Υπόθεση C-442/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Ουγγαρίας – Έλεγχος εκ των υστέρων – Μη τήρηση των κανόνων περί καταγωγής – Απόφαση των αρχών του κράτους εξαγωγής – Ένδικη προσφυγή – Καθήκον ελέγχου της Επιτροπής – Δασμοί – Είσπραξη εκ των υστέρων – Ίδιοι πόροι – Απόδοση – Τόκοι υπερημερίας»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ίδιοι πόροι της Ένωσης – Βεβαίωση και απόδοση από τα κράτη μέλη – Καταχώριση ως πίστωση στον λογαριασμό της Επιτροπής
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1552/89, άρθρα 2, 6 και 9 έως 11, και 1150/2000, άρθρα 2, 6 και 9 έως 11)
2. Ίδιοι πόροι της Ένωσης – Βεβαίωση και απόδοση από τα κράτη μέλη – Καταχώριση ως πίστωση στον λογαριασμό της Επιτροπής
(Κανονισμός 1552/89 του Συμβουλίου, άρθρο 11)
1. Αφ’ ης στιγμής, βάσει των στοιχείων που παρέχουν οι αρχές του κράτους εξαγωγής, οι αρχές του κράτους εισαγωγής είναι σε θέση να προσδιορίσουν τους οφειλέτες και να υπολογίσουν το ποσόν της τελωνειακής οφειλής, τυχόν καθυστέρηση στην απόδοση των επιδίκων δασμών δεν δικαιολογείται από την αναμονή συμπληρωματικών πληροφοριών εκ μέρους των αρχών του κράτους εξαγωγής ή την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας που κινήθηκε εντός αυτού, ακόμη δε λιγότερο από την αναμονή της τελικής εκθέσεως στο πλαίσιο της παραλλήλως διεξαχθείσας από τη Μονάδα Συντονισμού της Επιτροπής για την Καταπολέμηση της Απάτης έρευνας. Τα πορίσματα των εκ των υστέρων ελέγχων που πραγματοποίησαν οι αρχές του κράτους εξαγωγής δεσμεύουν τις αρχές του κράτους εισαγωγής. Επομένως, το γεγονός ότι οι αρχές του κράτους εξαγωγής επισημαίνουν επίσης ότι εκκρεμεί προσφυγή κατά των πορισμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου δεν επηρεάζει την υποχρέωση των αρχών του κράτους εισαγωγής να βεβαιώσουν και να κοινοποιήσουν την επίδικη τελωνειακή οφειλή καθώς και να βεβαιώσουν τους αντίστοιχους ιδίους πόρους.
Υπό την έννοια αυτή, ένα κράτος μέλος, αφήνοντας να παραγραφούν τελωνειακές οφειλές παρά το ότι έλαβε ανακοίνωση αμοιβαίας συνδρομής, καταβάλλοντας εκπροθέσμως τους οφειλομένους συναφώς ιδίους πόρους και αρνούμενο να καταβάλει τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 του κανονισμού 1552/89, για την εφαρμογή της αποφάσεως 88/376 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, καθώς και δυνάμει των ίδιων άρθρων του κανονισμού 1150/2000 για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
(βλ. σκέψεις 80, 83, 88, 98 και διατακτ.)
2. Υπάρχει άρρηκτος σύνδεσμος μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των κοινοτικών ιδίων πόρων, της λογιστικής καταχωρίσεώς τους στον λογαριασμό της Επιτροπής εντός της ταχθείσας προθεσμίας και, τέλος, της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας οι οποίοι είναι απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου της καθυστερήσεως με την οποία οι πόροι αυτοί καταχωρίστηκαν στον λογαριασμό της Επιτροπής.
Δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 1552/89 για την εφαρμογή της αποφάσεως 88/376 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, κάθε εκπρόθεσμη εγγραφή στον λογαριασμό που τηρείται κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού γεννά σε βάρος του οικείου κράτους μέλους την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας για όλη την περίοδο της καθυστερήσεως. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το γράμμα του εν λόγω άρθρου 11 τυχόν καθυστέρηση στην απόδοση των ιδίων πόρων δεν εξαρτάται από προθεσμία που τάσσει η Επιτροπή για την απόδοση των εν λόγω πόρων.
(βλ. σκέψεις 93-95)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 1ης Ιουλίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Ουγγαρίας – Έλεγχος εκ των υστέρων – Μη τήρηση των κανόνων περί καταγωγής – Απόφαση των αρχών του κράτους εξαγωγής – Ένδικη προσφυγή – Καθήκον ελέγχου της Επιτροπής – Δασμοί – Είσπραξη εκ των υστέρων – Ίδιοι πόροι – Απόδοση – Τόκοι υπερημερίας»
Στην υπόθεση C‑442/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2008,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Caeiros και την B. Conte, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους M. Lumma και B. Klein, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.‑C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, C. Toader (εισηγήτρια), K. Schiemann, P. Kūris και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: M.-A. Gaudissart, προϊστάμενος μονάδας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Φεβρουαρίου 2010,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαρτίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αφήνοντας να παραγραφούν δασμολογικές αξιώσεις παρά το ότι έλαβε ανακοίνωση περί παροχής αμοιβαίας συνδρομής, καταβάλλοντας εκπροθέσμως τους οφειλόμενους σχετικούς ίδιους πόρους και αρνούμενη να καταβάλει τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (EE L 155, σ. 1), καθώς και τα ίδια άρθρα του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (EE L 130, σ. 1).
Το νομικό πλαίσιο
Η Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Ουγγαρίας
2 Η ευρωπαϊκή συμφωνία περί συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 16 Δεκεμβρίου 1991, εγκρίθηκε εξ ονόματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την απόφαση 93/742/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 347, σ. 1, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Ουγγαρίας). Το πρωτόκολλο 4 της συμφωνίας αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 3/96 του Συμβουλίου Συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, της 28ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 92, σ. 1, στο εξής: πρωτόκολλο 4), περιλαμβάνει στο άρθρο 16, που φέρει τον τίτλο «Γενικές διατάξεις», τις ακόλουθες διατάξεις:
«1. Τα προϊόντα καταγωγής Κοινότητας, κατά την εισαγωγή τους στην Ουγγαρία και τα προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας, κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα, υπάγονται στη συμφωνία, εφόσον προσκομιστεί:
α) πιστοποιητικό κυκλοφορίας EUR.1, υπόδειγμα του οποίου παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙΙ·
[…]».
3 Το άρθρο 17 του πρωτοκόλλου 4, που φέρει τον τίτλο «Διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικού κυκλοφορίας EUR.1», ορίζει στις παραγράφους 1 και 5:
«1. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας EUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής μετά από γραπτή αίτηση, που υποβάλλεται από τον εξαγωγέα ή, υπ’ ευθύνη του εξαγωγέα, από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.
[…]
5. Οι εκδούσες τελωνειακές αρχές προβαίνουν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την επαλήθευση του χαρακτήρα καταγωγής των προϊόντων και της εκπλήρωσης των λοιπών απαιτήσεων του παρόντος πρωτοκόλλου. Για τον σκοπό αυτόν, έχουν το δικαίωμα να ζητούν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργούν ελέγχους των λογιστικών καταχωρήσεων του εξαγωγέα ή οποιονδήποτε άλλο έλεγχο θεωρούν αναγκαίο.»
4 Το άρθρο 31 του εν λόγω πρωτοκόλλου, που φέρει τον τίτλο «Αμοιβαία συνδρομή», ορίζει στην παράγραφο 2:
«Για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου, η Κοινότητα και η Ουγγαρία παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, μέσω των αρμοδίων τελωνειακών υπηρεσιών, για τον έλεγχο της γνησιότητας των πιστοποιητικών κυκλοφορίας EUR.1 ή των δηλώσεων τιμολογίου και της ακρίβειας των πληροφοριών που περιέχονται σ’ αυτά τα έγγραφα.»
5 Το άρθρο 32 του πρωτοκόλλου 4, που φέρει τον τίτλο «Έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής», ορίζει:
«1. Ο μεταγενέστερος έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής πραγματοποιείται δειγματοληπτικά ή κάθε φορά που οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα τέτοιων εγγράφων, τον χαρακτήρα καταγωγής των σχετικών προϊόντων ή την εκπλήρωση των λοιπών απαιτήσεων του παρόντος πρωτοκόλλου.
[…]
3. Ο έλεγχος διενεργείται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής. Για τον σκοπό αυτό, αυτές έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργήσουν ελέγχους των λογιστικών βιβλίων του εξαγωγέα καθώς και οποιονδήποτε άλλο έλεγχο κρίνουν αναγκαίο.
4. Αν οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής αποφασίσουν να αναστείλουν την προτιμησιακή μεταχείριση για τα συγκεκριμένα προϊόντα, εν αναμονή των αποτελεσμάτων του ελέγχου, οφείλουν να επιτρέψουν στον εισαγωγέα να παραλάβει τα προϊόντα υπό τον όρο επιβολής κάθε προληπτικού μέτρου το οποίο κρίνεται απαραίτητο.
5. Οι τελωνειακές αρχές που ζητούν τη διενέργεια του ελέγχου πρέπει να ενημερώνονται για τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού το ταχύτερο δυνατό. Τα εν λόγω αποτελέσματα πρέπει να ορίζουν σαφώς αν τα έγγραφα είναι γνήσια και αν τα σχετικά προϊόντα μπορούν πράγματι να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγωγής Κοινότητας, Ουγγαρίας ή μιας από τις άλλες χώρες που αναφέρονται στο άρθρο 4 και ότι πληρούν τις λοιπές απαιτήσεις του παρόντος πρωτοκόλλου.
6. Εάν, σε περίπτωση εύλογων αμφιβολιών, δεν δοθεί απάντηση εντός δέκα μηνών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος ελέγχου ή εάν η απάντηση δεν περιλαμβάνει επαρκείς πληροφορίες για τη διαπίστωση της αυθεντικότητας του εν λόγω εγγράφου ή τη[ς] πραγματική[ς] καταγωγή[ς] των προϊόντων, οι αιτούσες τελωνειακές αρχές αρνούνται, εκτός εκτάκτων περιστάσεων, το ευεργέτημα των προτιμήσεων.»
6 Κατά το άρθρο 33, πρώτο εδάφιο, του πρωτοκόλλου 4, όταν ανακύπτουν διαφορές κατά τους ελέγχους του άρθρου 32 που δεν μπορούν να διευθετηθούν μεταξύ των τελωνειακών αρχών που ζήτησαν τον έλεγχο και των τελωνειακών αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διενέργειά του ή όταν ανακύπτει συναφώς ζήτημα ερμηνείας του παρόντος πρωτοκόλλου, αυτές υποβάλλονται στην Επιτροπή Συνδέσεως.
Η απόφαση 94/728
7 Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 293, σ. 9) προκύπτει ότι συνιστούν ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων ιδίως τα «παραδοσιακά» λεγόμενα έσοδα που προέρχονται από τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που έχουν θεσπιστεί ή θα θεσπιστούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη και από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα τα οποία υπάγονται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα.
8 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, της απόφασης 94/728:
«Τα κράτη μέλη παρακρατούν, ως έξοδα είσπραξης, το 10 % των ποσών που πρέπει να καταβληθούν σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχεία α΄ και β΄».
9 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της απόφασης 94/728:
«Οι κοινοτικοί ίδιοι πόροι που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α΄ και β΄, εισπράττονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, οι οποίες προσαρμόζονται, ενδεχομένως, στις απαιτήσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων. Η Επιτροπή προβαίνει, σε τακτά διαστήματα, σε εξέταση των εθνικών διατάξεων που της γνωστοποιούν τα κράτη μέλη, ανακοινώνει στα κράτη μέλη τις προσαρμογές που θεωρεί αναγκαίες για τη διασφάλιση της πιστότητάς τους προς τις κοινοτικές ρυθμίσεις και υποβάλλει έκθεση στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή. Τα κράτη μέλη θέτουν τους πόρους που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως δ΄, στη διάθεση της Επιτροπής.»
Οι κανονισμοί 1552/89 και 1150/2000
10 Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1552/89, που είναι παρόμοια με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1150/2000, ορίζει:
«Η Κοινότητα πρέπει να διαθέσει τους ίδιους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 2 της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ [του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 185, σ. 24)] υπό τους καλύτερους δυνατούς όρους. […]»
11 Εκτός από το ότι οι κανονισμοί 1552/89 και 1150/2000 παραπέμπουν, ο μεν ένας, στην απόφαση 88/376 και, ο άλλος, στην απόφαση 94/728, τα άρθρα 2, 6, 9 έως 11 και 17, παράγραφος 1, των δύο κανονισμών είναι βασικά τα ίδια.
12 Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται ως βεβαιωθείσα όταν η αρμόδια υπηρεσία του κράτους μέλους ανακοινώσει το οφειλόμενο ποσό στον οφειλέτη. Η ανακοίνωση αυτή πραγματοποιείται μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαίτησης μπορεί να υπολογιστεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, αφού τηρηθούν όλες οι εφαρμοστέες εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις
2. Όταν η ανακοίνωση πρέπει να διορθωθεί εφαρμόζεται η παράγραφος 1.»
13 Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε από 14 Ιουλίου 1996 με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 175, σ. 3), το περιεχόμενο του οποίου επανελήφθη στο άρθρο 2 του κανονισμού 1150/2000, που ορίζει τα εξής:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
1.α. Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
[…]»
14 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1552/89, νυν άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1150/2000 ορίζει:
«1. Λογαριασμοί των ιδίων πόρων, υποδιαιρούμενοι κατά είδος αυτών, τηρούνται στο Δημόσιο Ταμείο κάθε κράτους μέλους ή στον οργανισμό που ορίζεται από αυτό.
2. α) Οι απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία, υπό την επιφύλαξη του στοιχείου β΄ της παρούσας παραγράφου, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί το μήνα κατά το οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση.
β) Οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ διότι δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται, εντός της προθεσμίας του στοιχείου α΄, σε χωριστά λογιστικά βιβλία. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε περίπτωση που οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί καλύπτονται από εγγυήσεις αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας.
[…]»
15 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000:
«Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.
[…]»
16 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000 ορίζει τα ακόλουθα:
«Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ, η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2.
[...]»
17 Κατά το άρθρο 11 των κανονισμών αυτών:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
18 Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, των εν λόγω κανονισμών:
«Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 2, έσοδα να αποδίδονται στην Επιτροπή κατά τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.»
Ο τελωνειακός κώδικας
19 Το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας) ορίζει:
«Όταν από την επανεξέταση της διασάφησης ή τους εκ των υστέρων ελέγχους προκύπτει ότι οι διατάξεις που διέπουν το σχετικό τελωνειακό καθεστώς έχουν εφαρμοστεί βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων, οι τελωνειακές αρχές, τηρώντας τις διατάξεις που έχουν ενδεχομένως θεσπιστεί, λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για να επανορθώσουν την κατάσταση λαμβάνοντας υπόψη τους τα νέα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή τους.»
20 Κατά το άρθρο 201, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του τελωνειακού κώδικα, η τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς.
21 Το άρθρο 217, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«Κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή […] που υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και εγγράφεται από τις εν λόγω αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων (βεβαίωση).»
22 Κατά το άρθρο 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:
«Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 ή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί, πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (βεβαίωση εκ των υστέρων). Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 219.»
23 Κατά το άρθρο 221 του τελωνειακού κώδικα:
«1. Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.
[…]
Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής. [...]»
24 Το άρθρο 224 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«Εφόσον το ποσό των δασμών αφορά εμπορεύματα που διασαφήθηκαν για να υπαχθούν σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, η τελωνειακή αρχή παραχωρεί στον ενδιαφερόμενο, μετά από αίτησή του, αναβολή της πληρωμής του εν λόγω ποσού υπό τους όρους που καθορίζονται στα άρθρα 225, 226 και 227.»
25 Το άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της πληρωμής τους το ποσό τους δεν οφειλόταν νομίμως ή ότι το ποσό βεβαιώθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2.
Η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της βεβαίωσης τους το ποσό τους δε οφειλόταν νομίμως ή ότι το ποσό βεβαιώθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2.
Δεν χορηγείται επιστροφή ή διαγραφή δασμών, όταν τα γεγονότα που οδήγησαν στην πληρωμή ή τη βεβαίωση ποσού το οποίο δεν οφειλόταν νομίμως προκύπτουν από δόλιο τέχνασμα του ενδιαφερομένου.
2. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη.
Η προθεσμία αυτή παρατείνεται αν ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι δεν κατέθεσε την αίτησή του μέσα στην προθεσμία αυτή λόγω τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας.
Οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν αυτεπαγγέλτως στην επιστροφή ή τη διαγραφή δασμών όταν οι ίδιες διαπιστώνουν, μέσα στην προθεσμία αυτή, την ύπαρξη μιας από τις καταστάσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο.»
26 Κατά το άρθρο 244 του τελωνειακού κώδικα:
«Η άσκηση προσφυγής δεν επιφέρει την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναβάλουν εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, αν έχουν βάσιμους λόγους να αμφιβάλλουν για τη συμφωνία της προσβαλλόμενης απόφασης με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο.
Όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, η αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης εξαρτάται από την ύπαρξη ή την σύσταση εγγύησης. Αυτή η εγγύηση, εντούτοις, μπορεί να μην απαιτηθεί όταν ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα, λόγω της κατάστασης του οφειλέτη.»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 515/97
27 Ο τίτλος ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 82, σ. 1), ρυθμίζει τις σχέσεις των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών με την Επιτροπή. Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 2, του τίτλου αυτού, η Επιτροπή γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, αμέσως μόλις περιέλθουν σε γνώση της, όλες τις πληροφορίες που είναι δυνατό να τους επιτρέψουν τη διασφάλιση της τηρήσεως των τελωνειακών ή γεωργικών ρυθμίσεων.
28 Κατά το άρθρο 20, παράγραφοι 1 και 3, του εν λόγω κανονισμού, όταν η Επιτροπή πραγματοποιεί κοινοτικές αποστολές διοικητικής συνεργασίας και έρευνας σε τρίτες χώρες, ενημερώνει τα κράτη μέλη για τα αποτελέσματα των αποστολών αυτών.
Ιστορικό της διαφοράς
29 Από το έτος 1994, εισήχθησαν στη Γερμανία από την Ουγγαρία οχήματα με κινητήρα μάρκας Suzuki και Subaru. Οι εισαγωγές αυτές έγιναν στο πλαίσιο προτιμησιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως με συντελεστή 0 %, κατά τα προβλεπόμενα από τη Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Ουγγαρίας, βάσει πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων EUR.1 που βεβαίωναν την ουγγρική προέλευση των οχημάτων.
30 Με αίτηση παροχής αμοιβαίας συνδρομής, που διαβιβάστηκε στις γερμανικές αρχές στην αγγλική, στις 13 Ιουνίου 1996, και στη γερμανική, στις 28 Νοεμβρίου 1996, η Μονάδα Συντονισμού για την Καταπολέμηση της Απάτης που είχε συστήσει η Επιτροπή (UCLAF) διατύπωσε προς τις αρχές αυτές τις επιφυλάξεις της ως προς το αν, κατά τις εισαγωγές αυτές τηρήθηκαν οι κανόνες περί καταγωγής. Η UCLAF τις κάλεσε, να ζητήσουν από τις ουγγρικές αρχές να διενεργήσουν εκ των υστέρων έλεγχο των διασαφήσεων καταγωγής, να ζητήσουν τη σύσταση εγγυήσεως ή την παρακατάθεση του ποσού των δασμών καθώς και την κίνηση κάθε νομικής διαδικασίας που θα μπορούσε να διακόψει την παραγραφή και να διασφαλίσουν τη δυνατότητα εκ των υστέρων εισπράξεως. Στη συνέχεια η Επιτροπή προέβη η ίδια σε συμπληρωματικές έρευνες και, μεταξύ άλλων, σε μια αποστολή ελέγχου στην Ουγγαρία.
31 Με ανακοίνωση αμοιβαίας συνδρομής της 26ης Ιουνίου 1998 η UCLAF «πληροφόρησε τα κράτη μέλη ότι η ουγγρική διοίκηση είχε διαβιβάσει τον Ιούνιο του έτους 1998, στην Επιτροπή το αποτέλεσμα των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στην Ουγγαρία σχετικά με την κατάσταση των οχημάτων [Magyar Suzuki rt, στο εξής: Magyar Suzuki], που είχαν εξαχθεί προς την Κοινότητα με πιστοποιητικά EUR.1». Η εν λόγω διοίκηση «διαπίστωσε τη μη ορθή καταγωγή 58 006 οχημάτων […] για τα οποία κακώς εκδόθηκαν πιστοποιητικά EUR.1». Από το παράρτημα της ανακοίνωσης αυτής προκύπτει ότι, όσον αφορά τις εισαγωγές προς τη Γερμανία, 14 440 οχήματα μάρκας Suzuki και 4 683 μάρκας Subaru, δηλαδή συνολικά 19 123 οχήματα δεν είχαν τηρήσει τους κανόνες περί καταγωγής.
32 Με την ίδια ανακοίνωση η UCLAF διευκρίνισε ότι έχει στη διάθεσή της «δικαιολογητικά που συνέλεξε στο πλαίσιο κοινοτικών αποστολών συνεργασίας» καθώς και «την απάντηση της Γενικής Διεύθυνσης ουγγρικών τελωνείων με συμπληρωματικά δικαιολογητικά (ηλεκτρονικοί φάκελλοι και κοινά έγγραφα)» επιπλέον δε ότι τα κράτη μέλη «που ζήτησαν τον εκ των υστέρων έλεγχο των πιστοποιητικών EUR.1, στο πλαίσιο [του πρωτοκόλλου 4], θα λάβουν απευθείας τις σχετικές απαντήσεις».
33 Η UCLAF πληροφόρησε επίσης τα δεκατέσσερα εμπλεκόμενα στις εν λόγω εισαγωγές κράτη μέλη για την κοινοποίηση «αντιγράφου της διαβιβάσεως του Ιουνίου του 1998 με το πλήρες κείμενο των ηλεκτρονικών φακέλλων και των προσαρτωμένων εγγράφων», των «μεταφράσεων της αλληλογραφίας με τη Διεύθυνση ουγγρικών τελωνείων» και των «ηλεκτρονικών φακέλλων, συνοπτικά αποσπάσματα των πράξεων/ανά χώρα που είχε καταρτίσει η UCLAF με βάση τον αρχικό ουγγρικό φάκελο».
34 Η UCLAF διαβίβασε τα έγγραφα αυτά και τους ηλεκτρονικούς φακέλους με επιστολή, το αγγλικό κείμενο της οποίας κοινοποιήθηκε στις γερμανικές αρχές στις 13 Ιουλίου 1998 και η μετάφραση στη γερμανική, στις 18 Αυγούστου 1998. Μεταξύ άλλων, κοινοποιήθηκαν η από 26 Μαΐου 1998 επιστολή με την οποία οι ουγγρικές αρχές διαβίβασαν στην UCLAF τα πορίσματα των ελέγχων τους καθώς και τα έγγραφα και οι ηλεκτρονικοί φάκελλοι που προσδιορίζουν τα οχήματα για τα οποία δεν είχαν τηρηθεί οι περί καταγωγής κανόνες.
35 Από την επιστολή της 26ης Μαΐου 1998 προέκυψε ότι οι ουγγρικές αρχές ολοκλήρωσαν στις 15 Μαΐου 1998 τον έλεγχο σχετικά με την καταγωγή των οχημάτων που παρήγαγε η Magyar Suzuki καθώς και των στοιχείων που περιείχαν τα πιστοποιητικά EUR.1. Με τον έλεγχό τους οι εν λόγω αρχές διαπίστωσαν ότι δεν είχαν τηρηθεί οι περί καταγωγής κανόνες για ένα μέρος των εισαχθέντων οχημάτων. Οι αρχές αυτές όμως επισήμαναν ότι η Magyar Suzuki είχε κινήσει ένδικη διαδικασία σχετικά με την εφαρμογή των περί καταγωγής κανόνων. Επιπλέον, οι ουγγρικές αρχές διευκρίνισαν ότι θα ενημέρωναν απευθείας τα κράτη μέλη που ζήτησαν τον εκ των υστέρων έλεγχο ορισμένων πιστοποιητικών EUR.1 βάσει του πρωτοκόλλου 4 για τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού.
36 Μετά τη λήψη του εγγράφου αυτού, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε επανειλημμένα την τελική έκθεση της αποστολής ελέγχου της Επιτροπής στην Ουγγαρία. Η έκθεση αυτή περιήλθε στις αρμόδιες αρχές στις 2 Μαρτίου 1999.
37 Στις 15 Απριλίου 1999, οι γερμανικές τελωνειακές αρχές άρχισαν την εκ των υστέρων λογιστική καταχώριση των δασμών για τα οχήματα για τα οποία, κατά τις ουγγρικές τελωνειακές αρχές, δεν είχαν τηρηθεί οι περί καταγωγής κανόνες. Λόγω όμως της τριετούς προθεσμίας για τη γνωστοποίηση στον οφειλέτη, βάσει του άρθρου 221, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του τελωνειακού κώδικα, δεν βεβαιώθηκαν δασμοί για τα εισαχθέντα οχήματα πριν της 15ης Απριλίου 1996. Ίδιοι πόροι για την περίοδο αυτή δεν βεβαιώθηκαν ούτε αποδόθηκαν στην Επιτροπή.
38 Με την από 27 Οκτωβρίου 1999 ανακοίνωση αμοιβαίας συνδρομής, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) που διαδέχθηκε την UCLAF από 1ης Ιουνίου 1999, πληροφόρησε τα κράτη μέλη ότι οι ουγγρικές αρχές κοινοποίησαν στις 23 Ιουλίου 1999, «τη νέα θέση τους σχετικά με την υπόθεση [Magyar Suzuki]» που διαμόρφωσαν μετά την έκδοση της αποφάσεως του αρμοδίου ουγγρικού δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νέα θέση, ένα μέρος των οχημάτων για τα οποία ουγγρικές αρχές είχαν διαπιστώσει προηγουμένως τη μη τήρηση των κανόνων περί καταγωγής πρέπει παρ’ όλα αυτά να θεωρηθεί ως ουγγρικής καταγωγής.
39 Συναφώς, η OLAF υπενθύμισε ότι η UCLAF είχε διαβιβάσει τον Ιούλιο του 1998 τα πορίσματα των ουγγρικών αρχών «που προήλθαν από κοινό και λεπτομερή έλεγχο που πραγματοποιήθηκε με την κοινοτική αποστολή κατά το πρώτο τρίμηνο του 1998» καθώς και τον Φεβρουάριο του 1999, «τη γενική έκθεση έρευνας που περιείχε τη δική της αξιολόγηση και τα δικά της πορίσματα βάσει των δικών της εγγράφων και δικαιολογητικών, που είχε συλλέξει εντός και εκτός Ουγγαρίας» και που συμφωνούσαν με τα πορίσματα των ουγγρικών αρχών.
40 Η OLAF εκτίμησε ότι «οι αποφάσεις των ουγγρικών δικαστικών αρχών, που εκδόθηκαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του ουγγρικού τελωνείου και του Ούγγρου εξαγωγέα δεν έχουν άμεσο έννομο αποτέλεσμα επί του ελέγχου από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών της καταστάσεως των εμπορευμάτων που εισήχθησαν από κοινοτικούς επιχειρηματίες».
41 Η OLAF αμφισβήτησε «το παραδεκτό των νέων στοιχείων, τα οποία παρουσιάστηκαν πολλά έτη μετά την έναρξη των ελέγχων και πολλούς μήνες μετά τον λεπτομερή έλεγχο», απέρριψε απερίφραστα τα επιχειρήματα του Ούγγρου παραγωγού και επιβεβαίωσε την ανάλυσή της που προσαρτάται στην έκθεση έρευνας του Φεβρουαρίου του 1999.
42 Κατά συνέπεια, η OLAF κάλεσε ρητά τα κράτη μέλη να συνεχίσουν τις διαδικασίες εισπράξεως και να «στηρίξουν τις ενέργειές τους επί των πορισμάτων της κοινοτικής έκθεσης του Φεβρουαρίου του 1999».
43 Στη συνέχεια, οι γερμανικές αρχές επέστρεψαν τους εισαγωγικούς δασμούς για τα οχήματα για τα οποία είχε επιβεβαιωθεί η ουγγρική καταγωγή από τις αρχές του κράτους εξαγωγής κατόπιν των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν στο κράτος αυτό.
Η διοικητική διαδικασία
44 Στο πλαίσιο ελέγχου των ιδίων πόρων που διενεργήθηκε τον Μάιο του 2000 στη Γερμανία, οι υπάλληλοι της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι οι γερμανικές αρχές δεν είχαν προβεί στην εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών αμέσως μετά την ανάκληση από τις ουγγρικές αρχές των διασαφήσεων καταγωγής των επιδίκων εισαχθέντων οχημάτων και, συνεπώς, δεν είχαν καταβάλει τους ιδίους πόρους.
45 Συγκεκριμένα, οι γερμανικές αρχές έστειλαν τις πρώτες κλήσεις εκ των υστέρων εισπράξεως στις 15 Απριλίου 1999, για τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Δεκεμβρίου του 1996 και Νοεμβρίου του 1997, και στις 20 Απριλίου του 1999, γι’ αυτές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Απριλίου και Νοεμβρίου του 1996. Δεδομένου ότι οι τελωνειακές οφειλές για τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν πριν τις 15 Απριλίου 1996 είχαν παραγραφεί, οι σχετικοί ίδιοι πόροι δεν βεβαιώθηκαν.
46 Με έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 2001, οι εν λόγω αρχές διευκρίνισαν ότι οι τελωνειακές οφειλές που είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνο κινήσεως των διαδικασιών εκ των υστέρων εισπράξεως δεν βεβαιώθηκαν.
47 Στα πρακτικά συνεδριάσεως της 12ης Ιουνίου 2003 καθώς και στην από 23 Οκτωβρίου 2003 επιστολή της η Επιτροπή θεώρησε ότι τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τον οφειλέτη και το ποσό των οφειλομένων δασμών το αργότερο στις 18 Αυγούστου 1998, οπότε διαβιβάστηκε η τελευταία μετάφραση των εγγράφων και των ηλεκτρονικών φακέλλων των σχετικών με την ανακοίνωση αμοιβαίας βοήθειας της 26ης Ιουνίου 1998. Κατά συνέπεια, και δεδομένου ότι τα κράτη μέλη δεν ενήργησαν εντός τριών μηνών από την ημερομηνία εκείνη, όφειλαν να καταβάλουν τα ποσά των δασμών που παραγράφηκαν μετά τις 18 Νοεμβρίου 1998.
48 Επιπλέον, η Επιτροπή ζήτησε από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να της παράσχουν ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω εισαγωγικούς δασμούς. Δήλωσε δε ότι ακολουθεί νομότυπο έγγραφο οχλήσεως. Τέλος, επισήμανε ότι σε περίπτωση καταβολής εντός της ταχθείσας προθεσμίας δεν θα υπολογίζονταν τόκοι υπερημερίας.
49 Με έγγραφο της 30ής Μαρτίου 2005, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δήλωσε στην Επιτροπή ότι οι σχετικοί εισαγωγικοί δασμοί ανέρχονται σε 408 735,53 ευρώ.
50 Η Επιτροπή ζήτησε από το εν λόγω κράτος μέλος να της αποδώσει εντός δύο μηνών το ποσό αυτό και του επισήμανε ότι οι τόκοι υπερημερίας θα υπολογίζονταν μετά τη λήψη του εν λόγω ποσού.
51 Με έγγραφο της 8ης Νοεμβρίου 2005 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι η πληρωμή έγινε στις 31 Οκτωβρίου 2005 «υπό την επιφύλαξη αποφάσεως του Δικαστηρίου που θα επιβεβαιώνει τη νομική άποψη της Επιτροπής» και τούτο αποκλειστικά και μόνο για να αποφευχθούν οι τόκοι υπερημερίας.
52 Με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 2006, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αρνήθηκε να καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που η Επιτροπή καθόρισε στο ποσό των 571 011,21 ευρώ, επαναλαμβάνοντας ότι αμφισβητεί τη γένεση τελωνειακής οφειλής και την υποχρέωση εισπράξεώς της.
53 Με έγγραφο της 18ης Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά το άρθρο 226 ΕΚ και κάλεσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.
54 Η Επιτροπή, θεωρώντας την απάντηση που έλαβε στις 19 Φεβρουαρίου 2006 μη ικανοποιητική, εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στην οποία το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε με έγγραφο της 24ης Αυγούστου 2007.
55 Η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση και αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
56 Η Επιτροπή προσάπτει βασικά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι παρέλειψε να εισπράξει τις επίδικες τελωνειακές οφειλές, ότι απέδωσε εκπρόθεσμα στην Επιτροπή τους οικείους ιδίους πόρους και ότι αρνήθηκε να καταβάλει τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας.
57 Όσον αφορά την εκπρόθεσμη απόδοση των ιδίων πόρων, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι κανονισμοί 1552/89 και 1150/2000 καθώς και ο τελωνειακός κώδικας απαιτούν από τα κράτη μέλη να εισπράξουν τα νομίμως οφειλόμενα ποσά των τελωνειακών οφειλών και να βεβαιώσουν και να καταβάλουν τους αντίστοιχους ιδίους πόρους άπαξ έχουν στη διάθεσή τους τα αναγκαία στοιχεία για να προσδιορίσουν τον οφειλέτη και το ποσό των οφειλομένων δασμών.
58 Εν προκειμένω, με το από 18 Αυγούστου 1998 έγγραφο, οι γερμανικές αρχές πληροφορήθηκαν την ανάκληση ορισμένων διασαφήσεων καταγωγής, μαζί δε με τις ανακοινώσεις και τα προγενέστερα έγγραφα το έγγραφο αυτό περιείχε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την είσπραξη των επιδίκων τελωνειακών οφειλών.
59 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε, πριν την πάροδο τρίμηνης προθεσμίας μετά τη διαβίβαση του εγγράφου αυτού, να βεβαιώσει τα νομίμως οφειλόμενα ποσά και να τα κοινοποιήσει στους οφειλέτες, με το ενδεχόμενο να χρειαστεί στη συνέχεια, λόγω της εκκρεμούς ένδικης διαδικασίας στην Ουγγαρία να παραιτηθεί προσωρινά από την καταβολή ή να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά. Οι ίδιοι πόροι έπρεπε να εγγραφούν στον λογαριασμό των Κοινοτήτων το αργότερο στις 20 Ιανουαρίου 1999.
60 Όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταβάλλουν τόκους υπερημερίας ακόμη και αν, λόγω της αδράνειάς τους, τα δικαιώματα επί των ιδίων πόρων δεν μπορούν πλέον να βεβαιωθούν. Συνεπώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε να καταβάλει τόκους για την περίοδο από 20 Ιανουαρίου 1999 έως 31 Οκτωβρίου 2005, χωρίς να μπορεί να προβάλει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
61 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, πρώτον, ότι εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 32, παράγραφοι 1 και 5, του πρωτοκόλλου 4 και όχι οι διατάξεις των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000.
62 Όμως, κατά παράβαση των απαιτήσεων του άρθρου αυτού, τα πορίσματα των ουγγρικών αρχών δεν διευκρίνισαν αν τα έγγραφα εξαγωγής ήταν γνήσια και αν τα οικεία προϊόντα ήταν καταγωγής Ουγγαρίας. Επιπλέον, οι εν λόγω αρχές έκαναν λόγο για ένδικες διαδικασίες που είχε κινήσει η Magyar Suzuki και δήλωσαν απλώς ότι θα διαβίβαζαν αργότερα τα οριστικά πορίσματα του ελέγχου.
63 Δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπενθυμίζει ότι η έκθεση έρευνας της UCLAF είναι το αποτέλεσμα αποστολής που πραγματοποιήθηκε βάσει του κανονισμού 515/97. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όμως, ως κράτος μέλος που δεν μετείχε στην αποστολή αυτή, είχε το δικαίωμα να αναμένει την έκθεση της αποστολής πριν κινήσει τις διαδικασίες εισπράξεως, σύμφωνα με το σημείο 4.5 των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κοινοτικές αποστολές που πραγματοποιούνται βάσει του κανονισμού 515/97 της Επιτροπής, κατά το οποίο τα κράτη μέλη που δεν μετέχουν σε αποστολή ζητούν την έκθεση έρευνας πριν ενεργήσουν κατά των εισαγωγέων. Εξάλλου, στην από 27 Οκτωβρίου 1999 αίτηση αμοιβαίας συνδρομής, η OLAF κάλεσε η ίδια τα κράτη μέλη να στηρίξουν τις ενέργειές τους στην εν λόγω έκθεση έρευνας.
64 Τρίτον, επικαλούμενη την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2006, C‑23/04 έως C‑25/04, Σφακιανάκης (Συλλογή 2006, σ. I‑1265, σκέψη 21), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι δεν είχε δικαίωμα να εισπράξει τους τελωνειακούς δασμούς πριν γνωρίσει το αποτέλεσμα των εκκρεμών στην Ουγγαρία δικών. Συνεπώς, η παραγραφή των τελωνειακών οφειλών ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις αναπόφευκτη.
65 Όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι, αν δεν υπάρχει υποχρέωση αποδόσεως των ιδίων πόρων, η δευτερεύουσα αυτή υποχρέωση στερείται βάσεως.
66 Επικουρικώς το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δημιούργησε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη μη καταβολή τόκων υπερημερίας δεδομένου ότι στο έγγραφο που διένειμε κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής ιδίων πόρων της 2ας Ιουλίου 2003, δήλωσε ότι «με την εμπρόθεσμη καταβολή θα αποφευχθεί ο καταλογισμός τόκων υπερημερίας».
67 Επιπλέον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι, ελλείψει ειδικής σχετικής διατάξεως στον κανονισμό 1150/2000, η προθεσμία για τη λογιστική εγγραφή όταν τα ποσά των τελωνειακών οφειλών δεν έχουν εισπραχθεί, καθορίζεται από την Επιτροπή. Εν προκειμένω όμως η Επιτροπή δεν καθόρισε προθεσμία για τη διάθεση των ιδίων πόρων παρά το πρώτον με το έγγραφο της 12ης Ιουνίου 2003. Συνεπώς, οι τόκοι υπερημερίας θα πρέπει να υπολογιστούν μόνον από το τέλος της προθεσμίας αυτής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί της αποδόσεως των ιδίων πόρων
68 Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου 4, τα προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας υπόκεινται σε προτιμησιακό καθεστώς κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα με την προσκόμιση αποδείξεως καταγωγής υπό τη μορφή πιστοποιητικού EUR. 1.
69 Για την εφαρμογή των διατάξεων του πρωτοκόλλου αυτού έχει προβλεφθεί ένα σύστημα διοικητικής συνεργασίας μεταξύ, αφενός, των ουγγρικών αρχών και, αφετέρου, των κοινοτικών αρχών καθώς και των αρχών των κρατών μελών.
70 Το σύστημα αυτό στηρίζεται συγχρόνως στην κατανομή των καθηκόντων και στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των αρχών του ενδιαφερομένου κράτους μέλους και αυτών της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας (βλ., κατά την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Σφακιανάκης, σκέψη 21).
71 Στο πλαίσιο της κατανομής καθηκόντων, η αρμοδιότητα για τον έλεγχο της ουγγρικής καταγωγής των προϊόντων που προέρχονται από την Ουγγαρία ανήκει στις ουγγρικές αρχές. Δεδομένου ότι είναι καλύτερα σε θέση να ελέγξουν άμεσα τα περιστατικά από τα οποία εξαρτάται η καταγωγή των οικείων εμπορευμάτων, οι αρχές αυτές έχουν την ευθύνη, βάσει των άρθρων 17, παράγραφοι 4 και 5, και 32, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου 4, να εξακριβώνουν την τήρηση των κανόνων περί καταγωγής όταν εκδίδουν τα πιστοποιητικά EUR.1 καθώς και κατά τους εκ των υστέρων ελέγχους.
72 Το σύστημα διοικητικής συνεργασίας που διαρρυθμίζει το πρωτόκολλο 4 μπορεί να λειτουργήσει μόνον αν η τελωνειακή υπηρεσία του κράτους εισαγωγής αναγνωρίζει τις εκτιμήσεις στις οποίες έχουν προβεί νομίμως οι αρχές του κράτους εξαγωγής (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Σφακιανάκης, σκέψη 23).
73 Συναφώς, οι αρχές του κράτους εισαγωγής οφείλουν αφενός να αναγνωρίσουν το κύρος των πιστοποιητικών EUR.1, που πιστοποιούν την ουγγρική καταγωγή των προϊόντων (βλ., προπαρατεθείσα απόφαση Σφακιανάκης, σκέψη 37). Αφετέρου, τα πορίσματα στα οποία καταλήγουν οι ουγγρικές αρχές κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο δεσμεύουν τις αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής.
74 Κατά συνέπεια, στο μέτρο που, κατόπιν του εκ των υστέρων ελέγχου, οι ουγγρικές αρχές δηλώνουν σαφώς, σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου 4, ότι τα επίδικα οχήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας και δίνουν δηλαδή στις αρχές του κράτους εισαγωγής επαρκείς πληροφορίες ώστε να θεωρήσει ότι τα επίδικα πιστοποιητικά ανακλήθηκαν, οι τελευταίες αυτές αρχές δεν οφείλουν πλέον να διαφυλάξουν στα οικεία εμπορεύματα το πλεονέκτημα της προτιμησιακής μεταχείρισης που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου 4.
75 Επιπλέον, υπό τέτοιες συνθήκες, οι αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής υποχρεούνται να πραγματοποιήσουν, βάσει των κανονισμών 1550/89 και 1150/2000 καθώς και του τελωνειακού κώδικα, την ταχεία και αποτελεσματική απόδοση των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων και να προβούν αμελλητί στην εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών και στη βεβαίωση των αντιστοίχων ιδίων πόρων.
76 Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώσουν απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων αφ’ ης στιγμής οι αρχές τους είναι σε θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη (βλ., κατ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005, C‑392/02, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 2005, σ. Ι-9811, σκέψη 61). Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη οφείλουν να εγγράψουν τους δασμούς στα λογιστικά βιβλία υπό τους όρους του άρθρου 6 του κανονισμού 1552/89 (βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, C‑312/04, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2006, σ. I‑9923, σκέψη 61).
77 Εν προκειμένω η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, όπως αναφέρεται στη σκέψη 62 της παρούσας απόφασης, ότι οι ουγγρικές αρχές δεν είχαν διευκρινίσει τη διαπίστωση της μη τηρήσεως των κανόνων περί καταγωγής όσον αφορά τα εισαχθέντα στη Γερμανία οχήματα και, συνεπώς, όφειλε να διατηρήσει το πλεονέκτημα της προτιμησιακής μεταχείρισης για τα οικεία εμπορεύματα.
78 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας απόφασης, οι ουγγρικές αρχές, αφού ολοκλήρωσαν τον εκ των υστέρων έλεγχο που είχαν ζητήσει ορισμένα κράτη μέλη καθώς και η Επιτροπή, δήλωσαν σαφώς με το από 26 Μαΐου 1998 έγγραφο ότι τα οχήματα που εισήχθησαν στη Γερμανία και αναφέρονται στα έγγραφα και στους σχετικούς φακέλους δεν είχαν τηρήσει τους περί καταγωγής κανόνες και, συνεπώς, έδωσαν στις αρχές του κράτους εισαγωγής επαρκείς πληροφορίες ώστε να θεωρήσει ότι τα επίδικα πιστοποιητικά είχαν ανακληθεί. Κατά το ίδιο έγγραφο, τα συμπεράσματα αυτά ήταν οριστικά.
79 Κατά συνέπεια, όπως παρατηρεί η γενική εισαγγελέας στο σημείο 64 των προτάσεών της, πρέπει να θεωρηθεί ότι εν προκειμένω οι διατάξεις του πρωτοκόλλου 4 δεν εμπόδιζαν πλέον τις γερμανικές αρχές να αρνηθούν το ευεργέτημα της προτιμησιακής μεταχείρισης για τα επίδικα προϊόντα.
80 Επιπλέον διαπιστώνεται ότι βάσει των στοιχείων που έδωσαν οι ουγγρικές αρχές, οι γερμανικές αρχές ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τους οφειλέτες και να υπολογίσουν το ποσόν της τελωνειακής οφειλής.
81 Κατόπιν των προεκτεθέντων διαπιστώνεται ότι, μετά την παραλαβή του από 18 Αυγούστου 1998 εγγράφου της Επιτροπής που περιείχε τη μετάφραση στα γερμανικά της επιστολής των ουγγρικών αρχών της 26ης Μαΐου 1998 καθώς και τα σχετικά έγγραφα και τους ηλεκτρονικούς φακέλους, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε να προβεί, εντός της τρίμηνης προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή, στην εκ των υστέρων βεβαίωση και στην ανακοίνωση στον οφειλέτη των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών δασμών.
82 Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 66 των προτάσεών της, το στοιχείο ότι τον έλεγχο που διενήργησαν οι ουγγρικές αρχές είχε ζητήσει η Επιτροπή και όχι οι γερμανικές αρχές ουδόλως επηρεάζει την υποχρέωση των αρχών του κράτους εισαγωγής να δεσμευθεί από το τελικό αποτέλεσμα του εν λόγω ελέγχου. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 31 της προπαρατεθείσας απόφασης Σφακιανάκης, ο έλεγχος αυτός μπορεί να διενεργηθεί όχι μόνον κατόπιν αιτήματος των αρχών του κράτους εισαγωγής αλλά και των υπηρεσιών της Επιτροπής η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΕΚ, οφείλει να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Ουγγαρίας και των πρωτοκόλλων της.
83 Επιπλέον, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η καθυστέρηση στην απόδοση των επιδίκων δασμών δεν δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, από την αναμονή συμπληρωματικών πληροφοριών εκ μέρους των ουγγρικών αρχών ή της εκδόσεως αμετάκλητης απόφασης στη δίκη που κίνησε στην Ουγγαρία η Magyar Suzuki, και ακόμη λιγότερο από την αναμονή της τελικής έκθεσης στο πλαίσιο της έρευνας που διενεργούσε παράλληλα η UCLAF.
84 Συγκεκριμένα, πρώτον, όπως παρατηρεί η γενική εισαγγελέας στο σημείο 67 των προτάσεών της, οι ουγγρικές αρχές δήλωσαν μεν με την από 26 Μαΐου 1998 επιστολή ότι θα απηύθυναν ατομικές απαντήσεις στα κράτη μέλη που είχαν ζητήσει εκ των υστέρων έλεγχο των πιστοποιητικών EUR.1 βάσει του πρωτοκόλλου 4, πλην όμως οι γερμανικές αρχές δεν είχαν ζητήσει τη διενέργεια τέτοιου ελέγχου και, συνεπώς, δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι ανέμεναν την απάντηση.
85 Εν συνεχεία, όσον αφορά το επιχείρημα που αντλεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την προπαρατεθείσα απόφαση Σφακιανάκης, ότι δηλαδή δεν είχε το δικαίωμα να εισπράξει τους δασμούς πριν γνωρίσει την έκβαση των εκκρεμών στην Ουγγαρία δικών, διαπιστώνεται ότι η απόφαση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη αφορούσε την εκ των υστέρων είσπραξη από τις ελληνικές αρχές δασμών επί εισαγωγών οχημάτων μάρκας Suzuki που πραγματοποιήθηκαν το 1995 από την Ουγγαρία. Η επιστροφή αυτή στηρίχθηκε στα πορίσματα του εκ των υστέρων ελέγχου των πιστοποιητικών EUR.1 που διενήργησαν οι ουγγρικές αρχές βάσει του πρωτοκόλλου 4, πορίσματα που αναθεωρήθηκαν κατόπιν της εκδόσεως των αποφάσεων ουγγρικών δικαστηρίων.
86 Σ’ αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο διαπίστωσε στη σκέψη 43 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Σφακιανάκης, ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα της καταργήσεως των δασμών την οποία προβλέπει η Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Ουγγαρίας εμποδίζει την έκδοση διοικητικών αποφάσεων που επιβάλλουν την καταβολή δασμών, τις οποίες λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πριν τους γνωστοποιηθεί η τελική έκβαση της δίκης επί των προσφυγών που έχουν ασκηθεί κατά των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου και ενώ οι αποφάσεις του κράτους εξαγωγής με τις οποίες χορηγήθηκαν αρχικώς τα πιστοποιητικά EUR.1 δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί.
87 Ωστόσο, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 56 και 57 των προτάσεών της, η διαπίστωση αυτή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Σφακιανάκης, οι ελληνικές αρχές δεν διέθεταν επαρκείς πληροφορίες για να θεωρήσουν ότι τα επίδικα πιστοποιητικά EUR.1 είχαν ανακληθεί. Πράγματι, από τη σκέψη 41 της απόφασης εκείνης προκύπτει ότι οι ουγγρικές αρχές είχαν ρητά επισημάνει στις ελληνικές αρχές ότι τα πιστοποιητικά EUR.1 για τα οχήματα των οποίων η αλλοδαπή καταγωγή είχε αναγνωριστεί επισήμως από τον κατασκευαστή είχαν ανακληθεί. Δεν είχαν όμως παρατηρήσει το ίδιο και για τα πιστοποιητικά που αποτελούσαν το αντικείμενο της διαφοράς και όπως προκύπτει από τη σκέψη 11 της απόφασης αυτής είχαν μάλιστα ζητήσει από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές να μη σπεύσουν να προβούν στην είσπραξη των δασμών.
88 Διαπιστώνεται ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι διαφορετική. Συγκεκριμένα, οι ουγγρικές αρχές επισήμαναν σαφώς με την από 26 Μαΐου 1998 επιστολή ότι τα οικεία οχήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας και είχαν δώσει συνεπώς στις αρχές του κράτους εισαγωγής επαρκείς πληροφορίες ώστε να θεωρήσουν ότι τα επίδικα πιστοποιητικά είχαν ανακληθεί. Όπως όμως διαπιστώθηκε στη σκέψη 73 της παρούσας απόφασης, τα πορίσματα των εκ των υστέρων ελέγχων που πραγματοποίησαν οι αρχές του κράτους εξαγωγής δεσμεύουν τις αρχές του κράτους εισαγωγής. Κατά συνέπεια, και αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το γεγονός ότι οι ουγγρικές αρχές επισήμαναν επίσης ότι εκκρεμούσε προσφυγή κατά των πορισμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου δεν επηρεάζουν την υποχρέωση των γερμανικών αρχών να βεβαιώσουν και να κοινοποιήσουν την επίδικη τελωνειακή οφειλή καθώς και να βεβαιώσουν τους αντίστοιχους ίδιους πόρους.
89 Τέλος, εφόσον η οριστική επιβεβαίωση από τις ουγγρικές αρχές της μη τηρήσεως των κανόνων περί καταγωγής αποτελούσε επαρκή βάση για να κινήσουν οι γερμανικές αρχές τις διαδικασίες εισπράξεως των επιδίκων τελωνειακών οφειλών, οι αρχές αυτές δεν μπορούν να επικαλεστούν το γεγονός ότι η UCLAF δεν έλαβε θέση και ιδίως την έλλειψη τελικής έκθεσης έρευνας στο πλαίσιο αποστολής ελέγχου στην Ουγγαρία που είχε διενεργήσει η ίδια η UCLAF για τις ίδιες εισαγωγές και σε άμεση σχέση με τον εκ των υστέρων έλεγχο που διενήργησαν οι ουγγρικές αρχές, για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην είσπραξη και την απόδοση των αντιστοίχων ιδίων πόρων.
90 Εξάλλου, τα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι, με την ανακοίνωση αμοιβαίας συνδρομής της 27ης Οκτωβρίου 1999, η OLAF κάλεσε η ίδια τα κράτη μέλη να στηρίξουν τις ενέργειές τους στην έκθεση έρευνας της UCLAF, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Όπως παρατηρεί η γενική εισαγγελέας στα σημεία 90 και 91 των προτάσεών της, το εν λόγω κράτος μέλος, αναπτύσσοντας τα επιχειρήματά του στηρίχθηκε σε περιοριστική ερμηνεία της ανακοίνωσης αυτής χωρίς να λάβει υπόψη το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντασσόταν.
91 Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι, μετά την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων, οι ουγγρικές αρχές αναθεώρησαν την άποψή τους σχετικά με τη μη τήρηση των κανόνων περί καταγωγής των εξαχθέντων οχημάτων. Στο πλαίσιο αυτό η OLAF, με ανακοίνωση αμοιβαίας συνδρομής της 27ης Οκτωβρίου 1999, διατύπωσε τη διαφωνία της με την άποψη των εν λόγω αρχών και κάλεσε τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να συνεχίσουν την είσπραξη των επιδίκων δασμών. Η OLAF αναφέρθηκε στα πορίσματα του ελέγχου που είχε διενεργήσει η UCLAF απλώς για να ενισχύσει τη θέση της.
92 Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι η είσπραξη των επιδίκων δασμών από τις γερμανικές αρχές μετά τη λήψη των συμπερασμάτων των ουγγρικών αρχών που διαπίστωσαν τη μη τήρηση των κανόνων περί καταγωγής δεν ήταν ικανή να θίξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των οφειλετών. Πράγματι, αφενός, οι τελωνειακές αρχές είχαν το δικαίωμα, βάσει των άρθρων 224 έως 230 του τελωνειακού κώδικα, να χορηγήσουν στους οφειλέτες ευκολίες πληρωμής. Αφετέρου, στο μέτρο που αποδείχθηκε στη συνέχεια ότι το ποσό των δασμών δεν οφειλόταν κατά νόμο, οι τελωνειακές αρχές υποχρεούνται βάσει του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα να προβούν στην επιστροφή. Συναφώς, διευκρινίζεται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι γερμανικές αρχές, που προέβησαν στην είσπραξη πριν την κοινοποίηση των αποφάσεων των ουγγρικών δικαστηρίων και της νέας θέσεως των αρχών του κράτους εξαγωγής, επέστρεψαν τους δασμούς που δεν οφείλοντο κατά νόμο.
Επί των τόκων υπερημερίας
93 Κατά πάγια νομολογία υπάρχει άρρηκτος σύνδεσμος μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των κοινοτικών ιδίων πόρων, της λογιστικής καταχώρισής τους στον λογαριασμό της Επιτροπής εντός της ταχθείσας προθεσμίας και, τέλος, της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας οι οποίοι είναι απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου της καθυστερήσεως με την οποία οι πόροι αυτοί καταχωρίστηκαν στον λογαριασμό της Επιτροπής (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψη 17· της 12ης Ιουνίου 2003, C‑363/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2003, σ. I‑5767, σκέψεις 43 και 44, καθώς και της 22ας Ιανουαρίου 2009, C‑150/07, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 62).
94 Δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 1552/89, κάθε εκπρόθεσμη εγγραφή στον λογαριασμό που τηρείται κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας για όλη την περίοδο της καθυστερήσεως (βλ., αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2005, C-460/01, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2005, σ. Ι-2613, σκέψη 91, και της 19ης Μαρτίου 2009, C‑275/07, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2009, σ. I‑2005, σκέψη 66).
95 Επιπλέον, από το άρθρο 11 προκύπτει ότι η καθυστέρηση στην απόδοση των ιδίων πόρων δεν εξαρτάται από την προθεσμία που τάσσει η Επιτροπή, όπως η προθεσμία που μνημονεύεται στη σκέψη 67 της παρούσας απόφασης.
96 Απορριπτέο είναι επίσης το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι το κράτος αυτό είχε βάσιμους λόγους να προσδοκά ότι δεν θα καταβάλει τόκους υπερημερίας.
97 Συγκεκριμένα, όπως παρατηρεί η γενική εισαγγελέας στα σημεία 112 έως 114 των προτάσεών της, λαμβανομένων υπόψη των σαφών και ακριβών διατάξεων των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού 1552/89, του ασαφούς περιεχομένου των πρακτικών της συνεδριάσεως της 12ης Ιουνίου 2003, του σημαντικού ύψους των οφειλομένων τόκων καθώς και του ιστορικού της υποθέσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι έλαβε διαβεβαιώσεις σαφείς, απαλλαγμένες αιρέσεων και συγκλίνουσες, ικανές να δημιουργήσουν δικαιολογημένη προσδοκία.
98 Απ’ όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αφήνοντας να παραγραφούν τελωνειακές οφειλές παρά το ότι έλαβε ανακοίνωση αμοιβαίας συνδρομής, καταβάλλοντας εκπροθέσμως τους οφειλομένους συναφώς ιδίους πόρους και αρνούμενη να καταβάλει τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 του κανονισμού 1552/89 καθώς και τα ίδια άρθρα του κανονισμού 1150/2000.
Επί των δικαστικών εξόδων
99 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία και ηττήθηκε, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αφήνοντας να παραγραφούν τελωνειακές οφειλές παρά το ότι έλαβε ανακοίνωση αμοιβαίας συνδρομής, καταβάλλοντας εκπροθέσμως τους οφειλομένους συναφώς ιδίους πόρους και αρνούμενη να καταβάλει τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 9 έως 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, καθώς και τα ίδια άρθρα του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy