Υπόθεση C-456/08
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Ιρλανδίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 93/37/ΕΟΚ – Συμβάσεις δημοσίων έργων – Κοινοποίηση στους υποψηφίους και στους προσφέροντες των αποφάσεων που αφορούν την ανάθεση της συμβάσεως – Οδηγία 89/665/ΕΟΚ – Διαδικασίες ασκήσεως προσφυγής σε θέματα συνάψεως δημοσίων συμβάσεων – Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής – Ημερομηνία από την οποία αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων – Οδηγίες 89/665 και 93/37
(Οδηγίες του Συμβουλίου 89/665, άρθρο 1 § 1, και 93/37, άρθρο 8 § 2)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων – Οδηγία 89/665 – Προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής
(Οδηγία 89/665 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 1)
1. Το κράτος μέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 92/50, καθώς και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 97/52, όταν η αναθέτουσα αρχή παραλείπει να γνωστοποιήσει σε αποκλεισθέντα υποψήφιο την απόφασή της περί αναθέσεως συμβάσεως για τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη χρηματοδότηση και την εκμετάλλευση ενός παρακαμπτηρίου αυτοκινητοδρόμου.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 προβλέπει ότι οι αναθέτουσες αρχές ενημερώνουν το συντομότερο δυνατόν τους υποψηφίους και τους προσφέροντες σχετικά με τις ληφθείσες αποφάσεις για την ανάθεση της συμβάσεως. Η γνωστοποίηση της απόφασης περί αναθέσεως δημόσιας συμβάσεως στους υποψηφίους και στους προσφέροντες είναι υποχρεωτική βάσει της διατάξεως αυτής. Η ίδια υποχρέωση προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, διότι η αποτελεσματική έννομη προστασία έναντι των αποφάσεων αναθέσεως προϋποθέτει ότι οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες της αποφάσεως αναθέσεως έχουν ενημερωθεί εγκαίρως.
H ανακοίνωση της απόφασης αναθέσεως στην ιστοσελίδα της αναθέτουσας αρχής στο διαδίκτυο και η δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την υπογραφή της συμβάσεως μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και του νικήσαντος διαγωνιζόμενου δεν μπορούν να υποκαταστήσουν προσηκόντως την παράλειψη της γνωστοποίησης προς τον αποκλεισθέντα υποψήφιο. Συγκεκριμένα, για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική έννομη προστασία των υποψηφίων και των προσφερόντων, πρέπει να ενημερωθούν για την περί αναθέσεως απόφαση ορισμένο χρόνο πριν τη σύναψη της συμβάσεως αυτής.
(βλ. σκέψεις 29-30, 32-33, 83 και διατακτ.)
2. Το κράτος μέλος που διατηρεί σε ισχύ διάταξη βάσει της οποίας κάθε προσφυγή στρεφόμενη κατά αποφάσεως περί αναθέσεως ή κατά της αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως πρέπει να ασκείται το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία γενέσεως των λόγων στους οποίους στηρίζεται, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει ότι η σχετική προθεσμία πρέπει να παρεκταθεί, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 92/50, στον βαθμό που η διάταξη αυτή εμπεριέχει αβεβαιότητα ως προς την απόφαση κατά της οποίας πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή και ως προς τον καθορισμό της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής.
Συγκεκριμένα, οι εθνικές αποκλειστικές προθεσμίες, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών εφαρμογής τους, δεν πρέπει να είναι, αυτές καθ’ εαυτές, ικανές να καταστήσουν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία, ενδεχομένως, έλκει ο ενδιαφερόμενος από το κοινοτικό δίκαιο.
Πάντως, στον βαθμό που η διάταξη αυτή παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να εφαρμόζουν κατ’ αναλογία την αποκλειστική προθεσμία που προβλέπεται για την άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων στις προσφυγές κατά των μη οριστικών αποφάσεων που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο της σύναψης των συμβάσεων αυτών για τις οποίες ο νομοθέτης δεν προέβλεψε ρητώς την εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, η νομική κατάσταση που προκύπτει δεν είναι επαρκώς σαφής και ακριβής, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες να στερηθούν του δικαιώματός τους ασκήσεως προσφυγής κατά των αποφάσεων σε θέματα δημοσίων συμβάσεων από εθνικό δικαστήριο βάσει της ερμηνείας που έδωσε στη διάταξη αυτή.
Η επέκταση της αποκλειστικής προθεσμίας σε μη οριστικές αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο συνάψεως δημοσίων συμβάσεων με τρόπους που οδηγούν στην αποστέρηση των ενδιαφερομένων από το δικαίωμά τους να ασκήσουν προσφυγή είναι αντίθετη τόσο με τις επιταγές περί ασφάλειας του δικαίου όσο και με τον σκοπό της ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να πληροφορούνται ότι το σύστημα προθεσμιών εφαρμόζεται στις εν λόγω μη οριστικές αποφάσεις με επαρκή σαφήνεια ώστε να μπορούν λυσιτελώς να ασκούν προσφυγή εντός των τασσόμενων προθεσμιών. Η έλλειψη τέτοιων πληροφοριών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό της ταχείας διεκπεραίωσης της διαδικασίας.
Εξάλλου, η διατύπωση κατά την οποία κάθε σχετική προσφυγή «πρέπει να ασκείται το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών» εμπεριέχει αβεβαιότητα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η διάταξη αυτή να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια το δικαίωμα να απορρίψουν προσφυγή ως εκπρόθεσμη πριν από την εκπνοή της τρίμηνης προθεσμίας, εάν κρίνουν ότι η προσφυγή δεν ασκήθηκε «το συντομότερο δυνατόν» κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Η αποκλειστική προθεσμία, η διάρκεια της οποίας εκτιμάται κατά διακριτική ευχέρεια από τον αρμόδιο δικαστή, δεν είναι προβλέψιμη για τους ενδιαφερόμενους. Επομένως, εθνική διάταξη που προβλέπει μια τέτοια προθεσμία δεν εξασφαλίζει την αποτελεσματική μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 89/665.
Η δυνατότητα του δικαστή να παρεκτείνει τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής, δεν είναι ικανή να θεραπεύσει τις ελλείψεις της διάταξης αυτής σε σχέση με τις απαιτήσεις διαφάνειας και ακρίβειας της οδηγίας 89/665 όσον αφορά το σύστημα των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη αυτή η δυνατότητα παρεκτάσεως των προθεσμιών, ο οικείος υποψήφιος ή προσφέρων, λαμβανομένης υπόψη της αναφοράς στην υποχρέωση ασκήσεως κάθε προσφυγής το συντομότερο δυνατό, δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής.
(βλ. σκέψεις 53, 63, 66, 74-75, 81, 83 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 28ης Ιανουαρίου 2010 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 93/37/ΕΟΚ – Συμβάσεις δημοσίων έργων – Κοινοποίηση στους υποψηφίους και στους προσφέροντες των αποφάσεων που αφορούν την ανάθεση της συμβάσεως – Οδηγία 89/665/ΕΟΚ – Διαδικασίες ασκήσεως προσφυγής σε θέματα συνάψεως δημοσίων συμβάσεων – Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής – Ημερομηνία από την οποία αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής»
Στην υπόθεση C‑456/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2008,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Ζαββό, M. Κωνσταντινίδη και E. White, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τον D. O’Hagan, επικουρούμενο από τον A. Collins, SC, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), πρόεδρο του δεύτερου τμήματος, προεδρεύοντα του τρίτου τμήματος, P. Lindh, A. Rosas, U. Lõhmus και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: R. Şereş, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 2009,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιρλανδία, λόγω των εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί των προθεσμιών που διέπουν την άσκηση από τους προσφέροντες του δικαιώματός τους ασκήσεως προσφυγής στο πλαίσιο των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και λόγω του ότι παρέλειψε να γνωστοποιήσει την απόφαση περί αναθέσεως στον αποκλεισθέντα υποψήφιο στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει, όσον αφορά τις εφαρμοστέες προθεσμίες, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 209, σ. 1, στο εξής: οδηγία 89/665), όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, και, όσον αφορά την παράλειψη γνωστοποιήσεως, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 328, σ. 1, στο εξής: οδηγία 93/37).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
2 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 προβλέπει:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε, όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 71/305/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7)], 77/62/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24)] και 92/50/ΕΟΚ, οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, σύμφωνα με τους όρους που τίθενται στα ακόλουθα άρθρα καθώς και, ιδίως, στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στην περίπτωση όπου οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την κοινοτική νομοθεσία στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες που θέτουν σε εφαρμογή την κοινοτική νομοθεσία.»
3 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζονται στο άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου:
α) να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με την επείγουσα διαδικασία, προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της διαδικασίας σύναψης της εν λόγω συμβάσεως του δημοσίου ή της εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης λαμβάνεται από τις αναθέτουσες αρχές·
β) να ακυρώνουν ή να επιτρέπουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης συμβάσεως·
γ) να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα.»
4 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 ορίζει:
«Οι αναθέτουσες αρχές ενημερώνουν το συντομότερο δυνατόν, και δη γραπτώς εφόσον τους ζητηθεί, τους υποψηφίους και τους προσφέροντες, σχετικά με τις ληφθείσες αποφάσεις για την ανάθεση της συμβάσεως, καθώς και τους λόγους για τους οποίους αποφάσισαν να ματαιώσουν την σύναψη της προκηρυχθείσας συμβάσεως ή να ξανακινήσουν την σχετική διαδικασία. Η Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενημερώνεται επίσης για τις αποφάσεις αυτές.»
Η εθνική νομοθεσία
5 Το άρθρο 84Α, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων (Rules of the Superior Courts), όπως προκύπτει από το Statutory Instrument N° 374/1998 (στο εξής: RSC), ορίζει τα εξής:
«Κάθε προσφυγή στρεφόμενη κατά αποφάσεως περί αναθέσεως ή κατά της αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως πρέπει να ασκείται το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία γενέσεως των λόγων στους οποίους στηρίζεται, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει ότι η σχετική προθεσμία πρέπει να παρεκταθεί.»
Ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
6 Η National Roads Authority (Εθνική αρχή οδοποιίας, στο εξής: NRA) είναι δημόσιος οργανισμός επιφορτισμένος με την κατασκευή και συντήρηση του οδικού δικτύου στην Ιρλανδία.
7 Η SIAC Construction Ltd (στο εξής: SIAC) είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στην Ιρλανδία, που ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των κατασκευών.
8 Στις 10 Ιουλίου 2001, η NRA δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρόσκληση υποβολής προσφορών για τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη χρηματοδότηση και την εκμετάλλευση της δυτικής παρακαμπτηρίου οδού της πόλεως Dundalk. Ο ανάδοχος θα συνιστούσε με την NRA κοινοπραξία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και θα εκμεταλλευόταν την οδό για περίοδο περίπου 30 ετών.
9 Τον Δεκέμβριο του 2001, η NRA κάλεσε σε διαπραγματεύσεις τέσσερις υποψήφιους.
10 Τον Απρίλιο του 2003, η NRA επέλεξε δύο από τους τέσσερις αυτούς υποψηφίους για να προχωρήσει μαζί τους σε λεπτομερέστερες διαπραγματεύσεις, συγκεκριμένα την κοινοπραξία με την ονομασία EuroLink, στην οποία συμμετείχε η SIAC, και την κοινοπραξία με την ονομασία Celtic Roads Group (στο εξής: CRG).
11 Στις 8 Αυγούστου 2003, η NRA κάλεσε τη EuroLink και τη CRG να υποβάλουν την οριστική τους προσφορά.
12 Με έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 2003, η NRA ενημέρωσε τη EuroLink ότι αποφάσισε να επιλέξει τη CRG ως προτιμώμενη προσφέρουσα. Η NRA διευκρίνισε με το έγγραφο αυτό ότι δεν επρόκειτο για απόρριψη της προσφοράς της EuroLink. Το εν λόγω έγγραφο διευκρίνιζε ότι η NRA θα συνέχιζε τις συζητήσεις με τη CRG, γεγονός που πιθανόν θα οδηγούσε στην ανάθεση της συμβάσεως του εν λόγω έργου στη CRG. Ωστόσο, σε περίπτωση που οι συζητήσεις αυτές δεν κατέληγαν σε σύναψη συμβάσεως, η NRA επιφυλάχθηκε να καλέσει σε συνομιλίες τη EuroLink, στη θέση της CRG.
13 Στις 9 Δεκεμβρίου 2003, η NRA αποφάσισε να αναθέσει το επίδικο έργο στη CRG.
14 Στις 5 Φεβρουαρίου 2004, η NRA υπέγραψε τη σύμβαση με τη CRG. Σχετική ανακοίνωση αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της NRA στο διαδίκτυο στις 9 Φεβρουαρίου 2004. Η ανακοίνωση της ανάθεσης του επίδικου έργου δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδατης Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 3 Απριλίου 2004.
15 Στις 8 Απριλίου 2004, η SIAC άσκησε ενώπιον του High Court (Ιρλανδία) προσφυγή ζητώντας την καταβολή αποζημιώσεως. Η SIAC διαμαρτυρήθηκε ιδίως, αφενός, για την επιλογή της διαδικασίας με διαπραγμάτευση και, αφετέρου, για ορισμένες πλημμέλειες οι οποίες, κατ’ αυτήν, σημειώθηκαν κατά το στάδιο της υποβολής και της αξιολόγησης των καλύτερων οριστικών προσφορών. Όσον αφορά τις προθεσμίες άσκησης της προσφυγής, η SIAC προβάλλει ότι η ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ήταν η ημερομηνία της υπογραφής της συμβάσεως με τη CRG, δηλαδή η 5η Φεβρουαρίου 2004.
16 Το High Court έκρινε ότι ο χρόνος γένεσης των λόγων στους οποίους στηριζόταν η προσφυγή ήταν η ημερομηνία κατά την οποία η κοινοπραξία στην οποία συμμετείχε η SIAC ενημερώθηκε για την ταυτότητα του προτιμώμενου προσφέροντος, δηλαδή η 14η Οκτωβρίου 2003. Η SIAC έπρεπε να ασκήσει την προσφυγή το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 84A της RSC. Το High Court απέρριψε, ως εκ τούτου, με την απόφασή του της 16ης Ιουλίου 2004, την προσφυγή ως εκπρόθεσμη.
17 Η SIAC υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή. Η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιρλανδία έγγραφο οχλήσεως στις 10 Απριλίου 2006, στο οποίο το κράτος μέλος αυτό απάντησε στις 30 Μαΐου 2006.
18 Στις 15 Δεκεμβρίου 2006, η Επιτροπή απηύθυνε συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως στην Ιρλανδία, η οποία απάντησε στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
19 Επειδή οι εξηγήσεις που δόθηκαν κρίθηκαν ως μη ικανοποιητικές, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιρλανδία, την 1η Φεβρουαρίου 2008, αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας την να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών από της λήψεώς της. Η Ιρλανδία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη στις 25 Ιουνίου 2008.
20 Επειδή δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση αυτή, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επί της πρώτης αιτιάσεως
21 Η πρώτη αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή αντλείται από το γεγονός ότι η NRA δεν γνωστοποίησε την απόφασή της για την ανάθεση της συμβάσεως για τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη χρηματοδότηση και την εκμετάλλευση της δυτικής παρακαμπτηρίου οδού της πόλεως Dundalk.
Επιχειρήματα των διαδίκων
22 Η Επιτροπή προβάλλει ότι η ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων για την ανάθεση δημόσιου έργου είναι υποχρεωτική δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37. Ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι, στο πλαίσιο της οδηγίας 89/665, η πλήρης έννομη προστασία προϋποθέτει την υποχρέωση ενημέρωσης των υποψηφίων και των προσφερόντων για την εν λόγω απόφαση.
23 Η ενημέρωση της EuroLink, με το έγγραφο της NRA της 14ης Οκτωβρίου 2003, για την επιλογή της CRG ως προτιμώμενης προσφέρουσας δεν ισοδυναμεί με αποκλεισμό της προσφοράς που υπέβαλε η EuroLink. Ως εκ τούτου, το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί κοινοποίηση της αποφάσεως αναθέσεως που προβλέπεται από την οδηγία 89/665 και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37.
24 Εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η SIAC δεν έλαβε κοινοποίηση της οριστικής αναθέσεως της επίδικης συμβάσεως, οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι εν λόγω διατάξεις δεν πληρούνται.
25 Η Ιρλανδία δέχεται την υποχρέωση των κρατών μελών να ενημερώνουν λεπτομερώς τους υποψηφίους και τους προσφέροντες για τις αποφάσεις που αφορούν την ανάθεση της συμβάσεως και υποστηρίζει ότι μετέφερε πλήρως στο εθνικό δίκαιο τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 που προβλέπει η υποχρέωση αυτή. Η Επιτροπή δεν υποστήριξε άλλωστε ότι η ιρλανδική ρύθμιση στον τομέα αυτόν δεν είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.
26 Όσον αφορά τη σύμβαση για τον παρακαμπτήριο αυτοκινητόδρομο του Dundalk, η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι η ενημέρωση του προτιμώμενου προσφέροντος, που έγινε στις 14 Οκτωβρίου 2003, δεν επέχει θέση ενημέρωσης για την απόφαση περί αναθέσεως της συμβάσεως αυτής.
27 Ωστόσο, από την απόφαση του High Court της 16ης Ιουλίου 2004 προκύπτει ότι, κατά την εν λόγω ημερομηνία, κατέστη γνωστό στη SIAC ότι είχε ληφθεί απόφαση για την ανάθεση της συμβάσεως. Η SIAC δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η NRA βρισκόταν σε διαδικασία σύναψης συμβάσεως με τη CRG. Κατά την Ιρλανδία, επομένως, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η έλλειψη ενημέρωσης για την οριστική απόφαση περί αναθέσεως της επίδικης συμβάσεως δεν προκάλεσε καμία ζημία.
28 Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που το κοινοτικό σύστημα κοινοποίησης των αποφάσεων σχετικά με την ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων μεταφέρθηκε πλήρως στο εθνικό δίκαιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο βάσει ενός μεμονωμένου περιστατικού παράλειψης κοινοποίησης.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
29 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 προβλέπει ότι οι αναθέτουσες αρχές ενημερώνουν το συντομότερο δυνατόν τους υποψηφίους και τους προσφέροντες σχετικά με τις ληφθείσες αποφάσεις για την ανάθεση της συμβάσεως. Η γνωστοποίηση της απόφασης περί αναθέσεως δημόσιας συμβάσεως στους υποψηφίους και στους προσφέροντες είναι υποχρεωτική βάσει της διατάξεως αυτής.
30 Η ίδια υποχρέωση προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, διότι η αποτελεσματική έννομη προστασία έναντι των αποφάσεων αναθέσεως προϋποθέτει ότι οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες της αποφάσεως αναθέσεως έχουν ενημερωθεί εγκαίρως (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2004, C‑212/02, Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψη 21, και της 3ης Απριλίου 2008, C‑444/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2008, σ. I‑2045, σκέψη 38).
31 Δεν αμφισβητείται ότι, εν προκειμένω, η NRA ουδέποτε γνωστοποίησε επισήμως στη EuroLink την απόφασή της περί αναθέσεως της επίδικης συμβάσεως στη CRG.
32 H ανακοίνωση της 9ης Φεβρουαρίου 2004 στην ιστοσελίδα της NRA στο διαδίκτυο και η δημοσίευση της 3ης Απριλίου 2004 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να υποκαταστήσουν προσηκόντως τη γνωστοποίηση.
33 Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες αυτές ανακοινώθηκαν δημοσίως μετά την υπογραφή της συμβάσεως, στις 5 Φεβρουαρίου 2004, ενώ, για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική έννομη προστασία των υποψηφίων και των προσφερόντων, θα έπρεπε να ενημερωθούν για την περί αναθέσεως απόφαση της NRA ορισμένο χρόνο πριν τη σύναψη της συμβάσεως αυτής (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις, Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψη 21, και Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 38).
34 Επομένως, η NRA παρέβη, όσον αφορά την οικεία σύμβαση, την υποχρέωση ενημερώσεως που υπέχει δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 και του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665.
35 Η Ιρλανδία, παραπέμποντας, συναφώς, στο έγγραφο της NRA της 14ης Οκτωβρίου 2003, προβάλλει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η SIAC δεν υπέστη καμία ζημία. Κατά το κράτος μέλος αυτό, μετά την εν λόγω ημερομηνία, η SIAC δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η NRA βρισκόταν σε διαδικασία συνάψεως συμβάσεως με τη CRG.
36 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
37 Αφενός, με το έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 2003, η NRA δεν κοινοποίησε την οριστική απόφασή της για την ανάθεση της εν λόγω συμβάσεως. Ανέφερε, απλώς, ότι επέλεξε τη CRG ως προτιμώμενη προσφέρουσα. Η NRA διευκρίνισε ακόμη ότι αν οι συζητήσεις με τη CRG δεν κατέληγαν σε συμφωνία, επιφυλάσσεται του δικαιώματός της να διαπραγματευθεί με τη Eurolink στη θέση της CRG. Σε αυτό το στάδιο, δεν είχε οριστικά αποκλειστεί κάθε δυνατότητα αναθέσεως της συμβάσεως στη Eurolink και μπορούσε νομίμως να θεωρεί ότι η διαδικασία συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως δεν είχε περατωθεί.
38 Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, η διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους δεν συνδέεται με τη διαπίστωση τυχόν ζημίας που αυτή συνεπάγεται (αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C‑263/96, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1997, σ. I‑7453, σκέψη 30, καθώς και της 10ης Απριλίου 2003, C‑20/01 και C‑28/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2003, σ. I‑3609, σκέψη 42).
39 Τέλος, η Ιρλανδία ισχυρίζεται ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία είναι σύμφωνη προς τις υποχρεώσεις ενημερώσεως που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, μια μεμονωμένη περίπτωση παράλειψης γνωστοποιήσεως της αποφάσεως αναθέσεως δημόσιας συμβάσεως δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι το κράτος μέλος αυτό παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την κοινοτική νομοθεσία.
40 Ούτε το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό.
41 Αν και δεν χρειάζεται απάντηση στο επιχείρημα ότι μεταφέρθηκαν προσηκόντως στην εθνική νομοθεσία οι σχετικές απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία λόγω παραβάσεως επιτρέπει όχι μόνον τον έλεγχο της συμφωνίας των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών προς το κοινοτικό δίκαιο, αλλά και τη διαπίστωση ότι οι εθνικές αρχές παραβίασαν σε συγκεκριμένη περίπτωση το κοινοτικό δίκαιο (βλ., όσον αφορά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, Επιτροπή κατά Γερμανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 30, και της 15ης Οκτωβρίου 2009, C‑275/08, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 27).
42 Επομένως, η πρώτη αιτίαση είναι βάσιμη.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως
43 Η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής έχει δύο σκέλη. Αφενός, η Επιτροπή προβάλλει ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση οδηγεί σε αβεβαιότητα ως προς την απόφαση κατά της οποίας πρέπει να ασκηθεί η αγωγή. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι η νομοθεσία αυτή εμπεριέχει αβεβαιότητα ως προς τον καθορισμό της προθεσμίας προσβολής της.
Επί του πρώτου σκέλους της δεύτερης αιτιάσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
44 Η Επιτροπή διατείνεται ότι είναι δυσχερές για τους προσφέροντες να γνωρίζουν κατά ποιας αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής πρέπει να στραφούν και ποια είναι η ημερομηνία από την οποία αρχίζει η προθεσμία προσβολής της αποφάσεως. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αβεβαιότητα αυτή οφείλεται στη διατύπωση του άρθρου 84α, παράγραφος 4, του RSC, καθώς και στη μη σαφή ερμηνεία του.
45 Η Επιτροπή τονίζει ότι η φράση «η απόφαση περί αναθέσεως ή [...] η ανάθεση δημόσιας συμβάσεως» που χρησιμοποιεί το άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC προσδιορίζει αποφάσεις κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή και ότι η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνει τις προγενέστερες μη οριστικές αποφάσεις που λαμβάνονται από την αναθέτουσα αρχή. Το High Court, με την απόφασή του της 16ης Ιουλίου 2004, έκρινε ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή όχι μόνο στην απόφαση για την ανάθεση της συμβάσεως ή στην ανάθεση μιας τέτοιας συμβάσεως, αλλά και στις αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές σχετικά με τις διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων.
46 Για την Επιτροπή, η επίμαχη εθνική νομοθεσία δεν είναι σύμφωνη με τη θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου και την κατά την οδηγία 89/665 απαίτηση της αποτελεσματικότητας, η οποία αποτελεί εφαρμογή της αρχής αυτής, δεδομένου ότι οι προσφέροντες τελούν σε αβεβαιότητα στην περίπτωση που προτίθενται να προσβάλουν την απόφαση περί αναθέσεως συμβάσεως που έλαβε η αναθέτουσα αρχή στο πλαίσιο διαδικασίας δύο σταδίων, κατά την οποία η οριστική απόφαση για την ανάθεση ελήφθη μετά την επιλογή του προσφέροντος.
47 Η Επιτροπή προβάλλει ότι πρέπει να διευκρινιστεί στους προσφέροντες ότι το άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC εφαρμόζεται όχι μόνο στις αποφάσεις περί αναθέσεως της συμβάσεως αλλά και στις μη οριστικές αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία προκηρύξεως του διαγωνισμού, όπως π.χ. αυτές που αφορούν την επιλογή του προτιμώμενου προσφέροντος.
48 Η Ιρλανδία υπενθυμίζει ότι το άρθρο 1 της οδηγίας 89/665 επιβάλλει στα κράτη μέλη να παρέχουν αποτελεσματικά μέσα έννομης προστασίας έναντι όλων των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και όχι μόνον κατά των αποφάσεων περί αναθέσεως των συμβάσεων αυτών. Κατά την Ιρλανδία, τα εθνικά δικαστήρια ερμηνεύουν και εφαρμόζουν το άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC σύμφωνα με τις απαιτήσεις αυτές. Ειδικότερα, η απόφαση του High Court της 16ης Ιουλίου 2004 έκρινε σαφώς, ευθυγραμμιζόμενη με το άρθρο 1 της οδηγίας 89/665, ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει την άσκηση προσφυγής κατά οποιασδήποτε αποφάσεως των αναθετουσών αρχών στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως.
49 Όσον αφορά την ημερομηνία από την οποία αρχίζει η προθεσμία προσβολής μη οριστικής αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής, η Ιρλανδία επισημαίνει ότι η οδηγία 89/665 απαιτεί να μπορούν να ασκηθούν ταχέως εκδικαζόμενα ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών. Η προσφυγή μπορεί να εκδικαστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα μόνον εάν και οι δύο διάδικοι υποχρεούνται να ενεργήσουν ταχέως στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας. Ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν επιτρέπεται στους διαδίκους, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία για να κινήσουν αυτή τη διαδικασία, να αναμείνουν την επίσημη γνωστοποίηση της αποφάσεως περί αναθέσεως πριν την άσκηση της προσφυγής.
50 Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι, αν ο προσφέρων μπορούσε απλώς να περιμένει τη γνωστοποίηση της επίσημης απόφασης περί μη αναθέσεως σ’ αυτόν της επίμαχης συμβάσεως, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει ότι η σύμβαση αυτή δεν του έχει ανατεθεί, όπως διαπίστωσε το High Court στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Ιουλίου 2004, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα σοβαρή επιμήκυνση του χρόνου εξέτασης όλων των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
51 Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η οδηγία 89/665 δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η προσφυγή κατ’ αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής πρέπει να ασκείται εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας και ότι οι θιγόμενοι ενδιαφερόμενοι που επικαλούνται πλημμέλεια της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως, προς στήριξη της προσφυγής τους, πρέπει να προβάλλουν την εν λόγω πλημμέλεια εντός της ίδιας προθεσμίας, διότι άλλως θα απολέσουν το σχετικό δικαίωμά τους, με αποτέλεσμα ότι, αν παρέλθει η προθεσμία αυτή, δεν είναι δυνατή ούτε η προσβολή της εν λόγω αποφάσεως ούτε η προβολή της εν λόγω πλημμέλειας, εφόσον η επίμαχη προθεσμία είναι εύλογη (απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2007, C‑241/06, Lämmerzahl, Συλλογή 2007, σ. I‑8415, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
52 Η νομολογία αυτή βασίζεται στη σκέψη ότι η απόλυτη εκπλήρωση του επιδιωκόμενου με την οδηγία 89/665 σκοπού θα διακυβευόταν αν οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες μπορούσαν νομίμως να επικαλεστούν, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας διεξαγωγής του διαγωνισμού, παραβάσεις των κανόνων συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, υποχρεώνοντας με τον τρόπο αυτόν την αναθέτουσα αρχή να επαναλάβει ολόκληρη τη διαδικασία προς θεραπεία των παραβάσεων αυτών (απόφαση Lämmerzahl, προπαρατεθείσα, σκέψη 51).
53 Αντιθέτως, οι εθνικές αποκλειστικές προθεσμίες, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών εφαρμογής τους, δεν πρέπει να είναι, αυτές καθ’ εαυτές, ικανές να καταστήσουν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία, ενδεχομένως, έλκει ο ενδιαφερόμενος από το κοινοτικό δίκαιο (απόφαση Lämmerzahl, προπαρατεθείσα, σκέψη 52).
54 Το άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC προβλέπει ότι «κάθε προσφυγή στρεφόμενη κατά αποφάσεως για την ανάθεση ή κατά της αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως» πρέπει να ασκείται εντός ορισμένης προθεσμίας.
55 Ωστόσο, όπως συνέβη στο πλαίσιο της διαφοράς επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του High Court της 16ης Ιουλίου 2004, τα ιρλανδικά δικαστήρια μπορούν να ερμηνεύσουν τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή όχι μόνο στην οριστική απόφαση περί αναθέσεως δημόσιας συμβάσεως αλλά και στις μη οριστικές αποφάσεις που λαμβάνει η αναθέτουσα αρχή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για τη σύναψη της συμβάσεως. Πάντως, εάν η οριστική απόφαση για την ανάθεση της συμβάσεως εκδίδεται μετά τη λήξη της προθεσμίας εντός της οποίας μπορεί να προσβληθεί η οικεία μη οριστική απόφαση, δεν αποκλείεται ο υποψήφιος ή ο προσφέρων να μη μπορέσει να ασκήσει προσφυγή κατά της ανάθεσης της εν λόγω συμβάσεως λόγω λήξεως της προθεσμίας.
56 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η εφαρμογή εθνικής αποκλειστικής προθεσμίας δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την αφαίρεση από την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής κατά αποφάσεων περί αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑470/99, Universale-Bau κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I‑11617, σκέψη 72· της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑327/00, Santex, Συλλογή 2003, σ. I‑1877, σκέψεις 51 και 57, καθώς και Lämmerzahl, προπαρατεθείσα, σκέψη 52).
57 Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 51 των προτάσεών της, οι προσφέροντες και οι υποψήφιοι μπορούν να λάβουν εγκαίρως τα απαραίτητα μέτρα για τον έλεγχο, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, ενδεχόμενων παραβιάσεων της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων μόνον εφόσον προκύπτει σαφώς από την εθνική νομοθεσία ότι και οι προπαρασκευαστικές ενέργειες ή οι μη οριστικές αποφάσεις που έλαβαν οι αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο της σύναψης δημόσιας συμβάσεως κινούν την αποκλειστική προθεσμία.
58 Ως εκ τούτου, προσκρούει στις επιταγές του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας το γεγονός ότι, χωρίς το άρθρο 84α, παράγραφος 4, του RSC να το διευκρινίζει με σαφήνεια, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής που προβλέπει η διάταξη αυτή καλύπτει και τις προσφυγές κατά των μη οριστικών αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο της σύναψης δημόσιας συμβάσεως.
59 Η Ιρλανδία αντιτάσσει, κατά του συμπεράσματος αυτού, ότι η εφαρμογή μιας τέτοιας προθεσμίας στις εν λόγω μη οριστικές αποφάσεις συμβαδίζει με τους σκοπούς της οδηγίας 89/665 και ειδικότερα με την επιταγή της ταχείας διεκπεραιώσεως.
60 Βεβαίως, είναι αληθές ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εξασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών. Για να εκπληρωθεί ο σκοπός της οδηγίας αυτής περί ταχείας διεκπεραιώσεως, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής για να υποχρεώσουν τους ενδιαφερόμενους να προσβάλουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τα προπαρασκευαστικά μέτρα ή τις μη οριστικές αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο της διαδικασίας σύναψης μιας συμβάσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις Universale-Bau κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψεις 75 έως 79· της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C‑230/02, Grossmann Air Service, Συλλογή 2004, σ. I‑1829, σκέψεις 30 και 36 έως 39, καθώς και Lämmerzahl, προπαρατεθείσα, σκέψεις 50 και 51).
61 Ωστόσο, ο σκοπός της ταχείας διεκπεραιώσεως που επιδιώκει η οδηγία 89/665 πρέπει να επιτευχθεί στο εσωτερικό δίκαιο τηρουμένων των επιταγών της ασφάλειας δικαίου. Προς τούτο, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ρυθμίζουν το σύστημα των προθεσμιών με αρκούντως σαφή, συγκεκριμένο και προβλέψιμο τρόπο, ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 30ής Μαΐου 1991, C‑361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1991, σ. I‑2567, σκέψη 24, και της 7ης Νοεμβρίου 1996, C‑221/94, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 1996, σ. I‑5669, σκέψη 22).
62 Ο εν λόγω σκοπός της ταχείας διεκπεραιώσεως δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση τηρήσεως της αρχής της αποτελεσματικότητας, σύμφωνα με την οποία οι λεπτομέρειες εφαρμογής των εθνικών αποκλειστικών προθεσμιών δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει στους ενδιαφερόμενους το κοινοτικό δίκαιο, αρχή που εμπεριέχεται στον σκοπό της ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής, ο οποίος ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
63 Η επέκταση της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 84α, παράγραφος 4, του RSC σε μη οριστικές αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο συνάψεως δημοσίων συμβάσεων με τρόπους που οδηγούν στην αποστέρηση των ενδιαφερομένων από το δικαίωμά τους να ασκήσουν προσφυγή είναι αντίθετη τόσο με τις επιταγές περί ασφάλειας του δικαίου όσο και με τον σκοπό της ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να πληροφορούνται ότι το σύστημα προθεσμιών εφαρμόζεται στις εν λόγω μη οριστικές αποφάσεις με επαρκή σαφήνεια ώστε να μπορούν λυσιτελώς να ασκούν προσφυγή εντός των τασσόμενων προθεσμιών. Η έλλειψη τέτοιων πληροφοριών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό της ταχείας διεκπεραίωσης της διαδικασίας.
64 Η Ιρλανδία προβάλλει ότι τα ιρλανδικά δικαστήρια ερμηνεύουν και εφαρμόζουν το άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC σύμφωνα με τις επιταγές της οδηγίας 89/665. Το επιχείρημα αυτό αναφέρεται στον σημαντικό ρόλο της νομολογίας στις χώρες που το εθνικό τους δίκαιο διαμορφώνεται από το common law, όπως η Ιρλανδία.
65 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι η μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτεί, κατ’ ανάγκη, τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων της οδηγίας σε ρητή και ειδική νομοθετική διάταξη, μπορεί δε να αρκεί ένα γενικό νομικό πλαίσιο, ωστόσο είναι αναγκαίο το εν λόγω πλαίσιο να είναι επαρκώς σαφές και ακριβές, ώστε οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2009, C‑474/08, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
66 Πάντως, το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, του RSC δεν πληροί τις απαιτήσεις αυτές, στον βαθμό που παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να εφαρμόζουν κατ’ αναλογία την αποκλειστική προθεσμία που προβλέπεται για την άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων στις προσφυγές κατά των μη οριστικών αποφάσεων που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο της σύναψης των συμβάσεων αυτών για τις οποίες ο νομοθέτης δεν προέβλεψε ρητώς την εν λόγω αποκλειστική προθεσμία. Η νομική κατάσταση που προκύπτει δεν είναι επαρκώς σαφής και ακριβής, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες να στερηθούν του δικαιώματός τους ασκήσεως προσφυγής κατά των αποφάσεων σε θέματα δημοσίων συμβάσεων από εθνικό δικαστήριο βάσει της ερμηνείας που έδωσε στη διάταξη αυτή.
67 Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως είναι βάσιμο.
Επί του δευτέρου σκέλους της δεύτερης αιτιάσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
68 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC προβλέπει ότι τα ένδικα βοηθήματα πρέπει να ασκούνται «το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών». Κατά την Επιτροπή, η διατύπωση αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα στους προσφέροντες στην περίπτωση που προτίθενται να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχει το κοινοτικό δίκαιο να προσβάλουν απόφαση της αναθέτουσας αρχής. Συγκεκριμένα, οι προσφέροντες δεν θα γνωρίζουν την ερμηνεία που θα δοθεί στη φράση «το συντομότερο δυνατό» παρά μόνο μετά την άσκηση της προσφυγής και όταν το αρμόδιο δικαστήριο ασκήσει την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει για την ερμηνεία της διάταξης αυτής. Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου.
69 Η εν λόγω διάταξη δημιουργεί, επίσης, περαιτέρω αβεβαιότητα ως προς το πότε θα εφαρμοστεί η τρίμηνη προθεσμία και πότε η προθεσμία αυτή θα είναι συντομότερη λόγω του ότι υπήρχε δυνατότητα να ασκηθεί η προσφυγή νωρίτερα.
70 Επομένως, η Επιτροπή εκτιμά ότι το άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC είναι ασαφές και δημιουργεί νομική αβεβαιότητα. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η εφαρμοστέα προθεσμία πρέπει να είναι καθορισμένη προθεσμία που θα μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο σαφή και προβλέψιμο από όλους τους προσφέροντες.
71 Η Ιρλανδία απαντά ότι, μέχρι σήμερα, κανένα ιρλανδικό δικαστήριο δεν απέρριψε ως εκπρόθεσμη προσφυγή κατά απόφασης της αναθέτουσας αρχής που ελήφθη στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, το οποίο ασκήθηκε μεν εντός της τρίμηνης προθεσμίας όχι, όμως, το συντομότερο δυνατό. Κατά την Ιρλανδία, κάθε ερμηνεία υπό την έννοια αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή εφόσον η φράση «εν πάση περιπτώσει» δηλώνει ότι κάθε προσφυγή ασκηθείσα εντός τριών μηνών είναι εμπρόθεσμη. Επιπλέον, το High Court έχει ρητώς αποφανθεί ότι, εάν παρίσταται ανάγκη, η τρίμηνη προθεσμία μπορεί να παρεκταθεί.
72 Η Ιρλανδία υπογραμμίζει ότι το άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC παρέχει στα ιρλανδικά δικαστήρια την εξουσία να παρεκτείνουν τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής. Το γεγονός ότι η νομοθεσία παρέχει την εξουσία αυτή στον δικαστή αποτελεί μία νόμιμη οδό για τα κράτη μέλη προκειμένου να ρυθμίσουν τις προθεσμίες άσκησης προσφυγής. Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να θεσπίσουν αμετάβλητες προθεσμίες.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
73 Δεδομένου ότι σκοπός της οδηγίας 89/665 είναι η ταχεία διεκπεραίωση, το κράτος μέλος μπορεί νομίμως να επιβάλει, στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας αυτής, στους ενδιαφερόμενους την υποχρέωση να ενεργούν αμελλητί κατά την άσκηση των συναφών ενδίκων βοηθημάτων.
74 Ωστόσο, η διατύπωση του άρθρου 84A, παράγραφος 4, του RSC, κατά την οποία κάθε σχετική προσφυγή «πρέπει να ασκείται το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών» εμπεριέχει αβεβαιότητα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η διάταξη αυτή να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια το δικαίωμα να απορρίψουν προσφυγή ως εκπρόθεσμη πριν από την εκπνοή της τρίμηνης προθεσμίας, εάν κρίνουν ότι η προσφυγή δεν ασκήθηκε «το συντομότερο δυνατόν» κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
75 Η διάρκεια μιας αποκλειστικής προθεσμίας δεν είναι προβλέψιμη για τους ενδιαφερόμενους, στην περίπτωση που εκτιμάται κατά διακριτική ευχέρεια από τον αρμόδιο δικαστή. Οπότε, εθνική διάταξη που προβλέπει μια τέτοια προθεσμία δεν εξασφαλίζει την αποτελεσματική μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 89/665.
76 Κατά του συμπεράσματος αυτού, η Ιρλανδία προβάλλει ότι καμία προσφυγή σχετική με δημόσιες συμβάσεις δεν έχει απορριφθεί από ιρλανδικό δικαστήριο με την αιτιολογία ότι δεν ασκήθηκε «το συντομότερο δυνατόν».
77 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, για να αποδειχθεί αν η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο είναι ανεπαρκής ή μη προσήκουσα, δεν είναι πάντοτε αναγκαίο να αποδεικνύονται οι πραγματικές επιπτώσεις της εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει την οδηγία. Η περίπτωση όμως διαφέρει αν η ανεπαρκής μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο αποδεικνύεται από το κείμενο της νομοθεσίας αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑392/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1999, σ. I‑5901, σκέψη 60).
78 Η Ιρλανδία διευκρινίζει ότι το άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC παρέχει στα ιρλανδικά δικαστήρια την εξουσία να επιμηκύνουν τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής.
79 Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή προβλέπει την εφαρμογή της προβλεπόμενης προθεσμίας «εκτός αν το δικαστήριο κρίνει ότι η σχετική προθεσμία πρέπει να παραταθεί».
80 Πρέπει να αναγνωριστεί ότι η διάταξη αυτή είναι, μεμονωμένη, και ανεξάρτητα από το πλαίσιό της, αποδεκτή σε σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας 89/665. Σε τομέα όπως αυτός των δημοσίων συμβάσεων, στον οποίο οι διαδικασίες μπορεί να είναι περίπλοκες και τα πραγματικά περιστατικά ποικίλα, η δυνατότητα που παρέχεται από τον εθνικό νομοθέτη στα εθνικά δικαστήρια να παρεκτείνουν τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής για λόγους επιείκειας μπορεί να πηγάζει από την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
81 Ωστόσο, η δυνατότητα του δικαστή να παρεκτείνει τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής, που προβλέπεται στο άρθρο 84A, παράγραφος 4, του RSC, δεν είναι ικανή να θεραπεύσει τις ελλείψεις της διάταξης αυτής σε σχέση με τις απαιτήσεις διαφάνειας και ακρίβειας της οδηγίας 89/665 όσον αφορά το σύστημα των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη αυτή η δυνατότητα παρεκτάσεως των προθεσμιών, ο οικείος υποψήφιος ή προσφέρων, λαμβανομένης υπόψη της αναφοράς στην υποχρέωση ασκήσεως κάθε προσφυγής το συντομότερο δυνατό, δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής.
82 Επομένως, το δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως πρέπει να κριθεί βάσιμο.
83 Κατόπιν των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η Ιρλανδία,
– επειδή η NRA παρέλειψε να γνωστοποιήσει στον αποκλεισθέντα υποψήφιο την απόφασή της περί αναθέσεως της συμβάσεως για τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη χρηματοδότηση και την εκμετάλλευση της δυτικής παρακαμπτηρίου οδού της πόλεως Dundalk, και
– επειδή διατήρησε σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 84A, παράγραφος 4, του RSC, στον βαθμό που εμπεριέχουν αβεβαιότητα ως προς την απόφαση κατά της οποίας πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή και ως προς τον καθορισμό των προθεσμιών για την άσκηση της προσφυγής αυτής,
παρέβη, όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, και όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665.
Επί των δικαστικών εξόδων
84 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, η Ιρλανδία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ιρλανδία,
– επειδή η National Roads Authority παρέλειψε να γνωστοποιήσει στον αποκλεισθέντα υποψήφιο την απόφασή της περί αναθέσεως της συμβάσεως για τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη χρηματοδότηση και την εκμετάλλευση της δυτικής παρακαμπτηρίου οδού της πόλεως Dundalk, και
– επειδή διατήρησε σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 84A, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας των ανώτατων δικαστηρίων (Rules of the Superior Courts), όπως προκύπτει από το Statutory Instrument Νο 374/1998, στον βαθμό που εμπεριέχουν αβεβαιότητα ως προς την απόφαση κατά της οποίας πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή και ως προς τον καθορισμό των προθεσμιών για την άσκηση της προσφυγής αυτής,
παρέβη, όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, καθώς και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, και, όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 92/50.
2) Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy