσόστωσης [...] έως την έναρξη της επόμενης περιόδου εμπορίας.
[…]
2. Το ποσοστό απόσυρσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζεται το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου της σχετικής περιόδου εμπορίας, βάσει των αναμενόμενων τάσεων στην αγορά κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου εμπορίας.
3. Κάθε επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί ποσόστωση αποθεματοποιεί, ιδίαις δαπάναις, κατά τη διάρκεια της περιόδου απόσυρσης, τις ποσότητες ζάχαρης που αντιστοιχούν στην εφαρμογή, επί της παραγωγής της, του ποσοστού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, βάσει της ποσόστωσης της σχετικής περιόδου εμπορίας.
Οι ποσότητες ζάχαρης που αποσύρονται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας θεωρούνται ως οι πρώτες ποσότητες που παράγονται δυνάμει της ποσόστωσης της επόμενης περιόδου εμπορίας. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις αναμενόμενες τάσεις της αγοράς ζάχαρης, μπορεί να αποφασίζεται, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 39, παράγραφος 2, να θεωρηθεί, για την τρέχουσα ή/και την επόμενη περίοδο εμπορίας, το σύνολο ή μέρος της αποσυρόμενης ζάχαρης [...] ως:
– πλεόνασμα ζάχαρης […] που διατίθε[τ]αι για βιομηχανική ζάχαρη […],
ή
– προσωρινή ποσόστωση παραγωγής, της οποίας ένα μέρος μπορεί να προορίζεται μόνον για εξαγωγές που τηρούν τις δεσμεύσεις της Κοινότητας οι οποίες απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται δυνάμει του άρθρου 300 της Συνθήκης.
[…]»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 290/2007
10 Στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 290/2007 της Επιτροπής, της 16ης Μαρτίου 2007, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2007/08, του ποσοστού που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ L 78, σ. 20), αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Στο ίδιο πλαίσιο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι περιορισμοί που συνδέονται με το προληπτικό μέτρο είναι δυνατό να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις στα κράτη μέλη που έχουν καταβάλει ιδιαίτερες προσπάθειες στο πλαίσιο του καθεστώτος αναδιάρθρωσης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 320/2006. Μια τέτοια επίδραση θα ήταν πράγματι αντίθετη προς τον ίδιο το στόχο του εν λόγω καθεστώτος και της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, ο οποίος έγκειται στην κατοχύρωση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας του εν λόγω τομέα. Είναι επομένως αναγκαίο να προβλεφθεί απαλλαγή από την εφαρμογή του ποσοστού προληπτικής απόσυρσης για τα κράτη μέλη ανάλογα με το ποσοστό της εθνικής ποσόστωσης που αποδεσμεύτηκε στο πλαίσιο του προαναφερόμενου καθεστώτος αναδιάρθρωσης.»
11 Το άρθρο 1 του κανονισμού 290/2007 ορίζει τα εξής:
«1. Για την περίοδο εμπορίας 2007/2008, το ποσοστό που προβλέπεται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 καθορίζεται σε 13,5 %.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1:
α) το ποσοστό που καθορίζεται στην εν λόγω παράγραφο δεν ισχύει για τις επιχειρήσεις των οποίων η παραγωγή είναι χαμηλότερη από 86,5 % της ποσόστωσής τους για την περίοδο εμπορίας 2007/2008,
β) για τις επιχειρήσεις που παράγουν ποσότητα ίση ή μεγαλύτερη του 86,5 % της ποσόστωσής τους για την περίοδο εμπορίας 2007/2008, οι ποσότητες που παράγονται καθ’ υπέρβαση του 86,5 % αποσύρονται,
γ) το ποσοστό που καθορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για τις ποσότητες που παράγονται στα κράτη μέλη των οποίων η εθνική ποσόστωση ζάχαρης αποδεσμεύθηκε τουλάχιστον κατά 50 % από την 1η Ιουλίου 2006, ως συνέπεια της αποποίησης ποσοστώσεων δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 320/2006.
Για τα κράτη μέλη των οποίων η εθνική ποσόστωση αποδεσμεύθηκε τουλάχιστον κατά 50 % από την 1η Ιουλίου 2006, ως συνέπεια της αποποίησης ποσοστώσεων δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 320/2006, το ποσοστό απόσυρσης που προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο μειώνεται αναλογικά προς τις αποδεσμευθείσες ποσοστώσεις.
Το ποσοστό που ισχύει δυνάμει του παρόντος στοιχείου καθορίζεται στο παράρτημα.
[…]
4. Οι ποσότητες που αποσύρονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, στοιχείο β΄, και την παράγραφο 3 θεωρούνται, για την περίοδο εμπορίας 2007/08, ως πλεόνασμα ζάχαρης [...] που διατίθε[τ]αι για βιομηχανική ζάχαρη [...].
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Το 2006 η αρμόδια διοικητική αρχή χορήγησε στην Agrana Zucker ποσόστωση 405 812,4 τόνων για την παραγωγή ζάχαρης κατά τις περιόδους εμπορίας 2006/2007 έως 2014/2015. Για την περίοδο εμπορίας 2007/2008, η ίδια αυτή αρχή καθόρισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 290/2007, το κατώφλι παραγωγής βάσει ποσόστωσης ως προς την Agrana Zucker στο 86,5 % της ποσόστωσής της, ήτοι σε 351 027,73 τόνους, επιβάλλοντάς της έτσι απόσυρση του 13,5 % της ποσόστωσής της, ήτοι 54 784,67 τόνων ζάχαρης.
13 Με απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2008, η Agrarmarkt Austria (ο οργανισμός εκκαθάρισης των ενισχύσεων) καθόρισε το τέλος παραγωγής που όφειλε η Agrana Zucker για την περίοδο εμπορίας 2007/2008 σε 4 869 748,80 ευρώ και της ζήτησε να της καταβάλει το ως άνω ποσό.
14 Κατά της ανωτέρω απόφασης της Agrarmarkt Austria η Agrana Zucker υπέβαλε ενώπιον του Bundesminister für Land- und Forstwirtschaft, Umwelt und Wasserwirtschaft διοικητική ένσταση, διαμαρτυρόμενη για το γεγονός ότι το τέλος παραγωγής υπολογίστηκε με βάση την ποσόστωση που της είχε χορηγηθεί, ότι δηλαδή είχε συνυπολογιστεί η ποσότητα των 54 784,67 τόνων ζάχαρης που είχε αποσυρθεί και την οποία η ίδια δεν μπορούσε πλέον να πωλήσει ως ζάχαρη ποσόστωσης. Ο υπουργός απέρριψε την εν λόγω ένσταση με απόφαση της 25ης Μαρτίου 2008, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
15 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Agrana Zucker υποστηρίζει στην κύρια δίκη ότι το γεγονός ότι, κατά τον υπολογισμό του τέλους παραγωγής, λαμβάνεται υπόψη η ποσότητα ζάχαρης που έχει αποσυρθεί από την αγορά παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων την οποία καθιερώνει το άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ. Η παραβίαση των αρχών αυτών θα μπορούσε να αποφευχθεί, κατά την Agrana Zucker, αν το άρθρο 16 του κανονισμού 318/2006 είχε ερμηνευθεί σύμφωνα προς το πρωτογενές δίκαιο.
16 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει κατ’ ουσίαν ότι, λαμβανομένων υπόψη των νομικών απόψεων των διαδίκων, της αποφάσεως της 8ης Μαΐου 2008, C‑5/06 και C‑23/06 έως C‑36/06, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I‑3231), και των επιφυλάξεων τις οποίες εξέφρασε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης όσον αφορά το κύρος του άρθρου 16 του κανονισμού 318/2006, το ζήτημα που έχει ανακύψει στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης είναι δυσχερές να επιλυθεί, ενώ η νομολογία του Δικαστηρίου δεν δίδει επ’ αυτού απάντηση.
17 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Verwaltungsgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 16 του κανονισμού […] 318/2006 […] την έννοια ότι η ποσόστωση ζάχαρης η οποία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνεπεία προληπτικής απόσυρσης από την αγορά, κατά το άρθρο 1 του κανονισμού […] 290/2007 […], πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του τέλους παραγωγής;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Συνάδει το άρθρο 16 του κανονισμού […] 318/2006 […] με το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα με την αρχή της αναλογικότητας και με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που απορρέει από το άρθρο 34 EΚ;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
18 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 16 του κανονισμού 318/2006 έχει την έννοια ότι η ποσότητα ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 19 του ως άνω κανονισμού και 1 του κανονισμού 290/2007 περιλαμβάνεται στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής.
19 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Ισπανική και η Λιθουανική Κυβέρνηση εκφράζουν την άποψη ότι το τέλος παραγωγής επιβάλλεται στην ποσότητα ζάχαρης ποσόστωσης η οποία παρήχθη πράγματι και μπορεί να διατεθεί ως τέτοια και όχι στην ίδια την ποσόστωση. Κατά συνέπεια, η ποσότητα ζάχαρης που αποσύρεται από την αγορά δεν πρέπει να συνυπολογίζεται για τον καθορισμό της βάσεως επιβολής του εν λόγω τέλους.
20 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 318/2006 προβλέπει ότι από την περίοδο εμπορίας 2007/2008 επιβάλλεται τέλος παραγωγής στην ποσόστωση ζάχαρης που διαθέτουν οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης. Η ως άνω διάταξη αναφέρει έτσι σαφώς ότι βάση επιβολής του τέλους παραγωγής είναι η εν λόγω ποσόστωση. Επομένως, βάση επιβολής του καταβλητέου από την επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης τέλους είναι η ποσόστωση ζάχαρης που της έχει χορηγηθεί για την οικεία περίοδο εμπορίας.
21 Βεβαίως, η απαντώσα στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 318/2006 καθώς και στην επικεφαλίδα και στο γράμμα του άρθρου 16 του ως άνω κανονισμού έκφραση «τέλος παραγωγής» ενδέχεται να δημιουργεί σύγχυση ως προς τον καθορισμό της βάσεως επιβολής του τέλους αυτού, δεδομένου ότι παραπέμπει προφανώς όχι σε τέλος που επιβάλλεται σε ποσόστωση αλλά σε τέλος το οποίο επιβάλλεται σε πράγματι παραχθέντα τρόφιμα. Το ίδιο ισχύει και για το γράμμα του άρθρου 16, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, κατά το οποίο το «τέλος παραγωγής ορίζεται σε [12 ευρώ] ανά τόνο ζάχαρης ποσόστωσης», δεδομένου ότι ως «ζάχαρη ποσόστωσης» ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 5, του εν λόγω κανονισμού οποιαδήποτε ποσότητα ζάχαρης παράγεται σε συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας στο πλαίσιο της ποσόστωσης της οικείας επιχειρήσεως.
22 Εντούτοις, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 46 έως 51 των προτάσεών της, από το περιεχόμενο και την οικονομία του άρθρου 16 του κανονισμού 318/2006 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, να καθιερώσει νέο τέλος, βάση επιβολής του οποίου θα ήταν όχι η πράγματι παραχθείσα ποσότητα ζάχαρης αλλά η χορηγηθείσα ποσόστωση ζάχαρης. Ειδικότερα, ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού κατοχυρώνεται η αρχή ότι το τέλος επιβάλλεται στην ποσόστωση ζάχαρης την οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου έχει ως μόνο αντικείμενο τον καθορισμό του ύψους του εν λόγω τέλους.
23 Η ορθότητα της αναλύσεως αυτής επιβεβαιώνεται από το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 318/2006, το οποίο καθορίζει τους συγκεκριμένους κανόνες επιβολής του τέλους παραγωγής. Ειδικότερα, αφενός, στο πρώτο εδάφιο ορίζεται ότι «το σύνολο του τέλους παραγωγής που καταβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιβάλλεται από το κράτος μέλος στις επιχειρήσεις της επικράτειάς του ανάλογα με την ποσόστωση που διαθέτουν για τη σχετική περίοδο εμπορίας». Αφετέρου, στο δεύτερο εδάφιο, το ως άνω άρθρο 16, παράγραφος 3, επιτάσσει οι πληρωμές να πραγματοποιούνται από τις επιχειρήσεις το αργότερο μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου της σχετικής περιόδου εμπορίας. Όμως, κατά την ημερομηνία αυτή, δεν είναι γνωστή η ποσότητα που παράγεται στο πλαίσιο της εν λόγω περιόδου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, η περίοδος εμπορίας αρχίζει την 1η Οκτωβρίου και λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους.
24 Επιπλέον, ούτε από τον κανονισμό 318/2006, ούτε από κάποιο άλλο στοιχείο προκύπτει ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να εξαιρέσει από τη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής την ποσότητα ζάχαρης ποσόστωσης που αποσύρεται από την αγορά σύμφωνα με το άρθρο 19 του ως άνω κανονισμού. Η άποψη ότι το τέλος αυτό επιβάλλεται μόνον στην ποσότητα ζάχαρης που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της χορηγηθείσας ποσόστωσης ζάχαρης και της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά δεν βρίσκει ειδικότερα έρεισμα στο άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού σύμφωνα με την προεκτεθείσα στις σκέψεις 20 έως 23 της παρούσας αποφάσεως ερμηνεία του.
25 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 16 του κανονισμού 318/2006 έχει την έννοια ότι περιλαμβάνεται στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής η ποσότητα ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 19 του ως άνω κανονισμού και 1 του κανονισμού 290/2007.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
26 Το δεύτερο ερώτημα αφορά το κύρος του άρθρου 16 του κανονισμού 318/2006. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ειδικότερα ως προς το κύρος της ως άνω διατάξεως υπό το φως των αρχών της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Επί του κύρους του άρθρου 16 του κανονισμού 318/2006 υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας
27 H προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο συνυπολογισμός, στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής, της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά είναι αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι οδηγεί στην καταβολή τέλους επί ποσότητας ζάχαρης η οποία δεν έχει παραχθεί και ως εκ τούτου δεν υφίσταται ή στην καταβολή τέλους επί ποσότητας ζάχαρης η οποία παρήχθη πράγματι, αλλά θεωρείται ως πλεόνασμα ζάχαρης το οποίο μπορεί είτε να μετατραπεί σε βιομηχανική ζάχαρη, πωλούμενη στο ήμισυ της τιμής της ζάχαρης ποσόστωσης, είτε να μεταφερθεί ως ζάχαρη ποσόστωσης στην επόμενη περίοδο εμπορίας, κατά τη διάρκεια της οποίας θα επιβαρυνθεί εκ νέου με το τέλος παραγωγής. Τα ούτως επιβαλλόμενα βάρη στις επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, όπως αυτός καθορίζεται στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 318/2006, δεδομένου ότι η πρόσοδος από το τέλος παραγωγής είναι ανώτερη από τις δαπάνες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
28 Την άποψη αυτή συμμερίζονται η Ισπανική, η Λιθουανική και η Πολωνική Κυβέρνηση, οι οποίες φρονούν επίσης ότι η επιβολή του τέλους παραγωγής στην ποσότητα ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά συνεπάγεται δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση των οικείων επιχειρήσεων. Αναφερόμενη, όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, στην προπαρατεθείσα απόφαση Zuckerfabrik Jülich κ.λπ., η Λιθουανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ειδικότερα ότι, παρά την ευρεία διακριτική ευχέρεια την οποία διαθέτουν τα θεσμικά όργανα στον τομέα αυτό, οι παραγωγοί δεν πρέπει να επιβαρύνονται με τέλος υψηλότερο εκείνου που απαιτείται για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονται με την επιβολή του τέλους. Η δε Πολωνική Κυβέρνηση, η οποία επισημαίνει επιπλέον ότι η ζάχαρη που αποσύρεται από την αγορά δεν δημιουργεί δαπάνη συνδεόμενη με την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, θεωρεί ότι τα θεσμικά όργανα δεν διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στον εν λόγω τομέα, λαμβανομένου υπόψη του τεχνικού χαρακτήρα της επίμαχης διατάξεως.
29 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία ανήκει στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, απαιτεί οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης να μην υπερβαίνουν τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων του ενός κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, C‑33/08, Agrana Zucker, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30 Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής αυτής, κατά πάγια νομολογία, ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής και, δεδομένης της εν λόγω διακριτικής ευχερείας, η νομιμότητα μέτρου που έχει θεσπιστεί στον τομέα αυτό μπορεί να θίγεται μόνον αν το μέτρο αυτό είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση με τον στόχο που επιδιώκεται από το αρμόδιο θεσμικό όργανο (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Agrana Zucker, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31 Έτσι, το ζήτημα δεν είναι αν το μέτρο που θεσπίστηκε από τον νομοθέτη ήταν το μόνο ή το καλύτερο δυνατό, αλλά αν ήταν προδήλως ακατάλληλο (προπαρατεθείσα απόφαση Agrana Zucker, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
32 Εν προκειμένω, από τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 318/2006 προκύπτει ότι το τέλος παραγωγής εισήχθη προκειμένου να συμβάλει στη χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης.
33 Δεδομένου ότι το τέλος αυτό έχει ως βάση επιβολής την ποσόστωση την οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις, εξασφαλίζει στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης σταθερά έσοδα, καθόσον αυτά δεν εξαρτώνται από τις ποσότητες που πράγματι παρήχθησαν ή από τις ενδεχόμενες αποσύρσεις από την αγορά. Επιπλέον, ο κατ’ αυτόν τον τρόπο καθορισμός της βάσεως επιβολής του ως άνω τέλους επιτρέπει την είσπραξη των εν λόγω εσόδων κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 318/2006.
34 Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δαπάνες οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης και στις οποίες αναφέρεται η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού συνίστανται μόνον στις επιστροφές κατά την εξαγωγή ζάχαρης και ισογλυκόζης, στις επιστροφές στην παραγωγή για τη χρήση της ζάχαρης στη χημική βιομηχανία και στις συνδεόμενες με τα μέτρα αποθεματοποίησης δαπάνες, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης.
35 Ειδικότερα, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 38 έως 40 και 81 έως 84 των προτάσεών της, η μεταρρύθμιση της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης απηχεί τη βούληση του νομοθέτη, στο πλαίσιο της νέας κοινής γεωργικής πολιτικής, να εγκαταλείψει σταδιακά την πολιτική στήριξης των τιμών και της παραγωγής χάριν μιας πολιτικής αποσυνδεδεμένης από την παραγωγή στήριξης των γεωργικών εισοδημάτων. Η μείωση της στήριξης της αγοράς της ζάχαρης αντισταθμίστηκε μερικώς από τη στήριξη των εισοδημάτων των γεωργικών επιχειρήσεων μέσω της καλούμενης «αποσυνδεδεμένης» άμεσης ενισχύσεως. Το κόστος των νέων μέτρων, το κυριότερο στοιχείο των οποίων αποτελούσε η αποσυνδεδεμένη άμεση ενίσχυση, θα αντισταθμιζόταν κυρίως, κατά το σημείο 5 της προτάσεως κανονισμού του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης [(COM(2005) 263 τελικό], με την εξοικονόμηση πόρων που θα προέκυπτε από τη σημαντική μείωση των δαπανών για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή και την κατάργηση της ενίσχυσης λόγω εξευγενισμού, δεδομένου ότι το κόστος της μεταρρύθμισης δεν έπρεπε να υπερβαίνει τις δαπάνες που συνεπαγόταν η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος, το οποίο είχε προταθεί κατά την υποβολή των προτάσεων της μεταρρύθμισης της κοινής γεωργικής πολιτικής τον Ιανουάριο του 2003.
36 Στο πλαίσιο αυτό, ο κατά τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 318/2006 σκοπός πρέπει να γίνεται αντιληπτός υπό την έννοια ότι το τέλος παραγωγής συμβάλλει στη χρηματοδότηση των διαφόρων μέτρων στον τομέα της ζάχαρης, συμπεριλαμβανομένης της αποσυνδεδεμένης άμεσης ενισχύσεως που αποτελεί και τη μεγαλύτερη δαπάνη.
37 Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι η πρόσοδος του τέλους παραγωγής είναι, για κάθε περίοδο εμπορίας, πολύ χαμηλότερη από το σύνολο των δαπανών αυτών.
38 Επιβάλλεται ως εκ τούτου η διαπίστωση ότι το τέλος παραγωγής διαφέρει από το μέτρο που αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Zuckerfabrik Jülich κ.λπ., με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο τρόπος υπολογισμού των εισφορών ο οποίος είχε αναλυθεί στις σκέψεις 57 έως 60 της αποφάσεως εκείνης έβαινε πέραν αυτού που ήταν αναγκαίο για να επιτευχθεί ο σκοπός του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 178, σ. 1), σκοπός του οποίου ήταν να επιβαρύνονται πλήρως οι παραγωγοί, κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό, με τα έξοδα διάθεσης των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής σύμφωνα με την αρχή της αυτοχρηματοδότησης.
39 Όσον αφορά την οικονομική επιβάρυνση που υφίστανται οι υποκείμενες στο τέλος επιχειρήσεις λόγω του συνυπολογισμού, στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής, της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά, πρέπει να επισημανθεί ότι η επιβάρυνση αυτή αντισταθμίζεται μερικώς με την ωφέλεια που αντλούν οι ως άνω επιχειρήσεις από την απόσυρση από την αγορά, δεδομένου ότι η τελευταία σκοπεί, όπως προκύπτει από την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 318/2006, στη διατήρηση της διαρθρωτικής ισορροπίας της αγοράς σε ένα επίπεδο τιμών εγγύς της τιμής αναφοράς για το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς. Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, οι ως άνω επιχειρήσεις μπορούν να μετακυλίσουν στους καλλιεργητές ζαχαροτεύτλων ή ζαχαροκάλαμου ή στους προμηθευτές κιχωρίου το 50 % κατ’ ανώτατο όριο του σχετικού τέλους παραγωγής.
40 Από το σύνολο των προεκτεθεισών σκέψεων προκύπτει ότι ο συνυπολογισμός, στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής, της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά δεν είναι προδήλως ακατάλληλος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας.
Επί του κύρους του άρθρου 16 του κανονισμού 318/2006 υπό το φως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
41 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι ο συνυπολογισμός, στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής, της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά οδηγεί επίσης σε διάκριση λόγω ιθαγένειας. Ειδικότερα, δεδομένου ότι οι αποσύρσεις πραγματοποιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 290/2007, όχι με εφαρμογή ενιαίου συντελεστή, αλλά βάσει διαφορετικών συντελεστών για κάθε κράτος μέλος, σε ορισμένες επιχειρήσεις επιβάλλεται, σε σύγκριση με την πράγματι παραχθείσα ποσότητα ζάχαρης, τέλος υψηλότερο από εκείνο που βαρύνει άλλες επιχειρήσεις που τελούν σε παρόμοια κατάσταση, αλλά είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος.
42 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το οποίο καθιερώνει την απαγόρευση κάθε διακρίσεως στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν αποτελεί παρά την ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, η οποία επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά (προπαρατεθείσα απόφαση Agrana Zucker, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43 Εν προκειμένω, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 290/2007 καθόρισε το κοινό για όλα τα κράτη μέλη ποσοστό ζάχαρης ποσόστωσης που αποσύρεται από την αγορά, όπως προβλέπει το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 318/2006, σε 13,5 % για την περίοδο εμπορίας 2007/2008. Κατά παρέκκλιση από τη διάταξη αυτή, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 290/2007 προβλέπει, πρώτον, ότι το ποσοστό αυτό δεν ισχύει για τις ποσότητες που παράγονται στα κράτη μέλη των οποίων η εθνική ποσόστωση ζάχαρης αποδεσμεύθηκε τουλάχιστον κατά 50 % από την 1η Ιουλίου 2006, ως συνέπεια της αποποίησης ποσοστώσεων δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 320/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για τη θέσπιση προσωρινού καθεστώτος αναδιάρθρωσης του κλάδου της ζάχαρης στην Κοινότητα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 58, σ. 42), και, δεύτερον, ότι το ποσοστό αυτό μειώνεται αναλογικά προς τις αποδεσμευθείσες ποσοστώσεις για τα κράτη μέλη των οποίων η εθνική ποσόστωση αποδεσμεύθηκε δυνάμει της ως άνω διατάξεως τουλάχιστον κατά 50 % από 1ης Ιουλίου 2006.
44 Κατά συνέπεια, το ύψος της απόσυρσης από την αγορά που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις για την ως άνω περίοδο εμπορίας μπορεί να ποικίλλει αναλόγως ιδίως του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένες. Επομένως, το μέρος του καταβαλλόμενου από τις επιχειρήσεις αυτές τέλους παραγωγής το οποίο αντιστοιχεί στην ποσότητα ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά είναι επίσης αυξημένο ή μειωμένο ανάλογα με το κράτος μέλος της εγκατάστασής τους.
45 Επομένως, ο συνυπολογισμός, στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής, της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά μπορεί να οδηγήσει, λόγω του τρόπου υπολογισμού της ως άνω απόσυρσης, σε διαφορετική μεταχείριση των επιχειρήσεων που τελούν ενδεχομένως σε παρόμοια κατάσταση, αλλ’ είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη.
46 Εντούτοις, η μεταχείριση αυτή των επιχειρήσεων παρίσταται αντικειμενικώς δικαιολογημένη. Πράγματι, καθό μέτρο την ευθύνη για την κατανομή των ποσοστώσεων μεταξύ των επιχειρήσεων και για τη διαχείρισή τους εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη, η παραίτηση από τις ποσοστώσεις οργανώνεται επίσης από κάθε κράτος μέλος και διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Στο πλαίσιο αυτό, όπως εξηγεί η όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 290/2007, η Επιτροπή θεώρησε αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι περιορισμοί που συνδέονται με την απόσυρση ήταν δυνατόν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις στα κράτη μέλη που είχαν καταβάλει ιδιαίτερες προσπάθειες στο πλαίσιο του καθεστώτος αναδιάρθρωσης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 320/2006 και ότι μια τέτοια επίδραση θα ήταν αντίθετη προς τον ίδιο το στόχο του εν λόγω καθεστώτος και της κοινής οργάνωσης των αγορών, ο οποίος έγκειται στην κατοχύρωση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας του εν λόγω τομέα. Επομένως, σκοπός της πλήρους ή μερικής απαλλαγής από την εφαρμογή του κοινού στα κράτη μέλη ποσοστού απόσυρσης είναι να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες προσπάθειες τις οποίες καταβάλλουν τα κράτη μέλη για την οριστική αποδέσμευση ποσοστώσεων (βλ., κατ’ αναλογίαν, προπαρατεθείσα απόφαση Agrana Zucker, σκέψη 51).
47 Επομένως, ο συνυπολογισμός, στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής, της ποσότητας ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετος προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
48 Κατόπιν όλων των προεκτεθεισών σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέτασή του δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 16 του κανονισμού 318/2006.
Επί των δικαστικών εξόδων
49 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πέραν των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνεται στη βάση επιβολής του τέλους παραγωγής η ποσότητα ζάχαρης ποσόστωσης που έχει αποσυρθεί από την αγορά κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 19 του ως άνω κανονισμού και 1 του κανονισμού (ΕΚ) 290/2007 της Επιτροπής, της 16ης Μαρτίου 2007, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2007/2008, του ποσοστού που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου.
2) Από την εξέταση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 16 του κανονισμού 318/2006.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy