Υπόθεση C-423/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Ίδιοι πόροι – Διαδικασίες για την είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών – Μη τήρηση των προθεσμιών για την εγγραφή των ιδίων πόρων – Καθυστερημένη καταβολή των σχετικών με τους εν λόγω δασμούς ιδίων πόρων»
Περίληψη της αποφάσεως
Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Βεβαίωση και απόδοση από τα κράτη μέλη
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1552/89, άρθρα 2, 6 και 9 έως 11, 2913/92, άρθρο. 220 § 1 και 1150/2000, άρθρα 2, 6 και 9 έως 11)
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000 για την εφαρμογή αντίστοιχα των αποφάσεων 88/376 και 94/728, σχετικά με το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεωρούν απαίτηση επί των ιδίων πόρων ως βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
Από το άρθρο 220, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις της εκ των υστέρων βεβαιώσεως του ποσού των δασμών που δεν έχει εισπραχθεί ή που απομένει να εισπραχθεί πληρούνται από τη στιγμή που η τελωνειακή αρχή αντιλαμβάνεται την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη.
Στο πλαίσιο αυτό, σε περίπτωση κοινοποιήσεως εκ μέρους των τελωνειακών αρχών προς τον οφειλέτη διοικητικής πράξεως, ανεξαρτήτως της ονομασίας αυτής, με την οποία βεβαιώνεται η μη πληρωμή εν όλω ή εν μέρει των δασμών και η οποία περιλαμβάνει το ποσό των δασμών που θεωρείται ως νομίμως οφειλόμενο, οι τελωνειακές αρχές είναι, επομένως, σε θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη.
Κατά συνέπεια, η εκ των υστέρων βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί πρέπει, κατ’ αρχήν, να γίνεται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, σε διάστημα δύο ημερών από την κοινοποίηση στον οφειλέτη του πρακτικού το οποίο πληροί τις ανωτέρω εκτιθέμενες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, υπάρχει άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των κοινοτικών ιδίων πόρων, της υποχρεώσεως εμπρόθεσμης πιστωτικής εγγραφής στον λογαριασμό της Επιτροπής και της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας, οι οποίοι οφείλονται ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους η εγγραφή στον λογαριασμό της Επιτροπής διενεργήθηκε καθυστερημένα.
Κατά συνέπεια, κράτος μέλος το οποίο δεν τηρεί τις προθεσμίες για την εγγραφή των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων σε περίπτωση εκ των υστέρων εισπράξεως και καταβάλει εκπρόθεσμα τους εν λόγω πόρους, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 του κανονισμού 1552/89 και από τα αντίστοιχα άρθρα του κανονισμού 1150/2000, καθώς και από το άρθρο 220 του κανονισμού 2913/92.
(βλ. σκέψεις 37-38, 41-42, 49, 51 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 17ης Ιουνίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Ίδιοι πόροι – Διαδικασίες για την είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών – Μη τήρηση των προθεσμιών για την εγγραφή των ιδίων πόρων – Καθυστερημένη καταβολή των σχετικών με τους εν λόγω δασμούς ιδίων πόρων»
Στην υπόθεση C‑423/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2008,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Aresu και τον A. Caeiros, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την I. Bruni, επικουρούμενη από τους G. Albenzio και F. Arena, avvocati dello Stato,
καθής,
υποστηριζόμενη από τη
Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.‑C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, C. Toader (εισηγήτρια), K. Schiemann, P. Kūris και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Μαρτίου 2010,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, λόγω της μη τηρήσεως των προθεσμιών για την εγγραφή των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων σε περίπτωση εκ των υστέρων εισπράξεως και λόγω της εκπρόθεσμης καταβολής των εν λόγω πόρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1), από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1), καθώς και από το άρθρο 220 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης
Οι αποφάσεις 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ και 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ
2 Όσον αφορά την κρίσιμη περίοδο στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, δύο αποφάσεις σχετικές με το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων εφαρμόστηκαν διαδοχικά, ήτοι η απόφαση 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994 (ΕΕ L 293, σ. 9), και, από 1ης Ιανουαρίου 2002, η απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000 (ΕΕ L 253, σ. 42).
3 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, εκάστης των αποφάσεων αυτών, συνιστούν ιδίους πόρους εγγραφόμενους στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα, μεταξύ άλλων, από «τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που έχουν θεσπιστεί ή θα θεσπιστούν από τα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη».
4 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, των εν λόγω αποφάσεων προβλέπει, μεταξύ άλλων, αφενός, ότι οι ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, των αποφάσεων αυτών εισπράττονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις οι οποίες προσαρμόζονται, ενδεχομένως, στις απαιτήσεις των ρυθμίσεων της Ένωσης και, αφετέρου, ότι τα κράτη μέλη θέτουν τους εν λόγω πόρους στη διάθεση της Επιτροπής.
Οι κανονισμοί 1552/89 και 1150/2000
5 Το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 175, σ. 3), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 14 Ιουλίου 1996, προβλέπει:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
1α) Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρισης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
[…]
2. Όταν η ανακοίνωση πρέπει να διορθωθεί εφαρμόζεται η παράγραφος 1.»
6 Ο κανονισμός 1552/89 καταργήθηκε με το άρθρο 22, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1150/2000, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 31 Μαΐου 2000. Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, πρώτο εδάφιο, του δεύτερου αυτού κανονισμού έχει, κατ’ ουσίαν, πανομοιότυπη διατύπωση με το παρατιθέμενο στην προηγούμενη σκέψη άρθρο.
7 Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1552/89, νυν άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1150/2000, ορίζει ότι οι απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση. Οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία διότι δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται, εντός της ίδιας προθεσμίας, σε χωριστά λογιστικά βιβλία. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε περίπτωση που οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί και καλύπτονται από εγγυήσεις αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας.
8 Το άρθρο 8 του κανονισμού 1552/89, το περιεχόμενο του οποίου επανελήφθη στο άρθρο 8 του κανονισμού 1150/2000, προβλέπει:
«Οι διορθώσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, αυξάνουν ή μειώνουν το συνολικό ποσό των βεβαιωθέντων εσόδων. Αυτές περιλαμβάνονται στις λογιστικές καταχωρήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, καθώς και τις καταστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, και αντιστοιχούν στην ημερομηνία αυτών των διορθώσεων.
Οι εν λόγω διορθώσεις γίνονται αντικείμενο ιδιαίτερης μνείας, όταν αφορούν περιπτώσεις απάτης ή παρατυπίες που έχουν ήδη ανακοινωθεί στην Επιτροπή.»
9 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τόσο του κανονισμού 1552/89 όσο και του κανονισμού 1150/2000:
«Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για τον σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.
Δεν καταβάλλονται έξοδα για τον λογαριασμό αυτό.»
10 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89, το περιεχόμενο του οποίου επανελήφθη στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000, ορίζει:
«Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ, η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.»
11 Το άρθρο 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000 ορίζει:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
Ο τελωνειακός κώδικας
12 Το άρθρο 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει:
«Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 ή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (βεβαίωση εκ των υστέρων). Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 219.»
13 Το άρθρο 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:
«Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.»
Η εθνική νομοθεσία
14 Το άρθρο 11, με τίτλο «Επανεξέταση του πορίσματος του ελέγχου, αρμοδιότητες και εξουσίες των γραφείων», του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 374, της 8ης Νοεμβρίου 1990, περί αναδιοργανώσεως των τελωνειακών υπηρεσιών και μεταρρυθμίσεως των διαδικασιών βεβαιώσεως και ελέγχου στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, και της οδηγίας 82/57/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, καθώς και της οδηγίας 81/177/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1981, και της οδηγίας 82/347/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1982, περί των διαδικασιών εξαγωγής των κοινοτικών προϊόντων (τακτικό συμπλήρωμα GURI αριθ. 291, της 14ης Δεκεμβρίου 1990), ορίζει στις παραγράφους 1, και 5 έως 8:
«1. Το τελωνείο μπορεί να προβεί σε επανεξέταση της βεβαιώσεως που έχει λάβει οριστικό χαρακτήρα, ακόμη και αν τα εμπορεύματα που αυτή αφορά έχουν περιέλθει στην εξουσία διαθέσεως του επιχειρηματία ή εξήλθαν ήδη του τελωνειακού εδάφους. Η επανεξέταση διενεργείται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του οικείου επιχειρηματία η οποία υποβάλλεται υποχρεωτικώς εντός τριετούς προθεσμίας, υπολογιζομένης από της ημερομηνίας κατά την οποία η βεβαίωση έλαβε οριστικό χαρακτήρα.
[…]
5. Οσάκις από την επανεξέταση, διενεργούμενη αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως ενός των ενδιαφερομένων, αποκαλύπτονται ανακρίβειες, παραλείψεις ή σφάλματα όσον αφορά στοιχεία στα οποία βασίστηκε η βεβαίωση, το τελωνείο προβαίνει σε σχετική διόρθωση και ενημερώνει τον οικείο επιχειρηματία με ad hoc απόφαση. Σε περίπτωση διορθώσεως κατόπιν επανεξετάσεως διενεργηθείσας αυτεπαγγέλτως, η σχετική πράξη κοινοποιείται εντός αποκλειστικής τριετούς προθεσμίας υπολογιζομένης από της ημερομηνίας κατά την οποία η βεβαίωση έλαβε οριστικό χαρακτήρα.
6. Ελλείψει κοινοποιήσεως διορθωτικής πράξεως εντός ενενήντα ημερών από της υποβολής της περί επανεξετάσεως αιτήσεως του επιχειρηματία, η αίτηση θεωρείται απορριφθείσα. Κατά της σιωπηρής ή ρητής απορρίψεως της αιτήσεως επανεξετάσεως είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών, ενώπιον του περιφερειακού διευθυντή ο οποίος αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό.
7. Ο επιχειρηματίας δύναται να αμφισβητήσει τη διορθωτική πράξη εντός τριάντα ημερών από της ημερομηνίας κοινοποιήσεώς της. Κατά τον χρόνο της βεβαιώσεως, συντάσσεται πρακτικό για τους σκοπούς της ενδεχόμενης θεσπίσεως των διοικητικών διαδικασιών επιλύσεως των διαφορών που προβλέπονται από τα άρθρα 66 επ. του ενιαίου κειμένου νομοθετικών διατάξεων στον τελωνειακό τομέα το οποίο εγκρίθηκε με το διάταγμα 43 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 23ης Ιανουαρίου 1973.
8. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας προσβολής της διορθωτικής πράξεως, το τελωνείο προβαίνει σε είσπραξη των οφειλομένων από τον επιχειρηματία πρόσθετων δασμών ή κινεί αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού. Η διόρθωση της βεβαιώσεως ενέχει, ενδεχομένως, αιτίαση περί παραβάσεων σχετικά με ψευδείς δηλώσεις ή άλλες σοβαρότερες παραβάσεις που ενδεχομένως διαπιστώθηκαν.»
15 Στις περιπτώσεις στις οποίες η επανεξέταση της βεβαιώσεως προϋποθέτει κατ’ οίκον επίσκεψη, ο νόμος αριθ. 212/2000, της 27ης Ιουλίου 2000, περί διατάξεων σχετικών με τα δικαιώματα του φορολογουμένου (GURI αριθ. 177, της 31ης Ιουλίου 2000), προβλέπει ότι, πλην των πρακτικών στα οποία αναλύονται οι πράξεις που έλαβαν χώρα, πρέπει, κατά το πέρας της κατ’ οίκον επισκέψεως, να συντάσσεται πρακτικό περατώσεως των πράξεων ελέγχου από τους υπαλλήλους που διενήργησαν τις πράξεις αυτές. Ένα αντίτυπο του πρακτικού αυτού παραδίδεται στον οφειλέτη και ένα δεύτερο αντίτυπο αποστέλλεται στον υπεύθυνο για τη διαδικασία υπάλληλο του αρμόδιου τελωνείου ο οποίος προβαίνει σε εξέτασή του καθώς και των ενδεχομένων παρατηρήσεων ή αιτήσεων που ο οφειλέτης υπέβαλε βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 7, του νόμου και ο οποίος εκδίδει, με πλήρη ανεξαρτησία, απόφαση περί θέσεως στο αρχείο της υποθέσεως ή βεβαιώσεως.
16 Συναφώς, το άρθρο 12, με τίτλο «Δικαιώματα και εγγυήσεις παρεχόμενες στον φορολογούμενο που υποβάλλεται σε φορολογικό έλεγχο», του νόμου αριθ. 212/2000, ορίζει, στην παράγραφο 7:
«Σύμφωνα με την αρχή της συνεργασίας μεταξύ διοικήσεως και φορολογουμένου, κατόπιν της εκ μέρους των οργάνων που διενήργησαν των έλεγχο δημοσιεύσεως του αντιγράφου του πρακτικού περατώσεως των πράξεων ελέγχου, ο οφειλέτης μπορεί, εντός προθεσμίας εξήντα ημερών, να κοινοποιήσει τις παρατηρήσεις και τις αιτήσεις του, οι οποίες εξετάζονται από τις εφορίες. Πριν την εκπνοή της προθεσμίας αυτής η έκδοση της πράξεως βεβαιώσεως είναι δυνατή μόνο σε περίπτωση αιτιολογημένης, άκρως επείγουσας ανάγκης.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
17 Στο πλαίσιο αποστολής ελέγχου των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, που πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία από τις 6 έως τις 10 Νοεμβρίου 2000 και κάλυπτε την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως την ημερομηνία του ελέγχου, οι υπάλληλοι της Επιτροπής διαπίστωσαν παρατυπίες στη βεβαίωση των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, δυνάμενες να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις στην απόδοση των εν λόγω ιδίων πόρων στις Κοινότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6 και 9 έως 11 των κανονισμών 1552/1989 και 1150/2000.
18 Κατόπιν ανταλλαγής επιστολών μεταξύ των ιταλικών αρχών και της Επιτροπής, η δεύτερη διαπίστωσε ότι η ιταλική διοικητική πρακτική του εκ των υστέρων ελέγχου προβλέπει την προηγούμενη κοινοποίηση στον οφειλέτη πρακτικού περατώσεως των πράξεων ελέγχου και την παροχή σ’ αυτόν προθεσμίας εξήντα ημερών προκειμένου να κοινοποιήσει τις παρατηρήσεις του και να ζητήσει πρόσθετες διευκρινίσεις. Μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής η τελωνειακή οφειλή γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με πράξη βεβαιώσεως.
19 Η Επιτροπή έκρινε ότι οι συνέπειες της εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας εφαρμογής της διαδικασίας αυτής δεν είναι σύμφωνες με τις οικείες κοινοτικές διατάξεις, καθόσον καθυστερούν την απόδοση των ιδίων πόρων. Επομένως, η προβλεπόμενη από το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα προθεσμία πιστώσεως των ιδίων πόρων θα έπρεπε να άρχεται από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως του σχετικού με τις πράξεις αυτές πρακτικού.
20 Οι ιταλικές αρχές υποστήριξαν, κατ’ ουσίαν, ότι το πρακτικό περατώσεως των εν λόγω πράξεων ελέγχου δεν συνιστά οριστική απόφαση, αλλά απλώς προπαρασκευαστική πράξη, στερούμενη αυτοτελούς νομικής αξίας. Επιπλέον, τα επιχειρήματα της Επιτροπής δεν βρίσκουν έρεισμα στον τελωνειακό κώδικα, στο μέτρο που η βεβαίωση και η κοινοποίηση στον οφειλέτη είναι πράξεις οι οποίες έπονται της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως.
21 Κατόπιν αυτής της ανταλλαγής αλληλογραφίας, η Επιτροπή αποφάσισε, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, να απευθύνει στην Ιταλική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως, κοινοποιηθέν στις 13 Ιουλίου 2005, με το οποίο κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη του εν λόγω εγγράφου.
22 Η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 12ης Σεπτεμβρίου 2005, επαναλαμβάνοντας, κατ’ ουσίαν, την προηγούμενη απάντηση.
23 Με έγγραφο της 28ης Ιουνίου 2006, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των ιταλικών αρχών στην απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C‑546/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, και τους ζήτησε να εκφράσουν τις απόψεις τους πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2006.
24 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε από την Ιταλική Κυβέρνηση για τις απόψεις της συναφώς, αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ, να απευθύνει στο κράτος μέλος αυτό αιτιολογημένη γνώμη, στηριζόμενη στα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 των κανονισμών 1552/1989 και 1150/2000 και στο άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα και κοινοποιηθείσα στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την οποία κάλεσε το οικείο κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την εν λόγω γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της παραλαβής της.
25 Η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 2007 εμμένοντας στην άποψή της.
26 Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε άρει την προσαπτόμενη παράβαση, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου.
27 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 2009, επιτράπηκε στη Δημοκρατία της Φινλανδίας να παρέμβει υπέρ της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Η Επιτροπή προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στις ιταλικές αρχές τη συστηματική καθυστέρηση στην απόδοση των ιδίων πόρων της Κοινότητας, στο μέτρο που οι εν λόγω αρχές εφαρμόζουν διοικητική πρακτική κατά την οποία οι ίδιοι αυτοί πόροι βεβαιώνονται μόνον μετά την παροχή στον υποκείμενο στον φόρο προθεσμίας, προκειμένου αυτός να μελετήσει το σχετικό με τις οικείες πράξεις πρακτικό και να κοινοποιήσει της παρατηρήσεις του. Επομένως, ζητεί να αναγνωρισθεί η εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας παράβαση των υποχρεώσεων που αυτή υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 των κανονισμών 1552/1989 και 1150/2000 και από το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα.
29 Κατά την Επιτροπή, οι προϋποθέσεις για τη βεβαίωση των απαιτήσεων των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων πληρούνται ειδικότερα ευθύς μετά την εκ μέρους των εθνικών αρχών κοινοποίηση προς τον υποκείμενο στον φόρο του πρακτικού περατώσεως των πράξεων ελέγχου, στο οποίο αναφέρονται ταυτόχρονα το όνομα του οφειλέτη και το ποσό των προς είσπραξη δασμών.
30 Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η παρεχόμενη στον οφειλέτη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων πριν την έκδοση της πράξεως βεβαιώσεως συνιστά εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας και της χρηστής διοικήσεως. Εξάλλου, μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση, καθόσον εμπίπτει στη διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών, δεν αντίκειται στις διατάξεις του τελωνειακού κώδικα.
31 Η Ιταλική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από τη Φινλανδική Κυβέρνηση, φρονεί επίσης ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα δεν πληρούνται κατά την ημερομηνία κοινοποιήσεως στον οφειλέτη του πρακτικού ελέγχου. Συγκεκριμένα, κατά την ημερομηνία αυτή, μόνον η ταυτότητα του οφειλέτη είναι βέβαιη. Αντιθέτως, ούτε η ύπαρξη παρατυπίας ούτε το νομίμως οφειλόμενο ποσό εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών έχουν εισέτι οριστικώς καθοριστεί. Καίτοι οι συναφείς νομικές διατάξεις δεν καθορίζουν το περιεχόμενο του πρακτικού ελέγχου, πάντως, η Ιταλική Κυβέρνηση δέχθηκε, με τα υπομνήματα αντικρούσεως και ανταπαντήσεως καθώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι κατά το χρονικό αυτό σημείο είναι, καταρχήν, δυνατό να προσδιοριστεί το οφειλόμενο ποσό, πράγμα εξάλλου το οποίο γίνεται συχνά στην πράξη.
32 Λαμβανομένων υπόψη των εννόμων συνεπειών της βεβαιώσεως της τελωνειακής οφειλής, η Φινλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι είναι αναγκαία η έκδοση οριστικής διοικητικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από το άρθρο 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα και, ιδίως, από τον όρο «αντιλήφθηκε» που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό.
33 Επιπλέον, το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1150/2000, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, αναγνωρίζει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να κοινοποιούν στον οφειλέτη έναν προσωρινό υπολογισμό, πριν την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
34 Επιπροσθέτως, κατά τη Φινλανδική Κυβέρνηση, λόγω των διαφορετικών εθνικών διαδικασιών, από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας δεν μπορούν να συναχθούν κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση της συμβατότητας των διαφόρων εθνικών συστημάτων με το δίκαιο της Ένωσης.
35 Συγκεκριμένα, σε αντίθεση προς την ισπανική ρύθμιση περί της οποίας επρόκειτο στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση διατάξεις δεν καθορίζουν το περιεχόμενο του σχετικού με τις πράξεις ελέγχου πρακτικού και, ιδίως, δεν επιβάλλουν τη γνωστοποίηση του ποσού της τελωνειακής οφειλής. Η κοινοποίηση αποτελεί, απλώς, συνέπεια ορισμένης διοικητικής πρακτικής.
36 Επιπλέον, ενώ η κατά την ισπανική νομοθεσία πρόταση εκκαθαρίσεως καθίστατο αυτομάτως οριστική μετά πάροδο τριάντα ημερών, σε περίπτωση αποδοχής της από τον οφειλέτη και ελλείψει διορθώσεως εκ μέρους της διοικήσεως, η επίμαχη ιταλική ρύθμιση απαιτεί, σε κάθε περίπτωση, την έκδοση οριστικής αποφάσεως υπό τη μορφή πράξεως βεβαιώσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
37 Όσον αφορά την προσαπτόμενη παράβαση, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000 διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεωρούν απαίτηση επί των ιδίων πόρων ως βεβαιωθείσα «άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη».
38 Επιπλέον, από το άρθρο 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις της εκ των υστέρων βεβαιώσεως του ποσού των δασμών που δεν έχει εισπραχθεί ή που απομένει να εισπραχθεί πληρούνται από τη στιγμή που η τελωνειακή αρχή αντιλαμβάνεται την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (Επιτροπή κατά Ισπανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 27).
39 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώσουν τους ίδιους πόρους της Κοινότητας. Πράγματι, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση να διαπιστώνουν τις απαιτήσεις, έστω και αν τις αμφισβητούν, άλλως υπάρχει κίνδυνος διαταράξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας της Κοινότητας, έστω προσωρινώς, από την αυθαίρετη συμπεριφορά κράτους μέλους (βλ. αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1991, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, προαναφερθείσα, σκέψη 37· της 15ης Ιουνίου 2000, C-348/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2000, σ. I‑4429, σκέψη 64, και της 15ης Νοεμβρίου 2005, C‑392/02, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 2005, σ. I‑9811, σκέψη 60, καθώς και Επιτροπή κατά Ισπανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 28).
40 Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώσουν απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων αφ ης στιγμής οι τελωνειακές αρχές έχουν τα αναγκαία στοιχεία και, επομένως, είναι σε θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη (προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 59, και Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 29).
41 Στο πλαίσιο αυτό, σε περίπτωση κοινοποιήσεως εκ μέρους των τελωνειακών αρχών προς τον οφειλέτη διοικητικής πράξεως, ανεξαρτήτως της ονομασίας αυτής, με την οποία βεβαιώνεται η μη πληρωμή εν όλω ή εν μέρει των δασμών και η οποία περιλαμβάνει το ποσό των δασμών που θεωρείται ως νομίμως οφειλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι τελωνειακές αρχές είναι, επομένως, σε θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη.
42 Κατά συνέπεια, η εκ των υστέρων βεβαίωση του ποσού των δασμών που δεν έχει εισπραχθεί ή που απομένει να εισπραχθεί πρέπει, κατ’ αρχήν, να γίνεται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, σε διάστημα δύο ημερών από την κοινοποίηση στον οφειλέτη του πρακτικού περί περατώσεως των πράξεων ελέγχου το οποίο πληροί τις εκτιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη προϋποθέσεις (απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 32).
43 Η Ιταλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, με τα υπομνήματά τους και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστήριξαν ότι η κοινοποίηση του πρακτικού περί περατώσεως των πράξεων ελέγχου επιτρέπει στον οφειλέτη να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν την έκδοση αποφάσεως σε βάρος του και, συνεπώς, συμβάλλει στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας. Επομένως, η εφαρμογή μιας τέτοιας διαδικασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνιστώσα παράβαση των υποχρεώσεων που τα κράτη μέλη υπέχουν από τους κανονισμούς 1552/89 και 1150/2000 και από τον τελωνειακό κώδικα.
44 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C‑349/07, Sopropé (Συλλογή 2008, σ. I‑10369, σκέψη 36), ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου η οποία έχει εφαρμογή όταν η διοίκηση προτίθεται να εκδώσει βλαπτική πράξη εις βάρος ενός προσώπου.
45 Πάντως, μολονότι η αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας έχει, ιδίως στο πλαίσιο διαδικασίας εκ των υστέρων εισπράξεως, εφαρμογή στις μεταξύ οφειλέτη και κράτους μέλους σχέσεις, εντούτοις, όσον αφορά τις μεταξύ των κρατών μελών και των Κοινοτήτων σχέσεις, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την παροχή σε κράτος μέλος της δυνατότητας μη τηρήσεως της υποχρεώσεώς του περί βεβαιώσεως, εντός της προβλεπόμενης από την κοινοτική ρύθμιση προθεσμίας, των απαιτήσεων των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων (απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 33).
46 Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η βεβαίωση και η κοινοποίηση των οφειλόμενων δασμών καθώς και η καταχώριση των ιδίων πόρων δεν εμποδίζει την εκ μέρους του οφειλέτη αμφισβήτηση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 243 επ. του τελωνειακού κώδικα, της υποχρεώσεως που του καταλογίζεται, διά της προβολής όλων των επιχειρημάτων που έχει στη διάθεσή του.
47 Επιπροσθέτως, οι εθνικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να εγγράψουν τις απαιτήσεις επί των ιδίων πόρων που αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεως και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές συνεπεία αντιδικίας σε χωριστά λογιστικά βιβλία, σύμφωνα με τα άρθρα 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1552/89 και 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 1150/2000.
48 Επιπλέον, στην περίπτωση που οι εθνικές αρχές έχουν ήδη εγγράψει τις βεβαιωθείσες απαιτήσεις στα λογιστικά βιβλία, πριν αυτές αποτελέσουν αντικείμενο αμφισβητήσεως, τα άρθρα 2, παράγραφοι 1 και 4, και 8 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000 επιτρέπουν στις εθνικές αρχές να προβαίνουν σε διόρθωση των ανακοινώσεων και να επιτυγχάνουν ώστε οι διορθώσεις αυτές να μειώνουν το συνολικό ποσό των βεβαιωθέντων εσόδων, σε περίπτωση που, εν συνεχεία, οι αμφισβητήσεις αυτές αποδειχθούν βάσιμες.
49 Όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι υπάρχει άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των ιδίων πόρων της Κοινότητας, της υποχρεώσεως εμπρόθεσμης πιστωτικής εγγραφής στον λογαριασμό της Επιτροπής και, τέλος, της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας, οι οποίοι καθίστανται απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η εγγραφή στον λογαριασμό της Επιτροπής έγινε με καθυστέρηση (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψη 17· της 12ης Ιουνίου 2003, C‑363/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2003, σ. I‑5767, σκέψεις 43 και 44, καθώς και της 22ας Ιανουαρίου 2009, C‑150/07, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 62).
50 Δυνάμει του άρθρου 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000, κάθε εκπρόθεσμη εγγραφή στον λογαριασμό που τηρείται κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, των ίδιων αυτών κανονισμών δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας για όλη την περίοδο της καθυστερήσεως (βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, προπαρατεθείσα, σκέψη 91, και της 19ης Μαρτίου 2009, C‑275/07, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2009, σ. I‑2005, σκέψη 66).
51 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία, λόγω της μη τηρήσεως των προθεσμιών για την εγγραφή των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων σε περίπτωση εκ των υστέρων εισπράξεως και λόγω της εκπρόθεσμης καταβολής των εν λόγω πόρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 του κανονισμού 1552/89 και από τα αντίστοιχα άρθρα του κανονισμού 1150/2000 καθώς και από το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα.
Επί των δικαστικών εξόδων
52 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
53 Σύμφωνα με την παράγραφο 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, που παρενέβη στη δίκη, φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία λόγω της μη τηρήσεως των προθεσμιών για την εγγραφή των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων σε περίπτωση εκ των υστέρων εισπράξεως και λόγω της εκπρόθεσμης καταβολής των εν λόγω πόρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων και από τα αντίστοιχα άρθρα του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, καθώς και από το άρθρο 220 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρει τα δικά της έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy